ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 8000 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Ν. Α.
__________________________
Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα) για την Κατηγορούσα Αρχή
Μ. Νικολάου (κα) και Ν. Παναγιώτου (κα), για την Κατηγορούμενη
Κατηγορούμενη: παρούσα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Οι κατηγορίες και η διαδικασία
Η Κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων:
1η Κατηγορία: ότι την 23.7.2019, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της μητέρας του πρώην συμβίου της, Μ.Α., από τη Λεμεσό [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 23.7.2019, στη Λεμεσό, άσκησε βία στη μητέρα του πρώην συμβίου της, Μ.Α., από τη Λεμεσό, που προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε αυτήν [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]
3η Κατηγορία: ότι την 23.7.2019, στη Λεμεσό, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά σε διάφορα προϊόντα του καταστήματος που κατονομάζεται καθώς και σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή άγνωστης αξίας, περιουσία της Μ.Α. [κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, άρθρο 324(1) ΠΚ.]
4η Κατηγορία: ότι την 23.7.2019, στη Λεμεσό, προκάλεσε στην Μ.Α. τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «θα σας διαλύσω, εμείς δεν τελειώσαμε δαμέ» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]
Η Κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Παρουσιάστηκε η μαρτυρία του Αστ.3999 Α. Θεοφάνους (ΜΚ1) και της παραπονούμενης Μ.Α. (ΜΚ2).
Η Κατηγορούμενη κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (ΜΥ1). Δεν προσκόμισε περαιτέρω μαρτυρία.
Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, στην πλήρη του μορφή.
Μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας, έστω και αν, για σκοπούς ανάλυσης, η αξιολόγηση εκτίθεται χωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.
ΜΚ1: Αστ.3999 Α. Θεοφάνους
Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 11.12.2019, Τ1, στην οποία αναφέρει πως την 23.7.2019 συνέλαβε την Κατηγορούμενη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τ2, και αφού της εξήγησε τους λόγους σύλληψης και της επέστησε την προσοχή στον νόμο, απάντησε «είναι όλα ψέματα». Την ίδια ημέρα, μεταξύ των ωρών 20:30-21:20, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, Τ3. Μετέπειτα, την κατηγόρησε γραπτώς, αφού της επέστησε την προσοχή στον νόμο, και απάντησε «δεν παραδέχομαι, όλα είναι ψέματα και όλα αυτά τα λέει για να τα χρησιμοποιήσει εναντίον μου στο Δικαστήριο για το μωρό», Τ4. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεσή του ότι συνέλαβε, ανέκρινε και κατηγόρησε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως ο ίδιος δεν είχε πάει στο κατάστημα, για να επιθεωρήσει τον χώρο, ούτε θυμάται εάν και ποιος συνάδελφός του πήγε. Δεν ήταν ο ίδιος που έλαβε το παράπονο, η δική του εμπλοκή ήταν σε κατοπινό στάδιο. Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στην επαναλαμβανόμενη υποβολή ότι ουδείς είχε μεταβεί στον χώρο όπου υποτίθεται είχε γίνει επίθεση και προκληθεί ζημιά, για να τον επιθεωρήσει. Αρνήθηκε ωστόσο την υποβολή ότι η Αστυνομία διερεύνησε την υπόθεση προς όφελος της παραπονούμενης, αναφέροντας πως γενικά η Αστυνομία δεν διερευνά προς όφελος οποιουδήποτε.
Ο ΜΚ1 δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των επίδικων γεγονότων. Η εμπλοκή του άρχισε σε μεταγενέστερο στάδιο και περιορίστηκε, ουσιαστικά, στη σύλληψη της Κατηγορούμενης δυνάμει δικαστικού εντάλματος, στη λήψη της ανακριτικής της κατάθεσης και στη γραπτή κατηγορία της. Η μαρτυρία του, ως προς τα ζητήματα αυτά, ήταν σαφής, άμεση και χωρίς ουσιώδεις αντιφάσεις. Αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, αναφέρθηκε στα Τ2, Τ3 και Τ4 και αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως το πρόσωπο το οποίο συνέλαβε, ανέκρινε και κατηγόρησε. Τα σημεία αυτά δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκαν ουσιαστικά και γίνονται αποδεκτά. Παράλληλα, ο ΜΚ1 ήταν ειλικρινής ως προς τα όρια της προσωπικής του γνώσης. Δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε μεταβεί στο κατάστημα, δεν είχε επιθεωρήσει τον χώρο και δεν θυμόταν εάν είχε μεταβεί άλλος συνάδελφός του. Επίσης, ανέφερε ότι δεν ήταν ο ίδιος που έλαβε το αρχικό παράπονο και ότι η δική του εμπλοκή ήταν κατοπινή. Η στάση αυτή καταδεικνύει ότι δεν επιχείρησε να επεκτείνει τη μαρτυρία του πέραν όσων γνώριζε προσωπικά. Η γενική του απάντηση ότι η Αστυνομία δεν διερευνά υποθέσεις προς όφελος οποιουδήποτε προσώπου αξιολογείται ως θέση γενικής φύσεως. Δεν προσθέτει ουσιαστικά στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών του επεισοδίου, ιδίως εφόσον ο ίδιος δεν είχε άμεση εμπλοκή στη λήψη του παραπόνου ή στην επιτόπια διερεύνηση του χώρου. Σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία, η μαρτυρία του ΜΚ1 έχει κυρίως τυπικό και διαδικαστικό χαρακτήρα. Δεν επιβεβαιώνει από ιδία γνώση την εκδοχή της ΜΚ2 για το τι συνέβη στο κατάστημα, ούτε αναιρεί από ιδία γνώση την εκδοχή της Κατηγορούμενης. Η σημασία της έγκειται κυρίως στο ότι καταγράφει την άμεση αντίδραση και εκδοχή της Κατηγορούμενης κατά το στάδιο της ανάκρισης και της γραπτής κατηγορίας. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη ως προς τα γεγονότα που εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, δηλαδή τη σύλληψη, τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης, τη γραπτή κατηγορία και τις απαντήσεις της Κατηγορούμενης. Ωστόσο, η αποδεικτική της βαρύτητα ως προς τα ίδια τα επίδικα συμβάντα είναι περιορισμένη, καθότι ο ΜΚ1 δεν είχε προσωπική αντίληψη του επεισοδίου και δεν συμμετείχε στην αρχική ή επιτόπια διερεύνηση του παραπόνου.
ΜΚ2: Μ.Α.
Η ΜΚ2, παραπονούμενη, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της ημερομηνίας 23.7.2019, Τ5, στην οποία ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Διαμένει με τον σύζυγο και τα δύο της παιδιά. Ο υιός της, Θ.Α., 21 ετών, έχει δεσμό με την Κατηγορούμενη, 19 ετών, με την οποία απέκτησε ένα παιδί, ενάμιση έτους. Διέκοψαν τη σχέση τους λόγω προβλημάτων που είχαν. Η Κατηγορούμενη δημιουργεί διάφορα προβλήματα και δεν τους αφήνει να δουν το μωρό. Πολλές φορές τηλεφωνά στον Θ.Α., και ο ίδιος προσέχει το μωρό, μέχρι να επιστρέψει η ίδια, αλλά δεν τον αφήνει να τον πάρει και να τον φέρει στο πατρικό του σπίτι, για να τον δουν και οι γονείς του. Την 23.7.2019, γύρω στις 17:45, ήταν στο κατάστημά της μαζί με τον λογιστή της, Μ., και μιλούσαν. Καθώς μιλούσαν, άκουσε ένα δυνατό κτύπημα στο κάγκελο έξω και ακολούθως είδε την Κατηγορούμενη να ανοίγει την πόρτα του μαγαζιού με δύναμη και να την κλείνει με δύναμη. Αμέσως, άρχισε να την υβρίζει και να φωνάζει δυνατά, λέγοντάς της ότι είναι «πουτάνα», «άχρηστη» και διάφορα άλλα επίθετα, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να κτυπά τον πάγκο και να ρίχνει στο έδαφος διάφορα αντικείμενα. Η ίδια φοβήθηκε και αντιλήφθηκε ότι θα της επιτεθεί. Προσπάθησε να πάει προς το μέρος του Μ, να την αποφύγει και εκείνη την έσπρωξε με τα χέρια της προς τα πίσω, με δύναμη και της πέταξε ένα μικρό σταντ με ασεξουάρ σκύλων που ήταν στον πάγκο στο κεφάλι. Προσπάθησε να πάρει το κινητό της, για να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία, και το πήρε από τα χέρια της, πετάγοντάς το μακριά. Συνέχισε να την υβρίζει και άρχισε να της λέει δυνατά «δεν θα μου πιάσετε το μωρό μου, αν θέλεις μωρό να κάμεις δικό σου αν και δεν μπορείς, ο Θ είναι δικός μου τζιαί ότι λόγια και να του βάλετε εν θα τον πιάσετε που μένα, έν θα μου γλιτώσετε όπου και να πάτε θα σας διαλύσω». Η ίδια είδε πως η Κατηγορούμενη δεν ήταν καλά, ήταν σε έξαλλη κατάσταση και δεν καταλάβαινε τι έκανε. Η ίδια έμεινε ψύχραιμη, δεν της αντιμίλησε, και το μόνο που της επαναλάμβανε ήταν «αγάπη μου δεν θα σου πιάσουμε το μωρό». Τότε βγήκε από την πόρτα του μαγαζιού και επιστρέφοντας πίσω της είπε «εμείς δεν τελειώσαμε δαμέ». Έριξε όλα τα πράγματα από τα σταντ και τον πάγκο στο έδαφος, μαζί με τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο προκάλεσε ζημιά, άγνωστης αξίας, και έφυγε. Κάλεσε την Αστυνομία και πήγε περιπολικό όπου και έκανε το παράπονό της. Ακολούθως, επισκέφθηκε το νοσοκομείο όπου εξετάστηκε, διαπιστώθηκε θλάση στον αυχένα.
Η ΜΚ2 δεν ήταν πρόσωπο αποστασιοποιημένο από το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκε το επεισόδιο. Είναι η μητέρα του πατέρα του παιδιού της Κατηγορούμενης και, μέσα από τη δική της μαρτυρία, προέκυπτε ότι πριν από την 23.7.2019 υπήρχαν ήδη προστριβές και ένταση γύρω από το παιδί, την επικοινωνία με αυτό και τη σχέση της Κατηγορούμενης με την πατρική οικογένεια. Το στοιχείο αυτό είναι σχετικό με την αξιολόγηση του κατά πόσο η αντίληψη και η ανάμνησή της για το επεισόδιο παρέμειναν ψύχραιμες και ακριβείς ή κατά πόσο επηρεάστηκαν από το ήδη φορτισμένο οικογενειακό υπόβαθρο.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η ΜΚ2 έδωσε μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή και ότι η αφήγησή της είχε, εξωτερικά, χρονική ακολουθία. Περιέγραψε την παρουσία της στο κατάστημα, την παρουσία του λογιστή της, την είσοδο της Κατηγορούμενης, ύβρεις, φωνές, κτυπήματα στον πάγκο, ρίψη αντικειμένων, σπρώξιμο, ρίψη μικρού σταντ στο κεφάλι, αφαίρεση και πέταγμα κινητού, απειλητικές φράσεις, αποχώρηση και περαιτέρω ρίψη αντικειμένων και φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η μαρτυρία της, επομένως, δεν ήταν αόριστη, με την έννοια του να στερείτο παντελώς περιγραφής. Η λεπτομέρεια, όμως, δεν ταυτίζεται πάντοτε με την αξιοπιστία, όπως ούτε και η ιδιαίτερη προσοχή στις διατυπώσεις. Εκείνο που έχει σημασία είναι η ποιότητα της λεπτομέρειας, η ισορροπία της αφήγησης, η συμβατότητά της με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων και η ικανότητά της να αντέξει, σε αντιπαραβολή με το υπόλοιπο υλικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία της ΜΚ2 παρουσιάζει μία έντονη σωρευτικότητα. Η Κατηγορούμενη εμφανίζεται, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, να προβαίνει σε διαδοχικές πράξεις διαφορετικής φύσης, λεκτικές, σωματικές και υλικές. Η ένταση και η έκταση αυτής της περιγραφής καθιστούν αναγκαία την προσεκτική εξέταση του κατά πόσο τα επί μέρους στοιχεία της βρίσκουν στήριξη στην υπόλοιπη μαρτυρία και στην αντικειμενική εικόνα. Ιδιαίτερη επιφύλαξη συναφώς δημιουργεί και ο τρόπος με τον οποίο η ΜΚ2 παρουσίασε τη δική της στάση. Ενώ απέδωσε στη νεαρή τότε Κατηγορούμενη μία σχεδόν ανεξέλεγκτη συμπεριφορά, παρουσίασε τον εαυτό της ως πλήρως ψύχραιμο, χωρίς να αντιμιλήσει, περιοριζόμενη στο να επαναλαμβάνει προς την Κατηγορούμενη «αγάπη μου δεν θα σου πιάσουμε το μωρό». Η τόσο καθαρή αντιδιαστολή ανάμεσα σε μία εξ ολοκλήρου εκρηκτική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, που πετάει πράγματα που κτυπούν την ΜΚ2, και σε μία εξ ολοκλήρου ήρεμη, παθητική και κατευναστική στάση της ίδιας της ΜΚ2 δεν έπεισε το Δικαστήριο ως πλήρης και ακριβής αποτύπωση του επεισοδίου. Η επιφύλαξη αυτή ενισχύεται από τη μορφή της ίδιας της αφήγησης. Η ΜΚ2 ήταν πλούσια σε λεπτομέρειες ως προς όσα απέδωσε στην Κατηγορούμενη. Δεν ήταν, όμως, εξίσου σαφής σε σημεία που θα μπορούσαν να ελέγξουν αντικειμενικά την εκδοχή της. Δεν έδωσε συγκεκριμένη εικόνα της διάταξης του χώρου, της θέσης των εμπλεκομένων, της θέσης των αντικειμένων που φέρεται να έτυχαν ρίψης, της πορείας τους, της απόστασης μεταξύ των προσώπων ή του τρόπου με τον οποίο το φερόμενο επεισόδιο εξελίχθηκε μέσα στον συγκεκριμένο φυσικό χώρο. Η ΜΚ2 δεν περιέγραψε απλώς μία λεκτική αντιπαράθεση, αλλά σειρά σωματικών και υλικών ενεργειών μέσα σε κατάστημα, με αντικείμενα, πάγκο, σταντ, κινητό τηλέφωνο και φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η ίδια τον τοποθέτησε και τον λογιστή της, Μ., μέσα στο κατάστημα, κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ανέφερε ότι συνομιλούσε μαζί του αμέσως πριν από την είσοδο της Κατηγορούμενης και, περαιτέρω, συνέδεσε την παρουσία του με τη δική της αντίδραση, λέγοντας ότι προσπάθησε να κινηθεί προς το μέρος του, για να αποφύγει την Κατηγορούμενη. Παρά ταύτα, ενώ η ΜΚ2 ήταν ιδιαιτέρως λεπτομερής ως προς τις πράξεις που απέδωσε στην Κατηγορούμενη, η αναφορά της στον λογιστή παρέμεινε περιορισμένη. Δεν έδωσε αντίστοιχη σαφή εικόνα για τη θέση του στον χώρο, την εγγύτητά του στα πρόσωπα, την αντίληψή του για όσα φέρονται να συνέβησαν ή τον τρόπο με τον οποίο η παρουσία του εντάχθηκε στην εξέλιξη του επεισοδίου. Η μαρτυρία της δεν εξηγεί πώς ένα επεισόδιο που, κατά την ίδια, περιλάμβανε φωνές, ύβρεις, κτυπήματα στον πάγκο, ρίψη αντικειμένων, σπρώξιμο, ρίψη μικρού σταντ στο κεφάλι, αφαίρεση και πέταγμα κινητού, απειλές και ζημιές, εξελίχθηκε στην παρουσία τρίτου ενήλικου προσώπου χωρίς η ίδια να δώσει ουσιαστική περιγραφή της αντίληψης ή της θέσης του στο επεισόδιο. Το Δικαστήριο δεν εικάζει τι έπραξε ή τι δεν έπραξε ο λογιστής. Δεν υπάρχει ενώπιόν του τέτοια μαρτυρία και δεν μπορεί να ανακατασκευάσει τη συμπεριφορά τρίτου προσώπου με υποθέσεις. Εκείνο που αξιολογείται είναι διαφορετικό, ότι η ίδια η ΜΚ2 τοποθέτησε τρίτο πρόσωπο στον χώρο και, μάλιστα, σε σημείο σχετικό με τη δική της προσπάθεια να αποφύγει την Κατηγορούμενη. Εάν το επεισόδιο είχε την ένταση, τη διάρκεια και την υλική έκταση που περιέγραψε, θα αναμενόταν η παρουσία αυτού του προσώπου να αποτυπωθεί στη μαρτυρία της με μεγαλύτερη σαφήνεια. Η περιορισμένη αναφορά της στον λογιστή, σε αντιδιαστολή με τη διάχυτη λεπτομέρεια ως προς όσα απέδωσε στην Κατηγορούμενη, μειώνει την πειστικότητα της εκδοχής της. Η δε σημασία του λογιστή δεν συνδέεται με οποιαδήποτε υποχρέωση της ΜΚ2 να παρουσιάσει μαρτυρία άλλου προσώπου. Συνδέεται με την εσωτερική πειστικότητα της δικής της μαρτυρίας. Η περιγραφή της δεν αφορά πράξεις λεπτές ή δυσδιάκριτες, αλλά, κατά την ίδια, έντονο και θορυβώδες επεισόδιο, με εμφανείς κινήσεις και υλικά αντικείμενα μέσα σε επαγγελματικό χώρο. Η απουσία ουσιαστικής ανεξάρτητης επιβεβαίωσης από το τρίτο πρόσωπο που η ίδια τοποθέτησε στον χώρο, σε συνδυασμό με την περιορισμένη δική της αναφορά στον ρόλο ή στη θέση του, αποτελεί στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της πειστικότητας της μαρτυρίας της.
Ανάλογη επιφύλαξη δημιουργείται και ως προς τη γενικότερη αντικειμενική εικόνα του χώρου. Η ΜΚ2 περιέγραψε πράξεις που, εάν συνέβησαν όπως τις ανέφερε, θα μπορούσαν να αφήσουν ορατή εικόνα στον χώρο, αντικείμενα στο έδαφος, μετακίνηση ή ανατροπή πραγμάτων, πιθανή διατάραξη πάγκου ή σταντ, κατάσταση κινητού τηλεφώνου και φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ωστόσο, δεν υπήρξε ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη αντικειμενική αποτύπωση της κατάστασης του χώρου. Δεν παρουσιάστηκε είτε από τον ΜΚ1 είτε από την ίδια φωτογραφική εικόνα των ζημιών ή της διατάραξης του καταστήματος, ούτε μαρτυρία από πρόσωπο που να επιθεώρησε τον χώρο και να διαπίστωσε την κατάσταση των αντικειμένων μετά το επεισόδιο. Έγινε αναφορά, από τη συνήγοφρο της Κατηγορούσας Αρχής, σε φωτογραφίες που περιέχονται στο Τ11, όμως, αφενός, δεν αναγνώρισε η ΜΚ2 το Τ11, ενώ ούτε και οι φωτογραφίες είναι έστω ευκρινείς ή μπορούν να οδηγήσουν σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα ως προς το τι απεικονίζουν, πότε και ποιος τις έλαβε. Όχι μόνο δεν αναγνώρισε, η ΜΚ2, έγγραφα που είχαν καταχωριστεί στο πλαίσιο της αγωγής, αλλά απέφυγε, τεχνηέντως, να δώσει κάποια απάντηση που θα έδιδε πιθανότητα να τη οδηγήσει σε θέματα εκτός του πεδίου ελέγχου, αυτών που η ίδια ήθελε, απόλυτα ελεγχόμενα, να πει. Την ίδια στάση είχε, η ΜΚ2, και αναφορικά με τα προβλήματα που είχαν οδηγήσει στον κλονισμό της σχέσης της Κατηγορούμενης με τον υιό της, δηλώνοντας άγνοια, που δεν εξηγείται, σε μεγάλο βαθμό. Η μαρτυρία του ΜΚ1, που εκείνος ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης, δεν καλύπτει οποιοδήποτε κενό. Ο ΜΚ1 δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας, δεν μετέβη στο κατάστημα, δεν επιθεώρησε ο ίδιος τον χώρο και δεν ήταν το πρόσωπο που έλαβε το αρχικό παράπονο. Η μαρτυρία του έχει διαδικαστικό χαρακτήρα και δεν προσφέρει προσωπική διαπίστωση για την κατάσταση του καταστήματος, των αντικειμένων ή του φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Αυτό έχει σημασία, διότι η μαρτυρία της ΜΚ2 δεν περιορίστηκε σε μία λεκτική αντιπαράθεση, αλλά περιέγραψε υλικές ενέργειες που, κατά την κοινή πείρα, θα ήταν δυνατόν να ελεγχθούν ή να αποτυπωθούν αντικειμενικά. Η ίδια επιφύλαξη ισχύει και για τον ισχυρισμό περί ζημιάς. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη έριξε όλα τα πράγματα από τα σταντ και τον πάγκο στο έδαφος, μαζί με τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο προκάλεσε ζημιά άγνωστης αξίας. Δεν υπήρξε, όμως, αποδεκτή συγκεκριμένη μαρτυρία ως προς το ποια ακριβώς προϊόντα υπέστησαν ζημιά, ποια ήταν η φύση της ζημιάς, ποια ήταν η κατάσταση του φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή πριν και μετά το επεισόδιο ή εάν η φερόμενη πτώση του προκάλεσε συγκεκριμένη λειτουργική ή υλική βλάβη. Η αναφορά σε ζημιά άγνωστης αξίας παρέμεινε γενική και χωρίς επαρκή αντικειμενική στήριξη.
Περαιτέρω, ακόμα και η ιατρική εικόνα δεν παρέχει ασφαλή αντικειμενική επιβεβαίωση της εκδοχής της ΜΚ2 περί σωματικής βίας. Στο Τ6, ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 23.7.2019, καταγράφεται ότι η ΜΚ2 εξετάστηκε την ίδια ημέρα και ώρα 20:09. Το έντυπο αναφέρεται σε εκδορές στο δεξί βραχιόνιο και σε αναφερόμενο άλγος στον δεξί ώμο. Δεν περιλαμβάνει άλλες ουσιαστικές αναφορές. Δεν υπάρχει χρονική εναπόθεση των εκδορών, ούτε ιατρική διαπίστωση που να τις συνδέει με ασφάλεια με συγκεκριμένο μηχανισμό τραυματισμού. Το περιεχόμενο του Τ6 είναι περιορισμένο και δεν αντανακλά, με τρόπο καθαρό και αντικειμενικό, την ύπαρξη επίθεσης και δη της έντασης που περιέγραψε η ΜΚ2. Η ΜΚ2 μίλησε για σπρώξιμο με δύναμη προς τα πίσω, για ρίψη μικρού σταντ στο κεφάλι και για γενικότερα βίαιη συμπεριφορά. Εντούτοις, στο Τ6 δεν καταγράφεται τραυματισμός στο κεφάλι, ούτε εύρημα που να παραπέμπει ειδικά σε πλήγμα από αντικείμενο στο κεφάλι. Οι εκδορές στο δεξί βραχιόνιο και το άλγος στον δεξί ώμο, χωρίς περαιτέρω κλινική ανάλυση ή χρονική συσχέτιση, δεν παρέχουν ασφαλή αντικειμενική στήριξη στον τρόπο και στην έκταση της επίθεσης που περιέγραψε. Το Τ7, άδεια ασθενείας, φαίνεται, με δυσχερή ανάγνωση λόγω της γραφής, να αναφέρεται σε θλάση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Ωστόσο, το Τ7 δεν επεξηγήθηκε με τρόπο που να καθιστά σαφές ποια ήταν η ιατρική βάση της αναφοράς αυτής, πώς συνδέεται με τα ευρήματα του Τ6 και πώς, εάν συνδέεται καθόλου, παραπέμπει στον μηχανισμό τραυματισμού που περιέγραψε η ΜΚ2. Η αναφορά σε θλάση αυχενικής μοίρας δεν μπορεί, χωρίς επεξήγηση, να λειτουργήσει ως επαρκής αντικειμενική επιβεβαίωση της εκδοχής περί ρίψης αντικειμένου στο κεφάλι ή περί σωματικής επίθεσης, με τον τρόπο που περιγράφηκε. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ασφαλώς ότι η ΜΚ2 εξετάστηκε ιατρικά μετά το επεισόδιο. Δεν μπορεί, όμως, αυτό, από μόνο του, να αποτελέσει ασφαλή βάση για εύρημα ότι τα αναγραφόμενα στα Τ6 και Τ7 προκλήθηκαν από σωματική βία της Κατηγορούμενης. Αποδεικνύουν την ύπαρξη των συγκεκριμένων καταγραφών κατά τον χρόνο της ιατρικής εξέτασης στη μία περίπτωση και της λήψης άδειας ασθενείας στην άλλη περίπτωση. Δεν αποδεικνύουν, εάν, πότε, πώς ή από ποιον ή ακόμα και από τι προκλήθηκαν τέτοιοι τραυματισμοί. Δεν περιέχουν ιατρική γνώμη που να τα συνδέει με τον μηχανισμό τραυματισμού που περιέγραψε η ΜΚ2. Περαιτέρω, είναι ευρήματα γενικής φύσης. Δεν είναι, χωρίς επεξήγηση, τέτοια ευρήματα που να υποδεικνύουν αποκλειστικά ή κατ’ ανάγκην σπρώξιμο ή άλλη σωματική ενέργεια της Κατηγορούμενης. Το Δικαστήριο δεν καλείται να εντοπίσει άλλη συγκεκριμένη αιτία των εκδορών ή αντίστοιχα θλάσης, ούτε να υποκαταστήσει την ιατρική μαρτυρία με υποθέσεις. Αρκεί ότι, στη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, δεν υπάρχει ασφαλής σύνδεση του περιεχομένου της ιατρικής μαρτυρίας, αναμεταξύ των Τ6 και Τ7, και μεταξύ αυτών και της εκδοχής της ΜΚ2 περί σωματικής επίθεσης. Περαιτέρω, μέσα από τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τ9, Τ10 και Τ11, σε σχέση με πολιτική αγωγή της ΜΚ2, όπου, κατά τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης, διατυπώθηκαν διαφορετικοί ή εντονότεροι ισχυρισμοί από πλευράς της παραπονούμενης σχετικά με τραυματισμούς, περιλαμβανομένων αναφορών περί κτυπήματος σε «γυάλινο μάτι» με φακό, επηρεασμού του κερατοειδούς χιτώνα, καταστροφής προϊόντων και θραύσης πραγμάτων αξίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία οποιασδήποτε πολιτικής διαφοράς. Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιων διαφοροποιήσεων ή επεκτάσεων στην περιγραφή του ίδιου περιστατικού είναι σχετική με την αξιολόγηση της σταθερότητας, της ακρίβειας και της μετριοπάθειας της μαρτυρίας αυτής. Η όποια αναφορά δεν γίνεται για να κριθεί η συμπεριφορά σε άλλο πλαίσιο, ούτε για να αποδοθεί γενικό χαρακτηριστικό. Γίνεται μόνο στον βαθμό που οι διαφορετικές ή εντονότερες διατυπώσεις για το ίδιο περιστατικό φωτίζουν την ανάγκη προσεκτικής αντιμετώπισης της εκδοχής της παραπονούμενης, ως προς τα κρίσιμα σημεία.
Υπάρχουν σημεία της μαρτυρίας της παραπονούμενης που συνάδουν με το υπόλοιπο υλικό και που δεν αμφισβητούνται. Γίνεται δεκτό ότι την 23.7.2019 η Κατηγορούμενη μετέβη στο κατάστημά της, μετά την επίδοση των αιτήσεων γονικής μέριμνας, και ότι υπήρξε λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο γυναικών μέσα σε φορτισμένο κλίμα. Αυτό συνάδει, σε γενικές γραμμές, και με την εκδοχή της Κατηγορούμενης, η οποία αποδέχθηκε την παρουσία της στο κατάστημα και την ύπαρξη έντασης, έστω αποδίδοντας την ένταση στη συμπεριφορά της ΜΚ2. Δεν γίνεται, όμως, αποδεκτή η μαρτυρία της ΜΚ2 ως αξιόπιστη και ακριβής επί των αμφισβητούμενων γεγονότων όπου και η αξιολόγησή της, δηλαδή στα σημεία όπου απέδωσε στην Κατηγορούμενη σωματική επίθεση, σπρώξιμο με δύναμη, ρίψη μικρού σταντ στο κεφάλι, αφαίρεση και πέταγμα κινητού, πρόκληση ζημιών σε αντικείμενα και υπολογιστή, καθώς και απειλή με τον τρόπο και στην ένταση που περιέγραψε. Στα σημεία αυτά, η μαρτυρία της παρουσιάζεται φορτισμένη, σωρευτική και επιλεκτικά λεπτομερής. Δεν ενισχύεται από ανεξάρτητη μαρτυρία του τρίτου προσώπου που η ίδια τοποθέτησε στον χώρο, δεν συνοδεύεται από σαφή περιγραφή της διάταξης του χώρου και της πορείας των φερόμενων υλικών ενεργειών, δεν υποστηρίζεται από αντικειμενική αποτύπωση ζημιών ή επιθεώρηση του χώρου και δεν είναι επαρκώς συμβατή με την περιορισμένη και μη επεξηγημένη ιατρική εικόνα των Τ6 και Τ7. Το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι η ΜΚ2 βίωσε την επίσκεψη της Κατηγορούμενης ως έντονη, ενοχλητική και απειλητική, μέσα σε ήδη τεταμένο οικογενειακό πλαίσιο. Ωστόσο, η μαρτυρία της, ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που υπερβαίνουν την ύπαρξη λεκτικής αντιπαράθεσης, δεν διατήρησε την απαιτούμενη ακρίβεια, μετριοπάθεια και αντικειμενική στήριξη.
Κατηγορούμενη (ΜΥ1)
Η Κατηγορούμενη, κατά την κυρίως εξέτασή της, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της, Τ3. Στο Τ3, η Κατηγορούμενη είχε αναφέρει πως διαμένει με τον τότε 18 μηνών υιό της, πατέρας του οποίου είναι ο Θ.Α., με τον οποίο διατηρούσε δεσμό από το 2016 έως το Φθινόπωρο του 2018. Είχαν ζήσει μαζί για πολύ λίγο καιρό, αλλά η σχέση τους δεν προχώρησε, λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρα και λόγω του ότι οι γονείς του επενέβαιναν στη σχέση. Όταν γεννήθηκε το παιδί, ήταν ήδη χωρισμένη με τον πατέρα του παιδιού. Από τότε άρχισαν και τα προβλήματα, καθώς η μητέρα του, Μ.Α., άρχισε να έρχεται στο σπίτι απρόσκλητη και να επεμβαίνει στην ανατροφή του παιδιού, να παίρνει το μωρό και να φεύγει από το σπίτι με δικαιολογία ότι θα το πάρει στον γιατρό ή να του αγοράσει ρούχα ή για οποιαδήποτε άλλη ανάγκη. Η Κατηγορούμενη, λόγω του ότι το μωρό ήταν νεογέννητο, αντιδρούσε και δεν την άφηνε να το παίρνει, η ίδια όμως ήθελε να έχει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή του. Λόγω του ότι όλα αυτά τα προβλήματα ήταν καθημερινά, για ένα χρόνο περίπου, η ίδια τους είπε πως ήθελε να μπει μία τάξη στο θέμα της επικοινωνίας τους με το παιδί. Λόγω της συμπεριφοράς της Μ.Α., ήρθε σε σύγκρουση πολλές φορές με τον πατέρα του παιδιού, με αποτέλεσμα να τον έχει καταγγείλει και στην Αστυνομία. Μετά την καταγγελία του στην Αστυνομία και τα διαβήματα για έκδοση διατάγματος διατροφής, η Μ.Α. σταμάτησε από μόνη της να πηγαίνει στο σπίτι, αλλά συνέχισε, τόσο η ίδια όσο και ο υιός της, να ενοχλούν, τηλεφωνικώς, με απειλές ότι θα πάρουν το παιδί. Την 23.7.2019, περίπου ώρα 17:30, την επισκέφθηκε στο σπίτι της ένας επιδότης και της επέδωσε δύο αιτήσεις γονικής μέριμνας από τον πατέρα του παιδιού. Αφού έφυγε ο επιδότης, η ίδια επικοινώνησε μαζί με τον πατέρα του παιδιού, για να συναντηθούν και να συζητήσουν. Όντως, συναντήθηκαν, και της ανέφερε πως δεν ήταν ο ίδιος που έκανε τις αιτήσεις, αλλά οι γονείς του, και ο ίδιος απλώς τις υπέγραψε. Επειδή και το περιεχόμενο των αιτήσεων είχε αναφορές που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, πήγε στο κατάστημα της παραπονούμενης, για να της εξηγήσει τι είναι όλα αυτά. Μπήκε μέσα και, μόλις την είδε, άρχισε να της φωνάζει να βγει έξω και να φύγει. Η Κατηγορούμενη της είπε πως παρέλαβα τις αιτήσεις και ήθελε εξηγήσεις, ωστόσο εκείνη συνέχισε να της φωνάζει και να την εξυβρίζει και να της λέει ότι δεν έχει να της δώσει εξηγήσεις για οτιδήποτε, μιλώντας της με πολύ έντονο ύφος, ώστε μόνον η ίδια να ακούγεται. Εφόσον δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν, η Κατηγορούμενη απλώς έφυγε, χωρίς να χειροδικήσει ή να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία της. Εξέφρασε πως το μόνο που θέλει η ίδια είναι να μεγαλώσει ήσυχη το μωρό της, να έχει μία υγιή σχέση με τον πατέρα του, χωρίς τέτοιας φύσης προβλήματα.
Εξιστορώντας προφορικά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 23.7.2019, ανέφερε πως εκείνη την ημέρα, της επιδόθηκαν ογκώδη έγγραφα, τα οποία αφορούσαν αίτηση γονικής μέριμνας, αναφορικά με τον υιό της. Διαβάζοντάς τα, διαπίστωσε ότι περιείχαν αναλήθειες και γεγονότα εξωπραγματικής φύσεως. Συνεπώς, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πατέρα του παιδιού, για να πληροφορηθεί τι συμβαίνει, εφόσον όλη η οικογένεια είχε καθημερινώς επαφή με το παιδί. Σε συνάντησή τους, που ακολούθησε, της ανέφερε πως ήταν η μητέρα του που τον ανάγκασε να υπογράψει τα «χαρτιά», η οποία ήθελε να έχει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή του παιδιού, με αποτέλεσμα πολλές φορές να γίνεται επιθετική προς την ίδια. Η Κατηγορούμενη, όπως ανέφερε, ήταν 18 ετών, ήταν σε λοχεία, θήλαζε, έμενε στο σπίτι που έμεναν οι γονείς της και η παρουσία της παραπονούμενης ήταν πολύ έντονη, σε βαθμό στενάχωρο, που να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν όλοι μέσα στον ίδιο χώρο, πόσω μάλλον η ίδια, στην ευάλωτη κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Ερχόταν απρόσκλητη, όριζε πότε θα κάνει μπάνιο το μωρό, πότε θα φάει, πότε θα το πάρει η ίδια, μη σεβόμενη ότι ήταν ένα νεογέννητο με πρόγραμμα σίτισης και μπάνιου που δόμησε η μητέρα του. Δεν υπολόγιζε κανέναν. Η Κατηγορούμενη, όπως ανέφερε, ουδέποτε την έκανε να αισθανθεί άβολα, το σπίτι τους ήταν πάντοτε ανοικτό, όμως όταν ξεκινούσε το πρόγραμμα να χαλάει, η ροή όλων, έπρεπε να συζητηθούν κάποια πράγματα, να βοηθήσει ο ένας τον άλλον, για να είναι όλοι καλά. Όταν της ανέφερε διακριτικά πως υπάρχει ένα πρόγραμμα που ακολουθείται, το μωρό ήταν μικρό, εκείνη ερχόταν με τους συγγενείς της σε ώρες που η Κατηγορούμενη μπορούσε να ήταν με τις πιτζάμες, να είχαν άλλες ενασχολήσεις, παρακαλώντας την να ειδοποιεί τηλεφωνικώς εάν θα έρθει και δη με ξένους, δεν της άρεσε και άρχισαν τα προβλήματα. Την 23.7.2019, όταν η Κατηγορούμενη έλαβε τα δικόγραφα και πληροφορήθηκε πως συντάχθηκαν με την πρωτοβουλία της παραπονούμενης, προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς μαζί της, χωρίς επιτυχία. Δεν της απαντούσε το τηλέφωνο. Έτσι πήγε στο κατάστημά της για να συζητήσουν, να καταλάβει γιατί υπάρχει η εχθρότητα και διατυπώθηκαν αναλήθειες. Μόλις μπήκε στο κατάστημα, η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει, να της λέει να φύγει, να βγει έξω, να τη βρίζει, ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Χωρίς να μιλήσει η Κατηγορούμενη, μόνο με την παρουσία της εκεί. Της είπε να ηρεμίσει, να συζητήσουν και κρατούσε τον φάκελο, για να της εξηγήσει ποιο είναι το πρόβλημα, εφόσον έβλεπε κανονικά το μωρό. Φώναζε «θα τα πούμε στο Δικαστήριο, θα δει τι θα σου κάνω και το μωρό είναι δικό μου», λεγόμενα που η Κατηγορούμενη θεώρησε εξωπραγματικά. Την άφησε να τα πει, όπως ανέφερε, να ξεθυμάνει, μήπως στη συνέχεια επικοινωνήσουν, κάτι όμως που ήταν αδύνατο. Κάποια στιγμή, ύψωσε τη φωνή της και η Κατηγορούμενη, για να σταματήσει η παραπονούμενη, να την ακούσει. Δεν ήταν εφικτό, επομένως πήρε τον φάκελό της και έφυγε, σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, σε σημείο που, λόγω χρόνιου άσθματος και δυσκολίας στην αναπνοή, χρειάστηκε να την πάρει η μητέρα της στο νοσοκομείο. Την επομένη, την κάλεσαν για κατάθεση. Ωστόσο, δεν χειροδίκησε ούτε της πέταξε οτιδήποτε. Με τον πατέρα του παιδιού είχαν καλές σχέσεις, αλλά η μητέρα του ήταν το τρίτο πρόσωπο που επενέβαινε σε όλα, τι θα κάνουν, πού και πώς θα γεννήσει, τι σχολείο θα πάει το μωρό, ήθελε να έχει λόγο παντού, σε σημείο που εμπόδιζε την επικοινωνία ανάμεσα στο ζευγάρι, που οδηγείτο σε καυγάδες χωρίς λόγο που να αφορά τους ίδιους. Για παράδειγμα, ανέφερε πως η παραπονούμενη ήθελε να επιλέξει ακόμα και το καρότσι, το δωμάτιο, τα ρούχα, τα πάντα, ακόμα και κατά την εγκυμοσύνη, ήθελε συνέχεια να αγγίζει την κοιλιά της, έβγαζε φωτογραφίες το σώμα της, να έχει τα πάντα, ήταν επιβλητική και στο πιο ασήμαντο. Είχαν κι άλλα προβλήματα με τον πατέρα του παιδιού, σχετικά με το γεγονός ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών και είχε απασχολήσει τη δικαιοσύνη με διάφορα ποινικά αδικήματα, ωστόσο η μητέρα του ήταν εκείνη που ενέτεινε τα προβλήματα. Κατήγγειλε και η ίδια τον πατέρα του παιδιού, όταν επήλθε διάσταση στη σχέση τους, και είχε ασκηθεί βία, ωστόσο σήμερα δεν υπάρχουν εκκρεμείς υποθέσεις εναντίον του και γενικότερα είπαν να αφήσουν τη μητέρα του έξω από όλα, για το καλό του παιδιού τους, το οποίο αντιμετωπίζει και σοβαρό πρόβλημα υγείας. Έχουν καλές σχέσεις ως γονείς του παιδιού. Η ίδια, επειδή μεγάλωσε χωρίς πατέρα, προσπαθεί να διατηρεί ζωντανή την παρουσία του πατέρα, για το παιδί της. Παρέμεινε να εκκρεμεί μόνο αυτή η υπόθεση, με παραπονούμενη τη μητέρα του, η οποία και πάλι είναι το εμπόδιο στην επικοινωνία, εφόσον δεν της αρέσει να είναι καλά, θέλει να δημιουργεί πρόβλημα. Μετά την έκδοση των διαταγμάτων επικοινωνίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της δικής τους αίτησης για γονική μέριμνα, η οποία είχε υποβληθεί παράλληλα με τη σχετική αίτηση από πλευράς του πατέρα του παιδιού, οι πατρικοί παππούδες του παιδιού, περιλαμβανομένης της παραπονούμενης, σταμάτησαν να ενοχλούν, δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με το παιδί ούτε ξέρουν οτιδήποτε για εκείνο. Στο πλαίσιο της εργασίας της σε οδοντιατρείο, όταν χρειάστηκε σχετική εξέταση το παιδί και πήγε να διευθετήσει την εξέταση μέσω του ιατρείου όπου εργαζόταν, ανακάλυψε και πως η παραπονούμενη είχε εγγράψει το παιδί στο ΓεΣΥ, παρουσιάζοντας τον εαυτό της σαν την κηδεμόνα του, με τα δικά της στοιχεία, χωρίς οποιαδήποτε γνώση και συγκατάθεση από την ίδια τη μητέρα του (Τ8). Επίσης, ανέφερε πως η παραπονούμενη καταχώρισε εναντίον της Κατηγορούμενης και αγωγή, στην οποία ανέφερε εντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς, ότι της κτύπησε «γυάλινο μάτι» όπου είχε φακό και επηρεάστηκε ο κερατοειδής χιτώνας, ότι της κατέστρεψε προϊόντα και έσπασε πράγματα αξίας (Τ9, Τ10, Τ11).
Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη, ανέφερε πως δεν είχε ταραχτεί από τα δικόγραφα που έλαβε στις 23.7.2019, ήταν πολύ απογοητευμένη. Δεν ήταν έντονη, πήγε με καλές προθέσεις να βρει την παραπονούμενη, για να μιλήσουν. Πηγαινοερχόταν καθημερινά, την έβλεπε καθημερινά, επομένως δεν ήταν έντονη και γενικά, ως χαρακτήρας, δεν είναι έντονη, αναζητά τον διάλογο και την επικοινωνία. Δεν αντέδρασε, αλλά επειδή την έβλεπε κάθε μέρα μέσα στο σπίτι της, με το παιδί, ήταν πρωτόγνωρο το διάβημά της, και υπήρχε απογοήτευση από τις αναλήθειες. Η ίδια, 18 ετών, δεν ήξερε από δικαστήρια και διαδικασίες, πήρε μία δέσμη χαρτιά με αναλήθειες, είχε παράνομο, γιατί δεν στέρησε από την παραπονούμενη το παιδί, αλλά συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο, και αναζήτησε εξηγήσεις. Όμως δεν πρόλαβε καν να αρθρώσει λέξη, μόλις μπήκε μέσα στο κατάστημα, άρχισε να της φωνάζει και να την υβρίζει, επαναλαμβάνοντας πως η ίδια δεν έπραξε οτιδήποτε, απλώς την περίμενε να τελειώσει, κάποια στιγμή ύψωσε τον τόνο της φωνής της, για να σταματήσει η παραπονούμενη, αυτό ήταν αδύνατο, επομένως έφυγε. Δεν διήρκησε πολλή ώρα η συνάντηση εκείνη. Αρνήθηκε όλες τις υποβολές ότι πήγε στο κατάστημα με έντονες διαθέσεις, ότι κτύπησε και εξύβρισε την παραπονούμενη και ότι προκάλεσε ζημιές στο κατάστημα.
Το γεγονός ότι είναι η Κατηγορούμενη, και έχει άμεσο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη, όπως λήφθηκε υπόψη και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Η εκδοχή που παρουσίασε η Κατηγορούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά είχε προβληθεί από το ανακριτικό στάδιο. Ήδη, στο Τ3, είχε αναφέρει το ευρύτερο υπόβαθρο της σχέσης της με τον πατέρα του παιδιού της, τη γέννηση του παιδιού, τα προβλήματα με την πατρική οικογένεια και ειδικότερα την παρουσία και εμπλοκή της ΜΚ2 στη ζωή του παιδιού. Είχε, επίσης, από τότε αρνηθεί ότι χειροδίκησε ή ότι προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία της ΜΚ2. Κατά την ένορκη μαρτυρία της, η Κατηγορούμενη έδωσε ευρύτερη και πιο αναλυτική εξήγηση για το γιατί μετέβη στο κατάστημα της ΜΚ2 την 23.7.2019. Η εξήγησή της ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, αναζήτησε να μιλήσει με τη ΜΚ2 δεν είναι αφύσικη ή παράλογη. Εντάσσεται στο φορτισμένο οικογενειακό πλαίσιο που προκύπτει και από τη μαρτυρία της ΜΚ2, έστω και αν οι δύο γυναίκες απέδωσαν διαφορετικά την αιτία και την ευθύνη της έντασης. Ανέφερε προηγούμενη συνάντησή της με τον πατέρα του παιδιού, που φέρονταν αρχικά και ως ο αιτών τη γονική μέριμνα, χωρίς έκτροπα, σε εκείνη την περίπτωση. Η Κατηγορούμενη δεν επιχείρησε να αρνηθεί την παρουσία της στο κατάστημα της παραπονούμενης. Δεν παρουσίασε δηλαδή μία εκδοχή πλήρους αποστασιοποίησης από το όλο περιστατικό. Αποδέχθηκε ότι πήγε στο κατάστημα της ΜΚ2 και ότι υπήρξε ένταση. Το στοιχείο αυτό προσδίδει στη μαρτυρία της ένα μέτρο ρεαλισμού. Η υπεράσπισή της δεν στηρίχθηκε σε άρνηση κάθε επαφής ή κάθε έντασης, αλλά σε διαφορετική περιγραφή του χαρακτήρα της συνάντησης, ότι μετέβη για να ζητήσει εξηγήσεις, ότι η ΜΚ2 άρχισε να φωνάζει και να τη βρίζει, χωρίς να της δίνει περιθώριο να μιλήσει, ότι η ίδια ύψωσε κάποια στιγμή τη φωνή της για να ακουστεί, και ότι τελικώς αποχώρησε χωρίς να ασκήσει βία, χωρίς να πετάξει αντικείμενα και χωρίς να προκαλέσει ζημιές. Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης είχε, σε ουσιώδεις άξονες, συνοχή. Η εκδοχή της στο Τ3, η προφορική της μαρτυρία και οι απαντήσεις της κατά την αντεξέταση συνέκλιναν στα βασικά σημεία, στην επίδοση των δικαστικών εγγράφων, στην απογοήτευση και ανησυχία της για το περιεχόμενό τους, στη μετάβασή της στο κατάστημα για εξηγήσεις, στην ύπαρξη λεκτικής έντασης και στην άρνησή της ότι χειροδίκησε, απείλησε ή προκάλεσε ζημιές. Δεν εντοπίζεται ουσιώδης μεταβολή ή τέτοια αντίφαση στην ουσία της εκδοχής της που να καθιστά τη μαρτυρία της αναξιόπιστη. Κατά την αντεξέτασή της, επίσης, παρέμεινε σταθερή ως προς τα κρίσιμα ζητήματα. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι πήγε στο κατάστημα με έντονες διαθέσεις, ότι κτύπησε και εξύβρισε τη ΜΚ2 ή ότι προκάλεσε ζημιές. Η σταθερότητα αυτή δεν αρκεί από μόνη της για αποδοχή της μαρτυρίας της, διότι ένας διάδικος μπορεί να παραμένει σταθερός και σε αναληθή θέση. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η σταθερότητά της συνδυάζεται με την άμεση προβολή της ίδιας βασικής εκδοχής από το ανακριτικό στάδιο, και με τις επιφυλάξεις που ήδη διατυπώθηκαν ως προς τη μαρτυρία της ΜΚ2.
Δεν παραγνωρίζεται ότι ορισμένες πτυχές της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης είχαν έντονο συναισθηματικό περιεχόμενο. Οι αναφορές της στη συμπεριφορά της ΜΚ2 πριν από το επεισόδιο, στην εμπλοκή της στην καθημερινότητα του παιδιού, στο πώς αντιλαμβανόταν την παρουσία της πατρικής οικογένειας και στις δυσκολίες της ίδιας ως νεαρής μητέρας σε περίοδο λοχείας, ήταν εκτενείς και φορτισμένες. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο, ούτε και ασφαλές, να δώσει βαρύτητα σε όλες αυτές τις αναφορές, ως ακριβείς πραγματικές διαπιστώσεις, στην πλήρη τους έκταση. Ορισμένες είχαν τον χαρακτήρα υποκειμενικής αντίληψης της Κατηγορούμενης, για την κατάσταση που βίωνε. Ωστόσο, ως απλό υπόβαθρο, εξηγούν γιατί η επίδοση των αιτήσεων γονικής μέριμνας μπορούσε να προκαλέσει σε αυτήν έντονη απογοήτευση και ανάγκη για εξηγήσεις. Στο σημείο αυτό, η μαρτυρία της Κατηγορούμενης εμφανίζεται πιο ισορροπημένη, όταν ιδωθεί στην πραγματική της διάσταση. Δεν έπεισε πλήρως η θέση της ότι δεν ήταν καθόλου έντονη ή ταραγμένη. Η ίδια είχε μόλις παραλάβει δικαστικά έγγραφα που αφορούσαν το παιδί της, τα οποία θεώρησε αναληθή και άδικα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η πλήρης ψυχραιμία δεν είναι πειστική. Είναι, όμως, πειστικό ότι ήταν απογοητευμένη, αναστατωμένη και συναισθηματικά φορτισμένη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι προέβη στις σωματικές και υλικές ενέργειες που της απέδωσε η ΜΚ2. Η αποδοχή ότι η Κατηγορούμενη ήταν συναισθηματικά φορτισμένη και ότι υπήρξε έντονη λεκτική αντιπαράθεση δεν οδηγεί αυτομάτως σε αποδοχή ότι έσπρωξε τη ΜΚ2, ότι της πέταξε σταντ στο κεφάλι, ότι της άρπαξε και πέταξε το κινητό, ότι έριξε πράγματα στο έδαφος ή ότι προκάλεσε ζημιά σε υπολογιστή. Η ΜΚ2 περιέγραψε περιστατικά, τα οποία, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγησή της, δεν βρήκαν επαρκή στήριξη στην υπόλοιπη εικόνα της υπόθεσης. Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης συμβαδίζει, σε σημαντικό βαθμό, με ορισμένα αντικειμενικά ή λιγότερο αμφισβητούμενα στοιχεία. Η παρουσία της στο κατάστημα είναι κοινό έδαφος. Το γεγονός ότι υπήρχε προηγούμενο οικογενειακό υπόβαθρο και αντιπαράθεση γύρω από το παιδί προκύπτει και από τη μαρτυρία της ΜΚ2, έστω υπό διαφορετική οπτική. Η χρονική αλληλουχία, δηλαδή η επίδοση των αιτήσεων γονικής μέριμνας και ακολούθως η μετάβαση της Κατηγορούμενης στο κατάστημα, είναι εύλογη και συνεκτική. Η άμεση άρνησή της, όπως καταγράφεται στο Τ3 και στο Τ4, συνάδει με τη στάση που τήρησε και ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η εκδοχή της Κατηγορούμενης ότι δεν υπήρξε σωματική επίθεση ή ζημιά δεν αποδυναμώνεται από τα ιατρικά έγγραφα, με τρόπο που να καθιστά τη δική της μαρτυρία μη πειστική, με την έννοια ότι εκδορές σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος, θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί οποτεδήποτε και από οποιαδήποτε άλλη αιτία, όπως και θλάση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Η ιατρική εικόνα, συνεπώς, δεν ανατρέπει την εκδοχή της Κατηγορούμενης. Αντίστοιχα, η απουσία μαρτυρίας του τρίτου προσώπου, που ήταν παρών, και η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν δημιουργούν ουσιαστικό αντίβαρο στην εκδοχή της Κατηγορούμενης, ως προς το τι συνέβη στο κατάστημα. Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ότι η Κατηγορούμενη παρουσίασε την ύπαρξη παράλληλων ή μεταγενέστερων διαφορών με τη ΜΚ2, περιλαμβανομένων των Τ8, Τ9, Τ10 και Τ11. Τα στοιχεία αυτά δεν χρησιμοποιούνται για να κριθεί οποιαδήποτε άλλη διαφορά μεταξύ των προσώπων. Έχουν, όμως, σημασία στο πλαίσιο της γενικής εικόνας της σχέσης των εμπλεκομένων και της έντασης που περιέβαλλε την υπόθεση.
Ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της, η Κατηγορούμενη έδωσε μία εκδοχή που, παρά τον συναισθηματικό της φόρτο, παρέμεινε φυσικά ρέουσα, αυθόρμητη, κατανοητή, συνεκτική και σύμφωνη με τον βασικό άξονα της αρχικής της θέσης. Δεν είχε επιτήδευση, σκόπιμη συγκράτηση ή επιλεκτικότητα. Δεν παρουσίασε μία τεχνητά αποστειρωμένη εικόνα πλήρους απουσίας έντασης. Αποδέχθηκε τα γεγονότα που ήταν αναμενόμενο να αποδεχθεί, δηλαδή τη μετάβαση στο κατάστημα και την ύπαρξη έντονης συζήτησης, αλλά αρνήθηκε τις επιμέρους πράξεις βίας, ζημιάς και απειλής που της αποδόθηκαν. Η στάση αυτή είναι συμβατή με την προκύπτουσα ως αντικειμενική εικόνα της υπόθεσης. Συνεπώς, η μαρτυρία της Κατηγορούμενης γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη στην ουσία της. Γίνεται δεκτό ότι την 23.7.2019, μετά την επίδοση των αιτήσεων γονικής μέριμνας, μετέβη στο κατάστημα της ΜΚ2 για να ζητήσει εξηγήσεις, ότι υπήρξε έντονη λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ τους και ότι η ίδια ήταν συναισθηματικά φορτισμένη. Δεν γίνεται, ωστόσο, δεκτή η μαρτυρία της στην πλήρη της έκταση ως προς κάθε γενικότερη αναφορά στη συμπεριφορά της ΜΚ2 στο παρελθόν ή ως προς κάθε υποκειμενική της εκτίμηση για τα κίνητρα της ΜΚ2. Τα ζητήματα αυτά χρησιμοποιούνται μόνο στον βαθμό που εξηγούν το υπόβαθρο, την ψυχολογική κατάσταση και το πλαίσιο μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η συνάντηση. Η ουσία της μαρτυρίας της, όμως, ως προς το ίδιο το επίδικο επεισόδιο, κρίνεται πειστική και συμβατή με τη συνολική εικόνα της υπόθεσης.
Ευρήματα
Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα γεγονότων, τα οποία αποτελούν το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης. Τα ευρήματα αυτά συνιστούν τη δικαστική αποτύπωση των γεγονότων, όπως αυτά αναδείχθηκαν μέσα από την αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας. Δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με το υποκειμενικό αφήγημα οποιασδήποτε πλευράς, αλλά με όσα το Δικαστήριο κρίνει ότι προκύπτουν με ασφάλεια από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Η Κατηγορούμενη και ο Θ.Α. διατηρούσαν στο παρελθόν δεσμό, έζησαν μαζί για κάποιο χρονικό διάστημα και από τη σχέση τους απέκτησαν ένα παιδί. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η σχέση τους είχε ήδη τερματιστεί. Η ΜΚ2 είναι η μητέρα του Θ.Α. και γιαγιά του παιδιού της Κατηγορούμενης. Πριν από την 23.7.2019 υπήρχε ήδη ένταση στις σχέσεις της Κατηγορούμενης με τη ΜΚ2 και, γενικότερα, με την πατρική οικογένεια του παιδιού. Η ένταση αυτή συνδεόταν κυρίως με την επικοινωνία και επαφή της πατρικής οικογένειας με το παιδί, καθώς και με τον βαθμό εμπλοκής της ΜΚ2 στη ζωή του. Η Κατηγορούμενη αντιλαμβανόταν την εμπλοκή αυτή ως υπέρμετρη και παρεμβατική, ενώ η ΜΚ2 θεωρούσε ότι η Κατηγορούμενη δημιουργούσε προβλήματα ως προς την επαφή της πατρικής οικογένειας με το παιδί. Την 23.7.2019 επιδόθηκαν στην Κατηγορούμενη έγγραφα που αφορούσαν διαδικασία γονικής μέριμνας σε σχέση με το παιδί της. Η Κατηγορούμενη, αφού παρέλαβε τα έγγραφα και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους, θεώρησε ότι περιείχαν αναληθείς και άδικες αναφορές. Το γεγονός αυτό της προκάλεσε απογοήτευση και συναισθηματική φόρτιση. Την ίδια ημέρα, η Κατηγορούμενη επικοινώνησε με τον πατέρα του παιδιού και συναντήθηκε μαζί του. Μετά τη συνάντηση αυτή, μετέβη στο κατάστημα της ΜΚ2, με σκοπό να ζητήσει εξηγήσεις σε σχέση με τα έγγραφα που της είχαν επιδοθεί και το περιεχόμενό τους. Κατά τον χρόνο που η Κατηγορούμενη μετέβη στο κατάστημα, η ΜΚ2 βρισκόταν εκεί. Στο κατάστημα βρισκόταν επίσης ο λογιστής της ΜΚ2, Μ., με τον οποίο η ΜΚ2 συνομιλούσε πριν από την είσοδο της Κατηγορούμενης. Η Κατηγορούμενη εισήλθε στο κατάστημα και μεταξύ της ίδιας και της ΜΚ2 ακολούθησε έντονη λεκτική αντιπαράθεση. Η αντιπαράθεση συνδεόταν με τα πιο πάνω έγγραφα, το παιδί και το προϋφιστάμενο τεταμένο οικογενειακό υπόβαθρο. Η Κατηγορούμενη ήταν κατά τη συνάντηση συναισθηματικά φορτισμένη και αναστατωμένη. Η ΜΚ2 βίωσε την παρουσία και τη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης στο κατάστημα ως έντονη, ενοχλητική και απειλητική. Μετά το επεισόδιο, η ΜΚ2 εξετάστηκε ιατρικά. Στο Τ6, ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 23.7.2019, καταγράφεται ότι εξετάστηκε την ίδια ημέρα και ώρα 20:09. Στο έντυπο αυτό καταγράφονται εκδορές στο δεξί βραχιόνιο και αναφερόμενο άλγος στον δεξί ώμο. Το Τ7, άδεια ασθενείας, φαίνεται, με δυσχερή ανάγνωση λόγω της γραφής, να αναφέρεται σε θλάση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Ο ΜΚ1 συνέλαβε την Κατηγορούμενη δυνάμει δικαστικού εντάλματος, έλαβε ανακριτική κατάθεσης και την κατηγόρησε γραπτώς. Κατά τη σύλληψή της, η Κατηγορούμενη απάντησε ότι «είναι όλα ψέματα». Στην ανακριτική της κατάθεση, Τ3, αρνήθηκε ότι χειροδίκησε εναντίον της ΜΚ2 ή ότι προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία της. Κατά τη γραπτή κατηγορία της, δεν παραδέχθηκε και απάντησε ότι όλα είναι ψέματα και ότι λέγονται για να χρησιμοποιηθούν εναντίον της στο Δικαστήριο για το παιδί. Υπάρχει σχετική εκκρεμής διαδικασία αγωγής από την παραπονούμενη εναντίον της Κατηγορούμενης.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
1η Κατηγορία
Για τη στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος της επίθεσης, κατά το άρθρο 242 ΠΚ (1η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθεί πως υπήρξε συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο που συνιστά «επίθεση». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, με πρόθεση ή ακόμα και απερίσκεπτα, που δημιουργεί στον άλλον την αντίληψη ότι θα ασκηθεί εναντίον του παράνομη βία[6], βία για την οποία δεν υπάρχει συγκατάθεσή του[7]. Απερίσκεπτα ενεργεί ο δράστης όταν ενώ, πριν να ενεργήσει, γνωρίζει ή μπορεί να αντιληφθεί την πιθανότητα του κινδύνου, παρά ταύτα, προχωρά και ενεργεί[8].
Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έγινε αποδεκτό ότι την 23.7.2019 η Κατηγορούμενη, μετά την επίδοση σε αυτήν εγγράφων που αφορούσαν τη γονική μέριμνα του παιδιού της, μετέβη στο κατάστημα της ΜΚ2, για να ζητήσει εξηγήσεις. Έγινε επίσης αποδεκτό ότι, στο κατάστημα, υπήρξε έντονη λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ της Κατηγορούμενης και της ΜΚ2, μέσα σε ήδη φορτισμένο οικογενειακό πλαίσιο, στην παρουσία τρίτου προσώπου, του λογιστή της ΜΚ2. Η Κατηγορούμενη ήταν συναισθηματικά φορτισμένη και αναστατωμένη, ενώ η ΜΚ2 βίωσε την παρουσία και τη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης ως έντονη, ενοχλητική και απειλητική. Ωστόσο, δεν υπάρχει εύρημα ότι η Κατηγορούμενη άσκησε οποιαδήποτε σωματική βία στη ΜΚ2. Δεν έγινε αποδεκτό ότι την έσπρωξε, ότι της έριξε μικρό σταντ ή άλλο αντικείμενο στο κεφάλι, ότι της άρπαξε το κινητό τηλέφωνο από τα χέρια ή ότι προέβη σε οποιαδήποτε άλλη σωματική ενέργεια εναντίον της. Δεν έγινε, επίσης, αποδεκτό ότι η Κατηγορούμενη εκστόμισε προς τη ΜΚ2 τη φράση «θα σας διαλύσω, εμείς δεν τελειώσαμε δαμέ» ή άλλη απειλή αντίστοιχου περιεχομένου. Η ύπαρξη έντονης λεκτικής αντιπαράθεσης, ακόμη και μέσα σε φορτισμένο κλίμα, δεν αρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετήσει κοινή επίθεση. Απαιτείται πράξη ή συμπεριφορά που, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δημιουργεί την αντίληψη επικείμενης παράνομης βίας. Στην παρούσα υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά δεν υπερβαίνουν το επίπεδο της έντονης λεκτικής αντιπαράθεσης και της συναισθηματικής φόρτισης. Δεν διαπιστώνεται συγκεκριμένη πράξη, κίνηση ή φράση της Κατηγορούμενης που να μπορεί να θεμελιώσει, αντικειμενικά και στο πλαίσιο των ευρημάτων, την αντίληψη ότι επρόκειτο να ασκηθεί παράνομη βία εναντίον της ΜΚ2. Το ότι η ΜΚ2 βίωσε την παρουσία της Κατηγορούμενης ως απειλητική λαμβάνεται υπόψη. Η υποκειμενική όμως αίσθηση ενόχλησης, φόβου ή απειλής δεν είναι από μόνη της αρκετή, εάν δεν στηρίζεται σε αποδεκτά πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν επίθεση υπό την έννοια του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, οι συγκεκριμένες πράξεις που θα μπορούσαν να προσδώσουν στην αντιπαράθεση τέτοιο χαρακτήρα δεν έγιναν αποδεκτές. Συνεπώς, στη βάση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η 1η Κατηγορία δεν αποδεικνύεται, στον απαιτούμενο βαθμό.
2η Κατηγορία
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της άσκησης βίας στην οικογένεια, κατά το άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000 (2η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθεί η άσκηση βίας. «Βία», για τους σκοπούς του εν λόγω ειδικού νόμου, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. Ανεξαρτήτως αυτής της ερμηνείας, «βία» συνιστά και η κοινή επίθεση, κατά το άρθρο 4 § 2, όταν ασκείται μεταξύ μελών της οικογένειας. Μέλος της οικογένειας, κατά την ερμηνευτική διάταξη, περιλαμβάνει άνδρα και γυναίκα που συζούσαν ή συζούν ως ανδρόγυνο καθώς και τους γονείς τους.
Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούμενη και ο Θ.Α. είχαν προηγουμένως δεσμό, από τον οποίο απέκτησαν παιδί, ενώ η ΜΚ2 είναι η μητέρα του Θ.Α. και γιαγιά του παιδιού. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι πληρούται το αναγκαίο οικογενειακό πλαίσιο για τους σκοπούς του ν. 119(Ι)/2000, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά δεν στοιχειοθετούν άσκηση βίας κατά την έννοια του νόμου. Η 2η Κατηγορία, όπως διατυπώνεται, συνδέεται με ισχυριζόμενη άσκηση βίας που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στη ΜΚ2. Εφόσον δεν έγινε αποδεκτό ότι η Κατηγορούμενη άσκησε σωματική βία στη ΜΚ2, ούτε ότι οι ιατρικές καταγραφές συνδέονται με ασφάλεια με τον μηχανισμό τραυματισμού που περιέγραψε η ΜΚ2, η 2η Κατηγορία δεν αποδεικνύεται, στον απαιτούμενο βαθμό.
3η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, κατά το άρθρο 324 § 1 ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία και ότι εκείνη έγινε εσκεμμένα και παράνομα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορία αφορά ισχυριζόμενη ζημιά σε διάφορα προϊόντα του καταστήματος της ΜΚ2, καθώς και σε φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή άγνωστης αξίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έγινε αποδεκτό ότι την 23.7.2019 η Κατηγορούμενη μετέβη στο κατάστημα της ΜΚ2 και ότι μεταξύ τους υπήρξε έντονη λεκτική αντιπαράθεση. Δεν έγινε, όμως, αποδεκτό ότι η Κατηγορούμενη έριξε αντικείμενα από τον πάγκο ή από σταντ του καταστήματος στο έδαφος. Δεν έγινε επίσης αποδεκτό ότι έριξε φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή ή ότι προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά σε προϊόντα ή σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η μαρτυρία της ΜΚ2, στο σημείο αυτό, δεν έγινε δεκτή ως αξιόπιστη. Στη βάση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, δεν αποδεικνύεται ότι η Κατηγορούμενη κατέστρεψε ή προκάλεσε ζημιά σε οποιαδήποτε περιουσία της ΜΚ2. Υπό αυτά τα δεδομένα, η 3η Κατηγορία δεν αποδεικνύεται, στον απαιτούμενο βαθμό.
4η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της απειλής, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ (4η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά απειλή άλλου προσώπου με βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη· με τρόπο ώστε να προκαλείται στο πρόσωπο αυτό τρόμος ή ανησυχία. Η επαπειλούμενη βία ή παράνομη πράξη θα πρέπει να μπορεί, εξ αντικειμένου, υπό τις συνθήκες που λαμβάνει χώρα, να προκαλέσει στον αποδέκτη τρόμο ή ανησυχία, με την έννοια του να μην είναι κενή περιεχομένου, και πράγματι να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η επαπειλούμενη πράξη εξετάζονται στο σύνολό τους. Έχει σημασία η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου σε σχέση με την σκοπούμενη βία ή παρανομία, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας ή παρανομίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Η πρόθεση εξετάζεται στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και τη φύση της απειλής[9].
Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορία στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η Κατηγορούμενη απείλησε τη ΜΚ2 με τη φράση «θα σας διαλύσω, εμείς δεν τελειώσαμε δαμέ». Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έγινε αποδεκτό ότι την 23.7.2019 η Κατηγορούμενη μετέβη στο κατάστημα της ΜΚ2, μετά την επίδοση σε αυτήν εγγράφων που αφορούσαν τη γονική μέριμνα του παιδιού της. Έγινε επίσης αποδεκτό ότι μεταξύ των δύο γυναικών υπήρξε έντονη λεκτική αντιπαράθεση, μέσα σε ήδη τεταμένο οικογενειακό πλαίσιο και στην παρουσία τρίτου προσώπου. Η Κατηγορούμενη ήταν συναισθηματικά φορτισμένη και αναστατωμένη, ενώ η ΜΚ2 βίωσε την παρουσία και τη συμπεριφορά της ως έντονη, ενοχλητική και απειλητική. Ωστόσο, δεν έγινε αποδεκτό ότι η Κατηγορούμενη εκστόμισε προς τη ΜΚ2 τη φράση «θα σας διαλύσω, εμείς δεν τελειώσαμε δαμέ» ή άλλη απειλή αντίστοιχου περιεχομένου. Η σχετική εκδοχή της ΜΚ2 δεν έγινε δεκτή ως αξιόπιστη, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Δεν υπάρχει άλλη αποδεκτή μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι διατυπώθηκε η συγκεκριμένη φράση ή ότι εκφράστηκε απειλή βίας ή παράνομης πράξης από την Κατηγορούμενη. Η ύπαρξη έντονης λεκτικής αντιπαράθεσης δεν αρκεί από μόνη της για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απειλής. Απαιτείται συγκεκριμένη απειλητική δήλωση ή συμπεριφορά, η οποία να έχει το περιεχόμενο και τη βαρύτητα που προβλέπει ο νόμος. Στην παρούσα υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά δεν θεμελιώνουν τέτοια απειλή. Λαμβάνεται υπόψη ότι η ΜΚ2 βίωσε το επεισόδιο ως απειλητικό. Η υποκειμενική αυτή εντύπωση, όμως, δεν μπορεί από μόνη της να στοιχειοθετήσει το αδίκημα, εάν δεν συνδέεται με αποδεκτά πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν απειλή κατά την έννοια του άρθρου 91Α ΠΚ. Στη βάση των ευρημάτων, τέτοια πραγματικά περιστατικά δεν υπάρχουν. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία πρόθεση εκφοβισμού της ΜΚ2 από την Κατηγορούμενη. Υπό αυτά τα δεδομένα, η 4η Κατηγορία δεν αποδεικνύεται, στον απαιτούμενο πάντοτε βαθμό.
Κατάληξη
Η κατάληξη αυτή δεν παραγνωρίζει την επιμελή παρουσίαση, από την Κατηγορούσα Αρχή, της μαρτυρίας που ήταν διαθέσιμη για την υπόθεση. Το ζήτημα δεν εντοπίζεται στον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά στο ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν παρείχε την αναγκαία αντικειμενική στήριξη στα κρίσιμα αμφισβητούμενα γεγονότα. Η βασική μαρτυρία, αυτή της παραπονούμενης, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δεν είχε την απαιτούμενη αντικειμενική επιβεβαίωση και πειστικότητα, ώστε να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη ως προς τα ουσιώδη αμφισβητούμενα περιστατικά.
Ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων διαπιστώσεων, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
€220 έξοδα να πληρωθού από τη Δημοκρατία.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
[7] R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 44.
[8] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.
[9] Κούσουλος ν. Αστυνομίας ΠΕ119/2021, 20.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο