ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 15729 / 2023
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Γ. Κ.
_________
Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Κλ. Καραμανίδης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών. Απαγορεύεται η δημοσίευση της απόφασης ή μέρους της ή η αναφορά σε αυτήν κατά τρόπο που να παραπέμπει στην ταυτότητα του θύματος
Π Ο Ι Ν Η
(ex tempore)
Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι την 18.6.2023, στη Λεμεσό, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της Μ.Π. από τη Λεμεσό, δηλαδή την αγκάλιασε και της έγλυψε το δεξί της αυτή [άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, άρθρο 151 ΠΚ, άρθρα 3, 5(α) ν.115(Ι)/2021.]
2η Κατηγορία: ότι την 19.6.2023, στη Λεμεσό, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της Μ.Π. από τη Λεμεσό, δηλαδή την αγκάλιασε και τη δάγκωσε στη δεξιά πλευρά του λαιμού της [άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, άρθρο 151 ΠΚ, άρθρα 3, 5(α) ν.115(Ι)/2021.]
3η Κατηγορία: ότι την 19.6.2023, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Μ.Π. από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ, άρθρα 3, 5(α) ν.115(Ι)/2021.]
Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης είναι η φυλάκιση μέχρι τα πέντε έτη[1], ενώ η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι η φυλάκιση μέχρι τα τρία έτη.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[2]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[3]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου, και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[4], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[5], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[6]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία η έκτασή της, περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, όπως διαπιστώθηκαν είναι τα εξής, στη σύνοψή τους: Η παραπονούμενη, ηλικίας 18 ετών κατά τον επίδικο χρόνο, εργαζόταν ως ταμίας σε υπεραγορά στη Λεμεσό. Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας περίπου 55 ετών τότε, επισκεπτόταν συχνά την υπεραγορά ως πελάτης και προσέγγιζε επανειλημμένα την παραπονούμενη στον χώρο εργασίας της, απευθύνοντάς της προσωπικά σχόλια για την εμφάνισή της και αποκαλώντας την «όμορφη». Η παραπονούμενη ουδέποτε διατηρούσε προσωπική ή ερωτική σχέση με τον Κατηγορούμενο ούτε του επέδειξε προσωπικό ενδιαφέρον, αλλά του απαντούσε με την επαγγελματική ευγένεια που απαιτούσε η εργασία της. Την 18.6.2023, ενώ η παραπονούμενη εργαζόταν σε διάδρομο της υπεραγοράς, ο Κατηγορούμενος την προσέγγισε, την αγκάλιασε χωρίς τη συναίνεσή της και, ενώ την κρατούσε, της έγλυψε το δεξί αυτί. Η παραπονούμενη αισθάνθηκε φόβο και αμηχανία και απομακρύνθηκε από αυτόν. Την αμέσως επόμενη ημέρα, 19.6.2023 και περί ώρα 15:00, ο Κατηγορούμενος προσέγγισε εκ νέου την παραπονούμενη στον χώρο εργασίας της, την αγκάλιασε χωρίς τη συναίνεσή της και τη δάγκωσε στη δεξιά πλευρά του λαιμού, προκαλώντας της πόνο. Η παραπονούμενη τράβηξε προς τα πίσω και αντέδρασε αυθόρμητα λέγοντας «άου». Ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την ενόχλησή της και απολογήθηκε λέγοντας «σόρυ δεν ήθελα να σε ακκάσω δυνατά». Το περιστατικό της 19.6.2023 καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της υπεραγοράς. Η παραπονούμενη προέβη άμεσα σε καταγγελία στην Αστυνομία και το ίδιο βράδυ εξετάστηκε από ιατρό, ο οποίος διαπίστωσε σημάδια δοντιών, εκδορές και μικρό αιμάτωμα στη δεξιά τραχηλική χώρα, ευρήματα συμβατά με δήγμα και ικανά να προκαλέσουν πόνο. Χορηγήθηκε αντιτετανικός ορός.
Ως προς τους αντικειμενικούς παράγοντες που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αφενός τη φύση και τον τρόπο δράσης του Κατηγορούμενου και αφετέρου την έκταση της βλάβης που προκλήθηκε στην παραπονούμενη. Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη τις περιστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11 του ν.115(Ι)/2021 ως επιβαρυντικές, στον βαθμό που αυτές δεν αποτελούν ήδη συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Στα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη συγκαταλέγεται, καταρχάς, η επαναληπτικότητα και η κλιμάκωση της συμπεριφοράς. Πρόκειται για δύο διαδοχικά περιστατικά σε δύο συνεχόμενες ημέρες, κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος προχώρησε από άβολα προσωπικά σχόλια σε σωματική επαφή και περισσότερο παρεμβατικές πράξεις, ήτοι γλείψιμο στο αυτί και δάγκωμα στον λαιμό. Οι πράξεις τελέστηκαν στον χώρο εργασίας της παραπονούμενης, όπου αυτή βρισκόταν σε θέση επαγγελματικής έκθεσης και υποχρεωμένη να διατηρεί ευγενική συμπεριφορά προς πελάτες. Υπήρξε αντικειμενική εκμετάλλευση της συνθήκης αυτής, καθώς και της σαφούς διαφοράς ηλικίας και ωριμότητας μεταξύ τους, προβαίνοντας σε ανεπιθύμητη σωματική επαφή με νεαρή εργαζόμενη 18 ετών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η παραπονούμενη τελούσε υπό ειδικές συνθήκες ευαλωτότητας, έστω και χωρίς να συντρέχει περίπτωση εξάρτησης ή αναπηρίας. Το γλείψιμο στο αυτί και ιδίως το δάγκωμα στον λαιμό συνιστούν έντονα προσωπικές και σεξουαλικά φορτισμένες μορφές σωματικής επέμβασης, οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ μία απλή ανάρμοστη κοινωνική επαφή. Το δάγκωμα ειδικότερα ενείχε στοιχείο σωματικής επιβολής και εξευτελισμού, ενώ συνοδεύτηκε από πρόκληση πόνου και ορατών σωματικών σημαδιών. Ως προς την έκταση της βλάβης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η παραπονούμενη υπέστη πραγματική σωματική βλάβη υπό μορφή εκδορών, σημαδιών δοντιών, μικρού αιματώματος και πόνου στη δεξιά τραχηλική περιοχή, γεγονός που κατέστησε αναγκαία την ιατρική εξέτασή της και τη χορήγηση αντιτετανικού ορού. Παράλληλα, οι πράξεις προκάλεσαν στην παραπονούμενη αισθήματα φόβου, αμηχανίας και ταπείνωσης, στοιχεία τα οποία αποτελούν μέρος της πραγματικής διάστασης των συνεπειών των αδικημάτων. Το Δικαστήριο διευκρινίζει, πάντως, ότι δεν πρόκειται για περίπτωση πρόκλησης σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 11(η) του ν.115(Ι)/2021. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ως αντικειμενικά μετριαστικά στοιχεία ότι η σωματική βλάβη που προκλήθηκε δεν ήταν σοβαρή ή μόνιμη. Το δήγμα ήταν επιφανειακό, χωρίς βαθιά πληγή, αποκοπή ιστού ή ανάγκη περαιτέρω ιατρικής παρέμβασης πέραν της χορήγησης αντιτετανικού ορού και οδηγιών. Η παραπονούμενη εξήλθε από το νοσοκομείο την ίδια ημέρα σε καλή κατάσταση. Περαιτέρω, οι πράξεις, αν και σοβαρές και προσβλητικές, δεν περιλάμβαναν παρατεταμένη φυσική βία, χρήση απειλών, εξαναγκασμό, περιορισμό της ελευθερίας της παραπονούμενης ή περαιτέρω κλιμάκωση σε βαρύτερης μορφής σεξουαλική επίθεση. Δεν συντρέχουν επίσης άλλες επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 11, όπως χρήση όπλου, δράση από κοινού με άλλα πρόσωπα, προηγούμενες καταδίκες για παρόμοια αδικήματα ή κατάχρηση δημόσιου λειτουργήματος. Συνολικά αξιολογούμενα, τα αδικήματα παρουσιάζουν αισθητή αντικειμενική σοβαρότητα, ιδίως λόγω της επαναληπτικότητας, της κλιμάκωσης της συμπεριφοράς, της εκμετάλλευσης της θέσης της παραπονούμενης ως νεαρής εργαζόμενης και της έντονα παρεμβατικής και εξευτελιστικής φύσης των πράξεων, χωρίς όμως να ανήκουν στις πλέον ακραίες μορφές των αντίστοιχων αδικημάτων.
Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που έχει εκφραστεί, η οποία ήταν ειλικρινής, ενδεικτική μεταμέλειας. Είναι γεγονός που και το Δικαστήριο διαπίστωσε, μέσα από τη διαδικασία, πως ο Κατηγορούμενος είχε δυσκολευτεί να κατανοήσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, κάτι που συνέβη μετά την καταδίκη του.
Η πάροδος του χρόνου από το 2023 μέχρι σήμερα λαμβάνεται υπόψη υπέρ του Κατηγορούμενου. Βεβαίως, δεν διαπιστώνεται αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ή του Δικαστηρίου ούτε προκύπτει ότι, κατά το μεσοδιάστημα, επήλθαν τέτοιες μεταβολές στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ώστε η ανάγκη επιβολής ουσιαστικής ποινής να έχει ουσιωδώς αμβλυνθεί.
Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη πως ο Κατηγορούμενος δεν έχει βεβαρημένο ποινικό μητρώο ούτε γενικότερα εγκληματικές δραστηριότητες[7]. Το στοιχείο αυτό έχει σημασία ως ένδειξη ότι δεν πρόκειται για πρόσωπο με καταγεγραμμένο ιστορικό παραβατικότητας, χωρίς όμως να μπορεί, από μόνο του, να μειώσει ουσιωδώς τη σοβαρότητα των παρόντων αδικημάτων ή την ανάγκη αποτροπής.
Επίσης, λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες που έχουν εκτεθεί αναφορικά με τον Κατηγορούμενο, που περιλαμβάνουν την ηλικία και τις κοινωνικές του συνθήκες. Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 57 ετών, άγαμος, διαμένει με τους συνταξιούχους γονείς του σε ιδιόκτητη κατοικία, είναι απόφοιτος λυκείου και κολεγίου και εργάζεται ως πωλητής, στον ιδιωτικό τομέα. Οι γονείς του αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και ο Κατηγορούμενος είναι το άτομο που τους παρέχει φροντίδα και υποστήριξη στην καθημερινότητά τους, διεκπεραιώνοντας και διάφορες ανάγκες του νοικοκυριού, όπως μετακινήσεις, αγορές, κ.λπ. Ο ίδιος αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα και λαμβάνει σχετική παρακολούθηση και αγωγή. Διατηρεί αρμονικές σχέσεις με την οικογένεια και ευρύτερα με το κοινωνικό σύνολο.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση είναι τέτοιας σοβαρότητας ώστε να μην επαρκεί η επιβολή χρηματικής ποινής ή άλλης μη στερητικής της ελευθερίας κύρωσης. Η ανάγκη γενικής και ειδικής πρόληψης, καθώς και η ανάγκη προστασίας νεαρών εργαζομένων γυναικών από παρόμοιες συμπεριφορές σε χώρους εργασίας, καθιστούν αναγκαία την επιβολή ποινής φυλάκισης. Ως προς την έκταση της ποινής φυλάκισης, λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Αν και η επιμέτρηση, με βάση την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για κάθε αδίκημα, τον προσδιορισμό της σοβαρότητας του κάθε αδικήματος σε πιο χαμηλό επίπεδο και τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες καταλήγει, γίνεται στάθμιση και με υφιστάμενη νομολογία και ολική αξιολόγηση του συνόλου της υπόθεσης.
Στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 68/2024 και ΠΕ71/2024, 16.7.2025, ο Κατηγορούμενος, ιατρός, 53 ετών, πατέρας τριών παιδιών, φίλησε την καταγγέλλουσα, σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις, τη μία εκ των οποίων βάζοντας τη γλώσσα του στο στόμα της, την ίδια ημέρα, ενώ η καταγγέλλουσα βρισκόταν στο νοσοκομείο, στο εξεταστικό κρεβάτι, συνερχόμενη από νάρκωση στην οποίαν είχε υποβληθεί λόγω προηγούμενης εξέτασης, και διανθίζοντας τις πράξεις του με ευθυμία, παρά την εκδηλωμένη ενόχληση της καταγγέλλουσας. Ήταν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας η καταδίκη σε 4 μήνες φυλάκιση, στην οποία ακούστηκαν συνολικά 11 μάρτυρες, ενώ είχε προσκομιστεί και μαρτυρία για ψυχικό τραύμα που υπέστη η ασθενής, για το οποίο απαιτήθηκαν συνεδρίες με ψυχολόγο επί τρίμηνη περίοδο, καθώς και παραπομπή σε ψυχίατρο, η οποία χορήγησε φαρμακευτική αγωγή για μικρό διάστημα προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων (θυμού, αγανάκτησης, λύπης, φόβου, αναστάτωσης, κρίσεων πανικού). Ο ιατρός είχε υποστεί επαγγελματικές συνέπειες και κοινωνική απαξίωση, υπήρχε λευκό ποινικό μητρώο. Κατ’ έφεση, παρόλο που εκφράστηκε δισταγμός, αναφέροντας πως, υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και μεγαλύτερη ποινή, δεν κρίθηκε ότι χρειαζόταν επέμβαση, καθότι δεν υπήρχε λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της εξουσίας του Δικαστηρίου, διατηρώντας τελικά την ποινή φυλάκισης των 4 μηνών. Έκρινε, ωστόσο, ότι τα δεδομένα της εν λόγω υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Η παρούσα υπόθεση, παρότι σοβαρή, διαφοροποιείται από την Αντωνίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ως προς την έκταση της βλάβης και την απουσία αποδεδειγμένου μακροχρόνιου ψυχικού τραύματος ή ιδιαίτερης σχέσης εξάρτησης αντίστοιχης εκείνης της υπόθεσης. Ωστόσο, παρουσιάζει επίσης έντονα επιβαρυντικά χαρακτηριστικά, ιδίως λόγω της διαφοράς ηλικίας, της εκμετάλλευσης της επαγγελματικής θέσης της παραπονούμενης και της επαναληπτικότητας της συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και την Ιωάννου ν. Αστυνομίας κ.α. ΠΕ 33/2025 και 34/2025, ημερ. 2.2.2026, όπου επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης τριών μηνών για άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, καθώς και συντρέχουσες ποινές ενός μηνός για κοινές επιθέσεις. Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει συγκρίσιμα αλλά και διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά. Από τη μία πλευρά, δεν πρόκειται για περίπτωση κατάχρησης θεσμικής ή υπηρεσιακής εξουσίας ούτε για συμπεριφορά παρατεταμένης διάρκειας, όπως στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας (ανωρέρω). Από την άλλη πλευρά, οι πράξεις του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση περιλάμβαναν γλείψιμο στο αυτί και δάγκωμα στον λαιμό νεαρής εργαζόμενης, με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης που επιβεβαιώθηκε από ανεξάρτητη ιατρική μαρτυρία, καθώς και επανάληψη και κλιμάκωση της συμπεριφοράς σε διαδοχικές ημέρες. Σε αμφότερες τις προαναφερόμενες υποθέσεις, το πλαίσιο των 3 έως 4 μηνών, με δυνατότητα επαύξησης, αναφέρεται σε άμεση ποινή φυλάκισης.
Οι ποινές κρίνονται σκόπιμο να συντρέχουν, καθότι τα αδικήματα τελέστηκαν στο πλαίσιο της ίδιας γενικής συμπεριφοράς και της ίδιας ουσιαστικά εγκληματικής δράσης του Κατηγορούμενου έναντι της ίδιας παραπονούμενης, σε πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα δύο διαδοχικών ημερών. Η 3η κατηγορία, ειδικότερα, αφορά τη σωματική βλάβη που προκλήθηκε από την ίδια πράξη η οποία στοιχειοθετεί και την άσεμνη επίθεση της 2ης κατηγορίας, ήτοι το δάγκωμα στον λαιμό της παραπονούμενης. Υφίσταται, συνεπώς, σαφής πραγματική και χρονική συνάφεια μεταξύ των αδικημάτων, χωρίς να προκύπτει διακριτή εγκληματική δραστηριότητα που να δικαιολογεί τη διαδοχική έκτιση των ποινών. Το Δικαστήριο εστιάζει ώστε η συνολική ποινή που θα προκύπτει από τη συντρέχουσα λειτουργία τους να αντανακλά επαρκώς τη συνολική απαξία της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου και να ικανοποιεί τους σκοπούς της ποινής, χωρίς να οδηγεί σε δυσανάλογο αποτέλεσμα.
Επιβάλλονται:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 8 μηνών
2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 8 μηνών, συντρέχουσα
3η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 5 μηνών, συντρέχουσα
Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν μεταξύ τους.
Έγινε εισήγηση από την πλευρά της Υπεράσπισης για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[8]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[9]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[10].
Το Δικαστήριο δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενη και κλιμακούμενη ανεπιθύμητη σωματική και σεξουαλικά φορτισμένη συμπεριφορά σε βάρος ιδιαίτερα νεαρής εργαζόμενης, στον χώρο εργασίας της, η οποία προκάλεσε τόσο σωματικό πόνο όσο και αισθήματα φόβου, αμηχανίας και ταπείνωσης στην παραπονούμενη. Η ανάγκη γενικής πρόληψης σε αδικήματα που αφορούν παραβίαση της σωματικής αυτονομίας γυναικών σε χώρους εργασίας είναι αυξημένη και αποτελεί παράγοντα στον οποίο το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο χωρίς προηγούμενες καταδίκες ή άλλη καταγεγραμμένη ποινική εμπλοκή. Παρά τη σοβαρότητα και τον απαράδεκτο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, δεν προέκυψαν στοιχεία που να καταδεικνύουν παγιωμένη ροπή προς τέτοιου είδους αδικήματα, ευρύτερο μοτίβο σεξουαλικά παρεμβατικής συμπεριφοράς ή γενικότερα προσωπικότητα με σταθερά χαρακτηριστικά παραβατικής ή βίαιης συμπεριφοράς. Η σωματική βλάβη που προκλήθηκε, αν και μη αμελητέα, δεν ήταν σοβαρή ή μόνιμη, ούτε η υπόθεση περιλάμβανε παρατεταμένη φυσική βία, απειλές ή περαιτέρω κλιμάκωση σε βαρύτερης μορφής σεξουαλική επίθεση. Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης παραμένει ποινή πραγματικής βαρύτητας και ότι η ίδια η καταδίκη για αδικήματα αυτού του είδους συνεπάγεται σοβαρές προσωπικές, κοινωνικές και επαγγελματικές συνέπειες για τον Κατηγορούμενο, αλλά θα έχει ιδιαίτερα δυσχερείς συνέπειες και για τους δύο ηλικιωμένους γονείς του, οι οποίοι είναι εξαρτώμενοί του. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζοντας πρόβλημα υγείας, έχει βιώσει πραγματικά το βάρος αυτής της διαδικασίας, με την οποία ήρθε αντιμέτωπος, λόγω της ανέλεγκτης παρόρμησής του με την παραπονούμενη, τη δεδομένη χρονική στιγμή. Το υποστηρικτικό δίκτυο που διαθέτει ο Κατηγορούμενος είναι της φύσης και της ποιότητας που είναι πιθανότερο να τον συγκρατήσει και να τον βοηθήσει, να απέχει στο μέλλον από οποιαδήποτε παρόμοιας φύσης παρόρμηση. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η αποτρεπτική λειτουργία της ποινής μπορεί να εξυπηρετηθεί και χωρίς άμεση έκτιση της ποινής. Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο ότι η αναστολή που εξετάζεται δεν αφορά ήσσονος σημασίας κύρωση, αλλά ποινή φυλάκισης, ουσιαστικής διάρκειας συγκριτικά με τις υποθέσεις που αναφέρθηκαν, η οποία θα παραμένει ενεργή και εκτελεστή για σημαντικό χρονικό διάστημα. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης με αναστολή εκτέλεσης εξακολουθεί να αποτυπώνει την αποδοκιμασία της έννομης τάξης για τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, να λειτουργεί αποτρεπτικά τόσο για τον ίδιο όσο και για τρίτους και ταυτόχρονα να του παρέχει μία δεύτερη ευκαιρία, υπό τη σαφή προειδοποίηση ότι οποιαδήποτε μελλοντική παραβατική συμπεριφορά πιθανότερο να καθιστά εξαιρετικά δυσχερή την εκ νέου επίκληση της επιείκειας του Δικαστηρίου. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα.
[εξηγείται η σημασία της αναστολής]
Έξοδα: €280 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων (μετά την τελεσιδικία): Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο να επιστραφούν στην Αστυνομία, για να τύχουν περαιτέρω διαχείρισης από αυτήν ως εξής: το USB και το cd με τα πλάνα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) …………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Άρθρο 151 ΠΚ.
[2] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[3] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[4] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[5] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[6] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[7] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304, Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.
[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[9] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[10] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο