ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 7239 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
1. A. W. S.
2. A. A. D.
___________________
Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Α. Μιχαήλ, για τον Κατηγορούμενο 1
Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο 2
Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται, σε κοινές κατηγορίες, ότι μεταξύ της 28.5.2026 και της 6.6.2026, στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ για να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή διάρρηξη κατοικίας και κλοπή [1η Κατηγορία, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 371 ΠΚ], ότι διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία του Κ.Κ., από τη Λεμεσό, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτήν, δηλαδή έκλεψαν από αυτήν ένα ποδήλατο μάρκας Speedpure χρώματος άσπρου, αξίας €300, περιουσία της Ε.G. από τη Ρωσία [2η Κατηγορία, διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, άρθρο 292(α) ΠΚ], ότι κατείχαν όργανα διαρρήξεως εν καιρώ νυκτός, δηλαδή μία «σιγάτσα» με ξύλινη χειρολαβή, ένα cutter μάρκας stanley και ένα ακόμη άγνωστης μάρκας, ένα φανάρι κεφαλής, μία οδοντωτή λεπίδα, ένα φανάρι μαύρο και μία λεπίδα μαύρη, χωρίς δικαιολογία [3η Κατηγορία, κατοχή οργάνων διαρρήξεως εν καιρών νυκτός, άρθρο 296(γ) ΠΚ], ότι συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλαδή κακόβουλη ζημιά [4η Κατηγορία, συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, άρθρο 372 ΠΚ] και, τέλος, ότι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά στα συστήματα κλιματισμού, σε πάγκους της κουζίνας και στα συστήματα των νεροχυτών και στον καναπέ, στην οικία που αναφέρεται, συνολικής αξίας €17.000, περιουσία του Κ.Κ. από τη Λεμεσό [5η Κατηγορία, κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, άρθρο 324(1) ΠΚ].
Η Υπεράσπιση ζήτησε χρόνο, για να απαντήσει στις κατηγορίες. Η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 22.6.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2 μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, πρόσθετα, στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α) και αντίγραφο του ποινικού μητρώου του Κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο Β).
Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, εκτέθηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή.
Αναμφίβολα, η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα και η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.
Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για την αξιολόγηση της ουσίας ή την αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά για απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από εκείνο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].
Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα και τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Ενδεικτικά, όσον αφορά τη διάρρηξη κατοικίας, κατά το άρθρο 292(α) ΠΚ, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι και τα επτά έτη. Είναι συνήθης, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή φυλάκισης.
Σύμφωνα με την όψη της μαρτυρίας, την 6.6.2026 καταγγέλθηκε από τον Κ.Κ., ιδιοκτήτη της εταιρείας στην οποία ανήκει η αναφερόμενη οικία στη Γερμασόγεια, η οποία είναι ακατοίκητη, ότι, σύμφωνα με ενημέρωση που έλαβε από τη γειτόνισσά του, Ε.G., υπήρχαν δύο άτομα μέσα στην οικία του. Μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν για εξετάσεις στην εν λόγω οικία όπου εντόπισαν, στο πίσω μέρος της αυλής, δύο άτομα, αραβικής καταγωγής, τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Ανακρινόμενοι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 προφορικά, ανέφεραν πως μετέβησαν στο μέρος για να κοιμηθούν. Ο Κατηγορούμενος 1 είχε αποφυλακιστεί προσφάτως. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε πως ήταν παραβιασμένο ένα εξωτερικό ρολό σκίασης, στην πίσω συρόμενη μπαλκονόπορτα, ενώ υπήρχε και ένα σπασμένο γυαλί αλουμινένιου παραθύρου, συρόμενου, στο πλάι της οικίας. Στο εσωτερικό της οικίας υπήρχε μεγάλη ακαταστασία και στο έδαφος υπήρχαν αποσυναρμολογημένα κλιματιστικά, εργαλεία όπως «σιγάτσα», δύο cutter, ενώ σε σακούλες εντοπίστηκαν διάφορα καλώδια, κομμάτια χαλκού και μεταλλικά πόμολα πορτών. Ακολούθησε η σύλληψη των Κατηγορούμενων 1 και 2 και ανακριτικό έργο. Στην ίδια οικία, έλαβε χώρα ακόμα ένα περιστατικό, την 28.5.2026. Η E.G. τοποθέτησε το ποδήλατο του υιού της, μάρκας Speedpure, μέσα στο σπίτι του Κ.Κ., το οποίο ελέγχει, στον διάδρομο. Την 28.5.2026, έχοντας βγει από το σπίτι της, στην αυλή, είδε το «shutter» στην κεντρική σκάλα του διπλανού σπιτιού, του Κ.Κ., κλειστό, ενώ προηγουμένως ήταν ανοικτό. Παραξενεύτηκε και πήγε να ελέγξει, με τα κλειδιά που έχει. Όταν μπήκε και άνοιξε τη θύρα της κεντρικής εισόδου, είδε μεγάλη ακαταστασία και στον διάδρομο έναν κομπρεσόρο και ένα κλιματιστικό στο πάτωμα, πρίζες σπασμένες και καλώδια που είχαν αφαιρεθεί, κομμένες σωλήνες στις βρύσες, ενώ έλειπε και το ποδήλατο. Πήγε στην κουζίνα και είδε ανοικτό το αλουμινένιο παράθυρο της μπαλκονόπορτας και σπασμένο το αλουμινένιο «shutter». Τηλεφώνησε στον Κ.Κ., ο οποίος της είπε να ασφαλίσει το σπίτι, για να μην μπει κανείς, πράγμα που έπραξε, με τη βοήθεια του συζύγου της. Επίσης, είχε ανοίξει το «shutter» στην κεντρική σκάλα, όπως αρχικά ήταν. Την 6.6.2026, ενώ ήταν στην αυλή, είδε το «shutter» να κατεβαίνει σιγά-σιγά και τότε κάλεσε ξανά τον Κ.Κ., ο οποίος ειδοποίησε την Αστυνομία. Όταν εισήλθαν στο σπίτι, μαζί με την Αστυνομία, πρόσεξε πως είχαν αφαιρεθεί και άλλα κλιματιστικά, ορισμένα ήταν αποσυναρμολογημένα και άλλα δεν είχαν προλάβει να τα αποσυναρμολογήσουν, ενώ υπήρχαν και εργαλεία που δεν υπήρχαν την προηγούμενη φορά και μία σακούλα με διάφορα χερούλια πορτών και σωλήνες. Στο σαλόνι, υπήρχαν δύο τηλεοράσεις στο πάτωμα. Το παράθυρο στο σαλόνι ήταν σπασμένο και η σκάλα στην κουζίνα μετακινημένη. Εντόπισαν και το ποδήλατο που είχε κλαπεί την προηγούμενη φορά, μέσα στους θάμνους. Ο Κ.Κ. κατέθεσε αναφορικά με τις ζημιές που προκλήθηκαν στην οικία. Ο Κατηγορούμενος 1, στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, ανέφερε πως αποφυλακίστηκε πρόσφατα, την 28.5.2026, και δεν έχει χρήματα για να πληρώσει ενοίκιο. Είναι φίλοι με τον Κατηγορούμενο 2. Πήγαν στην εν λόγω οικία, για να κοιμηθούν. Δεν μπήκαν μέσα στο σπίτι και δεν έκαναν οτιδήποτε. Τα εργαλεία δεν είναι δικά του, ενώ το ποδήλατο, θεωρεί πως είναι του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος το οδηγούσε την προηγούμενη νύχτα. Ο Κατηγορούμενος 2, στις δικές του καταθέσεις, ανέφερε ότι είδαν πως δεν κατοικείται η συγκεκριμένη οικία και θεώρησαν ότι μπορούν να πάνε εκεί για να κοιμηθούν, αλλά δεν μπήκαν μέσα στο σπίτι, δεν είναι δικά του τα εργαλεία, ενώ το ποδήλατο το είχε βρει την προηγούμενη ημέρα στα σκουπίδια, έξω από ένα σκιπ και το πήρε και το τοποθέτησε εκεί όπου βρέθηκε από την Αστυνομία. Και ο ίδιος βρισκόταν στη φυλακή προηγουμένως, για τροχαία αδικήματα.
Το μαρτυρικό υλικό δεν αξιολογείται, στο παρόν στάδιο, με σκοπό την τελική κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή την επίλυση ζητημάτων που ανήκουν στην ουσία της δίκης. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι πλήρως διαμορφωμένο ή απαλλαγμένο από ζητήματα που ενδέχεται να εξεταστούν ουσιαστικά σε μεταγενέστερο στάδιο. Εκκρεμούν μεταξύ άλλων και οι γενετικές εξετάσεις, που ενδεχομένως να διαφωτίσουν πτυχές της υπόθεσης, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Για τους περιορισμένους, όμως, σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και στην όψη του μόνο, παρέχει επαρκές υπόβαθρο για πιθανολόγηση καταδίκης. Η πιθανολόγηση αυτή, στο παρόν στάδιο, ερείδεται στο γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εντοπίστηκαν μέσα στον ευρύτερο χώρο της οικίας, ανέφεραν ότι είχαν προσέξει πως ήταν ακατοίκητη γι’ αυτό πήγαν εκεί για να κοιμηθούν, και παρόλο που οι ίδιοι αρνήθηκαν ότι εισήλθαν στην οικία, υπάρχει μαρτυρία που περιγράφει κινήσεις την 28.5.2026, ημερομηνία αποφυλάκισης του Κατηγορούμενου 1 και κλοπή του ποδηλάτου που ήταν μέσα στην οικία από τότε, το οποίο ποδήλατο, σύμφωνα με τη μαρτυρία, οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 2. Νοείται πως η προσέγγιση αυτή δεν αναιρεί το τεκμήριο αθωότητας των Κατηγορουμένων 1 και 2, το οποίο υφίσταται και δικαιολογεί την προσδοκία αθώωσης τους.
Ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν προκύπτει στην παρούσα υπόθεση από ένα και μόνο στοιχείο, ούτε από την αλλοδαπή καταγωγή των Κατηγορουμένων 1 και 2, η οποία, από μόνη της, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει τέτοιο συμπέρασμα. Προκύπτει από τη σωρευτική αποτίμηση των αντικειμενικών δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, από την Παλαιστίνη και τη Συρία αντίστοιχα, ηλικίας 39 και 23 ετών. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει σταθερή, ελεγχόμενη και επαληθεύσιμη διαμονή τους στη Δημοκρατία. Αντίθετα, από τις ίδιες τις θέσεις τους προκύπτει ότι δεν διαθέτουν χώρο διαμονής, αφού η παρουσία τους στην επίδικη οικία εξηγήθηκε από τους ίδιους με αναφορά στην ανάγκη τους να βρουν ένα χώρο για να κοιμηθούν. Το στοιχείο αυτό δεν αξιολογείται τιμωρητικά ούτε ως ένδειξη ενοχής, αλλά ως πραγματικό δεδομένο που επηρεάζει τη δυνατότητα εντοπισμού τους, παρακολούθησης της συμμόρφωσής τους με τυχόν όρους και διασφάλισης της παρουσίας τους στη μελλοντική δικαστική διαδικασία. Περαιτέρω, δεν έχουν καταδειχθεί οικογενειακοί, επαγγελματικοί, οικονομικοί ή άλλοι κοινωνικοί δεσμοί με τη Δημοκρατία, τέτοιοι που να λειτουργούν ως πραγματικό αντίβαρο στον κίνδυνο μη εμφάνισης. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σταθερή εργασία, νόμιμη πηγή εισοδήματος, οικογενειακό περιβάλλον, πρόσωπο υποστήριξης ή οποιαδήποτε δομημένη κοινωνική ένταξη που να δημιουργεί εύλογη προσδοκία ότι οι Κατηγορούμενοι θα παραμείνουν διαθέσιμοι για τους σκοπούς της δίκης. Στην εκτίμηση αυτή συνεκτιμάται και η φύση των κατηγοριών. Πρόκειται για κατηγορίες που περιλαμβάνουν διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, κατοχή οργάνων διαρρήξεως εν καιρώ νυκτός και κακόβουλη ζημιά σημαντικής αξίας. Η προβλεπόμενη ποινή για τη διάρρηξη κατοικίας κατά το άρθρο 292(α) ΠΚ ανέρχεται μέχρι τα επτά έτη φυλάκισης, ενώ, σε περίπτωση καταδίκης για τέτοιας φύσης αδικήματα, η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής αποτελεί πραγματικό ενδεχόμενο. Το στοιχείο αυτό ενισχύει το κίνητρο αποφυγής της διαδικασίας, ιδίως όταν συνδυάζεται με την απουσία σταθερών δεσμών με τη Δημοκρατία. Σημασία έχει επίσης ότι, στην όψη του, το μαρτυρικό υλικό δεν είναι αμελητέο, καθώς δείχνει ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εντοπίστηκαν στον ευρύτερο χώρο της οικίας, όπου υπήρχαν εργαλεία, αποσυναρμολογημένα αντικείμενα, καλώδια, μέταλλα και άλλα ευρήματα, ενώ το ποδήλατο που είχε προηγουμένως καταγγελθεί ως κλαπέν εντοπίστηκε πλησίον του χώρου. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελική αξιολόγηση αξιοπιστίας ούτε προδικάζει την έκβαση της υπόθεσης. Ωστόσο, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το υλικό αυτό παρέχει και επαρκή βάση πιθανολόγησης καταδίκης, όπως ήδη εξηγήθηκε, γεγονός που αποτελεί πρόσθετο παράγοντα στην αξιολόγηση του κινδύνου φυγοδικίας. Υπό αυτά τα δεδομένα, ο κίνδυνος φυγοδικίας είναι συγκεκριμένος και πραγματικός. Δεν θεμελιώνεται σε γενική υπόθεση ότι αλλοδαποί ή άστεγοι κατηγορούμενοι δεν εμφανίζονται στο Δικαστήριο, αλλά στο ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει σταθερή διεύθυνση, δεν υπάρχει διαπιστωμένο υποστηρικτικό περιβάλλον, δεν υπάρχει οικονομική ή επαγγελματική αγκύρωση στη Δημοκρατία και δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καθιστά πρακτικά εφικτή και αξιόπιστη την εξασφάλιση της παρουσίας τους με όρους.
Ειδικότερα, εξετάστηκε κατά πόσον ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί με ηπιότερα μέτρα. Η επιβολή χρηματικής εγγύησης ή αξιόχρεου εγγυητή δεν εμφανίζεται, στα δεδομένα της υπόθεσης, ως ουσιαστικά λειτουργική επιλογή, αφού δεν έχει καταδειχθεί οικονομική δυνατότητα των Κατηγορουμένων 1 και 2 ούτε πρόσωπο που να μπορεί να αναλάβει αποτελεσματικά τέτοια ευθύνη. Ούτε η υποχρέωση τακτικής εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό φαίνεται επαρκής, εφόσον η τήρησή της προϋποθέτει έναν ελάχιστο βαθμό σταθερής διαμονής, κοινωνικής οργάνωσης και δυνατότητας εντοπισμού, στοιχεία τα οποία εδώ απουσιάζουν. Αντίστοιχα, απαγόρευση εξόδου από τη Δημοκρατία ή παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, ακόμη και αν επιβαλλόταν, δεν θα αντιμετώπιζε επαρκώς τον κίνδυνο μη εντοπισμού ή μη εμφάνισης, ενόψει της έλλειψης σταθερού σημείου αναφοράς εντός της Δημοκρατίας. Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, στο παρόν στάδιο και υπό τα συγκεκριμένα περιστατικά, ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν μπορεί να εξουδετερωθεί αποτελεσματικά με ηπιότερους όρους. Η κράτηση δεν διατάσσεται ως κύρωση ούτε ως προεξόφληση ενοχής, αλλά ως αναγκαίο δικονομικό μέτρο για τη διασφάλιση της παρουσίας των Κατηγορουμένων 1 και 2 και της απρόσκοπτης διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας.
Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, το αίτημα εξετάζεται, πρόσθετα, ως έχει υποβληθεί, και στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Συναφώς, λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].
Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις, που δεν διαφοροποιούν τον τρόπο προσέγγισης. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15].
Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Β, ο Κατηγορούμενος 1 καταδικάστηκε την 05.05.2026 για αδικήματα παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία και κλοπής περιουσίας, ήτοι τηλεφώνου και μοτοποδηλάτου, τα οποία διαπράχθηκαν την 16.01.2026. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τριών μηνών, με αναστολή εκτέλεσης για περίοδο τριών ετών. Το στοιχείο αυτό δεν αξιολογείται μηχανιστικά, ούτε η προηγούμενη καταδίκη αρκεί, από μόνη της, για να θεμελιώσει κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων. Αξιολογείται, όμως, σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Η προηγούμενη καταδίκη αφορά αδικήματα κατά της περιουσίας, με στοιχείο παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία και αφαίρεσης αντικειμένων. Οι παρούσες κατηγορίες, στην όψη τους, αφορούν επίσης είσοδο σε ξένη κατοικία, αφαίρεση περιουσίας, κατοχή εργαλείων συνδεόμενων με διάρρηξη και πρόκληση εκτεταμένης περιουσιακής ζημιάς. Υπάρχει, επομένως, σαφής συνάφεια στη φύση της προηγούμενης και της παρούσας παραβατικής συμπεριφοράς. Υπάρχει, ακόμη, η χρονική εγγύτητα. Η προηγούμενη καταδίκη είναι πολύ πρόσφατη. Περαιτέρω, οι υπό εκδίκαση πράξεις φέρονται να τελέστηκαν εντός της περιόδου αναστολής της εκτέλεσης της ποινής που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1. Το γεγονός αυτό, χωρίς να συνιστά απόδειξη ενοχής στην παρούσα υπόθεση, είναι ουσιώδες για σκοπούς εκτίμησης κινδύνου. Δείχνει ότι η προηγούμενη καταδίκη και η απειλή ενεργοποίησης στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν φαίνεται, στην όψη των πραγμάτων, να λειτούργησαν αποτρεπτικά. Η εκτίμηση ενισχύεται από τον τρόπο με τον οποίο αναδύεται η παρούσα εμπλοκή. Ο Κατηγορούμενος 1, κατά τη δική του θέση, είχε αποφυλακιστεί πρόσφατα, δεν είχε χρήματα για ενοίκιο και μετέβη στην επίδικη οικία για να κοιμηθεί. Το Δικαστήριο δεν αντιμετωπίζει την κοινωνική ή οικονομική δυσχέρεια ως ποινικά επιλήψιμη. Ωστόσο, στο πλαίσιο της προληπτικής αξιολόγησης, η απουσία σταθερής διαμονής, εισοδήματος και δομημένου τρόπου ζωής αποτελεί σχετικό δεδομένο, ιδίως όταν συνδυάζεται με πρόσφατη καταδίκη για συναφή περιουσιακά αδικήματα και με νέα υπόθεση παρόμοιας φύσης. Συνεκτιμάται, επίσης, ότι η παρούσα υπόθεση δεν περιορίζεται σε στιγμιαίο ή μεμονωμένο περιστατικό αμελητέας βαρύτητας. Στην όψη του μαρτυρικού υλικού, η υπόθεση αφορά επανειλημμένη παρουσία στην ίδια κατοικία, αφαίρεση ποδηλάτου, ύπαρξη εργαλείων, αποσυναρμολόγηση αντικειμένων και πρόκληση σημαντικής ζημιάς. Τα στοιχεία αυτά, εφόσον εξετάζονται μόνο για σκοπούς πιθανολόγησης και όχι ως τελική κρίση ενοχής, προσδίδουν στην υπόθεση χαρακτήρα συμπεριφοράς με συνέχεια και πρακτική στόχευση σε περιουσιακό όφελος ή σε κάλυψη άμεσων αναγκών με παράνομο τρόπο. Υπό το σύνολο των ανωτέρω, διαμορφώνεται ισχυρή και εξατομικευμένη εντύπωση ότι, εάν ο Κατηγορούμενος 1 αφεθεί ελεύθερος στο παρόν στάδιο, υπάρχει πραγματικός και παρών κίνδυνος να διαπράξει νέα αδικήματα παρόμοιας φύσης, ιδίως αδικήματα κατά της περιουσίας ή αδικήματα που συνδέονται με παράνομη είσοδο, αφαίρεση ή πρόκληση περιουσιακής βλάβης.
Εξετάστηκε κατά πόσον ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί με ηπιότερα μέτρα. Η επιβολή όρων, όπως χρηματική εγγύηση, τακτική παρουσία σε αστυνομικό σταθμό ή απαγόρευση προσέγγισης συγκεκριμένης περιοχής, δεν εμφανίζεται επαρκής υπό τα παρόντα δεδομένα. Τέτοιοι όροι προϋποθέτουν, για να είναι αποτελεσματικοί, έναν ελάχιστο βαθμό σταθερότητας στη διαμονή, στην καθημερινότητα και στις πηγές βιοπορισμού του Κατηγορούμενου 1. Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν καταδειχθεί. Κατά συνέπεια, και ανεξάρτητα από τον ήδη διαπιστωθέντα κίνδυνο φυγοδικίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ειδικά ως προς τον Κατηγορούμενο 1, συντρέχει πρόσθετα και πραγματικός κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων. Η κράτηση του δεν διατάσσεται ως ποινή για προηγούμενη ή φερόμενη συμπεριφορά, ούτε ως προεξόφληση ενοχής, αλλά ως αναγκαίο και αναλογικό προληπτικό μέτρο, εφόσον, στα συγκεκριμένα δεδομένα, δεν διαφαίνεται ότι ο κίνδυνος μπορεί να ελεγχθεί επαρκώς με ηπιότερους όρους.
Δεν παραγνωρίζεται ότι η κράτηση ζητείται, στο παρόν στάδιο, μέχρι την 22.06.2026, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση είναι ορισμένη για Απάντηση. Το περιορισμένο αυτό χρονικό διάστημα συνεκτιμάται, στο πλαίσιο της αναλογικότητας. Δεν εξουδετερώνει τον διαπιστωθέντα κίνδυνο, στην κάθε περίπτωση, που εμφανίζεται, στα δεδομένα της υπόθεσης, ως παρών και άμεσος, για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Η 22.06.2026 δεν είναι ημερομηνία οριστικής περάτωσης της υπόθεσης, αλλά ημερομηνία Απάντησης. Σε περίπτωση μη παραδοχής, η διαδικασία θα συνεχιστεί και η ακρόαση ενδέχεται να απαιτήσει μακρύτερο χρονικό διάστημα. Η παρούσα κρίση, βεβαίως, περιορίζεται στο διάστημα μέχρι την επόμενη δικάσιμο και θα μπορεί να επανεξεταστεί τότε, αναλόγως των δεδομένων. Για το παρόν, όμως, το σύντομο του χρόνου δεν καθιστά την κράτηση δυσανάλογη, αλλά την περιορίζει χρονικά και την καθιστά άμεσα επανεξετάσιμη.
Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα για την κράτηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 μέχρι την 22.6.2026 εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα για την κράτησή τους μέχρι τότε και διάταγμα για την προσαγωγή τους στο Δικαστήριο την 22.6.2026, για τους σκοπούς της διαδικασίας.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.
[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.
[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.
[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.
[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.
[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.
[7] Memic v. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.
[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.
[11] Clooth v. Belgium (1991).
[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.
[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.
[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.
[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο