ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Ν. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12802/2019, 28/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Ν. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12802/2019, 28/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 12802/2019

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

1.    Α.Ν.

2.    Μ.Ν.

Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 28 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για Κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Κλεοβούλου

Κατηγορούμενος 2 παρών

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

[Ι] Εισαγωγή

 

Ο κατηγορούμενος 2 (στο εξής ο «κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα για το αδίκημα της παρακώλυσης οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του (1η κατηγορία), της ανησυχίας (2η κατηγορία), της επίθεσης κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του (3η κατηγορία) και της αντίστασης κατά νομίμου συλλήψεως (4η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι την 20.6.2019 στη Λεμεσό, εσκεμμένα παρακώλυσε όργανο τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, ήτοι του Αστ. [x] και άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε θόρυβο σε δημόσιο χώρο, δηλαδή την οδό Δικαιοσύνης, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.

Αποδίδεται περαιτέρω στον κατηγορούμενο ότι κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, ήτοι του Αστ. [x], με σκοπό τη ματαίωση νομίμου συλλήψεως του για ποινικό αδίκημα.

 

[ΙΙ] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία

 

Αρχικά αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ενοχή στις κατηγορίες που τους προσήχθησαν δια του παρόντος κατηγορητηρίου και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, τους κάλεσε σε απολογία.

 

Μετά από το στάδιο αυτό, ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 τις οποίες αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, κατόπιν λήψης σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, επομένως του επιβλήθηκε ποινή[1] και η ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε μόνο για τον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης.

 

Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τη μαρτυρία των οποίων θα συνοψίσω κατωτέρω, με την υπόμνηση ότι  δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου.[2]

 

 

 

 

Αστ. [x] («ΜΚ1»)

 

Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ1 υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 τη γραπτή του κατάθεση, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι αποσπασμένος στην Τροχαία Λεμεσού. Την 20.6.2019, ενώ ήταν σε καθήκον για περιπολιακή κάλυψη με υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα και βρισκόταν στα φώτα της Λεωφ. Ομονοίας με κατεύθυνση προς βόρεια, αντιλήφθηκε μία μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού με θορυβώδες εξωστ, της οποίας ο οδηγός δεν φορούσε κράνος, να έρχεται από την οδό Πάφου προς τα φώτα της Ομονοίας με δυτική κατεύθυνση και να ακολουθεί νότια κατεύθυνση.

 

Αμέσως ο ΜΚ1 έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει στην αριστερή πλευρά του δρόμου και αυτός αντ’ αυτού ανέπτυξε ταχύτητα, ενώ στη συνέχεια σταμάτησε ανεβαίνοντας στη διαχωριστική τσιμεντένια νησίδα της Λεωφ. Ομονοίας και εισήλθε στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο ΜΚ1 ακολούθησε τον οδηγό της αναφερόμενης μοτοσυκλέτας, ο οποίος έστριψε στην οδό Δικαιοσύνης, όπου σταμάτησε τη μοτοσυκλέτα του στη δεξιά πλευρά του δρόμου, κατέβηκε από αυτήν και εισήλθε στην οικία με αρ. [ ], αναπηδώντας από τη βεράντα του σπιτιού. Ο ΜΚ1 σταμάτησε την υπηρεσιακή του μοτοσυκλέτα και ενημέρωσε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, ενώ αυτός βρισκόταν στη βεράντα, για τα τροχαία αδικήματα τα οποία διέπραξε και τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και ότι η μοτοσυκλέτα του θα μεταφερθεί στην Τροχαία Λεμεσού.

 

Στην οικία, υπήρχαν ακόμα δύο άντρες, ένας εκ των οποίων ήταν ο πατέρας του οδηγού της μοτοσυκλέτας και ο οποίος άρχισε να φωνάζει έντονα «φύε ρε που δαμέ». Ο ΜΚ1 κάλεσε βοήθεια για να μεταφέρει στην Τροχαία Λεμεσού τη μοτοσυκλέτα και τον οδηγό της, όταν τα πιο πάνω πρόσωπα πήγαν προς το μέρος του και προσπάθησαν να τον εμποδίσουν να μεταφέρει τη μοτοσυκλέτα, προσπαθώντας να την σπρώξουν προς την οικία τους, ενώ ο ΜΚ1 κρατούσε το τιμόνι της πιέζοντας τα φρένα. Τότε ο πατέρας του οδηγού της μοτοσυκλέτας τον έσπρωξε, με τον ΜΚ1 να του εφιστά την προσοχή του στο Νόμο για τα αδικήματα που διέπραξε και να τον πληροφορεί ότι είναι υπό σύλληψη, με αυτόν να του απαντά «φίε ρε που εν να με συλλάβεις» και έτρεξε αμέσως στην οικία του, κάθισε σε μία καρέκλα στη βεράντα και άρχισε να βιντεογραφεί με το κινητό του τηλέφωνο.

 

Στη συνέχεια, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας κινήθηκε προς την Αστυνομική μοτοσυκλέτα, την έπιασε και προσπαθούσε να την σπρώξει, ώστε ο ΜΚ1 να αναγκαστεί να αφήσει τη δική του μοτοσυκλέτα. Αφού ο ΜΚ1 κινήθηκε προς το μέρος του, αντιλήφθηκε τον Υπ/μο [xy] ο οποίος προσέτρεξε στο μέρος για να τον βοηθήσει, αφού προηγουμένως είδε το περιστατικό και τον βοήθησε να τοποθετήσει χειροπέδες στον οδηγό. Εν τέλει ο οδηγός της μοτοσυκλέτας και ο πατέρας του μεταφέρθηκαν στην Τροχαία Λεμεσού, όπου διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τους κατηγορούμενους.

 

Ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο, ως το άτομο στο οποίο κάνει αναφορά στην κατάθεσή του, υποδεικνύοντας ότι δεν τον γνωρίζει προσωπικά. Ανέφερε επίσης, ότι κατά το επίδικο περιστατικό φορούσε στολή της αστυνομίας/μοτοσυκλέτας και αναπαρέστησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίχθηκε το όλο περιστατικό. Ανέφερε περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος φώναζε με άσχημο τρόπο εναντίον του ώστε να απομακρυνθεί και προκαλούσε ανησυχία. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι δεν υπέστη σωματικούς τραυματισμούς καθότι δεν έπεσε στο έδαφος, παρόλο που τον έσπρωξαν.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στάθμευσε την μοτοσυκλέτα του έξω από την οικία του κατηγορουμένου, κάτω από το πεζοδρόμιο, δίπλα από την μοτοσυκλέτα η οποία βρισκόταν σταθμευμένη μπροστά από την οικία και είχε κατεύθυνση από βόρεια προς νότια. Ο ΜΚ1 περιέγραψε την όψη του σπιτιού, αναφέροντας ότι υπήρχε τοιχαράκι με μικρό κάγκελο, από το οποίο κάποιος μπορούσε να πηδήξει προς τα μέσα, δεν ήταν ωστόσο σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες.

 

Ερωτηθείς με ποιο σημείο του σώματός του τον έσπρωξε ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας απάντησε ότι τον έσπρωξε στο πάνω μέρος του σώματός του με τα χέρια, ωστόσο δεν θυμόταν να πει με ποιο χέρι ή αν ήταν με τα δύο, εξηγώντας ότι ήταν απασχολημένος με το συμβάν και ότι υπήρχε η ένταση της στιγμής, επομένως δεν μπορεί να θυμάται λεπτομέρειες, όπως το αν προηγήθηκε το σπρώξιμο ή το τράβηγμα. Ως ανέφερε, η είσοδος του σπιτιού ήταν στο πλευρό του και από εκείνη τη μεριά τον τραβούσε και τον έσπρωχνε ο κατηγορούμενος.

Στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβηκε ποτέ από τη βεράντα, ο μάρτυρας απάντησε ότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα βρισκόταν στο Δικαστήριο, ενώ στην υποβολή ότι συνέλαβε τον κατηγορούμενο επειδή βιντεογραφούσε τις σκηνές που εκτυλίσσονταν, ο μάρτυρας απάντησε ότι αν βιντεογραφούσε θα ήταν καλό να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το βίντεο, για να αναπαραχθεί το περιστατικό.

 

Υπαστυνόμος [xy] («ΜΚ2»)

 

Αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατά τις 12:30 βρισκόταν με το ιδιωτικό του όχημα στη γωνία των οδών Πάφου και Δικαιοσύνης για προσωπικούς λόγους, όταν άκουσε πολλές φωνές να έρχονται από οικία, περί τα 40-50 μέτρα πιο κάτω. Τότε  είδε τον συνάδελφό του, [x], να φωνάζει από ασύρματο ότι ήθελε βοήθεια και δίπλα του τους κατηγορουμένους να προσπαθούν να του αρπάξουν την πολιτική μοτοσυκλέτα που κρατούσε και μετά την αστυνομική. Ως εκ τούτου, έτρεξε στο σημείο για να βοηθήσει τον συνάδελφό του.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι βρισκόταν περί τα 40 μέτρα από το σημείο και άκουσε διάφορες φωνές, περιλαμβανομένων πολιτών. Όταν έφτασε στην επίδικη οικία, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, εκεί όπου βρισκόταν η μοτοσυκλέτα, την οποία προσπαθούσε να πάρει, ενώ ο [x] την κρατούσε από το τιμόνι. Έπειτα, ο κατηγορούμενος πήγε πάνω. Από τη σύλληψη και έπειτα, ο ΜΚ2 δεν είδε παρέμβαση στο αστυνομικό έργο, ούτε θυμόταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος βιντεογραφούσε.

 

Α.Σ. («ΜΚ3»)

 

Η ΜΚ3 εργάζεται ως Πρωτοκολλητής στο Ε.Δ. Λεμεσού και κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε τους φακέλους δύο ποινικών υποθέσεων του Ε.Δ. Λεμεσού, ήτοι των υποθέσεων υπ’ αρ. 4172/20 και 4133/20, υποδεικνύοντας ότι πρόκειται για διεκπεραιωθείσες υποθέσεις. Οι εν λόγω υποθέσεις κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ3 ανέφερε ότι η υπόθεση αρ. 4172/20 λήφθηκε υπόψη στην 4133/20 για σκοπούς επιβολής ποινής.

 

Μαρτυρία Υπεράσπισης

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι βρισκόταν στη βεράντα του σπιτιού του και άκουσε θόρυβο σαν καταδίωξη και μέχρι να σηκωθεί έφτασε ο γιός του. Ο ίδιος δεν κατέβηκε από τη βεράντα και δεν βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, αλλά συνελήφθη επειδή βιντεογραφούσε, μετά από εντολή του Αστυνομικού της Τροχαίας προς τους υπόλοιπους αστυνομικούς που πήγαν στο μέρος. Δεν του έβαλαν χειροπέδες όταν τον συνέλαβαν, έκανε μπάνιο και σε πέντε λεπτά πήγε μαζί τους στον Αστυνομικό Σταθμό, όπου ανέφερε ότι δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεση. Δεν του πήραν γραπτή κατάθεση, παρά μόνο υπέγραψε ένα χαρτί, το οποίο δεν γνωρίζει τι ήταν, το δε κινητό του τηλέφωνο του επιστράφηκε την επόμενη μέρα στο Δικαστήριο και από αυτό είχαν διαγραφεί τα πάντα.

 

Αντεξεταζόμενος, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν μόνος του στη βεράντα της οικίας του μαζί με τον σκύλο του και ότι το άλλο άτομο ήρθε μετά τη σύλληψη του, καθώς κοιμόταν. Ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι βιντεογραφούσε με το τηλέφωνό του από την ώρα που σταμάτησαν οι δύο μοτοσυκλέτες, οι οποίες έφτασαν στο μέρος ταυτόχρονα, ενώ στην υποβολή ότι ο γιός του μπήκε εντός της οικίας αναπηδώντας από τη βεράντα, απάντησε ότι υπάρχει περίφραξη ύψους περί το 2,10.

 

Ερωτηθείς για ποιο λόγο άρχισε να βιντεογραφεί, απάντησε ότι ο ΜΚ1 ήταν επιθετικός και ότι ήθελε να έχει στοιχεία για τον τρόπο συμπεριφοράς του, υποδεικνύοντας ότι άρχισε να βιντεογραφεί από την ώρα που ο ΜΚ1 κατέβηκε κάτω και άρχισε να φωνάζει, προκαλώντας οχλαγωγία, καθώς ήταν ο μόνος που φώναζε και είπε στους υπόλοιπους αστυνομικούς να τον συλλάβουν επειδή βιντεογραφούσε.  

Στην υποβολή ότι ο ίδιος βρισκόταν στη βεράντα όταν είδε τον γιό του να καταφτάνει με τη μοτοσυκλέτα του και να πηδάει από την περίφραξη και άρχισε να βιντεογραφεί, ο κατηγορούμενος απάντησε «Έχει πρόβλημα;», ενώ αρνήθηκε ότι κατέβηκε από τη βεράντα για να μεταφέρει τη μοτοσυκλέτα, ότι άγγιξε ή επιτέθηκε στον ΜΚ1 ή ότι του είπε «φύε ρε που να με συλλάβεις», καθώς επίσης και ότι αφότου πληροφορήθηκε ότι θα συλληφθεί έτρεξε στη βεράντα, ότι προσπάθησε να αποτρέψει τη σύλληψη του γιου του ή ότι ο ίδιος αντιστάθηκε στη σύλληψή του.

 

Αναφορικά με το χαρτί που υπέγραψε στον Αστυνομικό Σταθμό, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν φορούσε γυαλιά για να διαβάσει και ότι υπέγραψε για να τελειώνει, πλην όμως ο  γιός του αντιδρούσε που είδε τι επρόκειτο να υπογράψει.

 

Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και αρχές, αλλά και στα όσα, κατά την εισήγησή τους, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο.

 

[IΙΙ] Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[3]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[4] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[5]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[6]

 

Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[7] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8]

 

Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[9]

 

Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.

 

Η εντύπωση που απεκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν πολύ καλή. Ο μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν εντόπισα στη μαρτυρία του οποιεσδήποτε αντιφάσεις, απάντησε δε με φυσικότητα και αυθορμητισμό σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, ενώ αναπαρέστησε με φυσικό τρόπο και λεπτομέρεια τα όσα εκτυλίχθηκαν κατά το επίδικο περιστατικό και δεν διαφάνηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε κινήτρου ή συμφέροντος από πλευράς του σε σχέση με την έκβαση της υπόθεσης.

 

Αναφορικά με το γεγονός ότι ο μάρτυρας σε ορισμένες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι δεν θυμόταν λεπτομέρειες, δεν θεωρώ ότι τούτο πλήττει την αξιοπιστία του, λαμβανομένης υπόψη της παρόδου του χρόνου από το επίδικο περιστατικό.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι ενώ στην κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βιντεογραφούσε, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν συνέβη κάτι τέτοιο, υιοθετώντας ωστόσο την κατάθεσή του και επικαλούμενος την πάροδο του χρόνου. Απάντηση, η οποία δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει οποιαδήποτε αντίφαση και την οποία αξιολογώ ως λογική, λαμβανομένου υπόψη του ότι πέρασαν αρκετά χρόνια έκτοτε. Εν πάση δε περιπτώσει, σημειώνω, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην μαρτυρία του, ανέφερε ότι βιντεογραφούσε.

 

Τέλος, σημειώνω ότι ορισμένες από τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο όταν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως για παράδειγμα το ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε κάποιο χαρτί που δεν γνώριζε τι ήταν και το ότι το κινητό του τηλέφωνο του επιστράφηκε την επόμενη μέρα στο Δικαστήριο με διαγεγραμμένα όλα του τα δεδομένα από αυτό, δεν τέθηκαν στον ΜΚ1, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί.[10] Ως τονίστηκε στην Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ., η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως.

 

Ως εκ των άνω, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας του ΜΚ1.

 

Ο ΜΚ2 μου έκανε επίσης θετική εντύπωση, καθώς ενέμεινε με σταθερότητα στις θέσεις του και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, με φυσικότητα και αυθορμητισμό, περιγράφοντας με παραστατικότητα και λεπτομέρεια τα επίδικα συμβάντα, ενώ δεν αναδείχθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε κινήτρου ή συμφέροντος από πλευράς του, σε σχέση με την έκβαση της υπόθεσης, καθώς ο μάρτυρας δεν δίστασε να αναφέρει ότι από ένα σημείο και έπειτα δεν υπήρξε παρέμβαση στο αστυνομικό έργο. Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας του ΜΚ2.

 

Η ΜΚ3 ήταν τυπική μάρτυρας, της οποίας η αντεξέταση περιορίστηκε σε μία μόνο ερώτηση αναφορικά με διαδικαστικής φύσεως ζητήματα και συνεπώς η μαρτυρία της γίνεται εξ ολοκλήρου αποδεκτή.

 

Στρεφόμενη σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, σημειώνω εν πρώτοις, ότι ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε για το αληθές των ισχυρισμών του, αλλά μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπάθησε να αποφύγει τις ευθύνες του, παρουσιάζοντας μια άλλη εκδοχή των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Ο κατηγορούμενος επανέλαβε αρκετές φορές ότι ο λόγος της σύλληψής του ήταν το ότι βιντεογραφούσε τον ΜΚ1, που ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο φώναζε και ότι βρισκόταν μόνος του στη βεράντα του σπιτιού του, από την οποία ουδέποτε κατέβηκε. Ανέφερε επίσης, ότι είχαν διαγραφεί όλα του τα δεδομένα από το κινητό του τηλέφωνο όταν αυτό του παραδόθηκε και ότι υπέγραψε ένα χαρτί στον Αστυνομικό Σταθμό όπου τον μετέφεραν, απλώς και μόνο για να τελειώνει η όλη διαδικασία.

 

Ανέφερε επίσης, ότι άκουσε «κάτι σαν καταδίωξη» και άρχισε να βιντεογραφεί, αλλά την ίδια στιγμή επέμενε ότι οι μοτοσυκλέτες έφτασαν ταυτόχρονα στο σπίτι του, κάτι που δεν συνάδει με το όλο νόημα της καταδίωξης, εφόσον το λογικώς αναμενόμενο θα ήταν να φτάσει πρώτη στο σημείο η καταδιωκόμενη μοτοσυκλέτα. Ανέφερε επίσης, ότι άρχισε να βιντεογραφεί από την ώρα που ο ΜΚ1 κατέβηκε και άρχισε να φωνάζει. Οι θέσεις αυτές, πέραν από την αντιφατικότητα που παρουσιάζουν, δεν πείθουν το Δικαστήριο ως λογικές και αληθείς, πόσω μάλλον από άτομο το οποίο ισχυρίστηκε ότι βιντεογράφησε τον ΜΚ1 για να έχει στοιχεία για την κατ’ ισχυρισμό επιθετική συμπεριφορά του.

 

Ούτε και η θέση του κατηγορουμένου, ότι βιντεογραφούσε τον ΜΚ1 από την ώρα που έφτασε στο σπίτι του, επειδή ήταν επιθετικός, πείθει ως λογική και πειστική. Και τούτο, καθώς δεν δόθηκε καμία απολύτως εξήγηση ή περιγραφή στο Δικαστήριο αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό επιθετική συμπεριφορά του ΜΚ1. Πρόκειται για θέσεις οι οποίες δεν πείθουν το Δικαστήριο ως αληθείς, ενώ δίδουν την εντύπωση προσπάθειας καλλιέργειας εντυπώσεων.

 

Ως εκ των άνω, δεν καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του κατηγορουμένου.

 

V] Ευρήματα Δικαστηρίου

 

Από την όλη αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, διαφαίνεται ότι η πραγματική υπόσταση των ουσιωδών σε σχέση με την παρούσα υπόθεση γεγονότων, έχει ως εξής:

 

Την 20.6.2019, o MK1 ο οποίος ήταν σε καθήκον για περιπολιακή κάλυψη στάθμευσε την υπηρεσιακή του μοτοσυκλέτα μπροστά από την οικία του κατηγορουμένου, στην οδό Δικαιοσύνης στη Λεμεσό, αφού είχε προηγηθεί καταδίωξη οδηγού της μοτοσυκλέτας, ο οποίος στάθμευσε τη μοτοσυκλέτα του μπροστά από την εν λόγω οικία, δηλαδή δίπλα στο πεζοδρόμιο και εισήλθε εντός της αναφερόμενης οικίας. Στη συνέχεια, ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας για τα τροχαία αδικήματα τα οποία διέπραξε και τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και ότι η μοτοσυκλέτα του θα μεταφερθεί στην Τροχαία Λεμεσού.

 

Στην αναφερόμενη οικία υπήρχαν δύο άντρες, ένας εκ των οποίων ήταν ο κατηγορούμενος,  ο οποίος άρχισε να φωνάζει έντονα προς τον ΜΚ1 «φύε ρε που δαμέ». Τότε ο ΜΚ1 κάλεσε βοήθεια για να μεταφέρει τον οδηγό και τη μοτοσυκλέτα στην Τροχαία Λεμεσού και ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον εμποδίσει, σπρώχνοντας τη μοτοσυκλέτα στην οικία του και σπρώχνοντας και τραβώντας τον ΜΚ1, ο οποίος κρατούσε το τιμόνι της εν λόγω μοτοσυκλέτας πιέζοντας τα φρένα. Όταν ο ΜΚ1 επέστησε την προσοχή του κατηγορουμένου στο Νόμο για τα αδικήματα που διέπραξε και τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη, αυτός του απάντησε «φίε ρε που εν να με συλλάβεις» και έτρεξε αμέσως στην οικία του, κάθισε σε μία καρέκλα στη βεράντα και άρχισε να βιντεογραφεί με το κινητό του τηλέφωνο.

 

Στο μέρος έφτασε ο ΜΚ2 ο οποίος προσέτρεξε για να βοηθήσει τον ΜΚ1, αφού προηγουμένως άκουσε τις φωνές και είδε το περιστατικό. Ακολούθως, έφτασαν περιπολικά στο σημείο και ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό, όπου διαπιστώθηκαν τα στοιχεία του.

 

[V] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[11]

 

Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[12] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[13] 

 

Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[14] Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[15]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που οι κατηγορούμενες αντιμετωπίζουν.

 

Οι κατηγορίες 1 και 3 αφορούν στα αδικήματα της παρακώλυσης και επίθεσης κατά οργάνου της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:

 

«Όποιος:

 

[…]

 

(β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει δημόσιο λειτουργό, ιατρό, νοσηλευτή, μαία ή όργανο τήρησης της τάξης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή άλλο πρόσωπο που παρέχει συνδρομή σε αυτούς: […]

 

είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων».

 

Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων έχουν ως εξής:

 

1.         Ο κατηγορούμενος επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει,

 

2.         πρόσωπο που είναι δημόσιος λειτουργός, ιατρός, νοσηλευτής, μαία ή όργανο τήρησης της τάξης ή άλλο πρόσωπο που παρέχει συνδρομή στα εν λόγω πρόσωπα,

 

3.         κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

 

Ως έχει νομολογηθεί, επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του.[16] 

 

Όπως λέχθηκε στην Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574,  η νομοθετική πρόνοια δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας και απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Υπό αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος μπορεί να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[17]

 

Eπίθεση μπορεί να διαπραχθεί επίσης χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα και δεν απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα, ενώ μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και με ένα απλό άγγιγμα.[18]

 

Περαιτέρω, δεν είναι αναγκαίο η βλάβη να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε να θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Με άλλα λόγια, δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην Georghiades vPolice (1985) 2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243.

Επανερχόμενη στην υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησής της, την 20.6.2019, ενώ o MK1 ήταν σε καθήκον για περιπολιακή κάλυψη με υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα, κατά την προσπάθειά του να παραλάβει τη μοτοσυκλέτα για να την μεταφέρει σε Αστυνομικό Σταθμό και να συλλάβει τον οδηγό της, ενέργειες οι οποίες αποτελούσαν μέρος της δέουσας εκτέλεσης των καθηκόντων του, εσκεμμένα παρακωλύθηκε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος έσπρωξε τον ΜΚ1 και προσπάθησε να μεταφέρει τη μοτοσυκλέτα στην οικία του. Ικανοποιούμαι επίσης, ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου, ήτοι το να σπρώξει τον ΜΚ1, συνιστά επίθεση, εν τη εννοία της νομολογίας.

 

Ως εκ των άνω, ικανοποιούμαι ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες 1 και 3 πληρούνται.

 

Η 2η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της ανησυχίας, κατά παράβαση των αρ. 20 και 95 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:

 

«Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών».

 

Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:[19]

 

1.            Ο κατηγορούμενος να προκαλεί θόρυβο ή ταραχή,

 

2.            Σε δημόσιο χώρο,

 

3.            Κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης,

 

4.            Η πιο πάνω ενέργεια του κατηγορούμενου να γίνεται χωρίς εύλογη αιτία.

 

Σύμφωνα με το αρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, “δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

 

Αναφορικά με το αδίκημα της ανησυχίας, παραπέμπω στις υποθέσεις Ηροδότου ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 373 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 1.

 

Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, την 20.6.2019 στη Λεμεσό, στην οδό Δικαιοσύνης, έξω από την οικία του, δηλαδή σε δημόσιο χώρο, άνευ εύλογης αιτίας άρχισε να φωνάζει προς τον ΜΚ1 προκαλώντας θόρυβο, με τρόπο που ενδέχετο να οδηγήσει σε διασάλευση της ειρήνης. Συνεπακόλουθα, ικανοποιούμαι ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανησυχίας.

 

Η 4η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της αντίστασης κατά νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του αρ. 244(α) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:

 

«Όποιος-

 

(α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή […]

 

είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων».

 

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

1.    Ο κατηγορούμενος επιτίθεται εναντίον άλλου προσώπου.

 

2.    Με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα

 

Από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι την 20.6.2019, αφού ο ΜΚ1 επέστησε την προσοχή του κατηγορουμένου στο Νόμο για τα αδικήματα που διέπραξε και τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη, ο κατηγορούμενος του απάντησε «φίε ρε που εν να με συλλάβεις» και έτρεξε αμέσως στην οικία του, κάθισε σε μία καρέκλα στη βεράντα και άρχισε να βιντεογραφεί με το κινητό του τηλέφωνο.

 

Συνεπακόλουθα, ικανοποιούμαι ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πληρούνται.

 

[VI] Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της εναντίον του κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμό, οποίος  κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει.

 

 

 

Υπ.) ...............................

                                                                                       Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Ειρήνας Κρυβούς ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. Αρ. 71/2023 ημερ. 21.7.2023, Χατζηξενοφώντος ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 26/2020 ημερ. 6.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B441.

 

[2] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

 

[3] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[5] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[6] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[7] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[8] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

 

[9] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).

 

[10] Σιακαλλής ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 146.

 

 

 

[11] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.

 

[12] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.

 

[13] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

 

[14] Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110.

 

[15] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.

 

[16] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788.

 

[17] R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.

 

[18] RvRolphe [1953] 36 CrAppR.4.

[19] Pitsillos vThe Police (1966) 2CLR 50).

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο