ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 587/2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν
M.K.J.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου
Ο κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως, παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
(Ex tempore)
[Ι] Εισαγωγή
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα για το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ότι την 11η Ιουνίου 2019 στη Λεμεσό, προκάλεσε τρόμο στην A.B. από το Ηνωμένο Βασίλειο, απειλώντας την με βία, δηλ. την απείλησε με τη φράση «βλέπω την αδερφή σου την Α., θα την σκοτώσω και μετά θα αυτοκτονήσω».
[ΙΙ] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες.
Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ανωμοτί και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα.
Έχοντας σημειώσει τα ανωτέρω, προχωρώ σε σύνοψη της προσκομισθείσας μαρτυρίας, με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου.[1]
Αρχιαστυφύλακας [ ] («ΜΚ1»)
Ο ΜΚ1 υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την κατάθεσή του ημερ. 9.9.2019, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και ότι την 9.9.2019 συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα τον M.K.J., από τον οποίο έλαβε ανακριτική κατάθεση με τη βοήθεια διερμηνέα και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς, με τον ίδιο να απαντά «δεν παραδέχομαι δεν είπα έτσι πράμα».
Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια 2 και 3, την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο και τη γραπτή κατηγορία.
Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το παράπονο της παραπονούμενης λήφθηκε από άλλο συνάδελφο και ότι ο ίδιος δεν μίλησε μαζί της, καθώς ανέλαβε μόνο να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, με βάση τα όσα διάβασε ότι λέχθηκαν. Ο ΜΚ1 δεν γνώριζε να απαντήσει στις ερωτήσεις του κατηγορουμένου, ήτοι κατά πόσο η Α. υπέβαλε παράπονο επειδή τράβηξε το ποσό των €50.000 ή επειδή πήρε τη μητέρα της από το σπίτι ενόσω ο κατηγορούμενος απουσίαζε.
A.B. («ΜΚ2»)
Η ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, η οποία σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4. Σε αυτήν, περιγράφει ορισμένα περιστατικά τα οποία είχε προσέξει ότι συνέβαιναν στο σπίτι της μητέρας της, όπως το ότι ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να την κάνει να ασπαστεί τον μουσουλμανισμό, την ανάγκαζε να ξυπνά για να προσεύχεται και να νηστεύει σύμφωνα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ιδίου, αφαίρεσε το όνομά της από τίτλο ιδιοκτησίας ακινήτου σε σχέση με το οποίο η μητέρα της επένδυσε χρήματα, ενώ ζητούσε από την ΜΚ2 χρήματα για ανάγκες φροντίδας της μητέρας της, πράγμα που η μητέρα της διέψευσε σε μεταγενέστερο στάδιο.
Περί τον Μάρτιο του 2019 η ΜΚ2 και η αδερφή της επισκέφθηκαν τη μητέρα τους, όταν ανακάλυψαν ότι το διαμέρισμά της δεν είχε καθόλου θέρμανση και ότι έμενε με ένα παλτό μέρα και νύχτα. Έτσι αποφάσισαν να απομακρύνουν τη μητέρα τους και να επιστρέψουν όλες μαζί πίσω στην Αγγλία, όπως και έκαναν τον Ιούνιο του 2019.
Προτού εγκαταλείψουν την Κυπριακή Δημοκρατία, την 11.6.2019, ο κατηγορούμενος κάλεσε τηλεφωνικώς από κάποιο αριθμό τηλεφώνου την αδερφή της ΜΚ2, η οποία απάντησε το τηλέφωνο και το έβαλε σε ανοιχτή ακρόαση. Ο κατηγορούμενος άρχισε να ρωτά γιατί πήραν τη μητέρα τους και να φωνάζει να την πάρουν πίσω. Περί τα είκοσι λεπτά αργότερα, κάλεσε ξανά την αδερφή της ΜΚ2, η οποία έβαλε σε ανοιχτή ακρόαση την κλήση, κατά τη διάρκεια της οποίας η ΜΚ2 άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει «Βλέπω την αδερφή σου την Α. θα την σκοτώσω και μετά θα αυτοκτονήσω».
Η ΜΚ2 αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή της, αναφερόμενη δε στις συνθήκες διαμονής της μητέρας της, υπέδειξε ότι το 2019 όταν πήγαν να επισκεφθούν με την αδερφή της τη μητέρα τους, συνάντησαν μια φροντίστρια που δεν γνώριζαν και η οποία δεν τις άφηνε να μπουν μέσα στο σπίτι. Όταν τελικά εισήλθαν σε αυτό, αντίκρυσαν τη μητέρα τους αφρόντιστη, πολύ μικροσκοπική, μόλις 40 κιλά, με τα μαλλιά της πάρα πολύ μακριά και ακατάστατα, ενώ φαινόταν ότι δεν είχε κάνει ούτε μπάνιο και άρχισε να κλαίει όταν τις είδε. Στο σπίτι δεν υπήρχε ούτε τηλεόραση, ούτε κλιματιστικό, ούτε γραμμή τηλεφώνου.
Ως επίσης η ΜΚ2 ανέφερε, επισκέφθηκαν τη μητέρα τους όταν ο κατηγορούμενος απουσίαζε επειδή φοβούνταν, όπως και η μητέρα τους, ενώ μετά την απομάκρυνσή τους από την οικία της μητέρας τους, άλλαξαν τρία ξενοδοχεία και μεταμφιέστηκαν, επειδή φοβούνταν ότι θα τις βρει και θα πάρει τη μητέρα τους πίσω.
Ερωτηθείσα πως ένιωσε όταν άκουσε τη φράση αυτή στο τηλέφωνο, η ΜΚ2 απάντησε ότι ένιωσε τρομαγμένη και υπέδειξε ότι όλες ανυπομονούσαν να φύγουν από την Κύπρο. Ανέφερε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος την είχε απειλήσει πολλές φορές και πριν το 2019, όταν επισκέπτονταν τη μητέρα τους και ρωτούσαν για την κατάστασή της, ενώ όταν μιλούσαν στο κινητό την είχε να κάθεται με καλυμμένη την κεφαλή και το κοράνι στα πόδια της. Ανέφερε επίσης ότι στο παρελθόν απείλησε ότι θα την χτυπήσει και ότι πήγε να την σπρώξει, πολύ θυμωμένος, φωνάζοντας πολύ έντονα. Ως εκ τούτου, φοβόταν τόσο για τον εαυτό της, όσο και για τη μητέρα της.
Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν έχει συγχωρέσει τον κατηγορούμενο, εν αντιθέσει με την υποβολή του, υπέδειξε δε πως η συζήτηση που είχαν αφορούσε σε διαπραγματεύσεις για το διαμέρισμα της μητέρας της.
Η ΜΚ2 αρνήθηκε ότι η μητέρα της αγαπούσε τον κατηγορούμενο αντί την ίδια και ανέφερε ότι ουδέποτε η μητέρα της της είπε κάτι τέτοιο, υπέδειξε δε, ότι όταν μιλούσε με την μητέρα της στο τηλέφωνο, αυτή έκλαιγε και της έλεγε ότι ήθελε να επιστρέψει στην Αγγλία. Ακολούθως, ως ανέφερε η ΜΚ2, ο κατηγορούμενος έκοψε τη γραμμή του τηλεφώνου ώστε η μητέρα της να μην έχει επικοινωνία μαζί τους και την απομόνωσε από φίλους και οικογένεια. Τέλος, η μάρτυρας αρνήθηκε ότι επισκέφθηκε το σπίτι του κατηγορουμένου και υπέδειξε ότι το έπραξε μόνο με τη συνοδεία του συζύγου της και του συζύγου της αδερφής της.
Κατηγορούμενος
Ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αναφέροντας στο Δικαστήριο ότι η ΜΚ2 είπε ψέματα και δεν μπορεί να καταλάβει για ποιο λόγο το έκανε αυτό. Η μητέρα της ήθελε να μείνει στην Κύπρο καθώς δεν της άρεσε η Αγγλία και ζούσαν καλά μαζί. Ανέφερε επίσης, ότι η ΜΚ2 ήθελε να πάρει τον μισθό της μητέρας της από την Αγγλία και ότι τράβηξε χρηματικό ποσό 50.000 από τη μητέρα της στα κρυφά. Τέλος, ανέφερε ότι η σύζυγός του ήταν 20 χρόνια μαζί του και ότι αυτός είναι ο άντρας της και την πήραν με το ζόρι.
Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις τελικές αγορεύσεις των δύο πλευρών, τις οποίες έχω διέλθει και αποτιμήσει πλήρως και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.
[IΙΙ] Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]
Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5]
Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]
Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.
Η εντύπωση που απεκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν εξαιρετική. Ο μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν εντόπισα στη μαρτυρία του οποιεσδήποτε αντιφάσεις, ούτε αναδείχθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε συμφέροντος από την έκβαση της υπόθεσης, ούτε και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αμφισβητήθηκε επί της ουσίας κατά την αντεξέτασή του. Επομένως η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της.
Εξαιρετική ήταν η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο και η ΜΚ2, η οποία απάντησε με φυσικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της. Η συγκεκριμένη μάρτυρας ήταν ήρεμη και σταθερή στον τρόπο που κατέθετε και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία της, η οποία ήταν ποιοτική και συνεκτική και δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο κατά την αντεξέτασή της. Συνεπώς αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία της.
Ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και να μην υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης, ως ήταν άλλωστε δικαίωμά του και σε καμία περίπτωση αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη εναντίον του. Αναφορικά με την αξιολόγηση μιας τέτοιας δήλωσης, παραπέμπω στην Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 22.
Ως έχει νομολογηθεί, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος ή φόρμουλα προσέγγισης της ανώμοτης δήλωσης κατηγορουμένου και τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της υπόθεσης και το τι προβάλλει ο κατηγορούμενος.[9] Η ανώμοτη δήλωση δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται στη βάσανο της αντεξέτασης, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική, εφόσον δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός, το οποίο αποδεικνύεται με άλλη μαρτυρία, ούτε και να αντικρούσει μαρτυρία η οποία ήδη κρίθηκε ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο.[10] Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να είναι βοηθητική για το Δικαστήριο, ως προς την εξαγωγή των συμπερασμάτων του.
Τούτων λεχθέντων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν αντεξετάσθηκε, έτσι ώστε να διαφανεί μέσω της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης η φιλαλήθειά του, καθώς επίσης και του ότι έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΚ2, η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου λαμβάνεται υπόψη μέσα στο σύνολο της όλης υπόθεσης, χωρίς να αποδίδεται σε αυτήν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, πράγμα το οποίο βεβαίως δεν απαλλάσσει την Κατηγορούσα Αρχή από την υποχρέωση να αποσείσει το βάρος αποδείξεως που φέρει κατά κανόνα.
Στη βάση των πιο πάνω, προχωρώ και στην ουσία του περιεχομένου της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου. Διαπιστώνω ότι σε κανένα σημείο, δεν γίνεται αναφορά στο αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, παρά μόνο αναφορές σε άλλες πτυχές της σχέσης του με την ΜΚ2. Υπενθυμίζεται, ότι οι υποβολές παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας, που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.[11]
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, στρέφομαι σε εξέταση της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου ημερ. 9.9.2019, όπου αυτός αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 11.6.2019 ενώ ήταν στη δουλειά του, τον πήρε τηλέφωνο η κοπέλα που είχαν στο σπίτι για να τους βοηθά και του ανέφερε ότι πήγαν οι κόρες της Μ. και την έπιασαν αλλά δεν της είπαν που θα πάνε. Περί τις πέντε ώρες αργότερα, ο κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο την Π., μία από τις κόρες της Μ., η οποία του είπε ότι θα επέστρεφαν το Σάββατο. Την επόμενη μέρα ο κατηγορούμενος πήρε πάλι τηλέφωνο την Π. και σε κάποια στιγμή πήρε το τηλέφωνο η Α., στην οποία είπε «να μην κάνει τίποτε με την μάμα της γιατί εγώ την θέλω πίσω και αν γίνει κάτι με την Μ. θα είναι το τέλος της και το τέλος μου».
Επισημαίνεται, ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου κατατέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή κατά το στάδιο προσκόμισης της μαρτυρίας της και στο πλαίσιο του καθήκοντος της να δώσει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης, χωρίς να εγερθεί οποιοδήποτε ζήτημα από πλευράς κατηγορουμένου.[12]
Από την πιο πάνω κατάθεση του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι αυτός παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος το οποίο του καταλογίζεται δια της παρούσας υπόθεσης. Ομοίως, κατά το ακροαματικό στάδιο, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι το μόνο που έκανε ήταν η απειλή.
Σχετικά με την αποδοχή μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου, παραπέμπω στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109):
«Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή.
Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence).
Στην υπόθεση Duncan [Findlay Duncan 73 Crim. App R.359] αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης.»
Πέραν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επισημάνει, ότι κατά τη διάρκεια της όλης ακροαματικής διαδικασίας, η όλη στάση και συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήταν αλλοπρόσαλλη και συνοδεύετο από ιδιαίτερα έντονο ύφος, παρουσία η οποία, σε συνδυασμό με την ανώμοτη του δήλωση και την παραδοχή του στην ανακριτική του κατάθεση, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από κανένα λογικό Δικαστήριο ως αξιόπιστη, σε κάθε περίπτωση.
Ενόψει των ανωτέρω, αποδέχομαι μόνο το μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου όπου υπάρχει η παραδοχή του και απορρίπτω όλη την υπόλοιπη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη.
Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης, εξάγονται ανάλογα ευρήματα σε σχέση με τα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση γεγονότα.
[V] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου
Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[13]
Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[14] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[15]
Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[16]
Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[17]
Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.
Το αδίκημα της απειλής, κωδικοποιείται στο αρ. 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη».
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής, ως λέχθηκε στην Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 41/2021 ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, είναι τα ακόλουθα:
(α) η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(β) που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία.
Λέχθηκε περαιτέρω, ότι το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού.
Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η απειλή, πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος.[18]
Στην Κούσουλος ν Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 119/2022 ημερ. 20.1.2022, λέχθηκαν τα εξής:
«Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence»[1], όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο[2].
Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο, για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Οι περιστάσεις των εμπλεκομένων και η συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και η φύση της απειλής, πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο, προτού καταλήξει στα συμπεράσματά του».
(Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, δοθείσας της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, της αξιολόγησης στην οποία έχω προβεί και λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων στα οποία κατέληξα, ικανοποιούμαι ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής πληρούνται.
Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, καταλήγω ότι το περιεχόμενο της φράσης που ο κατηγορούμενος εκστόμισε, αναφερόμενος στην ΜΚ2, λέγοντας ότι θα την σκοτώσει και μετά θα αυτοκτονήσει, καθώς επίσης και των όσων προηγήθηκαν και ακολούθησαν το συγκεκριμένο συμβάν, θα μπορούσε να προκαλέσει στον μέσο άνθρωπο τρόμο ή ανησυχία, όπως προκάλεσε στην ΜΚ2. Ικανοποιούμαι περαιτέρω, υπό το πλέγμα των συνθηκών της υπόθεσης, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να προκαλέσει στην παραπονούμενη τρόμο.
[VI] Κατάληξη Δικαστηρίου
Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου ο οποίος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει.
Υπ.) ...............................
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.
[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.
[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.
[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).
[9] Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016.
[10] Σάββας Πλαστήρα Ιωάννου και Χρίστος Σάββα Συμιανός ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195, Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 397, Ονησίφορος Κολίας ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 106/2015 κ.α. ημερ. 17.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:B236.
[11] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.
[12] Γ. Ε. v. Χ. Κωνσταντίνου (1989) 2 Α.Α.Δ. 99).
[13] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.
[14] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.
[17] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.
[18] Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο