Δημοκρατία ν. Α.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 16929/22, 3/4/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Α.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 16929/22, 3/4/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:      Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ

                            Μ. Θεοκλήτου,  Α.Ε.Δ

                            Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ

 

Δημοκρατία

 

v.

 

Α.Χ.

 

  Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 03 Απριλίου 2026

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αλ. Κληρίδης

Κατηγορούμενος παρών

 

ΠΟΙΝΗ

 

1.    Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε 8 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(4)(α), 14 και 34, του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 (ο «Νόμος»).

 

2.    Τα ευρήματα της καταδικαστικής απόφασης, ημερομηνίας 27/01/2026, τα οποία περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης όλων των πιο πάνω αδικημάτων συνιστούν αναπόσπαστο μέρος και της παρούσας και δεν κρίνουμε σκόπιμο να τα επαναλάβουμε στην ολότητα τους. Εντούτοις, παραθέτουμε αυτούσιες τις ουσιαστικές διαπιστώσεις, προς τον σκοπό διευκόλυνσης των όσων ακολουθούν στα πλαίσια επιβολής της ποινής. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι:

 

«Εκ της αξιόπιστης μαρτυρίας της παραπονούμενης και εις επίμετρον των όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί, διαπιστώνουμε και τα ακόλουθα· εντός της περιόδου 2019 με 2021 ο κατηγορούμενος άρχισε να επιδεικνύει διαφορετική συμπεριφορά απέναντι στην παραπονούμενη. Άρχισε να έχει μαζί της πιο ανοικτές συζητήσεις, δηλαδή να της μιλά για σεξουαλική επαφή, να την ερωτά αν άρχισε η ίδια τη σεξουαλική της ζωή και να της λέει κάποιες στάσεις που αρέσουν στον ίδιο. Πολλές φορές της είπε πως σκεφτόταν ότι ήταν οι δύο μαζί και έκαναν σεξ, ότι είναι πολύ ωραία γυναίκα και δεν την βλέπει σαν 15 χρονών αλλά σαν 25, ενώ σε περιπτώσεις που η ίδια έβαζε φωτογραφίες στο Instagram, της έστελνε μηνύματα ή όταν βρίσκονταν κατ’ ιδίαν της έλεγε ότι είναι «μουνάρα», ότι τον «καυλώνει» και «έππεσε πολύ μούτσιο κατά τη διάρκεια που έβλεπε τη φωτογραφία». Τα μηνύματα που της έστειλε τα διέγραφε και έλεγε και στην ίδια να τα διαγράφει. Επίσης, της έλεγε πως ό,τι λένε είναι μεταξύ τους. Τις φράσεις ότι τον «καυλώνει» και ότι είναι «μουνάρα» τις έλεγε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη και σε άλλες περιπτώσεις που έτυχε να βρεθούν. Μία φορά, καθ’ ον χρόνο είχαν εξετάσεις πιο μικροί μαθητές και η παραπονούμενη πήγε για να μάθει τον τρόπο που εξετάζει τα μωρά, σε κάποιο στάδιο της εξέτασης παρέμεινε να βλέπει την παραπονούμενη, την κάλεσε να καθίσει δίπλα του και σαν έκανε την εξέταση της είπε ότι τον καυλώνει και δεν μπορεί να σταματήσει να την βλέπει. Σε άλλη περίπτωση της μιλούσε για στάσεις και προκαταρκτικά και επειδή η παραπονούμενη είχε βάλει σκουλαρίκι στη γλώσσα της είπε να τη φιλήσει για να το δοκιμάσει. Η ίδια του απάντησε «δεν χρειάζεται». Όποτε περνούσαν λίγες μέρες να πάει στη σχολή, όταν πήγαινε την αγκάλιαζε και τη φιλούσε και κάποιες φορές πήγαινε πιο κοντά στο στόμα. Άλλοτε πάλι της έλεγε ότι είναι μουνάρα και είναι κρίμα που εκείνος είναι μεγαλύτερος, γιατί αν ήταν πιο μικρός σίγουρα θα είχε σχέση μαζί της, παρόλο που πολλές φορές της είπε ότι η ηλικία δεν παίζει ρόλο και της έλεγε φαντασιώσεις του μαζί της. Όταν δε η παραπονούμενη συνόδευσε μικρούς μαθητές του κατηγορούμενου στην Ουγγαρία και η ίδια πήγε χωρίς τη συνοδεία των γονιών της, ο κατηγορούμενος την κάλεσε να μεταβεί στο δωμάτιό του για να της κάνει μασάζ. Η ίδια δεν πήγε.

 

Κατά την ίδια περίοδο, 2019-2021, στην Παλλουριώτισσα, σε μία περίπτωση που είχε private προπόνηση μαζί με τον κατηγορούμενο, δεν ήταν ολόκληρο μάθημα παρά μόνο μικρό χρονικό διάστημα που προηγείτο του κανονικού μαθήματος που θα ακολουθούσε, επιχειρώντας ο κατηγορούμενος να διορθώσει τη στάση της παραπονούμενης πήγε από πίσω της και ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στο σώμα της.

 

Σε άλλη περίπτωση, πάλι μεταξύ των ετών 2019-2021 και πάλι στην Παλλουριώτισσα σε χρόνο που ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη ήταν μόνοι στη σχολή, πήγε από πίσω της και άρχισε να της κάνει μασάζ και όπως της έκανε μασάζ έβαλε τα χέρια του μέσα από την μπλούζα της και έπιασε το στήθος της. Το εν λόγω επεισόδιο διήρκησε κάποια δευτερόλεπτα.

 

Στη Λευκωσία και μεταξύ των ετών 2019-2021 και καθ’ ον χρόνο ο κατηγορούμενος μετέφερε την παραπονούμενη με το όχημά του, έβαλε το χέρι του στη γάμπα της και τη χάιδεψε και προχωρούσε προς τα γεννητικά όργανα. Επίσης, τη χάιδεψε στο στήθος.  Αυτή η ενέργεια ήταν πάνω από τα ρούχα.

 

Κατά την ίδια ανωτέρω περίοδο, 2019-2021, στη σχολή στα Λατσιά και ενόσω η παραπονούμενη καθόταν στον καναπέ, την προσέγγισε και άρχισε να της κάνει μασάζ στην πλάτη και κατέβαινε προς τα κάτω και φθάνοντας στα οπίσθια άρχισε να την τρίβει έντονα, τράβηξε το παντελόνι της και είδε το εσώρουχο που φορούσε και σε κάποιο στάδιο έβαλε ολόκληρο το χέρι του στον πισινό της και άγγιξε και τα γεννητικά της όργανα. Όλα αυτά πάνω από τα ρούχα, πλην της περίπτωσης που κατέβασε λίγο το παντελόνι που φορούσε και είδε το εσώρουχό της. Επίσης, τη φίλησε στα οπίσθια.

 

Ακόμη, κατά την ίδια περίοδο, 2019-2021, τόσο στα Λατσιά όσο και στον Λυθροδόντα, για περισσότερες από μία περίπτωση σε κάθε μία από τις σχολές στις ανωτέρω πόλεις, προφασιζόμενος ο κατηγορούμενος ότι θα έκανε μασάζ στην παραπονούμενη, της έπιασε τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα.

 

Τέλος, την 13/05/2021 στη σχολή στην Παλλουριώτισσα, όταν ο κατηγορούμενος είδε την παραπονούμενη που μετέβη στη σχολή για τους λόγους που ανωτέρω διαπιστώσαμε, την αγκάλιασε, τη φίλησε στον λαιμό και αποπειράθηκε να τη φιλήσει στο στόμα. Εκείνη αποτραβήχτηκε»

 

 

 

 

 

Ως προς τις επιπτώσεις που είχαν τα αδικήματα στην Παραπονούμενη καταλήξαμε στα εξής:

«Πέραν των ανωτέρω, στοιχεία τα οποία απαντούν τις αιτιάσεις της υπεράσπισης, προσθέτουμε και το εξής σημαντικό· η μαρτυρία του Μ.Κ.7 αναφορικά με τις όποιες επιπτώσεις είχαν τα επίδικα περιστατικά στην παραπονούμενη, συμπλέει και με αναμφισβήτητη πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.9. Ο τελευταίος ερωτήθηκε για τυχόν προεκτάσεις που σχετίζονται με τα περιστατικά και επιπτώσεις που είχαν στην παραπονούμενη. Μεταξύ άλλων απάντησε:

 

«Η ίδια η Ι.Ν. είχε συναισθήματα αυτομείωσης, το οποίο είναι πάρα πολύ τυπικό για παιδιά τα οποία στην πρώιμη, αλλά και στη μεταγενέστερη παιδική ηλικία, να έχουν συναισθήματα σεξουαλικής κακοποίησης. Και το σημαντικότερο από όλα, η μεγάλη προδοσία που ακόμα κουβαλά ότι άνθρωποι που έπρεπε να την προστατεύσουν ως παιδί, ξέρετε δεν ήταν κακό παιδί, ήταν ένα χαμένο παιδί, ένα απορημένο παιδί, ένα παιδί που έψαχνε να βρει το ποια είναι, το συνειδητοποιεί τώρα όμως και η συνειδητοποίηση αυτή είναι κάτι...είναι ψυχοπιεστική στην παρούσα φάση για την ίδια. Διευκρινίζω το παρούσα, μέχρι και πέρσι τον Φεβρουάριο που την είδα».

 

Και είναι αυτό που υποστηρίζει τη διαπίστωση του Μ.Κ.7 πως η παραπονούμενη παρουσίασε διαταραχή μετατραυματικού στρες. Τις ανωτέρω θέσεις των Μ.Κ.9 και Μ.Κ.7 αναφορικά με τις επιπτώσεις που είχαν οι ενέργειες του κατηγορούμενου στην παραπονούμενη, τις αποδεχόμαστε ως ορθές και υιοθετούνται ως διαπιστώσεις του Δικαστηρίου».

 

3.    Τα διαπραχθέντα αδικήματα, είναι χωρίς αμφιβολία πολύ σοβαρά και αυτό αντικατοπτρίζεται και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, όταν γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, το άρθρο 6(4)(α) του Νόμου προβλέπει κατά ανώτατο όριο την ποινή της δια βίου φυλάκισης.

 

4.    Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή είναι η αφετηρία από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής και συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα γεγονότα της υπόθεσης κατά την εξέταση της σοβαρότητας του αδικήματος, την επιλογή του είδους της ποινής καθώς και για τον καθορισμό του εύρους της (Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 129, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΟΥΤΖΙΟΥΡΗ, Ποινική Έφεση Αρ.: 311/2024, 13/2025, 28/1/2026).

 

5.    Στην προκειμένη περίπτωση, από την ως άνω προβλεπόμενη ποινή, καθίσταται αυταπόδεικτη η ρητή επιθυμία του νομοθέτη να κατατάξει το εν λόγω αδίκημα μεταξύ των πλέον σοβαρών, εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο το στίγμα του μεγέθους της κοινωνικής αποστροφής για τέτοιες πράξεις. Κατ’ επέκταση το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόζει το νόμο αποτελεσματικά κατά τρόπο ώστε η επιβληθείσα ποινή να αντανακλά τόσο την τιμωρία του παραβάτη όσο και την ανάγκη για αποτροπή, συμβάλλοντας στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές. Με τα πιο πάνω συμπλέουν και τα νομολογιακώς αναγνωρισμένα αισθήματα αποστροφής και οργής που αποδίδονται σε κάθε δράστη αδικήματος σεξουαλικής υφής (Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.178/2017, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457), έχοντας κατά νου ότι τέτοιας φύσεως αδικήματα συνθλίβουν τον ψυχικό κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα των παιδιών, τα οποία ο νομοθέτης επέλεξε να προστατεύσει (S J L v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 129/2021, 145/2021, 27/10/2022), κατά κανόνα προκαλώντας κάποιου βαθμού ψυχολογικά τραύματα ως αναπόφευκτο εγγενές κατάλοιπο της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Μηνά ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 228/2018, ημερ. 16/03/2020, ECLI:CY:AD:2020:B102).

 

6.    Πέραν των πιο πάνω, τη δική του σημασία έχει στον καθορισμό της ποινής και το στοιχείο της έξαρσης στη διάπραξη ενός αδικήματος, εφόσον αναγνωρισμένο είναι ότι όπου παρατηρείται τέτοια συμπεριφορά επιβάλλεται πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Πισκόπου Aνδρέας Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342). Στην προκειμένη περίπτωση θλιβερή όσο και αν είναι η διαπίστωση, δυστυχώς αναγνωρισμένο και καθημερινώς επιβεβαιωμένο είναι ότι τα αδικήματα σεξουαλικής φύσης, ιδιαίτερα αφορώντα κακοποίηση ανηλίκων, τελούν σε έξαρση (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κ.Π., Π.Ε. 74/2025, ημερ. 08/12/2025) και όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση ROBERT CIONEL CLARSON v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 38/22, 27/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:B411 έχουν εξελιχθεί «σε πρωτοφανή μάστιγα». Για τα πιο πάνω, αντλούμε και δικαστική γνώση ένεκα του όγκου υποθέσεων που άγονται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς αυτή η έξαρση να παρουσιάζει σημεία κάμψης. Ειδικότερα, στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Σ. Σ., Ποινική Έφεση Αρ. 202/2021, 17/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:D116, τονίστηκε πως:

 

«Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται τόσο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, όσο και από την μεγάλη κοινωνική απαξία που χαρακτηρίζει αυτής της φύσεως τα αδικήματα, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι ανήλικα άτομα. Τέτοια αδικήματα έχουν δυστυχώς καταστεί δεσπόζοντα, με αποτέλεσμα να καθίσταται έτι περαιτέρω αναγκαία η επιβολή αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής. Όπως επαναλήφθηκε πρόσφατα στην ΣΛ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ. Αρ. 155/2019, 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57,  οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους και ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος 91(Ι)/2014, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ακριβώς σκοπό έχει την προστασία τους. Στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 69/16, 23.3.2017, τονίστηκε ότι τα δικαστήρια είναι επιβεβλημένο να προστατεύουν το αγαθό που ο νομοθέτης ευλόγως θέλησε να προστατεύσει, δηλαδή τα παιδιά, παραπέμποντας στην προνοούμενη υπό του Νόμου ποινή».

 

7.    Παρά τα πιο πάνω, η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και κατά την επιμέτρηση της ποινής το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, έτσι ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία του κατηγορουμένου και των γεγονότων ακόμη και στα σοβαρά και ειδεχθή εγκλήματα (ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 152/2017, 20/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:D246), ως τα υπό εξέταση αδικήματα. Εντούτοις, η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να επιφέρει εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα (Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 245) και είναι αναμφίβολα με γνώμονα τα πιο πάνω που βρίσκει έρεισμα η νομολογιακή αρχή ως προς την ποινολογική αντιμετώπιση ενός κατηγορούμενου, ότι σε αδικήματα σεξουαλικής υφής οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις είναι «δευτερεύουσας σημασίας» (Γ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 178/2017, ημερ. 24/10/2018), ECLI:CY:AD:2018:B457. Δηλαδή, η σημασία τους υποχωρεί, έναντι της επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης που υπάρχει για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου με σκοπό την προστασία του παιδιού (Γ.Α. ν Δημοκρατίας ανωτέρω,  Αστυνομία ν Πατούρη Π.Ε. 51/2020, ημερ. 03/12/2020A. D. ν Δημοκρατίας Π.Ε.177/2021, ημερ. 16/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:B96 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεώργιου Κύρρη, Ποιν. Έφ. 70/2022, ημερ. 07.02.2023) και είναι για αυτό που τα Δικαστήρια οφείλουν να συνδράμουν στην εδραίωση μιας κουλτούρας αποτροπής προς κάθε επίδοξο παραβάτη από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές, που πλήττουν τον πυρήνα του κοινωνικού συνόλου γενικότερα στον οποίο τα παιδιά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος.

 

8.    Είναι με γνώμονα όλα τα ανωτέρω που στρέψαμε την προσοχή μας σε όλα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου έθεσε στο Δικαστήριο, μέσω της γραπτής του αγόρευσης (Έγγραφο Χ), της οποίας το περιεχόμενο έχουμε διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή, ως στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να αποτιμήσει και δη να πιστώσει μετριαστικά στον κατηγορούμενο κατά την εξατομίκευση της ποινής που ήθελε επιβληθεί.

 

9.    Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, εκείνο το οποίο προκύπτει από τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι ότι ο Κατηγορούμενος, όντας προπονητής Καράτε της παραπονούμενης καταχρώμενος αυτή την ιδιότητα του κακοποίησε σεξουαλικά την παραπονούμενη όταν η ίδια ήταν μεταξύ της ηλικίας των 14-16 ετών. Λαμβάνουμε υπόψη τη φύση των σεξουαλικών πράξεων του Κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης, για σκοπούς διαβάθμισης της σοβαρότητας των πράξεων του και σημειώνουμε ότι η πλειοψηφία των αδικημάτων αφορούν αγγίγματα και θωπείες πάνω από τα ρούχα και συγκεκριμένα στη γάμπα στα οπίσθια, στο στήθος και στα γεννητικά όργανα, ενώ υπήρξε φιλί στα οπίσθια, στον λαιμό και μια απόπειρα ο Κατηγορούμενος να φιλήσει την παραπονούμενη στο στόμα, ως λεπτομερώς αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση.

 

10. Αναφορικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν την τέλεση των αδικημάτων η Υπεράσπιση έθεσε αριθμό ζητημάτων που κατά την άποψη της συνιστούν ελαφρυντικούς παράγοντες όπως αυτά προκύπτουν από την καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στη σελίδα 27 του Εγγράφου Χ ο συνήγορος Υπεράσπισης επιχειρηματολογεί ότι από τα γεγονότα της καταδικαστικής απόφασης δεν προκύπτει η άσκηση βίας, εξαναγκασμός ή διασυρμός της παραπονούμενης και γίνεται αναφορά στο ότι πλείστα των επίδικων περιστατικών συνίστανται σε αγγίγματα πάνω από τα ρούχα και όχι άμεση επαφή στο γυμνό σώμα, ενώ στις σελίδες 28-30 ισχυρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση απουσιάζουν αναγνωρισμένοι επιβαρυντικοί παράγοντες χωρίς όμως να αναφέρεται κάτι συγκεκριμένο επί τούτου. Με βάση τα πιο πάνω, έχουμε προσεγγίσει το ζήτημα με αναφορά στους επιβαρυντικούς παράγοντες που καταγράφονται στο άρθρο 19 του Νόμου. Συμφωνούμε με την Υπεράσπιση ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν εντοπίζονται οι περιστάσεις που ο συνήγορος ανέφερε, πλην όμως η απουσία τέτοιων παραγόντων δεν ενέχει τη σημασία που τους αποδίδει ο συνήγορος Υπεράσπισης. Ειδικότερα, στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΛΛΙΠΟΛΙΤΗ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 5/2024, 6/2024, 12/12/2024 όπου πρωτόδικα συνεκτιμήθηκε, ως ελαφρυντικό στοιχείο, η απουσία ανάλογων επιβαρυντικών στοιχείων με αυτά που επικαλείται εδώ η Υπεράσπιση και λέχθηκε ότι:

«Όπως έχουμε αναφέρει πιο πριν δεν θεωρούμε ότι αυτός είναι ο ορθός τρόπος εφαρμογής του Άρθρου 19, το οποίο περιορίζεται στη διερεύνηση του κατά πόσον το αδίκημα διεπράχθη υπό επιβαρυντικές περιστάσεις και η σημασία του έγκειται στη διαπίστωση κατά πόσον κάποια από αυτές συντρέχει στη δεδομένη περίπτωση. Εννοείται πάντοτε ότι κάθε ποινή επιβάλλεται στη βάση των γεγονότων τα οποία συνθέτουν τη διάπραξη ενός αδικήματος, πλην όμως το ότι απεφεύχθη η διάπραξη χειρότερης μορφής αδικήματος δεν συνιστά ελαφρυντικό παράγοντα για το αδίκημα το οποίο εν τέλει έχει διαπραχθεί».

(η έμφαση δική μας)

 

11. Δεν παραγνωρίζουμε ότι όντως η πλειοψηφία των αδικημάτων αφορούν αγγίγματα και θωπείες πάνω από τα ρούχα και όχι άμεση επαφή στο γυμνό σώμα, εντούτοις παρατηρούμε ότι στην παρούσα υπόθεση, ως σχολιάζεται στη συνέχεια, υπάρχει αριθμός παραγόντων που επενεργούν επιβαρυντικώς στην ποινολογική αντιμετώπιση του Κατηγορουμένου, βάσει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου και που εντείνουν ουσιωδώς τον βαθμό σοβαρότητας της έκνομης συμπεριφοράς του.

 

12. Αρχικά, σημειώνεται η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ του Κατηγορούμενου και της παραπονούμενης η οποία ανέρχεται στα 41 έτη (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΧΧ, Πoινική ΄Εφεση αρ.36/2017, 14/6/2017 και Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 71/2020, ημερ. 28/01/2021, ECLI:CY:AD:2021:B23). Ειδικότερα, κατά τον χρόνο έναρξης της διάπραξης των αδικημάτων, δηλαδή το 2019 αυτός ήταν 55 ετών ενώ η παραπονούμενη ήταν τότε στην ηλικία των 14 ετών ότε ο Κατηγορούμενος, πατέρας και ο ίδιος μίας τότε ενήλικης κοπέλας, ήταν σε ώριμη ηλικία που τον καθιστούσε ή έπρεπε να τον καθιστά ικανό να αντιληφθεί ότι έπρεπε να απέχει από τέτοιες σεξουαλικές πράξεις με την παραπονούμενη η οποία ήταν ανήλικη.

 

13. Ως επιπρόσθετο επιβαρυντικό παράγοντα λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι σε αριθμό συναντήσεων του με την παραπονούμενη, κατά το χρονικό διάστημα που διαπράχθηκαν τα αδικήματα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε επανειλημμένα προς την παραπονούμενη φράσεις όπως ότι είναι «μουνάρα», ότι τον «καυλώνει» και πρόσθετα σε μια περίπτωση ότι «έππεσε πολύ μούτσιο κατά τη διάρκεια που έβλεπε τη φωτογραφία» με αναφορά σε φωτογραφία της στο Instagram, της μιλούσε για σεξουαλικές στάσεις και προκαταρκτικά φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να της αναφέρει τις φαντασιώσεις του, που συμπεριλάμβαναν τους δύο τους να κάνουν σεξ. Τα ως άνω καταδεικνύουν κατά την κρίση μας, τη συνειδητή μεταβολή στην αντίληψη του Κατηγορούμενου βάσει της οποίας η παραπονούμενη δεν ήταν πλέον το κορίτσι που ανέλαβε να προπονεί στο άθλημα του Καράτε από την τρυφερή ηλικία των 6 ετών, αλλά κατέστη το επίκεντρο των αρρωστημένων ορέξεων του. Επιπλέον, καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος όχι μόνο τελούσε τα επίδικα σεξουαλικά αδικήματα με πλήρη επίγνωση της ηλικίας της παραπονούμενης, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες των πράξεων του, αλλά συνειδητά προσπάθησε να υποβαθμίσει τη μεταξύ τους διαφορά ηλικίας με αναφορές όπως «η ηλικία δεν παίζει ρόλο» ή ότι «δεν την βλέπει σαν 15 χρονών αλλά σαν 25», κάτι το οποίο κατά την κρίση μας συνιστά μια προκλητική προσπάθεια ωραιοποίησης των κατά τα άλλα παράλογων και θεσμικώς έκνομων ενεργειών του. Επιπλέον, συναποτιμούμε επιβαρυντικώς το γεγονός ότι η εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν επαναλαμβανόμενη και αριθμεί τουλάχιστο 8 διαφορετικά περιστατικά (Λευκαρίτης v Δημοκρατίας (2016) 2Β ΑΑΔ 1165, και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΡΡΗ, Ποινική Έφεση Αρ. 70/2022, 7/2/2023) και επεκτάθηκε για χρονικό διάστημα 2 ετών μέχρι και το έτος 2021, δηλαδή σε χρόνο όπου η παραπονούμενη ήταν ακόμη ανήλικη.

 

14. Περαιτέρω, κατά την επιμέτρηση της ποινής, αποδίδουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ιδιότητα του Κατηγορουμένου, δηλαδή αυτή του προπονητή Καράτε της παραπονούμενης, άθλημα το οποίο αποτελούσε μια αγαπημένη της δραστηριότητα. Ο Κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την αγάπη που είχε η παραπονούμενη για το άθλημα αλλά και τη συναισθηματική εξάρτηση που είχε αναπτύξει η ίδια μαζί του, ένεκα της φοίτησης κοντά του από την τρυφερή ηλικία των 6 ετών (κατ’ αναλογία των όσων λέχθηκαν στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΧΧ ανωτέρω). Ο Κατηγορούμενος δεν υπήρξε απλώς ένας προπονητής Καράτε, ρόλος που εκ της φύσεως του διαδραματίζει ένα παιδαγωγικό και καθοδηγητικό ρόλο, αλλά ένα πρόσωπο προς το οποίο οι γονείς του εμπιστεύθηκαν και τη μεταφορά της παραπονούμενης στις διάφορες σχολές του. Έτι δε περισσότερο όταν στον Κατηγορούμενο κοινοποιήθηκαν οι προσωπικές, οικογενειακές και ψυχοκοινωνικές συνθήκες της παραπονούμενης με επιλογή των γονέων, σε μια προσπάθεια να διορθωθεί και να διερευνηθεί η τότε ασυνήθης συμπεριφορά της, αντί ο Κατηγορούμενος να συνδράμει στα πιο πάνω εκμεταλλεύτηκε τη σχέση του με την παραπονούμενη, ενέδωσε στις αρρωστημένες επιθυμίες του και προέβαινε στη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων τόσο κατά τη μεταφορά της παραπονούμενης με το αυτοκίνητο του όσο και στις σχολές του σε ανύποπτο χρόνο.  Η όλη κατάχρηση ενέχει αυξημένη σοβαρότητα και από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος πρόδωσε καίρια την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι γονείς της παραπονούμενης και όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση Κύρρη ανωτέρω υιοθετώντας την πρωτόδικη αναφορά «ο Εφεσίβλητος φάνηκε ανάξιος της εμπιστοσύνης όχι μόνο των παιδιών αυτών αλλά και των γονέων του Σ.Σ., οι οποίοι τον εμπιστεύτηκαν με τη μεταφορά του παιδιού τους», όπως εν προκειμένω.

 

15. Εν τέλει, οι ενέργειες του Κατηγορούμενου συνιστούν κατάφωρη προδοσία της εμπιστοσύνης και της όποιας ηθικής υποχρέωσης ανέλαβε έναντι της παραπονούμενης, στο πρόσωπο του οποίου η παραπονούμενη αναγνώριζε στοιχεία πατρικής φιγούρας, ως ήταν παραδεκτό μεταξύ των μερών, καταχρώμενος τον ρόλο του και επιφέροντας τραύματα στην ψυχική της ακεραιότητα. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις που υπέστη η παραπονούμενη σύμφωνα με τις διαπιστώσεις μας, δηλαδή τα αισθήματα αυτομείωσης και η διάγνωση διαταραχής μετατραυματικού στρες, τα οποία συσχετίστηκαν με τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, με βάση την επιστημονική μαρτυρία, πέραν της όποιας αντικειμενικής προσέγγισης των ψυχολογικών συνεπειών που δύνανται να επιφέρουν τέτοια αδικήματα ως θέμα κοινής ανθρώπινης εμπειρίας, προσδίδουν μια επιπρόσθετη επιβαρυντική διάσταση στο όλο ζήτημα (Μηνά ανωτέρω).

 

16. Στα πλαίσια της παρούσας ενότητας δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τα όσα η Υπεράσπιση επικαλέστηκε ως ελαφρυντικά στοιχεία, δηλαδή i) τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, ii) τη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ των γονέων της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, iii) το γεγονός ότι η παραπονούμενη συχνά τον αγκάλιαζε με δεδομένο ότι τον αναγνώριζε ως πατρική φιγούρα και iv) το γεγονός ότι δεν εξέφρασε μίσος εναντίον του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, θέσεις οι οποίες απορρίπτονται συλλήβδην.

 

17. Συνολικά ιδωμένη, η πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, μόνο αποστροφή και απαξία δημιουργεί στην όλη αντιμετώπιση των εν λόγω ειδεχθών πράξεων και ως εκ τούτου, επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικότητας στην ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο καθότι το Δικαστήριο, έχει καθήκον να προστατέψει τα δικαιώματα των παιδιών, να διαφυλάξει την υγιή ανάπτυξη τους και να προστατέψει τον ψυχικό τους κόσμο από τέτοιες έκνομες και κοινωνικώς κατάπτυστες πράξεις.

 

18. Στρεφόμενοι να εξετάσουμε τα ελαφρυντικά στοιχεία που εντοπίζουμε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και όσα αναδείχθηκαν επιστάμενα από την Υπεράσπιση, επαναλαμβάνουμε ότι η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, ως έχει ήδη λεχθεί,  το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, έτσι ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία του κατηγορουμένου και των γεγονότων.

 

19. Σημειώνουμε αρχικά ότι η γνώμη μας συμπλέει με αυτήν του κυρίου Κληρίδη σε ό,τι αφορά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Το γεγονός ότι είναι ηλικίας 62 ετών και δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, πιστώνεται στον Κατηγορούμενο και του επιτρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο κάθε δυνατή επιείκεια (Ψωμά v Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 40).

 

20. Έχουμε επίσης υπόψιν μας την αρχή ότι όταν επιβάλλεται ποινή σε άτομο προχωρημένης ηλικίας, η ποινή φυλάκισης δεν θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μην διατηρείται «φως στο τέλος της σήραγγας», υπό την έννοια ότι μια ενδεχόμενη πολύχρονη ποινή φυλάκισης δεν πρέπει να καταλήγει στην πράξη, σε φυλάκιση διά βίου. Εντούτοις, σημειώνουμε πως στην προκειμένη η υφιστάμενη ηλικία του Κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιου προχωρημένου βαθμού ώστε να υφίσταται τέτοιο θέμα, πάντα σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης και συναφώς αντίθετα με τα όσα επιχειρηματολόγησε η Υπεράσπιση, η εν λόγω παράμετρος δεν προσμετρά προς όφελος του Κατηγορούμενου. Άλλωστε είναι καλά νομολογημένο ότι για αδικήματα σοβαρής μορφής, όπως είναι τα αδικήματα της παρούσας, όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει έντονα οι προσωπικές περιστάσεις συμπεριλαμβανομένης και της ηλικίας, δεν μπορούν να έχουν ουσιαστική σημασία (Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 176/18, ημερ. 11.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4), καθότι ενδεχόμενη διαφορετική προσέγγιση από τα Δικαστήρια θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς άτομα μιας ηλικίας (Χρύσανθος Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 67/2024, Ημερ. 26/04/2024).

 

21. Προς περαιτέρω μετριασμό και εξατομίκευση της ποινής του Κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη και παραθέτουμε συνοπτικά τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από τα όσα τέθηκαν από τον συνήγορο του αλλά και από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε στη Λευκωσία, είναι το μεσαίο παιδί της οικογένειάς του, και είχε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η οικογένεια του. Ήρθε σε επαφή με το άθλημα του Καράτε από πολύ μικρός και κατόρθωσε να αναδειχθεί πρωταθλητής Κύπρου στο Καράτε σε νεαρή ηλικία. Ο Κατηγορούμενος είναι απόφοιτος Λυκείου και μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας το 1984 μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο για εξειδικευμένη εκπαίδευση στο Καράτε, την οποία χρηματοδότησε κατά κύριο λόγο ο ίδιος μέσω εργασίας που ανέλαβε. Παρέμεινε εκεί για αρκετά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων απέκτησε υψηλού επιπέδου προσόντα στο Καράτε και γνώρισε τη σύζυγο του.

 

22. Το 1988 με την επιστροφή του στην Κυπριακή Δημοκρατία ίδρυσε την πρώτη επίσημα εγκεκριμένη από τον ΚΟΑ σχολή Καράτε, η οποία γνώρισε άμεση επιτυχία και συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη και καθιέρωση του αθλήματος του Καράτε στην Κύπρο. Είναι πατέρας 2 παιδιών και παρέμεινε ενεργά παρών στην ανατροφή τους παρά τον μεταγενέστερο χωρισμό του από τη σύζυγο του. Τα παιδιά του είναι ενήλικες με δικές τους οικογένειες και εργασίες αν και συνεχίζουν να συντηρούνται οικονομικά από τον Κατηγορούμενο.

 

23. Ο Κατηγορούμενος ακολουθήσε μια διακεκριμένη πορεία στο άθλημα του Καράτε, αρχικά ως αθλητής συμμετέχοντας σε παγκόσμιους αγώνες εκπροσωπώντας την Κυπριακή Δημοκρατία (Παράρτημα ΙΙ Έγγραφο Χ), είναι ένας εκ των πρώτων Κύπριων διεθνών διαιτητών στο εν λόγω άθλημα και υπολογίζεται ότι έχει  εκπαιδεύσει πέραν των 10.000 μαθητών.  Η σχολή του καθιερώθηκε σε διεθνές επίπεδο μέσω σχετικών διακρίσεων και μέσω της προώθησης της πολεμικής τέχνης του Καράτε, ως επιχειρηματολογήθηκε, έχει επιτελέσει σημαντική προσφορά στο κοινωνικό σύνολο καλλιεργώντας στους μαθητές του, μεταξύ άλλων τις αξίες της πειθαρχίας, της αυτοπεποίθησης και της ενασχόλησης με τον αθλητισμό.

 

24. Σήμερα,  ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα σωματικής και ψυχολογικής υγείας (Παράρτημα IV Έγγραφο Χ) και πιο συγκεκριμένα αρτηριακή υπέρταση, υποθυρεοειδισμό, καλοήθη υπερπλασία του προστάτη, σύνδρομο υπνικής άπνοιας και αγχώδη συμπτωματολογία για το σύνολο των οποίων λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Διαμένει μαζί με τους ηλικιωμένους γονείς του (86 και 91 ετών) και ανησυχεί ιδιαίτερα για αυτούς λόγω των σοβαρών σωματικών και νοητικών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν. Ήταν το μόνο πρόσωπο που διέμενε μαζί τους και που τους παρείχε ουσιαστική φροντίδα και υλική υποστήριξη. Η σχέση του με τους γονείς του είναι ιδιαίτερα στενή και τον στηρίζουν.

 

25. Όλα τα ανωτέρω αποτιμήθηκαν δεόντως από το Δικαστήριο και έχουμε αποδώσει τη δέουσα σημασία στις ενδεχόμενες συνέπειες που τυχόν φυλάκιση του Κατηγορούμενου θα έχει στην οικογένεια του και ειδικότερα στους ηλικιωμένους γονείς του και τούτο δεν μας αφήνει αδιάφορους, πλην όμως δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι οι ανάγκες αυτών δεν μπορούν να καλυφθούν από άλλους. Όπως έχει νομολογηθεί οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 328 και Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 14/2020, ημερ. 22.12.2021, ECLI:CY:DOD:2021:24). Αναφορικά με τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου λάβαμε συναφώς υπόψιν τόσο τη φύση όσο και την έκταση τους, ως αποκαλύπτεται από τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά και τους δίνεται η ανάλογη βαρύτητα.  Δεν προκύπτει όμως ότι τα εν λόγω προβλήματα υγείας αποτελούν μια εξαιρετική περίσταση (Khalife Hossein M ν. Aστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 315 και Χρύσανθος Χαραλάμπους ανωτέρω), υπό την έννοια ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μας, ότι λόγω αυτών τυχόν ποινή φυλάκισης θα προκαλέσει στον Κατηγορούμενο ασυνήθιστου βαθμού ταλαιπωρία. Επιπρόσθετα, τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας του καταδικασθέντος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για τη μη επιβολή ποινής φυλάκισης σε σοβαρά ποινικά αδικήματα όπου προέχει το στοιχείο της αποτροπής (Kυπριανού Κύπρος ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 144 και Χρυσάνθος Χαραλάμπους ανωτέρω).

 

26. Επαναλαμβάνουμε ευρύτερα ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης, στα οποία η αποτροπή διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο, οι προσωπικές περιστάσεις δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν αυτό τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να αποφέρει η ποινή εξ ου και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις χαρακτηρίστηκαν νομολογιακά, ως «δευτερεύουσας σημασίας».

 

27. Αν είναι όμως κάτι από τα ανωτέρω στα οποία προσδώσαμε ιδιαίτερη βαρύτητα  προς όφελος του Κατηγορούμενου είναι τα όσα αναφέρθηκαν και αφορούν τη διαχρονική πορεία του Κατηγορουμένου στον αθλητισμό ως πρωτεργάτη στο άθλημα του Καράτε και τη μετέπειτα προσφορά του στο συγκεκριμένο άθλημα και την καθοδήγηση των νέων γενεών από τη θέση του προπονητή και τα οποία ολοκληρώνουν την εικόνα της προσωπικότητας του Κατηγορούμενου, ως ενός καθ' όλα νομοταγούς και κοινωνικώς σωστού πολίτη και τα οποία φανερώνουν ότι κατέχει αρετές, όπως την εργατικότητα, πειθαρχία και δεκτικότητα προς συνεργασία. Τα ως άνω, αποτιμώνται θετικά καθότι συνιστούν απόδειξη της θετικής πλευράς του χαρακτήρα του Κατηγορουμένου και καταδεικνύουν αδιαμφισβήτητα την εν γένει προσφορά του στην κοινωνία και δικαιολογούν αυτοτελώς, σε ότι αφορά την τιμωρία του, όπως του πιστωθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο πρότερος έντιμος βίος ενός Κατηγορουμένου, ο οποίος δύναται να τεκμηριώνεται τόσο από κοινωνική προσφορά όσο και από διαγωγή ως αυτή που έχουμε παραθέσει αποτελούν ουσιαστικό παράγοντα μετριασμού της ποινής (Προδρόμου ν. Δημοκρατίας, (2001) 2 Α.Α.Δ. 169, Σουτζιής (ανωτέρω) και Xατζηϊωάννου Nίκος ν. Aστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 453). 

 

28. Πέραν των όσων αναφέρθηκαν για τον έντιμο πρότερο βίο του Κατηγορούμενου,  ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε ότι για όσο χρονικό διάστημα εκκρεμούσε η  παρούσα υπόθεση σε βάρος του και είναι τούτο ένα διάστημα περίπου 4 ετών, αυτός υπέδειξε άμεμπτη συμπεριφορά στο Δικαστήριο και προπάντων δεν υπέδειξε συναφή εγκληματική συμπεριφορά και εξ’ αυτού καταφαίνεται και το μεμονωμένο της διάπραξης του αδικήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος. Είναι πράγματι γεγονός ότι σε παλαιές υποθέσεις, καλούμενες historic ή cold cases, η νομολογία θέλει να συναποτιμάται κατά την επιμέτρηση της ποινής αριθμός πρόσθετων παραμέτρων, ως τούτες τέθηκαν στην υπόθεση R. v. H. (2011) EWCA 2753, μεταξύ άλλων, και ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος σε συσχετισμό με την απουσία διάπραξης νέου αδικήματος. Κατ’ αναλογία, και στην προκειμένη περίπτωση ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος, περίοδος ουδόλως ευκαταφρόνητη, σε συσχετισμό με την αναμφισβήτητη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επανάληψη όμοιας συμπεριφοράς, δεν μπορεί παρά να του πιστωθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής.

 

29. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης επικαλείται προς περαιτέρω μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων (2019-2021) μέχρι και την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης, δηλαδή την 27/01/2026. Ως πρώτο σχόλιο υπενθυμίζουμε ότι σε υποθέσεις όπως η παρούσα, η αναγνωρισμένη θέση της νομολογίας (Γ. Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ, Γενικός Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Zήνωνα Γεωργίου (2001) 2 ΑΑΔ 272) ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων επενεργεί ως μετριαστικός παράγοντας, με ανεπιθύμητη την επιβολή ποινή φυλάκισης, εκτός όπου κρίνεται απολύτως αναγκαίο, διαφοροποιείται (Δ.Σ.Δ. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 271/2022, 20/12/2023). Συνεπώς, η καθυστέρηση που δύναται να παρατηρείται στην καταγγελία των αδικημάτων από ανήλικο θύμα αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τα Δικαστήρια, συγκριτικά με άλλης φύσης αδικήματα και δεν μπορεί να αποτελέσει ελαφρυντικό παράγοντα, λόγω των πολλών ανασταλτικών παραγόντων που συνήθως επενεργούν στον ψυχισμό του ανήλικου θύματος να εξωτερικεύσει την κακοποίηση και να βρει το θάρρος να καταγγείλει τον δράστη (Μηνά ανωτέρω και Δ.Β.Γ.Κ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 3/22, 29/2/2024). Οι ανασταλτικοί παράγοντες υφίστανται εκ των διαπιστώσεων μας και στην παρούσα υπόθεση ένεκα της αμφιθυμίας και σύγχυσης που βίωνε η παραπονούμενη σχετικά με τις ενέργειες του Κατηγορούμενου, με δεδομένη πάντοτε τη φύση της σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ τους και τα πατρικά συναισθήματα που έτρεφε προς τον Κατηγορούμενο.

 

30. Ωστόσο, δεν παραγνωρίζουμε, και θα αποδώσουμε τη δέουσα βαρύτητα, υπό τις περιστάσεις, στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ενώ η καταγγελία υποβλήθηκε στην Αστυνομία την 15/05/2021 εντούτοις, η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 15/09/2022, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία και αυτός ο χρόνος δεν μπορεί να παρά να προσμετρήσει προς όφελος του (Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΑΡΧΟΝΤΗ ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 124/2024, 17/3/2025). Αν και αναμφίβολα λαμβάνουμε υπόψη το αντικειμενικό γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 3,5 και πλέον χρόνων από την καταχώρηση της υπόθεσης εντούτοις, στην προκείμενη υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μας που να δεικνύει ουσιαστική μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, η οποία είναι συνήθως ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση ως μετριαστικός παράγοντας (Πεγειώτη (ανωτέρω), Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Memic ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276). Έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων και τη νομολογιακώς αναγνωρισμένη έξαρση που τέτοια αδικήματα παρουσιάζουν, κρίνουμε πως η καθυστέρηση αυτή δεν είναι τέτοιου βαθμού ώστε να την καταστήσει παράγοντα αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 45/2019, Ημερ. 03/07/2020), όμως θα διαδραματίσει ρόλο στον καθορισμό του ύψους αυτής.

 

31. Επιπρόσθετα, για σκοπούς περαιτέρω μετριασμού, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επιχειρηματολόγησε ότι ο Κατηγορούμενος υπέστη προπηλακισμό στα ΜΜΕ και στα ΜΚΔ τόσο πριν, όσο και μετά την καταδίκη του και έχει βιώσει διασυρμό, ντροπή και εξευτελισμό σε μια κλειστή κοινωνία όπως είναι η Κυπριακή, παραπέμποντας σε σχετικούς ηλεκτρονικούς συνδέσμους εφημερίδων και καταθέτοντας δημοσίευμα εφημερίδας σε έντυπη μορφή (Τεκμήριο 1 στο Έγγραφο Χ). Ειδικότερα λέχθηκε ότι σε κάποια εξ αυτών λόγω των φωτογραφιών που συνοδεύουν τα άρθρα υπάρχει ευθεία ταυτοποίηση του Κατηγορούμενου από κάποιον που διαθέτει την παραμικρή γνώση στο Καράτε. Αν και με εξαίρεση το άρθρο εφημερίδας σε έντυπη μορφή (Τεκμήριο 1 στο Έγγραφο Χ) δεν μας προσκομίσθηκε αυτούσιο το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών άρθρων, ενώ και στο ίδιο το Τεκμήριο 1 δεν αναγράφεται το όνομα του Κατηγορούμενου και τα εκεί απεικονιζόμενα πρόσωπα έχουν τύχει επεξεργασίας ώστε να μην είναι ευδιάκριτα, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκε πως τα άρθρα όντως αφορούν τον Κατηγορούμενο.

 

32. Εν προκειμένω, έχουμε κατά νου τα όσα  αναφέρθηκαν στην ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. Α. Α. κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 4/2021, 5/2021, 1/7/2021, (το βίντεο στο οποίο κατεγράφη η διάπραξη των αδικημάτων αναρτήθηκε στο διαδίκτυο) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσίβλητες είχαν ήδη υποστεί «σοβαρή εξωδικαστηριακή τιμωρία λόγω του δημόσιου διασυρμού τους και των συνεπειών του». Αν και τα ανωτέρω δεν συνιστούν δημόσιο διασυρμό της έκτασης που συνεκτιμήθηκε στη υπόθεση Αστυνομία ν. Α.Α. (ανωτέρω), αποδεχόμαστε τη θέση ότι η Κυπριακή κοινωνία είναι κλειστή κοινωνία και έχει διαδοθεί ότι ο Κατηγορούμενος εμπλέκεται στην παρούσα υπόθεση, έχοντας κατά νου τον αριθμό των δημοσιευμάτων τα οποία αφορούν τον Κατηγορούμενο, τον υπολογιζόμενο αριθμό μαθητών του (πέραν των 10.000), αλλά και το γεγονός ότι υπήρξε την 07/07/2023 ανώνυμη καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου (Παράρτημα V στο Έγγραφο Χ) με περιεχόμενο που παρέπεμπε σε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως Συνεπεία των πιο πάνω, κρίνουμε ότι ο Κατηγορούμενος έχει ήδη υποστεί μιας μορφής εξωδικαστηριακή τιμωρία, γεγονός που δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή που θα του επιβληθεί.

 

33. Στα πλαίσια του μετριασμού, ο συνήγορος της Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η ποινή δεν πρέπει να είναι εξοντωτική και δυσανάλογη και αναφέρθηκε στις τιμωρίες που ήδη υπέστη ο Κατηγορούμενος αλλά και στην τιμωρία που θα επέλθει  διασυνδέοντας το εν λόγω ζήτημα ως επί το πλείστον με τις επαγγελματικές συνέπειες που ήδη επήλθαν στον Κατηγορούμενο, δηλαδή με την αφαίρεση του από τον κατάλογο εκπαιδευτών Καράτε του ΚΟΑ, τη στέρηση της άδειας του να εξασκεί το επάγγελμα του εκπαιδευτή Καράτε, επάγγελμα που δεν θα μπορεί να εξασκήσει μελλοντικά λόγω και της μη δυνατότητας του για αποκατάσταση και διαγραφή της παρούσας καταδίκης από το ποινικό του μητρώου (άρθρο 14(4) του Νόμου). Παραπέμπουμε σχετικά στα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Σουτζιής Σάββας ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 424 με αναφορά στο αγγλικό σύγγραμμα Sentencing and Criminal Justice, A. Ashworth, έκδ. 2000, σελ.152, ότι:

 

«οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του αδικοπραγούντα, όπου τα αδικήματα είναι άσχετα με την εργασία του, είναι παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός. Αλλά όπου το έγκλημα προκύπτει από την εργοδότηση του κατηγορούμενου και μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. (Δέστε και Barrick [1985] 7 Cr. App. R. (S.) 142)». 

 

34. Με δεδομένο ότι μέρος των αδικημάτων για τα οποία ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος διαπράχθηκαν στα πλαίσια της εργασίας του, υπό περιστάσεις όμοιες με το ως άνω απόσπασμα, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του Κατηγορούμενου αναπόδραστα δεν δύναται να ληφθούν υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας (ΑΝΔΡΕΑ ΑΠΕΡΓΗ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.64/2023, 22/6/2023 και MANPREET SING JAYIA v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 232/2022, 29/9/2025). Ομοίως, με δεδομένη την ως άνω διασύνδεση μεταξύ των αδικημάτων και της εργασίας του Κατηγορούμενου κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε έκπτωση στην ποινή λόγω της νομοθετικής ρύθμισης του ζητήματος της αποκατάστασης σε καταδικασθέντες για αδικήματα ως τα υπό εξέταση (άρθρο 14(4) του Νόμου), με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να μην μπορεί να έχει ποτέ λευκό ποινικό μητρώο και να επηρεάζεται η επαγγελματική του ζωή, ως υποστήριξε η Υπεράσπιση.

 

35. Η άλλη έκφανση της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου Υπεράσπισης για τη μη επιβολή εξοντωτικής ποινής και τις τιμωρίες που έχει ήδη υποστεί και που θα επέλθουν στον Κατηγορούμενο διασυνδέθηκε i) με τον ψυχικό, ψυχολογικό και οικονομικό αντίκτυπο που έχει δεχθεί η οικογένεια του, η οποία έχει στιγματιστεί με τα δημοσιεύματα στον τύπο ii) την επίδραση που είχαν τα δημοσιεύματα στους μαθητές του που, ως τέθηκε, βρέθηκαν στη δύσκολη θέση να συζητήσουν την υπόθεση με τους οικείους τους, και iii) η αδυναμία άσκησης του επαγγέλματος του Κατηγορούμενου οδηγεί σε τιμωρία των μαθητών του, εφόσον θα στερηθούν τον προπονητή τους. Αν και τα ως άνω δεν περιγράφηκαν από τον συνήγορο ως μορφή «εξωδικαστικής τιμωρίας» οι αναφορές του συνηγόρου σε «τιμωρίες που έχει υποστεί» και «[…]την τιμωρία που θα επέλθει» επιτρέπουν την εξέταση τους ως τέτοια. Επί τούτου παραπέμπουμε στην πρόσφατη απόφαση MANPREET SING JAYIA v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 232/2022, 29/9/2025 όπου επικροτήθηκε ως ορθή η πρωτόδικη προσέγγιση επί του ζητήματος της εξωδικαστικής τιμωρίας και ότι αυτή αναμένεται να σχετίζεται με το πρόσωπο του Κατηγορουμένου για να μπορεί να ληφθεί υπόψη:

«Είναι γεγονός ότι το Κακουργοδικείο με παραπομπή στην υπόθεση Scorteanu ν. Αστυνομίας (2014) 2 (Α) Α.Α.Δ. 15 υπέδειξε ότι το ενδεχόμενο εξωδικαστικής τιμωρίας αναμένεται να σχετίζεται με το πρόσωπο του κατηγορουμένου, ότι στην παρούσα «το ζήτημα τέθηκε με αναφορά σε τυχόν επιπλέον συνέπειες όχι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου αλλά με αναφορά στις συνέπειες στην οικογένεια του» και κατέληξε ότι συνεπεία του πιο πάνω δεν μπορούσε να εξεταστεί ζήτημα εξωδικαστικής τιμωρίας.

 

Η ως άνω πρωτόδικη επισήμανση είναι ορθή. Το ζήτημα της εξωδικαστικής τιμωρίας αφορά πειθαρχικές κυρώσεις ή κάποιες άλλες συνέπειες τις οποίες δυνατόν να έχει ο ίδιος ο κατηγορούμενος συνεπεία της επιβολής ποινής (βλ. «Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα», Α. Καπαρδής και Η. Α. Στεφάνου, σ. 240)».

36. Κατ' ακολουθίαν, κατά την κρίση μας το σύνολο των ως άνω, τα οποία δεν αφορούν συνέπειες προς τον ίδιο τον Κατηγορούμενο δεν δύνανται να προσμετρήσουν ως ελαφρυντικά υπέρ του, καθότι δεν συνιστούν εξωδικαστική τιμωρία, υπό την πιο πάνω έννοια. Σε κάθε περίπτωση σημειώνουμε ότι οι όποιες οικονομικές επιπτώσεις στην οικογένεια του Κατηγορούμενου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, συγκαταλέγονται στις ελαφρυντικές περιστάσεις και έχουν ήδη συνυπολογιστεί προς όφελος του.

 

37. Ο συνήγορος Υπεράσπισης επικαλέστηκε ως ελαφρυντικό παράγοντα τον υπερπληθυσμό που υφίσταται στις Κεντρικές Φυλακές, αρχικά παραπέμποντας την απόφαση του ΕΔΑΔ JMB and Others ν. France, 9671/15 κ.ά. (30/01/2020) όπου εξετάστηκε ζήτημα υπερπληθυσμού στις φυλακές της Γαλλίας και κρίθηκε ότι σε περίπτωση που υπάρχουν λιγότερο από 3 τετραγωνικά μέτρα μέσο όρο για κάθε άτομο που βρίσκεται στη φυλακή τότε αυτόματα υπάρχει παραβίαση του  άρθρου της Άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αφορά την απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση ενός ατόμου. Επιπλέον, παρέπεμψε στην Αγγλική απόφαση R. ν. Manning [2020] EWCA Crim 592 όπου οι συνθήκες κράτησης στις Φυλακές κατά την περίοδο του Covid 19 και η ταλαιπωρία που υφίσταντο οι κρατούμενοι είχε ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που επικρατούσαν. Τέλος παρέπεμψε σε αποσπάσματα από την έκθεση ημερομηνίας 10/12/2025 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εναντίον των Βασανιστηρίων (CPT), η οποία αφορούσε τις συνθήκες κράτησης στις Κεντρικές Φυλακές τον Απρίλιο 2025. Από τα σχετικά αποσπάσματα που παρατέθηκαν θίγεται ο υπερπληθυσμός που παρατηρείται γενικότερα στις Κεντρικές Φυλακές αλλά και ειδικά στην πτέρυγα που κρατούνται οι κατάδικοι σεξουαλικών αδικημάτων, στην απουσία δυνατότητας αντιμετώπισης των σωματικών και ψυχιατρικών προβλημάτων του Κατηγορούμενου και στην απουσία εκπαιδευτικών ή θεραπευτικών προγραμμάτων για κατάδικους ως ο Κατηγορούμενος, τα οποία ως είναι η θέση της Υπεράσπισης, απολήγουν στην μετατροπή της κράτησης σε μέτρο αποκλειστικά στερητικό της ελευθερίας υπονομεύοντας την ελεγχόμενη κοινωνική επανένταξη των εν λόγω προσώπων.

 

38. Έχουμε λάβει υπόψη μας τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας για το πιο πάνω ζήτημα. Χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι το πρόβλημα του υπερπληθυσμού στις Κεντρικές Φυλακές είναι υπαρκτό, εντούτοις το πρώτο που επισημαίνουμε είναι ότι στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Shimon Mistriel Aykout v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 237/2024, Ημερ. 10/10/2024, είχαν εγερθεί ζητήματα απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης του εκεί εφεσείοντα κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές. Το Εφετείο, σε μια ενδελεχή ανάλυση των ζητημάτων που εγέρθηκαν και με αναφορά σε νομολογία τόσο Κυπριακή όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης JMB and Others (ανωτέρω) στην ουσία κατέληξε ότι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογείται η απόλυση φυλακισθέντος για λόγους υγείας. Ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι οι συνθήκες συνεχιζόμενης κράτησης παραβιάζουν το Άρθρο 3 της Σύμβασης, όπου «[τ]ο επίπεδο της απόδειξης παραβίασης του Άρθρου είναι ψηλό» δεν συνεπάγεται ότι η άρση της τυχόν παραβίασης επιβάλλει την άμεση απόλυση ή αποφυλάκιση του κρατούμενου. Αντιθέτως, όπως επεξηγήθηκε η άρση της παραβίασης είναι συνυφασμένη με τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης. Όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, αυτό επιτυγχάνεται με την καθιέρωση κατάλληλου μηχανισμού προσφυγής για τέτοιου είδους παραβιάσεις, εφοδιασμένου με ανάλογο εύρος εξουσιών ώστε να δύναται να διαταχθεί η βελτίωση των συνθηκών κράτησης είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, περιλαμβανομένης της εξουσίας επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

 

39. Κατά δεύτερο στην R v. Manning (ανωτέρω) όντως οι συνθήκες κράτησης στις Φυλακές κατά την περίοδο του Covid 19 είχαν ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, που διαφοροποιούσε τις συνθήκες κράτησης, καθότι ο αντίκτυπος μιας ποινή φυλάκισης θα ήταν πιθανόν μεγαλύτερος, λόγω της τότε επείγουσας κατάστασης, κατά την οποία οι κρατούμενοι ήταν περιορισμένοι στα κελιά τους για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους από τις συνηθισμένες. Εντούτοις, στην μεταγενέστερη απόφαση Attorney General's Reference; R v Dixon (2021) [2021] EWCA Crim 797, το θέμα αυτό επανεξετάστηκε με αποτέλεσμα να μειωθεί η βαρύτητα του μετριαστικού αυτού παράγοντα. Σε κάθε περίπτωση, κατά την άποψη μας οι σημερινές συνθήκες υπερπληθυσμού στις Κεντρικές Φυλακές ασφαλώς δεν προσομοιάζουν με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της πανδημίας Covid 19, ώστε να μην υφίστανται τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα.

 

40. Πέραν των πιο πάνω, πρέπει να επισημάνουμε ότι το ζήτημα του υπερπληθυσμού δεν μπορεί να τυγχάνει γενικής και αόριστης εξέτασης. Το ερώτημα στην προκειμένη είναι κατά πόσο το πρόβλημα επηρεάζει και εάν ναι σε ποιο βαθμό τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, ώστε αυτές οι συνθήκες να δύνανται να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής που θα επιβληθεί σε αυτόν. Συναφώς υποδεικνύουμε ότι ο κ. Κληρίδης δεν υποστήριξε ότι, λόγω του υπερπληθυσμού στις Κεντρικές Φυλακές υφίσταται ταπεινωτική και απάνθρωπη μεταχείριση κάτι για το οποίο θα έπρεπε να τεθούν υπόψιν μας πολύ συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Ομοίως και οι έτεροι ισχυρισμοί του συνηγόρου του Κατηγορούμενου δεν διασυνδέθηκαν με τα συγκεκριμένα ιατρικά προβλήματα του Κατηγορούμενου. Ειδικότερα, δεν τέθηκε ενώπιον μας οτιδήποτε, πέραν από την προβολή γενικών ερωτημάτων με τα οποία αμφισβητείται το κατά πόσον οι Κεντρικές Φυλακές θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στην αντιμετώπιση τους κάτι το οποίο σαφώς και δεν επαρκεί για σκοπούς αποδοχής της πιο πάνω θέσης (ΚΩΣΤΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 205/20, 22/12/2021). Ούτε τέθηκε οτιδήποτε ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος λόγω των ιατρικών αναγκών του ήγειρε κάποιο παράπονο ή διάβημα στο αρμόδιο Τμήμα των Κεντρικών Φυλακών για οποιονδήποτε λόγο, συμπεριλαμβανομένου λόγων μη δέουσας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και αυτά αγνοήθηκαν, για να δύναται έστω να επιχειρηματολογηθεί ότι οι συνθήκες κράτησης του δεν είναι ικανοποιητικές.

 

41. Εν τέλει, η ύπαρξη υπερπληθυσμού στις Κεντρικές Φυλακές, δεν σημαίνει και αυτόματα παραβίαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου και δεν μπορεί άνευ ετέρου να επηρεάζει ουσιωδώς την ποινή που αρμόζει  να επιβληθεί με δεδομένο ότι δεν καταδείχθηκε πως ο Κατηγορούμενος επηρεάζεται ειδικώς και σε ποια έκταση, ώστε το εν λόγω ζήτημα να δύναται να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας (βλ. κατ' αναλογία Abdo v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 230/2016, 31/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:B51).

 

42. Σε σχέση με το είδος και το ύψος της αρμόζουσας ποινής, στρεφόμαστε να παραθέσουμε ποινές που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες περιπτώσεις, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε πως η ποινή δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο, εν τη εννοία που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου από τις οποίες δεσμεύεται το Δικαστήριο και πρακτική μόνο έχει σημασία ως ενδεικτική του μέτρου της τιμωρίας παρόμοιων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, με δεδομένο ότι κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών (Αδάμου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 494) χωρίς να είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις          (WALID AL MOUSTAFA v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ , ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 98/2021, 3/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:B44). Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Ελ Χαπιρ Νάζιπ v. Αστυνομίας, (2014) 2Β Α.Α.Δ 808:«Εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι το πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.» Επιπλέον, η αξία αναφοράς και στάθμισης όλων των ανωτέρω σε ποινές που επιβλήθηκαν σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, εξυπηρετεί τη διασφάλιση της ομοιομορφίας στη μεταχείριση των αδικοπραγούντων, χωρίς εντούτοις να καθορίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στατική διατίμηση. Ως ενδεικτικές λοιπόν της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και του μέτρου τιμωρίας, παραπέμπουμε στις ακόλουθες αποφάσεις:

 

Στην υπόθεση Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.184/2015, ημερ. 13/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος σε τρεις κατηγορίες, μία για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης (άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) και δύο κατηγορίες για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6(3) και 6(4)(β) του Ν.91(Ι)/2014. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου «Με βάση την απόφαση του Κακουργιοδικείου ο εφεσείων και η ανήλικη στις 8.3.2015 και περί ώρα 19.20 «στέκονταν σε σημείο της πολυκατοικίας και προέβαιναν στις πιο κάτω πράξεις:  Φιλιούνταν, γλείφονταν στο λαιμό, αγκαλιάζονταν και ο κατηγορούμενος έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της ανήλικης». Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης τριών ετών στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης και επτά ετών στην κατηγορία που εδραζόταν στο άρθρο 6(4)(β). Στην κατηγορία του άρθρου 6(3) πρωτόδικα δεν επιβλήθηκε ποινή. Η ποινή των τριών ετών στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης κρίθηκε αρμόζουσα, εντούτοις μετά που ακυρώθηκε η καταδίκη για την κατηγορία του άρθρου 6(4)(β), επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ετών για την κατηγορία του άρθρου 6(3) η οποία επισύρει ανώτατη ποινή φυλάκισης 20 ετών.

 

Στην υπόθεση Γ. Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ανωτέρω), μετά από ακρόαση, στην βάση των άρθρων 2 και 6(4) του Νόμου, Ν.91(1)/14, επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών σε κάθε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης. Αφορούσε έντεκα περιπτώσεις σε διάρκεια ενός έτους, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο φιλί στο στόμα, αγκάλιασμα, χάιδεμα στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος. Ο κατηγορούμενος ήταν εξ αγχιστείας συγγενής της παραπονούμενης, λευκού ποινικού μητρώου, ηλικίας 37 ετών.

 

Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Πατούρη (ανωτέρω) ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, βάσει του άρθρου 6(4)(α), οι οποίες αφορούσαν δύο διαφορετικά, πλην όμως παρόμοια περιστατικά σε δύο διαδοχικές ημερομηνίες. Στη μια περίπτωση ο εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν σύντροφος της μητέρας της παραπονούμενης και ηλικίας περίπου 50 ετών, τράβηξε τη φανέλα που φορούσε η παραπονούμενη, ηλικίας 13½ ετών και την έπιασε από το στήθος, σφίγγοντας την ταυτόχρονα. Το ίδιο περιστατικό συνέβηκε και την επόμενη ημέρα, μόνο που τη δεύτερη φορά ο εφεσίβλητος «έγλειψε» την παραπονούμενη στο στήθος και τη φίλησε στο στόμα. Πρωτοδίκως του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, η οποία κατ' έφεση αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 3 ετών.

 

Στην υπόθεση Α.D. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 20 κατηγορίες που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση κατά παράβαση του άρθρου 6(3)(7) του Ν.92(Ι)/2014 σε σχέση με δύο ανήλικες, καθώς και 12 κατηγορίες κοινής επίθεσης σε βάρος τρίτης ανήλικης. Κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν ο συμβίος της μητέρας των ανήλικων κοριτσιών και υπείχε θέση πατέρα και τα αδικήματα διαπράχθηκαν στην οικία που διέμεναν. Η σεξουαλική κακοποίηση σε όλες τις περιπτώσεις συνίστατο σε χάιδεμα στο στήθος και στα οπίσθια. Η ποινή φυλάκισης 5 ετών που του επιβλήθηκε πρωτοδίκως κρίθηκε αρμόζουσα.

 

Στην υπόθεση A.R.R. ν. Αστυνομίας, Π.Ε.20/2022, ημερ. 30/04/2024, κατόπιν μερικής επιτυχίας της έφεσης σχετικά με την καταδίκη, το Εφετείο κλήθηκε να εξετάσει το ύψος της ποινής που πρωτοδίκως επιβλήθηκε στις κατηγορίες 1 και 2, δηλαδή αυτές που αφορούσαν τη μία εκ των δύο ανήλικων παραπονούμενων (Ι.Κ.) και εδράζοντο στο άρθρο 6(4)(α) η μία και στο αδίκημα της κοινής επίθεσης η άλλη. Πρωτοδίκως επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 3.5 ετών και 18 μηνών αντίστοιχα. Η ποινή των 3.5 ετών μειώθηκε στα 3 έτη λόγω σφάλματος αρχής, εν προκειμένω συναποτιμήθηκε ως επιβαρυντικός παράγοντας η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, για την οποία το Εφετείο ανέφερε ότι αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και συνεπώς δεν αποτιμάται εκ δευτέρου. Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων το θύμα ήταν ηλικίας 14 ετών, η δε σεξουαλική κακοποίηση συνίστατο σε ένα περιστατικό το οποίο, σύμφωνα πάντα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου «Ο Εφεσείων εισήλθε αργά το βράδυ περί τις 11μ.μ., στο δωμάτιο της ανήλικης φορώντας μόνο το εσώρουχο του και της ζήτησε να του κάνει μασάζ, το οποίο η ανήλικη έπραξε για λίγο. Ακολούθως ο Εφεσείων της είπε να ξαπλώσει μπρούμυτα και «αφού κάθισε στα οπίσθια της, της έβγαλε τη φανέλα και το στηθόδεσμο και της έγλειψε την πλάτη». Η ανήλικη του είπε ότι δεν ήθελε άλλο και τότε ο Εφεσείων έφυγε από το δωμάτιο, λέγοντάς της να μην αποκαλύψει τι έγινε στη μητέρα της».

 

43. Συνεκτιμώντας από τη μια πλευρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, τα οποία ως έχει αναφερθεί αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας, τις συνθήκες υπό τις οποίες προέβαινε στις επαναλαμβανόμενες κατακριτέες ενέργειες του για περίοδο 2 ετών στα πλαίσια μιας σχέσης εμπιστοσύνης η οποία εν τέλει εκφυλίστηκε σε μια στρέβλωση των ηθικών κανόνων και από την άλλη το σύνολο των ελαφρυντικών στοιχείων που προσμετρούν προς όφελος του Κατηγορούμενου, η κατάληξη μας είναι πως μοναδική αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Αν και η αποστέρηση της ελευθερίας του ατόμου αποτελεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας, κατά την κρίση μας, στην προκειμένη περίπτωση, οποιαδήποτε άλλη ποινή θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου, ως αυτοί έχουν αναδειχθεί πιο πάνω. Βεβαίως οι μετριαστικοί παράγοντες αν και κρίθηκαν μη ικανοί για να οδηγήσουν στην επιβολή άλλου είδους ποινής, λαμβάνονται εντούτοις υπόψη στον καθορισμό του εύρους της φυλάκισης, το οποίο υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν μεγαλύτερο.

 

Στη βάση των ανωτέρω, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο σε μια έκαστη των κατηγοριών 3-10 ποινή φυλάκισης 3 ετών και οι ποινές να συντρέχουν μεταξύ τους.

 

44. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου μας κάλεσε όπως σε τυχόν περίπτωση επιβολής ποινής φυλακίσεως, εξετάσουμε την αναστολή εκτελέσεως τούτης δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου, Ν.95/1972. Ενόψει του ύψους των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο, ως ανωτέρω, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την εν λόγω εισήγηση.

 

45. Για σκοπούς άντλησης καθοδήγησης ως προς τις εφαρμοστέες αρχές στα πλαίσια εξέτασης αναστολής ποινής εκτέλεσης παραπέμπουμε στην απόφαση Ξενοφώντος ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 9/2024, ημερ. 19/07/2024, και υιοθετούμε ότι εκεί λέχθηκε:

 

«Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην εν λόγω προσέγγιση η οποία συνάδει με τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930:

 «Ως προς το ζήτημα αναστολής της ποινής, παρατηρούμε ότι μετά την τροποποίηση του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Ν. 95/72), (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 186(Ι)/2003), η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου - (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583). Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». (Έμφαση δοθείσα) (βλ. και Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 121/17, ημερ. 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, Ποιν. Έφ. 65/2017, ημερ. 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποιν. Έφ. 230/19, ημερ. 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω)).

Κατ΄εφαρμογή των πιο πάνω αρχών, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέδωσε βαρύνουσα σημασία στην αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε η Εφεσείουσα, περιλαμβανομένων των ποινικών υποθέσεων οι οποίες λήφθηκαν υπόψη. Είναι πρόδηλο ότι η ανάγκη για αυστηρή ποινολογική αντιμετώπιση του συνόλου της εγκληματικής συμπεριφοράς της Εφεσείουσας δεν δικαιολογούσε αναστολή της ποινής φυλάκισης, παρά τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις. Συμφωνούμε με την επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εν προκειμένω η αναστολή της ποινής «θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία και τους επίδοξους παραβάτες».

 

46. Έπεται από τα πιο πάνω ότι, όταν το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, η διεργασία που πρέπει να ακολουθείται δεν περιορίζεται, στην ειδική αποτροπή με αναφορά στον ίδιο τον καταδικασθέντα, αλλά με γνώμονα την αρχή της αποτρεπτικότητας αυτή καταλαμβάνει ευρύτερη υπόσταση και σκοπεύει στην αποτροπή και άλλων επίδοξων δραστών από τη διάπραξη του εκάστοτε υπό εξέταση ποινικού αδικήματος. Συναφώς θέτουμε ακριβώς το ερώτημα: Κατά πόσο η τυχόν αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας χωρίς να στέλνει  λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία και τυχόν επίδοξους παραβάτες.

 

47. Αποτιμώντας το σύνολο των όσων ανωτέρω αναφέραμε, και επαναλαμβάνουμε παρά τον πλεονασμό, εν προκειμένω το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που ανωτέρω αναφέρθηκαν και τους οποίους για χάριν οικονομίας δεν επαναλαμβάνουμε, η απάντησή μας στο ερώτημα παραμένει καταφατική. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, χωρίς να παραγνωρίζουμε τη φύση των σεξουαλικών πράξεων εναντίον στην παραπονούμενη, οι οποίες συνίσταντο κατά κύριο λόγω σε αγγίγματα πάνω από τα ρούχα, με δεδομένη την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ Κατηγορούμενου και παραπονούμενης καθώς και ότι η όλη συμπεριφορά του διήρκησε για ουσιαστικό χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να προκληθούν στην παραπονούμενη ψυχολογικά προβλήματα, αναδύεται μια ιδιαίτερη σοβαρότητα, ως λεπτομερώς εξηγήθηκε ανωτέρω. Τα ως άνω, σε συσχετισμό με την επίμονη έξαρση στη διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων δεν υποχωρούν μπροστά στις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες συνθήκες του Κατηγορούμενου. Όπως ούτε και υποχωρούν μπροστά  στην «βαρύτατη ηθική και κοινωνική κύρωση» που θεωρεί η Υπεράσπιση ότι επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο λόγω της ύπαρξης των δημοσιευμάτων στα ΜΜΕ που τον αφορούν. Περιπλέον, η ιδιαίτερη ευαισθησία που επιδεικνύει η κοινωνία στο άκουσμα τέτοιων αδικημάτων επ’ ουδενί  δεν οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι «[…]πλέον την ποινή του να την επιβάλει η ίδια η κοινωνία και όχι το Δικαστήριο αφού το αποτέλεσμα της ποινής από την κοινωνία είναι ουσιαστικά καταστροφικό όχι μόνο για τον κατηγορούμενο αλλά και την οικογένεια του[…]», ως μας τέθηκε. Καταληκτικά, παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Κ. Π., Ποινική Έφεση Αρ. 74/2025, 8/12/2025 «Αναστολή ποινής φυλάκισης αδικημάτων φύσεως, ως αυτά υπό εξέταση, δεν αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος,  εξασθενεί σε μεγάλο βαθμό την αποτρεπτικότητα της ποινής που σκοπό έχει να προστατεύσει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και στέλνει λανθασμένα μηνύματα, μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου» και συναφώς ομοίως καταλήγουμε ότι και στην παρούσα υπόθεση δεν επιτρέπεται άλλη αντιμετώπιση πλην της άμεσης ποινής φυλακίσεως.

 

48. Τα ανωτέρω δεν ολοκληρώνουν όμως την ποινολογική αντιμετώπιση του Κατηγορούμενου ένεκα και του αιτήματος της κατηγορούσας αρχής, για τυχόν έκδοση διατάγματος παραπομπής του Κατηγορούμενου στην Αρχή Εποπτείας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14(1)(γ) του Ν.91(Ι)/2014 και για έκδοση διατάγματος απαγόρευσης εργοδότησης του Κατηγορούμενου σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14(1)(στ) του Ν.91(Ι)/2014. Σημειώνουμε ότι ο συνήγορος της Υπεράσπισης δεν έφερε ένσταση στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Σε ότι αφορά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση διατάγματος παραπομπής, καθοδήγηση αντλήσαμε από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 53(3) του Νόμου, τα οποία αντιστοιχούν σε αίτημα ως το υπό κρίση, με μόνη διαφορά ότι εκεί το αίτημα υποβάλλεται σε χρόνο άλλο από εκείνον της έκδοσης της απόφασης.

 

49. Λαμβάνουμε υπόψη τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων ως αυτές διαπιστώθηκαν στην καταδικαστική απόφαση, τη σοβαρότητα τους, προκύπτουσα και από το γεγονός ότι τα αγγίγματα ήταν επαναλαμβανόμενα καθώς και την ηλικία του Κατηγορούμενου τόσο κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων όσο και σήμερα. Παρότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, κρίνουμε ότι δικαιολογείται τόσο η έκδοση διατάγματος παραπομπής του Κατηγορούμενου στην Αρχή Εποπτείας, για όσον χρόνο ο Κατηγορούμενος εκτίει την επιβληθείσα ποινή, πλέον δύο έτη από την ημερομηνία οριστικής αποφυλάκισής του όσο και η έκδοση διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται η εργοδότηση του Κατηγορούμενου σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά για χρονική περίοδο δύο ετών από την ημερομηνία οριστικής αποφυλάκισής του.

 

50. Οι ποινές που ανωτέρω επιβλήθηκαν μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, συμφώνως του άρθρου 117(1) του Κεφ. 155, ήτοι από 27/01/2026.

 

(Υπ.)........................................
                                                                                                          Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ
                                                                                                    (Υπ.)........................................                                                                                                                  Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ
                                                                                                           (Υπ.)........................................                                                                                                                      Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ

Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο