ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. B. B., Υπόθεση αρ. 15538 / 2021, 3/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. B. B., Υπόθεση αρ. 15538 / 2021, 3/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 15538 / 2021

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

B. B.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 3 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Πιερούδη (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ομολογίας ενοχής, σε συνολικά οκτώ κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου (2η Κατηγορία – 9η Κατηγορία) οι οποίες αφορούν, στο σύνολό τους, κλοπή συνολικού ποσού €5.700, σε διάφορες ημερομηνίες, τον Αύγουστο 2021, από αυτόματη μηχανή ΑΤΜ, στον χώρο υποδοχής του καζίνο C2 Cyprus Casinos, με τη χρήση της ίδιας κλοπιμαίας πιστωτικής κάρτας με τα στοιχεία που αναφέρονται, περιουσίας της Κ.Χ., από τη Λεμεσό [κλοπή, άρθρο 262 ΠΚ]. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές.

 

Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της απλής κλοπής, είναι η φυλάκιση μέχρι τα τρία έτη.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιμέτρησή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα που εκτέθηκαν πληρέστερα καταγράφθηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας και είναι περιορισμένα στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Διαπιστώθηκε η κλοπή της πιστωτικής κάρτας του προσώπου που κατονομάζεται, της οποίας έγινε επανειλημμένα χρήση από τον Κατηγορούμενο και τρίτο πρόσωπο, τον μήνα Αύγουστο 2021, ώστε το τρίτο πρόσωπο να ωφεληθεί από τα χρήματα αυτά, με τρόπο που δεν εξυπηρετούσε ανάγκη διαβίωσης. Το εν λόγω τρίτο πρόσωπο δεν εντοπίστηκε. Η παρούσα περίπτωση δεν αφορά στιγμιαία ή μεμονωμένη αφαίρεση, αλλά επανειλημμένη χρήση της ίδιας κλοπιμαίας πιστωτικής κάρτας σε οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις. Η επανάληψη της πράξης, έστω και εντός του ίδιου χρονικού πλαισίου, προσδίδει στον τρόπο δράσης στοιχείο επιμονής και συνέχειας. Περαιτέρω, η χρήση της κάρτας έγινε σε αυτόματη μηχανή ΑΤΜ, δηλαδή με τρόπο που επέτρεπε την άμεση ανάληψη μετρητών και την ταχεία αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Η μέθοδος αυτή καταδεικνύει πρακτική αξιοποίηση της κάρτας ως μέσου πρόσβασης σε χρήματα, και όχι απλώς κατοχή ή ευκαιριακή χρήση της. Το συνολικό ποσό που αφαιρέθηκε, €5.700, δεν είναι αμελητέο. Παρότι το αδίκημα παραμένει εντός του πλαισίου της απλής κλοπής, η συνολική οικονομική ζημία είναι αισθητή και προέκυψε ως αποτέλεσμα διαδοχικών ενεργειών. Σημαντικό στοιχείο είναι και η σύμπραξη με τρίτο πρόσωπο, έστω και αν το τρίτο αυτό πρόσωπο δεν εντοπίστηκε. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι η χρήση της κάρτας δεν έγινε αποκλειστικά για προσωπική, στιγμιαία ανάγκη του Κατηγορουμένου, αλλά εντασσόταν σε ενέργεια με συμμετοχή άλλου προσώπου, ώστε εκείνο να ωφεληθεί από τα χρήματα. Αυτό προσδίδει στον τρόπο δράσης μεγαλύτερη απαξία από μια καθαρά ατομική και παρορμητική πράξη. Η χρήση της κάρτας έγινε όχι για κάλυψη άμεσης ανάγκης διαβίωσης, αλλά στο ΑΤΜ του καζίνο, για οικονομικό όφελος ξένο προς τέτοια ανάγκη. Αυτό μειώνει την αξία οποιουδήποτε ισχυρισμού περί πίεσης ή ανάγκης και ενισχύει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διατηρήσει η ποινή. Από την άλλη, ο τρόπος δράσης δεν συνοδεύτηκε, στα γεγονότα που τέθηκαν, από βία, απειλή, διάρρηξη ή φυσική αντιπαράθεση με την παραπονούμενη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Η απουσία βίαιης ή εκφοβιστικής συμπεριφοράς περιορίζει τη σοβαρότητα του τρόπου τέλεσης, σε σύγκριση με περιπτώσεις κλοπής που εμπεριέχουν τέτοια στοιχεία. Επίσης, οι πράξεις φαίνεται να τελέστηκαν εντός σχετικά περιορισμένου χρονικού διαστήματος, τον Αύγουστο 2021, και με τη χρήση της ίδιας κάρτας. Αυτό επιτρέπει να αντιμετωπιστούν ως σειρά συνδεδεμένων πράξεων που πηγάζουν από την ίδια εγκληματική ευκαιρία, και όχι ως μακρόχρονη, πολυσχιδής ή επαγγελματικά οργανωμένη δραστηριότητα. Δεν προκύπτει, από τα γεγονότα που τέθηκαν, ότι υπήρξε ιδιαίτερη τεχνική πολυπλοκότητα, παραβίαση συστημάτων ασφαλείας, πλαστογράφηση, απάτη μέσω ηλεκτρονικών μέσων ή άλλη εξειδικευμένη μεθόδευση πέραν της χρήσης της κλοπιμαίας κάρτας σε ΑΤΜ. Αυτό συγκρατεί τη σοβαρότητα του τρόπου δράσης. Περαιτέρω, δεν τέθηκε ότι υπήρξε πρόκληση πρόσθετης ζημίας πέραν της οικονομικής απώλειας του ποσού που αναφέρεται στις κατηγορίες. Δεν υπάρχουν, δηλαδή, στοιχεία για περαιτέρω οικονομική εκμετάλλευση, διάδοση προσωπικών δεδομένων, παρενόχληση ή άλλες παράπλευρες συνέπειες που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν αντικειμενικά την πράξη.

 

Λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που παρήλθε, από το 2021, σε συνάρτηση με τους λόγους για τους οποίους παρήλθε. Δεν υπήρξε ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης.

 

Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε σε συνάρτηση με το γεγονός πως δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο.

 

Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί. Ο Κατηγορούμενος σήμερα είναι περίπου 57 ετών, έχει χάσει την εργασία του, έχει καταστεί άνεργος, άστεγος και ασθενής. Κοιμάται στο αυτοκίνητό του, που το σταθμεύει σε διάφορα μέρη. Υποφέρει, αναμένοντας να επιστρέψει στη Βουλγαρία, για να δει τη μητέρα του, η οποία έχει υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο ίδιος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[6], στον χρόνο και υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα. Δεν ήταν άμεση παραδοχή, για να έχει τη μέγιστη δυνατή ελαφρυντική επίδραση, ωστόσο εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.

 

Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα της όλης πράξης, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό της χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος, τον τρόπο δράσης, την επανειλημμένη χρήση της ίδιας κλοπιμαίας πιστωτικής κάρτας, το συνολικό ύψος της οικονομικής ζημίας, αλλά και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που έχουν ήδη εκτεθεί, κρίνεται ότι η αρμόζουσα ποινή δεν μπορεί να είναι η χρηματική ποινή. Η υπόθεση δεν αφορά μεμονωμένη ή στιγμιαία εκτροπή, αλλά σειρά ομοειδών πράξεων, με πραγματική οικονομική βλάβη και με τρόπο δράσης που κατέδειξε επιμονή στην εκμετάλλευση της κλοπιμαίας κάρτας. Υπό αυτά τα δεδομένα, η σοβαρότητα της υπόθεσης, η ανάγκη αναλογικής αποδοκιμασίας της πράξης και η λειτουργία της γενικής και ειδικής πρόληψης καθιστούν αναγκαία την επιβολή ποινής φυλάκισης.

 

Η έκταση της ποινής φυλάκισης υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή των τριών ετών, δηλαδή 36 μηνών, τον προσδιορισμό της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος σε μεσαίο επίπεδο, από την επανάληψη των αναλήψεων, το ύψος της ζημίας και τον τρόπο δράσης, αλλά και συνυπολογίζοντας όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες, στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

 

Ενόψει του ότι οι κατηγορίες είναι ομοειδείς, συνδέονται μεταξύ τους και εντάσσονται στην ίδια ευρύτερη συμπεριφορά, θα επιβληθεί ποινή στη 2η Κατηγορία, λαμβανομένων υπόψη όλων των λοιπών κατηγοριών.

 

Επιβάλλεται:

 

2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

 

Ενόψει του ότι η ποινή επιβάλλεται στη 2η Κατηγορία, αφού λήφθηκαν υπόψη όλες οι λοιπές ομοειδείς κατηγορίες, δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε επιπρόσθετη ποινή στην 3η Κατηγορία έως και την 9η Κατηγορία.

 

Η συνολική ποινή των 9 μηνών αντανακλά την επανάληψη των πράξεων και το ύψος της ζημίας, αλλά ταυτόχρονα παραμένει αισθητά κάτω από το ανώτατο όριο των 36 μηνών, λόγω όλων των προαναφερόμενων ελαφρυντικών παραγόντων.

 

Έχοντας ήδη καθορίσει και επιβάλει την ποινή φυλάκισης που κρίθηκε αρμόζουσα για τη σοβαρότητα της υπόθεσης, εξετάζεται η εισήγηση για αναστολή εκτέλεσής της. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ’ όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[7]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[8]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[9].

 

Η σοβαρότητα της υπόθεσης παραμένει δεδομένη. Πρόκειται για επανειλημμένη χρήση της ίδιας κλοπιμαίας πιστωτικής κάρτας, σε οκτώ περιπτώσεις, με συνολική οικονομική ζημία €5.700. Η συμπεριφορά αυτή κατέδειξε επιμονή και συνέχεια και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ασήμαντη ή στιγμιαία παρέκκλιση. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο χωρίς προηγούμενες καταδίκες. Το λευκό ποινικό μητρώο έχει ιδιαίτερη σημασία στο στάδιο της αναστολής, διότι συνδέεται με την πρόγνωση μελλοντικής συμπεριφοράς. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η παραδοχή του, η οποία, παρότι δεν ήταν άμεση, εξοικονόμησε δικαστικό χρόνο και αποτυπώνει, σε κάποιο βαθμό, ανάληψη ευθύνης. Συνεκτιμάται και η απολογία που εκφράστηκε. Σημαντική είναι και η πάροδος του χρόνου. Τα αδικήματα τελέστηκαν τον Αύγουστο του 2021 και, έκτοτε, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μεταγενέστερη παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Η πάροδος του χρόνου δεν διαγράφει την ευθύνη του, επενεργεί όμως στη συνολική εκτίμηση του κατά πόσο η άμεση εκτέλεση της ποινής φυλάκισης είναι σήμερα απολύτως αναγκαία. Περαιτέρω, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου είναι ιδιαίτερα δυσμενείς. Είναι περίπου 57 ετών, άνεργος, άστεγος, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και, σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, διαμένει ουσιαστικά στο αυτοκίνητό του. Οι περιστάσεις αυτές δεν αποτελούν άδεια παραβίασης του νόμου ούτε μειώνουν αντικειμενικά τη βλάβη που προκλήθηκε. Αποτελούν, όμως, ουσιώδη στοιχεία εξατομίκευσης κατά την κρίση περί αναστολής. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η πρόθεση του Κατηγορουμένου να επιστρέψει στη Βουλγαρία για να δει τη μητέρα του, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας. Το στοιχείο αυτό δεν αντιμετωπίζεται ως λόγος απαλλαγής από τις συνέπειες της καταδίκης ούτε ως αυτοτελής βάση για αναστολή. Εντάσσεται, όμως, στο ευρύτερο προσωπικό και ανθρωπιστικό πλαίσιο της υπόθεσης και συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία που αφορούν την παρούσα κατάσταση και την προοπτική ομαλής επανένταξης του Κατηγορουμένου. Χωρίς να μειώνεται η ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου, συνεκτιμάται περαιτέρω ότι, από τα γεγονότα που τέθηκαν, τα χρήματα φαίνεται να προορίζονταν προς όφελος τρίτου προσώπου, το οποίο δεν εντοπίστηκε. Το στοιχείο αυτό δεν μεταβάλλει τη συμμετοχή του Κατηγορουμένου στην παράνομη χρήση της κάρτας ούτε μειώνει τη σοβαρότητα των πράξεων. Στο περιορισμένο όμως πλαίσιο της κρίσης περί αναστολής, μπορεί να ληφθεί υπόψη ότι δεν εμφανίζεται ως το πρόσωπο που αποκόμισε την τελική οικονομική ωφέλεια. Το Δικαστήριο έχει πλήρη επίγνωση ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης σε υπόθεση επανειλημμένης κλοπής δεν πρέπει να δίδεται μηχανιστικά. Πρέπει να διασφαλίζεται ότι η ποινή, έστω και ανασταλείσα, εξακολουθεί να αντανακλά την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και να εξυπηρετεί την αποδοκιμασία, την αποτροπή και την πρόληψη. Στην παρούσα περίπτωση, η ποινή που έχει επιβληθεί παραμένει ποινή φυλάκισης ουσιαστικής διάρκειας. Η αναστολή της δεν την εξαφανίζει, αλλά την καθιστά προειδοποίηση με πραγματικές συνέπειες σε περίπτωση νέας παραβατικής συμπεριφοράς. Ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, κρίνεται ότι, παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων, η άμεση εκτέλεση της ποινής φυλάκισης δεν είναι απολύτως αναγκαία. Το λευκό ποινικό μητρώο, η παραδοχή, η απολογία, η πάροδος ουσιώδους χρόνου από το 2021 χωρίς αναφορά νέας παραβατικότητας, οι ιδιαίτερα δυσμενείς προσωπικές συνθήκες, τα προβλήματα υγείας, η οικογενειακή κατάσταση σε σχέση με τη σοβαρά ασθενή μητέρα του και το γεγονός ότι δεν εμφανίζεται ως το πρόσωπο που αποκόμισε την τελική οικονομική ωφέλεια, δικαιολογούν την παροχή μιας τελευταίας ευκαιρίας. Η αναστολή δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα της υπόθεσης, αλλά αποτελεί μέτρο εξατομίκευσης, με γνώμονα την προοπτική αναμόρφωσης και την αποφυγή άμεσου εγκλεισμού όπου αυτός δεν κρίνεται απολύτως αναγκαίος.

 

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα, υπό τον όρο ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση κατά την περίοδο της αναστολής.

 

[εξήγηση της σημασίας της αναστολής]

 

Έξοδα €120 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο. Να αφαιρεθούν από το ποσό της εγγύησης που κατατέθηκε στο Δικαστήριο την 25.11.2021 (κωδικός 014401050505, απόδειξη αρ. 496499) και το υπόλοιπο αυτής, με δεδομένο ότι έχει εξυπηρετήσει τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε και δεν διατάχθηκε οποτεδήποτε η κατάπτωσή της, να επιστραφεί στον Κατηγορούμενο.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: Ενόψει της αναζήτησης τρίτου ατόμου για την ίδια υπόθεση, τα τεκμήρια, επί του παρόντος, να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.

[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο