ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. M. A. A., Υπόθεση αρ. 6865 / 2026, 9/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. M. A. A., Υπόθεση αρ. 6865 / 2026, 9/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 6865 / 2026

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

 

ν.

 

 

 

 

M. A. A.

___________________

 

Ημερομηνία: 9 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Χρ. Χατζηλοΐζου, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, σε δύο κατηγορίες, ότι, μεταξύ 30.12.2025 και 1.6.2026, ενώ ασκούσε κοινή κηδεμονία του ανηλίκου Τ.Α.Α., γεννηθέντος σε αναφερόμενη ημερομηνία το 2009, και της ανήλικης Σ.Α.Α., γεννηθείσας σε αναφερόμενη ημερομηνία το 2017, με την εν διαστάσει σύζυγό του, μετέφερε τους ανήλικους εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, με τη συναίνεσή της για την περίοδο 21.12.2025 – 29.12.2025, και μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής, εξακολουθούσε να τους κατακρατεί παράνομα εκτός των ορίων της Δημοκρατίας μέχρι την 1.6.2026, χωρίς τη συναίνεσή της (1η Κατηγορία, 2η Κατηγορία, παράνομη κατακράτηση ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, άρθρο 248Α ΠΚ).

 

Η Υπεράσπιση ζήτησε χρόνο για να απαντήσει στις κατηγορίες και η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 23.6.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α). Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, εκτέθηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, στο πλαίσιο της οποίας η πλευρά της Υπεράσπισης κατέθεσε τα Τεκμήρια Β και Γ, ως στοιχεία που δείχνουν, κατά τη θέση της, τους δεσμούς του Κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία.

 

Πριν από την εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος, προκύπτει ένα δικαιοδοτικό ζήτημα, το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως. Ειδικότερα, πρόκειται για τη δικαιοδοτική βάση επί της οποίας η παρούσα υπόθεση έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως υπόθεση συνοπτικής εκδίκασης. Οι δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στηρίζονται στο άρθρο 248Α ΠΚ. Το εν λόγω αδίκημα χαρακτηρίζεται, από τον ίδιο τον νόμο, ως κακούργημα και, σε περίπτωση καταδίκης, επισύρει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα επτά έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 24 § 1 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, η συνήθης συνοπτική ποινική δικαιοδοσία περιορίζεται, μεταξύ άλλων, σε αδικήματα που τιμωρούνται με φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη. Το αδίκημα του άρθρου 248Α ΠΚ, λόγω της προβλεπόμενης ανώτατης ποινής φυλάκισης των επτά ετών, δεν εμπίπτει στην αυτόματη δικαιοδοσία του άρθρου 24 § 1. Το άρθρο 24 § 2 του ίδιου Νόμου προβλέπει ειδική δυνατότητα συνοπτικής εκδίκασης και άλλων αδικημάτων, πλην όμως η δυνατότητα αυτή τελεί υπό την ουσιώδη προϋπόθεση της ύπαρξης της συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η συγκατάθεση αυτή συνιστά το δικαιοδοτικό έρεισμα που επιτρέπει στο Επαρχιακό Δικαστήριο να επιληφθεί συνοπτικά αδικήματος, το οποίο, άλλως, δεν εμπίπτει στη συνοπτική του αρμοδιότητα.

 

Στην παρούσα υπόθεση, το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε και εγκρίθηκε χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλιστεί η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 24 § 2 του Ν.14/60. Μέχρι σήμερα, δεν έχει προσκομιστεί η συγκεκριμένη συγκατάθεση. Το Δικαστήριο δεν κρίνει ότι η καταχώριση του κατηγορητηρίου, λόγω της απουσίας συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα κατά τον χρόνο της καταχώρισής του, είναι κατ’ ανάγκη ανυπόστατη ή αυτοδικαίως άκυρη. Η θέση αυτή ενισχύεται και από το άρθρο 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, το οποίο προβλέπει ότι, όταν προσάπτεται κατηγορία για ποινικό αδίκημα που δεν δικάζεται συνοπτικά, ή για το οποίο ο Γενικός Εισαγγελέας είναι της γνώμης ότι δεν είναι κατάλληλο να δικαστεί συνοπτικά, ο Δικαστής παραπέμπει τον κατηγορούμενο σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου. Η απουσία της συγκατάθεσης επηρεάζει, όμως, τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης ως υπόθεσης συνοπτικής εκδίκασης.

 

Εφόσον, στην απουσία συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει συνοπτικά την κατηγορία, δεν μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση του αιτήματος κράτησης ως αιτήματος για κράτηση μέχρι τη συνοπτική δίκη ενώπιον του. Η Κατηγορούσα Αρχή δύναται είτε να προβεί στις δέουσες ενέργειες για εξασφάλιση της απαιτούμενης συγκατάθεσης, εφόσον κρίνεται ότι η υπόθεση πρέπει να εκδικαστεί συνοπτικά, είτε να ακολουθήσει τη διαδικασία παραπομπής στο Κακουργιοδικείο σύμφωνα με το Κεφ.155.

 

Συνακόλουθα, η ημερομηνία 23.6.2026 ακυρώνεται ως ημερομηνία Απάντησης.

 

Η υπόθεση παραμένει την 23.6.2026 ώρα 9:00, για οδηγίες/διευκρίνιση της δικαιοδοτικής βάσης και για να τοποθετηθεί η Κατηγορούσα Αρχή κατά πόσο προσκομίζει τη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα ή κατά πόσο θα ζητηθεί η παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον Κακουργιοδικείου.

 

Το Δικαστήριο δεν στερείται εξουσίας να ρυθμίσει προσωρινά το ζήτημα της παρουσίας του Κατηγορουμένου μέχρι την προαναφερόμενη ημερομηνία, δηλαδή μέχρι την 23.6.2026. Η απουσία συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα μπορεί να μην επιτρέπει στο Δικαστήριο, στο παρόν στάδιο, να θεωρήσει ότι η υπόθεση βρίσκεται νόμιμα ενώπιόν του ως υπόθεση συνοπτικής εκδίκασης, ωστόσο δεν αποκλείει την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διαχειριστεί την παρουσία του Κατηγορουμένου ενόψει της διευκρίνισης της περαιτέρω πορείας της διαδικασίας. Συναφώς, το άρθρο 92 του Κεφ.155 προβλέπει ότι, όταν προσάπτεται κατηγορία για αδίκημα που δεν δικάζεται συνοπτικά, ο Δικαστής παραπέμπει τον κατηγορούμενο σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου και είτε τον απολύει με εγγύηση ή υπό τέτοιους όρους που θεωρεί εύλογους είτε τον φυλακίζει για ασφαλή κράτηση. Η πρόνοια αυτή καταδεικνύει ότι η παρουσία κατηγορίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου για αδίκημα το οποίο δεν μπορεί, στην παρούσα μορφή της διαδικασίας, να εκδικαστεί συνοπτικά, δεν αφήνει το Δικαστήριο χωρίς εξουσία να ρυθμίσει το ζήτημα της παρουσίας ή της ασφαλούς κράτησης του κατηγορουμένου. Ενόσω η υπόθεση βρίσκεται ενώπιόν του για σκοπούς καθορισμού της ορθής διαδικαστικής πορείας, είτε προς συνοπτική εκδίκαση κατόπιν συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα είτε προς παραπομπή στο Κακουργιοδικείο, το Δικαστήριο δύναται να λάβει προσωρινά μέτρα που είναι αναγκαία και αναλογικά για τη διασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου μέχρι την επόμενη δικάσιμο. Η εξουσία αυτή δεν ασκείται ως εξουσία κράτησης μέχρι συνοπτική δίκη, αφού τέτοια δικαιοδοτική βάση δεν έχει ακόμη θεμελιωθεί. Ασκείται ως παρεπόμενη εξουσία του Δικαστηρίου να διαχειριστεί προσωρινά την παρουσία του κατηγορουμένου ενώπιον του, ενόψει της διευκρίνισης κατά πόσο η υπόθεση θα προχωρήσει συνοπτικά ή θα παραπεμφθεί ενώπιον Κακουργιοδικείου.

 

Στη βάση του υλικού που ήδη τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και των εκατέρωθεν αγορεύσεων, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο απαιτείται η κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την 23.6.2026 ή κατά πόσο η παρουσία του μπορεί να εξασφαλιστεί με όρους.

 

Αναμφίβολα, η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα και η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.  Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2].

 

Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].

 

Σύμφωνα με την όψη της μαρτυρίας, η παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος τέλεσαν γάμο το 2009 και απέκτησαν δύο ανήλικα τέκνα, ηλικίας σήμερα 16 και 7 ετών, αντίστοιχα, τα οποία φοιτούν σε σχολεία στη Δημοκρατία. Περίπου δύο χρόνια πριν από τα υπό εξέταση γεγονότα επήλθε διάσταση στη σχέση τους, η οποία, κατά τη μαρτυρία, συνδεόταν με προβλήματα που αφορούσαν βία στην οικογένεια. Μετά τη διάσταση, ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από την οικογενειακή οικία, στην οποία παρέμειναν αρχικά η παραπονούμενη και τα παιδιά, ενώ αργότερα μετακόμισαν σε άλλη κατοικία. Παρά τη διάσταση, ο Κατηγορούμενος διατηρούσε επικοινωνία με τα παιδιά. Με τη συγκατάθεση της παραπονούμενης, τα παιδιά διέμεναν μαζί του κατά τα σαββατοκύριακα. Ο ίδιος, κατά τη μαρτυρία, είχε προχωρήσει τη ζωή του και είχε συνάψει νέα σχέση, ενώ εκκρεμούσαν διαδικασίες για τη λύση του γάμου και τη ρύθμιση των σχέσεων των γονέων με τα παιδιά. Στις 19.2.2026 αναμενόταν η έκδοση διατάγματος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο τα παιδιά θα συνέχιζαν να διαμένουν με τη μητέρα τους και ο Κατηγορούμενος θα τα παραλάμβανε σε συγκεκριμένες ημέρες, όπως φέρεται να ήταν η μέχρι τότε συμφωνία. Στις 28.11.2025 η παραπονούμενη υπέγραψε ένορκη δήλωση, με την οποία επέτρεψε στον Κατηγορούμενο να ταξιδέψει με τα παιδιά στη Σαουδική Αραβία για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Η συγκατάθεση κάλυπτε την περίοδο από 21.12.2025 μέχρι 29.12.2025, για ταξίδι από την Κύπρο προς τη Σαουδική Αραβία, με ενδιάμεσο σταθμό την Ιορδανία. Κατά την παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος είχε καλή σχέση με τα παιδιά και δεν υπήρχαν, κατά τον χρόνο εκείνο, αμφιβολίες που να απέτρεπαν την παροχή της συγκατάθεσης. Στις 29.12.2025, ημερομηνία κατά την οποία τα παιδιά έπρεπε να επιστρέψουν στην Κύπρο, η παραπονούμενη προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς τόσο με τον Κατηγορούμενο όσο και με το μεγαλύτερο παιδί, πλην όμως δεν υπήρχε σήμα και δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός τους. Είχε τα στοιχεία της πτήσης επιστροφής και ανέμενε ότι θα επικοινωνούσαν μαζί της οι ίδιοι. Την επόμενη ημέρα, περί το μεσημέρι, ενώ τα παιδιά δεν είχαν ακόμη επιστρέψει, η παραπονούμενη επικοινώνησε με τη μητέρα της στη Γερμανία, η οποία την ενημέρωσε ότι σε ανάρτηση τύπου «story» στην εφαρμογή WhatsApp, από τον λογαριασμό του αδελφού του Κατηγορουμένου, ο οποίος διαμένει μόνιμα στη Συρία, φαινόταν η κόρη της. Λίγες ώρες αργότερα, το μεγαλύτερο παιδί απέστειλε μήνυμα στη μητέρα του, αναφέροντας ότι, αντί να επιστρέψουν στην Κύπρο, είχαν μεταβεί στη Συρία. Η παραπονούμενη απέστειλε μήνυμα στον Κατηγορούμενο, επισημαίνοντάς του ότι όφειλε να την ενημερώσει πως θα μετέβαιναν και στη Συρία. Εκείνος απάντησε με τη λέξη “ok”. Οι σχετικές επικοινωνίες, κατά τη μαρτυρία, έγιναν μέσω γραπτών μηνυμάτων στην προαναφερόμενη εφαρμογή. Όταν η παραπονούμενη ρώτησε το μεγαλύτερο παιδί πότε θα επέστρεφαν στην Κύπρο, εκείνο, αφού ρώτησε τον πατέρα του, της απάντησε ότι θα επέστρεφαν σε 5-6 ημέρες. Κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της, η παραπονούμενη ανέμενε για λίγες ημέρες. Στις 5.1.2026, περί τις 17:00, ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην παραπονούμενη. Επειδή εκείνη βρισκόταν στην εργασία της, δεν μπόρεσε να απαντήσει και τον κάλεσε πίσω μετά από λίγα λεπτά. Κατά τη μαρτυρία της, ο Κατηγορούμενος άρχισε να της φωνάζει, χρησιμοποιώντας υβριστικές εκφράσεις, και της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι πήρε τα παιδιά μακριά της για να τα προστατεύσει από εκείνην και ότι δεν θα τα ξαναδεί. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο της μίλησε με αυτόν τον τρόπο. Τερμάτισε την κλήση και επικοινώνησε αμέσως με τον δικηγόρο της, ο οποίος τη συμβούλευσε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Κατά την παραπονούμενη, όσα της ανέφερε ο Κατηγορούμενος τηλεφωνικώς, τα ανέφερε επίσης στη μητέρα της, στην αδελφή της και στον πατέρα της. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας της με τον Κατηγορούμενο, ακουγόταν στο βάθος της γραμμής το μεγαλύτερο παιδί, το οποίο έλεγε ότι δεν ήθελε να παραμείνουν στη Συρία. Όπως της μετέφερε στη συνέχεια ο υιός της μέσω μηνυμάτων, ο Κατηγορούμενος θύμωσε μαζί του και του έλεγε ότι θα παρέμεναν εκεί, ότι θα του αγόραζε αυτοκίνητο, θα τον πάντρευε και θα του άνοιγε κατάστημα για να εργάζεται. Η δε θυγατέρα της παραπονούμενης ανέφερε, επίσης μέσω μηνυμάτων, ότι δεχόταν βίαιη συμπεριφορά από ξαδέλφια της, ηλικίας άνω των 20 ετών. Η παραπονούμενη δεν επικοινώνησε ξανά με τον Κατηγορούμενο. Κατά τη θέση της, ήταν πλέον σαφές ότι δεν θα επέστρεφε στην Κύπρο με τα παιδιά, ενώ τα σχολεία τους επαναλειτουργούσαν. Στις 4.1.2026, ο ιδιοκτήτης της κατοικίας στην οποία διέμενε ο Κατηγορούμενος στην Κύπρο ενημέρωσε την παραπονούμενη ότι, έχοντας μιλήσει μαζί του, του είχε αναφέρει πως θα επέστρεφε σε 10 ημέρες, ενώ κάποια πρόσωπα φρόντιζαν την κατοικία και τα αυτοκίνητά του στην Κύπρο. Η παραπονούμενη ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος έχει δική του εργασία στην Κύπρο ως ελαιοχρωματιστής και αναλαμβάνει εργασίες με φίλους του. Η τελευταία επικοινωνία της παραπονούμενης με τα παιδιά πριν από την καταγγελία της στην Αστυνομία ήταν μέσω μηνυμάτων. Ο υιός της τής είχε αποστείλει και την τοποθεσία τους στο Χαλέπι, όπου βρίσκονταν. Η παραπονούμενη παρέδωσε στην Αστυνομία σχετικά μηνύματα. Στις 6.1.2026, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, ο Α/Αστ. 2851 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο. Κατά τη σχετική καταχώριση στο ημερολόγιο ενεργειών, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι θα επέστρεφε ο ίδιος στην Κύπρο, αλλά χωρίς τα παιδιά, τα οποία θα άφηνε στη Συρία, και ακολούθως τερμάτισε την κλήση. Στις 9.2.2026, η Αστ. 616 συνομίλησε με τον ιδιοκτήτη της κατοικίας στην οποία διέμενε ο Κατηγορούμενος. Ο ιδιοκτήτης την ενημέρωσε ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ενοικίαζε την κατοικία για περίπου 15 χρόνια, τον είχε αρχικά ενημερώσει, τον Ιανουάριο του 2026, ότι θα αποχωρούσε από την κατοικία, ότι επιθυμούσε τον τερματισμό του ενοικιαστηρίου συμβολαίου και ότι θα βρισκόταν με τα παιδιά του στη Συρία. Του είχε επίσης αναφέρει ότι, περί τα τέλη Ιανουαρίου 2026, θα επέστρεφε για να παραλάβει τα πράγματά του και να παραδώσει τα κλειδιά. Στη συνέχεια, του απέστειλε φωτογραφία στην οποία φαινόταν το πόδι του σπασμένο και του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Κύπρο, καθώς και ότι θα μετέβαιναν συγγενικά του πρόσωπα για τη μετακόμιση, πλην όμως καθυστερούσαν. Κατά την τελευταία επικοινωνία τους, ο Κατηγορούμενος φέρεται να ανέφερε ότι το ζήτημα θα διευθετείτο μέχρι τις 11.2.2026. Για τη συνομιλία έγινε σχετική καταχώριση στο ημερολόγιο ενεργειών. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας την 1.6.2026, κατά τον διαβατηριακό έλεγχο στον τομέα αφίξεων, όπου είχε φθάσει με τα δύο ανήλικα παιδιά. Την 2.6.2026, ο Αστ. 1647 τον ανέκρινε προφορικά. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ταξίδεψε με τα παιδιά βάσει της εξουσιοδότησης της παραπονούμενης, η οποία ίσχυε μέχρι τις 29.12.2025, πλην όμως στις 27.12.2025 αποφάσισε να μεταβεί στη Συρία μέσω Λιβάνου, με σκοπό να δουν τα παιδιά το σπίτι του. Δεν είχε ενημερώσει την παραπονούμενη, επειδή, κατά την εκδοχή του, εκείνη θα αρνείτο και θα δημιουργείτο μεταξύ τους ένταση. Ως προς τη μη επιστροφή του στην Κύπρο, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι, ενώ βρισκόταν στη Συρία, μετά από καβγά με τον ξάδελφό του, έσπασε το πόδι του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να περπατήσει για δύο μήνες και, συνεπώς, να μην μπορεί να επιστρέψει. Όταν παρήλθαν οι δύο μήνες και μπορούσε πλέον να περπατήσει, ισχυρίστηκε ότι, λόγω του πολέμου, δεν μπορούσε να επιστρέψει επειδή τα αεροδρόμια ήταν κλειστά. Όταν άνοιξαν τα αεροδρόμια, έκλεισε εισιτήρια επιστροφής, αφού ενημέρωσε την παραπονούμενη. Ανέφερε, ακόμη, ότι κατά την παραμονή του στη Συρία είχε επικοινωνία με την παραπονούμενη, χωρίς όμως να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, και ότι τα παιδιά επικοινωνούσαν καθημερινά μαζί της. Την ίδια ημέρα, σε ανακριτική κατάθεση, ο Κατηγορούμενος απάντησε στις ερωτήσεις ότι όσα είχε να πει θα τα ανέφερε στο Δικαστήριο. Στο τέλος της κατάθεσής του επανέλαβε, κατ’ ουσίαν, όσα είχε αναφέρει και στην προφορική του ανάκριση ως προς τον λόγο της μη επιστροφής του. Στις 3.6.2026, η Αστ. 616 επικοινώνησε εκ νέου με τον ιδιοκτήτη της κατοικίας. Εκείνος ανέφερε ότι τελικά ο Κατηγορούμενος είχε τερματίσει το ενοικιαστήριο έγγραφο, συγγενικά του πρόσωπα μάζεψαν τα πράγματά του και τα απέστειλαν στη Συρία. Ανέφερε, επίσης, ότι είχε πρόσφατη επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο, κατά την οποία εκείνος τον ενημέρωσε ότι θα επέστρεφε στην Κύπρο μόνο με τον υιό του.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 248Α ΠΚ, το οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με τον τροποποιητικό Ν.112(Ι)/2015, πρόσωπο το οποίο, ενώ ασκεί κοινή κηδεμονία ανηλίκου με άλλο ή άλλα πρόσωπα, μεταφέρει ανήλικο πρόσωπο εκτός των ορίων της Δημοκρατίας με τη συναίνεση του άλλου ή των άλλων νόμιμων κηδεμόνων για συγκεκριμένη περίοδο και, μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής, εξακολουθεί να το κατακρατεί εκτός των ορίων της Δημοκρατίας χωρίς τη συναίνεσή τους, θεωρείται ότι κατακρατεί παράνομα το ανήλικο πρόσωπο εκτός της Δημοκρατίας. Το πρόσωπο που κατακρατεί παράνομα ανήλικο πρόσωπο εκτός των ορίων της Δημοκρατίας είναι ένοχο κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα επτά έτη.

 

Η πρόνοια αυτή απαντά ευθέως στον ισχυρισμό της Υπεράσπισης ότι η υπόθεση αφορά κατ’ ουσίαν ιδιωτική ή οικογενειακή διαφορά. Ο νομοθέτης επέλεξε ρητά να ποινικοποιήσει συγκεκριμένη συμπεριφορά, η οποία μπορεί μεν να ανακύπτει μέσα σε οικογενειακό ή γονικό πλαίσιο, πλην όμως υπερβαίνει τα όρια μιας απλής διαφοράς επιμέλειας, επικοινωνίας ή γονικής μέριμνας. Το γεγονός ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα είναι γονείς και ότι εκκρεμούν ή ενδέχεται να εκκρεμούν διαδικασίες ενώπιον Οικογενειακού Δικαστηρίου δεν αφαιρεί τον ποινικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς, εφόσον πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 248Α ΠΚ.

 

Εν προκειμένω, η συγκατάθεση που φέρεται να δόθηκε από την παραπονούμενη ήταν, στην όψη της μαρτυρίας, χρονικά και τοπικά προσδιορισμένη, αφορούσε ταξίδι με τα παιδιά για συγκεκριμένη περίοδο, από 21.12.2025 μέχρι 29.12.2025, και για συγκεκριμένο προορισμό. Η κατηγορία δεν αφορά απλώς το ότι ο Κατηγορούμενος ταξίδεψε με τα παιδιά, ούτε το ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των γονέων ως προς την επιμέλεια ή την επικοινωνία. Αφορά τη φερόμενη εξακολούθηση της κατακράτησης των παιδιών εκτός των ορίων της Δημοκρατίας μετά τη λήξη της περιόδου για την οποία είχε δοθεί συναίνεση και χωρίς τη συνέχιση της συγκατάθεσης της άλλης κηδεμόνος. Υπό αυτήν την έννοια, η ύπαρξη οικογενειακού υπόβαθρου δεν μετατρέπει την υπόθεση σε αμιγώς ιδιωτική διαφορά. Αντίθετα, το άρθρο 248Α ΠΚ προϋποθέτει, από τη φύση του, τέτοιο οικογενειακό ή κηδεμονικό υπόβαθρο, κοινή κηδεμονία, συναίνεση άλλου κηδεμόνα για συγκεκριμένη περίοδο και μεταγενέστερη κατακράτηση χωρίς συναίνεση. Τα γεγονότα που προκύπτουν από την όψη της μαρτυρίας ανάγονται, εκ πρώτης όψεως, στα στοιχεία του άρθρου 248Α ΠΚ, υπήρχε κοινή κηδεμονία, υπήρξε συγκατάθεση για μεταφορά των παιδιών εκτός Δημοκρατίας για συγκεκριμένη περίοδο, η περίοδος αυτή φέρεται να έληξε στις 29.12.2025, και προβάλλεται ότι τα παιδιά παρέμειναν εκτός Δημοκρατίας μέχρι την 1.6.2026 χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης.

 

Η προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή για το αδίκημα του άρθρου 248Α ΠΚ αντανακλά τη σοβαρότητα με την οποία ο νομοθέτης αντιμετωπίζει την παράνομη κατακράτηση ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας. Η ανώτατη ποινή φυλάκισης μέχρι τα επτά έτη δεν οδηγεί, βεβαίως, αυτομάτως σε κράτηση στο παρόν στάδιο, ούτε προδικάζει την ποινή που θα επιβαλλόταν σε περίπτωση καταδίκης. Αποτελεί, όμως, παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση του κινήτρου φυγοδικίας, αφού, σε περίπτωση καταδίκης, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής.

 

Το μαρτυρικό υλικό δεν αξιολογείται, στο παρόν στάδιο, με σκοπό την τελική κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή την επίλυση ζητημάτων που ανήκουν στην ουσία της δίκης. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι πλήρως διαμορφωμένο ή απαλλαγμένο από ζητήματα που ενδέχεται να εξεταστούν ουσιαστικά σε μεταγενέστερο στάδιο. Για τους περιορισμένους, όμως, σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και στην όψη του μόνο, παρέχει επαρκές υπόβαθρο για πιθανολόγηση καταδίκης. Η πιθανολόγηση αυτή δεν στηρίζεται σε μεμονωμένο στοιχείο. Ερείδεται στη συνολική εικόνα που αναδύεται από τη μαρτυρία, ιδίως δε από τις αναφορές τριών προσώπων ότι ο Κατηγορούμενος είχε εκφράσει πρόθεση να παραμείνει στη Συρία με τα παιδιά και να μην επιστρέψει στην Κύπρο. Οι αναφορές αυτές, εφόσον ιδωθούν μαζί με τη χρονική διάρκεια της παραμονής των παιδιών εκτός Δημοκρατίας μετά τη λήξη της συγκατάθεσης της παραπονούμενης, προσδίδουν ουσιαστικό υπόβαθρο στην κατηγορία. Η μεταγενέστερη επιστροφή του Κατηγορουμένου στη Δημοκρατία λαμβάνεται υπόψη, δεν εξαλείφει όμως, στο παρόν στάδιο, τη σημασία των προηγούμενων αυτών αναφορών. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας, της βαρύτητας και της τελικής αποδεικτικής αξίας τους ανήκει στη δίκη και όχι στην παρούσα διαδικασία.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός, καταγόμενος από τη Συρία, χώρα με την οποία διατηρεί πραγματικούς δεσμούς. Η αναφορά στην καταγωγή του δεν γίνεται ως αυτοτελές ή αποφασιστικό κριτήριο. Η αλλοδαπή καταγωγή, από μόνη της, δεν θεμελιώνει κίνδυνο φυγοδικίας. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, το στοιχείο αυτό αποκτά σημασία λόγω των ειδικών περιστάσεων που το συνοδεύουν, ήτοι της πρόσφατης πολύμηνης παραμονής του στη Συρία, της ύπαρξης οικογενειακών ή άλλων επαφών εκεί, και του γεγονότος ότι η παραμονή αυτή συνδέεται άμεσα με τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατηγορία. Περαιτέρω, σύμφωνα με την όψη της μαρτυρίας, ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την πολύμηνη παρουσία του στη Συρία. Η παραμονή αυτή φαίνεται ότι δεν παρεμποδίστηκε από επαγγελματικές, οικονομικές ή άλλες υποχρεώσεις του στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης της εργασίας του, όπως αυτή προβάλλεται μέσω του Τεκμηρίου Β, ή της εταιρικής περιουσίας που προβάλλεται μέσω του Τεκμηρίου Γ. Τα στοιχεία αυτά δεν παραγνωρίζονται. Αποτελούν δεσμούς με την Κύπρο και λαμβάνονται υπόψη υπέρ του Κατηγορουμένου. Δεν έχουν, όμως, υπό τις παρούσες περιστάσεις, τέτοια βαρύτητα ώστε να εξουδετερώνουν τον κίνδυνο που προκύπτει από τη συνολική εικόνα. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, παρά την πολυετή διαμονή του στη Δημοκρατία και τη μίσθωση κατοικίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν προκύπτει σήμερα με σαφήνεια σταθερός τόπος διαμονής του στην Κύπρο. Ούτε προκύπτει, στην όψη του υλικού, ότι η επιστροφή του έγινε με πρόθεση επανεγκατάστασης στη Δημοκρατία. Αντίθετα, η μαρτυρία τείνει να δείξει ότι είχε ζητήσει τον τερματισμό του ενοικιαστηρίου συμβολαίου και ότι προσωπικά του αντικείμενα παραλήφθηκαν από συγγενικά του πρόσωπα. Τα στοιχεία αυτά αποδυναμώνουν τον δεσμό μόνιμης εγκατάστασης στη Δημοκρατία, ο οποίος, υπό άλλες περιστάσεις, θα μπορούσε να λειτουργήσει ανασταλτικά στον κίνδυνο φυγής. Δεν μπορεί να δοθεί στην οικειοθελή επιστροφή του Κατηγορούμενου στην Κύπρο η βαρύτητα που εισηγείται η Υπεράσπιση. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στο αεροδρόμιο κατά την άφιξή του στη Δημοκρατία. Δεν υπάρχει σαφές στοιχείο ότι γνώριζε πως καταζητείτο από την Αστυνομία, ούτε ότι επέστρεψε συνειδητά με σκοπό να θέσει εαυτόν στη διάθεση των αρχών ή να διευκολύνει την απονομή της δικαιοσύνης. Υπό αυτά τα δεδομένα, η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται ουσιωδώς από την υπόθεση Παρασκευά ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 607, όπου η επιστροφή του κατηγορουμένου αξιολογήθηκε μέσα σε διαφορετικό πραγματικό πλαίσιο. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιστροφή δεν αρκεί, από μόνη της, για να ανατρέψει τα λοιπά στοιχεία που κατατείνουν σε κίνδυνο φυγοδικίας. Δεν παραγνωρίζεται, επίσης, ο δεσμός του Κατηγορουμένου με τα παιδιά του, τα οποία βρίσκονται επί του παρόντος στην Κύπρο. Κατ’ αρχήν, τέτοιος δεσμός μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά σε ενδεχόμενη φυγή, ιδίως όταν η φυγή θα σήμαινε απομάκρυνση του γονέα από τα παιδιά του και ενόψει της μαρτυρίας ότι πάντοτε υπήρχε καλή σχέση, επικοινωνία και αγάπη. Στην παρούσα, όμως, υπόθεση, ο παράγοντας αυτός δεν έχει τη συνήθη αποτρεπτική δύναμη. Η ίδια η κατηγορία αφορά τη φερόμενη παράνομη κατακράτηση των παιδιών εκτός των ορίων της Δημοκρατίας μετά τη λήξη της περιόδου για την οποία είχε δοθεί συναίνεση. Συνεπώς, ο δεσμός με τα παιδιά δεν αποκλείει τον κίνδυνο φυγής. Αντιθέτως, υπό την όψη της μαρτυρίας, ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως από το ενδεχόμενο προσπάθειας εκ νέου απομάκρυνσης ή παραμονής εκτός της Δημοκρατίας μαζί με τα παιδιά. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας υφίσταται, είναι πραγματικός και ουσιαστικός.

 

Το επόμενο ζήτημα είναι κατά πόσον ο κίνδυνος φυγοδικίας, όπως έχει διαπιστωθεί, μπορεί να αντιμετωπιστεί με ηπιότερα μέτρα αντί της κράτησης. Η εξέταση αυτή είναι αναγκαία και ουσιώδης, καθότι η κράτηση αποτελεί μέτρο έσχατης ανάγκης. Δεν διατάσσεται εφόσον ο σκοπός της διασφάλισης της παρουσίας του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να επιτευχθεί με όρους, οι οποίοι είναι επαρκείς, πρακτικά εφαρμόσιμοι και αναλογικοί προς τον συγκεκριμένο κίνδυνο.

 

Στην παρούσα περίπτωση, ο κίνδυνος που εντοπίζεται συνδέεται, κυρίως, με τη δυνατότητα εξόδου του Κατηγορουμένου από τη Δημοκρατία, με τους δεσμούς του με τη Συρία, με την προηγούμενη πολύμηνη παραμονή του εκεί και με τη φύση της κατηγορίας, η οποία αφορά τη φερόμενη κατακράτηση των ανηλίκων παιδιών εκτός των ορίων της Δημοκρατίας. Ακριβώς, όμως, επειδή ο κίνδυνος έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση, μπορεί να αντιμετωπιστεί, στο παρόν στάδιο, με όρους αντίστοιχα στοχευμένους προς την αποτροπή του. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι η παρούσα απόφαση αφορά μεταβατικό στάδιο της διαδικασίας. Δεν πρόκειται για μακρά περίοδο αναμονής μέχρι τη δίκη, αλλά για προσωρινή ρύθμιση μέχρι την επόμενη δικάσιμο, κατά την οποία θα διευκρινιστεί η δικαιοδοτική βάση και η περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. Η περιορισμένη χρονική διάρκεια για την οποία καλείται το Δικαστήριο να ρυθμίσει την παρουσία του Κατηγορουμένου είναι παράγοντας που ενισχύει τη δυνατότητα δοκιμής αυστηρών και σωρευτικών όρων, αντί της άμεσης προσφυγής στο έσχατο μέτρο της κράτησης. Δεν παραγνωρίζεται η σοβαρότητα του κινδύνου. Ούτε η επιβολή όρων σημαίνει ότι ο κίνδυνος κρίνεται αμελητέος. Αντιθέτως, ακριβώς επειδή ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, οι όροι που θα τεθούν πρέπει να είναι αυστηροί, συγκεκριμένοι και πρακτικά ελέγξιμοι. Στην παρούσα περίπτωση, κρίνεται ότι ένας συνδυασμός όρων που περιορίζει την έξοδο από τη Δημοκρατία, διασφαλίζει γνωστή διαμονή, επιβάλλει συχνή παρουσίαση στην Αστυνομία, απαγορεύει την προσέγγιση σημείων εξόδου και ρυθμίζει ειδικά το ζήτημα των παιδιών, μπορεί να μειώσει ουσιωδώς τον κίνδυνο φυγοδικίας και να εξασφαλίσει την παρουσία του Κατηγορουμένου μέχρι την επόμενη δικάσιμο. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν κρίνεται ότι έχει καταδειχθεί, στο παρόν στάδιο, πως η κράτηση είναι το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο. Η παρουσία του Κατηγορουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί με αυστηρούς και σωρευτικούς όρους. Η τυχόν παράβαση οποιουδήποτε όρου ή διαφοροποίηση των περιστάσεων θα μπορεί να τεθεί εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου και να αξιολογηθεί αναλόγως.

 

Διευκρινίζεται πως δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αίτημα κράτησης στη βάση κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη και δεν εξετάζεται τέτοια βάση. Οι όροι που αφορούν τα παιδιά δεν τίθενται για να προληφθεί αυτοτελώς η διάπραξη άλλου αδικήματος, αλλά διότι ο διαπιστωθείς κίνδυνος φυγοδικίας δεν μπορεί, πρακτικά, να αποσυνδεθεί από το ενδεχόμενο εξόδου ή προσπάθειας εξόδου του Κατηγορουμένου από τη Δημοκρατία μαζί με αυτά.

 

Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος να αφεθεί ελεύθερος μέχρι την επόμενη δικάσιμο, 23.6.2026, υπό τους ακόλουθους όρους:

 

(1)     Να παραδώσει αμέσως στην Αστυνομία όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, περιλαμβανομένων διαβατηρίων, ταυτοτήτων ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για έξοδο από τη Δημοκρατία.

 

(2)     Να μην εξέλθει από τη Δημοκρατία και το όνομά του να τοποθετηθεί στον κατάλογο προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία, ήτοι στο stop-list.

 

(3)     Να διαμένει σε συγκεκριμένη διεύθυνση, η οποία να δηλωθεί στο Δικαστήριο με ένορκη δήλωση, και να μην αλλάξει διεύθυνση χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου.

 

(4)     Να παρουσιάζεται καθημερινά στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό, σε ώρα που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο.

 

(5)     Να μην προσεγγίζει οποιοδήποτε αεροδρόμιο, λιμάνι ή σημείο διέλευσης προς τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων, εκτός εάν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει άδεια του Δικαστηρίου.

 

(6)     Να μην παραλάβει, μετακινήσει, επιχειρήσει να μετακινήσει ή διευκολύνει με οποιονδήποτε τρόπο τη μετακίνηση των ανήλικων παιδιών που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών προς οποιοδήποτε σημείο εξόδου από τη Δημοκρατία ή εκτός της Δημοκρατίας.

 

(7)     Να μην παραλάβει τα ανήλικα παιδιά από τον τόπο διαμονής ή φοίτησής τους για σκοπό μετακίνησής τους προς οποιοδήποτε σημείο εξόδου από τη Δημοκρατία ή εκτός της Δημοκρατίας, και να μην ενεργεί κατά τρόπο αντίθετο προς οποιοδήποτε ισχύον διάταγμα αρμόδιου Δικαστηρίου ή άλλη νόμιμη ρύθμιση.

 

(8)     Να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €50.000, προς εξασφάλιση της οποίας να ληφθούν, κατά τρόπο νομικά εφικτό και αποδεκτό από τον Πρωτοκολλητή, τα αναγκαία μέτρα για τη δέσμευση της αξίας του ακινήτου (ΜΕΜΟ) με αριθμό εγγραφής 0/20916, Φ/Σχ. 53/46, Τεμάχιο 327, στο Κούριο, Ύψωνας, Τοποθεσία Ελούδια, Επαρχία Λεμεσού, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της εταιρείας T.N.D. CCC Ltd, αρ. εγγραφής HE468972, της οποίας ο Κατηγορούμενος κατέχει το σύνολο των μετοχών.

 

(9)     Ο Κατηγορούμενος να καταβάλει σε μετρητά το ποσό των €5.000.

 

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.

[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.

[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.

[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.

[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.

[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.

[7] Memic v. ΔημοκρατίαςΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο