ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Υπόθεση αρ. 15322 / 2021, 8/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Υπόθεση αρ. 15322 / 2021, 8/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 15322 / 2021

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

 

 

________

 

Ημερομηνία: 8 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Σ. Ιωάννου, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(δοθείσα αυθημερόν)

 

Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, στην 1η Κατηγορία, ότι την 5η Ιουλίου 2019, στην Αυδήμου, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Ν.Α. από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ], και στη 2η Κατηγορία, ότι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους €200 στο όχημα τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται, περιουσία του ιδίου προσώπου, Ν.Α. [κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, άρθρο 324 § 1 ΠΚ], κατηγορίες τις οποίες αρνήθηκε.

 

Για την απόδειξη της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή, παρουσίασε μαρτυρία από τον παραπονούμενο, Ν.Α. (ΜΚ1), από τον Α/Λοχία 2492 Σταύρο Περικλέους (ΜΚ2), από τον Α/Αστ.4007 Κωστάκη Κωνσταντίνου (ΜΚ3) και από την Δρ. Μαρία Παπαλουκά (ΜΚ4).

 

Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε δώσει ένορκη μαρτυρία (ΜΥ1).

 

Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, ακούστηκαν αγορεύσεις, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε πως είναι αξιόπιστη η μαρτυρία του παραπονούμενου και όχι εκείνη του Κατηγορούμενου, ενώ η πλευρά της Υπεράσπισης εισηγήθηκε ακριβώς το αντίθετο. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια ή λεπτομερής αναφορά.

 

Μαρτυρία και εξέταση

 

Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα.  Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.

 

Επίσης, το καθήκον των μαρτύρων που καταθέτουν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, και το οποίο προέχει έναντι οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος προς τους εντολείς τους, είναι να παρέχουν αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των επιστημονικών κριτηρίων, με σαφή τρόπο και χωρίς περιπλοκές και εστίες σύγχυσης ή παραπλάνησης, για να μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει την ανεξάρτητη κρίση του, εφαρμόζοντάς τα στην υπό κρίση περίπτωση[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων γεγονότων, ως προς τις αρχές που εφαρμόζονται[3], με εστίαση περισσότερο στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, όπου ρόλο διαδραματίζουν η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία προσεγγίζεται η διατύπωση της γνώσης, η παράθεση και εξήγησης των βάσεων της, η πληρότητα και η σταθερότητά της, χωρίς ασφαλώς τα κριτήρια να είναι εφικτό να προκαθοριστούν εξαντλητικά.

 

ΜΚ1: παραπονούμενος, Ν.Α.

 

Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία την 5.7.2019 (Τ1), στην οποία ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Κατοικεί στην Αυδήμου μαζί με τους γονείς του. Πριν από περίπου τρία χρόνια, έκανε γεωργικές εργασίες για λογαριασμό του Κατηγορούμενου, ο οποίος έχει μάντρα με ζώα στην Αυδήμου. Πληρώθηκε για τη δουλειά που έκανε το ποσό των €3.000, αλλά μετά από πάροδο δύο ετών. Επίσης, πριν από επτά με οκτώ μήνες περίπου, στην περιοχή «Μελάντα», των Βρετανικών Βάσεων, είχαν διαφορές με το ίδιο πρόσωπο, όταν επενέβη σε χωράφι που ο ΜΚ1 ενοικιάζει και άνοιξε αυλάκι, για να εμποδίσει τη διέλευση. Το πρόβλημα αυτό διευθετήθηκε χωρίς να ενημερωθεί οποιοδήποτε τμήμα. Εκείνες τις ημέρες, στο Παραμάλι, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού – Πάφου, ενώ ο ΜΚ1 οδηγούσε το αυτοκίνητό του, τον πλεύρισε με το αυτοκίνητό του ο Κατηγορούμενος και του ζήτησε να σταματήσουν εκτός του δρόμου και τον έπιασε από τη μύτη με το χέρι του και του είπε «Εν σε πλιέρωσα; Γιατί έκλεισες το αυλάτζι; Ίνταμπου θέλεις που λλέου μου;». Ο ΜΚ1 του είπε να τον αφήσει ήσυχο και να μην τον ενοχλήσει ξανά και έφυγαν από το μέρος. Δεν καταγγέλθηκε το περιστατικό. Πριν από περίπου δέκα ημέρες, ο ΜΚ1 ερχόταν από την Αυδήμου με τον «κομπάϊν» και στην περιοχή Μελάντα, τον πλεύρισε ξανά ο Κατηγορούμενος με ένα μονοκάμπινο αυτοκίνητο. Κατέβηκε κάτω, βγήκε στο όχημα του ΜΚ1 και, ενώ ο ΜΚ1 καθόταν στη θέση του οδηγού, με τα χέρια του, του έκανε υποδείξεις να μην τον σχολιάζει δήθεν σε άλλους γιατί θα τον καθαρίσει, όπως τον απείλησε. Ακολούθως, έφυγε από το μέρος. Ούτε τότε έγινε καταγγελία. Την 4.7.2019 το απόγευμα, τον πήρε τηλέφωνο στο κινητό του ο κουμπάρος του Κατηγορούμενου, που επαγγέλλεται επίσης τον βοσκό, και συνομιλούσαν για δουλειές. Ήρθαν στη συζήτηση τα γεγονότα που σχετίζονταν με τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 εξέφρασε ότι εάν δεν σταματήσει να τον ενοχλεί ο Κατηγορούμενος, θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία, και ο συνομιλητής του απείχε από το να πάρει θέση, λέγοντας «Κάμετε καλά μεταξύ σας». Την 5.7.2019, γύρω στις 09:40, ο ΜΚ1 οδηγούσε το διπλοκάμπινο όχημα τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στην οδό Γιαλούσας, στην Αυδήμου, βόρεια, και έξω από την υπεραγορά «Κουλία», είδε τον Κατηγορούμενο να στέκεται μπροστά στην είσοδο της υπεραγοράς. Ο Κατηγορούμενος φώναξε στον ΜΚ1 «Σταμάτα τζιαι θέλω σε». Δεν σταμάτησε ο ΜΚ1, πήγε εγγύτερα στο περίπτερο «Μαρία», έπιασε έναν καφέ και επέστρεψε πίσω, στην αντίθετη κατεύθυνση, νότια, για να πάει στη μάντρα του πατέρα του. Είδε ξανά τον Κατηγορούμενο τότε να στέκεται στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην υπεραγορά, του έδειξε με τα χέρια του να σταματήσει και φώναξε «Στάθου αριστερά και θέλω σε». Ο ΜΚ1 σταμάτησε το αυτοκίνητό του και δεν κατέβηκε κάτω. Ο Κατηγορούμενος ήρθε στο πλευρό του, μπροστά στη θέση του οδηγού, και ενώ ήταν δίπλα στη θέση του οδηγού, έβαλε το αριστερό χέρι του στον μοχλό που κλειδώνει την πόρτα και τον κρατούσε για να μην μπορεί να ανοίξει, και με το δεξί του χέρι, χωρίς να πει οτιδήποτε, του έδωσε μία γροθιά στο πρόσωπο. Ταυτόχρονα, με το πόδι του, κλώτσησε την πόρτα της θέση του οδηγού και τράβηξε με τα χέρια του το καθρεφτάκι το δεξί. Αμέσως, ο ΜΚ1 είπε στον Κατηγορούμενο πως θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία και εκείνος έφυγε, χωρίς ο ΜΚ1 να θυμάται το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Αμέσως μετά, ήρθε κοντά στο αυτοκίνητό του και ο κουμπάρος του Κατηγορούμενου, ο οποίος, μόλις είδε τον ΜΚ1, γελούσε και τον κορόιδευε. Ο ΜΚ1 πρόσεξε ότι τα χείλη του, κάτω από τη μύτη, αιμορραγούσαν. Μετέβη στην Αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν, στη συνέχεια πήγε στις Πρώτες Βοήθειες. Φωτογραφήθηκε στην παρουσία του από την Αστυνομία και η ζημιά στο όχημα, από την κλωτσιά και στο καθρεφτάκι, την οποία υπολογίζει γύρω στα €200. Την ώρα του συμβάντος, ο ΜΚ1 φορούσε καπέλο και πάνω στο καπέλο γυαλιά του ήλιου μάρκας Georgio Armani, αξίας €100, τα οποία απώλεσε. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο ως το ίδιο πρόσωπο του δράστη, που αναφέρει στην κατάθεσή του. Επίσης, αναγνώρισε και κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών, που αναγνώρισε πως απεικονίζουν τη ζημιά στο όχημά του (Τ2).

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ1, για ό,τι ερωτάτο, παρέπεμπε στην αρχική του κατάθεση, χωρίς κατά βάση να απαντά εκ νέου, και δη με τρόπο έντονο και φορτικό, αποδίδοντας στον συνήγορο Υπεράσπισης που τον ρωτούσε σχετικά πρόθεση να τον μπερδέψει. Δέχθηκε, σε αντίθεση με την κατάθεσή του στην Αστυνομία, ότι υπήρχε συνορεύον ακίνητο του Κατηγορουμένου στο σημείο όπου υποτίθεται άνοιξε το αυλάκι και ενδεχόμενη συνοριακή διαφορά. Μάλιστα, όχι μόνον ο ΜΚ1 παρουσιάστηκε ως το θύμα παρενόχλησης από τον Κατηγορούμενο, αλλά ως το δυναμικό άτομο που προειδοποίησε τον Κατηγορούμενο «μην συνεχίσεις γιατί θα τσακωθούμε και θα πάμε Δικαστήριο». Στη συνέχεια, έσπευσε να πει ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε κάποιον καβγά, ενώ στην κατάθεσή του αναφέρονταν σε απροκάλυπτη επίθεση από τον Κατηγορούμενο, τον οποίον έβλεπε συνέχεια μπροστά του, μετά από σειρά ενοχλητικών επιθέσεων. Η αποφυγή του ΜΚ1 να απαντήσει επί των λεπτομερειών των όσων γεγονότων κατέθεσε ήταν σε βαθμό που ουσιαστικά ο ΜΚ1 αρνείτο αντεξέταση. Την ίδια στιγμή, δεν παρείχε λόγο για τον οποίον δεν καταγγέλθηκαν τα υποτιθέμενα περιστατικά, τις λεπτομέρειες των οποίων αρνήθηκε να αναφέρει (π.χ. πώς τον έπιασε από τη μύτη), αντιδρώντας έντονα στην υπόθεση ότι ενδεχομένως να μην λέει την αλήθεια, επειδή ορκίστηκε. Απέφυγε να αναφερθεί στη σχέση που έχει με τον κουμπάρο του Κατηγορούμενου και στον λόγο για τον οποίο τον κάλεσε τηλεφωνικώς, κατά τους ισχυρισμούς του, την 4.7.2019, λέγοντας στον συνήγορο Υπεράσπισης, κατ’ επανάληψη μάλιστα, «είπα σου να μεν με ρωτάς» και παραπέμποντας και πάλι στο περιεχόμενο της κατάθεσής του, πέρα από το οποίο, δήλωσε ρητά, δεν θέλει να πει οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και για τα κρίσιμα γεγονότα της 5.7.2019 τήρησε την ίδια στάση, αρνούμενος να πει ξεκάθαρα εάν στο τεταμένο των σχέσεών του με τον Κατηγορούμενο είχε κάποια θέση το γεγονός που είχε αναφέρει στην κατάθεσή του, ότι ο Κατηγορούμενος του χρωστούσε χρήματα από εργασίες που ο ΜΚ1 είχε κάνει. Επίσης, απείχε από το να διευκρινίσει κατά πόσον οι διαφορές μεταξύ του ΜΚ1 και του Κατηγορούμενου εκτείνονταν και σε άλλα θέματα, περιλαμβανομένης της εμπλοκής του Κατηγορουμένου στην καλλιέργεια κτημάτων που προηγουμένως καλλιεργούσε ο ΜΚ1. Αρνήθηκε να αναφερθεί στα γεγονότα που οδήγησαν στην πρόκληση του υποτιθέμενου τραυματισμού του, προβάλλοντας «έπιασα χαρτί του γιατρού, τούτα που λέτε εσείς είναι όλα κουβέντες του αέρα». Σε κατοπινό στάδιο της κατάθεσής του, ανέφερε, για τον Κατηγορούμενο, «Ήμασταν φίλοι πρώτα, μετά αυτός το επέλεξε να γίνει αυτό το πράγμα. Κανένας άλλος», δεχόμενος πως και ο ίδιος είχε μπει κάποιες φορές στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, εφόσον συνεργάζονταν. Έπειτα, αισθανόμενος ότι οι ερωτήσεις οδηγούσαν αλλού, και πάλι, άρχισε να επικαλείται την κατάθεσή του, αποφεύγοντας να απαντήσει σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και με βάση τη δική του εκδοχή. Ερωτώμενος για τη φυσική κατάληξη των υποτιθέμενων γυαλιών μάρκας Emporio Armani, εάν δεχόταν κτύπημα στο πρόσωπο με φορά από το εξωτερικό του οχήματος προς τα μέσα, και πρόταξε και πάλι πως έχει πιστοποιητικό του ιατρού για το κτύπημα, αρνούμενος να παρέχει λογικές εξηγήσεις, όχι από μη ικανότητα, αλλά από φόβο μήπως πει οτιδήποτε που μπορεί να αποκλίνει από τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του ή παραπάνω, αποκαλύπτοντας πτυχές των γεγονότων ενάντια στην εκδοχή του. Αρνήθηκε ακόμα να δείξει και πού ακριβώς τον κτύπησε, κατά τους ισχυρισμούς του, ο Κατηγορούμενος ή πού είναι η υποτιθέμενη ζημιά στο όχημά του στο Τ2, στο οποίο απεικονίζεται ένα μεταχειρισμένο όχημα, χωρίς έκδηλα ορατές ζημιές με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν κατέστη δυνατό να κριθεί ως αξιόπιστη και ασφαλής βάση για εξαγωγή ευρημάτων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ1 παρουσίασε μία εκτενή αφήγηση γεγονότων και προηγούμενων περιστατικών που, κατά τον ίδιο, έδειχναν μία μακροχρόνια επιθετική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου απέναντί του, η ίδια η δομή και εξέλιξη της αφήγησής του εμφάνισε ουσιώδη εσωτερικά ρήγματα, τα οποία δεν μπορούν να αποδοθούν απλώς σε ατέλειες μνήμης ή στον φυσικό τρόπο έκφρασης ενός μάρτυρα σε προφορική διαδικασία. Τα προβλήματα αυτά είναι ενδογενή στην ίδια την εκδοχή του και επηρεάζουν την αξιοπιστία της.

 

Καταρχάς, η αφήγηση του ΜΚ1 χαρακτηρίζεται από ασυνεπή κλιμάκωση της δικής του συμπεριφοράς έναντι του Κατηγορούμενου. Από τη μία, παρουσιάζει τον εαυτό του ως πρόσωπο που επί μακρό χρονικό διάστημα υφίσταται σοβαρές παρενοχλήσεις, απειλές και ακόμη και σωματική επαφή από τον Κατηγορούμενο, όπως το υποτιθέμενο πιάσιμο από τη μύτη και οι απειλές ότι «θα τον καθαρίσει», χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίδραση, πέραν της αποχώρησής του από τα διάφορα περιστατικά. Από την άλλη, στην ίδια αφήγηση, εμφανίζεται ως πρόσωπο που δεν διστάζει να αντιπαρατεθεί, να προειδοποιήσει τον Κατηγορούμενο, ακόμη και να τον απειλήσει με καταγγελία ή δικαστική διαδικασία. Η μετάβαση αυτή από παθητική στάση σε δυναμική και συγκρουσιακή συμπεριφορά παραμένει ανεξήγητη και δημιουργεί αμφιβολία ως προς το κατά πόσον η εκδοχή του αντανακλά πραγματικά βιωμένη κατάσταση φόβου ή εάν προσαρμόζεται εκ των υστέρων στις ανάγκες της καταγγελίας.

 

Η ίδια αντίφαση διαφαίνεται και σε σχέση με το υποτιθέμενο αίσθημα φόβου που ισχυρίζεται ότι βίωνε. Ενώ περιγράφει έναν Κατηγορούμενο διαρκώς απειλητικό και επιθετικό, ο οποίος τον αναζητούσε και τον παρενοχλούσε επανειλημμένα, ο ίδιος ο ΜΚ1, κατά την επίδικη ημέρα, όχι μόνο δεν αποφεύγει την επαφή μαζί του, αλλά επιστρέφει συνειδητά στο ίδιο σημείο, μετά την πρώτη συνάντηση, σταματά το όχημά του κατόπιν υπόδειξης του Κατηγορούμενου και παραμένει στο σημείο χωρίς να επιχειρήσει αποχώρηση ή αναζήτηση βοήθειας. Η συμπεριφορά αυτή δεν συνάδει με πρόσωπο που πραγματικά φοβάται επικείμενη επίθεση, εκτός εάν δοθεί εύλογη εξήγηση, η οποία ουδέποτε δόθηκε.

 

Περαιτέρω, η ίδια η περιγραφή του επίδικου επεισοδίου της 5.7.2019 εμφανίζει λειτουργικές και πρακτικές ασυνέπειες. Ο ΜΚ1 περιγράφει ότι ο Κατηγορούμενος ταυτόχρονα συγκρατούσε την πόρτα του οχήματος με το ένα χέρι, τον γρονθοκόπησε με το άλλο, κλώτσησε την πόρτα και τράβηξε τον καθρέφτη του οχήματος. Η περιγραφή αυτή, ιδίως υπό τις συνθήκες που ο ίδιος περιγράφει, αφήνει σοβαρά ερωτήματα ως προς τη φυσική αλληλουχία και πρακτική δυνατότητα τέλεσης όλων αυτών των ενεργειών εντός ελάχιστου χρόνου, ενώ ο ίδιος ο ΜΚ1 παρέμενε, κατά τα λεγόμενά του, παθητικός μέσα στο όχημα. Η εκδοχή αυτή στερείται σαφούς χρονικής και φυσικής συνοχής και αποδίδει περισσότερο μία γενική εικόνα έντασης παρά μία σαφή και αξιόπιστη περιγραφή συγκεκριμένων πράξεων.

 

Επιπλέον, η αφήγηση του ΜΚ1 παρουσιάζει ασάφεια ως προς την πραγματική αιτία της σύγκρουσης μεταξύ των δύο πλευρών. Στην εκδοχή του ενσωματώνονται οικονομικές διαφορές, γεωργικές εργασίες, συνοριακές διαφορές σε χωράφια, αυλάκια και παρεμβάσεις τρίτων προσώπων, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται ποιο από όλα αυτά αποτέλεσε τον πραγματικό πυρήνα της αντιδικίας. Η συσσώρευση πολλών πιθανών αιτίων, χωρίς σαφή σύνδεση ή ιεράρχηση, αποδυναμώνει την καθαρότητα της αφήγησης και δημιουργεί την εικόνα προσπάθειας ενίσχυσης της γενικής εντύπωσης αντιπαράθεσης, παρά παρουσίασης σαφών και συγκεκριμένων γεγονότων.

 

Σημαντική είναι και η στάση που τήρησε ο ΜΚ1 κατά την αντεξέτασή του. Αντί να απαντά ευθέως σε κρίσιμα και ουσιώδη ερωτήματα, παρέπεμπε επανειλημμένα στην αρχική του κατάθεση, αρνούμενος ουσιαστικά να επιτρέψει αποτελεσματικό έλεγχο της εκδοχής του. Η στάση του δεν παρέπεμπε σε αδυναμία μνήμης ή σύγχυση, αλλά σε συνειδητή αποφυγή παροχής διευκρινίσεων, οι οποίες ενδεχομένως να αποκάλυπταν αντιφάσεις ή πτυχές ασύμβατες με την αρχική του εκδοχή. Η επιθετική και φορτική συμπεριφορά που υιοθέτησε έναντι του συνηγόρου Υπεράσπισης, καθώς και η συνεχής άρνησή του να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα, επηρέασαν αρνητικά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του.

 

Περαιτέρω, ενώ ο ΜΚ1 επικαλέστηκε το ιατρικό πιστοποιητικό ως επιβεβαίωση της εκδοχής του, η σχετική μαρτυρία της ΜΚ4 δεν συνέδεσε τα ευρήματα με συγκεκριμένο μηχανισμό πρόκλησης ή με συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Το Τ7 αποδεικνύει μόνο την ύπαρξη περιορισμένης κάκωσης στο άνω χείλος και όχι τον τρόπο, τον χρόνο ή τον δράστη πρόκλησής της. Αντίστοιχα, οι φωτογραφίες Τ2 δεν ανέδειξαν με σαφήνεια τις υποτιθέμενες ζημιές στο όχημα, ενώ ούτε ο ίδιος ο ΜΚ1 ήταν πρόθυμος να υποδείξει συγκεκριμένα τα σημεία της ζημιάς ή του τραυματισμού του. Το σύνολο των πιο πάνω στοιχείων οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη συνοχή, σαφήνεια και αξιοπιστία που θα επέτρεπαν ασφαλή στήριξη καταδικαστικού ευρήματος.

 

Οι ουσιώδεις αντιφάσεις, τα λογικά κενά, η προβληματική συμπεριφορά του κατά την αντεξέταση και η απουσία ουσιαστικής επιβεβαίωσης της εκδοχής του από ανεξάρτητη μαρτυρία δημιουργούν εύλογη και ουσιώδη αμφιβολία ως προς την ακρίβεια και αλήθεια των ισχυρισμών του. Υπό τα δεδομένα αυτά, η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη.

 

ΜΚ2, Α/Λοχίας 2492 Σταύρος Περικλέους

 

Ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 10.6.2020 (Τ3), στην οποία αναφέρονται οι διαδικαστικές πράξεις στις οποίες προέβη σχετικά με το φωτογραφικό υλικό που εξασφάλισε, αναγνωρίζοντας πως πρόκειται για τις φωτογραφίες του Τ2. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2 ανέφερε πως ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς προκλήθηκαν οι ζημιές που απεικονίζονται στο όχημα, στις φωτογραφίες του Τ2. Η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε ως προς την ουσία της, δηλαδή ως προς τις ανακριτικές πράξεις που διενήργησε ο ΜΚ2, και δεν έχει οποιαδήποτε σημεία αναξιοπιστίας. Είναι αποδεκτή στο σύνολό της.

 

ΜΚ3 Α/Αστ 4007 Κωστάκης Κωνσταντίνου

 

Ο ΜΚ3 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 15.7.2019 (Τ4). Στο Τ4 αναφέρει πως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο την 6.7.2019 (Τ5) και την ίδια ημέρα τον κατηγόρησε γραπτώς (Τ6). Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε, η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει ασάφειες ή αντιφάσεις, ως προς τις ανακριτικές πράξεις στις οποίες προέβη, συνάδει με έγγραφα, και είναι αποδεκτή στο σύνολό της ως αξιόπιστη.

 

ΜΚ4: Δρ. Μαρία Παπαλουκά

 

Η ΜΚ4 είναι ιατρός, η οποία εξέτασε τον ΜΚ1 και εξέδωσε το ιατρικό πιστοποιητικό που κατέθεσε (Τ7). Στο Τ7 αναφέρεται πως πρόσωπο με τα στοιχεία του παραπονούμενου μετέβη για εξετάσεις την 5.7.2019 και φέρει οίδημα και αιμάτωμα στη μεσότητα του άνω χείλους με επέκταση την έσσω επιφάνεια, χωρίς άλλες ενδείξεις κακώσεων. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η ΜΚ4 εξέτασε τον ΜΚ1 και ότι διαπίστωσε όσα κατέγραψε στο Τ7, γι’ αυτό είναι αποδεκτή η σχετική μαρτυρία της. Η ΜΚ4, ωστόσο, δεν ήταν σε θέση, όπως ειλικρινά κατέθεσε, να αναφέρει οποιεσδήποτε αιτίες των ευρημάτων της ή και να συνδέσει αυτά με οποιαδήποτε συμπεριφορά του Κατηγορούμενου.

 

Κατηγορούμενος

 

Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτή κατάθεση, που ετοίμασε, για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τ8). Επίσης, αναφέρθηκε στην κατάθεση του Α/Αστ.1831 Χ. Παπαδόπουλου (Τ9), στην οποία το εν λόγω πρόσωπο είχε αναφέρει πως δεν είχε δει εμφανή τραύματα στον παραπονούμενο. Κατέθεσε, επίσης, ηλεκτρονικό έγγραφο στο οποίο αναφέρονται συνεδρίες φυσιοθεραπειών που ο ίδιος ακολούθησε (Τ10). Στο Τ8 αναφέρει πανοιότυπα τα γεγονότα, ως και στο Τ5. Στο Τ5, είχε αναφέρει πως τον Κατηγορούμενο τον γνωρίζει εδώ και 15 χρόνια, όπως και τον πατέρα του, από δουλειές που έτυχε και έκαναν μαζί. Πριν από περίπου ένα χρόνο, ξεκίνησαν τα προβλήματα με τον Κατηγορούμενο, για κάποια χωράφια στην περιοχή. Κάποιος από την Αυδήμου έδωσε στον Κατηγορούμενο χωράφια για να τα διαχειριστεί, αντί εκείνου, έτσι ο Κατηγορούμενος άρχισε να τον κατηγορεί και να τον διαβάλλει σε διάφορους. Όσον αφορά το επεισόδιο που ανέφερε ο παραπονούμενος, στη Μελάντα, πριν από επτά μήνες, κατά τη θέση του Κατηγορούμενου, δεν είναι αληθές, ουδέποτε επιτέθηκε στον παραπονούμενο ούτε τον απείλησε. Δεν έχει καν χρόνο να ασχολείται μαζί του. Την 5.7.2019, το πρωί, ο ίδιος καθόταν στην αυλή της υπεραγοράς «Κουλια» στην Αυδήμου και έπινε καφέ με το κατονομαζόμενο πρόσωπο, και άλλους γνωστούς. Όπως καθόταν, σταμάτησε με το αυτοκίνητό του στο πεζοδρόμιο ο Κατηγορούμενος και του φώναξε να πάει κοντά. Κατέβηκε μέχρι τα σκαλιά και προσέγγισε το όχημά του, πλησίασε την πόρτα του οδηγού, και τότε ο παραπονούμενος κατέβηκε κάτω και του επιτέθηκε, πηγαίνοντας με φόρα πάνω του.  Ο παραπονούμενος έσπρωξε τον Κατηγορούμενο και ο Κατηγορούμενος, σε κλάσματα δευτερολέπτου, φοβούμενος ότι θα τον κτυπήσει, πρόταξε τα δύο του χέρια στο στήθος του, για να τον απωθήσει, με αποτέλεσμα τα χέρια του, εκείνη την ώρα, να αγγίξουν και το πρόσωπό του. Ο παραπονούμενος φώναζε δυνατά ότι θα κτυπήσει τον Κατηγορούμενο. Το τρίτο πρόσωπο, που κατονομάζει, έτρεξε κοντά και έπιασε πίσω τον παραπονούμενο, για να μην κτυπήσει τον Κατηγορούμενο. Ο ίδιος έφυγε από εκεί, πήγε στο φαρμακείο. Δεν τραυματίστηκε αλλά ούτε και έδωσε έμφαση στο όλο θέμα, ούτε είχε πρόθεση να τον καταγγείλει. Μετά από λίγη ώρα, του τηλεφώνησαν από την Αστυνομία, ότι υπήρχε παράπονο εναντίον του και ότι θα επικοινωνούσαν μαζί του μετέπειτα, για να δώσει κατάθεση. Στη συνέχεια, γύρω στις 10:15, οδηγούσε το φορτηγό του στον δρόμο Λεμεσού – Πάφου, με κατεύθυνση προς τη Λεμεσό, και όπως οδηγούσε, στην αριστερή λωρίδα, σύμφωνα με την πορεία του, μπήκε στο πλευρό του ο παραπονούμενος με το αυτοκίνητό του, στη δεξιά λωρίδα, άνοιξε το παράθυρο και του φώναξε μεγαλόφωνα τη φράση που αναφέρει, φωνάζοντάς του «σταμάτα ρε», αλλά ο ίδιος συνέχισε την πορεία του. Στη συνέχεια μετέβη στον σταθμό για την κατάθεση. Ουδέποτε κτύπησε τον παραπονούμενο, ούτε προκάλεσε κάποια ζημιά στο όχημά του, το οποίο ουδέποτε κλώτσησε. Ο ίδιος έχει πρόβλημα στη μέση, για το οποίο ακολουθεί φυσιοθεραπείες.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως ο ίδιος ζήτησε την έκδοση του Τ10, το οποίο εκδόθηκε ηλεκτρονικά και δεν φέρει κάποια υπογραφή, ο ίδιος δεν πρόσεξε ότι δεν φέρει υπογραφή ούτε μπήκε στη διαδικασία να αναλογιστεί πως χρειάζεται και υπογραφή. Ανέφερε πως ό,τι ζήτησε από τον φυσιοθεραπευτή, ήταν να του συνοψίζει τις φυσιοθεραπείες που ακολούθησε, ενόψει της δικαστικής υπόθεσης και των ισχυρισμών του παραπονούμενου ότι τον κτύπησε, κατά τους χρόνους που ο ίδιος είχε το πρόβλημα με τον σπόνδυλό του και ακολουθούσε φυσιοθεραπείες. Δεν κατέβαλε κάποιο πρόσθετο ποσό για την έκδοσή του, είναι ο φυσιοθεραπευτής του, με τον οποίο διατηρεί χρόνια σχέση. Έγινε προσπάθεια να κλονιστεί η αξιοπιστία του μάρτυρα σε σχέση με τις αναγραφές στο Τ10, χωρίς κάτι τέτοιο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να καταστεί κατορθωτό. Ούτε με την προσπάθεια να καταδειχθεί πως το Τ8 δεν είναι δική του η δήλωση. Ο ίδιος ειλικρινά ανέφερε πως σε συνεννόηση με τον δικηγόρο του έγινε η σύνταξη, καθώς ο ίδιος δεν έχει τη μόρφωση για να μπορεί να συντάξει τέτοιου είδους έγγραφο. Αντεξεταζόμενος επί του περιεχομένου του Τ8, ερωτήθηκε πώς καταλαβαίνει τη φράση «στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης», που αναφέρει στην παράγραφο 6, εξηγώντας, ο ίδιος, ότι συζήτησε με τον δικηγόρο του και οι φράσεις, που ο ίδιος δεν μπορούσε να εκφράσει, διατυπώθηκαν, από τον δικηγόρο του. Δεν ήταν παρών ο ίδιος όταν ο παραπονούμενος πήγε στον Σταθμό για να καταγγείλει ούτε τι είδε ο Α/Αστ.1831, αλλά στην κατάθεσή του, ο εν λόγω αστυνομικός είχε αναφέρει πως δεν είδε κάποια εμφανή τραύματα στον παραπονούμενο. Αναγνώρισε το Τ5 ως την κατάθεσή του στην Αστυνομία. Περιέγραψε και προφορικά το «συμβάν» στο οποίο έκανε αναφορά και σε κάθε χρονική στιγμή, με κάθε τρόπο, η περιγραφή του ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ήταν σταθερή, μη πανομοιότυπη ως να έχει αποστηθίσει συγκεκριμένο αφήγημα, και εκτίθετο με προφανή ανάκληση των γεγονότων και εξήγησή τους, με φυσικότητα. Δεν βρέθηκαν στη Μελάντα. Από εκεί περνά σταθερό καθημερινό δρομολόγιο, για να παίρνει τον εργάτη του στη φάρμα, κάτι που γνωρίζει ο παραπονούμενος, εξ ου και – υποθέτει– αναφέρθηκε στην εν λόγω περιοχή, χωρίς πράγματι να έχει γίνει οποτεδήποτε οποιοδήποτε επεισόδιο. Ο παραπονούμενος διέδιδε στην περιοχή, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος δεν τον πλήρωσε, ο ίδιος τα άκουγε, αλλά δεν έχει τον χρόνο να ασχοληθεί με τον παραπονούμενο, εκφράζοντας περιστατικά που ο ίδιος αισθάνθηκε ενόχληση με συμπεριφορές είτε του παραπονούμενου είτε του πατέρα του παραπονούμενου. Εξήγησε πως το μόνο που θέλει είναι να μην τον ενοχλεί ο παραπονούμενος, παρόλο που οι διαφορές τους συνεχίζουν μέχρι σήμερα, με τον ίδιο απλώς να τον αγνοεί. Δεν δέχθηκε πως ήταν ο ίδιος που ενοχλούσε τον παραπονούμενο λόγω της δυσαρέσκειάς του για τις διαδόσεις του. Δεν δέχθηκε τις υποβολές που βασίζονταν επί των όσων είχε αναφέρει ο παραπονούμενος. Ο λόγος που έφυγε και πήγε στη μάντρα, και όχι στην Αστυνομία, ήταν γιατί δεν ήταν ένα σοβαρό επεισόδιο, ούτε ο ίδιος κτύπησε τον παραπονούμενο ούτε ο παραπονούμενος κτύπησε τον ίδιο. Στην Αστυνομία δεν είχε πάει και σε άλλα, σοβαρότερα και προκλητικά περιστατικά με τον παραπονούμενο, αν και αναγνωρίζει πως, σε ορισμένες περιπτώσεις, ίσως να ήταν πιο βοηθητικό ο ίδιος να προλάβαινε να πάει στην Αστυνομία. Σε ό,τι ερωτήθηκε, έδωσε σαφείς, πλήρεις απαντήσεις, συνάδουσες με τη λογική και εξωτερικεύοντας άνθρωπο ήρεμο και συνετό, χωρίς να φαίνεται στο Δικαστήριο πως είπε είτε ψέματα, για οποιοδήποτε θέμα, περιλαμβανομένου του θέματος της υγείας του, είτε υπερβολές. Όλες οι αναφορές του είχαν φυσική παραστατικότητα, αμεσότητα και αυθορμητισμό, ακόμα και επί θεμάτων στα οποία δεν θα μπορούσε να προκατασκευάσει απαντήσεις.

 

Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου αξιολογείται ως, κατά βάση, αξιόπιστη και αποδεκτή, ως προς την ουσία της πάντοτε. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε επανειλημμένα στον εαυτό του, στη θέση του στην τοπική κοινωνία, στη φήμη του και στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του, δεν εκλαμβάνεται από το Δικαστήριο με τον ίδιο τρόπο που εκλαμβάνεται από την Κατηγορούσα Αρχή, δηλαδή ως προσπάθεια αυτοπροβολής ή επίδειξης ανωτερότητας έναντι του παραπονούμενου. Οι σχετικές αναφορές δεν είχαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τον χαρακτήρα υποτίμησης του παραπονούμενου, αλλά εντάσσονταν στην προσπάθεια του μάρτυρα να εξηγήσει το υπόβαθρο της μεταξύ τους σχέσης, την ενόχλησή του από όσα απέδιδε στον παραπονούμενο και τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος παρουσίαζε τη στάση του ως αποστασιοποιημένη και μη επιθετική. Δεν διαπιστώθηκε, από τον τρόπο που κατέθεσε, διάθεση να μειώσει τον παραπονούμενο, αλλά προσπάθεια να τοποθετήσει τη δική του εκδοχή μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της αντιπαράθεσης.

 

Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συνοχή, τη σταθερότητα και τη φυσικότητα με την οποία ο Κατηγορούμενος παρέθεσε την εκδοχή του, τόσο στην αρχική του κατάθεση στην Αστυνομία (Τ5), όσο και στη γραπτή δήλωση που προσκόμισε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τ8), αλλά και κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Καταρχάς, η εκδοχή του Κατηγορούμενου παρέμεινε ουσιωδώς σταθερή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Τα γεγονότα που περιέγραψε στο Τ8 ήταν, κατά βάση, τα ίδια με εκείνα που είχε ήδη αναφέρει στην Αστυνομία στο Τ5, χωρίς να παρατηρούνται ουσιώδεις αποκλίσεις ή μεταγενέστερες προσθήκες που να αλλοιώνουν τον πυρήνα της θέσης του. Το στοιχείο αυτό, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, καταδεικνύει ότι η εκδοχή του δεν διαμορφώθηκε ευκαιριακά ή αναλόγως των αναγκών της δίκης, αλλά παρέμεινε συνεπής από την πρώτη στιγμή.

 

Επιπλέον, η περιγραφή που έδωσε για το επίδικο επεισόδιο εμφανίζει λειτουργική και πρακτική συνοχή. Ο Κατηγορούμενος δεν επιχείρησε να παρουσιάσει περίπλοκη ή υπερβολική εικόνα των γεγονότων, αλλά περιέγραψε μία σύντομη και αιφνίδια αντιπαράθεση, κατά την οποία ο παραπονούμενος, κατά τη θέση του, κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος του και ο ίδιος αντέδρασε αμυντικά, προτάσσοντας τα χέρια του για να τον απωθήσει. Η εκδοχή αυτή συνάδει με τα περιορισμένα ιατρικά ευρήματα που διαπιστώθηκαν στον παραπονούμενο, ήτοι μικρό οίδημα και αιμάτωμα στο άνω χείλος χωρίς άλλες κακώσεις, όπως κατέθεσε η ΜΚ4.

 

Το Δικαστήριο αποδίδει επίσης σημασία στον τρόπο με τον οποίο ο Κατηγορούμενος κατέθεσε κατά την αντεξέτασή του. Παρά την επιμελή και εντατική αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε, απάντησε με σαφήνεια και χωρίς υπεκφυγές στα ερωτήματα που του τέθηκαν. Δεν επέδειξε επιθετικότητα ή προσπάθεια αποφυγής ελέγχου της εκδοχής του. Αντιθέτως, οι απαντήσεις του ήταν άμεσες, λογικές και συμβατές με τη φυσική ροή των γεγονότων, ενώ ο τρόπος παρουσίασής τους εξωτερίκευε πρόσωπο ήρεμο και συνετό.

 

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι, όταν ερωτήθηκε για το Τ8 και τον τρόπο σύνταξής του, ο Κατηγορούμενος δεν επιχείρησε να αποκρύψει ότι το κείμενο διατυπώθηκε σε συνεργασία με τον δικηγόρο του, λόγω του περιορισμένου μορφωτικού του επιπέδου και της αδυναμίας του να εκφραστεί με νομική ή σύνθετη γλώσσα. Η παραδοχή αυτή εκλαμβάνεται ως στοιχείο ειλικρίνειας και όχι ως στοιχείο που αποδυναμώνει την αξιοπιστία του, καθότι είναι σύνηθες ένας διάδικος να λαμβάνει βοήθεια στη διατύπωση γραπτής δήλωσης χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το περιεχόμενό της δεν αντανακλά τη δική του εκδοχή.

 

Ομοίως, ως προς το Τ10, ο Κατηγορούμενος έδωσε εύλογες και σαφείς εξηγήσεις για την προέλευση και τον σκοπό του εγγράφου, αναφέροντας ότι ζήτησε από τον φυσιοθεραπευτή του μία συνοπτική καταγραφή των συνεδριών φυσιοθεραπείας που ακολουθούσε λόγω προβλήματος στη μέση και ότι δεν πρόσεξε την απουσία υπογραφής.

 

Η προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να κλονίσει την αξιοπιστία του ως προς το σημείο αυτό δεν κατέστη επιτυχής, ούτε ανέδειξε πρόθεση παραπλάνησης ή κατασκευής ψευδούς μαρτυρίας. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν χαρακτηρίζεται από προσπάθεια δραματοποίησης ή υπερβολής. Δεν ισχυρίστηκε ότι υπέστη τραυματισμούς ούτε ότι υπέβαλε δική του καταγγελία, παρά το ότι, κατά την εκδοχή του, ήταν ο παραπονούμενος που κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος του. Η στάση αυτή συνάδει περισσότερο με πρόσωπο που περιγράφει τα γεγονότα όπως τα αντιλήφθηκε, παρά με πρόσωπο που επιδιώκει να κατασκευάσει εκ των υστέρων αμυντικό αφήγημα.

 

Το Δικαστήριο λαμβάνει ασφαλώς υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος έχει άμεσο προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν αρκεί, από μόνο του, για την απόρριψη της μαρτυρίας του, ιδιαίτερα όταν αυτή παραμένει εσωτερικά συνεπής, λογικά πιθανή και δεν κλονίζεται από αντικειμενικά δεδομένα ή ουσιώδεις αντιφάσεις.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του Κατηγορούμενου παρουσιάζει επαρκή αξιοπιστία και μπορεί να γίνει αποδεκτή ως προς τον πυρήνα της. Η εκδοχή του παραμένει λογικά πιθανή και συμβατή με τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης.

 

Ευρήματα

 

Ευρήματα γεγονότων μπορούν να εξαχθούν μόνο στη βάση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Εφόσον η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και ασφαλής βάση, τα ευρήματα του Δικαστηρίου περιορίζονται κατ’ ανάγκη σε όσα προκύπτουν από τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Στη βάση αυτή, το Δικαστήριο δύναται να διαπιστώσει ότι ο παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος γνωρίζονταν επί σειρά ετών και είχαν προηγούμενη επαγγελματική και προσωπική σχέση, συνδεόμενη με γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες στην περιοχή Αυδήμου. Πριν από τα επίδικα γεγονότα είχαν δημιουργηθεί μεταξύ τους διαφορές και ένταση, σχετιζόμενες, μεταξύ άλλων, με χωράφια, γεωργικές δραστηριότητες και οικονομικές δοσοληψίες. Περαιτέρω, το πρωί της 5.7.2019, οι δύο πλευρές συναντήθηκαν στην περιοχή της υπεραγοράς «Κουλιά» στην Αυδήμου. Από την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι υπήρξε μεταξύ τους επεισόδιο μικρής διάρκειας, στο πλαίσιο της προηγούμενης έντασης. Δεν είναι, όμως, δυνατό να διαπιστωθεί, στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης, η ακριβής αλληλουχία των κινήσεων των δύο προσώπων, ο μηχανισμός πρόκλησης της κάκωσης που διαπιστώθηκε στον παραπονούμενο ή ότι η κάκωση αυτή προκλήθηκε από παράνομη επίθεση του Κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος εξετάστηκε την ίδια ημέρα από ιατρό και διαπιστώθηκε ότι έφερε οίδημα και αιμάτωμα στο άνω χείλος, χωρίς άλλες εμφανείς κακώσεις. Το εύρημα αυτό αφορά την ύπαρξη της κάκωσης και όχι τον τρόπο, τον χρόνο ή τον υπαίτιο πρόκλησής της. Κατά το ανακριτικό έργο εξασφαλίστηκαν, επίσης, φωτογραφίες του οχήματος του παραπονούμενου. Οι φωτογραφίες αυτές δεν αποτυπώνουν με σαφήνεια εμφανείς ζημιές συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, ούτε προσκομίστηκε αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει τον τρόπο πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς ή τη σύνδεσή της με ενέργεια του Κατηγορούμενου.

 

Νομικές πτυχές και εξέταση

 

Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[4]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[5]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[6]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[7].

 

Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου ως αξιόπιστης και ασφαλούς βάσης δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να εξετάσει κατά πόσον η λοιπή αποδεκτή μαρτυρία δύναται, από μόνη της ή σε συνδυασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα, να θεμελιώσει τα αποδιδόμενα αδικήματα. Η εξέταση αυτή οδηγεί σε αρνητική απάντηση. Η λοιπή μαρτυρία αποδεικνύει, κατ’ ανώτατο, την ύπαρξη προηγούμενων διαφορών, τη συνάντηση των δύο προσώπων κατά τον επίδικο χρόνο, την ύπαρξη επεισοδίου μικρής διάρκειας και τη διαπίστωση περιορισμένης κάκωσης στο άνω χείλος του παραπονούμενου. Δεν παρέχει, όμως, επαρκή πραγματική βάση για να διαπιστωθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε παράνομη επίθεση, ότι η κάκωση προκλήθηκε από τέτοια επίθεση ή ότι ο ίδιος προκάλεσε εσκεμμένα και παράνομα ζημιά στο όχημα του παραπονούμενου.

 

Ειδικότερα, ως προς το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά το άρθρο 243 ΠΚ, πρέπει να αποδεικνύεται, σωρευτικά, η άσκηση βίας υπό μορφή επίθεσης από τον Κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο, καθώς και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης ως αποτέλεσμα της επίθεσης αυτής. Ενόψει, όμως, της μη αποδοχής της μαρτυρίας του παραπονούμενου ως αξιόπιστης και ασφαλούς βάσης, δεν αποδεικνύεται, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε συμπεριφορά συνιστώσα παράνομη επίθεση κατά του παραπονούμενου, είτε εκ προθέσεως είτε απερίσκεπτα. Ούτε αποδεικνύεται, με βάση τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία, ότι η κάκωση που διαπιστώθηκε στον παραπονούμενο προκλήθηκε από τέτοια επίθεση του Κατηγορούμενου.

 

Αντίστοιχα, ως προς το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης, κατά το άρθρο 324 § 1 ΠΚ, απαιτείται η απόδειξη, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εσκεμμένης και παράνομης πρόκλησης καταστροφής ή ζημιάς σε περιουσία του ΜΚ1. Και ως προς το σκέλος αυτό, ελλείψει αξιόπιστης μαρτυρίας που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με συγκεκριμένη πράξη πρόκλησης ζημιάς, τον τρόπο πρόκλησής της και την ίδια την ύπαρξη ζημιάς συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, το αποδεικτικό υπόβαθρο παραμένει ανεπαρκές.

 

Για πληρότητα, σημειώνεται ότι οι αναφορές του συνηγόρου Υπεράσπισης σε απώθηση του παραπονούμενου από τον Κατηγορούμενο, ακόμη και στον βαθμό που συνδέθηκαν με την έννοια της αυτοάμυνας, δεν καθιστούν αναγκαία την εξέταση της αυτοάμυνας ως αυτοτελούς υπεράσπισης στην παρούσα υπόθεση. Η αυτοάμυνα θα αποκτούσε πρακτική σημασία εφόσον το Δικαστήριο κατέληγε, προηγουμένως, ότι αποδείχθηκε χρήση βίας από τον Κατηγορούμενο υπό περιστάσεις που, χωρίς δικαιολογητική βάση, θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το αποδιδόμενο αδίκημα. Στην παρούσα υπόθεση, όμως, τέτοιο σημείο εκκίνησης δεν υπάρχει. Το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε θετικό εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος άσκησε παράνομη βία κατά του παραπονούμενου, ούτε ότι η κάκωση που διαπιστώθηκε προκλήθηκε από επίθεση του Κατηγορούμενου. Η αναφορά του Κατηγορούμενου ότι πρόταξε τα χέρια του για να απωθήσει τον παραπονούμενο αξιολογείται ως μέρος της δικής του περιγραφής για τη φύση και την αλληλουχία του επεισοδίου. Δεν λειτουργεί ως παραδοχή διάπραξης της επίθεσης που του αποδίδεται, ούτε μεταθέτει σε αυτόν οποιοδήποτε βάρος να αποδείξει ότι η συμπεριφορά του ήταν δικαιολογημένη. Αντιθέτως, εξεταζόμενη μαζί με τη μη αποδοχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου ως αξιόπιστης, ενισχύει την αμφιβολία ως προς το τι ακριβώς συνέβη και, ειδικότερα, ως προς το κατά πόσον υπήρξε επίθεση του Κατηγορούμενου με την έννοια και υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο κατηγορητήριο. Υπό αυτά τα δεδομένα, το ζήτημα δεν είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος απέδειξε ή θεμελίωσε αυτοάμυνα, αλλά κατά πόσον έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αποδιδόμενων αδικημάτων. Εφόσον η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να είναι καταφατική, δεν ανακύπτει ανάγκη περαιτέρω εξέτασης των προϋποθέσεων της αυτοάμυνας.

 

Νοείται ότι η κατάληξη αυτή προκύπτει παρά την επιμελή παρουσίαση όλης της διαθέσιμης μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Η αδυναμία απόδειξης των κατηγοριών οφείλεται στη μη αποδοχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου ως αξιόπιστης και ασφαλούς βάσης, για λόγους που σχετίζονται αποκλειστικά με την ποιότητα της συγκεκριμένης μαρτυρίας, όπως αυτή παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και όπως έχουν ήδη εξηγηθεί. Χωρίς τη μαρτυρία αυτή, δεν προκύπτει επαρκής πραγματική βάση που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με παράνομη επίθεση, με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο ή με πρόκληση κακόβουλης ζημιάς στο όχημά του.

 

 

 

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία και από τη 2η Κατηγορία.

 

 

(Υπ.) ………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.

[2] Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 439, Σαρρής ν. Καλλέγιας (2011) 1 ΑΑΔ 958, Cybarco Ltd v. Kouashik (2001) 1 ΑΑΔ 2013, Inman v. Abbot and Haliburton (2015) 2 SCR 182, R v. Ward (1992) 2 All ER 577, R. v. Maguire (1992) 2 All ER 433 κ.α..

[3] Ψάλτης ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 113.

[4] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.

[5] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.

[6] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.

[7] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο