ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.W, Αρ. Υπόθεσης: 19550/24, 12/3/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.W, Αρ. Υπόθεσης: 19550/24, 12/3/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ.

Κ. Ηλία, Ε.Δ.

                            ​                                                              Αρ. Υπόθεσης: 19550/24

​​​​ 

   ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

​​​​​    v.

             A.W

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Τιμοθέου

Για τον Κατηγορούμενο: κα M. Νικολάου

Κατηγορούμενος: Παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με βάση το κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζει συνολικά δεκατέσσερεις (14) κατηγορίες. Κατόπιν παραδοχής του στις κατηγορίες υπ’ αρ. 4, 7, 8, 10, 11 και 12 και αναστολής της ποινικής διωξης στις κατηγορίες υπ’ αρ. 9, 13 και 14, η ακρόαση της υπόθεσης αφορούσε στις κατηγορίες υπ’ αρ. 1, 2, 3, 5 και 6.  Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της αρπαγής προσώπου με σκοπό να φονευθεί εκ προμελέτης κατά παράβαση των άρθρων 247 και 249 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, η 2η κατηγορία το αδίκημα της αρπαγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του κατά παράβαση των άρθρων 247 και 250 του Κεφ. 154, η 3η κατηγορία το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 και οι κατηγορίες υπ’ αρ. 5 και 6 το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6 και 11 του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος 115(Ι)/2021. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων διακόπηκε η ποινική δίωξη σε σχέση με την 1η κατηγορία.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο πως στις 4.10.2024 στη Λεμεσό, απήγαγε την M.D.P (στο εξής η «Παραπονούμενη») με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό της (2η κατηγορία).  Επιπλέον, πως την ίδια ημερομηνία της επιτέθηκε προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη (3η κατηγορία), ενώ με την συμπεριφορά του την ίδια ημερομηνία και στις 6.10.2024,  η οποία εκφράστηκε με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση, απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της προκαλώντας της πραγματικό φόβο (5η και 6η κατηγορία αντίστοιχα).

 

Σημειώνουμε πως οι κατηγορίες που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος αφορούν αδικήματα επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά της Παραπονούμενης την 6.10.2024 (4η κατηγορία), κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, δηλαδή κοκαίνης βάρους 0,2 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (7η κατηγορία), παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, ήτοι κοκαϊνης (8η κατηγορία), εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει (10η κατηγορία), μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής του (11η κατηγορία) και κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (12η κατηγορία). Οι κατηγορίες υπ’ αρ. 9, 13 και 14, στις οποίες  η ποινική δίωξη αναστάληκε, αφορούσαν κοινή επίθεση (9η κατηγορία) και οπλοφορία προς διέγερση τρόμου (κατηγορίες υπ’ αρ. 13 και 14).

 

Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έξι μάρτυρες κατηγορίας.

 

Αφού κλήθηκε σε απολογία, ο Κατηγορούμενος, κατέθεσε ενόρκως, ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης.

 

Προσκομισθείσα Μαρτυρία

 

Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα (βλ. Έγγραφο Α) που αφορούσαν στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου στις 7.10.2024 και τη σύλληψη του στις 11.11.2024 στην Πάφο κατόπιν άγριας καταδίωξης, καθώς επίσης στην ορθή και νόμιμη διαδικασία παραλαβής των τεκμηρίων της υπόθεσης.

 

Προχωρούμε στην παράθεση σύνοψης της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας.

 

Ο Μ.Κ.1, Αστυφ. 4135, υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης τη γραπτή του κατάθεση (βλ. Έγγραφο Β) στην οποία αναφέρονται οι ενέργειες του σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι στις 6.10.2024 ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου, από τον οποίο έλαβε ανακριτικές καταθέσεις στις 12.11.2024 και  13.11.2024 με τη βοήθεια διερμηνέα (βλ. Τεκμήρια 2 και 4 αντίστοιχα), αφού του είχαν παραδοθεί σχετικά έντυπα δικαιωμάτων υπόπτων και κατηγορουμένων (βλ. Τεκμήρια 1 και 3).

 

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, αναφέρθηκε περαιτέρω στις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση της υπόθεσης, απορρίπτοντας τις θέσεις της υπεράσπισης για πλημμελή διερεύνηση. 

 

O M.K.2 είναι Ιατρός – Ειδικός Παθολόγος απο το 2011.  Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του παρουσίασε ως Τεκμήριο 5, Ιατρική Έκθεση ημερομηνίας 7.10.2024, όπου αναφέρεται οτι κατά την εν λόγω ημερομηνία και ώρα 09:00 εξέτασε την Παραπονούμενη στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού μετά από αναφερόμενη σωματική επίθεση την οποία δέχθηκε από άλλο άτομο προ τριών ημερών (4.10.2024) και την προηγούμενη μέρα (6.10.2024). Ως του ανέφερε η Παραπονούμενη, στις 4.10.2024 το εν λόγω άτομο την χαστούκισε σε διάφορα σημεία του σώματος και την κτύπησε με σχοινί στο δεξιό μηρό, ενώ στις 6.10.2024 την χαστούκισε και την λάκτισε (κλώτσησε) στο ύψος των κατωτέρων δεξιών πλευρών. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην έκθεση, η Παραπονούμενη παρουσίαζε άλγος στην κάτω γνάθο αριστερά χωρίς δυσκολία στη διάνοιξη και σύγκληση αυτής, άλγος στην πλάγια επιφάνεια των κατώτερων δεξιών πλευρών και ευαισθησία με εκχύμωση σε αποδρομή στην εξωτερική επιφάνεια του δεξιού μηρού. Έγιναν, μεταξύ άλλων, ακτινογραφίες θώρακος και πλευρών δεξιά, καθώς και υπερηχογράφημα χωρίς εικόνα κατάγματος ή άλλης παθολογίας και η Παραπονούμενη εξήλθε με οδηγίες για λήψη αναλγητικών και επανεξέταση επί ανάγκης.

 

Ως προς την αναφορά του στο Τεκμήριο 5 σε «εκχύμωση σε αποδρομή», ο μάρτυρας υπέδειξε πως αφορούσε σε εκχύμωση, ήτοι  μελάνιασμα, η οποία δεν φαινόταν κλινικά με το μάτι και η οποία δεν είχε επισυμβεί την ημέρα της εξέτασης, αλλά σε κάποιο χρόνο προηγουμένως. 

 

Κληθείς να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσο είναι πιθανή η δημιουργία εκχύμωσης ή αιματώματος σε περίπτωση που κάποιος δεχθεί χτύπημα με τα χέρια σε διάφορα μέρη του σώματος ή με σχοινί, ο μάρτυρας απάντησε πως αυτό εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως το σημείο όπου κάποιος θα χτυπηθεί, τη δύναμη που ασκείται και εάν το πρόσωπο που δέχεται το κτύπημα φοράει ρούχα. Παρομοίως, αναλόγως της περίπτωσης, επηρεάζεται και ο χρόνος επούλωσης.  Ερωτώμενος κατά πόσον τα συμπεράσματα του σε σχέση με την Παραπονούμενη θα δικαιολογούνταν στη βάση τέτοιων περιπτώσεων, ο μάρτυρας απάντησε θετικά, επισημαίνοντας πως η αιτία της αναφερόμενης «εκχύμωσης σε αποδρομή» θα μπορούσε να είχε συμβεί τρείς μέρες πρίν από την εξέταση.

 

Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι η «αποδρομή» είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας παθολόγος μπορεί να καθορίσει, αναλόγως χρωματισμού, εάν ένας τραυματισμός είναι καινούργιος ή εάν έχει συμβεί σε παλαιότερο χρόνο, διευκρινίζοντας, παράλληλα, ότι είναι πιθανόν δυο πρόσωπα να εμφανίσουν διαφορετική εξέλιξη χρώματος μετά από τραυματισμό που είχε συμβεί την ίδια ημέρα.  Όπως δέχθηκε, δεν ήταν σε θέση να  καθορίσει απόλυτα την χρονολόγηση ενός τραύματος, κάτι που, άλλωστε, δεν εμπίπτει στην ειδικότητα του, παρόλα αυτά, τόνισε πως οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις του αφορούσαν σε τραύμα που προκλήθηκε 2-3 ή 4 ημέρες πριν την εξέταση και σίγουρα όχι κατά την ημερομηνία της εξέτασης.  Πρόσθεσε πως το τραύμα είχε προκληθεί λόγω πλήξης, από κάποιο αμβλύ αντικείμενο ή κάποια πρόσκρουση, χωρίς, ταυτόχρονα, να αποκλείεται η πρόσκρουση να αφορούσε χτύπημα σε γωνία ενός τραπεζιού.

 

Ο Μ.Κ.3 είναι ο πατριός της Παραπονούμενης, ο οποίος υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 13.11.2024 (βλ. Έγγραφο Γ). Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο,  κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως οδηγός λεωφορείου με ωράριο 14:30 – 20:00, εκτελώντας το δρομολόγιο από το Τραχώνι στη Λεμεσό. Στις 4.10.2024 ενώ εργαζόταν, κάνοντας τη συγκεκριμένη διαδρομή, περί ώρα 14:30 είδε την Παραπονούμενη μαζί με τον Κατηγορούμενο μέσα σε αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο τελευταίος, μάρκας BMW, χρώματος μαύρου.  Είχε γνωρίσει τον Κατηγορούμενο 2-3 μήνες προηγουμένως μέσω της Παραπονούμενης, με την οποία είχε σχέση.  Στο σημείο υπήρχε πυκνή κίνηση και όταν τους είδε, σταμάτησε δίπλα τους και μίλησε με τον Κατηγορούμενο.  Συγκεκριμένα, αφού χαιρέτησε τον Κατηγορούμενο, τον ρώτησε πως είναι και που πάνε και αυτός του απάντησε πως θα πήγαιναν περίπατο, χωρίς, όμως, να του πει πού, και ακολούθως έφυγαν. Μόλις τον είδε, ο Κατηγορούμενος άνοιξε το παράθυρο του, ενώ η Παραπονούμενη δεν του μίλησε και φαινόταν λίγο αγχωμένη.  Υποστήριξε, επίσης, ότι σε μεταγενέστερο χρόνο η Παραπονούμενη ανέφερε στη μητέρα της ότι φάνηκε τυχερή που συναντήθηκαν στο δρόμο, αφού εάν ο ίδιος δεν τους έβλεπε, πρόθεση του Κατηγορούμενου ήταν να την σκοτώσει.  Παρόλα αυτά, ο ίδιος δεν διαπίστωσε οτιδήποτε, προσθέτοντας πως γνώριζε πως ο Κατηγορούμενος  αγαπούσε την Παραπονούμενη.

 

Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ. 3, ανέφερε πως όταν τους είδε απευθύνθηκε στην Παραπονούμενη, ρωτώντας την αν είναι καλά, χωρίς, όμως, η ίδια να του απαντήσει ή να τον κοιτάξει.  Ερωτώμενος εάν η Παραπονούμενη θα μπορούσε να του κάνει οποιοδήποτε νόημα εάν συνέβαινε κάτι κακό, αφού ο Κατηγορούμενος ενόσω του μιλούσε δεν είχε οπτική επαφή μαζί της, απάντησε θετικά. Ως προς τη θέση που εξέφρασε κατά την κυρίως εξέταση του πως η Παραπονούμενη ήταν κάπως αγχωμένη, ο μάρτυρας επεσήμανε πως επρόκειτο για μια προσωπική αντίληψη του. Την συγκεκριμένη ημερομηνία, 4.10.2024,  είχε σχολάσει απο την εργασία του γύρω στις 20:10 και πήγε στο σπίτι του στην Πάχνα, ενώ η σύντροφος του και μητέρα της Παραπονούμενης (Μ.Κ. 4) βρισκόταν ήδη στο σπίτι. Επιστρέφοντας στο σπίτι το βράδυ, ανέφερε στη μητέρα της Παραπονούμενης ότι τους είχε δει μαζί, και αυτή του απάντησε πως ενδεχομένως να πήγαιναν περίπατο, ενώ την επόμενη ημέρα, η ίδια του ανέφερε ότι η Παραπονούμενη δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις της.  Τέλος, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι στις 4.10.2024 ήταν καλεσμένος σε οικογενειακό τραπέζι στο σπίτι της Παραπονούμενης μαζί με την Μ.Κ.4 και τον Κατηγορούμενο, σημειώνοντας πως μόνο μια φορά προηγουμένως είχαν φάει όλοι μαζί. 

 

H Μ.Κ.4 είναι η μητέρα της Παραπονούμενης και σύντροφος του Μ.Κ. 3. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της ημερομηνίας 13.11.2024 (βλ. Έγγραφο Δ). Εκεί αναφέρεται στη σχέση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, όπως και σε προηγούμενη σχέση που είχε η Παραπονούμενη με το πρόσωπο που στη συνέχεια κατέθεσε ως Μ.Κ. 5. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε πως η Παραπονούμενη αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα με τον Κατηγορούμενο λόγω του οτι την ζήλευε πολύ.  Μάλιστα, τον τελευταίο καιρό, την παρακολουθούσε και είχε πολύ ενοχλητική συμπεριφορά.  Η Παραπονούμενη της εξέφραζε συνέχεια παράπονα και είχε άγχος αφού ενώ ήθελε να χωρίσει μαζί του, αυτός δεν την άφηνε ήσυχη.

 

Στις 4.10.2024 κάλεσε την κόρη της στο τηλέφωνο, ρωτώντας την που βρίσκεται.  Η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι είχε βγει για περίπατο με τον Κατηγορούμενο, ενώ από τον τρόπο που μιλούσε, η μάρτυρας κατάλαβε ότι η κόρη της ήταν φοβισμένη και έτσι ανησύχησε. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν την επόμενη μέρα, η Παραπονούμενη της ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος την πήρε παρά την θέληση της από το σπίτι της, την έβαλε στο αυτοκίνητο του και την μετέφερε σε μια περιοχή κοντά στο χωριό Καντού και δεν την άφηνε να φύγει.  Όπως της εξήγησε, δεν μπορούσε να ζητήσει βοήθεια αφού ο Κατηγορούμενος την απειλούσε με μαχαίρι και ήταν πολύ τρομαγμένη, καθώς επίσης πως  ήταν ευτύχημα ότι τους είχε δει στο δρόμο ο Μ.Κ.3.

 

Στο πλαίσιο της αντεξέτασης της η μάρτυρας διευκρίνισε πως μετά το επίδικο περιστατικό η Παραπονούμενη μετακόμισε στο σπίτι μαζί της, αναφέροντας πως προηγουμένως κατοικούσε σε διαμέρισμα στην περιοχή Αγίου Νικολάου που της είχε παραχωρήσει ο εργοδότης της.  Σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στις 4.10.2024, η μάρτυρας κατέθεσε πως είχε μεταβεί στο σπίτι της Παραπονούμενης μετά τις 16:00 οπότε και ενημερώθηκε από γείτονες και συναδέλφους της ότι αυτή απουσίαζε από το σπίτι, ως επίσης πως τις τελευταίες δυο ημέρες δεν είχε μεταβεί στην εργασία της.  Δεν την εντόπισε εκεί και, ως ανέφερε, κατάφερε να μιλήσει μαζι της τηλεφωνικώς περί τις 18:00 το απόγευμα.  Απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης ότι η ίδια η Παραπονούμενη ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να την παραλάβει από το σπίτι της, αφού θα γινόταν έλεγχος σε αυτό από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, όπως και ότι στις 4.10.2024 είχε ζητήσει από την Παραπονούμενη να μαγειρέψει στο σπίτι της για να φάνε όλοι μαζί με τον σύντροφο της, Μ.Κ. 3, και τον Κατηγορούμενο.

 

Ερωτηθείσα για τη σχέση της με την Παραπονούμενη, δέχθηκε πως αρχικά δεν ήταν καλή.  Δέχθηκε, επίσης, την ύπαρξη της ταυτόχρονης σχέσης της κόρης της με τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Κ.5, λέγοντας πως η σχέση της Παραπονούμενης με τον Μ.Κ. 5 ήταν ο λόγος που ο Κατηγορούμενος την ζήλευε.

 

Σε σχέση με την επικαλούμενη περίεργη συμπεριφορά της Παραπονούμενης, την οποία, ως ισχυρίστηκε, διαπίστωσε όταν μίλησαν στο τηλέφωνο, η μάρτυρας δεν απέκλεισε αυτή να οφειλόταν στη χρήση ναρκωτικών.

 

O M.K. 5 είναι πρώην σύντροφος της Παραπονούμενης. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης ημερομηνίας 10.10.2024 η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε. Σύμφωνα με την κατάθεση του, διατηρούσε σχέση με την Παραπονούμενη για 4 χρόνια και χώρισαν πριν απο ένα χρόνο, ωστόσο διατήρησαν φιλικές σχέσεις.  Ως ανέφερε, όταν πλησίαζε η αποφυλάκιση του Κατηγορούμενου, η Παραπονούμενη ζήτησε τη βοήθεια του έτσι ώστε να ξεμπλέξει από αυτόν καθότι θα ξεκινούσε να την ενοχλεί.

 

Την 5.10.2024 δέχθηκε τηλεφώνημα από την Παραπονούμενη, η οποία του είχε αναφέρει ότι την προηγούμενη ημέρα ο Κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της, έπιασε την γάτα από το αυτοκίνητο της, την έβαλε στο δικό του αυτοκίνητο και έφυγε και αυτή τον έτρεχε από πίσω με το αυτοκίνητο της, μέχρι τον χώρο στάθμευσης πίσω από το περίπτερο που δουλεύει. Τότε ο Κατηγορούμενος της είπε ότι αν θέλει την γάτα της, να μπει στο αυτοκίνητο του και εκείνη μπήκε υποχρεωτικά. Ακολούθως, την πήρε σε ένα χωράφι κοντά στο χωριό Καντού, και εκεί την κτύπησε με τα χέρια σε διάφορα μέρη του σώματος της, ενώ στη συνέχεια έβαλε γάντια και έπιασε ένα χοντρό σχοινί και την χτύπησε πάνω στο πόδι. Στη συνέχεια, η Παραπονούμενη ζήτησε από τον ίδιο να μείνει στο σπίτι μαζί της γιατί φοβόταν αφού το προηγούμενο βράδυ ο Κατηγορούμενος πήγε έξω από το σπίτι της και κοίταζε να δει εάν ήταν μέσα.  Έτσι, το μεσημέρι της 5.10.2024 ο μάρτυρας πήγε στο σπίτι της Παραπονούμενης και δεν βγήκε καθόλου έξω. Περί τις 22:02 της ίδιας ημέρας, και ενώ βρισκόταν μέσα στο σπίτι της Παραπονούμενης, του τηλεφώνησε η ίδια η Παραπονούμενη, χωρίς, όμως, να μιλά. Ο μάρτυρας άκουγε φωνές στο τηλέφωνο οι οποίες κατάλαβε ότι ήταν του Κατηγορούμενου, ενώ στη συνέχεια του μίλησε η Παραπονούμενη η οποία τον κάλεσε να μεταβεί άμεσα στο περίπτερο όπου εργαζόταν. Αμέσως ο Μ.Κ. 5 μετέβη στο μέρος κρατώντας ένα σκουπόξυλο στο χέρι. Όταν είδε τον Κατηγορούμενο, τον πλησίασε και όπως τον πλησίασε, αυτός έβγαλε μαχαίρι και το πρόταξε προς το μέρος του. Ο Μ.Κ.5 φοβήθηκε μόλις τον είδε με το μαχαίρι και γύρισε προς αυτόν το σκουπόξυλο για τον αφοπλίσει, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας έριξε το σκουπόξυλο στο έδαφος και τράπηκε σε φυγή, ενώ λίγο αργότερα μετέβηκαν μαζί με την Παραπονούμενη  στον Αστυνομικό Σταθμό για να υποβάλουν καταγγελία και επέστρεψαν στο σπίτι. Περί τις 02:00 ο μάρτυρας άκουσε δυνατά κτυπήματα στην πόρτα. Η Παραπονούμενη ήταν στην τουαλέτα και της είπε να μην βγει έξω. Ενώ ο Μ.Κ.5 στεκόταν μπροστά από την πόρτα, ο Κατηγορούμενος έσπασε το γυαλί με το μαχαίρι που κρατούσε, ενώ στη συνέχεια έσπασε και το μαχαίρι που κρατούσε και η λεπίδα έπεσε μέσα στο σπίτι. Μαζί με τον Κατηγορούμενο ήταν και ένα πρόσωπο, το οποίο ήταν μαζί του και προηγουμένως στο περίπτερο.  Μόλις έσπασε το μαχαίρι, ο Κατηγορούμενος και το άλλο πρόσωπο αποχώρησαν.  Την επόμενη μέρα ο μάρτυρας μετέβηκε μαζί με την Παραπονούμενη στο Νοσοκομείο όπου και την εξέτασε ο ιατρός και ακολούθως αποχώρησαν.   

 

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας υποστήριξε ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη παράλληλης σχέσης της Παραπονούμενης τόσο με τον ίδιο όσο και με τον Κατηγορούμενο, όπως ούτε γνώριζε για την υποβολή  καταγγελίας εναντίον του από τον Κατηγορούμενο στις 8.9.2024.  Παράλληλα, ο μάρτυρας δεν γνώριζε, ως ανέφερε, εάν κατά την διάρκεια της έκτισης ποινής από τον Κατηγορούμενο η Παραπονούμενη είχε επικοινωνία μαζί του ή εάν τον επισκεπτόταν στις φυλακές ή στο Δικαστήριο.  Επανέλαβε ότι η Παραπονούμενη του ζήτησε να μείνει μαζί της έτσι ώστε να προστατευθεί από τον Κατηγορούμενο, δίδοντας του κλειδιά του σπιτιού της, ενώ απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης περί κακοποιητικής συμπεριφοράς απο μέρους του έναντι της Παραπονούμενης.  Με τον Κατηγορούμενο ήταν γνωστοί και όχι φίλοι, ενώ ήταν το πρόσωπο που τους είχε γνωρίσει. 

 

Η Παραπονούμενη κατέθεσε ως Μ.Κ. 6. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τις γραπτές της καταθέσεις ημερομηνίας 6.10.2024 (βλ. Έγγραφο Στ.1), 7.10.2025 (βλ. Έγγραφο Στ.2) και 16.10.2025 (βλ. Έγγραφο Στ.3).

 

Εκεί αναφέρεται στη γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο περί το 2019, η οποία κατέληξε σε ερωτική σχέση. Το 2022 ο Κατηγορούμενος μπήκε στη φυλακή για περίοδο δυο ετών και διατηρούσαν επικοινωνία. Επιθυμία και των δυο ήταν με την αποφυλάκιση του να ήταν μαζί. Μετά την αποφυλάκιση του ο Κατηγορούμενος την επισκεπτόταν στο περίπτερο όπου εργαζόταν.

 

Στις 2.10.2024 ο Κατηγορούμενος της έστειλε μήνυμα ζητώντας της να του δανείσει  χρήματα. Αν και αρχικά η ίδια του απάντησε ότι δεν είχε μετρητά, στη συνέχεια του απέστειλε μήνυμα έτσι ώστε να περάσει να του τα δώσει. Περί ώρα 21:00 ο Κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της, πλην, όμως, αυτή κοιμόταν.  Ξύπνησε από τα κτυπήματα, ενώ  τον άκουσε να λέει «είσαι με άλλον μές το σπίτι, κατάλαβα» και έφυγε. Περί ώρα 23:00, κτύπησε ξανά η πόρτα, αλλά η ίδια δεν έδωσε σημασία αφού κοιμόταν. Μετά από λίγο άκουσε παράθυρο να ανοίγει και τότε είδε τον Κατηγορούμενο με φανάρι έξω από το παράθυρο. Τότε σηκώθηκε, του άνοιξε την πόρτα, μίλησαν λίγο και έφυγε. Από εκείνη τη στιγμή, η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου άλλαξε προς το χειρότερο.  Για το λόγο αυτό, στις 3.10.2024, έστειλε μήνυμα σε ένα φίλο του Κατηγορούμενου με το όνομα Emil,  ζητώντας του να  πει στον Κατηγορούμενο να μην την ενοχλήσει ξανά.

 

Στις 4.10.2024 και περί ώρα 6:30 το πρωί μετέβηκε στο σπίτι της ο Κατηγορούμενος ο οποίος διαμαρτυρόταν ότι δεν του απαντά στα μηνύματα και έφυγε. Η μάρτυρας είχε ενημερωθεί πως κατά την εν λόγω ημερομηνία έπρεπε να βγάλει όλα της τα πράγματα από την οικία όπου διέμενε ώστε να γίνει σχετική επιθεώρηση από την ΑΗΚ. Ως της είχε αναφέρει ο εργοδότης της, η όλη διαδικασία θα διαρκούσε 2-3 ώρες περίπου και το σπίτι έπρεπε να φαίνεται ακατοίκητο. Η ίδια δεν είχε αναφέρει σε οποιοδήποτε πρόσωπο το γεγονός αυτό.  Ενώ, λοιπόν, τοποθετούσε στο όχημα της τα πράγματα και την γάτα της για να αποχωρήσει από την κατοικία της, εμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του, άρπαξε την γάτα της και την έβαλε στο αυτοκίνητο του και έφυγε.  Αμέσως η μάρτυρας του τηλεφώνησε αναζητώντας την γάτα της και αυτός απάντησε πως βρίσκεται σε ένα χωράφι κοντά στην οικία της.  Όταν η μάρτυρας μετέβηκε στο σημείο, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν εκεί, ενώ στη συνέχεια τον εντόπισε και αυτός με τη σειρά του της είπε να μπει στο αυτοκίνητο του. Η Παραπονούμενη μπήκε στο αυτοκίνητο του, αφήνοντας την πόρτα ανοικτή, ενώ ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να την κλείσει έτσι ώστε να ανάψει τον κλιματισμό του αυτοκινήτου. Μόλις έκλεισε την πόρτα, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο, κάνοντας βόλτες μέσα στην πόλη της Λεμεσού, αναφέροντας στην Μ.Κ. 6 έντονα παράπονα που είχε από την ίδια.  Σε κάποια στιγμή η μάρτυρας του ζήτησε να την αφήσει να φύγει ή να την πάρει πίσω στο σπίτι και αυτός δεν ήθελε, συνεχίζοντας τις άσκοπες περιπλανήσεις μέσα στη πόλη, ενώ φαινόταν λίγο εκνευρισμένος.

 

Περί τις 14:00 ενώ βρίσκονταν στο δρόμο, τους είδε ο Μ.Κ.3 και λίγα λεπτά μετά τηλεφώνησε στην μητέρα της, χωρίς, όμως, να θυμάται τι συζήτησαν μεταξύ τους. Όταν είδαν τον Μ.Κ. 3, ο Κατηγορούμενος άνοιξε πολύ λίγο το παράθυρο του, χαιρετίστηκαν οι δυο μεταξύ τους, ενώ η ίδια δεν είχε μιλήσει μαζί του.  Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος την μετέφερε σε ένα μεγάλο χωράφι με δέντρα κοντά στο χωριό Καντού, όπου δεν υπήρχαν κοντά ούτε σπίτια ούτε ακούγονταν άνθρωποι. Εκεί ο Κατηγορούμενος της εκμυστηρεύτηκε ότι πρόθεση του ήταν να την σκοτώσει αλλά επειδή τους είδε ο Μ.Κ. 3, μετάνιωσε.

 

Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος άνοιξε το καπό του αυτοκινήτου του, φόρεσε γάντια εργασίας, γεγονός που της προκάλεσε φόβο, και μετά την άρπαξε από τα μαλλιά, την κτύπησε με τα χέρια σε διάφορα μέρη του σώματος και συγκεκριμένα την χαστούκισε  στα χέρια και το πρόσωπο.  Ερωτηθείσα γιατί δεν προσπάθησε να φύγει, απάντησε πως βρίσκονταν «στο πουθενά» και δεν μπορούσε να πάει οπουδήποτε.  Δεν φώναξε βοήθεια αφού δεν υπήρχε κανείς στην περιοχή για να την ακούσει.  Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος πήρε ένα σχοινί και την κτύπησε μια φορά πάνω στο πόδι, προκαλώντας της μελάνιασμα.  Μετά ο Κατηγορούμενος ηρέμησε και την πήρε σπίτι περί ώρα 18:30.

 

Η ίδια παρέμεινε στο σπίτι της ευρισκόμενη σε κατάσταση «σοκ», ενώ, όπως εξήγησε, αρχικά δεν προέβηκε σε καταγγελία διότι φοβήθηκε ότι θα της κάνει χειρότερα.  Απέδωσε δε την πιο πάνω συμπεριφορα του Κατηγορούμενου σε χρήση ναρκωτικών.

 

Στις 6.10.2024 και περί ώρα 21:30 ενώ η μάρτυρας βρισκόταν στην εργασία της εμφανίστηκε εκεί ο Κατηγορούμενος διαμαρτυρόμενος ότι δεν του απαντά το τηλέφωνο και πως τον προσέβαλε στο φίλο του. Αφού έκανε διάφορες σκηνές ζηλοτυπίας,  αποχώρησε, ενώ στη συνέχεια επέστρεψε και της επιτέθηκε κτυπώντας την με τα χέρια και τα πόδια σε διάφορα μέρη του σώματος της και αποχώρησε εκ νέου.   

 

Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της η Μ.Κ.6 έκανε επίσης αναφορά στο περιστατικό που περιέγραψε ο Μ.Κ. 5 όταν ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την οικία της το βράδυ της 6.10.2024  και έσπασε το παράθυρο της πόρτας.

 

Τέλος, η μάρτυρας αναφέρθηκε σε διάφορα απειλητικά μηνύματα και τηλεφωνικές κλήσεις που έλαβε από άγνωστους αριθμούς και αφορούσαν στην υπόθεση (βλ. Έγγραφο Στ.3 και συνημμένο). Όπως εξήγησε, από τη φωνή είχε αντιληφθεί πως επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο, ενώ υπέδειξε πως δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να της στείλει μηνύματα με τέτοιο περιεχόμενο.

 

Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι παρά την αρχικά κοινή τους επιθυμία να είναι μαζί μετά την αποφυλάκιση του, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος συνέχισε να ασχολείται με ναρκωτικά, η ίδια αποφάσισε να τερματίσει τη σχέση της μαζί του.  Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε δανειστεί χρήματα από τον Κατηγορούμενο απάντησε θετικά. Δέχθηκε, επίσης, πως στο παρελθόν η ίδια έκανε χρήση ναρκωτικών, ενώ απέρρριψε την υποβολή της Υπεράσπισης πως στις 4.10.2024 είχε ζητήσει απο τον Κατηγορούμενο να την μεταφέρει κάπου απόμερα ώστε να κάνει χρήση.

 

Ως προς το περιστατικό τις 2.10.2024 κατά το οποίο είδε τον Κατηγορούμενο να ανοίγει το παράθυρο του σπιτιού της κρατώντας φανάρι, εξήγησε ότι τελικά του άνοιξε γιατί σε αντίθετη περίπτωση, τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα, απορρίπτοντας τη θέση της Υπεράσπισης ότι αυτός ήταν εκνευρισμένος διότι άλλαξε την κλειδαριά της πόρτας του σπιτιού της. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, ούτε ο Κατηγορούμενος όπως ούτε και ο Μ.Κ. 5 είχαν κλειδί του σπιτιού της.  Περαιτέρω, η μάρτυρας αρνήθηκε τις θέσεις της Υπεράσπισης περί ύπαρξης παράλληλης σχέσης της με τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Κ. 5, όπως και ότι ο Κατηγορούμενος συμπεριφερόταν με αυτό τον τρόπο λόγω του ότι διαπίστωσε ότι του έλεγε ψέματα για την σχέση της με τον Μ.Κ.5.  Πρόσθεσε ότι πριν την αποφυλάκιση του Κατηγορούμενου δεν είχε ζητήσει βοήθεια από τον Μ.Κ.5 αναφορικά με αυτόν,  αφού σε εκείνο το στάδιο σχεδίαζε να είναι μαζί με τον Κατηγορούμενο. Μετά, όμως, από το επίδικο περιστατικό στο Καντού, ζήτησε τη βοήθεια του Μ.Κ. 5 γιατί φοβόταν και αυτός ήταν και ο λόγος που ο Μ.Κ. 5 βρέθηκε στις 6.10.2024 στο περίπτερο όπου εργαζόταν όταν της επιτέθηκε εκ νέου ο Κατηγορούμενος.

 

Σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά ημερομηνίας 4.10.2024, η μάρτυρας  ανέφερε πως όταν η ίδια έβαλε την γάτα στο αυτοκίνητο της, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε πίσω από το αυτοκίνητο της και ακολούθως έπιασε την γάτα και έφυγε. Τότε, η ίδια τον πήρε τηλέφωνο και αυτός της είπε να τον συναντήσει σε παρακείμενο χωράφι. Όταν μετέβηκε στο μέρος για να πάρει την γάτα της, ο Κατηγορούμενος της είπε πως εάν θέλει την γάτα της θα πρέπει να μπει στο αυτοκίνητο του, πράγμα το οποίο και έπραξε. Η μάρτυρας απέρριψε την θέση ότι ζήτησε η ίδια από τον Κατηγορούμενο να έρθει για να περάσουν την μέρα μαζί μέχρι να επιστρέψει στο σπίτι της. Επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος έκανε άσκοπες βόλτες εντός της πόλης της Λεμεσού για αρκετή ώρα και πως δεν την επέστρεψε στην οικία της όταν του το ζήτησε.  Ερωτώμενη γιατί δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, παρά το γεγονός ότι σταμάτησαν σε φώτα τροχαίας, απάντησε πως ήλπιζε ότι θα την πάρει σπίτι της, σημειώνοντας πως μέχρι εκείνη την στιγμή δεν αισθάνθηκε ότι ο Κατηγορούμενος την κρατούσε με την βία. Εξήγησε ότι όταν συνάντησαν τον Μ.Κ. 3, ο Κατηγορούμενος επέμενε ότι αυτός δεν τους είδε ένεκα των μη διαφανών (φιμέ) παραθύρων του οχήματος του, όμως η ίδια επέμενε να ανοίξει το παράθυρο για να τον χαιρετίσει και αυτός το άνοιξε πολύ λίγο.

 

Στο χωράφι στο χωριό Καντού όπου βρέθηκαν, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να βάλει νερό στη γάτα της. Αυτός χρησιμοποιώντας ένα μαχαίρι έκοψε μια πλαστική μπουκάλα και του έβαλε νερό.  Όπως εξήγησε, παρέμειναν στο μέρος 2-3 ώρες, διευκρινίζοντας πως ο ξυλοδαρμός έγινε τόσο μέσα όσο και έξω απο το αυτοκίνητο.  Έφυγαν απο το μέρος όταν σταμάτησε η επήρρεια των ναρκωτικών που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος και αυτός ηρέμησε.

 

Σε σχέση με τα μηνύματα τα οποία παρουσίασε μέσω της γραπτής της κατάθεσης (βλ. Έγγραφο Στ 3), η μάρτυρας υποστήριξε ότι αυτά είχαν σταλεί απο τον Κατηγορούμενο και δεν συμφώνησε σε υποβολή ότι η ίδια αντάλλαξε τα συγκεκριμένα μηνύματα με κάποιο τρίτο πρόσωπο προκειμένου να ενοχοποιήσουν τον Κατηγορούμενο. 

 

Στο πλαίσιο της ένορκης του μαρτυρίας ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης ημερομηνίας 13.11.2024 (βλ. Τεκμήριο 4). Σε αυτή δίνει την δική του εκδοχή ως προς τα όσα διαδραματίστηκαν σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά. Αναφέρθηκε στην ερωτική σχέση που είχε με την Παραπονούμενη, η οποία ξεκίνησε από το 2021.  Όπως ανέφερε, το 2022 ο ίδιος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών αλλά συνέχισε να έχει επαφή μαζί της αφού τον επισκεπτόταν τόσο στη φυλακή όσο και στο Δικαστήριο.   Αν και ο ίδιος ζήτησε από την Παραπονούμενη να κοιτάξει την ζωή της, αυτή του δήλωσε ότι θα τον περιμένει.

 

Μετά την αποφυλάκισή του είπε στην Παραπονούμενη πως ήθελε να είναι φίλοι και διέμενε στο σπίτι του αδελφού του παρόλο που επιθυμία της Παραπονούμενης ήταν να μείνει σπίτι της.      

 

Στην κατάθεση του κάνει αναφορά σε περιστατικό κατά το οποίο ο Μ.Κ. 5 επισκέφθηκε την Παραπονούμενη προκειμένου να πιάσει κάποια πράγματα, ενώ αργότερα η Παραπονούμενη έκλαιγε και ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να μείνει στο σπίτι της γιατί φοβόταν οτι ο Μ.Κ. 5 θα επιστρέψει για να την σκοτώσει.

 

Σε σχέση με τα συμβάντα στις 4.10.2024, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι περί τις 11:00, ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο Λεμεσού, έλαβε τηλεφώνημα από την Παραπονούμενη η οποία έκλαιγε, αναφέροντας πως ο ιδιοκτήτης της κατοικίας όπου διέμενε, της ζήτησε να αποχωρήσει από την κατοικία της μέχρι τις 16:00 λόγω επικείμενης επιθεώρησης του υποστατικού απο την ΑΗΚ.  Έτσι, μετέβηκε άμεσα στο σπίτι της Παραπονούμενης η οποία είχε ήδη φορτώσει τα πράγματα της στο αυτοκίνητο της, όπως και την γάτα της, η οποία βρισκόταν μέσα σε ένα κλουβί. Λόγω του οτι η γάτα φαινόταν ταλαιπωρημένη, ο Κατηγορούμενος την έβαλε στο αυτοκίνητό του όπου υπήρχε κλιματισμός.  Ένεκα του ότι η Παραπονούμενη δεν είχε που να πάει μέχρι να τελειώσει η επιθεώρηση του σπιτιού της, ο Κατηγορούμενος της είπε να σταθμεύσει το όχημα της σε παρακείμενο χωράφι, από όπου και επρόκειτο να την παραλάβει.

 

Έτσι, η Παραπονούμενη μπήκε στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησαν να κάνουν βόλτες στη Λεμεσό. Ενώ οδηγούσε, είδαν στο δρόμο τον Μ.Κ. 3 να περνά από δίπλα τους. Τα δυο οχήματα σταμάτησαν δίπλα δίπλα και χαιρετίστηκαν. Στη συνέχεια, ένεκα του ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε για αρκετή ώρα, πρότεινε στην Παραπονούμενη να μεταβούν στη θάλασσα, στη περιοχή της Επισκοπής.  Καθοδόν, ως ισχυρίζεται, η Παραπονούμενη του ζήτησε να σταματήσει κάπου για να κάνει χρήση ναρκωτικών τα οποία είχε μαζί της. Τότε αυτός κινήθηκε προς το χωριό Καντού όπου και σταμάτησε σε ένα χωράφι. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη έκανε χρήση ναρκωτικών και ο ίδιος εξήλθε από το αυτοκίνητο. Η Παραπονούμενη επίσης του ζήτησε κάποιο μαχαίρι για να κόψει ένα πλαστικό μπουκάλι έτσι ώστε να βάλει νερό στη γάτα της, πλην, όμως, λόγω του ότι  δεν είχε μαχαίρι, ο ίδιος βρήκε άλλο τρόπο για να το κόψει. Ακολούθησε τηλεφώνημα από την μητέρα της Παραπονούμενης προς την ίδια, η οποία τους ζήτησε όπως, επιστρέφοντας, την παραλάβουν από τον γιατρό ώστε στη συνέχεια να μεταβούν στο σπίτι της Παραπονούμενης για φαγητό.

 

Παρέμειναν στο σημείο για μία ώρα περίπου και αφού η Παραπονούμενη ειδοποιήθηκε να επιστρέψει στο σπίτι της, αναχώρησαν.

 

Ως υποστήριξε,  άφησε την Παραπονούμενη στο σπίτι της και ο ίδιος μετέβη σε άλλο σημείο για να παραλάβει την μητέρα της έτσι ώστε να την μεταφέρει στο σπίτι της Παραπονούμενης.   Κάθισε λίγο μαζί τους και περί ώρα 18:00 αναχώρησε για το χωριό Ερήμη. Αργότερα και περί ώρα 19:40 μίλησε τηλεφωνικώς με την Παραπονούμενη η οποία τον ρώτησε κατά πόσον θα πήγαινε στο σπίτι της για φαγητό μιας και ο Μ.Κ.3 ήταν καθοδόν, ενώ ο Κατηγορούμενος απολογήθηκε λέγοντας πως δεν μπορούσε να πάει.  Ως ο ίδιος υποστήριξε, στις 5.10.2024 δεν είδε την Παραπονούμενη.

 

Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, υποστήριξε ότι στο στάδιο της ανάκρισής του είχε δώσει στην Αστυνομία όλες τις λεπτομέρειες σε σχέση με τα γεγονότα στις 4.10.2024 ώστε να είναι εφικτή η συλλογή στοιχείων και τεκμηρίων μέσω κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης και μηνυμάτων. Περιγράφοντας περαιτέρω τα όσα συνέβησαν κατά την πιο πάνω ημερομηνία, πρόσθεσε ότι αφού παρέλαβε την Παραπονούμενη, της πρότεινε να μεταβούν στο σπίτι του αδελφού του μέχρι να την ειδοποιήσουν να επιστρέψει στο σπίτι της, όμως αυτή αρνήθηκε. Τότε ξεκίνησαν να κάνουν βόλτες στη πόλη της Λεμεσού. Αφού έφτασαν στην περιοχή της Αγίας Σοφίας, ο ίδιος επισκέφθηκε κάποιους συγγενείς του για να πάρει χρήματα, ενώ σύμφωνα με τον ίδιο η Παραπονούμενη παρέμεινε στο αυτοκίνητο αν και της πρότεινε να μεταβεί στο περίπτερο για να πάρει οτιδήποτε χρειαζόταν.

 

Στη συνέχεια και αφού κινήθηκαν προς την θάλασσα στην περιοχή Επισκοπής, ένεκα του ότι η Παραπονούμενη βιαζόταν να κάνει χρήση ναρκωτικών, κατευθύνθηκαν προς το χωριό Καντού.  Παρέμειναν στο μέρος για μία ώρα περίπου, ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο χωράφι, η Παραπονούμενη κρατούσε το κινητό της και έβαζε τραγούδια στο αυτοκίνητο.

 

Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναφέρθηκε και σε ένα περιστατικό με τον φίλο του,  Emil, στο πλαίσιο του οποίου αντελήφθηκε ότι η Παραπονούμενη τον κοροιδεύει και αποφάσισε να τερματίσει τη σχέση τους. Αυτός ήταν και ο λόγος που μετέβηκε στο περίπτερο όπου εργαζόταν η Παραπονούμενη το βραδυ της 6.10.2024.  Στο πλαίσιο δε της λογομαχίας που είχαν, ο Κατηγορούμενος την τράβηξε από τα μαλλιά, την χαστούκισε 2-3 φορές, την κλώτσησε δυο φορές και βγήκε έξω. Ακολούθησε επεισόδιο μεταξύ του ιδίου και του Μ.Κ.5 έξω από το περίπτερο.

 

Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε περαιτέρω πως μετά το περιστατικό η Παραπονούμενη του απέστειλε μηνύματα με τα οποία του δήλωσε ότι παράπονο είχε μόνο για το περιστατικό του ξυλοδαρμού στο περίπτερο, όπως και άλλα μηνύματα από τα οποία  φαινόταν μετανιωμένη για την υποβολή καταγγελίας εναντίον του σε σχέση με τα όσα του απέδωσε ότι έλαβαν χώρα στις 4.10.2024. Πρόσθεσε πως για ένα διάστημα ήταν καταζητούμενος γιατί είχε αντιληφθεί πως η καταγγελία έγινε εκδικητικά με σκοπό η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ. 5 να  τον κλείσουν για πολλά χρόνια στη φυλακή.

 

Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι κτύπησε την Παραπονούμενη στο περίπτερο, όμως αρνήθηκε τα περί απαγωγής και ξυλοδαρμού της στις 4.10.2024, επισημαίνοντας πως εκείνη την ημέρα η Παραπονούμενη είχε μπεί στο αυτοκίνητο του και παρέμεινε καθόλη τη διάρκεια μαζί του με τη θέληση της.  Όπως εξήγησε, ο λόγος που δεν παραδόθηκε άμεσα στην Αστυνομία ήταν γιατί ανέμενε από την Παραπονούμενη να αποσύρει το παράπονο και την καταγγελία της.  Απέρριψε τη θέση ότι παρακολουθούσε την Παραπονούμενη έξω από το σπίτι της, όπως και το ότι πήρε την γάτα της ώστε να την εξαναγκάσει να πάει κοντά του. Απέδωσε τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει το γεγονός ότι βρισκόταν μαζί του στο αυτοκίνητο του προς τον Μ.Κ.5.

 

Ως προς τα μηνύματα τα οποία ισχυρίστηκε ότι είχε στο κινητό του από την Παραπονούμενη στα οποία φαινόταν ότι αυτή είχε μετανιώσει για την καταγγελία, υποστήριξε ότι ήταν στη διάθεση της Αστυνομίας όταν έδινε κατάθεση και ότι αυτά υπάρχουν μέχρι σήμερα. Σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά ημερομηνίας 4.10.2024, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να κτυπήσει την Παραπονούμενη, και πως εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, οι τραυματισμοί θα ήταν πολύ πιο σοβαροί.

 

Αναφορικά με τη συνάντηση τους με τον Μ.Κ. 3, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι εάν ο ίδιος δεν άνοιγε το παράθυρο του για τους δει ο Μ.Κ.3, ο τελευταίος δεν θα γνώριζε ότι η  Παραπονούμενη ήταν μαζί του.

 

Τέλος, ο Κατηγορούμενος επέρριψε ευθύνες στην Αστυνομία για την διερεύνηση της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσαν να παρουσιάσουν διάφορα τεκμήρια για να αποδείξουν την αλήθεια των ισχυρισμών του.

 

Αξιολόγηση της μαρτυρίας

 

Έχοντας σκιαγραφήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία σημειώνουμε ότι έχουμε διεξέλθει με μεγάλη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν.  Με μεγάλη προσοχή έχουμε, επίσης, μελετήσει το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων επί του προκειμένου.  Δεν θεωρούμε ότι θα εξυπηρετούσε, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, η επανάληψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων.  Άλλωστε, τα θέματα αυτά είναι που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στη συνέχεια, ενώ δεδομένη παραμένει πάντοτε η νομολογιακή αρχή ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτήν το Δικαστήριο, αφού μορφώσει άποψη για την αξιοπιστία των μαρτύρων, θα διαμορφώσει την κρίση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματά του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση.  Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας, σε σύγκριση και με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 177/2017, ημερ. 20.12.2018 και Rana ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489). 

 

Έχουμε δε κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας πως το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 307 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 1).

 

Αποτελεί, επίσης, νομολογιακή αρχή ότι μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν πλήττουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά, πολλές φορές, την ενδυναμώνουν γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού (βλ. Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 353, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (20100) 2 Α.Α.Δ. 345 και Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68).

 

Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Σιβιτανίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 166 όπου υποδείχθηκε πως ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική αφή των πραγμάτων (βλ. Στυλιανίδη ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1056 και Μουζάκης ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 220).

 

Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου.  Είχαμε, επίσης, την ευκαιρία, ως αναφέρεται πιο πάνω, να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των τεκμηρίων.  Ως προς τα γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά, αυτά καθίστανται μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.

 

Ξεκινούμε το έργο της αξιολόγησης από τον Μ.Κ.1, για τον οποίο έχουμε σχηματίσει θετική εντύπωση και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης και το πρόσωπο το οποίο έλαβε την ανακριτική κατάθεση ημερ. 13.11.2024 από τον Κατηγορούμενο  (βλ. Τεκμήριο 4).  Προσήλθε στο Δικαστήριο προκειμένου να καταθέσει σε σχέση με τις ενέργειες του στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και έπραξε τούτο με σαφήνεια και πληρότητα.  Σαφώς, η μαρτυρία του περιορίζεται σε αυτές του τις ενέργειες και ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στη μαρτυρία της Παραπονούμενης που είχε στη διάθεση της η Αστυνομία στη βάση της οποίας προχώρησαν στην έκδοση εντάλματος σύλληψης του Κατηγορούμενου.

 

Αναφορικά με τις θέσεις της Υπεράσπισης που τέθηκαν στον μάρτυρα περί πλημελλούς διερεύνησης της υπόθεσης σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, σημειώνουμε πως ο μάρτυρας εξήγησε με επάρκεια και πληρότητα οτι λόγω του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι τη σύλληψη του Κατηγορούμενου, ο οποίος καταζητείτο, ήταν δύσκολη η εξασφάλιση κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης από τη διαδρομή που ακολούθησε το όχημα του. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης ο ίδιος μετέβη στο χωριό Καντού, πλην, όμως, ως η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε, ο Κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα του σε ανοικτό χωράφι όπου δεν υπήρχαν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης.  Ως προς τα όσα τέθηκαν στον μάρτυρα αναφορικά με καταγγελία που υπέβαλε ο Κατηγορούμενος εναντίον του Μ.Κ. 5 ένα μήνα πριν το επίδικο περιστατικό, ο μάρτυρας δήλωσε πως ουδεμία εμπλοκή είχε στην εν λόγω υπόθεση. 

 

Σε γενικότερο πλαίσιο κρίνουμε πως ο μάρτυρας απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν χωρίς υπεκφυγές και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να πλήξει την αξιοπιστία του.  Επίσης, εξετάζοντας τη μαρτυρία του δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε προσπάθεια ευνοϊκής μεταχείρισης της Παραπονούμενης ή δυσμενούς χειρισμού του Κατηγορούμενου ο οποίος παρέθεσε την εκδοχή του για την εξέλιξη των γεγονότων στην παρουσία του δικηγόρου του. Συνεπώς, κρίνουμε τον Μ.Κ. 1 αξιόπιστο μάρτυρα και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του.

 

Προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 2 ο οποίος κατέθεσε ως ειδικός παθολόγος.

 

Η προσέγγιση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, έχει αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 C.L.R 1 και  Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ 984) και συνοψίστηκε πολύ πρόσφατα στην Robert Keith Stark κ.ά. ν. David Marsland κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ 233/2019, ημερ. 6.5.2025.  Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές 2014 στη σελίδα 276, προκειμένου να καταθέσει κανείς ως πραγματογνώμονας πρέπει να καταδείξει ότι η μαρτυρία του είναι αναγκαία για την υπόθεση και ότι κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα για κάτι τέτοιο. Αυτό αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και εξέτασης των γνώσεων και εμπειρίας του μάρτυρα στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει.

 

Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία.  Ως προς τους κανόνες αξιολογησης μαρτυρίας εμπειριγνώμονα, παραπέμπουμε στην Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 111/2017, απόφαση ημερ. 13.3.2024, όπου λέχθηκε πως αποτελεί βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, πλην του ότι, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, εμπειρογνώμονες δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσής τους. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Πιττάλης κ.ά. vIanira Enterprises Ltd. κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 814,  Cybarco Ltd. ν. Kovascik (2001) 1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή (πιο πάνω)). 

 

Θα πρέπει εξαρχής να λεχθεί πως η εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Κ. 2 δεν αμφισβητήθηκε και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο ικανοποιείται πως με βάση τα προσόντα και την εμπειρία του ως ειδικός παθολόγος, είναι πρόσωπο που κατέχει τα αναγκαία προσόντα ώστε να καταθέσει ως ειδικός στο συγκεκριμένο τομέα.

 

Ο Μ.Κ. 2 προέβηκε σε ιατρική εξέταση της Παραπονούμενης στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού στις 7.10.2024, κατόπιν παραπομπής της από την Αστυνομία. Κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε πως τα ευρήματα του μάρτυρα, ως αυτά διατυπώνονται στο Τεκμήριο 5, δεν αμφισβητήθηκαν απο την Υπεράσπιση. Η αντεξέταση του περιορίστηκε στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων και στη διερεύνηση διάφορων σεναρίων ως προς τον τρόπο και χρόνο πρόκλησης τραυματισμών ως αυτοί που αναφέρονται στην έκθεση του, Τεκμήριο 5. Ο  μάρτυρας εξήγησε με τρόπο επιστημονικό τόσο τα συμπεράσματα του όσο και τη θέση του πως η εκχύμωση (μελάνιασμα) στο δεξιό μηρό της Παραπονούμενης, ενόψει του χρώματος της, δεν είχε δημιουργηθεί την ημέρα της εξέτασης, στις 7.10.2024, αλλά 2-3 ή 4 ημέρες προηγουμένως, ήτοι σε χρόνο ο οποίος δύναται να ταυτιστεί με τον χρόνο του επίδικου περιστατικού. 

 

Από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ. 2 προκύπτει ότι απώτερος στόχος και σκοπός του ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο ώστε με τη σειρά του να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.  Δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του, ούτε  έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια μεροληψίας υπέρ της Παραπονούμενης. Πρόκειται για έναν αποστασιοποιημένο μάρτυρα του οποίου η μαρτυρία περιορίστηκε στο πλαίσιο της εμπειρογνωμοσύνης του και στις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη σε σχέση με τα τραύματα που δεν αμφισβητήθηκε ότι έφερε η Παραπονούμενη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντικειμενικότητας του αποτελεί το οτι δέχθηκε χωρίς περιστροφές πως είναι πιθανόν δυο διαφορετικά άτομα, ίδιας ηλικίας, να εμφανίσουν διαφορετική εξέλιξη χρώματος για τον ίδιο τραυματισμό, καθώς επίσης πως δεν ήταν σε θέση να καθορίσει με βεβαιότητα την ημερομηνία του τραυματισμού στο δεξιό μηρό της Παραπονούμενης  ή τον τρόπο με τον οποίο αυτός προκλήθηκε.

 

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε τη μαρτυρία του απόλυτα κατατοπιστική, και ως τέτοια την αποδεχόμαστε.  Υιοθετούμε τις θέσεις του αναγάνοντας τις σε αυτοτελή και ανεξάρτητα ευρήματα μας.

 

Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, εν πρώτοις σημειώνουμε ότι η εικόνα που δημιούργησε σε εμάς από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική. Απαντούσε με φυσικότητα,  χωρίς να δημιουργείται η όποια αμφιβολία ότι παρουσίαζε στο Δικαστήριο τα γεγονότα ως ο ίδιος τα βίωσε και τα αντιλήφθηκε και η αξιοπιστία του ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Παρά το ότι επρόκειτο για τον σύντροφο της μητέρας της Παραπονούμενης, δεν άφησε οποιαδήποτε ένδειξη ή υπόνοια ότι πρόθεση του ήταν να μαρτυρήσει για να υποβοηθήσει τη θέση της Παραπονούμενης ή να παραποιήσει τα γεγονότα. Αντιθέτως, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ο ίδιος θεωρούσε ότι ο Κατηγορούμενος έτρεφε αισθήματα αγάπης για την Παραπονούμενη.  Η μαρτυρία του περιορίστηκε στα όσα ο ίδιος είδε και διαπίστωσε κατά τη συνάντηση του με τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη στο δρόμο στις 4.10.2024 περί τις 14:30 και ουδέν πέραν των γεγονότων αυτών προέβαλε.

 

Το γεγονός ότι συναντήθηκε μαζί τους ενώ βρίσκονταν στον δρόμο επιβεβαιώνεται τόσο από την Παραπονούμενη οσο και τον Κατηγορούμενο.  Κατά την αντεξέταση του, ερωτήθηκε κατά πόσο ήταν ο ίδιος που είδε τον «Βασίλη», ήτοι τον Κατηγορούμενο, ή κατά πόσο ο Κατηγορούμενος του κόρναρε και άνοιξε το παράθυρο για να μιλήσουν. Ο Μ.Κ. 3 ανέφερε κατηγορηματικά ότι ήταν ο ίδιος που είδε τον Κατηγορούμενο και ακολούθως ο Κατηγορούμενος άνοιξε το παράθυρο του οχήματος του. Σημειώνουμε, συναφώς, ότι κατά τη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος προέβαλε ότι άνοιξε το παράθυρο του αυτοκινήτου του και έβγαλε τα χέρια του προκειμένου ο Μ.Κ. 3 να τους δει. Η θέση αυτή δεν τέθηκε στον Μ.Κ. 3 κατα την αντεξέταση του, ενώ σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ανέφερε και γίνονται αποδεκτά, ήταν ο Μ.Κ. 3 που επιδίωξε να τους μιλήσει.

 

Αποδεκτά γίνονται και τα όσα ο μάρτυρας περιέγραψε ως προς την συζήτηση που είχε με την σύντροφο του, Μ.Κ. 4, αναφορικά με την συνάντηση του με τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη, όταν επέστρεψε στο σπίτι τους περί τις 21:00 το βράδυ στις 4.10.2024 και τα οποία δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από την Υπεράσπιση.

 

Μέρος της αντεξέτασης του Μ.Κ. 3 αφορούσε και το κατά πόσο ο μάρτυρας ήταν καλεσμένος σε δείπνο στο σπίτι της Παραπονούμενης το βράδυ της 4.10.2024. Ο μάρτυρας ήταν σαφής πως δεν είχε ενημερωθεί σχετικά.  Παρά το ότι στη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος υποστήριξε πως περί ώρα 19:40 της ίδιας ημέρας μίλησε τηλεφωνικώς με την Παραπονούμενη, η οποία του ανέφερε πως η μητέρα της ήταν ήδη στην οικία της και ο Μ.Κ. 3 καθ’ οδόν για να δειπνήσουν μαζί, τέτοια θεση ουδόλως υποβλήθηκε στον Μ.Κ. 3, ενώ αξίζει να σημειώσουμε πως η έτερη θέση του Μ.Κ. 3 πως το ίδιο βράδυ βρισκόταν στο σπίτι του στην Πάχνα περί ώρα 21:00 μαζί με την Μ.Κ. 4 δεν αμφισβητήθηκε.     

 

Σε ακολουθία των ανωτέρω, η μαρτυρία του κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και συνεπώς την αποδεχόμαστε.

 

Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, η Μ.Κ.4 ήταν έκδηλα συναισθηματικά φορτισμένη και ταραγμένη. Ως διαφάνηκε, ήταν έντονη η ανησυχία της για την κόρη της λόγω του φόβου ότι ο Κατηγορούμενος μπορούσε να της προκαλέσει κακό, στοιχεία που λαμβάνουμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της.

 

Κατά την αντεξέταση της δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 4.10.2024 μίλησε με την Παραπονούμενη, θέση που προέβαλε και η τελευταία. Η Μ.Κ. 4 προέβαλε σχετικά ότι η φωνή της Παραπονούμενης έτρεμε, ήταν αγχωμένη, δεν της τα έλεγε όλα και φοβόταν, ενώ δέχτηκε ότι η εν λόγω συζήτηση έγινε στα βουλγάρικα. 

 

Αν και δεν διαπιστώθηκε πρόθεση από μέρους της να ψευσθεί, εντούτοις παρατηρούμε πως σε δύο συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας της υπήρξε αρχικά κάποια ασάφεια, η οποία, όμως, εν τέλει, διευκρινίστηκε. Ειδικότερα, ως προς το κατά πόσο επισκέφθηκε το σπίτι της Παραπονούμενης στις 4.10.2024 και κατά πόσο συναντήθηκε κατ’ εκείνη τη μέρα με τον Κατηγορούμενο.

 

Στην κατάθεση της, Έγγραφο Δ, η Μ.Κ. 4 ανέφερε ότι στις 4.10.2024 τηλεφώνησε στην Παραπονούμενη «γιατί έκαμε ώρες να επιστρέψει στο σπίτι» και ερωτώμενη κατά την κυρίως εξέταση της πώς το γνώριζε, ανέφερε τα εξής: «Από τη στιγμή που την έπιανα τηλέφωνο τη Mariela δεν μου απάντησε εκείνη την ώρα, σε λίες ώρες μου απάντησε και μόλις μου απάντησε κατάλαβα συμβαίνει κάτι. Ο τρόπος της, πως που μίλησε, ας πούμε, κάποιος ήταν κοντός [κοντά] της τζιαί εν μπορούσε να μου πει τι συμβαίνει». Προσέθεσε, δε, ότι κατ’ εκείνη τη μέρα πήγε στο σπίτι της Παραπονούμενης για να την ψάξει περί τις 16:00 και κάτι με 17:00 παρά κάτι και οι γείτονες της είπαν ότι δεν την είδαν μετά τις 14:00. Ενημερώθηκε, επίσης, από μια συναδέλφισσα της Παραπονούμενης ότι για δύο μέρες δεν είχε πάει στην εργασία της. Ως η Μ.Κ. 4 προέβαλε, δεν ήταν η πρώτη φορά που η Παραπονούμενη δεν της απαντούσε για 1-2 μέρες και επειδή ανησύχησε πήγε να την ψάξει. Αυτό που προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας της είναι ότι πριν την μη αμφισβητηθείσα τηλεφωνική συνομιλία της με την Παραπονούμενη, η Μ.Κ. 4 τηλεφώνησε στην Παραπονούμενη, η οποία δεν απάντησε, και, έτσι, στο μεσοδιάστημα, ήτοι μεταξύ της αναπάντητης κλήσης και της συνομιλίας τους, η Μ.Κ. 4 επισκέφθηκε την οικία της Παραπονούμενης, χωρίς να την εντοπίσει, θέση που δεν αμφισβητήθηκε. Αποτέλεσε, εξάλλου, κοινό τόπο ότι η Παραπονούμενη κατ’ εκείνη τη στιγμή δεν βρισκόταν στην οικία της και ότι βρισκόταν με τον Κατηγορούμενο στο Καντού, ενώ η ουσία και το επίκεντρο της Υπεράσπισης ήταν οι συνθήκες της συνάντησης της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο και όχι αυτή καθ’ εαυτή η συνάντηση τους εκτός του σπιτιού της Παραπονούμενης.

 

Στη συνέχεια της αντεξέτασης της, η Μ.Κ. 4 ερωτήθηκε κατά πόσο στις 4.10.2024 είχε προγραμματισμένο ραντεβού στο γιατρό σε σχέση με το οποίο ζήτησε να την παραλάβει ο Κατηγορούμενος. Ενώ αρχικά συμφώνησε ότι το ραντεβού ήταν προγραμματισμένο εκείνη τη μέρα περί τις 15:00-16:00, λέγοντας ότι την πήρε η Παραπονούμενη και μετά μετέβη εκεί και ο Κατηγορούμενος, στη συνέχεια της αντεξέτασης της ανέφερε ότι είχε μπερδευτεί και ότι το εν λόγω περιστατικό έλαβε χώρα σε προγενέστερο χρόνο. Συναφώς, σε υποβολή πως ο Κατηγορούμενος την παρέλαβε από τον γιατρό και την πήρε σε ψησταριά, η Μ.Κ. 5 ανέφερε ότι αυτό έγινε σε προγενέστερη ημερομηνία, χωρίς να μπορεί να την προσδιορίσει. Ομοίως, αν και δεν αρνήθηκε ότι η Παραπονούμενη της ζήτησε να μαγειρέψει στο σπίτι της για να βρεθούν με τον Μ.Κ. 3 και τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ. 5 ανέφερε ότι αυτό συνέβη πριν τα επίδικα γεγονότα. Η εν λόγω συνάντηση για φαγητό γίνεται, άλλωστε, δεκτή στην κατάθεση του Κατηγορούμενου, ο οποίος την τοποθετεί 10 μέρες μετά την αποφυλάκιση του (Τεκμήριο 4, σελ. 2). Η Μ.Κ.4 παρέμεινε σταθερή στη θέση της περί μη προγραμματισμού οικογενειακού τραπεζιού το βράδυ της 4.10.2024 στην οικία της Παραπονούμενης, θέση που συνάδει και με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 3.

 

Επίσης, οι θέσεις της Μ.Κ. 4 περί του ότι ο Κατηγορούμενος παρακολουθούσε την Παραπονούμενη και είχε ενοχλητική συμπεριφορά, όπως και η από μέρους της Παραπονούμενης εξιστόρηση του επίδικου περιστατικού την επόμενη μέρα, επιβεβαίωνονται από την υπόλοιπη μαρτυρία. Άλλωστε, η από μέρους του Κατηγορούμενου παρενοχλητική συμπεριφορά είναι παραδεκτή και από τον ίδιο, την οποία, όμως, αποδίδει στη συμπεριφορά της Παραπονούμενης.

 

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, δεν έχουμε αμφιβολία ότι η Μ.Κ. 4 δεν είχε σκοπό να ψευσθεί προς υποστήριξη της εκδοχής της Παραπονούμενης. Δεν δίστασε, άλλωστε, να δεχτεί ότι η Παραπονούμενη ήταν χρήστης ναρκωτικών και ότι, κατά την ίδια, είχε παράλληλες σεξουαλικές σχέσεις, όπως ούτε και ότι ο Κατηγορούμενος την πήρε μια φορά για να ψωνίσει και μετά την μετέφερε στο σπίτι της Παραπονούμενης. Ενδεικτικές ήταν και οι απαντήσεις της, πως δηλαδή η ίδια δεν γνώριζε, στις υποβολές της Υπεράσπισης ως προς το ότι η Παραπονούμενη τη συγκεκριμένη μέρα ήταν με τη θέληση της στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και ότι του ζήτησε η ίδια να την πάρει σε απόμερη τοποθεσία για να κάνει χρήση ναρκωτικών, όπως και στην ερώτηση κατά πόσο είχε σχέση μαζί του κατά την διάρκεια της φυλάκισης του. Ως εκ τούτου, κρίνουμε ότι η Μ.Κ. 4 ήταν αξιόπιστη και αποδέχομαστε τη μαρτυρία της.

 

Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 5, σημειώνουμε οτι μεγάλο μέρος της αφορούσε σε γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση του, αφενός, αναφορικά με τη σχέση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, και, αφετέρου, σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, από ενημέρωση που έλαβε από την Παραπονούμενη. Ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι ενημερώθηκε από την Παραπονούμενη και ως εκ τούτου δεχόμαστε ότι τα όσα προέβαλε του τα ανέφερε η Παραπονούμενη. Αναφορικά με τα όσα διαδραματίστηκαν στις 6.10.2024, οι σχετικές κατηγορίες είναι παραδεκτές από τον Κατηγορούμενο και ο Μ.Κ. 5 ουδόλως αντεξετάστηκε επί των όσων ανέφερε σχετικά, όπως ούτε και σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα  στο περίπτερο μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορούμενου. Δεν παραγνωρίζουμε ότι ο Μ.Κ. 5 στην κατάθεση του, Έγγραφο Ε’, ανέφερε ότι τα όσα έγιναν στο περίπτερο έλαβαν χώρα στις 5.10.2024. Θεωρούμε, ωστόσο, ότι πρόκειται για εκ παραδρομής λανθασμένη αναφορά αφού σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι διέπραξε επίθεση εις βάρος της Παραπονούμενης στις 6.10.2024, ως και η τελευταία ανέφερε. Από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.5, δεν προκύπτει ότι αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει οτιδήποτε πέραν των όσων ο ίδιος άκουσε και διαπίστωσε.

 

Η Υπεράσπιση προσπάθησε να αποδώσει στον μάρτυρα σκοπιμότητα. Οι θέσεις του Κατηγορούμενου, όμως, περί υποβολής της καταγγελίας από την Παραπονούμενη καθ’ υποδειξη του Μ.Κ.5, όπως και περί επικοινωνίας του με τον Μ.Κ. 5, στη βάση των οποίων ο Κατηγορούμενος υποστήριξε πως η υπό κρίση καταγγελία της Παραπονούμενης στην Αστυνομία έγινε εκδικητικά, ουδόλως τέθηκαν στον μάρτυρα ώστε να τοποθετηθεί. Στο πλαίσιο αυτό σημειώνουμε την επιθυμία της Παραπονούμενης μετά την αποφυλάκιση του Κατηγορούμενου να δημιουργούσαν μια «κανονική» σχέση και την κοινή συνισταμένη των θέσεων της Παραπονούμενης και του Μ.Κ. 5 ότι είχαν χωρίσει πριν το 2024. Έχοντας υπόψη μας ότι η Παραπονούμενη παραδεκτώς είχε παλαιότερα σχέση με τον Μ.Κ. 5 και κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσαν κάποια επαφή, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας δεν εντοπίζεται οτιδήποτε στη μαρτυρία του τελευταίου από το οποίο να προκύπτει εκδικητικό ή αλλότριο κίνητρο, όπως ούτε και οτιδήποτε άλλο που να μας δημιουργεί αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία του ενώ το σημαντικό είναι ότι η ερωτική σχέση που είχε η Παραπονούμενη μαζί του είχε τερματιστεί αρκετό καιρό πριν την επίδικη περίοδο.  Σε αυτό το πλαίσιο θεωρουμε επουσιώδες το πόσο ο Μ.Κ. 5 είχε κλειδί της οικίας της Παραπονούμενης.  Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του.

 

Προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης η οποία κατέθεσε ως Μ.Κ.6.

Παρακολουθήσαμε με τη μέγιστη δυνατή προσοχή την Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια που κατέθετε ενώπιον μας και εξετάσαμε ενδελεχώς κάθε πτυχή της μαρτυρίας της. Είχαμε την ευκαιρία να δούμε τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις της στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε, ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της σημειώνουμε εξ’ αρχής ότι μας άφησε θετική εντύπωση και θεωρούμε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Καθόλη τη διάρκεια της κατάθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου, η μαρτυρία της ήταν σαφής και σταθερή, ενώ ο τρόπος με τον οποίο κατέθετε ήταν φυσικός και ανεπιτήδευτος, χωρίς να εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις ή υπερβολές στα λεγόμενα της.

 

Ξεκινούμε με το ζήτημα της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο τόσο κατά την περίοδο   που αυτός βρισκόταν στη φυλακή όσο και αμέσως μετά την αποφυλάκιση του.  Επί τούτου, σύμφωνα με την Παραπονούμενη, κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του διατηρούσαν επαφή και έκαναν σχέδια για τη σχέση τους μετά την αποφυλάκιση του, κάθως, επίσης, για κάποιο διάστημα, αφού ο Κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε, διατηρούσαν σχέση.  Η υπό κρίση θέση γίνεται αποδεκτή, ενώ με αυτή συμφωνεί και ο Κατηγορούμενος. Η Παραπονούμενη προέβαλε, όμως, ότι 2-3 βδομάδες μετά την αποφυλάκιση του, ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος συνέχισε να ασχολείται με τα ναρκωτικά, του ζήτησε να χωρίσουν πλην, όμως, αυτός δεν ήθελε να το δεχτεί.

 

Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η Παραπονούμενη, στις 2.10.2024, ο Κατηγορούμενος της ζήτησε δανεικά χρήματα και αργότερα το βράδυ του έστειλε μήνυμα για να πάει να τα παραλάβει. Αντ’ αυτού, όμως, ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στο σπίτι της αργά το βράδυ, ενώ αυτή κοιμούνταν, και προσπάθησε να εισέλθει από το παράθυρο, γεγονός που της προκάλεσε φόβο. Ενόψει και της γενικότερης συμπεριφοράς του, την επόμενη μέρα αναγκάστηκε να αποταθεί σε φίλο του για να του ζητήσει να μεσολαβήσει ώστε να μην την ενοχλήσει ξανά. Επί των γεγονότων αυτών, η Παραπονούμενη ουδόλως αντεξετάστηκε.   

 

Αναφορικά, τώρα, με τα συμβάντα νωρίς το πρωί της 4.10.2024, παρατηρούμε πως παρά το ότι η Παραπονούμενη δέχτηκε ότι την επισκέφθηκε ενας έγχρωμος, άγνωστος της, άντρας, η θέση που της υποβλήθηκε πως η εν λόγω επίσκεψη αποσκοπούσε στο να της παραδώσει ναρκωτικά, με τα οποία είχε ζητήσει απο τον Κατηγορούμενο να την προμηθεύσει επειδή η ίδια δεν είχε χρήματα, δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία και ούτε προωθήθηκε στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 4). Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη πως στις 2.10.2024 ο Κατηγορούμενος είχε ζητήσει απο την Παραπονούμενη να του δανείσει το ποσό των 20 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, δεν θα ήταν λογικό το πρωί της 4.10.2024 να αγοράζει ναρκωτικά για αυτήν λόγω του ότι η ίδια δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το πράξει. Επίσης, αν και η Παραπονούμενη δέχθηκε ότι παλαιότερα ήταν χρήστης ναρκωτικών, ως και οι συναφείς θέσεις της Μ.Κ. 4, κατά τον χρόνο των επίδικων περιστατικών, ως ανέφερε, δεν έκανε χρήση. Σε σχέση με την εν λόγω επίσκεψη, αυτό που η Παραπονούμενη ανέφερε στην κατάθεση της (βλ. Έγγραφο Στ 1, σελ. 2) ήταν ότι ο άνδρας αυτός έψαχνε τον Κατηγορούμενο και ότι μόλις έκλεισε την πόρτα άκουσε τον Κατηγορούμενο να του φωνάζει. Μετά από 5 λεπτά, ως ανέφερε, χτύπησε ξανά η πόρτα και ήταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος διαμαρτυρόταν γιατί δεν του απαντούσε στα μηνύματα του και στη συνέχεια έφυγε.

 

Σε ό,τι αφορά τα επίδικα περιστατικά που έλαβαν χώρα γύρω στο μεσημέρι της 4.10.2024, αποτελεί κοινώς παραδεκτό υπόβαθρο ότι η Παραπονούμενη κατ’ εκείνη τη μέρα θα έπρεπε να αποχωρήσει από την οικία της, μαζεύοντας όλα της τα πράγματα, και να επέστρεφε μετά από αναφερόμενη επιθεώρηση της ΑΗΚ, η οποία, ως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της, θα διαρκούσε 2-3 ώρες.

 

Η Παραπονούμενη ανέφερε σχετικά ότι είχε μαζέψει όλα της τα πράγματα και τα είχε τοποθετήσει στο αυτοκίνητο της, όπως και τη γάτα της, η οποία, ως ανέφερε, δεν βρισκόταν μέσα σε κλουβί. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Παραπονούμενη βρισκόταν στο αυτοκίνητο της και η γάτα «πίσω από τα πισινά καθίσματα». Ως δέχτηκε, το αυτοκίνητο της ήταν γεμάτο, ο κλιματισμός δεν ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και η ίδια ήταν κουρασμένη.

 

Σημείο αντιπαράθεσης αποτέλεσε η θέση της Υπεράσπισης ότι κατ’ εκείνο το χρόνο τηλεφώνησε η ίδια στον Κατηγορούμενο για να πάει να την βοηθήσει. Η Παραπονούμενη απέρριψε κατηγορηματικά την υπό κρίση θέση προβάλλοντας ότι ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε πίσω από το αυτοκίνητο της και ότι, γενικότερα, την παρακολουθούσε. Η θέση αυτή κρίνεται πειστική και λογική ιδιαίτερα έχοντας υπόψη την παρουσία του Κατηγορούμενου περί τις 6:20 το πρωί της ίδιας μέρας έξω από το σπίτι της  και τα όσα συνοψίζονται πιο πάνω σε σχέση με τα όσα είχαν προηγηθεί του επίδικου περιστατικού.

 

Ακολούθως, η Παραπονούμενη προέβαλε ότι ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, άνοιξε τον χώρο αποσκευών, πήρε τη γάτα της και έφυγε. Του τηλεφώνησε ρωτώντας τον πού πήρε την γάτα της και αφού μετέβη στο χωράφι όπου βρισκόταν, η Παραπονούμενη μπήκε στο αυτοκίνητο του και αυτός άναψε τον κλιματισμό. Ως περαιτέρω εξήγησε κατά την αντεξέταση της, αυτό που ο Κατηγορούμενος της είπε ήταν πως εάν ήθελε να πάρει τη γάτα της θα έπρεπε να μπει στο αυτοκίνητο του, πράγμα που έπραξε. Σχετικά στην κατάθεση της ανέφερε πως όταν αρχικά μπήκε στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου άφησε ανοικτή την πόρτα και ήταν κατόπιν υπόδειξης του που την έκλεισε ώστε, ως της ανέφερε, να ανάψει τον κλιματισμό. Απέρριψε, συναφώς, τη θέση της Υπεράσπισης πως ήταν η ίδια που του ζήτησε να βάλει τη γάτα στο αυτοκίνητο του γιατί το δικό της δεν είχε κλιματισμό και η γάτα ζεσταινόταν. Η Παραπονούμενη απάντησε πως αυτό δεν μπορούσε να ευσταθεί λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την τοποθέτηση της γάτας στο αυτοκίνητο της μέχρι την άφιξη του Κατηγορούμενου, θέση που συνάδει με την λογική. Απέρριψε, επίσης, την υποβολή πως ο Κατηγορούμενος πήγε στον συγκεκριμένο χώρο κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης τους λέγοντας πως εάν έτσι είχαν τα πράματα θα τοποθετούσε τα αντικείμενα της και στα δύο αυτοκίνητα, αφού το δικό της ήταν μικρό και ως ο Κατηγορούμενος ανέφερε δεν υπήρχε καν χώρος για την ίδια να καθίσει. Η Παραπονούμενη δέχθηκε με ειλικρίνεια ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν φοβόταν τον Κατηγορούμενο.

 

Στη συνέχεια η μάρτυρας αναφέρθηκε στις άσκοπες μετακινήσεις που έκαναν με τον Κατηγορούμενο εντός της πόλης της Λεμεσού για αρκετή ώρα, γεγονός που επίσης δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση. Συναφώς, η Παραπονούμενη συμφώνησε ότι σταματούσαν σε φώτα τροχαίας και ότι υπήρχε τροχαία κίνηση. Ο Κατηγορούμενος στην ένορκη του μαρτυρία προέβαλε ισχυρισμούς για επιπλέον χώρους που είχαν επισκεφθεί στο πλαίσιο αυτής της διαδρομής εντός της πόλης σε σχέση με τους οποίους, όμως, η Παραπονούμενη δεν αντεξετάστηκε. Ό,τι προβλήθηκε από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της Μ.Κ. 6 είναι πως σε διάφορα σημεία της διαδρομής τους η Παραπονούμενη είχε τη δυνατότητα να εξέλθει του αυτοκινήτου, πράγμα που δεν έπραξε. Αυτό για το οποίο η Παραπονούμενη ερωτήθηκε και απάντησε θετικά ήταν ότι ενώ ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να την αφήσει να φύγει ή να την επιστρέψει στο σπίτι της αυτός αρνήθηκε, λέγοντας, περαιτέρω, πως ενόσω βρίσκονταν εντός του αυτοκινήτου του αυτός της έκανε έντονα παράπονα. Με ειλικρίνεια η Παραπονούμενη δέχθηκε πως μέχρι εκείνο το σημείο ο Κατηγορούμενος δεν την κρατούσε με τη βία και πως ήλπιζε πως θα την επέστρεφε στο σπίτι της.  

 

Σε ο,τι τώρα αφορά στη συνάντηση που είχαν στο δρόμο με τον Μ.Κ. 3, συνιστά κοινό τόπο ότι η Παραπονούμενη δεν του μίλησε. Η Παραπονούμενη προέβαλε, όμως, ότι ο Κατηγορούμενος άνοιξε πολύ λίγο το παράθυρο κατόπιν δικής της παρότρυνσης, ενώ ο ίδιος δεν ήθελε να το ανοίξει και επέμενε πως ο Μ.Κ. 3 δεν τους είχε δει μιας και τα παράθυρα του αυτοκινήτου του ήταν φιμέ. Ο Κατηγορούμενος και ο Μ.Κ. 3 μίλησαν μεταξύ τους και τα αυτοκίνητα ξεκίνησαν να προχωρούν. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι θα χαιρετούσε τον Μ.Κ.3 αλλά δεν είχε χρόνο. Αποδεχόμαστε τα όσα η Παραπονούμενη προέβαλε αφού κατ’ ουσία δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της και συνάδουν με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 3. Το ουσιώδες είναι πως η Παραπονούμενη μέχρι εκείνο το σημείο δεν προέβαλε πως σκόπευε να διαμαρτυρηθεί ή να ζητήσει βοήθεια από τον Μ.Κ. 3.

 

Σε σχέση με την επακόλουθη συνομιλία της με την Μ.Κ. 4, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι πάντα μιλούν στα βουλγάρικα ενώ απέρριψε τη θέση πως η μητέρα της ζήτησε από την ίδια και τον Κατηγορούμενο να την μεταφέρουν στον γιατρό, όπως και τη θέση ότι τους ζήτησε να την παραλάβει ο Κατηγορούμενος από το γιατρό και μετά να συναντηθούν όλοι μαζί στο σπίτι της.

 

Ως προς τον τόπο που η Παραπονούμενη ανέφερε ότι την μετέφερε ο Κατηγορούμενος, η ίδια υποστήριξε ότι ήταν απόμερος. Συναφώς, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι πήρε την Παραπονούμενη εκεί, πλην, όμως, ως ισχυρίστηκε, για να κάνει χρήση ναρκωτικών. Προκύπτει, επομένως, να αποτελεί κοινή συνισταμένη ότι ο εν λόγω χώρος επιλέγηκε από τον Κατηγορούμενο επειδή ήταν απόμερος και απομονωμένος. Στο πλαίσιο αυτό, η Παραπονούμενη ανέφερε πως δεν μπορούσε να τρέξει προς τον παρακείμενο αυτοκινητόδρομο γιατί η απόσταση ήταν μεγάλη, ο δε Κατηγορούμενος είχε στη διάθεση του το όχημα του. Τα όσα υποστήριξε ο Κατηγορούμενος επί του προκειμένου και προωθήθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων από την συνήγορο του, ότι δηλαδή η Παραπονούμενη γνώριζε την γύρω περιοχή γιατί βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό Πάχνα, όπου διαμένει η μητέρα της, και πως σε κοντινό σημείο βρίσκεται συνεργείο αυτοκινήτων, ουδέποτε τέθηκαν στην Παραπονούμενη προκειμένου να τοποθετηθεί, αν και επρόκειτο για στοιχεία ιδιαίτερης σημασίας σε σχέση με τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες.

 

Σε εκείνο το στάδιο, η Παραπονούμενη υποστήριξε πως ζήτησε επίμονα από τον Κατηγορούμενο να βγάλει τη γάτα από το αυτοκίνητο και να της δώσει νερό γιατί ήταν διψασμένη. Αποτελεί κοινό τόπο ότι ο Κατηγορούμενος το έπραξε, πλην, όμως, σημαντική διάσταση διαπιστώνεται ως προς τη χρήση μαχαιριού από τον Κατηγορούμενο για το κόψιμο του μπουκαλιού. Η Παραπονούμενη υποστήριξε πως ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε μαχαίρι, ενώ ο Κατηγορούμενος το αντίθετο. Ουσιωδώς, όμως, η επί του προκειμένου θέση της Παραπονούμενης δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της και πέραν τούτου συνάδει με την κοινή λογική.

 

Ακολούθησε η απαίτηση του Κατηγορούμενου να ανοίξει η Παραπονούμενη τα μηνύματα στο τηλέφωνο της για να διαπιστώσει κατά πόσο είχε επαφές με κάποιον άλλον και γι’ αυτό δεν ήθελε να είναι μαζί του. Ενόψει της άρνησης της, ο Κατηγορούμενος άρχισε να εκνευρίζεται και κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Σε αυτό το πλαίσιο συνέβησαν τα όσα με αταλάντευτη σταθερότητα, συνέπεια, λεπτομέρεια και πειστικότητα περιέγραψε η Παραπονούμενη, ήτοι η επίθεση που δέχτηκε και η αναφορά του Κατηγορούμενου πως αν δεν τους έβλεπε ο Μ.Κ. 3 θα την σκότωνε. Η εκεί παραμονή τους, με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σύμφωνα με την Παραπονούμενη, διήρκησαν μερικές ώρες.

 

Συναφώς σημειώνουμε ότι οι θέσεις που προώθησε ο Κατηγορούμενος στην ένορκη μαρτυρία του ότι σε κάποια στιγμή απομακρύνθηκε προκειμένου να ουρίσει και πως υπέδειξε στην Παραπονούμενη να καθίσει στη θέση του οδηγού, ουδόλως τέθηκαν κατά την αντεξέταση της.

 

Κρίνουμε περαιτέρω σκόπιμο να σημειώσουμε πως οι αναφορές της Παραπονούμενης αναφορικά με την επίθεση που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 4.10.2024 επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2, τόσο σε σχέση με τον τρόπο πρόκλησης των τραυμάτων τα οποία εντόπισε στο σώμα της, όσο και τον χρονικό ορίζοντα εντός του οποίου αυτά είχαν δημιουργηθεί, ο οποίος εμπίπτει εντός των χρονικών πλαισίων του επίδικου περιστατικού.

 

Από το σύνολο της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, έκδηλα είναι που προβάλλει η έντονη ζήλια του Κατηγορούμενου προς το πρόσωπο της και τούτο σε συνδυασμό με την προηγούμενη συμπεριφορά του,  την προσπάθεια του να εισέλθει στο σπίτι της με φανάρι από το παράθυρο προκειμένου να διαπιστώσει αν ήταν με κάποιον άλλο και τις απρόσκλητες επισκέψεις του για να ζητήσει το λόγο που δεν του απαντούσε στα μηνύματα.

 

Σε ό,τι αφορά στα μηνύματα που επισυνάπτονται στην κατάθεση της Παραπονούμενης (Έγγραφο Στ 3), αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της και ειδικότερα τη θέση της πως αυτά είχαν αποσταλεί από τον Κατηγορούμενο το 2024 και το 2025. Η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι αυτά τα μηνύματα δεν στάληκαν από τον Κατηγορούμενο και ότι η Παραπονούμενη αντάλλασσε μηνύματα με τρίτο πρόσωπο για να ενοχοποιήσουν τον Κατηγορούμενο διαγράφοντας όσα δεν τους βόλευαν. Όπως ανέφερε η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος την είχε καλέσει τηλεφωνικώς και αυτή αναγνώρισε την φωνή του, θέση η οποία κρίνεται πειστική δεδομένης της σχέσης τους και της επικοινωνίας που είχαν μεταξύ τους. Στην κρίση μας αυτή λαμβάνουμε υπόψη το περιεχόμενο των μηνυμάτων μέσω των οποίων εκφράζεται οργή προς το πρόσωπο της, ενώ στην σελίδα 8 του συνημμένου Παραρτήματος στο Έγγραφο Στ 3, το μήνυμα φαίνεται να αναφέρεται σε απόσυρση κατηγοριών με ταυτόχρονη παραδοχή άλλων, διεργασίες και συζητήσεις που γίνονταν μεταξύ δικηγόρων και Εισαγγελίας, ενώ στη σελίδα 9 αναφέρεται το όνομα «Wasim», με τρόπο ώστε να οδηγούμαστε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα περί αποστολής τους από τον Κατηγορούμενο. Η Παραπονούμενη με ειλικρίνεια δέχθηκε ότι θα μπορούσε να διαγράψει κάποια μηνύματα, πλην, όμως, στην υποβολή ότι τα μηνύματα αυτά ήταν επιλεκτικά, κατηγορηματικά απάντησε πως δεν είχε άλλα. Η δε θέση της Υπεράσπισης περί εμπλοκής άλλου προσώπου παρέμεινε εντελώς γενική και αόριστη.

 

Στοιχεία τα οποία είναι ενδεικτικά της ειλικρίνειας της Παραπονουμένης αποτελούν οι αναφορές της ότι δεν είχε αισθανθεί φόβο εξαρχής αναφέροντας, μάλιστα, στην κατάθεσή της (Έγγραφο Στ 1) πως μέχρι τα όσα συνέβηκαν στο χωράφι δεν θεωρούσε τον Κατηγορούμενο ικανό να την σκοτώσει, εξηγώντας, ωστόσο, κατά τη μαρτυρία της πως εκείνο που εννοούσε ήταν πως δεν ανέμενε να της συνέβαινε κάτι τέτοιο και πως τέτοιες σκηνές εκτυλίσσονται μόνο στις ταινίες.

 

Από το σύνολο της μαρτυρίας της, είναι έκδηλο πως η Παραπονούμενη δεν προσπάθησε να επιβαρύνει την θέση του Κατηγορούμενου αλλά αντίθετα αναφέρθηκε με σταθερότητα στα όσα η ίδια βίωσε. Δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε τάση για υπερβολή ή εκδικητικό κίνητρο σε σχέση με το πρόσωπο του Κατηγορούμενου αφού με απόλυτη ειλικρίνεια περιέγραψε την καλή σχέση που είχε μαζί του πριν αυτός αποφυλακιστεί και την επιθυμία της να έχουν μετά την αποφυλάκιση του μια «κανονική» σχέση, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι η μάρτυρας δεν προσπάθησε να παρουσιάσει μόνο τις αρνητικές πτυχές που βίωσε μαζί του. Δεν εντοπίζουμε, δε, οποιοδήποτε άλλο βάσιμο λόγο για τον οποίο η Παραπονούμενη να προέβαινε στην εν λόγω καταγγελία, αν τα όσα ανέφερε δεν είχαν πράγματι συμβεί.

 

Το γεγονός ότι δεν κατήγγειλε αυθημερόν τον Κατηγορούμενο για το επίδικο περιστατικό ημερομηνίας 4.10.2024, πράγμα που τελικώς έγινε στις 6.10.2024, όταν παραδεκτώς της είχε επιτεθεί ξανά, κρίνουμε, αφενός, πως δεν συνιστά καθυστέρηση στην υποβολή καταγγελίας, και, αφετέρου, ότι δεν δύναται να επηρεάσει το γνήσιο της καταγγελίας της, αφού η εξήγηση που έδωσε επι του προκειμένου, ότι, δηλαδή, ήταν σε κατάσταση πανικού (σοκ) και προσπαθούσε να μην κάνει τα πράγματα χειρότερα, μας ικανοποιεί, δεδομένης και της συνολικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου.  Το ίδιο, άλλωστε, έπραξε η Παραπονούμενη και όταν ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να παραβιάσει το παράθυρο του σπιτιού της στις 2.10.2024, όταν τελικώς του επέτρεψε να εισέλθει έτσι ώστε τα πράγματα να μην γίνουν χειρότερα.  Προκύπτει, συνεπώς, απο τα πιο πάνω ότι η Παραπονούμενη προσπαθούσε να αποφύγει τις έντονες αντιδράσεις του Κατηγορούμενου και τον εκτροχιασμό της κατάστασης.

 

Έχοντας σταθμίσει κάθε πτυχή της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και κάθε απάντηση που έδωσε χωρίς να κατατεμαχίζουμε τη μαρτυρία της, επικεντρώνοντας την προσοχή μας στα σημεία εκείνα που αποτέλεσαν τον πυρήνα της υπόθεσης, δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι η Παραπονούμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο τα αληθινά γεγονότα και, συνεπώς, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της στο σύνολο της.

 

Ο Κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία.  Τον παρακολουθήσαμε με κάθε προσοχή.  Τόσο η στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα όσο και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του δεν έπεισαν το Δικαστήριο ότι κατέθεσε την αλήθεια, ως αναλυτικότερα εξηγείται πιο κάτω. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του, με τρόπο μεθοδευμένο, να παραπλανήσει το Δικαστήριο όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης προσδίδοντας σε γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν και οι μάρτυρες κατηγορίας άλλη χροιά και μετατοπίζοντάς τα χρονικά ώστε να συμπίπτουν με τα όσα του αποδόθηκαν δια των κατηγοριών που αντιμετωπίζει.

 

Κατέστη φανερό από το σύνολο των απαντήσεων κατά την αντεξέταση του ότι δεν έλεγε την αλήθεια.  Σε κάθε ερώτηση που του τίθετο προσπαθούσε να προσαρμόσει την απάντηση του σ΄ εκείνο που πίστευε ότι ήταν προς το συμφέρον του, αναφέροντας, μάλιστα, σε μεγάλο βαθμό άσχετα ζητήματα με την υπό κρίση υπόθεση.  Είναι, κατά την άποψη μας, έκδηλο από το σύνολο της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου και των νεφελωδών και ασαφών τοποθετήσεων του ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, ενώ η εκδοχή του επί των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης  κρίνουμε ότι συνιστά εκ των υστέρων σκέψεις και μια κατασκευασμένη εκδοχή προκειμένου να αποφύγει τις ευθύνες του και να απεμπλακεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

Αναφορικά με την ουσία των ισχυρισμών του, κάνουμε αρχή με το ζήτημα της σχέσης του με την Παραπονούμενη.  Στο πλαίσιο αυτό σημειώνουμε πως στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4), αρχικά αναφέρει πως όταν καταδικάστηκε ζήτησε απο την Παραπονούμενη «να κοιτάξει τη ζωή της» και η ίδια του είπε πως θα τον περιμένει, ενώ στη συνέχεια,  όταν αποφυλακίστηκε, της είπε να μείνουν φίλοι.  Η προώθηση της υπό κρίση θέσης, η οποία ως θα διαφανεί αμέσως πιο κάτω, στη συνέχεια αναιρέθηκε, εντάσσεται στην προσπάθεια του να καταδείξει πως κανένας λόγος συνέτρεχε για τη διάπραξη των υπο κρίση αδικημάτων.  Αμέσως μετά, όμως, στην κατάθεση του αναφέρθηκε σε οικογενειακό δείπνο που είχε με την Παραπονούμενη και τους Μ.Κ 3 και 4 και σε διανυκτέρευση στο σπίτι της, ενώ στην προφορική του μαρτυρία υποστήριξε πως διάφορα μηνύματα που αντάλλαξε η Παραπονούμενη με τον φίλο του Emil τον εξοργισαν και αποφάσισε πως «αυτή η προδοσία που έκανε ήταν το τέλος της σχέσης τους». Τόνισε ότι τα εν λόγω μηνύματα τα είδε στις 5.10.2024, προφανώς για να δικαιολογήσει τα όσα παραδέχτηκε ότι έπραξε στις 6.10.2024 και, από την άλλη, προκειμένου να καταδείξει ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να πράξει στις 4.10.2024 όσα του αποδόθηκαν. Σημαντικό είναι, δε, να λεχθεί ότι τα μηνύματα αυτά αφορούσαν δήθεν στο ότι η Παραπονούμενη δεν κάλυψε τον Κατηγορούμενο στον Emil σε σχέση με κλήση του στην οποία δεν ανταποκρίθηκε. Το φερόμενο περιεχόμενο των μηνυμάτων στόχευε ακριβώς στο να μην αφεθεί οποιαδήποτε υπόνοια για ζήλια από μέρους του Κατηγορούμενου, αλλά το ζήτημα να αναχθεί σε θέμα προδοσίας από μέρους της Παραπονούμενης. Στην κατάθεση του ουδόλως αναφέρθηκε στα εν λόγω μηνύματα και η σχετική αναφορά του κατά την ένορκη μαρτυρία του, κατά την κρίση μας, μοναδικό σκοπό είχε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι τα προβλήματα και οι προστριβές μεταξύ του ιδίου και της Παραπονούμενης ξεκίνησαν μετά από το επίδικο περιστατικό στο Καντού.

 

Παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό, προτού υπεισέλθουμε στα γεγονότα που αφορούν το επίδικο συμβάν, πως στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο Κατηγορούμενος δεν αναφέρθηκε, ούτε αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο την εκδοχή που προέβαλε η Παραπονούμενη τόσο σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στις 2.10.2024 οσο και στις 4.10.2024 περί τις 6:00 π.μ..  Καμία αναφορά έγινε σε παράκληση της Παραπονούμενης για να την προμηθεύσει με ναρκωτικά, ούτε δοθηκε μαρτυρία από τον ίδιο προς υποστηριξη των υποβολών που τέθηκαν στην Μ.Κ. 6 επί του προκειμένου.

 

Προχωρώντας στα όσα ο Κατηγορούμενος υποστήριξε σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά στις 4.10.2024, επισημαίνουμε πως δεν έπεισε για την εκδοχή του, ενώ αξιοσημείωτο ειναι ότι κατά την εξιστόρηση των γεγονότων προώθησε θέσεις οι οποίες δεν είχαν αναφερθεί στην κατάθεση του, ενώ πολλές από αυτές δεν συνάδουν με την κοινή λογική.

 

Αρχικά, ο λόγος που προέβαλε ο Κατηγορούμενος ως προς το πώς βρέθηκε έξω από την οικία της Παραπονούμενης, όταν είχε μαζέψει τα πράγματα της, δεν μας έπεισε αφού με δεδομένα, πλέον, τα οσα είχαν προηγηθεί στις 2.10.2024 και νωρίς το πρωί στις 4.10.2024 και την παράκληση της Παραπονούμενης προς τον Emil να μεσολαβήσει ώστε ο Κατηγορούμενος να μην την ενοχλεί, θέση που δεν αμφισβητήθηκε, δεν παρουσιάζεται λογικό η ίδια να τον κάλεσε για να την βοηθήσει ώστε να μπορέσει να μετακινηθεί για λίγο από το σπίτι, και αυτός να εγκαταλείπει δήθεν τον άρρωστο θείο του στο νοσοκομείο ώστε να μεταβεί αμέσως στην Παραπονούμενη για να της κρατά συντροφιά και να μείνει μαζί της αρκετό χρόνο.  Δεδομένου δε οτι η Παραπονούμενη διέθετε δικό της όχημα με το οποίο θα μπορούσε να μετακινηθεί οπουδήποτε, δεν καθίσταται αντιληπτή η αναγκαιότητα μετακίνησης της με το όχημα του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος δεν μας έπεισε για τις συνθήκες κάτω απο τις οποίες βρέθηκε τη δεδομένη στιγμή έξω απο το σπίτι της Παραπονούμενης, όπως ούτε και για τις συνθήκες κάτω απο τις οποίες η γάτα της βρέθηκε στο αυτοκίνητο του.

 

Σε σχέση, τώρα, με την εξέλιξη των γεγονότων που έλαβαν χώρα πριν αυτοί καταλήξουν στον ανοικτό χώρο στο χωριό Καντού, διαπιστώνουμε μια έντονη προσπάθεια του Κατηγορούμενου να καταδείξει ότι η Παραπονούμενη βρέθηκε αρκετές φορές μόνη στο όχημα του, με δυνατότητα, προφανώς, να διαφύγει, σε μια προσπάθεια του να μας πείσει ότι δεν βρισκόταν υπό περιορισμό, ούτε κρατείτο με τη βία.

 

Στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 4) δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το ότι πρότεινε στην Παραπονούμενη να μεταβούν στον αδελφό του για να περάσουν την ώρα τους και αυτή ένιωθε άβολα, όπως ούτε και για το ότι ενώ βρίσκονταν στο αυτοκίνητο του, σταμάτησε σε συγγενικό σπίτι αφήνοντας μόνη την Παραπονούμενη στο αυτοκίνητο, και πως της είπε να μεταβεί σε παρακείμενο περίπτερο για να ψωνίσει ενόσω τον ανέμενε, πράγμα που αυτή δεν έπραξε. Ούτε για το οτι ο ίδιος στη συνέχεια σταμάτησε σε περίπτερο για να ψωνίσει αφήνοντας την Παραπονούμενη μόνη μέσα στο αυτοκίνητο.

 

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί προωθήθηκαν για πρώτη φορά στην ένορκη του μαρτυρία και αποτελούν, κατά την κρίση μας, εκ των υστέρων σκέψεις, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν τέθηκαν στην Παραπονούμενη, σε μια προσπάθεια του Κατηγορούμενου να καταδείξει ότι η Παραπονούμενη  είχε την δυνατότητα να διαφύγει ανά πάσα στιγμή.  Εν πάση περιπτώσει, η Παραπονούμενη όντως δέχθηκε ότι κατά τις περιπλανήσεις τους στην πόλη της Λεμεσού δεν κρατείτο με τη βία και αυτό που προέβαλε ήταν πως ήλπιζε πως θα την επέστρεφε στο σπίτι της.

 

Επιπλέον, για πρώτη φορά στην ένορκη του μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει την Παραπονούμενη ως πρόσωπο το οποίο καθ’ οδόν προς την Επισκοπή θύμωσε διότι βιαζόταν να κάνει χρήση ναρκωτικών, αναγκάζοντας τον να στραφεί προς το Καντού.  Τέτοια θέση περί βιασύνης και εκνευρισμού ουδόλως τέθηκε στην Παραπονούμενη,  ενώ ουδεμία εξήγηση δόθηκε γιατί ήταν αναγκαία η στάθμευση τους σε συγκεκριμένο χώρο για το σκοπό αυτό.  Συναφώς σημειώνουμε ότι το είδος των ναρκωτικών που κατ’ ισχυρισμό χρησιμοποίησε η Παραπονούμενη ουδόλως αναφέρθηκε.

 

Τα όσα ο Κατηγορούμενος περιέγραψε ότι διαδραματίστηκαν στην περιοχή του χωριού Καντού, επίσης στερούνται λογικής και αποτελούν, κατά την κρίση μας, μια προσπάθεια δημιουργίας μιας κατάστασης που δεν θα δημιουργούσε έστω υποψία περί των όσων η Παραπονούμενη περιέγραψε. Συγκεκριμένα προσπάθησε να παρουσιάσει την Παραπονούμενη ως άτομο το οποίο κατά την διάρκεια της παραμονής τους στο χωράφι στο Καντού άκουγε μουσική μέσω του κινητού της τηλεφώνου, θέση που δεν της υποβλήθηκε, ενώ αναφερόμενος σε συνομιλία που είχε με την Παραπονούμενη ενόσω βρίσκονταν στο Καντού αλλά και αργότερα, υποστήριξε ότι αυτή τον προσφωνούσε με την φράση «αγάπη μου». Παρομοίως, ως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω, οι θέσεις του Κατηγορούμενου περί απομάκρυνσης του από το αυτοκίνητο προκειμένου να ουρίσει και παρότρυνσης του προς την Παραπονούμενη να μετακινηθεί στη θέση του οδηγού δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση της και προβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό να καταδειχθεί ότι η Παραπονούμενη είχε τη δυνατότητα διαφυγής. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσουμε και την αναφορά του Κατηγορούμενου πως επιστρέφοντας στη Λεμεσό, η Παραπονούμενη ζήτησε να οδηγήσει η ίδια το όχημα, όπως και έπραξε, θέση που επίσης δεν τέθηκε στην Παραπονούμενη και αντίκειται στην λογική της προηγούμενης θέσης του Κατηγορούμενου, πως δήθεν σκοπός της εκεί μετάβασης τους ήταν η χρήση ναρκωτικών από μέρους της Παραπονούμενης.

 

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης αναφορικά με την επίθεση που δέχθηκε στο χωράφι, παρατηρούμε πως τόσο κατά την αντεξέταση της όσο και κατά την μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκε ότι είχε στην κατοχή του σχοινί και γάντια εργασίας. Υποστήριξε, ωστόσο, πως δεν είχε μαχαίρι στην κατοχή του, λέγοντας σχετικά πως χρησιμοποίησε «άλλο τρόπο» προκειμένου να κόψει το πλαστικό μπουκάλι για να βάλει νερό στη γάτα. Περαν του οτι ο τρόπος αυτός δεν προσδιορίστηκε, η θέση αυτή στερείται κάθε πειστικότητας και λογικής.

 

Μη ανταποκρινόμενοι στην αλήθεια κρίνονται και οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου σε σχέση με  δείπνο το οποίο κατ’ ισχυρισμό οργάνωσε η Παραπονούμενη με την μητέρα της μετά την επιστροφή τους από το Καντού.  Ως ο Κατηγορούμενος υποστήριξε, αφού μετέφερε την Μ.Κ.4 στο σπίτι της Παραπονούμενης, κάθισε για λίγο μαζί τους και στις 18:00 αναχώρησε. Πρόσθεσε πως περί ώρα 19:40 τον πήρε τηλέφωνο η Παραπονούμενη λέγοντας πως ο Μ.Κ. 3 ήταν καθοδον, ρωτώντας τον εάν θα μετέβαινε και ο ίδιος.  Οι θέσεις αυτές ουδόλως υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι, ως αναφέρεται και πιο πάνω, προέβαλαν μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Θεωρούμε ότι οι εν λόγω θέσεις προβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά του Κατηγορούμενου ότι παρέμειναν στο Καντού για μία ώρα (βλ. Τεκμήριο 4), ενώ η Παραπονούμενη υποστήριξε πως τα εκεί διαδραματισθέντα κράτησαν  2-3 ώρες.

 

Επιπλέον στοιχείο της ανακολουθίας των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο και της απέλπιδας προσπάθειας του να αποδώσει στην Παραπονούμενη αλλότρια κίνητρα, αποτελεί η αναφορά του Κατηγορούμενου ότι η Παραπονούμενη ήθελε να ξεγελάσει τον Μ.Κ.5  ως προς τους λόγους που βρισκόταν μαζί του στο αυτοκίνητο του στις 4.10.2024 λέγοντας στον Μ.Κ.5 πως δεν βρισκόταν μαζί με τον Κατηγορούμενο με την θέληση της αλλά ότι αναγκάστηκε να πάει μαζί του για να πάρει πίσω την γάτα της.  Και πάλι κάτι τέτοιο ο Κατηγορούμενος δεν έκρινε σκόπιμο να το αναφέρει στην κατάθεση του, αν και σε αυτή κάνει αναφορά σε ζητήματα που αφορούν τον Μ.Κ. 5 (βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 2).

 

Σε γενικότερο πλαίσιο, ο Κατηγορούμενος προέβηκε κατ’ επανάληψη σε διάφορες αναφορές σε σχέση με τον Μ.Κ.5, οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, παρακολούθηση, επίθεση και κλοπή κοσμήματος από μέρους του Μ.Κ.5 εις βάρος της Παραπονούμενης. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου στο σύνολο της, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί τέθηκαν με μοναδικό σκοπό να δημιουργηθεί τέτοια εικόνα για τον Μ.Κ.5 ώστε να τεκμηριωθεί η από μέρους του τελευταίου υπόδειξη προς την Παραπονούμενη για υποβολή της ψευδούς, κατά τον Κατηγορούμενο, καταγγελίας εις βάρος του. Στο πλαίσιο αυτό, ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε και επεισόδιο ξυλοδαρμού μεταξύ του Μ.Κ.5 και του ιδίου, στο οποίο αναφέρθηκε και η Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της. Περαιτέρω, προέβαλε ότι ο Μ.Κ.5 του είπε πως μετέβηκαν με την Παραπονούμενη στην Αστυνομία για να τον καταγγείλει και πως θα αποφυλακιζόταν όταν γίνει παππούς, θέση η οποία, ωστόσο, δεν είχε τεθεί στον Μ.Κ.5 κατά την αντεξέταση του ενώ σημειώνεται και η αντίφαση στα λεγόμενα του Κατηγορουμένου, αφενός, πως η εν λόγω αναφορά έγινε γραπτώς με μήνυμα, και αφετέρου, προφορικά δια τηλεφώνου.

 

Ούτε σε σχέση με τους λόγους που δεν παραδόθηκε στην Αστυνομία, παρά το ότι γνώριζε, ως παραδέκτηκε, την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του, μας  έπεισε.  Στο πλαίσιο αυτό ο Κατηγορούμενος προέβαλε γενικές και αόριστες αναφορές περί δήθεν πληροφόρησης που έτυχε από μέλος της Αστυνομίας πως η Παραπονούμενη θα απέσυρε την καταγγελία της. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και, σε κάθε περίπτωση, δεν αναιρεί το γεγονός της προσπάθειας του να διαφύγει τη σύλληψη του. 

 

Παρατηρήθηκε, τέλος, μια προσπάθεια του Κατηγορούμενου να προκαλέσει αμφιβολία ως προς την ορθή διερεύνηση της υπόθεσης.  Στο πλαίσιο αυτό, ισχυρίστηκε πως η Αστυνομία δεν διερεύνησε τα μηνύματα που, ως η θέση του, τού απέστειλε η Παραπονούμενη, και πως δεν έγιναν οι απαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον εντοπισμό κλειστών κυκλωμάτων σχετικά με τους ισχυρισμούς του. 

 

Αναφορικά, τώρα, με τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου περι λήψης μηνυμάτων απο την Παραπονούμενη ως προς το οτι μετάνιωσε για την υποβολή καταγγελίας για απαγωγή και πως ειχε παράπονο μόνο για την επίθεση στις 6.10.2024, σημειώνουμε πως ουδεμία τετοια υποβολή έγινε προς τον Μ.Κ.1 ή προς την Παραπονούμενη, ενώ σε κανένα στάδιο ο Κατηγορούμενος παρουσίασε στοιχεία τέτοιας επικοινωνίας.  Ούτε στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 4), η οποία δόθηκε, μάλιστα, στην παρουσία του δικηγόρου του, γίνεται αναφορά σε αυτά.  Εάν ο Κατηγορούμενος είχε πράγματι στην κατοχή του συγκεκριμένα μηνύματα από την Παραπονούμενη, τα οποία, μάλιστα, αποδυνάμωναν το γνήσιο της καταγγελίας της, θα αναμένετο να τα προσκόμιζε στην Αστυνομία, πλην, όμως, δεν το έπραξε όπως ούτε και τα παρουσίασε στο Δικαστήριο και τούτο παρά τη θέση που προώθησε κατά την κυρίως εξέταση του, πως τα είχε στην κατοχή του και πως είχε δώσει στην Αστυνομία με όλες τις λεπτομέρειες σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. 

 

Σε σχέση με τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, κατά την ένορκη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι υπήρχαν στο νοσοκομείο, όπου βρισκόταν πριν την έλευση του, στο χώρο στάθμευσης της οικίας της Παραπονούμενης, στο χωράφι όπου η Παραπονούμενη επιβιβάστηκε στο όχημα του και στην είσοδο της οικίας της Παραπονούμενης, όπου μετέβη στις 12:30 και στη συνέχεια, ως ισχυρίστηκε, βοήθησε την μητέρα της Παραπονούμενης να κατεβάσει τα ψώνια που είχαν προηγουμένως αγοράσει.

 

Σχετική επί του ζητήματος αυτού είναι η Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 136/2022, ημερ. 1.8.2025, στην οποία προβλήθηκε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα δίκαιης δίκης του εφεσείοντος λόγω παράλειψης των ανακριτικών αρχών να διερευνήσουν αποτελεσματικά ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε, μεταξύ άλλων, ο ίδιος. Επαναλήφθηκε ότι στην εκτίμηση του κατά πόσο υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης είναι επάναγκες η εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας να ιδωθεί ως ενιαίο σύνολο καθώς και ότι οι ισχυρισμοί για επηρεασμό του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν εξετάζονται μεμονωμένα ή αποσπασματικά αλλά επί του συνόλου της ποινικής διαδικασίας, όχι κατά τρόπο αφηρημένο (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα (in concreto), και υπό το φως των δεδομένων της κάθε υπόθεσης.  Υποδείχθηκαν εν προκειμένω τα εξής: 

 

«Για να στοιχειοθετηθεί η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης θα πρέπει να αποδειχθεί από τον κατηγορούμενο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Με αναφορά στην καθοδηγητική αυθεντία R. (EbrahimvFeltham MagistratesCourt  (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι δεν είναι κάθε παράλειψη ή λάθος των ανακριτικών αρχών στη συλλογή ή διατήρηση σχετικής μαρτυρίας που καθιστά αδύνατη τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Τονίστηκε, δε, ότι η υπεράσπιση θα πρέπει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την ύπαρξη δυσμενούς επηρεασμού της δυνατότητας διεξαγωγής δίκαιης δίκης λόγω απώλειας μαρτυρικού υλικού. Ως προς το κριτήριο που εφαρμόζεται για την απόδειξη δυσμενούς επηρεασμού, αναφορά έγινε στην RvRD [2013] EWCA Crim. 1592, παρ. [15] και [20], η οποία υιοθετήθηκε στην ημεδαπή νομολογία, στην οποία αναφέρθηκαν στα εξής:

 

 "The Court observed that in considering the question of prejudice to the defence it was necessary to distinguish between mere speculation about what missing documents might show, and missing evidence which represents a significant and demonstrable chance of amounting to decisive or strongly supportive evidence emerging on a specific issue in the case. The Court needed to consider what evidence directly relevant to the appellant's case had been lost by reason of passage of time. It would then need to go to consider the importance of the missing evidence in the context of the case as a whole and the issues before the jury .".

 

Εν προκειμένω, σε ό,τι αφορά τον χώρο όπου ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πριν την έλευση του στην οικία της Παραπονούμενης, περί τις 12:30 στις 4.10.2024, δεν θεωρούμε ότι αποτελούσε καθήκον της Αστυνομίας να διερευνήσει τον σχετικό ισχυρισμό καθότι δεν συναρτάται άμεσα με τα όσα προέβαλε η Παραπονούμενη, τα οποία εκτυλίχθηκαν μεταγενέστερα, και είναι ουδέτερης σημασίας. Η δε παρουσία του Κατηγορούμενου τόσο στην είσοδο της οικίας της Παραπονούμενης περί τις 12:30 όσο και στο παρακείμενο χωράφι, καθώς και το ότι η Παραπονούμενη επιβιβάστηκε στο όχημα του, αποτελούν κοινό τόπο και ως εκ τούτου δεν προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα. Σε ό,τι αφορά την παρουσία του Κατηγορούμενου στην είσοδο της οικίας της Παραπονούμενης μαζί με την μητέρα της αργότερα στις 4.10.2024, κρίνουμε ότι αποτελεί παρεμφερές ζήτημα, στο οποίο ο Κατηγορούμενος απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, σχετική με το ζήτημα αυτό ήταν η μαρτυρία όχι μόνο της Παραπονούμενης, αλλά και των Μ.Κ. 3 και 4, τους οποίους η Υπεράσπιση είχε κάθε δυνατότητα να αντεξετάσει και αντικρούσει. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του Κατηγορούμενου. Στους, δε, χώρους όπου κατ’ ισχυρισμό του μετέβη με τη μητέρα της Παραπονούμενης μετά την αποδιδόμενη σε αυτόν απαγωγή, ουδόλως ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι υπήρχαν κάμερες και ως εκ τούτου η σχετική μη διερεύνηση, ως τέθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ. 1, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρέασε δυσμενώς τον Κατηγορούμενο.

 

Ευρήματα του Δικαστηρίου

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας και των όσων αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, καταλήγουμε στα πιο κάτω ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης:

 

Η Παραπονούμενη γνώρισε τον Κατηγορούμενο το 2019 μέσω του Μ.Κ.5. Ξεκίνησαν να κάνουν παρέα τον Σεπτέμβριο του 2021 και κατέληξαν να έχουν ερωτική σχέση. 

 

Το 2022 ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών περίπου.  Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη φυλακή, η Παραπονούμενη είχε επικοινωνία μαζί του ενώ σχεδίαζαν να είναι μαζί όταν αποφυλακιστεί, όπως και έγινε.

 

Ο Κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2024 και συχνά  επισκεπτόταν την Παραπονούμενη στο περίπτερο όπου εργαζόταν. Ενόψει του ότι εξακολούθησε να ασχολείται με τα ναρκωτικά, η Παραπονούμενη του ζήτησε να χωρίσουν αλλά αυτός επέμενε.

 

Στις 2.10.2024 ο Κατηγορούμενος απέστειλε μήνυμα στην Παραπονούμενη ζητώντας να του δανείσει 20 ευρώ. Ενώ αρχικά του απάντησε πως δεν έχει μετρητά, στη συνέχεια του έστειλε μήνυμα λέγοντας του «έλα». Αυτός αρχικά δεν απάντησε, ενώ περί ώρα 20:00 απάντησε στο μήνυμα «τί?» και στη συνέχεια η Παραπονούμενη του απάντησε πως αναφερόταν στα χρήματα που της ζήτησε και ότι θα πήγαινε να κοιμηθεί.

 

Περί ώρα 21:00 ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στο σπίτι της Παραπονούμενης και χτυπούσε την πόρτα.  Η ίδια κοιμόταν και όταν ξύπνησε από τα χτυπήματα, άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει «είσαι με άλλο μες το σπίτι, κατάλαβα» και, έπειτα, έφυγε.  Περί ώρα 23:00 της ίδιας μέρας, η Παραπονούμενη άκουσε ξανά χτυπήματα στην πόρτα αλλά λόγω του ότι κοιμόταν δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγο άκουσε το παράθυρο να ανοίγει και είδε τον Κατηγορούμενο έξω από το παράθυρο με φανάρι. Η Παραπονούμενη σηκώθηκε και του άνοιξε, μίλησαν για λίγο και ο Κατηγορούμενος έφυγε. 

 

Από εκείνη τη στιγμή η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου έναντι της άλλαξε προς το χειρότερο. Έτσι, η Παραπονούμενη στις 3.10.2024 και περί ώρα 08:00 έστειλε φωνητικό μήνυμα στον φίλο του Κατηγορούμενου, Emil, για να πει στον Κατηγορούμενο να μην την ξαναενοχλήσει.

 

Στις 4.10.2024 και ώρα 06:20 π.μ. η Παραπονούμενη άκουσε κτυπήματα στην πόρτα και όταν άνοιξε είδε ένα έγχρωμο, άγνωστο της, άντρα να ψάχνει τον Κατηγορούμενο.  Η Παραπονούμενη του απάντησε πως δεν ήταν εκεί και έκλεισε την πόρτα.  Ακολούθως, άκουσε τον Κατηγορούμενο να φωνάζει στον έγχρωμο άντρα, ενώ μετά από πάροδο 5 λεπτών ο Κατηγορούμενος χτύπησε την πόρτα και διαμαρτυρόταν γιατί δεν του απαντά στα μηνύματα και έφυγε. 

 

Η Παραπονούμενη είχε ενημερωθεί από τον εργοδότη της, ο οποίος της είχε παραχωρήσει την οικία όπου διέμενε, πως την 4.10.2024 θα έπρεπε να βγάλει όλα τα  πράγματα της από εκεί αφού σε επικείμενο έλεγχο της ΑΗΚ το σπίτι θα έπρεπε να φαίνεται ακατοίκητο.

 

Η Παραπονούμενη μάζεψε τα πράγματα της και τα έβαλε στο αυτοκίνητο της μαζί με τη γάτα της, η οποία δεν ήταν σε κλουβί.  Όταν ήταν έτοιμη να φύγει, μετέβηκε στο μέρος ο Κατηγορούμενος με το όχημα τύπου BMW χρώματος μαύρου με αρ. εγγραφής KWT 465 και αφού βγήκε από το αυτοκίνητο, άνοιξε το αυτοκίνητο της Παραπονούμενης, πήρε τη γάτα της, την έβαλε στο αυτοκίνητο του και έφυγε.

 

Αμέσως η Παραπονούμενη του τηλεφώνησε ψάχνοντας την γάτα της και ο Κατηγορούμενος της είπε ότι βρίσκεται σε ένα χωράφι κοντά στο σπίτι της. Η Παραπονούμενη μετέβηκε εκεί με το αυτοκίνητο της και εντόπισε τον Κατηγορούμενο ο οποίος της είπε πως αν ήθελε να πάρει τη γάτα της θα έπρεπε να μπει στο αυτοκίνητο του.  Η Παραπονούμενη άφησε την πόρτα ανοιχτή και ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να την κλείσει για να ανάψει τον κλιματισμό. 

 

Μόλις η Παραπονούμενη έκλεισε την πόρτα, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο και όταν η Παραπονούμενη τον ρώτησε που πήγαιναν, άρχισε να της κάνει έντονα παράπονα ενώ έκαναν άσκοπες βόλτες μέσα στην πόλη της Λεμεσού. Σε κάποια στιγμή η Παραπονούμενη του ζήτησε να την αφήσει να φύγει ή να την πάρει σπίτι της, αλλά ο Κατηγορούμενος δεν το έπραξε.

 

Περί ώρα 14:00 είδαν τον Μ.Κ.3, ο οποίος οδηγούσε λεωφορείο, και η Παραπονούμενη ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να ανοίξει το παράθυρο του αυτοκινήτου για να του μιλήσουν αφού και εκείνος τους είχε δει.  Αρχικά, ο Κατηγορούμενος υποστήριζε πως ο Μ.Κ.3 δεν τους είδε αφού τα παράθυρα του οχήματος του ήταν φιμέ, αλλά στη συνέχεια άνοιξε λίγο το παράθυρο του και αφού χαιρετίστηκαν, προχώρησε. Η Παραπονούμενη δεν μίλησε στον Μ.Κ.3.  Λίγα λεπτά μετά η Παραπονούμενη μίλησε τηλεφωνικώς με τη μητέρα της στα βουλγάρικα. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω τηλεφωνικής επικοινωνίας, η Παραπονούμενη ήταν αγχωμένη και η φωνή της έτρεμε.

 

Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος μετέφερε την Παραπονούμενη σε ένα χωράφι με δέντρα, το οποίο βρίσκεται στο δρόμο προς το Καντού και εκεί της είπε πως πρόθεση του ήταν να την σκοτώσει, αλλά το μετάνιωσε αφού τους είχε δει ο Μ.Κ.3.  Το συγκεκριμένο χωράφι ήταν απόμερο και δεν υπήρχε κοντά οποιοδήποτε υποστατικό ή περαστικοί, ενώ ο αυτοκινητόδρομος ήταν μακριά.

 

Η Παραπονούμενη ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να βγάλει τη γάτα από το αυτοκίνητο και να της δώσει νερό γιατί ήταν διψασμένη και αυτός το έπραξε κόβοντας με μαχαίρι, το οποίο είχε στην κατοχή του,  μια πλαστική μπουκάλα.  

 

Ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την Παραπονούμενη να ανοίξει τα μηνύματα στο τηλέφωνο της για να διαπιστώσει κατά πόσο ο λόγος που δεν ήθελε να είναι μαζί του είναι επειδή είχε επαφές με κάποιον άλλον. Ενόψει της άρνησης της, ο Κατηγορούμενος άρχισε να εκνευρίζεται και κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Άνοιξε το καπό του αυτοκινήτου του και αφού φόρεσε γάντια εργασίας, άρπαξε την Παραπονούμενη από τα μαλλιά και την χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος της.  Συγκεκριμένα, την χαστούκισε στα χέρια και το πρόσωπο. Ακολούθως, έπιασε ένα σχοινί και την χτύπησε στο πόδι προκαλώντας της εκχύμωση.

 

Το όλο περιστατικό προκάλεσε στην Παραπονούμενη φόβο. Αφού ο Κατηγορούμενος ηρέμησε, την μετέφερε στο σπίτι της.

 

Η Παραπονούμενη δεν προέβη αυθημερόν σε καταγγελία γιατί δεν ήθελε να γίνουν χειρότερα τα πράγματα. 

 

Ακολούθως, η Παραπονούμενη ζήτησε από τον Μ.Κ. 5 να μείνει μαζί της γιατί φοβόταν.

 

Στις 6.10.2024, περί τις 22:02, και ενώ ο Μ.Κ. 5 βρισκόταν στο σπίτι της Παραπονούμενης, του τηλεφώνησε η ίδια η Παραπονούμενη, χωρίς, όμως, να μιλά. Ο Μ.Κ. 5 άκουγε φωνές στο τηλέφωνο, οι οποίες κατάλαβε ότι ήταν του Κατηγορούμενου, ενώ στη συνέχεια η Παραπονούμενη του ζήτησε να μεταβεί άμεσα στο περίπτερο όπου εργαζόταν.

 

Κατά τον εν λόγω χρόνο, ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την Παραπονούμενη στην εργασία της και άρχισε πάλι να διαμαρτύρεται πως δεν ανταποκρίνεται στα τηλεφωνήματά του προβαίνοντας σε σκηνές ζηλοτυπίας. Αποχώρησε και στη συνέχεια επανήλθε και της επιτέθηκε χτυπώντας την με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορα μέρη του σώματος της. 

 

Ο Μ.Κ. 5 μετέβη στο χώρο κρατώντας ένα σκουπόξυλο στο χέρι. Όταν είδε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν με τρίτο πρόσωπο, τον πλησίασε και ο Κατηγορούμενος έβγαλε μαχαίρι και το πρόταξε προς το μέρος του Μ.Κ. 5. Ο Μ.Κ.5 φοβήθηκε και γύρισε προς αυτόν το σκουπόξυλο για τον αφοπλίσει, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.5 έριξε το σκουπόξυλο στο έδαφος και τράπηκε σε φυγή.

 

Ο Κατηγορούμενος επανήλθε κτυπώντας τις πόρτες του περιπτέρου με τα χέρια του αιματωμένα.

 

Η Παραπονούμενη κάλεσε την Αστυνομία και λίγο πριν έρθει στο μέρος ο Κατηγορούμενος έφυγε πεζός. Ακολούθως, προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία (βλ. Έγγραφο Στ 1).

 

Αφού η Παραπονούμενη επέστρεψε στο σπίτι της μαζί με τον Μ.Κ. 5 και διαπίστωσαν ότι η πόρτα είχε μαυρίσματα από κλωτσιές, περί ώρα 02:10 στις 7.10.2024 η Παραπονούμενη άκουσε κτυπήματα στην πόρτα. Ο Κατηγορούμενος, συνοδευόμενος από τρίτο πρόσωπο το οποίο έφερε σιδερολωστό, έσπασε το γυαλί της πόρτας με τη χρήση ενός μαχαιριού, η λεπίδα του οποίου κόπηκε και έπεσε στο έδαφος. Αμέσως μετά τα εν λόγω περιστατικά, η Παραπονούμενη προέβη σε συμπληρωματική κατάθεση στην Αστυνομία (βλ. Έγγραφο Στ 2).

 

Στις 7.10.2024 και ώρα 9:00 η Παραπονούμενη εξετάστηκε από τον Μ.Κ.2 ο οποίος ετοίμασε το ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 5. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2, η εκχύμωση που έφερε η Παραπονούμενη στο πόδι προκλήθηκε 2-3 ή 4 ημέρες προηγουμένως και όχι την ημέρα της εξέτασης.

 

Στις 7.10.2024 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορουμένου ο οποίος αφού εντοπίστηκε στις 11.11.2024 συνελήφθηκε μετά από άγρια καταδίωξη.

 

Μεταξύ των ημερομηνιών 5.11.2024 – 17.2.2025 ο Κατηγορούμενος απέστειλε στην Παραπονούμενη τα μηνύματα που επισυνάπτονται στην κατάθεση της ημερομηνίας 16.10.2025 (Έγγραφο Στ 3), με τα οποία την εξύβριζε και την απειλούσε. Μεταξύ άλλων, της ανέφερε πως «Άν κοφκη ο νους σου να πας να Τον απόσυρσης Και εγώ εποσχομω σού να ζήσεις Την ζωή σού χωρίς φόβο Δεν ΣΕ ξανα ενόχλησω ποτέ», «Ise ise pethamenis repotana palio anarkomeni», «Na men sas paro sta anathema re potana akoises», «Re kseris otan fki pelara mo den tha prolavete na zitate signomi gamo in ratsa so gamo sinixizis re potanaaa», «Etsi nomizis alla ego se leio an tha mpo mesa nomizis na fkis ekso po to spiti nomizis ise den pistefkis ospo na ta fais kala ke meta na katalavis kseris to», «Re sto thiaolos po tha se paro an den me pianis mexri iora 6 tha se pekso sto kile prosta ton papas so ke prosta astinomia ke sto thiaolos na pais», «Potana skotonose prosta astininomia ke stin porta tin dikastrio ke den se pologizo ftini anarkomeni potana».

 

Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα του Δικαστηρίου

 

Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. μεταξύ άλλων Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας (1971) 2 C.L.R. 40, Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71).

 

Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της αρπαγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό κατά παράβαση του άρθρου 250 του Κεφ. 154 που προβλέπει τα εξής: 

 

«250. Όποιος αρπάζει ή απάγει ή παράνομα στερεί την ελευθερία από άλλο, με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό αυτού, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων».

 

Ο ορισμός της απαγωγής δίδεται στο άρθρο 247 του Κεφ. 154. Σύμφωνα με το λεκτικό της εν λόγω διάταξης:

«247. Όποιος με βία ή απειλή βίας εξαναγκάζει ή με οποιαδήποτε απατηλά μέσα παρακινεί άλλο να φύγει από κάποιο τόπο, θεωρείται ότι απαγάγει το εν λόγω πρόσωπο».

 

Προκειμένου να αποδειχθεί η κατηγορία υπ. αρ. 2 θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:

  1. εξαναγκασμός με βία ή απειλή βίας ή παρακίνηση με απατηλά μέσα να φύγει από κάποιο τόπο
  2. με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό.

 

Στην Λοίζου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ 469 όπου οι εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, μεταξύ άλλων, στην  κατηγορία της απαγωγής γυναίκας με σκοπό τη συνουσία και κατακράτησή της παρά τη θέλησή της, υποδείχθηκε πως ακόμη και στην περίπτωση που η παραπονούμενη είχε εισέλθει στο αυτοκίνητο με τη θέληση της, από τη στιγμή που στη συνέχεια αντέδρασε και επιθυμούσε να κατεβεί ή δήλωσε ότι επιθυμούσε να την μεταφέρει εκεί που είχε αρχικά συμφωνηθεί και ο κατηγορούμενος δεν το έπραξε αλλά την μετέφερε σε μέρος που εκείνος επιθυμούσε και ήρθε σε συνουσία ή επιχείρησε να έλθει σε τέτοια, χωρίς την θέληση της γυναίκας, στοιχειοθετείται το αδίκημα της απαγωγής (βλ. επίσης Βιολάρης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 520 και Αντωνίου ν. ΔημοκρατίαςΠοιν. Έφεση Αρ. 80/2017, ημερ. 17/9/2019).  Στις σελίδες 490 – 491 υποδείχθηκαν τα εξής:

 

«Η αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η οποία εμφανίζει τον εφεσείοντα 1 να κινείται ετσιθελικά και ταυτόχρονα με τον εφεσείοντα 2 για να την μεταφέρουν στο μέρος όπου αυτή είχε αφήσει το αυτοκίνητό της, σε συνδυασμό με ό,τι ακολούθησε - προσπερνούν το αυτοκίνητό της χωρίς να σταματήσουν και την μεταφέρουν σε χωράφια - φανερώνει ότι ο σκοπός τους δεν ήταν αυτός που την άφησαν, προς στιγμή, να αντιληφθεί, αλλά να την απαγάγουν με σκοπό τη συνουσία. Προσθέτουμε, όμως, ότι και εάν ακόμη η παραπονούμενη, από το σημείο όπου βρισκόταν με την παρέα, μπήκε στο αυτοκίνητο των εφεσειόντων με τη θέλησή της για να μεταφερθεί από αυτούς στο δικό της, η κατάσταση δε διαφοροποιείται, αφού είναι από τη μαρτυρία της φανερό ότι αυτή, μόλις αντιλήφθηκε ότι δε θα την άφηναν στο αυτοκίνητό της, αντέδρασε και, παρά τις διαμαρτυρίες της, οι εφεσείοντες προχώρησαν για να ολοκληρώσουν το σκοπό τους, όπως και τον ολοκλήρωσαν. Συνεπώς, ορθά το Κακουργοδικείο κατέληξε ότι στοιχειοθετήθηκαν τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και της απαγωγής με σκοπό τη συνουσία. Σε σχέση με το τελευταίο αδίκημα, για το οποίο ο συνήγορος μας παρέπεμψε σε συγκεκριμένο απόσπασμα των ευρημάτων, για να καταδείξει ότι αυτό δε στοιχειοθετήθηκε, παρατηρούμε ότι, εάν, όντως, αυτό ήταν το μόνο εύρημα, δε θα ήταν αρκετό. Δεν έχουν, όμως, έτσι τα πράγματα. Τα ευρήματα του Κακουργοδικείου, τα οποία έχουμε ήδη παραθέσει, είναι σαφή και δικαιολογούν την κατάληξη για στοιχειοθέτηση και αυτού του αδικήματος.»

(υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη για το οποίο επίσης κατηγορείται ο Κατηγορούμενος (βλ. κατηγορία αρ. 3) προβλέπεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, και προκειμένου να στοιχειοθετηθεί απαιτείται να αποδειχθούν δύο στοιχεία:

 

1.        ότι υπήρξε επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και

2.        ότι προκλήθηκε στο πρόσωπο αυτό πραγματική σωματική βλάβη.

 

Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice (39η έκδοση), παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος, εξωτερικού ή εσωτερικού, που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης.

 

Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574, όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, ήτοι παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στην περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία.

 

Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η έννοια της πραγματικής σωματικής βλάβης περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό το οποίο επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης (βλ. επίσης R. v. Miller (1954) 2 All E.R. 529). Στην υπόθεση Georghiades v. Police (1985) 2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα, θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243. Με αυτή την έννοια δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα.

 

Σε σχέση, τώρα, με τα αδικήματα της άσκησης ψυχολογικής βίας (βλ. κατηγορίες υπ. αρ. 5 και 6), σχετικό είναι το άρθρο 6 του Ν. 115(Ι)/2021 που προνοεί τα εξής:

 

«Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές».

 

Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα εξής:

 

1.    Οποιαδήποτε συμπεριφορά προσώπου εναντίον γυναίκας

2.    Η οποία να εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές και

3.    Η οποία πλήττει σοβαρά την ψυχολογική της ακεραιότητα ή της προκαλεί πραγματικό φόβο.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «γυναίκα» σημαίνει πρόσωπο θηλυκού βιολογικού φύλου ή θηλυκής ταυτότητας φύλου και περιλαμβάνει τέτοιο πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του. Εν προκειμένω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η Παραπονούμενη εντάσσεται εντός της πιο πάνω έννοιας του Νόμου και ότι είναι γυναίκα.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου (βλ. άρθρο 2), «εξαναγκασμός» σημαίνει (α) την κάμψη της ελεύθερης βούλησης προσώπου με τη χρήση βίας ή απειλών ή κατά κατάχρηση ή εκμετάλλευση σχέσης εμπιστοσύνης ή εξουσίας ή επιρροής ή/και ευάλωτης θέσης ή με τη χρήση άλλων μέσων απαγορευμένων διά Νόμου, με σκοπό την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βλάβης ή πόνου ή της αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας του στον δημόσιο ή ιδιωτικό βίο ή τη σύναψη αναγκαστικού γάμου.

 

Ως σημειώνεται πιο πάνω, προκειμένου να αποδειχθεί η κατηγορία υπ. αρ. 2 είναι αναγκαίο να αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της απαγωγής, για την στοιχειοθέτηση του οποίου η Κατηγορούσα αρχή βασίστηκε στη χρήση απατηλών μέσων. 

Εν προκειμένω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ενώ η Παραπονούμενη δεν είχε σκοπό να εισέλθει εντός του οχήματος του Κατηγορούμενου, αυτός πέτυχε την είσοδο της σε αυτό χρησιμοποιώντας απατηλά μέσα αφού με δεδομένη την παρενοχλητική του συμπεριφορά τις προηγούμενες μέρες αλλά και λίγες ώρες πριν το επίδικο συμβάν, και την πρόθεση της Παραπονούμενης να ξεμπλέξει από αυτόν, της είπε ότι προκειμένου να πάρει τη γάτα της, την οποία είχε αρπάξει ο ίδιος λίγα λεπτά προηγουμένως χωρίς καμία αιτία, έπρεπε να εισέλθει στο αυτοκίνητο του.  Ακολούθως, της είπε να κλείσει την πόρτα προκειμένου να βάλει σε λειτουργία τον κλιματισμό, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που επιδίωκε ήταν να ξεκινήσει το όχημα του και να την απομακρύνει από το μέρος και σαφώς να μην της δώσει τη γάτα της, κάτι το οποίο δεν έπραξε παρά μόνο μετά την πάροδο 5 και πλέον ωρών.  Ακόμα, όμως, και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η Παραπονούμενη εισήλθε με τη θέληση της στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, η κατάσταση αυτή δεν διαφοροποιείται αφού στη συνέχεια απερίφραστα του ζήτησε να την αφήσει να φύγει ή να την επιστρέψει σπίτι της, πράγμα το οποίο αυτός δεν έπραξε, ενώ στη συνέχεια την μετέφερε σε απόμερο σημείο. Ούτε το γεγονός πως αρχικά η Παραπονούμενη δεν είχε φοβηθεί ή ο ισχυρισμός ότι είχε τη δυνατότητα να διαφύγει σε διάφορα στάδια της διαδρομής όπως και στο χωράφι όπου κατέληξαν, αφού παρά τη φαινομενική ελευθερία που είχε η Παραπονούμενη, στην πραγματικότητα κατακρατείτο εκεί από τον Κατηγορούμενο χωρίς τη θέληση της.  Επομένως, το στοιχείο της αρπαγής έχει αποδειχθεί.

 

Σε ό,τι αφορά το νοητικό στοιχείο και τον σκοπό για τον οποίο η Παραπονούμενη απήχθηκε, ουδεμία αμφιβολία υπάρχει πως σκοπός του Κατηγορούμενου ήταν ο κρυφός και άδικος περιορισμός της.  Ως προκύπτει από τα ευρήματα, αφού ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε την παρουσία της στο αυτοκίνητο με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, κινούνταν άσκοπα εντός της πόλης της Λεμεσού για τουλάχιστον μιάμιση ώρα, με τον Κατηγορούμενο να κάνει έντονα παράπονα στην Παραπονούμενη και ακολούθως μετέβηκαν σε χωράφι με δέντρα, το οποίο ήταν απόμερο και απομονωμένο και δεν υπήρχε τίποτε σε εύλογη απόσταση που να καθιστούσε αντιληπτή την παρουσία τους ή την αναζήτηση βοήθειας από την Παραπονούμενη δυνατή.  Είχε, βεβαίως, προηγηθεί η άσκοπη μετακίνηση τους στην πόλη της Λεμεσού, καθώς επίσης η τυχαία συνάντηση τους με τον Μ.Κ. 3, τον οποίο ο Κατηγορούμενος προσπάθησε αρχικά να αποφύγει ισχυριζόμενος πως δεν τους είχε δει λόγω των παραθύρων του αυτοκινήτου του που ήταν φιμέ, και που αμέσως μετά χαιρέτισε  ανοίγοντας λίγο το παράθυρο του.   Με βάση την μαρτυρία της Μ.Κ. 6 που έγινε αποδεκτή ως επεξηγείται πιο πάνω, η τοποθεσία όπου μετέβηκαν ήταν κρυφή και ο περιορισμός της Παραπονούμενης άδικος αφού ο Κατηγορούμενος την μετέφερε εκεί και την κράτησε περί τις τρεις ώρες χωρίς τη θέληση της.  Ούτε ήταν, υπό τις περιστάσεις, λογικό η Παραπονούμενη να διαφύγει.  Ως η ίδια ανέφερε, δεν γνώριζε το μέρος και ο Κατηγορούμενος ήταν εκεί με το όχημα του, έφερε μαχαίρι και σχοινί, όπως και γάντια εργασίας, και ως της εκμυστηρεύθηκε, εάν δεν συναντούσαν τυχαία τον Μ.Κ. 3, σκοπός του ήταν να την σκοτώσει.  Η δε επίθεση που δέχθηκε η Παραπονούμενη κατά την παραμονή τους στο μέρος τόσο μέσα όσο και έξω από το αυτοκίνητο,  τόσο με τα χέρια του όσο και με το σχοινί, φορώντας γάντια, καταδεικνύει έτι περαιτέρω πως σκοπός του ήταν ο κρυφός και άδικος περιορισμός της. 

 

Την πιο πάνω κρίση μας ενισχύει η γενικότερη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου τόσο πρίν όσο και μετά το επίδικο συμβάν.  Υπενθυμίζεται ότι είχαν προηγηθεί περιστατικά παρενόχλησης της Παραπονούμενης από μέρους του Κατηγορούμενου, τα οποία την ανάγκασαν στις 3.10.2024 να αποταθεί στον φίλο του προκειμένου ο τελευταίος να μεσολαβήσει ώστε ο Κατηγορούμενος να μην την ενοχλεί.  Ειδικότερα, το βράδυ της 2.10.2024 ο Κατηγορούμενος είχε μεταβεί στην οικία της Παραπονούμενης, κτυπούσε την πόρτα και στη συνέχεια έφυγε φωνάζοντας πως έχει άλλο άντρα στο σπίτι και ακολούθως επέστρεψε και προσπάθησε να εισέλθει στο σπίτι της από το παράθυρο χρησιμοποιώντας φανάρι και στις 4.10.2024 και περί ώρα 6:00 το πρωί επανήλθε διαμαρτυρόμενος περί του ότι δεν ανταποκρίνεται στα μηνύματα του.  Στο ίδιο πλαίσιο συνυπολογίζεται και το γεγονός ότι από τις 2.10.2024 η συμπεριφορά του είχε αλλάξει προς το χειρότερο. Περαιτέρω, μετά το επίδικο συμβάν ο Κατηγορούμενος την επισκέφθηκε εκ νέου στις 6.10.2024 στο περίπτερο όπου εργαζόταν και εκεί της επιτέθηκε, ενώ μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης, σε σχέση με το οποίο, ως ο ίδιος ανέφερε, είχε ενημερωθεί, αυτός απέφευγε τη σύλληψη του η οποία επιτεύχθηκε μετά από άγρια καταδίωξη του.  Το δε περιεχόμενο των μηνυμάτων που απέστειλε στην Παραπονούμενη σε διάφορες ημερομηνίες και συνοψίζεται πιο πάνω επίσης αποτελεί στοιχείο που συνυπολογίζεται στο πλαίσιο αυτό.

 

Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί η κατηγορία υπ. αρ. 2.   

 

Στρεφόμενοι στην κατηγορία υπ. αρ. 3, στη βάση των ευρημάτων μας πως κατά την παραμονή στους στο χωράφι ο Κατηγορούμενος άρπαξε την Παραπονούμενη από τα μαλλιά, την χτύπησε στα χέρια και το πρόσωπο, ενώ στη συνέχεια της χτύπησε στο πόδι με σχοινί, σε συνδυασμό με τις διαπιστώσεις του Μ.Κ. 2 στις 7.10.2024 (βλ. Τεκμήριο 5) και τη θέση του πως το συμπέρασμα του για εκχύμωση σε αποδρομή δικαιολογείται σε τραυματισμό που προκλήθηκε 2-3 ή 4 ημέρες πριηγουμένως, κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί και η υπο κρίση κατηγορία.

 

Σε σχέση με τις κατηγορίες υπ. αρ. 5 και 6, το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι αν στη βάση της μαρτυρίας που έχουμε αποδεχθεί, αποδεικνύεται πως ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του έπληξε την ψυχολογική ακεραιότητα της Παραπονούμενης ή της προκάλεσε πραγματικό φόβο.

 

Με δεδομένη την μεταφορά της Παραπονούμενης στο συγκεκριμένο μέρος χωρίς τη θέληση της, όπου, επαναλαμβάνουμε, ο Κατηγορούμενος της ανέφερε οτι ο αρχικός σκοπός του ήταν να την σκοτώσει ενώ στη συνέχεια της επιτέθηκε με τον τρόπο που περιγράφεται αμέσως πιο πάνω, αναμφίβολα προκύπτει ότι συνεπεία των πράξεων του Κατηγορούμενου κάμφθηκε η ελεύθερη βούληση της Παραπονούμενης μέσω της χρήσης βίας με σκοπό όχι άλλο από να της προκαλέσει σωματική βλάβη, όπως και της προκάλεσε. Η συμπεριφορά αυτή του Κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα τόσο την καταρράκωση της ψυχολογικής ακεραιότητας της Παραπονούμενης όσο και την πρόκληση πραγματικού φόβου σε αυτή, ως η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο. Συνεπώς, κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί και η κατηγορία υπ’ αρ. 5.

 

Σε σχέση με την κατηγορία υπ’ αρ. 6 κρίνουμε πως με δεδομένα τα όσα είχαν προηγηθεί στις 4.10.2024 και την επακόλουθη επίθεση εναντίον της Παραπονούμενης στις 6.10.2024 στο περίπτερο όπου εργαζόταν, όπου και την κτύπησε, και έχοντας υπόψη ότι στο πλαίσιο του εν λόγω επεισοδίου η Παραπονούμενη τηλεφώνησε στον Μ.Κ. 5, προφανώς αναζητώντας βοήθεια, μη μπορώντας να μιλήσει, κρίνουμε ότι οι πιο πάνω ενέργειες του Κατηγορούμενου έκαμψαν την ελεύθερη βούληση της μέσω της χρήσης βίας με σκοπό όχι άλλο από να της προκαλέσει σωματική βλάβη, ή έστω πόνο, όπως και της προκάλεσε. Η συμπεριφορά αυτή του Κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα τόσο την καταρράκωση της ψυχολογικής ακεραιότητας της Παραπονούμενης όσο και την πρόκληση την πρόκληση πραγματικού φόβου σε αυτή.  Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί και η κατηγορία υπ’ αρ. 6.

 

Τελική Κατάληξη

 

Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, κρίνουμε οτι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υποθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες υπ’ αρ. 2, 3, 5 και 6 και ως εκ τούτου κρίνουμε ένοχο τον Κατηγορούμενο στις εν λογω κατηγορίες. 

 

                        (Υπ.) ..............................................

                                            Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

                        (Υπ.) ..............................................

                                              Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

                       (Υπ.) .................................................

                                                     Κ. Ηλία, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

     

  


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο