ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 3317 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
1. Κ. Ρ. Ν.
2. Μ. Ν.
3. I. O.
__________________________
Ημερομηνία: 4 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο 2
Κατηγορούμενος 2: παρών
ΠΟΙΝΗ
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, στον Κατηγορούμενο 2, στις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι την 16.2.2020, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα για να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή ένοπλη ληστεία [συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 371 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 16.2.2020, στη Λεμεσό, μαζί με άλλα άτομα, ενώ ήταν οπλισμένοι με επιθετικό όπλο, δηλαδή ένα μαχαίρι, έκλεψαν από τον R.H.R.M.K. από το Πακιστάν, διανομέα φαγητού της Dominos Pizza, τη μοτοσικλέτα με τα στοιχεία που αναφέρονται, αξίας €1.000, περιουσία της εταιρείας που αναφέρεται, και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά τον χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησαν ή απείλησαν να χρησιμοποιήσουν πραγματική βία κατά του πιο πάνω, με σκοπό να αποκτήσουν ή κατακρατήσουν τη μοτοσικλέτα [ένοπλη ληστεία, άρθρο 283 ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 16.2.2020, στη Λεμεσό, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας, μετέφεραν επιθετικό όργανο, δηλαδή ένα μαχαίρι, κατά τρόπο διεγείροντα τρόμο στον R.H.R.M.K. από το Πακιστάν [οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, άρθρο 80 ΠΚ.]
4η Κατηγορία: ότι μεταξύ των ημερομηνιών 8.2.2020 – 9.2.2020, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα για να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή [συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 371 ΠΚ.]
5η Κατηγορία: ότι μεταξύ των ημερομηνιών 8.2.2020 – 9.2.2020, στη Λεμεσό, έκλεψαν το μοτοποδήλατο με τα στοιχεία που αναφέρονται, αξίας €250, περιουσία του Η.Η., από τη Συρία [κλοπή, άρθρο 262 ΠΚ.]
6η Κατηγορία: ότι μεταξύ των ημερομηνιών 15.2.2020 – 16.2.2020, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα για να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή [συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 371 ΠΚ.]
7η Κατηγορία: ότι μεταξύ των ημερομηνιών 15.2.2020 – 16.2.2020, στη Λεμεσό, έκλεψαν το μοτοποδήλατο με τα στοιχεία που αναφέρονται, αξίας €300, περιουσία του R.K., από την Σλοβενία [κλοπή, άρθρο 262 ΠΚ.]
Για τη συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος ένοπλης ληστείας (1η Κατηγορία), ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα 7 έτη. Για την ένοπλη ληστεία (2η Κατηγορία), ο νόμος προβλέπει δια βίου φυλάκιση. Για την οπλοφορία προς διέγερση τρόμου (3η Κατηγορία), ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα δύο έτη. Για τη συνωμοσία προς διάπραξη κλοπής (4η Κατηγορία, 6η Κατηγορία), ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα 3 έτη, όπως και για την κλοπή (5η Κατηγορία, 7η Κατηγορία).
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Όταν δε η προσβολή της περιουσίας συνδυάζεται με απειλή κατά προσώπου, όπως συμβαίνει στην ένοπλη ληστεία, η απαξία καθίσταται εντονότερη, αφού δεν πλήττεται μόνο η περιουσιακή σφαίρα του θύματος αλλά και η προσωπική του ασφάλεια και ελευθερία βούλησης. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.
Τα γεγονότα που διαπιστώθηκαν καταγράφονται πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Α. Την 9.2.2020 καταγγέλθηκε από τον Η.Η. ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 8.2.2020 και 9.2.2020, κλάπηκε το μοτοποδήλατό του, αξίας €250, ενώ βρισκόταν σταθμευμένο σε οικία. Ακολούθως, την 16.2.2020, καταγγέλθηκε από τον R.H.M.K., από το Πακιστάν, διανομέα φαγητού, ότι την ίδια ημέρα είχε μεταβεί, με τη μοτοσικλέτα του, σε συγκεκριμένη οδό στην περιοχή Αγίου Ιωάννη, για παράδοση παραγγελίας. Αφού παρέδωσε την παραγγελία και ενώ στεκόταν δίπλα από τη μοτοσικλέτα, τον πλησίασαν δύο νεαρά πρόσωπα τα οποία, με την απειλή μαχαιριού, του ζήτησαν να τους παραδώσει τα κλειδιά της μοτοσικλέτας, πράγμα που έπραξε. Την ίδια ημέρα, λήφθηκε πληροφορία από πολίτη ότι, σε χώρο στάθμευσης στην οδό Ασκληπιού, πέντε νεαρά πρόσωπα προσπαθούσαν να αποσυναρμολογήσουν μοτοσικλέτες. Μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στο μέρος και είδαν τα πρόσωπα αυτά να εγκαταλείπουν τρέχοντας τη σκηνή. Ακολούθησε καταδίωξη ενός εξ αυτών, άλλου από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος σκαρφάλωσε σε περιτοίχισμα και κατάφερε να διαφύγει, ενώ κατέστη δυνατή η ανακοπή άλλου προσώπου. Στη σκηνή εντοπίστηκαν τρεις μοτοσικλέτες, οι οποίες ταυτοποιήθηκαν με τις μοτοσικλέτες για τις οποίες είχαν γίνει οι προαναφερόμενες καταγγελίες. Το πρόσωπο που συνελήφθη κατονόμασε, μεταξύ άλλων, και τον Κατηγορούμενο, ο οποίος δήλωσε άγνοια. Ακολούθησε ανακριτικό έργο, στο πλαίσιο του οποίου προέκυψε περαιτέρω μαρτυρία αναφορικά με τη συμμετοχή του Κατηγορουμένου στα υπό κρίση αδικήματα. Ο Κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ήταν 16 ετών. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν μαζί με πρόσωπα ηλικίας 18 και 20 ετών, ένα εκ των οποίων ήταν μέλος της οικογένειάς του.
Κατά τον προσδιορισμό της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, λαμβάνονται υπόψη οι συγκεκριμένες περιστάσεις τέλεσης και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε. Η απειλή με μαχαίρι δεν προσμετράται εκ νέου ως αυτοτελές επιβαρυντικό στοιχείο, εφόσον αποτελεί στοιχείο που προσδίδει στην πράξη τον χαρακτήρα της ένοπλης ληστείας και έχει ήδη αποτιμηθεί από τον νομοθέτη στην αυξημένη προβλεπόμενη ποινή. Συνεκτιμάται μόνο στον βαθμό που φωτίζει τις πραγματικές συνθήκες τέλεσης, χωρίς διπλή προσμέτρηση. Επιβαρυντικά λειτουργεί το ότι η ληστεία στράφηκε εναντίον διανομέα φαγητού κατά την εκτέλεση της εργασίας του, σε συνθήκες που τον καθιστούσαν πρακτικά εκτεθειμένο και ευάλωτο. Η πράξη δεν περιορίστηκε σε απλή περιουσιακή προσβολή, αλλά ενείχε άμεση απειλή κατά προσώπου και, αναπόφευκτα, πρόκληση φόβου πέραν της οικονομικής απώλειας. Επιβαρυντική είναι επίσης η ομαδική δράση, καθώς και το ότι τα αδικήματα δεν εμφανίζονται ως απομονωμένο περιστατικό, αλλά εντάσσονται σε σειρά συναφών πράξεων μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η μεταγενέστερη προσπάθεια αποσυναρμολόγησης των μοτοσικλετών καταδεικνύει περαιτέρω εκμετάλλευση των κλοπιμαίων και όχι απλή προσωρινή αφαίρεση. Από την άλλη, η αντικειμενική βαρύτητα μετριάζεται από την περιορισμένη αξία των αφαιρεθέντων, ήτοι €250, €300 και €1.000, από την απουσία σωματικής βλάβης, από το ότι δεν έγινε χρήση του μαχαιριού για πρόκληση τραύματος και από τον εντοπισμό των τριών μοτοσικλετών. Περαιτέρω, παρότι γίνεται αναφορά σε προσπάθεια αποσυναρμολόγησης, δεν υπάρχει συγκεκριμένη διαπιστωμένη ζημιά ούτε προκύπτει οριστική απώλεια των οχημάτων. Η πιο πάνω στάθμιση γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς προσδιορισμού της πραγματικής σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Ουδείς από τους πιο πάνω παράγοντες διαβάζεται αποσπασματικά ή απομονωμένα από τους υπόλοιπους, αλλά όλα τα στοιχεία συνεκτιμώνται ως ενιαίο αξιολογικό σύνολο.
Όσα στοιχεία έχουν ήδη αξιολογηθεί για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων δεν λαμβάνονται εκ νέου υπόψη ως χωριστοί επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί προσωπικοί παράγοντες.
Ως προς τον ρόλο του ίδιου του Κατηγορουμένου στην ομάδα, λαμβάνεται υπόψη ότι, ενώ ήταν 16 ετών και έδρασε με πρόσωπα ηλικιακά μεγαλύτερα, δεν προκύπτει να είχε ηγετική, οργανωτική ή καθοριστική συμμετοχή. Το στοιχείο αυτό δεν μειώνει την αντικειμενική σοβαρότητα των πράξεων, διαφοροποιεί όμως τον βαθμό της προσωπικής του εμπλοκής και συνεκτιμάται υπέρ του κατά την εξατομίκευση της ποινής.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος εξέφρασε την απολογία του. Περαιτέρω, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προηγούμενες καταδίκες του[7]. Το τελευταίο στοιχείο, ωστόσο, αποτιμάται με τη δέουσα προσοχή, καθότι συναρτάται αναπόφευκτα με το γεγονός ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος ήταν μόλις 16 ετών. Ως εκ τούτου, η απουσία προηγούμενων καταδικών δεν προσδίδει την ίδια ελαφρυντική βαρύτητα που θα μπορούσε να έχει στην περίπτωση ενήλικου προσώπου με μακρότερη ανεπίληπτη πορεία, χωρίς όμως και να παραγνωρίζεται.
Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και από όσα πρόσθετα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος σήμερα είναι περίπου 22 ετών, είναι Τουρκοκύπριος. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια, η οποία διαμένει στη Λεμεσό για πολλά χρόνια και συντηρείται οικονομικά από το κράτος. Οι γονείς του είναι εντελώς αναλφάβητοι και δεν εργάστηκαν οποτεδήποτε. Ο ίδιος φοίτησε στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, αλλά δεν συνέχισε τη φοίτησή του στο Λύκειο, λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Πριν από τη σύλληψη και κράτησή του στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης, εργάστηκε στον Δήμο Λεμεσού. Οι συνθήκες αυτές δεν αποτελούν δικαιολογία για την παραβατική συμπεριφορά και δεν μειώνουν την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, ιδίως της ένοπλης ληστείας. Έχουν, όμως, ουσιαστική σημασία στην παρούσα περίπτωση, διότι φωτίζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε ο Κατηγορούμενος και συνεκτιμώνται σε συνάρτηση με την ηλικία των 16 ετών κατά τον χρόνο τέλεσης, τον μη ηγετικό ρόλο του και τη δυνατότητα αναμόρφωσης. Η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να εξουδετερώσει την ανάγκη αποτροπής, μπορεί όμως να επηρεάσει την έκταση της ποινής, ώστε αυτή να παραμένει ανάλογη όχι μόνο προς τη σοβαρότητα των πράξεων, αλλά και προς το πρόσωπο του παραβάτη.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη η πάροδος σημαντικού χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων, τα οποία ανάγονται στον Φεβρουάριο του 2020. Η πάροδος αυτή συνεκτιμάται σε συνάρτηση με το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν τότε 16 ετών και σήμερα είναι ενήλικος, καθώς και με τις προσωπικές του συνθήκες. Πέραν της ενηλικίωσής του και της μεσολάβησης περιόδου εργασίας στον Δήμο Λεμεσού, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη ουσιώδης μεταβολή στην προσωπική του κατάσταση. Το γεγονός ότι σήμερα τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης δεν λαμβάνεται υπόψη ευθέως, είτε υπέρ είτε εναντίον του, αλλά μόνο καταγράφεται ως μέρος της παρούσας πραγματικής του κατάστασης.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[8]. Δεν πρόκειται για άμεση παραδοχή, αφού αυτή προέκυψε πριν από την έναρξη της ακρόασης και υπό το φως της εξέλιξης άλλης υπόθεσης του Κατηγορουμένου. Ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί στοιχείο που λειτουργεί υπέρ του, τόσο ως ένδειξη αποδοχής ευθύνης όσο και λόγω της εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου που επέφερε.
Οι προαναφερόμενοι παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό χαρακτήρα των πράξεων, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής.
Λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να τυγχάνει ευθείας αναδρομικής εφαρμογής, ότι μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης θεσπίστηκε ο περί Παιδιών σε Σύγκρουση με τον Νόμο, Νόμος 55(I)/2021. Ο Νόμος αυτός αποτυπώνει πλέον τη νομοθετική επιλογή για διαφοροποιημένη, φιλική προς το παιδί και κατ’ αρχήν αποκαταστατική μεταχείριση προσώπων που τελούν αδικήματα σε παιδική ηλικία. Η νομοθετική αυτή εξέλιξη δεν αναιρεί τη σοβαρότητα των παρόντων αδικημάτων ούτε οδηγεί σε παραγνώριση της ανάγκης αποτροπής. Ενισχύει, όμως, την ανάγκη η ποινή να αποτιμηθεί υπό το πρίσμα της ηλικίας των 16 ετών κατά τον χρόνο τέλεσης, της ευαλωτότητας που αυτή συνεπάγεται, της δυνατότητας αναμόρφωσης και της αρχής ότι η στέρηση της ελευθερίας παιδιού ή προσώπου που παρανόμησε ως παιδί πρέπει να αποτελεί μέτρο έσχατης καταφυγής. Συναφώς, ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, εάν η υπόθεση είχε εξεταστεί μετά τη θέσπιση του ν. 55(I)/2021 και ενόσω ο Κατηγορούμενος ενέπιπτε ηλικιακά στο σχετικό προστατευτικό πλαίσιο, θα μπορούσε να τύχει διαφορετικής θεσμικής μεταχείρισης. Το γεγονός ότι, λόγω της χρονικής πορείας της υπόθεσης, η ποινή επιβάλλεται σήμερα, όταν ο Κατηγορούμενος έχει πλέον ενηλικιωθεί, δεν δικαιολογεί την πλήρη αποσύνδεση της ποινικής του μεταχείρισης από την ιδιότητά του ως παιδιού κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων.
Το Δικαστήριο έχει εξετάσει κατά πόσο, υπό το φως της ηλικίας του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων, θα μπορούσε να αποφευχθεί η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής. Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί αποκομμένα από τη φύση των αδικημάτων. Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά μεμονωμένη ή χαμηλής απαξίας νεανική παραβατικότητα, αλλά περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένοπλη ληστεία, ομαδική δράση και περισσότερα αδικήματα κατά της περιουσίας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος ήταν 16 ετών, δεν προκύπτει να είχε ηγετικό ή καθοριστικό ρόλο, δεν αναφέρεται πρόκληση σωματικής βλάβης, οι μοτοσικλέτες εντοπίστηκαν και η τελική περιουσιακή ζημία εμφανίζεται περιορισμένη.
Υπό αυτά τα δεδομένα, η στερητική της ελευθερίας ποινή κρίνεται μεν αναγκαία, αλλά μόνο ως έσχατο μέτρο. Η διάρκειά της πρέπει, συνεπώς, να είναι η ελάχιστη που μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων και επαρκής για σκοπούς αποτροπής, αποδοκιμασίας και αναμόρφωσης, χωρίς να παραγνωρίζεται η παιδική ηλικία του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο τέλεσης.
Ως προς την έκταση της ποινής, η υπόθεση Ποράς ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 452 είναι χρήσιμη ως μέτρο σύγκρισης, καθώς δείχνει κυρίως ότι, ακόμη και σε ένοπλη ληστεία με ανάγκη άμεσης φυλάκισης, η νεαρή ηλικία, η προχειρότητα, η μη δράση ως «σκληρών εγκληματιών», η ανάκτηση της περιουσίας και οι προσωπικές περιστάσεις μπορούν να οδηγήσουν σε αισθητά χαμηλότερη ποινή. Στην Ποράς ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), οι δράστες ήταν 19 και 20 ετών, εισήλθαν μεταμφιεσμένοι σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία, πρόταξαν ομοιώματα πιστολιού/περιστρόφου και απέσπασαν £22.091, ποσό που ανακτήθηκε ολόκληρο. Πρωτοδίκως επιβλήθηκαν ποινές 4 ετών και 3½ ετών για την ένοπλη ληστεία, οι οποίες κατ’ έφεση μειώθηκαν σε 3 έτη και 2½ έτη αντίστοιχα. Στην παρούσα υπόθεση, η ληστεία αφορά αφαίρεση μοτοσικλέτας αξίας €1.000 από διανομέα φαγητού, με απειλή μαχαιριού, ενώ συντρέχουν και άλλες κλοπές μοτοποδηλάτων αξίας €250 και €300, με εντοπισμό των μοτοσικλετών. Ο Κατηγορούμενος ήταν, όμως, 16 ετών κατά τον χρόνο τέλεσης και δεν προκύπτει να είχε ηγετικό ή καθοριστικό ρόλο. Η παρούσα υπόθεση έχει επιβαρυντικά χαρακτηριστικά που δεν πρέπει να υποτιμηθούν, ότι υπήρξε πραγματικό μαχαίρι και όχι ομοίωμα όπλου, το θύμα ήταν διανομέας κατά την εργασία του, η δράση δεν περιορίστηκε σε μία πράξη αλλά περιλάμβανε περισσότερα αδικήματα σε σύντομο χρόνο, και υπήρξε προσπάθεια αποσυναρμολόγησης των μοτοσικλετών. Αυτά διαφοροποιούν την υπόθεση από την Ποράς ν. Αστυνομία (ανωτέρω), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και η εξέλιξη δεν έδειχναν δράση από σκληρούς εγκληματίες. Από την άλλη, η παρούσα υπόθεση έχει ισχυρά στοιχεία υπέρ χαμηλότερης έκτασης ποινής, καθώς η περιουσιακή αξία είναι σαφώς μικρότερη, δεν αναφέρεται σωματική βλάβη, οι μοτοσικλέτες εντοπίστηκαν, και κυρίως ο Κατηγορούμενος ήταν μόλις 16 ετών, δηλαδή αισθητά νεότερος από τους εφεσιβάλλοντες στην Ποράς ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, ιδίως υπό το σημερινό νομοθετικό πρίσμα για παιδιά σε σύγκρουση με τον νόμο. Συναφώς, η Ποράς ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) στηρίζει το συμπέρασμα ότι, για ένοπλη ληστεία νεαρών προσώπων με ελαφρυντικά στοιχεία, ποινή της τάξης των 3 ετών για τον κύριο δράστη και 2½ ετών για συμμετέχοντα με μικρότερο ρόλο κρίθηκε επαρκής. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, όπου ο Κατηγορούμενος ήταν ανήλικος 16 ετών και δεν προκύπτει ηγετικός ρόλος, η ποινή μπορεί να κινηθεί με αισθητή συγκράτηση, σε σχέση με τα συνήθη αυστηρά πλαίσια της ένοπλης ληστείας. Δεν σημαίνει αυτό αναγκαστικά ότι η ποινή πρέπει να είναι χαμηλότερη από την Ποράς ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), διότι εδώ υπήρχε πραγματικό μαχαίρι και πολλαπλότητα αδικημάτων, ενώ και από την εν λόγω υπόθεση παρήλθαν αρκετά χρόνια, με το στοιχείο της αποτροπής να καθίσταται ιδιαίτερα αναγκαίο, ιδίως σε περιπτώσεις τέτοιων δράσεων που στοχοποιούν ευάλωτους εργαζόμενους, που το Δικαστήριο παρατηρεί, με γνώμονα τις ενώπιον τους υποθέσεις, ότι παρουσιάζουν έξαρση.
Η Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά. (2000) 2 ΑΑΔ 304, είναι ένα πιο αυστηρό σημείο αναφοράς. Εκεί οι κατηγορούμενοι, ηλικίας περίπου 20 ετών, διέπραξαν ένοπλη ληστεία σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου. Είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους με στρατιωτικές κουκούλες, χρησιμοποίησαν κλοπιμαίο κυνηγετικό όπλο, ακινητοποίησαν πελάτες και προσωπικό, απέσπασαν £17.601, διέφυγαν με κλοπιμαίο αυτοκίνητο και στη συνέχεια άλλαξαν αυτοκίνητο για παραπλάνηση. Βρέθηκε μεγάλο μέρος του ποσού, δηλαδή £15.803. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή 2 ετών με αναστολή. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή ήταν καταφανώς ανεπαρκής, τόνισε ότι η εξατομίκευση δεν πρέπει να εξουδετερώνει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, και την αύξησε σε 4 έτη φυλάκισης για την ένοπλη ληστεία. Η Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά. (ανωτέρω) εμφανίζει σαφώς βαρύτερη εγκληματική εικόνα. Αφορούσε ληστεία τράπεζας, δηλαδή στόχο υψηλής επικινδυνότητας, με προσωπικό και πελάτες παρόντες. Χρησιμοποιήθηκε πραγματικό πυροβόλο όπλο, κλοπιμαίο κυνηγετικό, μαζί με φυσίγγια. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι υπό τέτοιες συνθήκες τα πράγματα μπορούσαν εύκολα να ξεφύγουν από τον έλεγχο, με ενδεχόμενο σοβαρότερης επιπλοκής. Υπήρχε καλύτερη προπαρασκευή, κουκούλες, κλοπιμαίο αυτοκίνητο, αλλαγή αυτοκινήτου, κατοχή όπλου και εκρηκτικών/φυσιγγίων. Οι κατηγορούμενοι, επίσης, είχαν προηγούμενες καταδίκες και μάλιστα για παρόμοια αδικήματα. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι είχαν ήδη ευκαιρίες συμμόρφωσης και συνέχισαν απτόητοι την εγκληματική δραστηριότητα. Στην παρούσα υπόθεση, αντίθετα, η ληστεία αφορά μοτοσικλέτα αξίας €1.000, όχι τραπεζικό κατάστημα ή μεγάλο χρηματικό ποσό. Δεν προκύπτει σωματική βλάβη, οι μοτοσικλέτες εντοπίστηκαν, και δεν προσφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος ήταν 16 ετών. Υπάρχουν όμως και σημεία που δεν επιτρέπουν υπερβολική υποτίμηση της παρούσας υπόθεσης. Και εδώ υπάρχει ένοπλη ληστεία, με πραγματικό επιθετικό όργανο, δηλαδή μαχαίρι. Υπάρχει επίσης ομαδική δράση, περισσότερα αδικήματα σε σύντομο χρονικό διάστημα και προσπάθεια αποσυναρμολόγησης των μοτοσικλετών. Αυτά απομακρύνουν την υπόθεση από μια απλή νεανική απερισκεψία ή μεμονωμένη κλοπή. Επομένως, η Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά. (ανωτέρω) στηρίζει την ανάγκη για άμεση στερητική της ελευθερίας ποινή και αποτρεπτικό χαρακτήρα. Δεν στηρίζει, όμως, εξίσωση της παρούσας με τραπεζική ληστεία με πυροβόλο όπλο, προπαρασκευή, διαφυγή και προηγούμενο ποινικό ιστορικό.
Η πιο πρόσφατη Cotorceanu και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 84/2020 και 87/2020, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Εκεί οι εφεσιβάλλοντες, μαζί με τρίτο πρόσωπο, ανέκοψαν το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, του επιτέθηκαν, τον κτύπησαν σε διάφορα μέρη του σώματος, του αφαίρεσαν προσωπικά αντικείμενα και προκάλεσαν ζημιά στο αυτοκίνητό του. Φορούσαν κουκούλες, ένας και γυαλιά ηλίου, και χρησιμοποιήθηκε σιδερολοστός. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε τις περιστάσεις ως «άκρως επιβαρυντικές» και τόνισε ότι δεν επρόκειτο για στιγμιαία παράνομη συμπεριφορά αλλά για προσχεδιασμένη και οργανωμένη δράση με χρήση ωμής βίας. Παρά ταύτα, στον 1ο εφεσιβάλλοντα, ο οποίος ήταν 21 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, επιβλήθηκε και επικυρώθηκε ποινή 17 μηνών για τη ληστεία. Αντίθετα, στον 2ο εφεσιβάλλοντα, λόγω προηγούμενων καταδικών και άλλων σοβαρών υποθέσεων που λήφθηκαν υπόψη, επιβλήθηκε και επικυρώθηκε ποινή 4 ετών. Η εν λόγω υπόθεση δείχνει ότι, για την ίδια εγκληματική συμπεριφορά, το εύρος μπορεί να μεταβληθεί δραστικά ανάλογα με τα προσωπικά δεδομένα και ιδίως το ποινικό μητρώο. Η παρούσα υπόθεση έχει ορισμένα σοβαρά στοιχεία, με δεδομένο ότι αφορά ένοπλη ληστεία με απειλή μαχαιριού, ομαδική δράση, περισσότερες κλοπές σε σύντομο χρονικό διάστημα και προσπάθεια αποσυναρμολόγησης μοτοσικλετών. Δεν μπορεί, λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, να αντιμετωπιστεί ως απλή κλοπή ή ως επιπόλαιη νεανική συμπεριφορά. Ωστόσο, σε σύγκριση με την Cotorceanu και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), η παρούσα είναι ηπιότερη σε κρίσιμα σημεία, αφού δεν αναφέρεται σωματική βλάβη, δεν υπήρξε καταδίωξη/ακινητοποίηση οχήματος του θύματος, δεν αναφέρεται χρήση ωμής σωματικής βίας, η περιουσιακή αξία ήταν περιορισμένη και οι μοτοσικλέτες εντοπίστηκαν. Κυρίως, ο Κατηγορούμενος ήταν 16 ετών, όχι 21, δεν προσφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, και δεν προκύπτει ηγετικός ή καθοριστικός ρόλος. Από την άλλη, υπάρχει ένα στοιχείο που διαφοροποιεί την παρούσα επιβαρυντικά έναντι του 1ου εφεσιβάλλοντος στην Cotorceanu και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), καθώς στην παρούσα υπόθεση η κατηγορία είναι ένοπλη ληστεία με μαχαίρι, ενώ εκεί χρησιμοποιήθηκε σιδερολοστός στο πλαίσιο βίαιης ληστείας. Άρα, ο λόγος είναι για διαφορετική νομοθετική βάση της ποινής, στο πλαίσιο της ίδιας διάταξης του άρθρου 283 ΠΚ.
Με βάση τα πιο πάνω, για την κύρια κατηγορία, της ένοπλης ληστείας, ένα εύλογο νομολογιακό πλαίσιο για την παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να τεθεί με κατώτατο όριο τους 18 μήνες και ανώτατο όριο τους 30 μήνες φυλάκισης. Συνεπώς, το Δικαστήριο κινείται με βάση την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή της δια βίου φυλάκισης για τη 2η Κατηγορία (για σκοπούς επιμέτρησης 20 έτη /240 μήνες) την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων στο χαμηλότερο επίπεδο, τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τη στάθμιση που προκύπτει από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο.
Ποινή θα επιβληθεί μόνο στη 2η Κατηγορία, της ένοπλης ληστείας. Οι λοιπές κατηγορίες δεν παραγνωρίζονται. Λαμβάνονται υπόψη στον βαθμό που αποτυπώνουν την ολότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς, τη χρονική εγγύτητα των πράξεων, την ομαδική δράση και την ύπαρξη περισσότερων συναφών αδικημάτων κατά της περιουσίας. Εντούτοις, η 2η Κατηγορία αποτελεί τη σοβαρότερη κατηγορία και συγκεντρώνει την κύρια ποινική απαξία. Η επιβολή χωριστών ποινών στις λοιπές κατηγορίες θα οδηγούσε, υπό τις περιστάσεις, σε αχρείαστη και δυσανάλογη σωρευτική αποτίμηση συναφούς εγκληματικής συμπεριφοράς.
Συναφώς, η ποινή που θα επιβληθεί στη 2η Κατηγορία πρέπει να αντανακλά όχι μόνο την ίδια την ένοπλη ληστεία, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, και έχοντας υπόψη ότι η στερητική της ελευθερίας ποινή επιβάλλεται εδώ ως έσχατο αλλά αναγκαίο μέτρο, αρμόζουσα και αναλογική ποινή είναι ποινή φυλάκισης των 24 μηνών.
Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 24 μηνών.
Ενόψει της επιβολής ποινής στη 2η Κατηγορία, καμία περαιτέρω ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη στη 2η Κατηγορία.
Έγινε εισήγηση να ανασταλεί η εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[9]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[10]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[11].
Στην παρούσα περίπτωση, η ποινή που επιβλήθηκε δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και, συνεπώς, υπάρχει δικαιοδοσία εξέτασης του ενδεχομένου αναστολής της εκτέλεσής της. Το ζήτημα, όμως, δεν εξαντλείται στη δυνατότητα αναστολής. Απαιτείται να εξεταστεί κατά πόσο, υπό το σύνολο των περιστάσεων, η αναστολή θα ήταν συμβατή με τη σοβαρότητα της υπόθεσης και τους σκοπούς της ποινής. Το Δικαστήριο έχει επανεξετάσει προς τον σκοπό αυτό τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου. Υπέρ του συνηγορούν, ασφαλώς, η ηλικία των 16 ετών κατά τον χρόνο τέλεσης, η απουσία προηγούμενων καταδικών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η παραδοχή, η απολογία του, το ότι δεν προκύπτει ηγετικός ή καθοριστικός ρόλος του, η απουσία σωματικής βλάβης, ο εντοπισμός των μοτοσικλετών και οι προσωπικές του συνθήκες. Τα στοιχεία αυτά έχουν ήδη ληφθεί σοβαρά υπόψη τόσο στην επιλογή όσο και, κυρίως, στην έκταση της ποινής που επιβλήθηκε. Δεν μπορούν, όμως, να απομονωθούν από τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Η παρούσα δεν αφορά ένα απλό ή μεμονωμένο αδίκημα κατά της περιουσίας. Αφορά ένοπλη ληστεία, τελεσθείσα ομαδικά, σε βάρος εργαζόμενου διανομέα κατά την εκτέλεση της εργασίας του, μέσα σε ευρύτερο πλαίσιο συναφών αδικημάτων κατά της περιουσίας. Η ανάγκη αποδοκιμασίας και αποτροπής παραμένει έντονη. Η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, υπό αυτές τις συνθήκες, θα αποδυνάμωνε το μήνυμα που οφείλει να εκπέμψει η ποινή για τέτοιου είδους συμπεριφορές. Έχοντας συνεκτιμήσει εκ νέου όλους τους σχετικούς παράγοντες, η κατάληξη είναι ότι η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής δεν θα αντανακλούσε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα της ένοπλης ληστείας και της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες δικαιολόγησαν ουσιαστική μείωση της έκτασης της ποινής, όχι όμως και την αναστολή της εκτέλεσής της. Συνεπώς, η εισήγηση για αναστολή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ποινή φυλάκισης των 24 μηνών στη 2η Κατηγορία είναι άμεσα εκτελεστή.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: ενόψει της αναζήτησης προσώπου, εκ των εμπλεκόμενων, τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.
[7] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304, Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.
[8] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[9] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[10] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο