ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Θ. Α., Υπόθεση αρ. 15419 / 2021, 10/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Θ. Α., Υπόθεση αρ. 15419 / 2021, 10/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

 

Υπόθεση αρ. 15419 / 2021

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

ν.

 

 

Θ. Α.

 

___________

 

Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Μ. Λαβίθια (κα), για τον Κατηγορούμενο

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κατηγορία και διαδικασία

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία, ότι μεταξύ της 5.3.2015 και της 6.3.2015, στη Λεμεσό, έκλεψε το μοτοποδήλατο με τα στοιχεία που αναφέρονται, αξίας €900, περιουσία της Μ.Κ. από τη Λεμεσό. Δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος, επομένως διεξήχθη ακροαματική διαδικασία.

 

Για την απόδειξη της υπόθεσης, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον Υπαστυνόμο Ν. Νικολάου (ΜΚ1), τον Αστ.3766 Π. Παναγιώτου (ΜΚ2), τον Αρχιλογία 2492 Σ. Περικλέους (ΜΚ3) και την παραπονούμενη, Μ.Κ. (ΜΚ4).

 

Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, πλην όμως, δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε είτε κατά την κυρίως εξέτασή του είτε κατά την αντεξέτασή του. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την πλευρά της Υπεράσπισης.

 

Μετά το πέρας της παρουσίασης του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή.

 

Μαρτυρία

 

Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας[1]. Συνοπτικά, η μαρτυρία αξιολογείται βάσει του περιεχομένου, της ποιότητας και της πειστικότητάς της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα αντικειμενικά δεδομένα. Λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η αμεσότητα, η συνοχή και η λογική των απαντήσεων, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, καθώς και το ενδεχόμενο επηρεασμού από γνώση των γεγονότων, προσωπικό συμφέρον, επιθυμία ή αδυναμία μνήμης. Το Δικαστήριο συνεκτιμά και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο. Η μαρτυρία δεν εξετάζεται αποσπασματικά ή λεκτικά, αλλά συνολικά, μέσα στο πλαίσιο της προφορικής δίκης, όπου ο λόγος δεν είναι πάντοτε άρτια διατυπωμένος ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο, εφόσον αυτό δικαιολογείται, χωρίς επιλεκτική ή κατακερματισμένη χρήση της προς στήριξη προκαθορισμένου αποτελέσματος. Η αναφορά σε αξιοπιστία αφορά τη συγκεκριμένη μαρτυρία στο πλαίσιο της υπόθεσης και όχι γενικά την εντιμότητα ή ειλικρίνεια του μάρτυρα.

 

Επίσης, το καθήκον των μαρτύρων που καταθέτουν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, και το οποίο προέχει έναντι οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος προς τους εντολείς τους, είναι να παρέχουν αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των επιστημονικών κριτηρίων, με σαφή τρόπο και χωρίς περιπλοκές και εστίες σύγχυσης ή παραπλάνησης, για να μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει την ανεξάρτητη κρίση του, εφαρμόζοντάς τα στην υπό κρίση περίπτωση[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων γεγονότων, ως προς τις αρχές που εφαρμόζονται[3], με εστίαση περισσότερο στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, όπου ρόλο διαδραματίζουν η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία προσεγγίζεται η διατύπωση της γνώσης, η παράθεση και εξήγησης των βάσεων της, η πληρότητα και η σταθερότητά της, χωρίς ασφαλώς τα κριτήρια να είναι εφικτό να προκαθοριστούν εξαντλητικά.

 

Νοείται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται αποσπασματικά ή απομονωμένα ανά μάρτυρα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και των αντικειμενικών δεδομένων της υπόθεσης, έστω και αν, για σκοπούς διάρθρωσης και ευχέρειας αναφοράς, η ανάλυση εκτίθεται ξεχωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.

 

 

ΜΚ1: Υπαστυνόμος Ν. Νικολάου

 

Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας εδώ και 32 χρόνια, στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας. Είναι προσοντούχος, μεταξύ άλλων, στη δακτυλοσκοπία (Τ1). Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν. Αναγνώρισε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ετοίμασε σχετικά με την υπόθεση (Τ2). Στο Τ2 αναφέρει πως παρέλαβε, για τους σκοπούς της εξέτασής του, αποτυπώματα που είχαν τα διακριτικά Σ.Π.1 και ένα δεύτερο δακτυλοσκοπικό δελτίο (Τ3, Τ4). Επίσης, είχε το δακτυλοσκοπικό δελτίο του Κατηγορούμενου (Τ5). Κατά την εξέτασή του, διαπίστωσε ταυτοποίηση του αποτυπώματος Σ.Π.1 με τον Κατηγορούμενο. Εξήγησε τι συνιστά δακτυλικό αποτύπωμα και τη μοναδικότητά του σε κάθε άνθρωπο. Εξήγησε, επίσης, τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται το Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας, στο σύστημα αναγνώρισης, στον τρόπο καταχώρισης και στη λειτουργία του, και στον τρόπο σύγκρισης. Ανέφερε πως, για τη συγκεκριμένη υπόθεση, όταν έγινε η ταύτιση, έφτιαξε συγκριτικό πίνακα, στον οποίο τοποθέτησε ισομεγέθεις μεγεθύνσεις, τις οποίες τοποθέτησε στον συγκριτικό πίνακα, στην αριστερή πλευρά έβαλε το αποτύπωμα της σκηνής και στη δεξιά πλευρά έβαλε το αποτύπωμα του υπόπτου (Τ6). Στο Τ6, όπως εξήγησε, τοποθέτησε 16 κοινά χαρακτηριστικά σημεία στα αποτυπώματα, τα οποία συμφωνούν πλήρως ως προς τη φυσική τους διάταξη μέσα στο αποτύπωμα, και προέβη σε ανάλογη αρίθμησή τους. Το αποτύπωμα, όπως εξήγησε, είναι από τη δεξιά παλάμη του Κατηγορούμενου. Ήταν πλήρης η ταύτιση. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας, ανέφερε πως ο ίδιος δεν ήταν παρών στη σκηνή, για να γνωρίζει από πού λήφθηκε το αποτύπωμα ούτε υπάρχει διαδικασία με την οποία μπορεί να γνωρίζει τον χρόνο εναπόθεσής του σε μία επιφάνεια. Ένα αποτύπωμα, ανέφερε, μπορεί να διατηρηθεί σε μία επιφάνεια για ακαθόριστο χρονικό διάστημα, εφόσον δεν υπάρξει παρέμβαση σε αυτό είτε από καιρικές συνθήκες είτε από άλλο παράγοντα.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη και μπορεί να γίνει αποδεκτή, στον βαθμό που αφορά το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης του, δηλαδή την ταυτοποίηση του αποτυπώματος που του διαβιβάστηκε με το δακτυλοσκοπικό δελτίο του Κατηγορούμενου. Η κατάθεσή του ήταν τεχνικά τεκμηριωμένη, συνεκτική και περιορίστηκε στο επιστημονικό πεδίο της ειδικότητάς του. Δεν επιχείρησε να επεκτείνει τη μαρτυρία του πέραν όσων μπορούσε να γνωρίζει. Αντιθέτως, κατά την αντεξέταση αναγνώρισε με ειλικρίνεια τα όρια της εξέτασής του, ότι δεν ήταν παρών στη σκηνή, ότι δεν γνώριζε από πού ακριβώς λήφθηκε το αποτύπωμα από προσωπική αντίληψη, και ότι δεν υπάρχει επιστημονική διαδικασία με την οποία να μπορεί να προσδιοριστεί ο χρόνος εναπόθεσης ενός αποτυπώματος σε επιφάνεια. Η παραδοχή αυτή ενισχύει την αντικειμενικότητα και τη σοβαρότητα της προσέγγισής του. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη για το εξής συγκεκριμένο ζήτημα, δηλαδή ότι το αποτύπωμα που εξετάστηκε από το Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας ταυτίζεται με τη δεξιά παλάμη του Κατηγορούμενου.

 

 

Αστ.3758 Ε. Παναγιώτου

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του Αστ.3758 Ε. Παναγιώτου (Τ7) και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι παρέλαβε από τον Αστ.3766 Π. Παναγιώτου τα τεκμήρια που στη συνέχεια παρέδωσε στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας.

 

ΜΚ2: Αστ.3766 Π. Παναγιώτου

 

Ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, Τ8, στην οποία αναφέρει πως έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη, η οποία του ανέφερε ότι στο μπροστινό μέρος του καπό του αυτοκινήτου, με τα στοιχεία που αναφέρονται, υπήρχαν φανερά ίχνη αποτυπωμάτων, τα οποία δεν υπήρχαν την προηγούμενη ημέρα, αφού η ίδια είχε καθαρίσει το αυτοκίνητό της. Την ίδια ημέρα, λήφθηκαν τα αποτυπώματα, που είχαν υποδειχθεί και διαβιβάστηκαν για τις επιστημονικές εξετάσεις. Σε κατοπινό στάδιο, είχε καλέσει και τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ανακρίθηκε με τη συγκατάθεση του πατέρα του, και από τον οποίο λήφθηκαν αποτυπώματα για έλεγχο (Τ10). Η έρευνα στην οικία του δεν βοήθησε στον εντοπισμό στοιχείων (Τ11). Ο ΜΚ2 μετέπειτα συνέλαβε τον Κατηγορούμενο, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (Τ12), ωστόσο ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την ανάμειξή του στην υπόθεση, παρόλο που γνώριζε τον υιό της παραπονούμενης και το μοτοποδήλατο που είχε αναφερθεί ως κλοπιμαίο. Ανέφερε πως δεν γνώριζε πώς βρέθηκαν τα αποτυπώματά του στη σκηνή (Τ13, Τ14, Τ15).

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2, ανέφερε πως κλήθηκαν στη σκηνή και έλαβαν τα αποτυπώματα που αναφέρθηκαν από την παραπονούμενη, από το καπό του αυτοκινήτου μόνο, χωρίς να λάβουν από οπουδήποτε αλλού. Οι υποψίες σχετικά με τα συγκεκριμένα αποτυπώματα εγέρθηκαν επειδή η παραπονούμενη ανέφερε πως δεν υπήρχαν πριν την κλοπή του μοτοποδηλάτου της. Οι ίδιοι δεν διαπίστωσαν εάν όντως είχε πλυθεί το όχημα της παραπονούμενης την προηγούμενη ημέρα. Δέχθηκε, ο μάρτυρας, ότι τα αποτυπώματα είχαν βρεθεί σε ένα μετακινούμενο αντικείμενο. Δεν υπήρχε εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης οπουδήποτε, ούτε άλλη διαθέσιμη μαρτυρία υπήρχε. Η μοτοσικλέτα δεν βρέθηκε, ούτε στην κατοχή του Κατηγορούμενου.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη ως προς τις ανακριτικές ενέργειες που ο ίδιος διενήργησε ή στις οποίες είχε άμεση εμπλοκή. Η κατάθεσή του ήταν ουσιαστικά περιορισμένη στα καθήκοντα που ανέλαβε στο πλαίσιο της διερεύνησης. Δεν παρουσίασε υπερβολές ούτε επιχείρησε να αποδώσει στον Κατηγορούμενο ευθύνη πέραν των στοιχείων που προέκυπταν από την έρευνά του. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι αναγνώρισε, κατά την αντεξέταση, σημαντικούς περιορισμούς της υπόθεσης, ότι τα αποτυπώματα λήφθηκαν μόνο από το καπό του αυτοκινήτου, ότι δεν λήφθηκαν αποτυπώματα από άλλα σημεία, ότι η Αστυνομία δεν επιβεβαίωσε ανεξάρτητα κατά πόσο το όχημα είχε πράγματι πλυθεί την προηγούμενη ημέρα, ότι το αποτύπωμα βρέθηκε σε μετακινούμενο αντικείμενο και ότι δεν υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ή άλλη άμεση μαρτυρία. Οι παραδοχές αυτές δείχνουν ότι η μαρτυρία του ήταν μετρημένη και ειλικρινής ως προς τα όρια της έρευνας. Η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη αναφορικά με τις ανακριτικές πράξεις που περιέγραψε.

 

ΜΚ3: Αρχιλογίας 2492 Σ. Περικλέους

 

Ο ΜΚ3 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, Τ16, στην οποία γίνεται αναφορά στις φωτογραφίες που έλαβε, του αυτοκινήτου της παραπονούμενης, και στη μετέπειτα επεξεργασία τους, Τ17. Αναγνώρισε, επίσης, το Τ3, το αποτύπωμα που έλαβε από τη σκηνή. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως ο δικός του ρόλος ήταν περιορισμένος στο να φωτογραφήσει το όχημα και ζημιά που κατ’ ισχυρισμόν προκλήθηκε σε αυτό και δεν είχε άλλη εμπλοκή στην υπόθεση.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη. Η μαρτυρία του δεν παρουσίασε ουσιώδεις αντιφάσεις, υπερβολές ή στοιχεία που να δημιουργούν αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία του. Αντιθέτως, ο μάρτυρας ήταν σαφής ως προς το τι έκανε και, εξίσου σημαντικό, ως προς το τι δεν γνώριζε ή δεν χειρίστηκε. Αυτή η οριοθέτηση του ρόλου του ενισχύει την αξιοπιστία του, αφού δεν επιχείρησε να αποδώσει στη μαρτυρία του μεγαλύτερη σημασία από εκείνη που πράγματι είχε. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη ως προς τα περιορισμένα πραγματικά ζητήματα που κάλυψε.

 

ΜΚ4:, Μ.Κ.

 

Η ΜΚ4, παραπονούμενη, αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της, Τ9, όπου αναφέρει τα εξής, ως προς τα γεγονότα: διαμένει στη συγκεκριμένη διεύθυνση, που ανέφερε, τα τελευταία 15 (τότε) χρόνια. Είναι ιδιοκτήτρια του μοτοποδηλάτου, που αναφέρθηκε ως το κλοπιμαίο, αξίας €900, με την περιγραφή που έδωσε. Το μοτοποδήλατο, όπως ανέφερε, ήταν σταθμευμένο σε μικρό ανοικτό χώρο, που βρίσκεται μπροστά στην είσοδο της οικίας της. Ο χώρος είναι περίπου σε σχήμα Π. Το έχει εκεί γιατί τα βράδια έβαζε το αυτοκίνητό της σχεδόν να ακουμπά πάνω στον τοίχο και δεν άφηνε χώρο ανοικτό για να μπορούν να κλέψουν το μοτοποδήλατο. Ήταν πολύ δύσκολο να βγει από εκεί, αφού κάποιος, για να την κλέψει, έπρεπε να ακουμπήσει στο αυτοκίνητο και να την περάσει πάνω από το αυτοκίνητο, για να καταφέρει να την πάρει. Την προηγούμενη ημέρα, το απόγευμα, γύρω στις 19:00, επέστρεψε στο σπίτι από δουλειές. Έπλυνε το αυτοκίνητο, μέσα και έξω, και το στάθμευσε εκεί μπροστά στο μοτοποδήλατο, ως συνήθως. Γύρω στις 22:30 ήταν η τελευταία φορά που είδε το μοτοποδήλατο, σταθμευμένο εκεί, αφού στη συνέχεια πήγε για ύπνο. Την 6.3.2015, το πρωί, ώρα 07:00, ξύπνησε και είδε  ότι κλάπηκε το μοτοποδήλατο. Πρόσεξε ότι στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου υπήρχαν αποτυπώματα και φαίνονταν καθαρά, μάλλον από λάδια του μοτοποδηλάτου, όταν την έπιασαν για να την περάσουν πάνω από το αυτοκίνητο. Τα εν λόγω αποτυπώματα δεν υπήρχαν την προηγούμενη ημέρα, εφόσον το καθάρισε και είναι σίγουρη γι’ αυτό. Εκείνος που έκλεψε το μοτοποδήλατο, υποστήριξε, ακούμπησε στο αυτοκίνητο, για να βγάλει το μοτοποδήλατο από πάνω, και άφησε τα αποτυπώματά του.

 

Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ανέφερε πως δεν θυμάται εάν έπλυνε η ίδια το όχημα ή εάν το πήρε αλλού για να το πλύνουν, πιθανόν να ήταν η ίδια. Σε κάθε περίπτωση δεν θα έμεναν πάνω στο καπό λάδια. Πρόκειται για σημείο από όπου περνά κόσμος, και η ίδια δεν κάθεται στο παράθυρο όλη την ώρα να κοιτάζει. Δεν είδε ποιος τοποθέτησε τα λάδια, ήταν όμως από την αριστερή πλευρά, δηλαδή από τη μέσα πλευρά του οχήματος, όχι από την πλευρά του δρόμου, επομένως συμπεραίνει ότι τοποθετήθηκαν από εκείνον που πήρε το μοτοποδήλατο. Εάν προκαλούνταν από κάποιον που περνούσε από τον δρόμο δεν θα πεταγόταν πάνω από το αυτοκίνητο, ή να ξαπλώσει ολόκληρος πάνω σε αυτό, για να κάνει από την άλλη πλευρά. Έπειτα, δεν θεωρεί πως όλος ο κόσμος κυκλοφορεί με λάδια στα χέρια του, και δη μοτοποδηλάτου. Δεν μπορεί να αποκλείσει ότι κάποιος ακούμπησε, αλλά μπορεί να αποκλείσει ότι κάποιος ξάπλωσε πάνω στο αυτοκίνητο, που έκλεινε το μοτοποδήλατο μέσα σε σχήμα Π, για να αφήσει πάνω σε αυτό σημάδι από την πίσω μεριά του. Δεν ήταν δυνατόν, όπως είπε, το μοτοποδήλατο να κλαπεί από ένα άτομο. Θα χρειάζονταν τρία άτομα, για να μπορούν να την περάσουν πάνω από το αυτοκίνητο, ήταν βαριά και κάποιος φαίνεται να ακούμπησε πάνω στο όχημα, για να βάλει δύναμη. Θεωρεί πως, για να ανήκουν στον Κατηγορούμενο τα συγκεκριμένα αποτυπώματα, είναι εμπλεκόμενος στην κλοπή, απορρίπτοντας την εκδοχή πως επειδή ήταν 16 χρονών δεν θα μπορούσε να έχει τέτοια συμμετοχή. Εξάλλου ο ίδιος, όπως η μάρτυρας γνωρίζει και ανέφερε, είχε συλληφθεί για άλλη κλοπή μοτοποδηλάτου. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος είχε αθωωθεί για εκείνη την υπόθεση, και η μάρτυρας απάντησε «λάθος τους». Ανέφερε πως η ίδια δεν είχε μετακινήσει το όχημα από το συγκεκριμένο σημείο όπου το στάθμευσε και την επόμενη ημέρα διαπιστώθηκε η κλοπή και θεάθηκε το αποτύπωμα. Ο Κατηγορούμενος διαμένει στην περιοχή, πήγαινε στο ίδιο σχολείο με τα παιδιά της, ήταν γνωστός του υιού της και είχε δει τη μοτοσικλέτα. Υποθέτει πως έτσι την «έβαλε στο μάτι». Υποβλήθηκε στη μάρτυρα πως, εφόσον διαμένει κοντά, είχε και λόγο να περνά από το συγκεκριμένο σημείο, με τη μάρτυρα να είναι σταθερή, έντονη και επίμονη στην εκδοχή της, που θεωρεί λογική.

 

Η μαρτυρία της ΜΚ4 γίνεται αποδεκτή ως προς τα βασικά πραγματικά περιστατικά που αφορούν την ιδιοκτησία, την αξία και την απώλεια του μοτοποδηλάτου, καθώς και ως προς τη γενική περιγραφή του χώρου όπου αυτό ήταν σταθμευμένο. Η ΜΚ4 ανέφερε ότι το μοτοποδήλατο, αξίας €900, βρισκόταν σε ανοικτό χώρο μπροστά από την οικία της, πίσω από το αυτοκίνητό της, το οποίο στάθμευε με τρόπο ώστε να εμποδίζει την εύκολη απομάκρυνσή του. Επίσης, ανέφερε ότι το είδε τελευταία φορά γύρω στις 22:30 και το επόμενο πρωί, περί ώρα 07:00, διαπίστωσε ότι είχε κλαπεί. Ως προς τα πιο πάνω σημεία, η μαρτυρία της ήταν άμεση, φυσική και συμβατή με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν υπάρχει ουσιαστικό στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση ότι το μοτοποδήλατο ανήκε στην ίδια, ότι βρισκόταν στον χώρο που περιέγραψε και ότι εξαφανίστηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

 

Όσον αφορά τα συμπεράσματά της για το πώς εναποτέθηκαν τα αποτυπώματα στο καπό του αυτοκινήτου και για την εμπλοκή του Κατηγορούμενου, η ΜΚ4 δεν είδε τον δράστη ή τους δράστες. Δεν είδε ποιος άφησε τα ίχνη στο καπό. Η θέση της ότι τα αποτυπώματα προήλθαν από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αφαίρεσαν το μοτοποδήλατο αποτελεί συμπέρασμα που εξήγαγε από τη διάταξη του χώρου, τη θέση του οχήματος και το γεγονός ότι, κατά την ίδια, το αυτοκίνητο είχε καθαριστεί την προηγούμενη ημέρα. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι παράλογο και μπορεί να ληφθεί υπόψη, ως μέρος της συνολικής εικόνας. Ωστόσο, δεν έχει αποδεικτική αξία, ως η άμεση μαρτυρία γεγονότων. Η ίδια δέχθηκε ότι πρόκειται για σημείο από όπου περνά κόσμος και ότι δεν παρακολουθούσε συνεχώς τον χώρο. Επίσης, κατά την αντεξέταση, δεν θυμόταν με βεβαιότητα εάν έπλυνε η ίδια το όχημα ή αν το είχε πάρει αλλού για πλύσιμο, αν και επέμεινε ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν θα παρέμεναν λάδια πάνω στο καπό.

 

Η ΜΚ4 ήταν σταθερή και επίμονη στην εκδοχή της, ιδίως ότι τα ίχνη βρίσκονταν από την εσωτερική πλευρά του οχήματος και όχι από την πλευρά του δρόμου, γεγονός που, κατά την ίδια, καθιστούσε απίθανο να είχαν προκληθεί τυχαία από περαστικό. Η σταθερότητά της ενισχύει τη μαρτυρία της, στο μέτρο πάντοτε που αφορά την προσωπική της παρατήρηση, της θέσης των ιχνών. Παρά ταύτα, η βεβαιότητά της ως προς την αιτία δημιουργίας τους και ως προς την εμπλοκή του Κατηγορούμενου υπερβαίνει την προσωπική της γνώση, και εισέρχεται στο πεδίο εκτίμησης και, πάλι, του συμπεράσματος.

 

Επιπλέον, η αναφορά της σε άλλη υπόθεση κλοπής μοτοποδηλάτου, για την οποία ο Κατηγορούμενος φέρεται να είχε συλληφθεί, δεν είναι συγκεκριμένη, βασιζόμενη σε στοιχεία. Ιδίως, η απάντησή της «λάθος τους», όταν της υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε αθωωθεί, δείχνει προκατάληψη ή τουλάχιστον έντονη πεποίθηση εις βάρος του Κατηγορούμενου. Το σημείο αυτό δεν καταστρέφει προφανώς συνολικά την αξιοπιστία της, αλλά επιβάλλει ανάλογη προσοχή στην προσέγγιση της μαρτυρίας της.

 

Συνεπώς, η μαρτυρία της ΜΚ4 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη μόνο ως προς όσα η ίδια είδε, γνώριζε και διαπίστωσε άμεσα, την ύπαρξη και θέση του μοτοποδηλάτου, την εξαφάνισή του, τη διάταξη του χώρου, τη θέση του αυτοκινήτου και την ύπαρξη ιχνών στο καπό το επόμενο πρωί.

 

Κατηγορούμενος

 

Ο Κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ανήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα και ορκίστηκε. Ωστόσο, μετά την ορκωμοσία του, δεν του τέθηκε οποιαδήποτε ερώτηση από τη συνήγορό του κατά την κυρίως εξέταση, ούτε υποβλήθηκε σε αντεξέταση από την Κατηγορούσα Αρχή. Το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση προκάλεσε αντίδραση από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου, αν και δεν υπέβαλε συγκεκριμένο αίτημα, σε συγκεκριμένη βάση.

 

Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προφορική ένορκη μαρτυρία του Κατηγορούμενου επί της ουσίας των γεγονότων. Δεν προσφέρθηκε, μέσω της ζωντανής μαρτυρίας του στο εδώλιο, οποιαδήποτε εξήγηση, ανάπτυξη ή διευκρίνιση της θέσης του, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κατά τον συνήθη τρόπο με τον οποίο αξιολογείται μάρτυρας που καταθέτει ουσιαστικά και υποβάλλεται, ή δύναται να υποβληθεί, σε αντεξέταση. Διαφορετικό ζήτημα αποτελεί η κατάθεση του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω άλλου μάρτυρα. Η εν λόγω κατάθεση δεν αποτελεί ζωντανή ένορκη μαρτυρία του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά εξώδικη δήλωσή του, η οποία αξιολογείται στο πλαίσιο της μαρτυρίας μέσω της οποίας κατατέθηκε και με την προσοχή που επιβάλλει η φύση της. Στο μέτρο που από την αστυνομική του κατάθεση προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ανάμειξη στην υπόθεση και ανέφερε ότι δεν γνώριζε πώς βρέθηκαν τα αποτυπώματά του στη σκηνή, η θέση αυτή λαμβάνεται υπόψη.

 

Ωστόσο, επειδή ο ίδιος, παρότι ορκίστηκε, δεν ανέπτυξε την εκδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έδωσε οποιαδήποτε προφορική εξήγηση ή διευκρίνιση, δεν υπάρχει περιθώριο αξιολόγησης της προφορικής του μαρτυρίας ως προς τη συνοχή, την αμεσότητα ή την πειστικότητά της. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τον Κατηγορούμενο ως μάρτυρα γεγονότων που έδωσε ουσιαστική ένορκη κατάθεση ενώπιον του. Αξιολογεί μόνο το γεγονός ότι δεν προσφέρθηκε προφορική ένορκη μαρτυρία επί της ουσίας, καθώς και την εξώδικη αστυνομική του κατάθεση, στον βαθμό που αυτή έχει τεθεί παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Η άρνησή του, όπως καταγράφηκε στην αστυνομική κατάθεση, συνεκτιμάται με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, χωρίς όμως να μετατοπίζει το βάρος απόδειξης από την Κατηγορούσα Αρχή. Το αποδεικτικό βάρος παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ολόκληρο, στην Κατηγορούσα Αρχή, η οποία οφείλει να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η μη εσκεμμένη απουσία ουσιαστικής ένορκης προφορικής μαρτυρίας από τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο απόδειξης ούτε ως αυτοτελής βάση ενοχής.

 

Ευρήματα

 

Η παραπονούμενη, Μ.Κ., ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η ιδιοκτήτρια του μοτοποδηλάτου που αναφέρεται στην κατηγορία, αξίας €900. Το μοτοποδήλατο βρισκόταν σταθμευμένο σε ανοικτό χώρο μπροστά από την οικία της, σε σημείο που περιγράφηκε ως χώρος περίπου σχήματος Π. Η παραπονούμενη συνήθιζε να σταθμεύει το αυτοκίνητό της μπροστά από το μοτοποδήλατο, ώστε να περιορίζεται η δυνατότητα απομάκρυνσής του από το σημείο. Το απόγευμα της 5.3.2015, η παραπονούμενη επέστρεψε στην οικία της και στάθμευσε το όχημά της μπροστά από το μοτοποδήλατο. Το μοτοποδήλατο εξακολουθούσε να βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο γύρω στις 22:30 της ίδιας ημέρας, οπότε η παραπονούμενη το είδε για τελευταία φορά πριν μεταβεί για ύπνο. Το επόμενο πρωί, στις 6.3.2015, περί ώρα 07:00, διαπίστωσε ότι το μοτοποδήλατο δεν βρισκόταν πλέον εκεί. Το ίδιο πρωί, η παραπονούμενη παρατήρησε εμφανή ίχνη/αποτυπώματα στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου της. Τα ίχνη αυτά βρίσκονταν στην πλευρά του οχήματος που, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ήταν προς το εσωτερικό του χώρου όπου βρισκόταν το μοτοποδήλατο και όχι προς την πλευρά του δρόμου. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι τα ίχνη αυτά δεν υπήρχαν την προηγούμενη ημέρα. Η Αστυνομία κλήθηκε στη σκηνή και έλαβε αποτυπώματα από το καπό του αυτοκινήτου της παραπονούμενης, τα οποία διαβιβάστηκαν για επιστημονική εξέταση. Τα αποτυπώματα λήφθηκαν μόνο από το καπό του οχήματος και όχι από άλλα σημεία. Η Αστυνομία δεν επιβεβαίωσε ανεξάρτητα κατά πόσο το όχημα είχε πράγματι πλυθεί την προηγούμενη ημέρα. Το όχημα της παραπονούμενης, καθώς και η κατ’ ισχυρισμόν ζημιά σε αυτό, φωτογραφήθηκαν. Το αποτύπωμα που έφερε τα διακριτικά Σ.Π.1 εξετάστηκε από το Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας και ταυτοποιήθηκε με τη δεξιά παλάμη του Κατηγορούμενου. Κατά τη σύγκριση εντοπίστηκαν 16 κοινά χαρακτηριστικά σημεία μεταξύ του αποτυπώματος της σκηνής και του αποτυπώματος του Κατηγορούμενου, τα οποία συμφωνούσαν πλήρως ως προς τη φυσική τους διάταξη. Το Δικαστήριο ευρίσκει ότι το συγκεκριμένο αποτύπωμα ανήκει στον Κατηγορούμενο. Δεν μπορεί να προσδιοριστεί επιστημονικά ο χρόνος κατά τον οποίο το αποτύπωμα εναποτέθηκε στην επιφάνεια από την οποία λήφθηκε. Το αποτύπωμα βρέθηκε σε μετακινούμενο αντικείμενο, δηλαδή στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης. Δεν υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της απομάκρυνσης του μοτοποδηλάτου και δεν προσκομίστηκε άλλη άμεση μαρτυρία που να καταγράφει ποιος ή ποιοι το απομάκρυναν από το σημείο. Το μοτοποδήλατο δεν εντοπίστηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου. Κατά την έρευνα που διενεργήθηκε στην οικία του δεν ανευρέθηκε οποιοδήποτε σχετικό αντικείμενο ή στοιχείο. Η έρευνα δεν απέδωσε ευρήματα που να συνδέουν υλικά τον Κατηγορούμενο με το μοτοποδήλατο. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε τον υιό της παραπονούμενης και γνώριζε το μοτοποδήλατο. Διαμένει στην περιοχή και, συνεπώς, είχε δυνατότητα παρουσίας ή διέλευσης από την ευρύτερη περιοχή. Κατά την αστυνομική του ανάκριση, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση και ανέφερε ότι δεν γνώριζε πώς βρέθηκαν τα αποτυπώματά του στη σκηνή.

 

Νομικές πτυχές και εξέταση

 

Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[4]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[5]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[6]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[7].

 

Η περιστατική μαρτυρία συνιστά μορφή έμμεσης απόδειξης. Είναι μαρτυρία σχετικών γεγονότων, από τα οποία συνάγεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία άλλων γεγονότων, σχετικών με τα θέματα που πρέπει να αποφασιστούν. Συχνά, είναι αδύνατον να υπάρξει άμεση μαρτυρία, εφόσον τα ποινικά αδικήματα δυνατόν ή είθισται να διαπράττονται κρυφά. Δεν είναι μαρτυρία υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας και μπορεί να οδηγήσει και μόνη της σε καταδίκη[8]. Τα γεγονότα που αποδεικνύονται και τη συγκροτούν, και τη συνθέτουν ουσιαστικά, θα πρέπει να έχουν λογική συνοχή και συνέχεια στη ροή και τον ειρμό, ώστε αποδεικτικά να οδηγούν σε συμπέρασμα ενοχής, με τρόπο αναπόδραστο και κατ’ επέκταση πειστικό. Όπου τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας είναι αρκούντως πειστικά και δεν προσφέρεται οποιαδήποτε αντίθετη, ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής[9]. Όταν ο Κατηγορούμενος προσφέρει εξήγηση που σχετίζεται με την αθωότητά του, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί ότι είναι λογική και αληθής. Σχετικά με την περιστατική μαρτυρία και την αποδεικτική της αξίας αναφέρονται στο σύγγραμμα των Ηλιάδης & Σάντης (2016)[10], όπως και αναφορές σχετικές με τη μαρτυρία αναγνώρισης, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας γενετικού υλικού ως περιστατικής μαρτυρίας.

 

Τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος είναι εκείνα που απορρέουν από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το φως της σχετικής νομολογίας και των γενικών αρχών του ποινικού δικαίου.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 255 ΠΚ:

 

255.-(1) Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:

 

Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.

 

(2) (α) Ο όρος “αποκτά κατοχή” περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-

 

(i) με τέχνασμα

 

(ii) με εκφοβισμό

 

(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο

 

(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα

 

(β) ο όρος “αποκομίζει” περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.

 

(γ) ο όρος “ιδιοκτήτης” περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.

 

(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.

 

 

Για την απόδειξη του αδικήματος της απλής κλοπής, χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) ότι το αντικείμενο της κατηγορίας μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής·

 

(β) ότι το αντικείμενο αυτό ανήκε σε άλλο πρόσωπο, υπό την έννοια της ιδιοκτησίας, κατοχής, ελέγχου ή ειδικής ιδιοκτησίας·

 

(γ) ότι ο Κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή και αποκόμισε το αντικείμενο, δηλαδή ότι υπήρξε μετακίνησή του από τον χώρο όπου βρισκόταν·

 

(δ) ότι η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση έγιναν χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη·

 

(ε) ότι έγιναν με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη· και

 

(στ) ότι, κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής, υπήρχε σκοπός μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο.

 

Πέραν των πιο πάνω, πρέπει να αποδειχθεί και ότι το πρόσωπο που τέλεσε τις πιο πάνω πράξεις ήταν ο Κατηγορούμενος. Η ταυτότητα του δράστη δεν αποτελεί τυπικά χωριστό συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως αποτελεί αναγκαίο πραγματικό ζήτημα, χωρίς την απόδειξη του οποίου δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη.

 

Στην παρούσα υπόθεση, τα αντικειμενικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι το μοτοποδήλατο της παραπονούμενης αφαιρέθηκε από τον χώρο όπου βρισκόταν σταθμευμένο, χωρίς τη συναίνεσή της. Τα στοιχεία που αφορούν την ιδιοκτησία, την αξία, τη θέση στάθμευσης και την εξαφάνιση του μοτοποδηλάτου έχουν αποδειχθεί. Επίσης, υπό τις συνθήκες που έγιναν δεκτές, μπορεί να εξαχθεί ασφαλώς ότι η απομάκρυνση του μοτοποδηλάτου έγινε με δόλιο τρόπο και με σκοπό μόνιμης αποστέρησης της ιδιοκτήτριάς του από αυτό.

 

Το αποφασιστικό, όμως, ζήτημα δεν είναι κατά πόσο διαπράχθηκε κλοπή, αλλά κατά πόσο αποδείχθηκε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που τη διέπραξε ή συμμετείχε στη διάπραξή της.

 

Η μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου είναι περιστατική. Το κύριο συνδετικό στοιχείο είναι το αποτύπωμα που ταυτοποιήθηκε με τη δεξιά παλάμη του και το οποίο εντοπίστηκε στο καπό του αυτοκινήτου της παραπονούμενης. Το στοιχείο αυτό έχει αναμφίβολα ουσιαστική αποδεικτική σημασία[11]. Αποδεικνύει με βεβαιότητα ότι η δεξιά παλάμη του Κατηγορούμενου ήλθε σε επαφή με το συγκεκριμένο σημείο του οχήματος.

 

Το αποτύπωμα δεν εξετάζεται απομονωμένα. Το αυτοκίνητο, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, ήταν σταθμευμένο μπροστά από το μοτοποδήλατο και λειτουργούσε ως φυσικό εμπόδιο στην απομάκρυνσή του. Τα ίχνη εντοπίστηκαν το επόμενο πρωί, μετά τη διαπίστωση της κλοπής, ενώ το αυτοκίνητο είχε την προηγούμενη ημέρα πλυθεί, και εντοπίστηκαν σε σημείο που, κατά τη μαρτυρία της παραπονούμενης, βρισκόταν προς την εσωτερική πλευρά του χώρου, και όχι προς την πλευρά του δρόμου. Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την εκδοχή ότι η επαφή με το καπό θα μπορούσε να συνδέεται και με τη διαδικασία απομάκρυνσης του μοτοποδηλάτου. Δημιουργούν, συνεπώς, σοβαρή και εύλογη υποψία εις βάρος του Κατηγορούμενου. Η υποψία αυτή ενδεχομένως, κατά μία προσέγγιση, να ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε τον υιό της παραπονούμενης, γνώριζε το μοτοποδήλατο και διέμενε στην περιοχή.

 

Παρά ταύτα, η αποδεικτική αξία της συλλογιστικής αυτής έχει όρια. Δεν υπάρχει ανεξάρτητη αντικειμενική μαρτυρία, τέτοιας ποιότητας, ώστε να αποκλείει κάθε άλλη λογική πιθανότητα. Καθοριστικό παραμένει ότι το αποτύπωμα αποδεικνύει με βεβαιότητα την επαφή του Κατηγορούμενου με το καπό του αυτοκινήτου, όχι όμως, αφ’ εαυτού, τον χρόνο, τον λόγο ή τις ακριβείς περιστάσεις της επαφής αυτής[12]. Το ζητούμενο δεν ήταν απλώς να αποδειχθεί ότι το χέρι του Κατηγορούμενου άγγιξε το καπό. Πρέπει να αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η επαφή αυτή έλαβε χώρα κατά την απομάκρυνση του μοτοποδηλάτου ή σε άμεση σχέση με αυτή.

 

Από τη μαρτυρία του πραγματογνώμονα προκύπτει ότι δεν υπάρχει επιστημονική μέθοδος προσδιορισμού του χρόνου εναπόθεσης του αποτυπώματος. Η παραδοχή αυτή δεν μειώνει την αξιοπιστία της δακτυλοσκοπικής ταυτοποίησης. Οριοθετεί ορθά την αποδεικτική της εμβέλεια. Η δακτυλοσκοπική μαρτυρία αποδεικνύει την ταυτότητα του προσώπου που άφησε το αποτύπωμα. Δεν αποδεικνύει, χωρίς άλλα ασφαλή περιστατικά, πότε και γιατί το άφησε.

 

Επιπλέον, το αποτύπωμα δεν εντοπίστηκε επί του ίδιου του μοτοποδηλάτου, ούτε σε σημείο ή αντικείμενο που αποδείχθηκε ότι μπορούσε να αγγιχθεί μόνον από τον δράστη κατά την τέλεση της κλοπής. Εντοπίστηκε στο καπό αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο συνδεόταν χωρικά με το μοτοποδήλατο, διότι ήταν σταθμευμένο μπροστά του και λειτουργούσε ως εμπόδιο. Παραμένει, όμως, διαφορετικό αντικείμενο από το κλοπιμαίο και, μάλιστα, αντικείμενο το οποίο, από τη φύση του, είναι εκτεθειμένο σε επαφές τρίτων προσώπων, σε διάφορους χρόνους. Το γεγονός ότι η παραπονούμενη ανέφερε πως δεν το μετακίνησε μετά τη στάθμευσή του δεν εξαλείφει το κρίσιμο ζήτημα. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η μετακίνηση του οχήματος, αλλά το αν η συγκεκριμένη επαφή του Κατηγορούμενου με αυτό αποδείχθηκε ότι έγινε κατά την κλοπή.

 

Η θέση της παραπονούμενης ότι τα ίχνη βρίσκονταν προς την εσωτερική πλευρά του χώρου και όχι προς την πλευρά του δρόμου συνιστά στοιχείο που καθιστά λιγότερο πιθανή μια απλή, τυχαία επαφή από περαστικό που κινείτο στον δρόμο. Δεν την καθιστά, όμως, αποδεικτικά αδύνατη. Ούτε αποκλείει κάθε άλλη λογική πιθανότητα επαφής, σε άλλο χρόνο ή υπό άλλες περιστάσεις, ιδίως ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος, 16 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, διέμενε στην περιοχή, γνώριζε τον υιό της παραπονούμενης, και είχε δυνατότητα παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή. Η εσωτερική θέση του αποτυπώματος ενισχύει την υποψία, χωρίς, όμως, να κλείνει, από μόνη της, την αποδεικτική αλυσίδα.

 

Περαιτέρω, η παραπονούμενη ήταν σταθερή ότι το όχημα είχε πλυθεί την προηγούμενη ημέρα, είτε από την ίδια είτε με άλλο τρόπο, και ότι ίχνη από λάδι στην έκταση και μορφή που παρατήρησε το επόμενο πρωί θα ήταν ορατά και θα τα είχε αντιληφθεί. Η μαρτυρία της ως προς την προσωπική αυτή παρατήρηση έγινε αποδεκτή και ενισχύει την εκδοχή ότι τα ίχνη δημιουργήθηκαν εντός του επίδικου χρονικού διαστήματος. Παραμένει, όμως, ότι δεν υπήρξε ανεξάρτητη αντικειμενική επιβεβαίωση της κατάστασης της επιφάνειας του καπό αμέσως μετά τον καθαρισμό, ούτε επιστημονική δυνατότητα χρονολόγησης του αποτυπώματος. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν αποκλείεται, με την απαιτούμενη βεβαιότητα, κάθε άλλη λογική πιθανότητα, ως προς τον χρόνο εναπόθεσης του αποτυπώματος.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, ότι δεν εξετάστηκε επιστημονικά η ουσία με την οποία σχηματίστηκαν τα ίχνη, ώστε να διαπιστωθεί αν επρόκειτο πράγματι για λάδι μηχανής, αν η ουσία αυτή μπορούσε να προέρχεται από μοτοποδήλατο ή αν μπορούσε να συνδεθεί ειδικότερα με το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο. Η αναφορά της παραπονούμενης σε λάδια ήταν, κατά την ίδια τη φύση της, συμπέρασμα από την όψη των ιχνών. Χωρίς επιστημονική επιβεβαίωση, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντικειμενικός σύνδεσμος μεταξύ του αποτυπώματος και του κλοπιμαίου.

 

Δεν υπήρξε, επίσης, αυτόπτης μάρτυρας, δεν υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, δεν ανευρέθηκε το μοτοποδήλατο στην κατοχή του Κατηγορούμενου και δεν εντοπίστηκε στην οικία του οποιοδήποτε αντικείμενο ή άλλο υλικό στοιχείο που να τον συνδέει με την αφαίρεσή του. Δεν λήφθηκαν αποτυπώματα από άλλα σημεία, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να επιβεβαιώσουν τον τρόπο απομάκρυνσης του μοτοποδηλάτου ή την παρουσία περισσότερων προσώπων. Δεν υπάρχει, συνεπώς, δεύτερος ανεξάρτητος κρίκος που να συνδέει το αποτύπωμα με την ίδια την αποκόμιση του μοτοποδηλάτου.

 

Ακόμη και δίδοντας περισσότερη βαρύτητα στη μαρτυρία της παραπονούμενης ότι δεν μετακίνησε το όχημα, ότι τα ίχνη βρίσκονταν προς την εσωτερική πλευρά του χώρου, ότι το όχημα είχε προηγουμένως πλυθεί και ότι ίχνη τέτοιας μορφής θα ήταν ορατά αν προϋπήρχαν, το συμπέρασμα ότι τα αποτυπώματα εναποτέθηκαν αναγκαστικά κατά τη διάπραξη της κλοπής δεν είναι το μόνο λογικά δυνατό. Η πιθανότητα προγενέστερης ή διαφορετικής επαφής του Κατηγορούμενου με το όχημα προκύπτει από συγκεκριμένους περιορισμούς της απόδειξης, την αδυναμία χρονολόγησης του αποτυπώματος, το ότι το αποτύπωμα βρέθηκε σε αυτοκίνητο και όχι στο ίδιο το μοτοποδήλατο, τη μη ανεξάρτητη αντικειμενική επιβεβαίωση της κατάστασης της επιφάνειας του καπό αμέσως μετά τον καθαρισμό, τη μη επιστημονική εξέταση της ουσίας των ιχνών και την απουσία άλλης άμεσης ή υλικής σύνδεσης του Κατηγορούμενου με το κλοπιμαίο. Οι άλλες λογικές εξηγήσεις δεν χρειάζεται να είναι πιθανότερες από την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Ούτε χρειάζεται να αποδειχθούν από τον Κατηγορούμενο. Αρκεί να παραμένουν λογικά ανοικτές επί της μαρτυρίας, ώστε η περιστατική μαρτυρία να μη οδηγεί αναπόδραστα στην ενοχή. Δεν αρκεί η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής να είναι η πιο πιθανή ή η πιο πειστική υπόθεση. Πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να αποκλείει κάθε άλλη λογική εκδοχή συμβατή με την αθωότητα.

 

Εξεταζόμενη συνολικά, η μαρτυρία συγκροτεί σοβαρή περιστατική υπόθεση. Το αποτύπωμα του Κατηγορούμενου στο καπό του αυτοκινήτου, σε συνδυασμό με τη θέση του οχήματος, τη διάταξη του χώρου, τη θέση των ιχνών προς την εσωτερική πλευρά, την εξήγηση της παραπονούμενης για τον πρακτικό τρόπο απομάκρυνσης του μοτοποδηλάτου και τον χρόνο εντοπισμού των ιχνών, δημιουργεί ισχυρή ένδειξη ότι ο Κατηγορούμενος ήλθε σε επαφή με σημείο που σχετίζεται χωρικά και πρακτικά με την απομάκρυνση του μοτοποδηλάτου. Η ένδειξη αυτή δεν είναι όμως αρκετή, για να μετατρέψει την επαφή με το καπό σε απόδειξη συμμετοχής στην κλοπή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η αποδεικτική αλυσίδα δεν φθάνει σε αυτό το επίπεδο βεβαιότητας. Ο κρίκος που συνδέει το αποτύπωμα με την ίδια την αποκόμιση του μοτοποδηλάτου παραμένει ελλιπής. Έχει αποδειχθεί η επαφή. Δεν έχει αποδειχθεί, με την απαιτούμενη βεβαιότητα, ότι η επαφή έγινε κατά την κλοπή ή για σκοπούς διευκόλυνσης της κλοπής.

 

Η απουσία συγκεκριμένης εξήγησης από τον Κατηγορούμενο ως προς το πώς βρέθηκε το αποτύπωμά του στο καπό δεν θεραπεύει τα κενά της υπόθεσης. Ο Κατηγορούμενος δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει την αθωότητά του ούτε να προσφέρει εξήγηση, εφόσον εξ αρχής παρέμεναν ανοικτοί άλλοι λογικοί δρόμοι. Το βάρος απόδειξης παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στην Κατηγορούσα Αρχή. Η σιωπή ή η μη παροχή πειστικής εξήγησης δεν μπορεί να μετατρέψει μια ισχυρή υποψία σε απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Διαφορετικά, το βάρος θα μετατοπιζόταν ανεπίτρεπτα στον Κατηγορούμενο να εξηγήσει την αθωότητά του, αντί να παραμένει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την ενοχή του.

 

Το δακτυλικό αποτύπωμα, ακόμη και ως μόνη ουσιαστική μαρτυρία, μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη, όταν, όμως, οι περιστάσεις εντοπισμού του είναι τέτοιες, ώστε να αποκλείουν λογικά αθώα ή άσχετη επαφή. Στην παρούσα υπόθεση, το αποτύπωμα αποδεικνύει με βεβαιότητα ποιος άγγιξε το καπό, όχι, όμως, με την ίδια βεβαιότητα, ότι ο Κατηγορούμενος το άγγιξε κατά την κλοπή ή ότι συμμετείχε στην απομάκρυνση του μοτοποδηλάτου. Συνεπώς, παρά τη σοβαρότητα των ενδείξεων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο δράστης ή ένας από τους δράστες της κλοπής. Το συμπέρασμα είναι οριακό, αλλά σε υποθέσεις που κινούνται πλησίον του ορίου, το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικό, ώστε να μη μετατρέψει την ισχυρή υποψία σε απόδειξη ενοχής. Εφόσον παραμένει λογικά ανοικτή, επί της μαρτυρίας, η πιθανότητα η επαφή του Κατηγορούμενου με το όχημα να μην έγινε κατά την τέλεση της κλοπής ή σε άμεση σχέση με αυτήν, η αμφιβολία που ανακύπτει είναι λογική, και αναπόφευκτα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του Κατηγορούμενου.

 

Θα ήταν διαφορετική η όλη αποδεικτική εικόνα εάν υπήρχε πρόσθετος ανεξάρτητος κρίκος, που να συνέδεε το αποτύπωμα, όχι απλώς με το όχημα, αλλά με την ίδια την απομάκρυνση του μοτοποδηλάτου. Ενδεικτικά, εάν η ουσία με την οποία σχηματίστηκαν τα ίχνη είχε εξεταστεί επιστημονικά και είχε συνδεθεί με το κλοπιμαίο μοτοποδήλατο, εάν εντοπίζονταν αποτυπώματα ή άλλα ίχνη του Κατηγορούμενου επί του ίδιου του μοτοποδηλάτου (εάν εντοπίζονταν) ή σε άλλο κρίσιμο σημείο της διαδικασίας απομάκρυνσής του, εάν υπήρχε οπτική ή άλλη αντικειμενική μαρτυρία παρουσίας του στον χώρο κατά τον ουσιώδη χρόνο, ή εάν ανευρίσκετο σχετικό αντικείμενο στην κατοχή ή υπό τον έλεγχό του, η περιστατική μαρτυρία θα μπορούσε να αποκτήσει διαφορετική αποδεικτική βαρύτητα, που θα μπορούσε ενδεχομένως να κλείσει την αλυσίδα. Τέτοιος πρόσθετος κρίκος, όμως, δεν προσκομίστηκε.

 

Ούτε η γενική και αόριστη αναφορά της παραπονούμενης σε άλλη υπόθεση μοτοποδηλάτου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τέτοιος κρίκος. Δεν προσκομίστηκε συγκεκριμένη, παραδεκτή και ουσιωδώς συναφής μαρτυρία που να αποδεικνύει παρόμοιο τρόπο δράσης ή άλλο στοιχείο με πραγματική αποδεικτική σύνδεση προς την παρούσα κατηγορία. Η απλή αναφορά σε προηγούμενη σύλληψη ή εμπλοκή, χωρίς περισσότερα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απόδειξη της ταυτότητας του δράστη στην υπό κρίση υπόθεση.

 

Κατάληξη

 

Ως αποτέλεσμα των ως άνω διαπιστώσεων, δηλαδή λόγω αμφιβολιών, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.

[2] Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 439, Σαρρής ν. Καλλέγιας (2011) 1 ΑΑΔ 958, Cybarco Ltd v. Kouashik (2001) 1 ΑΑΔ 2013, Inman v. Abbot and Haliburton (2015) 2 SCR 182, R v. Ward (1992) 2 All ER 577, R. v. Maguire (1992) 2 All ER 433 κ.α..

[3] Ψάλτης ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 113.

[4] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.

[5] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.

[6] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.

[7] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.

[8] Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρυσάνθου, ΠΕ 137/2015, 02.06.2016, Χρίστου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 85/2014, 27.05.2015, Καλογήρου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 61.

[9] Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 687.

[10] Ηλιάδης, Τ. & Σάντης, Ν. (2016). Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (σελ.551επ.). Λευκωσία: Hippasus Publishing.

[11] Charitonos and Others v. The Republic (1971) 2 CLR 40.

 

[12] Ηλιάδης, Τ. & Σάντης, Ν. (2016). Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές. Hippasus Publishing, σελ.413-414, «Η Αποδεικτική Βαρύτητα των Δακτυλικών Αποτυπωμάτων» και εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Χαρίτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 225, Ιωάννου άλλως «Τίτος» κ.α. ν. Δημοκρατία (2000) 2 ΑΑΔ 409, Ξυδάς ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 807 κ.α.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο