ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Γ. Κ., Υπόθεση αρ. 7923 / 2026, 22/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Γ. Κ., Υπόθεση αρ. 7923 / 2026, 22/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 7923 / 2026

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

Γ. Κ.

__________________________

 

Ημερομηνία: 22 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Χρ. Χριστοφόρου, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ότι την 15.6.2026, στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στο γραφείο που κατονομάζεται, με σκοπό τη διάπραξη κλοπής [1η Κατηγορία, διάρρηξη κτιρίου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 295 ΠΚ].

 

Για το εν λόγω αδίκημα, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα πέντε έτη.

 

Η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή αποτελεί νομοθετική ένδειξη της σοβαρότητας του αδικήματος και το εξωτερικό όριο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου[1]. Ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι συγκεκριμένες περιστάσεις τέλεσης, οι πραγματικές συνέπειες της πράξης και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται προς τα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.

 

Τα περιστατικά που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος καταγράφονται πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας. Από αυτά προκύπτει ότι η πράξη δεν ήταν προϊόν προσχεδιασμού ή ιδιαίτερης οργάνωσης, δεν υπήρξε ομαδική δράση, χρήση όπλου, άσκηση ή απειλή βίας ούτε εφαρμογή περίτεχνης ή ιδιαίτερα παρεμβατικής μεθόδου εισόδου. Περαιτέρω, δεν προκλήθηκε σωματική βλάβη ούτε υλική ζημιά. Οι περιστάσεις αυτές τοποθετούν το συγκεκριμένο περιστατικό χαμηλότερα στην κλίμακα της αντικειμενικής σοβαρότητας σε σύγκριση με περιπτώσεις διάρρηξης που χαρακτηρίζονται από προετοιμασία, οργανωμένη δράση, βία, χρήση όπλων, εκτεταμένη ζημιά ή σοβαρές συνέπειες για τα θύματα. Δεν καθιστούν, όμως, το αδίκημα ασήμαντο. Η παράνομη παραβίαση κτιρίου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος συνιστά αφ’ εαυτής σοβαρή επέμβαση στην ασφάλεια της περιουσίας και στο προστατευόμενο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Η απουσία των πιο πάνω επιβαρυντικών χαρακτηριστικών περιορίζει, επομένως, την αντικειμενική βαρύτητα της συγκεκριμένης πράξης, χωρίς να εξαλείφει την εγγενή σοβαρότητα του αδικήματος.

 

Το Τεκμήριο Α, ωστόσο, αποκαλύπτει ιδιαίτερα βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Αυτό εκτείνεται σε χρονική περίοδο πέραν της δεκαετίας και αφορά, κατά κύριο λόγο, αδικήματα της ίδιας ή συναφούς φύσης με το υπό κρίση αδίκημα. Δεν πρόκειται, επομένως, για μεμονωμένες ή περιστασιακές παραβάσεις, αλλά για επανειλημμένη και επίμονη εγκληματική δράση κατά της περιουσίας, η οποία συνεχίστηκε παρά την επιβολή διαδοχικών ποινών και την παροχή επανειλημμένων ευκαιριών συμμόρφωσης. Ειδικότερα, καταγράφονται οι ακόλουθες καταδίκες:

 

• Στην υπόθεση αρ. 64/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 4.10.2013 για απόπειρα διάρρηξης καταστήματος, διάρρηξη κτιρίου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, καθώς και για διαρρήξεις και κλοπές που αφορούσαν 14 υποθέσεις. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των 12 μηνών. Λήφθηκαν επίσης υπόψη οι υποθέσεις αρ. 19105/2012, 32103/2012, 19681/2012, 19534/2012 και 2724/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, οι οποίες αφορούσαν ομοειδή αδικήματα.

 

• Στην υπόθεση αρ. 5973/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 25.11.2014 για απόπειρα διάρρηξης κτιρίου, διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, συνολικά σε πέντε κατηγορίες, καθώς και για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των 15 μηνών, των οποίων η εκτέλεση αναστάληκε για περίοδο τριών ετών. Λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις αρ. 15940/2014, 4918/2014, 3600/2014, 6023/2012 και 7663/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, για αδικήματα όμοιας φύσης.

 

• Στην υπόθεση αρ. 29891/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 30.8.2016 για διάρρηξη καταστήματος και κλοπή, καθώς και για κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των έξι μηνών, των οποίων η εκτέλεση αναστάληκε για περίοδο τριών ετών. Λήφθηκαν επίσης υπόψη οι υποθέσεις αρ. 5675/2015, 12339/2015 και 8018/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, για ομοειδή αδικήματα.

 

• Στην υπόθεση αρ. 2907/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 4.8.2017 για διαρρήξεις κτιρίων και κλοπές, σε έξι συνολικά κατηγορίες. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των 14 μηνών, ενώ ενεργοποιήθηκε και περίοδος τεσσάρων μηνών από την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στην υπόθεση αρ. 5973/2014. Λήφθηκαν υπόψη η υπόθεση αρ. 5809/2017, για αδικήματα όμοιας φύσης, και η υπόθεση αρ. 6969/2017, για μαχαιροφορία.

 

• Στην υπόθεση αρ. 15159/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 16.11.2018 για διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, καθώς και για αδικήματα σχετικά με ελεγχόμενες ουσίες. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των εννέα μηνών, των οποίων η εκτέλεση αναστάληκε για περίοδο τριών ετών.

 

• Στην υπόθεση αρ. 10725/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 14.2.2020 για διαρρήξεις κτιρίων και κλοπές, καθώς και για κακόβουλες ζημιές σε περιουσία. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των 12 μηνών. Λήφθηκε επίσης υπόψη η υπόθεση αρ. 23982/2019, για αντίσταση κατά νόμιμης σύλληψης και επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης.

 

• Στην υπόθεση αρ. 17484/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 29.12.2020 για διάρρηξη κτιρίου και κλοπή. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, ενώ ενεργοποιήθηκε και περίοδος τεσσάρων μηνών από την ποινή που είχε επιβληθεί στην υπόθεση αρ. 15159/2018.

 

• Στην υπόθεση αρ. 16524/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 5.4.2022 για διάρρηξη κτιρίου και κλοπή και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Λήφθηκε επίσης υπόψη η υπόθεση αρ. 10086/2021, για ομοειδή αδικήματα.

 

• Στην υπόθεση αρ. 17837/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 27.10.2022 για διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, διάρρηξη κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας και κακόβουλη ζημιά σε περιουσία. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των 15 μηνών. Ακολούθησε αποφυλάκισή του κατόπιν προεδρικής χάριτος, η οποία τελούσε υπό ειδικούς όρους για περίοδο τριών ετών.

 

• Τέλος, στην υπόθεση αρ. 19611/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 11.1.2024 για πολλαπλές διαρρήξεις και συναφή αδικήματα. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των δύο ετών.

 

Η σημασία του ποινικού μητρώου δεν περιορίζεται στον αριθμό των προηγούμενων καταδικών. Ιδιαίτερη βαρύτητα προσλαμβάνουν η κατά κύριο λόγο ομοειδής φύση τους, η χρονική συνέχεια της παραβατικής συμπεριφοράς και το γεγονός ότι αυτή επαναλήφθηκε παρά την επιβολή τόσο άμεσων όσο και ανασταλεισών ποινών φυλάκισης. Σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις χρειάστηκε, μάλιστα, να ενεργοποιηθεί μέρος προηγούμενης ανασταλείσας ποινής, χωρίς ούτε αυτό να ανακόψει την επάνοδο του Κατηγορουμένου στην ίδια μορφή παρανομίας. Ούτε η αποφυλάκισή του κατόπιν προεδρικής χάριτος υπό ειδικούς όρους απέτρεψε τελικά τη συνέχιση της ομοειδούς παραβατικής συμπεριφοράς, όπως καταδεικνύεται και από την υπό κρίση πράξη, η οποία τελέστηκε το 2026. Το ποινικό μητρώο δεν λαμβάνεται υπόψη για να τιμωρηθεί ο Κατηγορούμενος εκ νέου για πράξεις για τις οποίες έχει ήδη εκτίσει ή υποστεί ποινή. Ούτε μεταβάλλει εκ των υστέρων την αντικειμενική σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος. Είναι, όμως, άμεσα σχετικό με την εξατομίκευση της ποινής, ιδίως με την επιλογή του είδους και της έκτασής της, την ανάγκη ειδικής αποτροπής, τις προοπτικές συμμόρφωσης και την αξιολόγηση του κινδύνου επανάληψης ομοειδούς συμπεριφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, το μητρώο καταδεικνύει ότι η υπό κρίση πράξη δεν αποτελεί μεμονωμένη εκτροπή, αλλά συνέχεια ενός παγιωμένου και επίμονου προτύπου παραβατικής συμπεριφοράς, και ότι οι προηγούμενες ποινικές παρεμβάσεις, από ανασταλείσες και βραχείες ποινές μέχρι πολύμηνες ποινές και, πιο πρόσφατα, ποινή φυλάκισης δύο ετών, δεν επέτυχαν μέχρι σήμερα τον σκοπό της ειδικής αποτροπής.

 

Λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι προσωπικές, οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Τεκμήριο Β) και συμπληρώθηκαν κατά την αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 32 ετών. Προέρχεται από εξαμελή οικογένεια με ιδιαίτερα περιορισμένους οικονομικούς πόρους και απώλεσε τον πατέρα του τον Ιανουάριο του 2024. Διέκοψε τη φοίτησή του κατά τη Γ΄ Γυμνασίου, απαλλάχθηκε από την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας και ήλθε από την εφηβική του ηλικία σε επαφή με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Η επαγγελματική του απασχόληση υπήρξε περιορισμένη και είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Οι περιστάσεις αυτές συνθέτουν μία ζωή με έντονα στοιχεία κοινωνικής και οικονομικής ευαλωτότητας και περιορισμένες δυνατότητες σταθερής κοινωνικής και επαγγελματικής ένταξης.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην κατάσταση της υγείας του. Ο Κατηγορούμενος έχει διαγνωστεί με τη νόσο Huntington και, όπως καταγράφεται, η κατάσταση αυτή περιορίζει ουσιωδώς την ικανότητά του για πλήρη και σταθερή εργασία. Παρακολουθείτο από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Καταγράφεται, επίσης, ότι οι οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς του δεν επαρκούν για την κάλυψη όλων των εξειδικευμένων εξετάσεων και θεραπευτικών αναγκών του. Η διάγνωση, η ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης και οι πρακτικές δυσχέρειες πρόσβασης στην αναγκαία θεραπεία αποτελούν ουσιώδεις παράγοντες μετριασμού. Ο συνήγορος υπογράμμισε ότι ο Κατηγορούμενος έχει περάσει σημαντικό μέρος της ζωής του σε καθεστώς κράτησης, χωρίς να έχει επιτευχθεί ουσιαστική θεραπευτική ή σωφρονιστική πρόοδος, και ότι η κατάσταση και η συμπεριφορά του επιδεινώνονται μετά την αποφυλάκισή του. Αναφέρθηκε, ακόμη, ότι κατά κανόνα συνεργάζεται με τις Αρχές, παραδίδει τα κλοπιμαία αντικείμενα, απολογείται και δεν επιδιώκει να αποποιηθεί την ευθύνη του. Οι θέσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη στον βαθμό που συνάδουν με τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και δεν έχουν αμφισβητηθεί.

 

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η νόσος Huntington δεν περιορίζεται στις κινητικές της εκδηλώσεις. Είναι δυνατόν, αναλόγως της μορφής, του σταδίου και της ιδιαίτερης κλινικής εικόνας κάθε ασθενούς, να συνοδεύεται από γνωστικές, ψυχιατρικές ή συμπεριφορικές μεταβολές, περιλαμβανομένων δυσχερειών στον σχεδιασμό, στην κρίση και στον έλεγχο των παρορμήσεων. Ορισμένες τέτοιες εκδηλώσεις είναι δυνατόν να προηγούνται των εμφανέστερων κινητικών συμπτωμάτων. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει, επομένως, ως επιστημονικά εύλογη την πιθανότητα η πάθηση να είχε κάποια επίδραση στη λειτουργικότητα ή στη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, με τον τρόπο που ανέφερε και ο κύριος Χριστοφόρου, κατά τον μετριασμό της ποινής, και δεν εγέρθηκε σχετική αμφισβήτηση. Ασχέτως τούτου, η αναγνώριση μιας γενικής επιστημονικής δυνατότητας δεν ισοδυναμεί με επιστημονική γνώση ότι αυτή εκδηλώθηκε κατά συγκεκριμένο τρόπο στον Κατηγορούμενο ή ότι αποτέλεσε την αιτία της παραβατικής του συμπεριφοράς. Η κλινική εικόνα της νόσου δεν είναι ομοιόμορφη, ενώ ο χρόνος έναρξης, το είδος και η ένταση των συμπτωμάτων διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν προσκομίστηκε εξειδικευμένη νευρολογική ή νευροψυχιατρική γνωμάτευση που να προσδιορίζει πότε άρχισαν οι κλινικές εκδηλώσεις της νόσου στον Κατηγορούμενο, ποια ήταν η μορφή και το στάδιό της κατά τους κρίσιμους χρόνους και κατά πόσο επηρέαζε συγκεκριμένα την κρίση, τον σχεδιασμό, την ικανότητα αυτοελέγχου ή την καθοδήγηση της συμπεριφοράς του. Ιδίως, δεν υπάρχει ιατρικό υλικό που να επιτρέπει την αναδρομική σύνδεση της νόσου με την έναρξη της παραβατικής του πορείας, ήδη από την εφηβική ηλικία. Το γεγονός ότι η νόσος είναι γενετικής φύσης και ότι η διάγνωση έχει πλέον τεθεί δεν αποδεικνύει, χωρίς περαιτέρω κλινικά στοιχεία, ότι οι εκδηλώσεις της ήταν ήδη ενεργές ή καθοριστικές κατά τα πρώτα έτη της παραβατικής συμπεριφοράς. Μια τέτοια διαπίστωση θα υπερέβαινε τα γνωστά δεδομένα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, και θα μετέτρεπε μία ιατρικά πιθανή εξήγηση σε βέβαιο αιτιώδες συμπέρασμα. Περαιτέρω, η προσωπική διαδρομή του Κατηγορουμένου περιλαμβάνει και άλλους παράγοντες, που τέθηκαν, και που είναι δυνατόν να συνδέονται με την ανάπτυξη και παγίωση παραβατικής συμπεριφοράς, όπως η κοινωνική και οικονομική στέρηση, η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου, οι περιορισμένες δυνατότητες εργασίας και κοινωνικής ένταξης, η εμπλοκή με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης από την εφηβεία και οι επανειλημμένες περίοδοι εγκλεισμού. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου, χωρίς κατάλληλη επιστημονική μαρτυρία, να απομονώσει έναν από τους παράγοντες αυτούς και να του αποδώσει αποκλειστική ή κυρίαρχη αιτιώδη σημασία. Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν αποκλείει ότι η νόσος μπορεί να συνέβαλε, σε κάποιο στάδιο και σε κάποιον βαθμό, στις δυσχέρειες λειτουργίας ή συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, όπως παρουσιάστηκε εν πολλοίς από την Υπεράσπιση. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρήσει ως δεδομένο ότι αυτή προκάλεσε ή εξηγεί τη μακρόχρονη παραβατική του πορεία ούτε να προσδιορίσει, χωρίς εξειδικευμένη μαρτυρία, την έκταση οποιασδήποτε επίδρασής της στην προσωπική του υπαιτιότητα. Η ασθένεια λαμβάνεται, πάντως, ουσιαστικά υπόψη υπέρ του Κατηγορουμένου ως σοβαρό δεδομένο της προσωπικής του κατάστασης. Λόγω της επίδρασής της στην καθημερινότητα και στις προοπτικές του, των περιορισμών που επιφέρει στην εργασιακή του ικανότητα, των αυξημένων θεραπευτικών του αναγκών και της ιδιαίτερης επιβάρυνσης που αναμένεται να συνεπάγεται γι’ αυτόν η ποινή που θα επιβληθεί.

 

Λαμβάνονται, επίσης, υπόψη υπέρ του Κατηγορουμένου η συνεργασία του με τις Αρχές, η απολογία που εξέφρασε και, ιδίως, η άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου[7]. Η παραδοχή εξοικονόμησε δικαστικό χρόνο, κατέστησε αχρείαστη την προσέλευση μαρτύρων και αποτελεί ένδειξη αποδοχής της ευθύνης του. Στα στοιχεία αυτά αποδίδεται το προσήκον μετριαστικό βάρος. Ενόψει, ωστόσο, της επανειλημμένης επιστροφής του Κατηγορουμένου σε ομοειδή παραβατική συμπεριφορά, δεν μπορούν να προσλάβουν το βάρος έμπρακτης μεταμέλειας ούτε να θεμελιώσουν ασφαλή προσδοκία μελλοντικής συμμόρφωσης. Ούτε μπορούν, υπό τις περιστάσεις, να επισκιάσουν το ιδιαίτερα βεβαρημένο και κατά κύριο λόγο ομοειδές ποινικό μητρώο.

 

Το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο οι σκοποί της ποινής θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με μη στερητική της ελευθερίας κύρωση. Μια τέτοια επιλογή θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, προδήλως ανεπαρκής. Θα παραγνώριζε όχι μόνο τη σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά κυρίως τη διαχρονική και κατ’ εξοχήν ομοειδή υποτροπή του Κατηγορουμένου. Αρμόζουσα κατ’ είδος είναι, συνεπώς, μόνο η ποινή φυλάκισης. Απομένει ο καθορισμός της έκτασής της.

 

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι, εξεταζόμενο αυτοτελώς, το συγκεκριμένο επεισόδιο δεν εντάσσεται στις βαρύτερες περιπτώσεις του είδους του. Όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρξε βία ή απειλή βίας, χρήση όπλου, ιδιαίτερος σχεδιασμός, οργανωμένη δράση, πρόκληση ζημιάς ή ολοκλήρωση κλοπής. Αν η πράξη αξιολογείτο αποκομμένη από το πρόσωπο και το ιστορικό του δράστη, και ιδίως αν επρόκειτο για πρωτόπειρο παραβάτη, οι περιστάσεις αυτές θα δικαιολογούσαν αισθητά μικρότερη περίοδο φυλάκισης. Η επιμέτρηση της ποινής, όμως, δεν περιορίζεται στην αντικειμενική εικόνα της τελευταίας πράξης. Χωρίς να αυξάνει εκ των υστέρων τη σοβαρότητά της και χωρίς να συνεπάγεται νέα τιμωρία για παλαιότερα αδικήματα, το ποινικό μητρώο είναι καθοριστικό για την εκτίμηση της ανάγκης ειδικής αποτροπής, των προοπτικών συμμόρφωσης και του κινδύνου επανάληψης ομοειδούς συμπεριφοράς. Στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται απλώς για την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών. Πρόκειται για ένα σταθερό και επίμονο πρότυπο διαρρήξεων και συναφών αδικημάτων, το οποίο εκτείνεται σε περίοδο πέραν της δεκαετίας. Κατά το διάστημα αυτό επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο ανασταλείσες και άμεσες ποινές φυλάκισης, ενεργοποιήθηκαν προηγούμενες ποινές και του παρασχέθηκαν επανειλημμένες ευκαιρίες επανένταξης. Παρά ταύτα, επανήλθε στην ίδια μορφή παρανομίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, κατά την πλέον πρόσφατη καταδίκη του, στις 11.1.2024, για πολλαπλές διαρρήξεις και συναφή αδικήματα, του επιβλήθηκε ευρύτερη ποινή φυλάκισης δύο ετών. Η νέα διάπραξη ομοειδούς αδικήματος καταδεικνύει ότι ούτε μια τόσο ουσιαστική στερητική της ελευθερίας ποινή επέτυχε τον σκοπό της ειδικής αποτροπής. Το στοιχείο αυτό δεν επιβάλλει μηχανιστικά την αύξηση της ποινής ούτε μετατρέπει την προηγούμενη ποινή σε κατώτατο όριο. Καταδεικνύει, όμως, ότι μια νέα ποινή αντίστοιχης ή μικρότερης έκτασης δεν θα αντανακλούσε επαρκώς την επιμονή της υποτροπής, την αποτυχία των προηγούμενων παρεμβάσεων και την πραγματική ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Από την άλλη πλευρά, η απουσία βίας, ζημιάς, ιδιαίτερου σχεδιασμού και πραγματικής περιουσιακής απώλειας, σε συνδυασμό με την άμεση παραδοχή, τη συνεργασία, τη σοβαρή κατάσταση της υγείας και τις δυσμενείς προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, επιβάλλουν τη διατήρηση ουσιαστικής απόστασης από το ανώτατο όριο των 5 ετών. Τα στοιχεία αυτά έχουν προσμετρηθεί πραγματικά και όχι μόνο λεκτικά και συγκρατούν την ποινή σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο που διαφορετικά θα δικαιολογούσε η έκταση της υποτροπής. Σταθμίζοντας, συνεπώς, τη συγκριτικά περιορισμένη αντικειμενική βαρύτητα του συγκεκριμένου επεισοδίου με την εξαιρετική ένταση της ανάγκης ειδικής αποτροπής, και αποδίδοντας πλήρες βάρος σε όλους τους μετριαστικούς παράγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι αισθητά μικρότερη ποινή δεν θα ήταν επαρκής, ενώ ποινή πλησιέστερη στο ανώτατο όριο θα ήταν δυσανάλογη προς τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση πράξης.

 

Υπό το σύνολο των περιστάσεων, δίκαιη, αναλογική και αρμόζουσα είναι η ακόλουθη ποινή, η οποία επιβάλλεται:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 30 μηνών.

 

Το άρθρο 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 προβλέπει ότι η ποινή αρχίζει κανονικά την ημέρα κατά την οποία διαβάζεται, αλλά μειώνεται, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, κατά τον χρόνο προφυλάκισης. Η περίοδος της ποινής μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από τις 18.6.2026. Για σκοπούς πρακτικής εφαρμογής της μείωσης, να αρχίσει να προσμετρά από την 18.6.2026.

 

Έγινε εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τον περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο, Ν. 95/1972. Εφόσον η επιβληθείσα ποινή δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, πληρούται η τυπική προϋπόθεση για εξέταση της αναστολής. Η πλήρωση, όμως, της προϋπόθεσης αυτής δεν δημιουργεί δικαίωμα ή τεκμήριο υπέρ της αναστολής. Το αποφασιστικό ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου και κατά πόσο ποινή φέρουσα αναστολή θα εξακολουθούσε να αντανακλά την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και να εξυπηρετεί τους σκοπούς της ποινής[8]Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο απέδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου και στην εισήγηση του συνηγόρου του να του δοθεί η δυνατότητα να συνεχίσει τη θεραπεία και την παρακολούθησή του στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής.

 

Η ανάγκη θεραπευτικής συνέχειας είναι σοβαρή και πραγματική, λόγω της φύσης και της προοδευτικής εξέλιξης της πάθησης. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος χρειάζεται θεραπεία, τούτο δεν αμφισβητείται, αλλά κατά πόσο η ανάγκη αυτή, εκτιμώμενη μαζί με όλες τις υπόλοιπες περιστάσεις, δικαιολογεί την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως προαναφέρθηκε, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ιατρική γνωμάτευση σύμφωνα με την οποία η αναγκαία θεραπεία μπορεί να παρέχεται αποκλειστικά υπό καθεστώς ελευθερίας ή ότι η έκτιση της ποινής θα επιφέρει αναπόφευκτα διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής ή της ιατρικής παρακολούθησής του. Ούτε παρουσιάστηκε συγκεκριμένο και άμεσα εφαρμόσιμο θεραπευτικό και εποπτικό σχέδιο στην κοινότητα, με προσδιορισμένους φορείς, συχνότητα παρακολούθησης, όρους συμμόρφωσης και μέτρα αντιμετώπισης του κινδύνου επανάληψης ομοειδούς παραβατικής συμπεριφοράς. Η απουσία τέτοιου σχεδίου δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο απόρριψης της αναστολής. Σημαίνει, όμως, ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη μεταβολή των συνθηκών ή οργανωμένο εναλλακτικό πλαίσιο που να δικαιολογεί διαφορετική πρόγνωση ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Η πρόγνωση αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ποινικό του ιστορικό. Στον Κατηγορούμενο επιβλήθηκαν στο παρελθόν περισσότερες από μία ανασταλείσες ποινές φυλάκισης για ομοειδή αδικήματα. Οι ευκαιρίες εκείνες δεν απέτρεψαν την επανάληψη της ίδιας συμπεριφοράς, ενώ σε δύο περιπτώσεις κατέστη αναγκαία η ενεργοποίηση μέρους προηγούμενων ποινών. Ακολούθησαν νέες καταδίκες της ίδιας φύσης, παρά την επιβολή και περιόδων πραγματικής κράτησης, περιλαμβανομένης της πρόσφατης ποινής φυλάκισης δύο ετών. Το ιστορικό αυτό δεν χρησιμοποιείται για να τιμωρηθεί ο Κατηγορούμενος εκ νέου για προηγούμενες πράξεις του. Καταδεικνύει, όμως, ότι η αναστολή έχει ήδη δοκιμαστεί επανειλημμένα ως μέσο συμμόρφωσης και ειδικής αποτροπής χωρίς να επιτύχει τον σκοπό της. Η εκ νέου επιλογή του ίδιου μέτρου θα στηριζόταν στην προσδοκία ότι θα παρήγαγε τώρα διαφορετικό αποτέλεσμα, χωρίς να έχουν παρουσιαστεί αντικειμενικά δεδομένα που να στηρίζουν μια τέτοια πρόγνωση. Η σοβαρή ασθένεια, οι αυξημένες θεραπευτικές ανάγκες και οι δυσμενείς προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου έχουν συνυπολογιστεί ουσιαστικά τόσο κατά τον καθορισμό της έκτασης της ποινής όσο και κατά την εξέταση της αναστολής. Δεν μπορούν, όμως, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, να υπερκεράσουν την αποδεδειγμένη αποτυχία των προηγούμενων ανασταλεισών ποινών και την ιδιαίτερα έντονη ανάγκη ειδικής αποτροπής. Η θεραπευτική ανάγκη και η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων δεν αποτελούν αμοιβαίως αποκλειόμενες επιδιώξεις. Η πρώτη επιβάλλει τη διασφάλιση της αναγκαίας θεραπευτικής φροντίδας· δεν επιβάλλει, όμως, αφ’ εαυτής την αναστολή της ποινής. Η απόρριψη της εισήγησης δεν στηρίζεται στη διάγνωση του Κατηγορουμένου, η οποία δεν αντιμετωπίζεται ως επιβαρυντικό στοιχείο ή ως αυτοτελής ένδειξη επικινδυνότητας. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου και ειδικής αποτροπής προκύπτει από την πραγματική και επί μακρόν καταγεγραμμένη συμπεριφορά του και την αποτυχία των προηγούμενων ποινικών παρεμβάσεων. Ούτε η ποινή φυλάκισης επιλέγεται ως υποκατάστατο θεραπείας. Η θεραπεία εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και πρέπει να συνεχιστεί ανεξάρτητα από το καθεστώς έκτισης της ποινής. Συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αναστολή της εκτέλεσης θα αποδυνάμωνε ουσιωδώς τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, δεν θα αντανακλούσε επαρκώς την επίμονη και ομοειδή υποτροπή και δεν θα εξυπηρετούσε αποτελεσματικά τους σκοπούς για τους οποίους αυτή επιβλήθηκε. Η εισήγηση για αναστολή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ποινή φυλάκισης των 30 μηνών θα πρέπει να εκτιθεί άμεσα.

 

Η άμεση έκτιση της ποινής δεν αναιρεί την ανάγκη διασφάλισης της αναγκαίας περίθαλψης του Κατηγορουμένου. Ενόψει της σοβαρής και προοδευτικής νευρολογικής του πάθησης, επισημαίνεται προς τις αρμόδιες Αρχές η ανάγκη άμεσης ιατρικής αξιολόγησής του, αδιάλειπτης συνέχισης της ενδεδειγμένης φαρμακευτικής αγωγής και τακτικής νευρολογικής παρακολούθησης. Όπου αυτό κρίνεται ιατρικά αναγκαίο και πρακτικά εφικτό, θα πρέπει να επιδιωχθεί συνεργασία και ανταλλαγή των αναγκαίων ιατρικών πληροφοριών με τον φορέα που ήδη παρακολουθεί την πάθησή του, ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια της θεραπευτικής του φροντίδας.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[7] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.

[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22, Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο