ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 6844 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
1. Λ. Κ.
2. Α. Χ.
3. K. A. Y.
___________________
Ημερομηνία: 5 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Α. Μιχαήλ, για τον Κατηγορούμενο 1
Κ. Πιερούδη (κα), για τον Κατηγορούμενο 2
Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κοινές κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξη του κτιρίου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ και κλοπή από την ταράτσα του χαλκοταινίας 106,5 μέτρων αξίας €1.060, περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, και για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή στο αλεξικέραυνο σύστημα του κτιρίου, αξίας €1.060, αδικήματα που αναφέρονται στο ίδιο επεισόδιο, που φέρεται να έλαβε χώρα μεταξύ 10.5.2026 και 28.5.2026.
Η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, και για Προγραμματισμό της Ακρόασης, όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 2 και 3, την 17.6.2026. Για την εξασφάλιση της παρουσίας του Κατηγορούμενου 3, τέθηκαν όροι. Όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 1 και 2, υποβλήθηκε αίτημα για την κράτησή τους μέχρι τη δίκη, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας, αλλά και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α), καθώς και δέσμες με άλλες εκκρεμείς υποθέσεις εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 (Τεκμήρια Β και Γ).
Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.
Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].
Σύμφωνα με την όψη της μαρτυρίας, στις 12.5.2026 κλήθηκε η Αστυνομία και μετέβη στο κτήριο όπου στεγάζεται το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατόπιν καταγγελίας για παράνομη είσοδο στα γραφεία, σε χρόνο κατά τον οποίο αυτά ήταν κλειστά. Ειδικότερα, λειτουργός των Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατήγγειλε, δίδοντας σχετική κατάθεση, ότι στις 11.5.2026, περί ώρα 19:15, ενώ τα γραφεία ήταν κλειστά, άγνωστος άνδρας φαινόταν να κατεβαίνει τις σκάλες, να εισέρχεται στον χώρο των ταμείων κρατώντας φαναράκι και φορώντας γάντια, να ερευνά τους χώρους και ακολούθως να αποχωρεί προς τον 1ο όροφο. Στον χώρο των ταμείων δεν υπήρχαν μετρητά και δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε κλοπή. Υπάρχει, επίσης, μαρτυρία ότι την προηγούμενη ημέρα ο Κατηγορούμενος 1 είχε μεταφερθεί στον χώρο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων από τρίτο πρόσωπο. Από την προκαταρκτική εξέταση των πλάνων των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, θεάθηκε πρόσωπο να βρίσκεται παράνομα εντός του χώρου, χωρίς, ωστόσο, να καταστεί εφικτό να διαπιστωθεί το σημείο εισόδου ή εξόδου του. Δεν είχε καταγραφεί κλοπή. Η Αστυνομία διατήρησε επικοινωνία με τον λειτουργό που είχε προβεί στην αρχική καταγγελία. Στις 28.5.2026, ο ίδιος λειτουργός εντόπισε παραβίαση της πόρτας που οδηγεί στην οροφή/ταράτσα, με χρήση αιχμηρού αντικειμένου, και κάλεσε εκ νέου την Αστυνομία. Από τον έλεγχο που ακολούθησε διαπιστώθηκε η κλοπή 106,5 μέτρων χαλκού, τα οποία συνδέονταν με το σύστημα αλεξικέραυνου του κτιρίου. Κλήθηκε η Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία, η οποία επιβεβαίωσε την κλοπή και προσδιόρισε την αξία της αφαιρεθείσας περιουσίας, καθώς και της αντίστοιχης βλάβης, στο ποσό των €1.065. Τρίτο πρόσωπο, το οποίο έδωσε κατάθεση, ανέφερε ότι στις 25.5.2026 μετέφερε τον Κατηγορούμενο 2 μαζί με τον Κατηγορούμενο 3, αργά τη νύχτα, κοντά στα φώτα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, χωρίς οι ίδιοι να της αποκαλύψουν τον ακριβή λόγο της μετάβασής τους εκεί. Την επόμενη ημέρα, ο Κατηγορούμενος 2 φέρεται να ανέφερε στο ίδιο πρόσωπο ότι, ενώ περνούσαν από το κτίριο, τους φώναξε ο Κατηγορούμενος 1 να ανέβουν πάνω για να τους δείξει κάτι. Κατά την ίδια αναφορά, ο Κατηγορούμενος 2 βρήκε την πόρτα ανοικτή, ανέβηκε επάνω για λίγα λεπτά και στη συνέχεια αποχώρησε. Στις 28.5.2026, κατά την επεξεργασία των πλάνων, αναγνωρίστηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, οι οποίοι είναι γνωστοί στην Αστυνομία από άλλες υποθέσεις. Ο Κατηγορούμενος 3, στην ανακριτική του κατάθεση, ανέφερε ότι στις 25.5.2026, περί ώρα 01:00, περπατούσε μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 με κατεύθυνση προς τη θάλασσα, προκειμένου να συζητήσουν τα προβλήματά τους. Όταν, γύρω στις 02:00, πέρασαν από το κτίριο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, άκουσαν κάποιον να φωνάζει. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι γνώριζε το πρόσωπο αυτό και οι δύο μετέβησαν να δουν τι ήθελε. Επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο 1. Όταν πλησίασαν, τον είδαν να έχει στο έδαφος, μέσα από την πόρτα, κομμάτια χαλκού. Αντιλαμβανόμενοι, κατά την εκδοχή του Κατηγορούμενου 3, ότι ο Κατηγορούμενος 1 ετοιμαζόταν να κλέψει χαλκό, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αποχώρησαν αμέσως. Ο ίδιος ανέφερε ότι ούτε αυτός ούτε ο Κατηγορούμενος 2 εισήλθαν στο κτίριο ή ανέβηκαν στην ταράτσα. Κατά την αποχώρησή τους, πρόσεξαν ότι είχε αποχωρήσει και ο Κατηγορούμενος 1, με ποδήλατο. Ο Κατηγορούμενος 2, στη δική του ανακριτική κατάθεση, ανέφερε ότι στις 25.5.2026 περπατούσε με τον Κατηγορούμενο 3 και πορεύονταν προς τη θάλασσα για να μιλήσουν. Καθώς προχωρούσαν, άκουσε κάποιον να φωνάζει και, στη συνέχεια, του τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος 1, λέγοντάς του να πάει κοντά του για να του δείξει κάτι. Πήγαν και βρήκαν τον Κατηγορούμενο 1 μέσα στο κτίριο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πίσω από την πόρτα πυρασφάλειας. Τον ρώτησαν τι έκανε εκεί, επισημαίνοντάς του ότι υπήρχαν κάμερες, και εκείνος τους απάντησε ότι η συγκεκριμένη πόρτα έμενε ανοικτή και ότι ήταν εντάξει. Σύμφωνα με την εκδοχή του Κατηγορούμενου 2, αυτός και ο Κατηγορούμενος 3 εισήλθαν στο κτίριο, ο Κατηγορούμενος 1 τους κατέβασε από μία σκάλα, πήραν τον ανελκυστήρα και ανέβηκαν προς την ταράτσα, όπου τους έδειξε το αλεξικέραυνο. Μόλις ο Κατηγορούμενος 2 είδε κομμένα σίδερα, εξέφρασε την επιθυμία να φύγει, πλην όμως ο Κατηγορούμενος 1 του είπε ότι δεν θα έφευγε οποιοσδήποτε από εκεί. Ακολούθως, κατά την ίδια εκδοχή, ο Κατηγορούμενος 1 μάζεψε κάποια πράγματα σε τσάντες και έφυγε με ποδήλατο. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συναντήθηκαν στη συνέχεια με άλλο φίλο τους. Ο Κατηγορούμενος 1, στη δική του ανακριτική κατάθεση, ανέφερε ότι είχε μεταφερθεί από γνωστό του πρόσωπο στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και στις 10.5.2026, αλλά παρέμεινε εκεί για πολύ λίγο και ακολούθως αποχώρησαν. Εξήγησε ότι μεταβαίνουν εκεί, μαζί με φίλο του, για να φορτίσουν τα κινητά τους σε πρίζες που υπάρχουν στο υπόγειο, καθότι είναι άστεγοι. Ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα δεν είχε μεταβεί σε άλλο χώρο του κτιρίου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 27.5.2026, περί ώρα 22:00, μετέβη ξανά στο κτίριο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τους Κατηγορούμενους 2 και 3, εισήλθαν από την αριστερή πλευρά του κτιρίου, από πόρτα που οδηγεί στο υπόγειο και, κατά τον ίδιο, παραμένει πάντοτε ανοικτή. Παρέμειναν για περίπου δέκα λεπτά στο υπόγειο και έφυγαν, χωρίς να πάρουν οτιδήποτε, ενώ δήλωσε ότι δεν θυμάται κάτι άλλο.
Τα προαναφερόμενα γεγονότα, εξ όψεως, ανάγονται στις νομικές βάσεις των κατηγοριών που περιέχονται στο κατηγορητήριο. Πρόκειται για αδικήματα που έχουν σοβαρότητα. Συνηθέστερη, στην πράξη, σε περίπτωση καταδίκης, ιδίως για τη 2η Κατηγορία, είναι η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας.
Το μαρτυρικό υλικό δεν εμφανίζεται, στο παρόν στάδιο, πλήρως διαμορφωμένο ούτε απαλλαγμένο από ζητήματα που ενδέχεται να εξεταστούν ουσιαστικά κατά τη δίκη. Εντούτοις, στην όψη του και μόνο, παρέχει επαρκή βάση για πιθανολόγηση καταδίκης των Κατηγορουμένων 1 και 2, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η βάση αυτή προκύπτει, σε γενικό επίπεδο, από τη μαρτυρία περί παράνομης εισόδου στο κτίριο, τη μεταγενέστερη διαπίστωση παραβίασης της πρόσβασης προς την ταράτσα, την κλοπή σημαντικής ποσότητας χαλκού από το αλεξικέραυνο σύστημα, την αναγνώριση των Κατηγορουμένων 1 και 2 στα πλάνα κλειστού κυκλώματος, καθώς και από τις ανακριτικές εκδοχές που τους τοποθετούν, με διαφορετικό βαθμό εμπλοκής, εντός ή πλησίον του επίδικου χώρου κατά τον κρίσιμο χρόνο. Τα στοιχεία αυτά δεν εξετάζονται αποσπασματικά, αλλά ως μέρος της συνολικής όψης της μαρτυρίας. Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, η όψη του υλικού τον εμφανίζει να συνδέεται άμεσα με την πρόσβαση στο κτίριο, με την παρουσία στον χώρο όπου εντοπίζεται η επίδικη κλοπή και με την υπόδειξη του αλεξικέραυνου στην ταράτσα. Η αναφορά αυτή δεν συνιστά τελική αποδοχή οποιασδήποτε εκδοχής, αλλά καταγράφει το πώς το υλικό εμφανίζεται στο παρόν στάδιο. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η απλή παρουσία ενός προσώπου στον χώρο όπου άλλο πρόσωπο φέρεται να τελεί κλοπή δεν αρκεί, από μόνη της, για καταδίκη για κλοπή ή για συμμετοχή σε αυτή. Για να αποκτήσει ποινική σημασία, η παρουσία πρέπει να συνδέεται με πρόσθετα στοιχεία, ικανά να παραπέμπουν, αναλόγως της τελικής αξιολόγησης της μαρτυρίας, σε κοινή πρόθεση, συνδρομή, ενθάρρυνση, διευκόλυνση ή άλλη ουσιαστική συμβολή στην τέλεση του αδικήματος. Στο παρόν, όμως, στάδιο δεν απαιτείται ούτε επιτρέπεται τελική κρίση ως προς το αν τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ενοχή. Το ερώτημα είναι στενότερο, κατά πόσο, στην όψη του υλικού, υπάρχει επαρκής βάση πιθανολόγησης. Υπό αυτό το περιορισμένο πρίσμα, η ίδια η ανακριτική εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 τον τοποθετεί όχι απλώς πλησίον του κτιρίου, αλλά εντός αυτού και στην ταράτσα, δηλαδή στον χώρο που συνδέεται άμεσα με το αντικείμενο της κλοπής. Περαιτέρω, η παρουσία του τοποθετείται χρονικά κοντά στο κρίσιμο επεισόδιο, σε επαφή με τον Κατηγορούμενο 1, ενώ το υλικό περιλαμβάνει και αναφορές ως προς τον τρόπο μετάβασης ή προσέγγισής του στον χώρο. Τα στοιχεία αυτά, χωρίς να προδικάζουν την τελική τους αποδεικτική αξία, υπερβαίνουν την εικόνα μιας ουδέτερης ή τυχαίας παρουσίας και παρέχουν, στο παρόν στάδιο, επαρκές έρεισμα για εξ όψεως πιθανολόγηση εμπλοκής. Δεν παραγνωρίζεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 προβάλλει εξήγηση σύμφωνα με την οποία, όταν αντιλήφθηκε την κατάσταση στην ταράτσα, επιθυμούσε να αποχωρήσει. Η εξήγηση αυτή ενδέχεται να έχει σημασία κατά την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, ιδίως ως προς το ζήτημα της γνώσης, της πρόθεσης και της τυχόν συμμετοχής του. Στο παρόν στάδιο, όμως, δεν αξιολογείται η βασιμότητα της εκδοχής αυτής ούτε συγκρίνεται με άλλες εκδοχές ως προς την αξιοπιστία τους. Αρκεί ότι η συνολική όψη του μαρτυρικού υλικού περιέχει στοιχεία που τον τοποθετούν στον κρίσιμο χώρο και χρόνο, υπό περιστάσεις που συνδέονται άμεσα με το αντικείμενο των κατηγοριών. Συνεπώς, τα πιο πάνω στοιχεία, εξεταζόμενα σωρευτικά και αποκλειστικά στην όψη τους, παρέχουν επαρκή βάση για την απαιτούμενη στο παρόν στάδιο πιθανολόγηση καταδίκης των Κατηγορουμένων 1 και 2. Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά αποδοχή της μαρτυρίας ως αληθούς, ούτε αξιολόγηση αξιοπιστίας μαρτύρων ή ουσιαστική κρίση επί των αντικρουόμενων εκδοχών. Δεν προδικάζει ζητήματα ενοχής ή αθωότητας και δεν θίγει το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο εξακολουθεί να περιβάλλει πλήρως τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Πρόκειται αποκλειστικά για δικονομική στάθμιση της υφιστάμενης όψης του μαρτυρικού υλικού, στο πλαίσιο του αιτήματος προσωρινής κράτησης.
Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι Κύπριοι πολίτες, ηλικίας 41 και 38 ετών αντίστοιχα. Το στοιχείο αυτό, χωρίς να είναι από μόνο του αποφασιστικό, αποτελεί ένδειξη σύνδεσής τους με τη Δημοκρατία και συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση του κινδύνου φυγοδικίας. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι άνεργος και άστεγος και ζει με επιδοματική βοήθεια, όπως ο ίδιος ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν φαίνεται, επίσης, να διαθέτει σταθερό τρόπο διαβίωσης με κοινωνική συνοχή ή σταθερή εργασία που να του αποφέρει εισόδημα. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν έλλειψη σταθερότητας στις προσωπικές τους συνθήκες, πλην όμως, στο πλαίσιο του κινδύνου φυγοδικίας, δεν οδηγούν αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι οι Κατηγορούμενοι έχουν δυνατότητα ή πρόθεση να εγκαταλείψουν τη Δημοκρατία ή να αποφύγουν τη δικαστική διαδικασία. Η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ενδεχόμενη επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής σε περίπτωση καταδίκης λαμβάνονται υπόψη, καθότι μπορούν να λειτουργήσουν ως κίνητρο φυγής. Εντούτοις, η σοβαρότητα της υπόθεσης δεν αποτιμάται απομονωμένα ούτε αρκεί, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει κίνδυνο φυγοδικίας. Στην προκειμένη περίπτωση, αν και τα υπό εξέταση αδικήματα έχουν αναμφίβολη σοβαρότητα, δεν είναι τέτοιας έκτασης ή βαρύτητας ώστε, χωρίς άλλα επιβαρυντικά στοιχεία, να δημιουργούν ισχυρό κίνητρο εγκατάλειψης της χώρας. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο ότι οποιοσδήποτε από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 διαθέτει οικονομική δυνατότητα, οργανωμένο μέσο διαφυγής, δεσμούς στο εξωτερικό, πρόσβαση σε υποστηρικτικό περιβάλλον εκτός Δημοκρατίας ή προηγούμενη συμπεριφορά που να καταδεικνύει πρόθεση αποφυγής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και άλλες εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά ταύτα, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε ένδειξη ότι, στο πλαίσιο εκείνων των υποθέσεων, απέτυχαν να εμφανιστούν, παραβίασαν όρους που είχαν τεθεί για εξασφάλιση της παρουσίας τους ή επιχείρησαν να αποφύγουν τη δικαστική διαδικασία. Αντιθέτως, η μέχρι σήμερα λειτουργία όρων στις άλλες υποθέσεις φαίνεται, με τα παρόντα δεδομένα, να έχει εξασφαλίσει την παρουσία τους. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η αξιολόγηση του κινδύνου φυγοδικίας πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα συμπεριφοράς και όχι σε υποθέσεις ή γενικεύσεις. Συνεκτιμώντας, επομένως, την κυπριακή ιθαγένεια των Κατηγορουμένων, την απουσία στοιχείων περί δυνατότητας ή σχεδιασμού εγκατάλειψης της Δημοκρατίας, τη βαρύτητα μεν αλλά όχι εξαιρετική έκταση της παρούσας υπόθεσης, καθώς και την απουσία οποιασδήποτε ένδειξης προηγούμενης φυγοδικίας ή μη συμμόρφωσης με όρους σε άλλες εκκρεμείς υποθέσεις, κρίνω ότι δεν διαμορφώνεται, στο παρόν στάδιο, πραγματικός και συγκεκριμένος κίνδυνος φυγοδικίας. Το αίτημα για κράτηση δεν μπορεί, συνεπώς, να επιτύχει στη βάση αυτού του λόγου, με τα επί του παρόντος δεδομένα.
Εξετάζεται το αίτημα στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].
Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις, που δεν διαφοροποιούν τον τρόπο προσέγγισης. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15].
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν λευκό ποινικό μητρώο. Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει κατηγορίες που σχετίζονται με μία υπόθεση. Υπάρχουν ωστόσο και άλλες εκκρεμείς υποθέσεις που εμπλέκουν τους Κατηγορούμενους 1 και 2.
Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει και την υπόθεση αρ. 1/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, όπου, σε μία υπόθεση, κατηγορείται ότι την 19.12.2025, στα Κάτω Πολεμίδια, έκλεψε από κοσμηματοπωλείο κοσμήματα συνολικής αξίας €3.000, σε άλλη υπόθεση, κατηγορείται ότι την 22.12.2025, στη Λεμεσό, έκλεψε από χρυσοχοείο κοσμήματα συνολικής αξίας €4.150, και σε άλλη υπόθεση, κατηγορείται ότι την 28.12.2025, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του κοσμήματα που υπήρχαν εύλογες υποψίες ότι είναι κλοπιμαία. Αντιμετωπίζει και την υπόθεση αρ. 8075/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, για απειλή βιαιοπραγίας και παρενοχλητική παρακολούθηση που φέρονται να διαπράχθηκαν εναντίον γυναίκας τον Ιούνιο του 2025, με αναφορά σε λεγόμενα ότι ο ίδιος τη θέλει κι αν εκείνη δεν είναι μαζί του θα κάνει κακό στους άνδρες της οικογένειάς της. Αντιμετωπίζει και την υπόθεση αρ. 11123/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, για γραπτές απειλές για φόνο και απειλές, που φέρονται να διαπράχθηκαν τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2021, με αναφορά σε άλλη γυναίκα. Αντιμετωπίζει και ήσσονος σημασίας υπόθεση με αρ. 18367/2025 Ε.Δ. Λεμεσού για τροχαίο αδίκημα.
Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την υπόθεση αρ.21466/2024 Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία κατηγορείται ως συναυτουργός με άλλα δύο πρόσωπα σε κλοπή πορτοφολιού με μικρό χρηματικό ποσό και πιστωτική κάρτα και για κλοπή μικρού ποσού με χρήση της κλοπιμαίας πιστωτικής κάρτας, αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν τον Ιανουάριο του 2024. Επίσης, αντιμετωπίζει την υπόθεση αρ. 20640/2022 Ε.Δ. Λεμεσού όπου κατηγορείται, ως συναυτουργός με άλλα πρόσωπα, για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, με την παρουσίασε, σε ταμία υπεραγοράς, επιταγής μη γνήσιας και λήψης χρηματικού ποσού ως ρέστα, και για πλαστογραφία, με αναφορά στην εν λόγω επιταγή και την οπισθογράφησή της, και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν τον Μάρτιο του 2022. Επίσης, αντιμετωπίζει την υπόθεση αρ. 15123/2021 Ε.Δ. Λεμεσού, όπου κατηγορείται, ως συναυτουργός, για κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά τη νύχτα, τον Μάρτιο του 2020. Αντιμετωπίζει και την υπόθεση αρ. 12373/2021 Ε.Δ. Λεμεσού, όπου κατηγορείται για κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων, με αναφορά σε επτά χαρτονομίσματα των €200, δέκα χαρτονομίσματα των €100 και δέκα χαρτονομίσματα των €50.
Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, λαμβάνεται υπόψη ότι διαθέτει λευκό ποινικό μητρώο, στοιχείο το οποίο δεν παραγνωρίζεται και το οποίο λειτουργεί υπέρ του κατά την παρούσα αξιολόγηση. Ωστόσο, η εικόνα που αναδύεται από το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων δεν εξαντλείται στο λευκό ποινικό μητρώο. Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει εκκρεμείς υποθέσεις οι οποίες, τουλάχιστον εν μέρει, αφορούν αδικήματα περιουσιακής φύσης, και ειδικότερα φερόμενες κλοπές κοσμημάτων από κοσμηματοπωλείο και χρυσοχοείο, καθώς και κατοχή περιουσίας για την οποία υπήρχαν εύλογες υποψίες ότι ήταν κλοπιμαία. Οι υποθέσεις αυτές παρουσιάζουν συνάφεια με την παρούσα, καθότι και εδώ το υπό εξέταση επεισόδιο αφορά διάρρηξη, κλοπή και πρόκληση ζημιάς σε περιουσία. Περαιτέρω, κατά την όψη της μαρτυρίας, ο Κατηγορούμενος 1 εμφανίζεται να έχει ουσιαστικό και κεντρικό ρόλο στα επίδικα γεγονότα, αφού φέρεται να βρισκόταν ήδη εντός ή πλησίον του χώρου, να είχε σχέση με την πρόσβαση στο κτίριο και να υπέδειξε στους συγκατηγορούμενούς του το αλεξικέραυνο στην ταράτσα. Η χρονική εγγύτητα των εκκρεμών περιουσιακών υποθέσεων με την παρούσα υπόθεση, σε συνδυασμό με την έλλειψη σταθερής εργασίας και κατοικίας, όπως ο ίδιος ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση, ενισχύει την ανησυχία ότι υφίσταται πραγματικός και παρών κίνδυνος επανάληψης παρόμοιας παραβατικής συμπεριφοράς μέχρι τη δίκη. Η εκτίμηση αυτή δεν συνιστά κρίση ενοχής για οποιαδήποτε εκκρεμή υπόθεση, ούτε θίγει το τεκμήριο αθωότητας, αλλά γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς αξιολόγησης του προληπτικού κινδύνου. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο 1 κρίνεται αυξημένος, με ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνάφεια, την επαναληπτικότητα και τις παρούσες προσωπικές του συνθήκες. Εξετάστηκε κατά πόσο ο κίνδυνος αυτός θα μπορούσε να ελεγχθεί με την επιβολή ηπιότερων όρων. Κρίνεται ότι, στην περίπτωση του Κατηγορούμενου 1, τέτοιοι όροι δεν θα ήταν επαρκείς. Η έλλειψη σταθερής κατοικίας και εργασίας, σε συνδυασμό με τη χρονική εγγύτητα και τη συνάφεια των εκκρεμών περιουσιακών υποθέσεων με την παρούσα, καθώς και με τον φερόμενο κεντρικό του ρόλο στα επίδικα γεγονότα, αποδυναμώνουν την πρακτική δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου του κινδύνου με όρους όπως υπογραφή σε αστυνομικό σταθμό, απαγόρευση κυκλοφορίας ή εγγύηση. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κράτηση εμφανίζεται ως αναγκαίο και αναλογικό μέτρο για την αποτροπή του συγκεκριμένου κινδύνου.
Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, αν και λαμβάνεται υπόψη το λευκό ποινικό του μητρώο και το γεγονός ότι οι εκκρεμείς υποθέσεις δεν συνιστούν καταδίκες, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η παρούσα υπόθεση φέρεται να ανέκυψε ενώ ήδη εκκρεμούσαν εναντίον του άλλες ποινικές διαδικασίες και ενώ τελούσε υπό όρους απόλυσης. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα αξιολόγηση. Δεν αξιοποιείται ως απόδειξη ενοχής στις άλλες υποθέσεις, ούτε ως υποκατάστατο ποινικού μητρώου, αλλά ως αντικειμενικό δεδομένο ως προς την αποτελεσματικότητα ηπιότερων μέτρων στον έλεγχο του προληπτικού κινδύνου. Η μέχρι σήμερα συμμόρφωσή του με όρους, στον βαθμό που δεν υπήρξε ένδειξη μη εμφάνισης στο Δικαστήριο, έχει σημασία κυρίως για τον κίνδυνο φυγοδικίας. Δεν απαντά, όμως, με την ίδια ένταση στον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων. Αντιθέτως, η φερόμενη νέα εμπλοκή του σε υπόθεση συναφούς ή περιουσιακής φύσης, παρά την ύπαρξη εκκρεμών υποθέσεων και όρων, αποδυναμώνει ουσιωδώς την προοπτική ότι περαιτέρω όροι απόλυσης θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρότερων όρων, όπως καθημερινή υπογραφή, δήλωση διεύθυνσης, εγγύηση, παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων και απαγόρευση εξόδου από τη Δημοκρατία. Οι όροι αυτοί, όμως, είτε στοχεύουν κυρίως στην εξασφάλιση παρουσίας είτε επιτρέπουν εκ των υστέρων διαπίστωση παραβίασης. Δεν παρέχουν, υπό τις παρούσες περιστάσεις, επαρκή πρακτικό μηχανισμό πρόληψης νέας παραβατικής συμπεριφοράς, ιδίως όταν το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στον κίνδυνο φυγής αλλά στην πιθανότητα επανάληψης συμπεριφοράς συναφούς με τα υπό εξέταση αδικήματα. Υπό τα δεδομένα αυτά, και παρά τη μικρότερη ένταση του ρόλου του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, κρίνεται ότι ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά με ηπιότερα μέσα. Η κράτηση του Κατηγορούμενου 2 εμφανίζεται, στο παρόν στάδιο, ως αναγκαίο και αναλογικό μέτρο.
Ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη δικάσιμο συνεκτιμάται στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, η κράτηση μέχρι την 17.6.2026 δεν εμφανίζεται υπερβολική ή δυσανάλογη, ενόψει της φύσης και σοβαρότητας των αδικημάτων. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι τέτοιο που να ανατρέπει την αναγκαιότητα του μέτρου.
Δεν παραγνωρίζεται ότι στο ίδιο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται και ο Κατηγορούμενος 3, για τον οποίο δεν υποβλήθηκε αντίστοιχο αίτημα κράτησης και για την εξασφάλιση της παρουσίας του τέθηκαν όροι. Η διαφοροποίηση αυτή δεν δημιουργεί αντίφαση στην παρούσα κρίση. Η προσωρινή κράτηση, όπως και η απόλυση υπό όρους, δεν αποφασίζεται συλλογικά με βάση μόνο τη συμμετοχή περισσοτέρων προσώπων στο ίδιο κατηγορητήριο, αλλά κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης της όψης της μαρτυρίας, του ρόλου που αποδίδεται σε κάθε κατηγορούμενο, των προσωπικών του περιστάσεων και των συγκεκριμένων κινδύνων που προβάλλονται. Το παρόν αίτημα αφορά αποκλειστικά τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και στηρίζεται σε κινδύνους που προβλήθηκαν ειδικά ως προς αυτούς, περιλαμβανομένων των προσωπικών τους δεδομένων και των εκκρεμών υποθέσεων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν προκύπτει, με τα παρόντα δεδομένα, ότι η θέση του Κατηγορούμενου 3 είναι όμοια με εκείνη των Κατηγορουμένων 1 ή 2, ώστε να επιβάλλεται ίδια δικονομική μεταχείριση.
Κατάληξη
Κατά συνέπεια, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα κράτησης αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα κράτησης τους μέχρι την επόμενη δικάσιμο, 17.6.2026, και διάταγμα προσαγωγής τους στο Δικαστήριο κατά την 17.6.2026.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.
[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.
[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.
[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.
[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.
[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.
[7] Memic v. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.
[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.
[11] Clooth v. Belgium (1991).
[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.
[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.
[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.
[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο