ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 11186 / 2021
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Σ. Σ.
__________________________
Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Σοφοκλέους (κα), για την Κατηγορούμενη
Κατηγορούμενη: παρούσα
ΠΟΙΝΗ
Η Κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής στην κατηγορία ότι μεταξύ του μηνός Μαΐου 2017 και Νοεμβρίου 2019, στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε από τα κατονομαζόμενα πρόσωπα, από τη Ρωσία, το χρηματικό ποσό των €36.200, δηλαδή προσποιήθηκε ψευδώς και συμφώνησε ότι θα τους εξασφάλιζε διαβατήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του συστήματος πολιτογράφησης στην Κύπρο με ειδικά κριτήρια, με αποτέλεσμα να της δώσουν το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε πως τα ως άνω λεχθέντα ήταν ψευδή [1η Κατηγορία, εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, άρθρο 298 ΠΚ]. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη κατηγορείται πως κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία, δηλαδή το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε ή κατείχε αυτό [2η Κατηγορία, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, άρθρο 4(1)(α)(ιιι)(2) ν.188(Ι)/2007].
Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, είναι η φυλάκιση μέχρι τα 5 έτη, ενώ η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην περίπτωση που υπάρχει υφιστάμενη γνώση, είναι η φυλάκιση μέχρι τα 14 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις €500.000.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2], καθώς και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που εκτέθηκαν πληρέστερα καταγράφθηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας. Οι παραπονούμενοι, ζεύγος από τη Ρωσία, κατήγγειλαν στο ΤΑΕ Λεμεσού ότι κατά τον Μάιο 2017 συμφώνησαν με την Κατηγορούμενη ότι, σε διάστημα εντός έτους από την ημερομηνία της συμφωνίας, θα τους είχε εξασφαλίσει διαβατήρια μέσω του προγράμματος πολιτογράφησης, με ειδικά κριτήρια. Για την εν λόγω συμφωνία, κατέλαβαν €31.700, παρουσιάζοντας και σχετικές αποδείξεις για την πληρωμή του. Ενώ ενημερώθηκε η Κατηγορούμενη ότι η αξία της περιουσίας που αγόρασαν στην Κύπρο ήταν κοντά στο ένα εκατομμύριο, τους διαβεβαίωσε πως πληρούσαν τα κριτήρια και θα τους εξασφάλιζε τα διαβατήρια. Στην πορεία, έγιναν διάφορες συναντήσεις και τηλεφωνική επικοινωνία με την Κατηγορούμενη, η οποία, με διάφορες δικαιολογίες, προσπαθούσε να καθησυχάσει τους παραπονούμενους, χωρίς όμως να έχει εξασφαλίσει τα διαβατήρια ή να επιστρέψει τα χρήματα. Οι παραπονούμενοι παρέδωσαν στην Αστυνομία σχετική επιστολή που τους παρέδωσε η Κατηγορούμενη, που αφορούσε την πράξη, και δικαιολογητικά των χρημάτων που είχαν δοθεί. Η Κατηγορούμενη ήταν δικηγόρος και, στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της, είχε συνάψει τη συμφωνία. Οι παραπονούμενοι αποτάθηκαν σε άλλο δικηγόρο, ο οποίος τους ενημέρωσε πως δεν πληρούσαν τα κριτήρια για την απόκτηση Κυπριακού διαβατηρίου. Στη συνέχεια, ο νέος δικηγόρος ενημέρωσε γραπτώς την Κατηγορούμενη όπως άμεσα επιστρέψει τα χρήματα, χωρίς αποτέλεσμα. Από εξετάσεις μέσω του Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, διαπιστώθηκε ότι δεν υποβλήθηκε οποτεδήποτε αίτηση για πολιτογράφηση, ενώ με βάση το τρέχον σχέδιο, δεν πληρούνταν τα κριτήρια, κάτι που γνώριζε η Κατηγορούμενη, αφού της είχε δοθεί αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου της οικίας που είχαν αγοράσει οι παραπονούμενοι, που ήταν χαμηλότερης αξίας. Κατάθεση λήφθηκε και από πρόσωπο που ανέφερε πως γνώριζε τους παραπονούμενους. Εκείνη τους σύστησε στην Κατηγορούμενη, αλλά με την εξέλιξη της υπόθεσης, τους συμβούλευσε να καταγγείλουν την υπόθεση στην Αστυνομία. Ακολούθησε ανακριτικό έργο, στο πλαίσιο του οποίου δεν δόθηκαν συγκεκριμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που είχαν υποβληθεί. Έπειτα, η θέση που είχε υποβληθεί ήταν πως δεν είχε γίνει καταδολίευση ούτε απόσπαση του ποσού, πέραν της αμοιβής που καταβλήθηκε με την ελεύθερη βούληση των παραπονουμένων, οι οποίοι πάντοτε είχαν υπόψη τους ότι την πλήρωναν, και σε περίπτωση που θα μπορούσε να ήταν ολοκληρωμένη η αίτησή τους, τότε θα μπορούσε να υποβληθεί στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Δόθηκε έμφαση, από τη συνήγορο της Κατηγορούμενης, στο ζήτημα της δικηγορίας, αναφέροντας πως είχε αυτό τον τίτλο, ωστόσο δεν ήταν παράγοντας για να εξασφαλιστούν τα χρήματα, με την έννοια του ότι δεν είναι απαιτούμενη η χρήση δικηγορικών υπηρεσιών για μία τέτοια εργασία. Ήταν η παρουσίαση ότι θα εξασφαλίσει το διαβατήριο, ανεξαρτήτως ιδιότητας.
Με αποκλειστική εστίαση στον τρόπο δράσης της Κατηγορούμενης και στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της πράξης, σημειώνεται ότι η δράση δεν ήταν στιγμιαία ή ευκαιριακή, αλλά εκτεινόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι μεταξύ Μαΐου 2017 και Νοεμβρίου 2019, γεγονός που καταδεικνύει οργανωμένη και συνειδητή μεθόδευση. Η διάρκεια της παραπλανητικής συμπεριφοράς ενισχύει τη σοβαρότητα τόσο του αδικήματος των ψευδών παραστάσεων όσο και του αδικήματος της απόκτησης ή κατοχής προϊόντος εγκλήματος. Παράλληλα, η υπόσχεση εξασφάλισης κυπριακών διαβατηρίων μέσω ειδικού καθεστώτος πολιτογράφησης στηριζόταν σε ζήτημα με τεχνικό και νομικό χαρακτήρα, δύσκολα ελέγξιμο από τους παραπονούμενους, στοιχείο που αύξανε αντικειμενικά την πειστικότητα της απάτης. Η Κατηγορούμενη ενεργούσε υπό την ιδιότητα της δικηγόρου και στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητας. Η ιδιότητα αυτή, ανεξαρτήτως του κατά πόσον ήταν αναγκαία για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας πολιτογράφησης, προσέδιδε αυξημένη αξιοπιστία στις παραστάσεις της και ενίσχυε αντικειμενικά τη δυνατότητα πρόκλησης πλάνης στους παραπονούμενους, ιδίως λόγω του εξειδικευμένου χαρακτήρα της διαδικασίας. Η επίκληση εξειδικευμένης γνώσης και επαγγελματικής επάρκειας συνέβαλε στη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης και στην αποτελεσματικότητα της παραπλάνησης. Δεν περιορίστηκε δε σε μία μόνο ψευδή παράσταση. Αντιθέτως, υπήρξαν επανειλημμένες επικοινωνίες και συναντήσεις, κατά τις οποίες δίνονταν διάφορες δικαιολογίες προς καθησυχασμό των παραπονουμένων, γεγονός που συνιστά ενεργό και συνεχιζόμενη συντήρηση της πλάνης. Περαιτέρω, το ποσό των €36.200 δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέο, ενώ το ύψος του οικονομικού οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας συνιστά αντικειμενικό δείκτη αυξημένης σοβαρότητας. Επιβαρυντικά λειτουργεί και το ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε, βάσει των στοιχείων που της είχαν δοθεί αναφορικά με την αξία του ακινήτου, ότι οι παραπονούμενοι δεν πληρούσαν τα απαιτούμενα κριτήρια πολιτογράφησης, ενώ ουδέποτε υποβλήθηκε σχετική αίτηση. Η ψευδής παράσταση αφορούσε επομένως γεγονός το οποίο η ίδια γνώριζε εξαρχής ως ανέφικτο. Η ύπαρξη σχετικής επιστολής και η λήψη χρημάτων με αποδείξεις προσέδιδαν στην όλη συναλλαγή εξωτερικά χαρακτηριστικά επαγγελματικής νομιμότητας, ενισχύοντας περαιτέρω την αξιοπιστία της παραπλανητικής συμπεριφοράς. Επιπλέον, παρά τις μεταγενέστερες οχλήσεις και τη γραπτή απαίτηση επιστροφής των χρημάτων, αυτά δεν επιστράφηκαν, με αποτέλεσμα η συνέχιση της κατοχής του ποσού να συνδέεται άμεσα με τη σοβαρότητα του αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το τελευταίο αδίκημα δεν είναι ανεξάρτητο από την απάτη, αλλά αφορά ακριβώς το προϊόν της. Ως εκ τούτου, η ίδια μεθοδευμένη συμπεριφορά λειτουργεί σωρευτικά, αφού αφενός θεμελιώνει την εξαπάτηση και αφετέρου προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην κατοχή των χρημάτων ως προϊόντος εγκλήματος, με αποτέλεσμα η ενότητα των πραγματικών περιστατικών να ενισχύει τη συνολική εγκληματική απαξία της συμπεριφοράς.
Από την άλλη πλευρά, παρά τη διάρκεια και τη μεθόδευση της δράσης, δεν προκύπτει χρήση περίπλοκου μηχανισμού απόκρυψης, εικονικών εταιρειών, πολλαπλών τραπεζικών λογαριασμών ή διασυνοριακής διακίνησης χρημάτων. Η υπόθεση φαίνεται να παρέμεινε σε επίπεδο προσωπικής συναλλαγής μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων. Ομοίως, δεν αναφέρεται κατασκευή πλαστών διαβατηρίων, ψευδών αιτήσεων ή παραχάραξη επίσημων κρατικών εγγράφων, αλλά η εγκληματική συμπεριφορά περιορίστηκε σε ψευδείς διαβεβαιώσεις και κατοχή των χρημάτων που αποκτήθηκαν. Επίσης, δεν διαφαίνεται συμμετοχή τρίτων στο πλαίσιο οργανωμένου εγκληματικού σχήματος ούτε προκύπτει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, σύστημα επαναλαμβανόμενης εξαπάτησης πολλών θυμάτων. Περαιτέρω, αναφορικά με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα γεγονότα περιορίζονται στην απόκτηση ή κατοχή του επίδικου ποσού, χωρίς να προκύπτουν περαιτέρω ενέργειες μεταμφίεσης της παράνομης προέλευσης, επένδυσης, μεταφοράς ή πολυσταδιακής ενσωμάτωσης των χρημάτων στο οικονομικό σύστημα, στοιχεία τα οποία θα αύξαναν ουσιωδώς τη σοβαρότητα του αδικήματος. Τέλος, η απόσπαση των χρημάτων έγινε μέσω πειθούς και παραπλανητικών διαβεβαιώσεων και όχι μέσω βίας, απειλών ή άλλης μορφής εξαναγκασμού, γεγονός που, χωρίς να μειώνει τον δόλο της δράσης, περιορίζει την αντικειμενική επικινδυνότητα του τρόπου τέλεσης σε σύγκριση με βαρύτερες μορφές οικονομικού εγκλήματος.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων κατά τα έτη 2017-2019, μέχρι την καταχώριση της υπόθεσης το 2021 και μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας, σε συνάρτηση τόσο με τη φύση και τη σοβαρότητα των υπό εξέταση αδικημάτων όσο και με τους λόγους στους οποίους οφείλεται η παρέλευση αυτή. Η χρονική απόσταση από τη διάπραξη των αδικημάτων αποτελεί παράγοντα σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής, χωρίς όμως να αποδυναμώνει αφ’ εαυτής τη σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς, ιδίως όταν πρόκειται για οικονομικά αδικήματα που παρουσιάζουν στοιχεία μεθόδευσης.
Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε, καθώς και το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες εις βάρος της.
Επιπλέον, εκφράστηκε πρόθεση αποζημίωσης των παραπονουμένων. Το στοιχείο αυτό, συνεκτιμώμενο, μαρτυρεί διάθεση αναγνώρισης της απαξίας της πράξης, ωστόσο δεν αρκεί η έκφραση πρόθεσης αποζημίωσης σε τέτοιας φύσης αδικήματα, όταν δεν γίνεται ή και δεν μπορεί να γίνει πράξη[6].
Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα τέθηκαν ενώπιόν του αναφορικά με το προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό της υπόβαθρο. Η Κατηγορούμενη γεννήθηκε το 1981 στη Λεμεσό και είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 13 ετών, του οποίου έχει την αποκλειστική φροντίδα και ανατροφή, καθότι ουδέποτε συνήψε γάμο με τον πατέρα του παιδιού ούτε υπήρξε κοινή οικογενειακή συμβίωση για την ανατροφή του. Λόγω της κράτησής της στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης και ελλείψει άλλου προσώπου που να μπορούσε να αναλάβει τη φροντίδα του ανηλίκου, αναγκάστηκε να συναινέσει ώστε το παιδί να μεταβεί και να διαμένει με τον πατέρα του στο Dubai, πριν από τις συνθήκες πολέμου που επικράτησαν στην περιοχή. Όπως εκτέθηκε, η κατάσταση αυτή έχει επιβαρύνει ιδιαίτερα την ψυχολογική της κατάσταση, δεδομένου ότι, ενώ τελεί υπό κράτηση, ταυτόχρονα βιώνει την αγωνία μητέρας που αισθάνεται ότι το ανήλικο τέκνο της βρίσκεται σε χώρα υπό ασταθείς συνθήκες, χωρίς η ίδια να έχει τη δυνατότητα να παρέμβει ουσιαστικά για την προστασία του. Αναφέρθηκε επίσης ότι, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, κατέβαλλε διαχρονικά προσπάθειες τόσο οικονομικής όσο και συναισθηματικής στήριξης του παιδιού της, με γνώμονα την ορθή ανατροφή και εκπαίδευσή του. Στο ίδιο πλαίσιο, το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι η Κατηγορούμενη φαίνεται να μεγάλωσε υπό δύσκολες οικογενειακές συνθήκες. Σε ηλικία έξι ετών μετοίκησε με την οικογένειά της στην Αυστραλία, όπου πέρασε μέρος των παιδικών της χρόνων, πριν επιστρέψει στην Κύπρο για τη συνέχιση της εκπαίδευσής της. Όπως αναφέρθηκε, ο πατέρας της αντιμετώπιζε προβλήματα που σχετίζονταν με τον τζόγο και αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη όταν η ίδια ήταν σε νεαρή ηλικία, με αποτέλεσμα η μητέρα της να αποτελεί το βασικό στήριγμά της. Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών της χρόνων στην Αγγλία αντιμετώπισε σοβαρή ψυχολογική δυσχέρεια και καταθλιπτικό επεισόδιο, γεγονός που επηρέασε προσωρινά τη φοίτησή της. Παρά ταύτα, στη συνέχεια κατόρθωσε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τις σπουδές της σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου και να εργαστεί ως δικηγόρος. Αναφέρθηκε περαιτέρω, στο πλαίσιο των προσωπικών συνθηκών της Κατηγορούμενης, ότι, κατά την ενήλικη ζωή της, η Κατηγορούμενη βρέθηκε σε προσωπικές σχέσεις οι οποίες χαρακτηρίζονταν από προβληματικές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βίαιες συμπεριφορές, με συναφείς υποθέσεις να εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίου. Σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η ίδια βρισκόταν υπό καθεστώς πίεσης, φόβου και απειλών με οικονομικές προεκτάσεις. Παρά τις δυσκολίες αυτές, κατάφερε να ολοκληρώσει την επαγγελματική της πορεία και να αναθρέψει το παιδί της. Το σύνολο των πιο πάνω προσωπικών περιστάσεων δεν δικαιολογεί ούτε μειώνει τη σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων, αποτελεί όμως μέρος της εξατομίκευσης της ποινής και λαμβάνεται υπόψη στο μέτρο που σχετίζεται με την ανθρώπινη και προσωπική διάσταση της υπόθεσης.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή της Κατηγορούμενης, στον χρόνο και υπό τις συνθήκες που αυτή έλαβε χώρα. Δεν πρόκειται για άμεση παραδοχή, ώστε να της αποδοθεί η μέγιστη ελαφρυντική επίδραση. Εντούτοις, η παραδοχή εξοικονόμησε πολύτιμο δικαστικό χρόνο και αποφεύχθηκε η διεξαγωγή πλήρους ακροαματικής διαδικασίας[7].
Οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς. Αποτελούν, ωστόσο, ουσιώδη στοιχεία για την εξατομίκευση της ποινής και για την επιλογή της ποινικής μεταχείρισης που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τον τρόπο δράσης της Κατηγορούμενης, τη διάρκεια της παραπλανητικής συμπεριφοράς, καθώς και την έκταση της οικονομικής βλάβης που προκλήθηκε, σε συνάρτηση με όλα όσα έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή της φυλάκισης. Η επιβολή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν θα ανταποκρινόταν επαρκώς στην αντικειμενική σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς ούτε στους σκοπούς της ποινής, υπό το φως των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης.
Η έκταση της ποινής φυλάκισης καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή για κάθε αδίκημα (5 έτη/60 μήνες και αντίστοιχα 14 έτη/168 μήνες) και, αφετέρου, τον βαθμό αντικειμενικής σοβαρότητας που παρουσιάζουν τα επίδικα αδικήματα. Ειδικότερα, το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κρίνεται ως υψηλής αντικειμενικής σοβαρότητας, λόγω της μεθοδευμένης και διαρκούς παραπλανητικής συμπεριφοράς, της εκμετάλλευσης σχέσης εμπιστοσύνης και του ύψους της οικονομικής ζημίας που προκλήθηκε. Αντιθέτως, όσον αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η αντικειμενική σοβαρότητα τοποθετείται σε χαμηλότερο επίπεδο, καθότι τα γεγονότα περιορίζονται στην απόκτηση και κατοχή του επίδικου ποσού, χωρίς να προκύπτουν περαιτέρω σύνθετες ενέργειες απόκρυψης, μεταμφίεσης ή ενσωμάτωσης των χρημάτων στο οικονομικό σύστημα. Παράλληλα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων των προσωπικών περιστάσεων της Κατηγορούμενης, του λευκού ποινικού μητρώου, της παραδοχής, της παρέλευσης χρόνου και της εκφρασθείσας πρόθεσης αποζημίωσης. Γίνεται επίσης αναγκαία στάθμιση με την υφιστάμενη νομολογία σε συναφείς υποθέσεις, με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας και της εξατομίκευσης της ποινής. Για τον σκοπό αυτό, έχω υπόψη μου και τις υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε η συνήγορος της Κατηγορούμενης.
Ειδικότερα, στην υπόθεση Στεφάνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 18/2020, 1.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B295, όπου επιβλήθηκαν, για τη σοβαρότερη περίπτωση απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (ποσό €85.586), ποινή φυλάκισης 2 ετών για το γενεσιουργό αδίκημα και ποινή φυλάκισης 3½ ετών για το αντίστοιχο αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συντρέχουσες με άλλες μικρότερες ποινές, η εγκληματική συμπεριφορά χαρακτηριζόταν από εκτεταμένη, επαναλαμβανόμενη και ουσιαστικά κατ’ επάγγελμα δράση, με χρονική διάρκεια πέραν των δύο ετών, πολλαπλά θύματα, παγκύπρια δραστηριότητα και συνολικό οικονομικό όφελος που υπερέβαινε τις €100.000. Εκεί, η κατηγορούμενη προέβαινε συστηματικά σε διαφορετικές μορφές ψευδών παραστάσεων, παρουσιαζόταν ψευδώς ως εκπρόσωπος εταιρειών, υποσχόταν αγορά αυτοκινήτων, ακινήτων, εξασφάλιση θέσεων εργασίας, υποτροφιών και άλλων ωφελημάτων, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο περιέγραψε τη δράση της ως «επίμονη, μεθοδική, θεατρική και ευφάνταστη», κρίνοντας ότι ενεργούσε ουσιαστικά «κατ’ επάγγελμα». Περαιτέρω, στην εν λόγω υπόθεση υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες για όμοια αδικήματα, καθώς και άλλες υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, στοιχεία που ενίσχυαν την ανάγκη αυξημένης αποτροπής και αυστηρής ποινικής αντιμετώπισης. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, μολονότι η εγκληματική συμπεριφορά παρουσιάζει αναμφίβολα σοβαρότητα, στοιχεία μεθόδευσης και εκμετάλλευση σχέσης εμπιστοσύνης, διαφοροποιείται ουσιωδώς ως προς την έκταση και την ένταση της εγκληματικής δραστηριότητας. Η υπόθεση αφορά ένα ζεύγος παραπονουμένων, μία ουσιαστικά συναφή εγκληματική πράξη, αισθητά μικρότερο οικονομικό όφελος, απουσία προηγούμενων καταδικών, απουσία οργανωμένης ή επαναλαμβανόμενης κατ’ επάγγελμα εξαπατητικής δραστηριότητας και έλλειψη στοιχείων πολυσύνθετης εγκληματικής μεθόδευσης. Περαιτέρω, όσον αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης περιορίζονται στην απόκτηση και κατοχή του προϊόντος του βασικού αδικήματος, χωρίς να προκύπτουν περαιτέρω ενέργειες απόκρυψης, μεταμφίεσης ή ενσωμάτωσης των χρημάτων στο οικονομικό σύστημα, όπως παρατηρείται σε σοβαρότερες μορφές τέτοιων αδικημάτων. Υπό το φως των πιο πάνω διαφοροποιήσεων, η παρούσα υπόθεση, αν και σοβαρή και τέτοια που επιβάλλει αποτρεπτική αντιμετώπιση, τοποθετείται σε αισθητά χαμηλότερο επίπεδο συνολικής εγκληματικής απαξίας σε σύγκριση με υποθέσεις όπου δικαιολογήθηκαν πολυετείς ποινές φυλάκισης ιδιαίτερης αυστηρότητας.
Έγινε επίσης αναφορά από την Υπεράσπιση στην Παπαπαύλου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 121/2021, 5.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B379, όπου η εγκληματική συμπεριφορά παρουσίαζε αισθητά βαρύτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Εκεί, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας από κοινού με άλλα πρόσωπα, συμμετείχε σε οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης χρηματοπιστωτικού ιδρύματος μέσω κατάρτισης και κυκλοφορίας πλαστής έκθεσης εκτίμησης ακινήτου, με σκοπό την εξασφάλιση δανείου ύψους €150.000. Η υπόθεση περιλάμβανε συνωμοσία, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε καταρτιστεί συγκεκριμένο και καλά μελετημένο σχέδιο, στο οποίο κάθε εμπλεκόμενος είχε διακριτό ρόλο προς επίτευξη του κοινού παράνομου σκοπού. Η εγκληματική δράση περιλάμβανε χρήση πλαστής εκτίμησης ακινήτου, ψευδή παρουσίαση της αξίας του ακινήτου από περίπου €8.000-€10.000 σε €281.000, παραπλάνηση τραπεζικού οργανισμού και εξασφάλιση σημαντικού χρηματικού οφέλους μέσω σύνθετης μεθόδευσης και χρήσης πλαστών εγγράφων. Υπό τις περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης, και παρά τη συνεκτίμηση προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων, της επαγγελματικής ιδιότητας του κατηγορουμένου ως μόνιμου στρατιωτικού και της παρόδου χρόνου, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και 2½ ετών για την πλαστογραφία. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, παρότι η συμπεριφορά της Κατηγορούμενης παρουσιάζει σοβαρότητα, μεθοδευμένη παραπλάνηση και εκμετάλλευση σχέσης εμπιστοσύνης, δεν προκύπτει συμμετοχή σε οργανωμένο σχέδιο πολλών προσώπων, χρήση πλαστών εγγράφων ή σύνθετος μηχανισμός εξαπάτησης χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Η υπόθεση περιορίζεται ουσιαστικά σε μία συναλλαγή με συγκεκριμένους παραπονουμένους, χωρίς στοιχεία συνωμοτικής δομής ή πολυεπίπεδης εγκληματικής οργάνωσης, ενώ όσον αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης, τα γεγονότα περιορίζονται στην κατοχή και απόκτηση του προϊόντος του βασικού αδικήματος χωρίς περαιτέρω πράξεις απόκρυψης ή μεταμφίεσης της παράνομης προέλευσης των χρημάτων. Υπό το φως των πιο πάνω διαφοροποιήσεων, η παρούσα υπόθεση, μολονότι σοβαρή και τέτοια που δικαιολογεί αποτρεπτική ποινική αντιμετώπιση, τοποθετείται σε αισθητά χαμηλότερο επίπεδο συνολικής εγκληματικής απαξίας σε σχέση με υποθέσεις όπου επιβλήθηκαν πολυετείς ποινές φυλάκισης ιδιαίτερης αυστηρότητας.
Η παρούσα υπόθεση δεν είναι συγκρίσιμη με άλλες υποθέσεις, αυξημένης ή ιδιαίτερης σοβαρότητας, που απασχόλησαν τη νομολογία, στις οποίες διαπιστώθηκε εκτεταμένη και κατ’ επάγγελμα εγκληματική δράση, πολλαπλά θύματα, οργανωμένη μεθόδευση, χρήση πλαστών εγγράφων, σύνθετες πράξεις συγκάλυψης ή σημαντικά υψηλότερο οικονομικό όφελος. Παρότι τα υπό κρίση αδικήματα είναι αναμφίβολα σοβαρά και επιβάλλουν αποτρεπτική αντιμετώπιση, τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς ως προς την έκταση, την ένταση και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εγκληματικής δραστηριότητας.
Παρότι υφίσταται η δυνατότητα επιβολής συντρεχουσών ποινών και στις δύο κατηγορίες, το Δικαστήριο κρίνει ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η επιβολή ποινής μόνο στη 2η Κατηγορία ανταποκρίνεται επαρκώς στη συνολική εγκληματική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης. Η κρίση αυτή εδράζεται στη στενή πραγματική συνάφεια των δύο αδικημάτων, τα οποία απορρέουν από τα ίδια ουσιαστικά γεγονότα, καθώς και στο γεγονός ότι η ποινική απαξία της 2ης Κατηγορίας ενσωματώνει σε σημαντικό βαθμό την απαξία της γενεσιουργού πράξης. Περαιτέρω, στην παρούσα υπόθεση, το αδίκημα της νομιμοποίησης δεν περιλαμβάνει πρόσθετες σύνθετες πράξεις απόκρυψης, μεταμφίεσης ή διοχέτευσης των παράνομων εσόδων στο οικονομικό σύστημα, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην κατοχή και απόκτηση του προϊόντος του βασικού αδικήματος. Υπό το φως της αρχής της συνολικότητας της ποινής και της ανάγκης διατήρησης της αναλογικότητας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή ξεχωριστής ποινής και στις δύο κατηγορίες δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών της ποινής.
Επιβάλλεται:
2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 30 μηνών.
1η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στη 2η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
Στο πλαίσιο της αρχής της συνολικότητας και της αναλογικότητας, και λόγω του ότι η Κατηγορούμενη έχει καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, σε άμεση ποινή φυλάκισης 6 ετών, στην ποινική υπόθεση αρ. 12661/2025, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην ποινική υπόθεση αρ. 12661/2025 Κακουργοδικείου Λεμεσού, και έχοντας υπόψη ότι τυχόν διαδοχική ποινή θα ήταν δυσανάλογη, η ποινή που επιβάλλεται στην παρούσα υπόθεση να συντρέχει με την ποινή που επί του παρόντος εκτίεται στην ποινική υπόθεση αρ. 12661/2025 Κακουργοδικείου Λεμεσού, δηλαδή να προσμετρά από σήμερα.
Έγινε εισήγηση να ανασταλεί η εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[8]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[9]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[10].
Στην παρούσα υπόθεση, παρά τους σημαντικούς ελαφρυντικούς παράγοντες που έχουν ληφθεί υπόψη και οδήγησαν ήδη σε ουσιαστική διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης της Κατηγορούμενης, η φύση και οι περιστάσεις των αδικημάτων δεν επιτρέπουν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Η εγκληματική συμπεριφορά δεν υπήρξε στιγμιαία ή παρορμητική, αλλά εκτεινόταν σε σημαντικό χρονικό διάστημα, χαρακτηριζόταν από μεθόδευση, επαναλαμβανόμενες ψευδείς παραστάσεις και ενεργή συντήρηση της παραπλάνησης, με σκοπό την απόσπαση σημαντικού χρηματικού ποσού. Η Κατηγορούμενη ενήργησε αξιοποιώντας την επαγγελματική της ιδιότητα και την εμπιστοσύνη που αυτή ενέπνεε, ενώ γνώριζε ότι οι παραπονούμενοι δεν πληρούσαν τα απαιτούμενα κριτήρια και ότι ουδέποτε υπήρχε πραγματική δυνατότητα υλοποίησης όσων τους παρουσιάζονταν. Η δε ζημία που προκλήθηκε παραμένει ουσιαστικά μη αποκατεστημένη. Περαιτέρω, η επιβολή άμεσα εκτελεστής ποινής κρίνεται αναγκαία για λόγους γενικής και ειδικής πρόληψης. Αδικήματα οικονομικής φύσεως που ενέχουν στοιχεία απάτης, εκμετάλλευσης εμπιστοσύνης και ιδιοποίησης χρημάτων τρίτων υπονομεύουν την ασφάλεια των συναλλαγών και την εμπιστοσύνη του κοινού, ιδίως όταν τελούνται στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής θα αποδυνάμωνε ουσιωδώς την αποτρεπτική λειτουργία της ποινής και δεν θα αντανακλούσε επαρκώς τη σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο έχει ασφαλώς συνεκτιμήσει τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης, την παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο, την πάροδο χρόνου και όλους τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες, αποδίδοντάς τους ουσιαστική βαρύτητα κατά τον καθορισμό της διάρκειας της ποινής. Ωστόσο, αφού σταθμιστούν συνολικά όλοι οι σχετικοί παράγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρούσα δεν αποτελεί περίπτωση στην οποία μπορεί δικαιολογημένα να δοθεί η ευεργεσία της αναστολής. Η άμεση εκτέλεση της ποινής κρίνεται αναγκαία ώστε η επιβληθείσα ποινική κύρωση να διατηρεί την απαιτούμενη αναλογικότητα και αποτελεσματικότητα σε σχέση με τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων.
€60 έξοδα διαδικασίας να πληρωθούν από την Κατηγορούμενη.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ανδρονίκου ν. Suphire (2008) 2 ΑΑΔ 486. Αστυνομία ν. Βακανά, ΠΕ 173/2020, 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200.
[7] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[9] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[10] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο