ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. M. H., Υπόθεση αρ. 18728 / 2025, 22/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. M. H., Υπόθεση αρ. 18728 / 2025, 22/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

 

Υπόθεση αρ. 18728 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

ν.

 

 

M. H.

 

___________

 

Ημερομηνία: 22 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Σπηλιωτόπουλος, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(ex tempore)

 

Κατηγορία και διαδικασία

 

Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ της 8.12.2025 και της 15.12.2025, στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του Κ.Π., από τη Λευκωσία, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή κλοπή [1η Κατηγορία, διάρρηξη κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 292(α) ΠΚ] και ότι έκλεψε από την εν λόγω κατοικία μία τηλεόραση μάρκας Samsung 50 ιντζών αξίας €600, ένα μεγάλο χάλκινο «χαρτζί» αξίας €2.000, ένα σετ φλιτζάνια του καφέ μπρούτζινα αξίας €300, τέσσερα ασημένια μπολ αξίας €400, ένα κολιέ με πέρλες χρώματος άσπρο με ροζ αξίας €1.000 και έναν στεγνωτήρα μαλλιών χεριού αξίας €100, όλα συνολικής αξίας €4.400, περιουσία του ιδιοκτήτη της κατοικίας [2η Κατηγορία, κλοπή από κατοικία, άρθρα 255, 266(β) ΠΚ]. Περαιτέρω, αντιμετωπίζει κατηγορία ότι την 15.12.2025, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του όργανα διαρρήξεως κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή εννέα δέσμες κλειδιών διαφόρων ειδών, δύο φανάρια μικρά και δύο κατσαβίδια [3η Κατηγορία, κατοχή οργάνων διαρρήξεως κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 296(δ) ΠΚ]. Ακόμη, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία ότι την 14.12.2025, στη Λεμεσό, αποδέχθηκε περιουσία, δηλαδή έναν φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας Lenovo, αξίας €250, περιουσία της Μ.Η. από τη Λεμεσό, γνωρίζοντας ότι είναι κλοπιμαίος [5η Κατηγορία, κλεπταποδοχή, άρθρο 306(α) ΠΚ] καθώς και δύο φορτιστές τηλεφώνου συνολικής αξίας €30, περιουσία του Χ.Η. από τη Λεμεσό, γνωρίζοντας ότι είναι κλοπιμαίοι [6η Κατηγορία, κλεπταποδοχή, άρθρο 306(α) ΠΚ].

 

Για την απόδειξη της υπόθεσης, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον Αστ.1260 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ1), τον Αστ.399 Θ. Χατζηγιασουμή (ΜΚ2), τον Αστ.3981 Α. Παπανεοκλέους (ΜΚ3), τον Αστ.1807 Μ. Περικλέους (ΜΚ4), και τον Ι. Π. (ΜΚ5).

 

Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν προσκομίστηκε επιπλέον μαρτυρία από την πλευρά της Υπεράσπισης.

 

Μετά το πέρας της παρουσίασης του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή. Συνοπτικά, η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε πως μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, κατα τη θέση της, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του Κατηγορούμενου, με αναφορά, σε κάθε κατηγορία ξεχωριστά, των γεγονότων που, κατά τη θέση της, θεωρούνται αποδεδειγμένα, και των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. Υποδείχθηκε πως υπάρχουν θέσεις του Κατηγορούμενου, αλλά και παραδεκτά γεγονότα, που ενισχύουν την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Από την πλευρά του Κατηγορούμενου, αντίθετα, υποστηρίχθηκε η θέση πως δεν έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, πως ο Κατηγορούμενος έκλεψε τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 2ης Κατηγορίας, καθώς εισήλθε στην οικία για να καταλύσει, λόγω του ανυπόφορου ψυχρού καιρού, ενώ δεν αποδείχθηκε, κατά τη θέση της Υπεράσπισης, πως την οικία διέρρηξε ο Κατηγορούμενος. Υποστήριξε, η Υπεράσπιση, πως με βάση τη μαρτυρία που πρέπει να γίνει αποδεκτή, η πόρτα της οικίας ήταν ανοικτή, και ο Κατηγορούμενος μπήκε μέσα στην οικία, έκανε έρευνα στο σπίτι, ήταν ακατοίκητο και προσφερόμενο για τη φιλοξενία του. Όσον αφορά τα όργανα που εντοπίστηκαν στην κατοχή του, υποστηρίχθηκε, δόθηκαν εξηγήσεις που η Υπεράσπιση θεωρεί επαρκείς, με αναφορά στην εργασία του Κατηγορούμενου. Εξηγήσεις δόθηκαν, κατά την Υπεράσπιση, και για τους δύο φορτιστές και για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αναφέροντας πως, ακόμα κι αν δεν ήταν νόμιμη η κατοχή, δεν μπορεί να θεωρηθεί κλεπταποδοχή.

 

Μαρτυρία

 

Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας[1]. Συνοπτικά, η μαρτυρία αξιολογείται βάσει του περιεχομένου, της ποιότητας και της πειστικότητάς της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα αντικειμενικά δεδομένα. Λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η αμεσότητα, η συνοχή και η λογική των απαντήσεων, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, καθώς και το ενδεχόμενο επηρεασμού από γνώση των γεγονότων, προσωπικό συμφέρον, επιθυμία ή αδυναμία μνήμης. Το Δικαστήριο συνεκτιμά και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο. Η μαρτυρία δεν εξετάζεται αποσπασματικά ή λεκτικά, αλλά συνολικά, μέσα στο πλαίσιο της προφορικής δίκης, όπου ο λόγος δεν είναι πάντοτε άρτια διατυπωμένος ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο, εφόσον αυτό δικαιολογείται, χωρίς επιλεκτική ή κατακερματισμένη χρήση της προς στήριξη προκαθορισμένου αποτελέσματος. Η αναφορά σε αξιοπιστία αφορά τη συγκεκριμένη μαρτυρία στο πλαίσιο της υπόθεσης και όχι γενικά την εντιμότητα ή ειλικρίνεια του μάρτυρα.

 

Νοείται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται αποσπασματικά ή απομονωμένα ανά μάρτυρα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και των αντικειμενικών δεδομένων της υπόθεσης, έστω και αν, για σκοπούς διάρθρωσης και ευχέρειας αναφοράς, η ανάλυση εκτίθεται ξεχωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.

 

ΜΚ1: Αστ.1260 Μ. Μιχαήλ

 

Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεσή του ημερομηνίας 19.12.2025, η οποία κατατέθηκε ως Τ1. Σύμφωνα με το Τ1, ο Κ.Π., 88 ετών, συνταξιούχος, κατήγγειλε ότι, μεταξύ της 8.12.2025 και της 15.12.2025, διαρρήχθηκε η κατοικία που διατηρεί στη Λεμεσό και αφαιρέθηκε από αυτήν μία τηλεόραση μάρκας Samsung, 50 ιντσών, αξίας €600. Από την κατάσταση της κατοικίας προέκυπτε ότι το πρόσωπο που εισήλθε είχε διανυκτερεύσει σε αυτήν και είχε προκαλέσει ακαταστασία. Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε τη σκηνή και, από τις επιτόπιες εξετάσεις, διαπίστωσε ότι η είσοδος και η έξοδος είχαν επιτευχθεί μέσω της μπαλκονόπορτας της κουζίνας, στην οποία υπήρχαν σημεία παραβίασης με αιχμηρό αντικείμενο. Την ίδια ημέρα, ο Αστ.1807 Μ. Περικλέους παρέδωσε στον ΜΚ1 τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είχε προηγουμένως συλληφθεί στην ίδια οδό για αυτόφωρο αδίκημα διάρρηξης κατοικίας. Παρέδωσε επίσης τα αντικείμενα που είχαν εντοπιστεί στην κατοχή του Κατηγορούμενου: μία τσάντα Karrimor Jura, εντός της οποίας υπήρχαν φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής Lenovo με τον αναγραφόμενο σειριακό αριθμό και ο φορτιστής του, ένα τσαντάκι ώμου Vtrust, δύο φορτιστές κινητού τηλεφώνου, εννέα δέσμες διαφόρων κλειδιών, ένα power bank, δύο μικρά φανάρια και δύο κατσαβίδια. Κατά τον χρόνο εντοπισμού τους, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι τα αντικείμενα ήταν δικά του. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν διαπιστώθηκε ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής αποτελούσε προϊόν κλοπής από ιατρείο που είχε προηγουμένως διαρρηχθεί. Ο υπολογιστής αναγνωρίστηκε από την ιδιοκτήτριά του, μεταξύ άλλων από τα προσωπικά αρχεία που ήταν αποθηκευμένα σε αυτόν. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι τον είχε αγοράσει έναντι €65. Την ίδια ημέρα, ο Κ.Π. αναγνώρισε τις εννέα δέσμες κλειδιών που είχαν βρεθεί στην κατοχή του Κατηγορούμενου ως περιουσία προερχόμενη από την κατοικία του. Ο ΜΚ1 έλαβε από τον Κατηγορούμενο δεύτερη ανακριτική κατάθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τ2. Σε αυτήν, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι είχε εισέλθει στην κατοικία του Κ.Π. και διέμενε σε αυτήν, καθώς και ότι, κατά τον χρόνο της παραμονής του, δεν τον επισκέφθηκε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Αρνήθηκε, όμως, ότι είδε ή αφαίρεσε τα αντικείμενα που καταγγέλθηκαν ως κλοπιμαία. Ο ΜΚ1 κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια την τσάντα Karrimor Jura, Τ3, το τσαντάκι ώμου, Τ4, τα δύο φανάρια, Τ5, τα δύο κατσαβίδια, Τ6, τις δέσμες κλειδιών, Τ7, τους φορτιστές, Τ8, και το power bank, Τ9. Διευκρίνισε ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είχε ήδη παραδοθεί στη νόμιμη δικαιούχο του.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι η πρώτη ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου είχε ληφθεί από άλλο μέλος της Αστυνομίας και ότι ο ίδιος έλαβε τη δεύτερη ανακριτική κατάθεση. Αναφερόμενος στο περιεχόμενο της πρώτης κατάθεσης, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο εισήλθε στη Δημοκρατία, μέσω Τουρκίας και των κατεχόμενων περιοχών, καθώς και ότι είχε εργαστεί για ορισμένο χρονικό διάστημα σε εργασίες γυψοσανίδων και σε εργοστάσιο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, όμως, δεν διέθετε σταθερό χώρο διαμονής. Κατά την άποψη του ΜΚ1, οι περιστάσεις υπό τις οποίες βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου τα κατσαβίδια και τα φανάρια δεν παρέπεμπαν σε χρήση τους για εργασίες γυψοσανίδων, αλλά συνδέονταν με τον τρόπο εισόδου και κίνησης εντός της κατοικίας. Διευκρίνισε, παράλληλα, ότι οι δέσμες κλειδιών δεν θεωρούνταν από τον ίδιο διαρρηκτικά όργανα, αλλά περιουσία που είχε αφαιρεθεί από την κατοικία. Σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει ο ιδιοκτήτης, τα κλειδιά φυλάσσονταν σε ντουλαπάκι της κουζίνας και εντοπίστηκαν ακολούθως μέσα στην Τ3, στην κατοχή του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 ανέφερε ακόμη ότι, όταν επισκέφθηκε την κατοικία στο πλαίσιο της διερεύνησης, αυτή βρισκόταν σε καλή κατάσταση και διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα, νερό και σύνδεση στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη, οι ιδιοκτήτες επισκέπτονταν και χρησιμοποιούσαν την κατοικία τα Σαββατοκύριακα. Κατά τον χρόνο της αρχικής διάρρηξης δεν υπήρχε εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στην κατοικία. Δεν εντοπίστηκε ούτε σε γειτονική κατοικία σύστημα με οπτικό πεδίο που να κάλυπτε την αυλή ή την είσοδο της κουζίνας. Μετά τη διαπίστωση της διάρρηξης και κατόπιν συμβουλής της Αστυνομίας, τοποθετήθηκε κάμερα ασφαλείας στο σαλόνι. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι η σκηνή, κατά τον χρόνο των εξετάσεών του, δεν προσφερόταν για περαιτέρω ουσιαστικές εξετάσεις. Στην υποβολή ότι δεν ήταν ο Κατηγορούμενος το πρόσωπο που διέρρηξε την κατοικία, ο ΜΚ1 παρέπεμψε στο περιεχόμενο της πρώτης ανακριτικής κατάθεσης, Τ11, στην οποία ο Κατηγορούμενος παραδεχόταν ότι είχε εισέλθει στην κατοικία και παρέμεινε σε αυτήν για διάστημα ημερών, χρησιμοποιώντας τους χώρους και τις εγκαταστάσεις της. Όταν του υποβλήθηκε ότι άλλο είναι η παράνομη είσοδος και άλλο η διάρρηξη, ο ΜΚ1 απάντησε ότι, σύμφωνα με την εκδοχή του ίδιου του Κατηγορούμενου, η πόρτα από την οποία εισήλθε ήταν κλειστή, έστω και αν δεν ήταν κλειδωμένη. Ανέφερε επίσης ότι στην κατοχή του Κατηγορούμενου εντοπίστηκε περιουσία προερχόμενη από την κατοικία, συγκεκριμένα οι δέσμες κλειδιών, ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε μέσα σε αυτήν και ότι είχε παραδεχθεί την είσοδο και τη διαμονή του εκεί. Ως προς τον χρόνο διάπραξης, ο ΜΚ1 εξήγησε ότι το σχετικό χρονικό πλαίσιο προσδιορίστηκε από τη μαρτυρία του Κ.Π. Σύμφωνα με αυτήν, οι ιδιοκτήτες είχαν αναχωρήσει για τη Λευκωσία την 7.12.2025, περί ώρα 13:30, αφού προηγουμένως είχαν ασφαλίσει την κατοικία. Όταν επέστρεψαν την 15.12.2025, διαπίστωσαν ακαταστασία, την απουσία της τηλεόρασης και διαφόρων μπρούτζινων διακοσμητικών αντικειμένων. Η γυάλινη συρόμενη αλουμινένια πόρτα της κουζίνας βρέθηκε κλειστή αλλά απασφάλιστη, παρόλο που είχε κλειδωθεί πριν από την αναχώρησή τους, ενώ η μία επιφάνεια υαλοπίνακα μπαλκονόπορτας διπλής υάλωσης ήταν σπασμένη. Ο ΜΚ1 κατέθεσε επίσης την πρώτη ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, Τ11. Σύμφωνα με το περιεχόμενό της, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι Σύρος και ότι εισήλθε στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 2018, μέσω θαλάσσης, από την Τουρκία προς τις κατεχόμενες περιοχές. Υπέβαλε αίτηση ασύλου και εξασφάλισε άδεια παραμονής μέχρι την εξέτασή της. Ανέφερε ότι είχε εργαστεί ως τεχνίτης γυψοσανίδων, εργασία στην οποία τον είχε εισαγάγει φίλος και συνεργάτης του, και ότι είχε εργαστεί για 12 ημέρες, με ημερομίσθιο €75, ενώ στο παρελθόν είχε απασχοληθεί και σε άλλες εργασίες. Κατά τις τελευταίες ημέρες πριν από τη σύλληψή του δεν διέθετε κατοικία, μετά την αποχώρησή του από χώρο όπου συγκατοικούσε με ομοεθνείς του. Κοιμόταν σε πάρκα ή στην παραλία και δεν είχε σταθερό χώρο διαμονής. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε μαζί του ρούχα ή άλλα προσωπικά αντικείμενα, πέραν ενός σακιδίου που περιείχε το κινητό του τηλέφωνο, ένα power bank, έναν φορτιστή, τα κατσαβίδια και τα φανάρια. Χρησιμοποιούσε τα δημόσια ντους στην παραλία και προμηθευόταν φαγητό από εστιατόρια ή αγόραζε κονσέρβες. Κατά την εκδοχή του, λόγω του χειμώνα και του κρύου αποφάσισε να αναζητήσει ένα «εγκαταλελειμμένο» σπίτι, στο οποίο θα μπορούσε να κοιμηθεί για λίγες ημέρες μέχρι να εξασφαλίσει άλλο χώρο διαμονής. Την 13.12.2025, περί ώρα 22:30, εντόπισε την επίδικη κατοικία, η οποία του φάνηκε «εγκαταλελειμμένη» επειδή δεν υπήρχε φωτισμός. Αφού έλεγξε τις πόρτες και τα παράθυρα, τα οποία, όπως ανέφερε, ήταν κλειστά και κλειδωμένα, μετέβη στην πίσω πλευρά της κατοικίας, όπου βρισκόταν η πισίνα. Εκεί εντόπισε τη συρόμενη αλουμινένια πόρτα της κουζίνας κλειστή αλλά όχι κλειδωμένη, την έσυρε και εισήλθε. Είχε μαζί του αραβικές πίτες και κονσέρβες. Μετέβη στο σαλόνι και κοιμήθηκε για λίγο στον καναπέ. Περί ώρα 01:00 της 14.12.2025 εξήλθε από την ίδια πόρτα και, κατά την εκδοχή του, πήγε περίπατο. Περί ώρα 02:00 επέστρεψε στην κατοικία. Στη διαδρομή συνάντησε διάφορα πρόσωπα, ένα από τα οποία του πώλησε, έναντι €65, τον φορητό υπολογιστή μαζί με τον φορτιστή του, έναν επιπλέον φορτιστή με λευκό καλώδιο και ένα μπλε φανάρι, τοποθετημένα σε μαύρη θήκη. Όταν επέστρεψε, κοιμήθηκε στον καναπέ και ξύπνησε περί ώρα 11:00. Ανέφερε ότι κινήθηκε στο σαλόνι, στην κουζίνα και στο λουτρό, όπου λούστηκε. Αναχώρησε περί ώρα 12:00 και το ίδιο βράδυ διανυκτέρευσε σε φίλο του. Την 15.12.2025 επέστρεψε στην κατοικία, κάθισε στο σαλόνι, έφαγε και ετοίμασε καφέ. Λίγο αργότερα αφίχθηκε η Αστυνομία και τον εντόπισε στο εσωτερικό της κατοικίας, όπου συνελήφθη. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι αφαίρεσε οποιοδήποτε από τα αντικείμενα που καταγγέλθηκαν ως κλοπιμαία. Ανέφερε ότι βρήκε τις δέσμες κλειδιών σε πιάτο ή σε ντουλαπάκι της κουζίνας. Ως προς τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στην κατοχή του, ισχυρίστηκε ότι ορισμένα ήταν δικά του και ότι τα υπόλοιπα τα είχε αγοράσει από το πρόσωπο που συνάντησε. Τέλος, απολογήθηκε για την είσοδο και παραμονή του στην κατοικία, ανέφερε ότι δεν θα το επαναλάμβανε και ότι θα προσπαθούσε να εξασφαλίσει σταθερή εργασία.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, στο μέτρο που αφορά τις δικές του ενέργειες κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, την παραλαβή και κατάθεση τεκμηρίων, τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου και τις διαπιστώσεις του από την επίσκεψή του στη σκηνή. Κατέθεσε με σαφήνεια, χωρίς τάση υπερβολής ή προσπάθεια ενίσχυσης της υπόθεσης πέραν των πραγματικών δεδομένων που είχε ενώπιον του. Η αντεξέτασή του δεν ανέδειξε ουσιώδη αντίφαση ή στοιχείο που να πλήττει την αξιοπιστία του. Αναγνώρισε τα όρια της δικής του γνώσης. Η μαρτυρία του ΜΚ1 συνδέεται και με την παραδοχή του ίδιου του Κατηγορούμενου στις ανακριτικές του καταθέσεις ότι εισήλθε και διέμεινε στην κατοικία του Κ.Π., με την ανεύρεση στην κατοχή του αντικειμένων που παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, καθώς και με την αναγνώριση μέρους αυτών, ιδίως των κλειδιών, από τον παραπονούμενο. Η αναφορά του ΜΚ1 ότι τα κλειδιά αποτελούσαν προϊόν κλοπής δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοτελές προσωπικό συμπέρασμα του μάρτυρα, αλλά ως στοιχείο που προκύπτει από τη συνάρτηση της κατοχής τους από τον Κατηγορούμενο με την αναγνώρισή τους από τον ιδιοκτήτη και το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Σε ό,τι αφορά την άποψη του ΜΚ1 ότι τα κατσαβίδια και τα φανάρια δεν παρέπεμπαν σε εργασία γυψοσανίδων αλλά στον τρόπο εισόδου στην κατοικία, δεν πρόκειται για πραγματογνωμοσύνη, αλλά για αστυνομική εκτίμηση βασισμένη στις περιστάσεις της υπόθεσης.

 

ΜΚ2 Αστ.399 Θ. Χατζηγιασουμή

 

Ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερομηνίας 16.12.2025, Τ12, στην οποία αναφέρει ότι την 15.12.2025, με τη βοήθεια διερμηνέα στην αραβική γλώσσα, παρέδωσε γραπτώς στον Κατηγορούμενο, ο οποίος είχε συλληφθεί για αυτόφωρα αδικήματα, τα δικαιώματά του, αφού προηγουμένως του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή στον νόμο. Έλαβε, επίσης, ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, το Τ11, τον συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τ13, απαντώντας, ο Κατηγορούμενος, κατά την επίστηση «μπήκα μόνο στο σπίτι για να κοιμάμαι, δεν έκλεψα τίποτε, δεν διέρρηξα το ιατρείο, αγόρασα το laptop από τον Saleh και τα κατσαβίδια τα χρησιμοποιώ στη δουλειά μου». Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως προς πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεσή του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος δεν του ανέφερε ότι εργάζεται σε κάποια συγκεκριμένη εργασία, ήταν άνεργος, εργαζόταν παλαιότερα. Δεν προέβη σε άλλες ενέργειες πλην των όσων αναφέρει στην κατάθεσή του.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, στο μέτρο που αφορά τις περιορισμένες, αλλά συγκεκριμένες, ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η μαρτυρία του ήταν απλή, σαφής και επικεντρωμένη στις δικές του πράξεις. Δεν επιχείρησε να επεκταθεί σε ζητήματα που δεν εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση. Κατά την αντεξέταση, δέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν του ανέφερε πως εργαζόταν σε συγκεκριμένη εργασία κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι, πέραν όσων κατέγραψε στην κατάθεσή του, δεν προέβη σε άλλες ενέργειες. Δεν προσπάθησε να συμπληρώσει κενά ή να εμφανίσει τη συμμετοχή του στη διερεύνηση ως ευρύτερη από ό,τι πράγματι ήταν. Δεν προέκυψε από την αντεξέταση λόγος αμφισβήτησης της ακρίβειας ή της ακεραιότητας των ενεργειών του ΜΚ2.

 

ΜΚ3 Αστ.3981 Α. Παπανεοκλέους

 

Ο ΜΚ3 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, Τ14, στην οποία ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Την 12.12.2025 καταγγέλθηκε διάρρηξη και κλοπή από το αναφερόμενο ιατρείο. Μετέβη στη σκηνή, στην οδό που αναφέρεται, και ειδοποίησε τον Αστ.2061 για τη λήψη τεκμηρίων, τα οποία στη συνέχεια παρέλαβε. Δεν εντόπισε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Την 15.12.2025 ειδοποιήθηκε πως εντοπίστηκε μέρος της κλαπείσας περιουσίας σε ξεχωριστή υπόθεση. Ο λόγος για το laptop, που παρέλαβε από τον Αστ.1260 και παρέδωσε στη νόμιμη δικαιούχο, που το αναγνώρισε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως το ιατρείο, τη διάρρηξη του οποίου διερευνούσε ο ίδιος, είναι στον ίδιο δρόμο όπου βρίσκεται και η κατοικία του Κ.Π., για τη διάρρηξη της οποίας πληροφορήθηκε όταν ειδοποιήθηκε πως μέρος της κλαπείσας περιουσίας, το laptop, εντοπίστηκε στην κατοχή του συλληφθέντος για τη διάρρηξη της κατοικίας του Κ.Π. Ο ίδιος δεν είχε κάποια σχετική συζήτηση με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είχε ανακριθεί από άλλο μέλος της Αστυνομίας. Όσον αφορά τα τεκμήρια που είχε λάβει από το ιατρείο και τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν, δεν έχουν ετοιμασθεί μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα των εξετάσεων.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, εντός των συγκεκριμένων ορίων της εμπλοκής του στην υπόθεση. Ο ΜΚ3 δεν ήταν ο αστυνομικός που διερεύνησε τη διάρρηξη της κατοικίας του Κ.Π., αλλά το μέλος της Αστυνομίας που χειρίστηκε την καταγγελία για τη διάρρηξη και κλοπή από το ιατρείο, από το οποίο προέκυψε η κλοπή του φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή Lenovo. Η μαρτυρία του, συνεπώς, αφορά κυρίως τη σύνδεση του συγκεκριμένου laptop με την προηγηθείσα διάρρηξη του ιατρείου και την αναγνώρισή του από τη νόμιμη δικαιούχο. Ο ΜΚ3 κατέθεσε με σαφήνεια. Η αντεξέταση δεν ανέδειξε ουσιώδες στοιχείο που να πλήττει την αξιοπιστία του. Αντίθετα, ο ΜΚ3 αναγνώρισε με ευθύτητα και ο ίδιος τα όρια της γνώσης του.

 

X.H.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του Χ.Η. ημερομηνίας 12.12.2025, Τ15, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι ο ίδιος είναι διαχειριστής του αναφερόμενου ιατρείου, το οποίο την 11.12.2025 ώρα 12:00 έκλεισε και την 12.12.2025 ώρα 09:00, διαπιστώθηκε παραβίαση πλαϊνής θύρας που έχει ο χώρος εξέτασης, και κλοπή εντός laptop παλαιού τύπου, χρηματικού ποσού €100 σε μετρητά, δύο φορτιστών τηλεφώνων και ενός σακακιού παιδικού. Υπήρχε ακαταστασία παντού, δεν υπάρχουν κάμερες ασφαλείας ή συναγερμός και δεν στρέφονται οι υποψίες κάπου.

 

M.H.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση της Μ.Η., ημερομηνίας 15.12.2025, Τ16, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι αντιλήφθηκε πως απουσίαζε και ο δικός της ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας Lenovo, τον οποίο αναγνώρισε μεταξύ άλλων κλοπιμαίων που της υποδείχθηκαν, ενώ εντός αυτού εντοπίστηκαν και τα αρχαία και διάφορες φωτογραφίες της.

 

ΜΚ4 Αστ.1807 Μ. Περικλέους

 

Ο ΜΚ4 αναγνώρισε και υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεσή του, η οποία κατατέθηκε ως Τ17. Σύμφωνα με το Τ17, την 15.12.2025, περί ώρα 17:45, λήφθηκε μήνυμα από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του ΚΕΜ Λεμεσού ότι πολίτης είχε επικοινωνήσει με την Αστυνομία και είχε αναφέρει πως, ενώ οι ένοικοι συγκεκριμένης κατοικίας στην οδό που αναφέρεται απουσίαζαν, υπήρχε υποψία ότι άγνωστο πρόσωπο είχε εισέλθει στο εσωτερικό της. Περί ώρα 17:50, ο ΜΚ4 μετέβη στην εν λόγω οδό μαζί με τον Αστ.2854, με σκοπό τη διερεύνηση της πληροφορίας. Κατά την άφιξή τους εισήλθαν στην αυλή της ισόγειας κατοικίας και διενήργησαν περιμετρικό έλεγχο. Έλεγξαν φυσικά τα διαθέσιμα σημεία εισόδου, περιλαμβανομένων των θυρών και των συρόμενων μπαλκονόπορτων. Κατά τον πρώτο αυτό έλεγχο, οι είσοδοι φαίνονταν ασφαλισμένες και δεν διαπιστώθηκαν εμφανή σημεία παραβίασης. Ο ΜΚ4 ενημέρωσε σχετικά τον Αξιωματικό Υπηρεσίας, ο οποίος επικοινώνησε εκ νέου με το πρόσωπο που είχε δώσει την πληροφορία. Το πρόσωπο αυτό ανέφερε ότι στην κατοικία είχε εγκατασταθεί εσωτερική κάμερα ασφαλείας και ότι, μέσω αυτής, είχε διαπιστωθεί η παρουσία φωτός από φανάρι μέσα στην κατά τα λοιπά σκοτεινή κατοικία. Κατόπιν της νεότερης αυτής πληροφορίας, τα δύο μέλη της Αστυνομίας προέβησαν σε δεύτερο έλεγχο των σημείων εισόδου. Κατά τον έλεγχο αυτό διαπίστωσαν ότι η συρόμενη μπαλκονόπορτα της κουζίνας, η οποία βρισκόταν στη νότια πλευρά της κατοικίας και κατά τον πρώτο έλεγχο φαινόταν ασφαλισμένη από την εσωτερική πλευρά, ήταν πλέον απασφάλιστη και μπορούσε να ανοίξει. Τα μέλη της Αστυνομίας εισήλθαν προσεκτικά στην κατοικία, γνωστοποιώντας προηγουμένως μεγαλοφώνως την ιδιότητά τους με τη φράση «Αστυνομία, μπαίνουμε στο σπίτι». Έλεγξαν αρχικά την κουζίνα και, ακολούθως, τον χώρο του αποχωρητηρίου, ο οποίος βρισκόταν δίπλα στο καθιστικό. Στον χώρο εκείνο εντόπισαν τον Κατηγορούμενο. Φορούσε σκούρο φούτερ και παντελόνι τζιν και έφερε σακίδιο στην πλάτη του. Τα μέλη τον ακινητοποίησαν αμέσως. Όταν ερωτήθηκε εάν ήταν κάτοικος της οικίας, απάντησε στα ελληνικά «όχι» και ανέφερε το όνομά του. Κατά την επίστηση απάντησε «ντάξει μάστρε». Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη και διενεργήθηκε έρευνα στο σακίδιο που είχε στην κατοχή του. Μέσα σε αυτό εντοπίστηκαν ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής Lenovo, τρεις φορτιστές, ένα power bank, εννέα δέσμες κλειδιών, δύο φανάρια και δύο κατσαβίδια. Ερωτηθείς σχετικά με τα αντικείμενα, ο Κατηγορούμενος απάντησε «εν δικά μου». Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ, όπου εξακριβώθηκαν τα στοιχεία του. Τα αντικείμενα που είχαν εντοπιστεί παραδόθηκαν στον Αστ.1260 Μ. Μιχαήλ για τη συνέχιση των εξετάσεων. Δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα τεκμήρια Τ3 έως Τ9 είναι τα αντικείμενα που ο ΜΚ4 εντόπισε στην κατοχή του Κατηγορούμενου.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ4 διευκρίνισε ότι, όταν έλαβε οδηγίες να μεταβεί στη σκηνή, δεν γνώριζε την ταυτότητα του ιδιοκτήτη της κατοικίας. Η κατοικία βρισκόταν σε ανεξάρτητο οικόπεδο. Τα μέλη εισήλθαν στην αυλή μέσω του περιμετρικού κάγκελου και έλεγξαν τις θύρες, τα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες από τις οποίες ήταν δυνατό να επιτευχθεί είσοδος στο εσωτερικό. Εξήγησε ότι, συνήθως, οπτικά σημεία παραβίασης είναι εμφανή όταν έχει ασκηθεί έκδηλη σωματική βία. Κατά τον πρώτο έλεγχο, όμως, όλα τα σημεία εισόδου φαίνονταν ασφαλισμένα και δεν υπήρχαν τέτοια εμφανή σημεία. Μετά τον πρώτο έλεγχο, τα μέλη εξήλθαν από την αυλή και παρέμειναν στο μπροστινό κάγκελο της κατοικίας, χωρίς να απομακρυνθούν από τη σκηνή. Κατά την επικοινωνία τους με τον Αξιωματικό Υπηρεσίας ενημερώθηκαν ότι, μέσω της εσωτερικής κάμερας, είχε διαπιστωθεί η χρήση φωτός από φανάρι μέσα στη σκοτεινή κατοικία, με τρόπο που δημιουργούσε την εντύπωση ότι κάποιο πρόσωπο κινούνταν ή αναζητούσε κάτι στο εσωτερικό. Τα μέλη επανήλθαν αμέσως και έλεγξαν εκ νέου τις θύρες, τα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες. Κατά τον δεύτερο αυτό έλεγχο, μία από τις συρόμενες μπαλκονόπορτες μπορούσε πλέον να ανοίξει. Ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ του τέλους του πρώτου και της έναρξης του δεύτερου ελέγχου δεν υπερέβη, σύμφωνα με τον ΜΚ4, τα τρία λεπτά. Ο ΜΚ4 εξέφρασε την άποψη ότι το πρόσωπο που βρισκόταν στο εσωτερικό ενδέχεται, όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας, να ασφάλισε αρχικά τη μπαλκονόπορτα από μέσα και, όταν θεώρησε ότι τα μέλη είχαν απομακρυνθεί, να την απασφάλισε ώστε να επιχειρήσει να εξέλθει. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή ήταν προσωπική του εκτίμηση, βασισμένη στις περιστάσεις και στην εμπειρία του, και όχι γεγονός το οποίο είχε παρατηρήσει ο ίδιος. Ανέφερε επίσης ότι, κατά την αντίληψή του, λόγω της διαμόρφωσης του οικοπέδου δεν ήταν εύκολο να αποχωρήσει κάποιος από την κατοικία χωρίς να κινηθεί προς την μπροστινή πλευρά, η οποία εφαπτόταν στον δρόμο. Η μπαλκονόπορτα από την οποία εισήλθαν τα μέλη βρισκόταν στο πλάι της κουζίνας. Ο ΜΚ4 κρατούσε φανάρι και, μόλις εισήλθαν και έστρεψαν το φως προς τον παρακείμενο χώρο, εντόπισαν τον Κατηγορούμενο να στέκεται σε γωνία του μικρού αποχωρητηρίου. Λόγω της περιορισμένης έκτασης του χώρου, ο Κατηγορούμενος ακινητοποιήθηκε αμέσως. Ο ΜΚ4 διευκρίνισε ότι η επίστηση έγινε στα ελληνικά, επειδή ο ίδιος δεν μιλούσε αραβικά και έκρινε ότι ήταν προτιμότερη η χρήση της ελληνικής παρά της αγγλικής γλώσσας. Δεν μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα τι ακριβώς αντιλήφθηκε ο Κατηγορούμενος ούτε ποιο νόημα απέδιδε στη φράση «ντάξει μάστρε». Η απάντηση αυτή, ωστόσο, του δημιούργησε την εντύπωση ότι ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί τη φύση της επέμβασης της Αστυνομίας. Ως προς τα αντικείμενα που βρέθηκαν στο σακίδιο, ο ΜΚ4 επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε για όλα ότι ήταν δικά του. Διευκρίνισε, όμως, ότι ο ίδιος δεν τον είχε ρωτήσει για το επάγγελμά του και δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν χρησιμοποιούσε κάποια από τα αντικείμενα για εργασία ή εάν είχε αγοράσει ορισμένα από αυτά από τρίτο πρόσωπο.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ4 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη. Η περιγραφή του ΜΚ4 για τον τρόπο εντοπισμού του Κατηγορούμενου μέσα στην οικία ήταν ζωντανή, συγκεκριμένη και χωρίς ουσιώδεις ασάφειες. Δεν προσπάθησε να παρουσιάσει την υπόθεση ισχυρότερη απ’ ό,τι ήταν. Κατά την αντεξέταση, αναγνώρισε ότι κατά τον πρώτο έλεγχο δεν διαπίστωσε εμφανή παραβίαση, ότι η εκτίμησή του ως προς το πώς πιθανόν ασφαλίστηκε και απασφαλίστηκε η μπαλκονόπορτα ήταν δική του πεποίθηση βασισμένη στην εμπειρία του, και ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει την πραγματική αντίληψη του Κατηγορούμενου όταν αυτός απάντησε «ντάξει μάστρε». Οι παραδοχές αυτές ενισχύουν την αξιοπιστία του, διότι δείχνουν μάρτυρα που διακρίνει μεταξύ άμεσης αντίληψης και συμπεράσματος. Γίνεται δεκτή η μαρτυρία του ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εντός της κατοικίας, χωρίς να είναι κάτοικος ή να έχει οποιαδήποτε εμφανή εξουσιοδότηση παρουσίας εκεί. Γίνεται επίσης δεκτό ότι, κατά την έρευνα στο σακίδιο που έφερε, εντοπίστηκαν ο φορητός υπολογιστής Lenovo, φορτιστές, power bank, εννέα δέσμες κλειδιών, δύο φανάρια και δύο κατσαβίδια, και ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε για τα αντικείμενα αυτά «εν δικά μου». Δεν παραγνωρίζεται ότι ο ΜΚ4 δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν ο Κατηγορούμενος είχε αγοράσει κάποια από τα αντικείμενα από τρίτο πρόσωπο ή εάν χρησιμοποιούσε τα κατσαβίδια σε εργασία. Τα ζητήματα αυτά δεν εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση. Η μαρτυρία του, όμως, προσκομίστηκε για να αποδείξει τις συνθήκες εντοπισμού του Κατηγορούμενου και την κατοχή των αντικειμένων κατά τον κρίσιμο χρόνο. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΚ4 γίνεται αποδεκτή ως σαφής, ειλικρινής και αξιόπιστη.

 

Κ.Π.

 

Δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως το περιεχόμενο του Τ10, δηλαδή της κατάθεσης του Κ.Π., είναι αληθές, και ότι οι δέσμες κλειδών είναι το Τ7.

 

Ε.Π.

 

Επίσης, κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση της Ε.Π. ημερομηνίας 17.12.2025 (Τ18), και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της ανταποκρίνεται στην αλήθεια, δηλαδή η διαπίστωσή της ότι κλάπησαν από την οικία τους τα αντικείμενα που αναφέρονται, που είναι ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών, καθώς και η αξία του καθενός από αυτά.

 

ΜΚ5: Ι.Π.

 

Ο ΜΚ5 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση του ημερομηνίας 15.12.2025, Τ19, στην οποία αναφέρει πως την 15.12.2025, μετά την καταγγελία του πατέρα του σχετικά με τη διάρρηξη, τοποθετήθηκε η κάμερα ασφαλείας στο σαλόνι, και μεταγενέστερα, την ίδια ημέρα, θεάθηκε ο δράστης. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως είχαν αλλαχθεί οι κλειδαριές με τις υπηρεσίες κλειδαρά, κλείδωσαν και έφυγαν. Ήταν δύο με τρεις πόρτες, και διατηρεί ζωντανή τη μνήμη της χρονικής στιγμής που κλείδωσαν. Η είσοδος επιτεύχθηκε από αλουμινένια θύρα, δεν είχε καταγραφεί η είσοδος, αλλά καταγράφθηκε η παρουσία του δράστη μέσα στο σπίτι.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ5 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη. Ο μάρτυρας κατέθεσε για γεγονότα στα οποία είχε προσωπική συμμετοχή και αντίληψη, και ειδικότερα για την τοποθέτηση κάμερας ασφαλείας στην κατοικία μετά την καταγγελία της διάρρηξης, την αλλαγή των κλειδαριών, την ασφάλιση της κατοικίας πριν από την αναχώρησή τους και τη μεταγενέστερη διαπίστωση παρουσίας προσώπου στο εσωτερικό της, μέσω της κάμερας. Η μαρτυρία του ήταν σαφής, συγκεκριμένη και χωρίς ουσιώδεις αντιφάσεις.

 

Κατηγορούμενος

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο ως αιτών άσυλο και ότι εργάστηκε ως τεχνίτης γυψοσανίδων. Στο πλαίσιο της εργασίας αυτής χρησιμοποιούσε διάφορα εργαλεία, περιλαμβανομένων κατσαβιδιών, κοπτών και άλλων εργαλείων αναγκαίων για την τοποθέτηση γυψοσανίδων. Ισχυρίστηκε ότι τα δύο κατσαβίδια και το μεγάλο φανάρι που βρέθηκαν στην κατοχή του χρησιμοποιούνταν στην εργασία του. Το μικρό φανάρι, κατά την εκδοχή του, το χρησιμοποιούσε επειδή, λόγω της έλλειψης σταθερής στέγης, διέμενε συχνά σε χώρους χωρίς φωτισμό. Παραδέχθηκε ότι τις δέσμες κλειδιών τις πήρε από την κατοικία του Κ.Π. Ανέφερε επίσης ότι, όταν ανακρίθηκε από την Αστυνομία, έδωσε εξηγήσεις για όλα τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του. Ως προς την είσοδό του στην κατοικία, ανέφερε ότι την 13.12.2025 επικρατούσε βροχερός και ψυχρός καιρός και ότι δεν διέθετε χώρο διαμονής, αλλά κοιμόταν σε παρακείμενο κήπο. Για τον λόγο αυτό αναζητούσε, όπως είπε, κάποιο «εγκαταλελειμμένο» ή άδειο σπίτι στο οποίο θα μπορούσε να καταλύσει προσωρινά. Ισχυρίστηκε ότι επέλεξε την επίδικη κατοικία επειδή βρισκόταν κοντά στον κήπο όπου διέμενε και επειδή, περνώντας προηγουμένως από την περιοχή, είχε παρατηρήσει ότι η συρόμενη αλουμινένια πόρτα της κουζίνας ήταν ορισμένες φορές ανοικτή. Κατά την εκδοχή του, όταν προσέγγισε την κατοικία δεν υπήρχε φωτισμός και η συγκεκριμένη πόρτα ήταν ανοικτή, οπότε εισήλθε χωρίς να προκαλέσει ζημιά ή παραβίαση. Παραδέχθηκε ότι εισήλθε και παρέμεινε στην κατοικία κατά τις 13, 14 και 15.12.2025. Δεν ήταν βέβαιος για την ακριβή ώρα της πρώτης εισόδου, την τοποθέτησε όμως μετά την εργασία του, κατά το σούρουπο, περίπου στις 17:30. Αρνήθηκε ότι αφαίρεσε από την κατοικία οποιοδήποτε αντικείμενο, πλην των κλειδιών. Ανέφερε ότι, εάν είχε διαπράξει κλοπή, δεν θα επέστρεφε επανειλημμένα στην ίδια κατοικία ούτε θα παρέμενε σε αυτήν αφού αντιλήφθηκε την ύπαρξη κάμερας ασφαλείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, κατά τις ημέρες που διέμενε εκεί, δεν είδε τηλεόραση ή τα διακοσμητικά αντικείμενα που καταγγέλθηκαν ως κλοπιμαία. Ανέφερε ότι μετέφερε μαζί του το δικό του φαγητό και ότι η Αστυνομία εντόπισε στο ψυγείο της κατοικίας τρόφιμα που του ανήκαν. Ως προς τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, ισχυρίστηκε ότι τον αγόρασε από πρόσωπο τουρκικής καταγωγής, το οποίο κατονόμασε. Επανέλαβε ότι εισήλθε στην κατοικία επειδή, λόγω του κρύου και της βροχής, δεν είχε άλλο χώρο για να διαμείνει.

 

Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι η τσάντα Τ4 βρισκόταν στην κατοχή του και ότι μέσα σε αυτήν υπήρχαν τα δύο κατσαβίδια, Τ6. Ερωτηθείς για τη χρήση τους, ανέφερε ότι τα χρησιμοποιούσε για την τοποθέτηση των βάσεων των γυψοσανίδων και για εργασίες που σχετίζονταν με ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Διευκρίνισε ότι, παρόλο που οι βίδες τοποθετούνται συνήθως με τρυπάνι, σε σημεία όπου αυτό δεν χωρά χρησιμοποιούνται κατσαβίδια. Ως προς τα υπόλοιπα εργαλεία της εργασίας του, όπως τους κόπτες, ανέφερε ότι βρίσκονταν στην κατοχή του εργοδότη του, πιθανόν μέσα στο όχημά του. Εξήγησε ότι τα κατσαβίδια παρέμειναν στην τσάντα του επειδή ήταν μικρά, ενώ άλλα εργαλεία μεταφέρονταν σε ειδική ζώνη εργασίας. Ισχυρίστηκε ότι κατά τις 13 και 14.12.2025 εξακολουθούσε να εργάζεται σε εργασίες γυψοσανίδων στη Λευκωσία, παρόλο που ο ίδιος βρισκόταν στη Λεμεσό. Κατά την εκδοχή του, ο εργοδότης του τον παραλάμβανε και τον μετέφερε με όχημα στον χώρο εργασίας, μέσα στο οποίο φυλάσσονταν και τα υπόλοιπα εργαλεία. Τα δύο κατσαβίδια παρέμεναν στην τσάντα του επειδή τα χρησιμοποιούσε και όχι επειδή τα είχε ξεχάσει. Στην υποβολή ότι τα κατσαβίδια βρίσκονταν στην τσάντα του για να χρησιμοποιηθούν ως όργανα διαρρήξεως, απάντησε ότι, εάν είχε τέτοιο σκοπό, δεν θα επέστρεφε επανειλημμένα στην ίδια κατοικία. Ως προς τις δέσμες κλειδιών, Τ7, παραδέχθηκε ότι τις πήρε από την κατοικία, παρόλο που γνώριζε ότι δεν του ανήκαν. Ανέφερε ότι, λόγω του υψηλού κόστους στέγασης στη Λεμεσό, σκόπευε να εγκατασταθεί προσωρινά στην κατοικία μέχρι να εξασφαλίσει άλλο χώρο διαμονής και ότι η αφαίρεση των κλειδιών ήταν λάθος. Αποδέχθηκε ως ορθή την υποβολή ότι τα πήρε για να μπορεί να εισέρχεται και να εξέρχεται ελεύθερα από την κατοικία. Ως προς τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ανέφερε ότι τον αγόρασε από τρίτο πρόσωπο, το οποίο συνάντησε κοντά στον χώρο εργασίας του. Γνώριζε το πρόσωπο αυτό για μικρό χρονικό διάστημα, πριν από τον Δεκέμβριο του 2025. Κατέβαλε, όπως είπε, το ποσό των €65, έθεσε τον υπολογιστή σε λειτουργία και διαπίστωσε ότι βρισκόταν σε καλή κατάσταση, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε ιδιαίτερες γνώσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών. Παραδέχθηκε ότι μαζί με τον υπολογιστή υπήρχαν και δύο φορτιστές τηλεφώνου, Τ8. Ισχυρίστηκε, όμως, ότι αγόρασε από το ίδιο πρόσωπο μόνο τον ένα, ενώ ο δεύτερος ήταν δικός του και τον χρησιμοποιούσε για τη φόρτιση του κινητού του τηλεφώνου. Όταν του υποβλήθηκε ότι κατά τη σύλληψή του δεν είχε κινητό τηλέφωνο, επέμεινε ότι αυτό βρισκόταν στην κατοχή του. Επανέλαβε ότι το μεγάλο φανάρι χρησιμοποιείτο στην εργασία του, ενώ το μικρό φανάρι το χρησιμοποιούσε στους χώρους όπου διέμενε όταν δεν υπήρχε φωτισμός. Ανέφερε ότι στο παρελθόν είχε διαμείνει και σε άλλο, κατά την έκφρασή του, «εγκαταλελειμμένο» και ερημωμένο υποστατικό, το οποίο δεν είχε πόρτες και παράθυρα. Ως προς τον τρόπο εισόδου στην κατοικία του Κ.Π., επέμεινε ότι η συρόμενη αλουμινένια πόρτα της κουζίνας ήταν ανοικτή. Δεν αποδέχθηκε την υποβολή ότι η πόρτα είχε αφεθεί κλειστή και κλειδωμένη από την 7.12.2025, αναφέροντας ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ποια ήταν η κατάστασή της κατά την ημερομηνία εκείνη και ότι εισήλθε για πρώτη φορά την 13.12.2025. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε ότι η κατοικία ήταν εγκαταλελειμμένη, ανέφερε αρχικά ότι δεν υπήρχε κανείς σε αυτήν και ότι δεν κατοικείτο. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει πώς κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, επανέλαβε ότι είχε αρχίσει να βρέχει, ότι προσέγγισε την κατοικία από την πλευρά της πισίνας, βρήκε την πόρτα ανοικτή και κοιμήθηκε εκεί κατά την πρώτη και τη δεύτερη ημέρα, ενώ την τρίτη συνελήφθη. Όταν η ερώτηση επαναλήφθηκε, ανέφερε ότι δεν ήταν ζήτημα κατά πόσο είχε διαπιστώσει ότι η κατοικία ήταν εγκαταλελειμμένη, αλλά ότι η είσοδός του αποτέλεσε «ηλιθιότητα» στην οποία προέβη λόγω των συνθηκών του. Παραδέχθηκε ότι στο εσωτερικό υπήρχαν έπιπλα και διάφορα αντικείμενα, επαναλαμβάνοντας ότι η είσοδός του ήταν λανθασμένη. Όταν του υποδείχθηκε ότι η μπαλκονόπορτα από την οποία εισήλθε βρισκόταν στην πίσω πλευρά της κατοικίας, ανέφερε αρχικά ότι υπήρχε και δεύτερη ανοικτή πόρτα σε άλλο σημείο. Ακολούθως, αποδέχθηκε ότι η επίδικη πόρτα βρισκόταν στην πίσω πλευρά, κοντά στην πισίνα. Ερωτηθείς εάν, κατά την αναζήτηση «εγκαταλελειμμένου» σπιτιού, εισερχόταν σε κήπους και περιεργαζόταν τα σημεία εισόδου, δεν έδωσε ευθεία απάντηση και τελικά ανέφερε ότι στην πλευρά της πισίνας υπήρχε μία πόρτα. Ερωτηθείς γιατί δεν ζήτησε φιλοξενία από τον εργοδότη του, απάντησε ότι το είχε πράξει, αλλά ο εργοδότης διέμενε ήδη με πολλά άλλα πρόσωπα. Ανέφερε ότι δεν είχε αναφέρει το γεγονός αυτό προηγουμένως επειδή δεν είχε ερωτηθεί σχετικά κατά την ανάκριση. Ως προς προηγούμενο εργοδότη του, ανέφερε ότι είχε αποχωρήσει από την εργασία του αρκετό καιρό πριν και δεν θεωρούσε ότι είχε λόγο να τον ενοχλήσει. Πρόσθεσε ότι είχε αναφέρει και σε άλλα πρόσωπα πως δεν διέθετε χώρο διαμονής, χωρίς όμως κάποιος να προσφερθεί να τον φιλοξενήσει. Ερωτηθείς γιατί δεν διέμενε στο κτίριο όπου εκτελούνταν οι εργασίες γυψοσανίδων, απάντησε ότι το κτίριο βρισκόταν στη Λευκωσία, ανήκε σε εταιρεία και δεν αποτελούσε χώρο στον οποίο μπορούσε να εγκατασταθεί. Διευκρίνισε ότι, όταν αναφερόταν στα πάρκα και στην παραλία, δεν τα θεωρούσε κανονικό χώρο διαμονής, αλλά χώρους στους οποίους αναγκάστηκε να παραμένει λόγω της κατάστασής του. Αρνήθηκε ότι, κατά την είσοδό του στην κατοικία του Κ.Π., είχε σκοπό να κλέψει. Ανέφερε ότι την 15.12.2025 παρατήρησε την ύπαρξη κάμερας ασφαλείας, η οποία δεν υπήρχε προηγουμένως. Ερωτηθείς πώς εισήλθε στην κατοικία την 15.12.2025, ανέφερε ότι, παρόλο που είχε στην κατοχή του τα κλειδιά, η συρόμενη μπαλκονόπορτα ήταν ανοικτή. Επισήμανε ότι δεν είχε εντοπιστεί εμφανής παραβίαση. Όταν του υποβλήθηκε ότι άνοιξε τη μπαλκονόπορτα, εισήλθε και την έκλεισε πίσω του, ανέφερε ότι πράγματι την έκλεισε, αλλά δεν την κλείδωσε, και ότι η Αστυνομία εισήλθε αργότερα από την ίδια πόρτα. Παραδέχθηκε ότι και ο ίδιος χρησιμοποιούσε την πόρτα αυτή για τις εισόδους και εξόδους του. Ανέφερε ότι κατά τις ημέρες της παραμονής του στην κατοικία συνέχισε να εργάζεται. Δεν αποκάλυψε στον εργοδότη του ότι διέμενε προσωρινά στη συγκεκριμένη οικία, επειδή ντρεπόταν, αν και του είχε αναφέρει ότι αναζητούσε χώρο διαμονής. Κατά την εκδοχή του, ο εργοδότης τον παραλάμβανε από τον κοντινό κήπο, όπου κοιμόταν προηγουμένως. Στην υποβολή ότι η ντροπή του οφειλόταν στο γεγονός ότι είχε διαρρήξει την κατοικία, παραδέχθηκε ότι εισήλθε σε αυτήν παράνομα. Παραδέχθηκε επίσης ότι κατά την παραμονή του έκανε μπάνιο, μαγείρεψε και ετοίμασε καφέ. Παρά τα στοιχεία αυτά και την ύπαρξη επίπλων και προσωπικών αντικειμένων, επέμεινε ότι δεν αντιλήφθηκε ότι η κατοικία χρησιμοποιείτο από τους ιδιοκτήτες της. Δεν ανέφερε ότι η πεποίθησή του πως η κατοικία ήταν εγκαταλελειμμένη στηρίχθηκε σε ακαταστασία που είχε διαπιστώσει πριν από την είσοδό του. Τέλος, αρνήθηκε ότι στην κατοικία υπήρχε η τηλεόραση που καταγγέλθηκε ως κλοπιμαία ή ότι ο ίδιος αφαίρεσε την τηλεόραση και τα υπόλοιπα αντικείμενα που αναφέρονται στη σχετική κατηγορία.

 

Ο Κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Η εκδοχή του δεν παρουσίαζε σταθερότητα στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Κατά την αντεξέταση, απέφευγε επανειλημμένα να απαντήσει ευθέως, προέβαινε σε μακροσκελείς εξηγήσεις που δεν απαντούσαν στο ερώτημα και διαφοροποιούσε τη θέση του, όταν ερχόταν αντιμέτωπος με προηγούμενες δηλώσεις ή αντικειμενικά δεδομένα. Οι διαφοροποιήσεις αφορούσαν τον τρόπο και τον χρόνο εισόδου στην κατοικία, τη χρήση των εργαλείων, τις συνθήκες απόκτησης του υπολογιστή και των φορτιστών, καθώς και τον σκοπό της παρουσίας του στην οικία.

 

Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του μόνο ως προς τα γεγονότα που αποτελούν σαφείς παραδοχές και επιβεβαιώνονται από την υπόλοιπη μαρτυρία, ως μη αμφισβητούμενα. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι εισήλθε και παρέμεινε στην κατοικία κατά τις 13.12.2025, 14.12.2025 και 15.12.2025· δεν είχε άδεια από τους ιδιοκτήτες να εισέλθει ή να χρησιμοποιεί την κατοικία· τα δύο κατσαβίδια και τα δύο φανάρια βρίσκονταν στην τσάντα που είχε στην κατοχή του· αφαίρεσε από το εσωτερικό της κατοικίας τις δέσμες κλειδιών, Τ7, γνωρίζοντας ότι δεν του ανήκαν· πήρε τα κλειδιά για να μπορεί να εισέρχεται και να εξέρχεται ελεύθερα από την κατοικία· ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και οι φορτιστές βρίσκονταν στην κατοχή του· και απέκτησε τον υπολογιστή έναντι €65 από το πρόσωπο που κατονόμασε. Οι παραδοχές αυτές συνδέουν τον Κατηγορούμενο με την επανειλημμένη και χωρίς άδεια χρήση της κατοικίας, με περιουσία που προερχόταν από το εσωτερικό της και με τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του κατά τη σύλληψή του.

 

Ως προς τον τρόπο εισόδου του στην κατοικία, δεν γίνεται αποδεκτή η εκδοχή που προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η συρόμενη αλουμινένια πόρτα ήταν ήδη ανοικτή. Στην πρώτη ανακριτική του κατάθεση ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει ότι οι πόρτες και τα παράθυρα της κατοικίας ήταν κλειστά και κλειδωμένα και ότι η συγκεκριμένη πόρτα της κουζίνας ήταν κλειστή, αλλά όχι κλειδωμένη. Είχε δηλώσει ότι την έσυρε και εισήλθε. Κατά τη δίκη μετέβαλε την εκδοχή του, ισχυριζόμενος ότι η πόρτα ήταν ανοικτή και ότι την είχε παρατηρήσει ανοικτή και σε προηγούμενες περιπτώσεις. Η διαφοροποίηση αφορά το καίριο ζήτημα του τρόπου εισόδου και δεν μπορεί να αποδοθεί σε απλή αστοχία μνήμης. Η μεταγενέστερη εκδοχή περιορίζει εμφανώς τη δική του ενεργό συμμετοχή στο άνοιγμα της θύρας και επιχειρεί να προσδώσει στην είσοδό του λιγότερο επιβαρυντικό χαρακτήρα. Δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο.

 

Σχετικά με τον χρόνο της πρώτης εισόδου, δεν γίνεται αποδεκτή η εκδοχή του ως προς την ώρα. Στην ανακριτική του κατάθεση είχε τοποθετήσει την είσοδο περί ώρα 22:30, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου την τοποθέτησε περίπου στις 17:30, μετά την εργασία του και κατά το σούρουπο. Η νέα εκδοχή συνδέθηκε με τον μεταγενέστερο ισχυρισμό του ότι εργαζόταν κατά τις συγκεκριμένες ημέρες και ότι εισήλθε στην κατοικία επιστρέφοντας από την εργασία του. Μεταβάλλει έτσι τόσο το χρονικό πλαίσιο όσο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες προσέγγισε την κατοικία.

 

Η θέση του ότι πίστευε πως η κατοικία ήταν «εγκαταλελειμμένη», επίσης, δεν γίνεται αποδεκτή. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι στο εσωτερικό υπήρχαν έπιπλα, τρόφιμα, λειτουργική κουζίνα, λουτρό, ηλεκτρικό ρεύμα και προσωπικά αντικείμενα. Κατά την παραμονή του έκανε μπάνιο, μαγείρεψε, ετοίμασε καφέ και χρησιμοποίησε τους χώρους της κατοικίας. Δεν υπέδειξε κάποιο συγκεκριμένο αντικειμενικό γνώρισμα εγκατάλειψης, πέραν της απουσίας φωτισμού και ενοίκων κατά τον χρόνο που την προσέγγισε. Όταν ερωτήθηκε επανειλημμένα πώς κατέληξε ότι η κατοικία ήταν «εγκαταλελειμμένη», δεν έδωσε σαφή απάντηση. Αντιθέτως, αναγνώρισε τελικά ότι η είσοδός του ήταν «ηλιθιότητα» και παραδέχθηκε ότι μπήκε παράνομα. Η στάση του αυτή καταδεικνύει ότι γνώριζε πως επρόκειτο για ξένη, χρησιμοποιούμενη κατοικία και όχι για εγκαταλελειμμένο ή ελεύθερα διαθέσιμο υποστατικό.

 

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε δυσχερή προσωπική και στεγαστική κατάσταση. Είναι δυνατόν η απουσία στέγης, το κρύο και η βροχή να εξηγούν γιατί αναζητούσε καλυμμένο χώρο. Δεν εξηγούν, όμως, το σύνολο της συμπεριφοράς του. Ο Κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε σε μία έκτακτη είσοδο για προσωρινή προστασία από τις καιρικές συνθήκες. Επέστρεφε στην κατοικία επί τρεις ημέρες, χρησιμοποιούσε συστηματικά τις εγκαταστάσεις της και αφαίρεσε τις δέσμες κλειδιών για να εξασφαλίσει ελεύθερη και διαρκή πρόσβαση. Η παραδοχή του ότι πήρε τα κλειδιά για να μπαινοβγαίνει αναιρεί την προσπάθεια να εμφανίσει την παρουσία του ως στιγμιαία πράξη ανάγκης. Η στεγαστική ανάγκη μπορεί να αποτελεί μέρος των περιστάσεων που τον οδήγησαν στην επιλογή της κατοικίας. Δεν καθιστά, όμως, αξιόπιστη την εκδοχή ότι η είσοδος και η μετέπειτα συμπεριφορά του είχαν αποκλειστικά αθώο χαρακτήρα.

 

Η παραδοχή του ότι αφαίρεσε τα κλειδιά αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα κλειδιά δεν του ανήκαν. Τα αφαίρεσε από το εσωτερικό της κατοικίας, τα τοποθέτησε στην τσάντα του και τα κατακρατούσε μέχρι τη σύλληψή του. Παραδέχθηκε, επιπλέον, ότι σκοπός του ήταν να μπορεί να εισέρχεται και να εξέρχεται ελεύθερα. Η συμπεριφορά αυτή δεν συμβιβάζεται με την εκδοχή προσώπου που εισήλθε μόνο για να κοιμηθεί μία νύχτα. Καταδεικνύει συνειδητή ιδιοποίηση ξένης περιουσίας και σχεδιασμό συνέχισης της χρήσης και του ελέγχου της κατοικίας.

 

Η εξήγησή του για την κατοχή των δύο κατσαβιδιών δεν ήταν σταθερή ούτε πειστική. Αρχικά τα παρουσίασε γενικά ως εργαλεία της εργασίας του στις γυψοσανίδες. Όταν ερωτήθηκε ειδικότερα, ανέφερε διαδοχικά ότι χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση βάσεων, για ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και για βίδες σε σημεία όπου δεν χωρούσε το τρυπάνι. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι τα υπόλοιπα εργαλεία παρέμεναν στο όχημα του εργοδότη του, ενώ τα συγκεκριμένα κατσαβίδια βρίσκονταν στην τσάντα του επειδή ήταν μικρά. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι τα κατσαβίδια είναι εργαλεία με συνήθεις νόμιμες χρήσεις και ότι η απλή κατοχή τους δεν αποδεικνύει εγκληματικό σκοπό. Η εξήγηση του Κατηγορούμενου, όμως, δεν εξετάζεται αφηρημένα. Τα κατσαβίδια βρίσκονταν μαζί με δύο φανάρια και με τις δέσμες κλειδιών που είχε αφαιρέσει από ξένη κατοικία, στο εσωτερικό της οποίας εντοπίστηκε χωρίς άδεια και στην οποία εισερχόταν επανειλημμένα. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η επίκληση της εργασίας στις γυψοσανίδες δεν γίνεται δεκτή ως αληθής εξήγηση του σκοπού για τον οποίο κατείχε τα εργαλεία κατά τον ουσιώδη χρόνο.

 

Ο ισχυρισμός του ότι δεν θα επέστρεφε στην κατοικία εάν είχε κλέψει δεν έχει την αποδεικτική σημασία που επιχείρησε να του προσδώσει. Δεν υπάρχει ενιαίος ή προβλέψιμος τρόπος συμπεριφοράς προσώπων που διαπράττουν αδικήματα. Η επιστροφή του στην κατοικία μπορεί να εξηγηθεί από το ότι γνώριζε πως οι ιδιοκτήτες απουσίαζαν, πίστευε ότι η παρουσία του δεν είχε γίνει αντιληπτή ή θεωρούσε ότι εξακολουθούσε να έχει ασφαλή πρόσβαση μέσω των κλειδιών που είχε αφαιρέσει. Επιπλέον, η παραδοχή ότι πήρε τα κλειδιά ακριβώς για να μπαινοβγαίνει καταδεικνύει ότι η επιστροφή δεν ήταν ασύμβατη με τον σχεδιασμό του, αλλά μέρος αυτού.

 

Δεν γίνεται αποδεκτή η εκδοχή του ότι δεν είδε την τηλεόραση ή τα διακοσμητικά αντικείμενα και ότι δεν αφαίρεσε οποιαδήποτε περιουσία, πλην των κλειδιών. Ο Κατηγορούμενος είχε πλήρη και επανειλημμένη πρόσβαση στην κατοικία. Κινήθηκε στο σαλόνι, στην κουζίνα και στο λουτρό, παρέμεινε για σημαντικά χρονικά διαστήματα και επέστρεψε επανειλημμένα. Η τηλεόραση και τα λοιπά αντικείμενα βρίσκονταν στην κατοικία πριν από την αναχώρηση των ιδιοκτητών και διαπιστώθηκε η απουσία τους μετά την περίοδο κατά την οποία ο Κατηγορούμενος είχε καταλάβει και χρησιμοποιούσε την κατοικία. Δεν προέκυψε οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο προηγούμενης εισόδου άλλου προσώπου. Αντιθέτως, ο Κατηγορούμενος ήταν το μόνο πρόσωπο που αποδεδειγμένα εισήλθε, παρέμεινε και αφαίρεσε περιουσία από το εσωτερικό της. Η απλή άρνησή του δεν δημιουργεί εύλογη αμφιβολία όταν εξετάζεται απέναντι στη συνολική περιστατική μαρτυρία.

 

Δεν γίνεται αποδεκτή η εκδοχή ότι ο Κατηγορούμενος απέκτησε καλόπιστα τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, αγόρασε έναν λειτουργικό υπολογιστή, μαζί με συναφή αντικείμενα, έναντι €65. Η συναλλαγή δεν συνοδευόταν από απόδειξη, παραστατικό, συσκευασία ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο νόμιμης προέλευσης. Παρόλο που ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τον πωλητή, δεν έδωσε συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία για τον εντοπισμό του ούτε εξήγησε πώς το πρόσωπο αυτό είχε αποκτήσει τον υπολογιστή. Ο υπολογιστής είχε κλαπεί πολύ πρόσφατα. Οι συνθήκες και το τίμημα της αγοράς ήταν προδήλως ύποπτα. Επιπλέον, όταν τα αντικείμενα βρέθηκαν στην κατοχή του, η πρώτη του δήλωση ήταν ότι όλα ήταν δικά του. Η μεταγενέστερη εκδοχή περί αγοράς συνιστά διαφοροποίηση που αποσκοπούσε στην εξήγηση της κατοχής του κλοπιμαίου αντικειμένου. Το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή ότι δεν γνώριζε την κλοπιμαία προέλευση του υπολογιστή.

 

Η εκδοχή του ως προς τους φορτιστές ήταν επίσης μεταβαλλόμενη και μη πειστική. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι μαζί με τον υπολογιστή υπήρχαν δύο φορτιστές τηλεφώνου. Ακολούθως, επιχείρησε να διαχωρίσει τον ένα ως δικό του και τον άλλο ως αντικείμενο που απέκτησε από τον πωλητή του υπολογιστή. Η θέση αυτή δεν συνάδει με την αρχική δήλωσή του προς τον ΜΚ4 ότι όλα τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην τσάντα ήταν δικά του. Η κοινή κατοχή των φορτιστών με τον πρόσφατα κλαπέντα υπολογιστή, η χρονική εγγύτητα προς τη διάρρηξη του ιατρείου, η απουσία οποιουδήποτε στοιχείου νόμιμης προέλευσης και οι μεταβαλλόμενες εξηγήσεις του καταδεικνύουν γνώση της κλοπιμαίας προέλευσής τους.

 

Ευρήματα

 

Από την αποδεκτή μαρτυρία και όσα συνομολογούνται, προκύπτουν τα εξής ευρήματα γεγονότων: Η επίδικη οικία αποτελούσε κατοικία του Κ.Π. και της οικογένειάς του στη Λεμεσό. Δεν ήταν εγκαταλελειμμένο ή ερημωμένο υποστατικό. Ήταν επιπλωμένη και εξοπλισμένη, διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα, τρεχούμενο νερό, πρόσβαση στο διαδίκτυο, ηλεκτρικές συσκευές και προσωπικά αντικείμενα. Οι ιδιοκτήτες τη χρησιμοποιούσαν και την επισκέπτονταν τακτικά, ιδίως κατά τα Σαββατοκύριακα. Την 7.12.2025, περί ώρα 13:30, οι ιδιοκτήτες αναχώρησαν από την κατοικία για τη Λευκωσία, αφού προηγουμένως ασφάλισαν τις θύρες και τα παράθυρά της. Κατά τον χρόνο της αναχώρησής τους βρίσκονταν μέσα στην κατοικία, μεταξύ άλλων, μία τηλεόραση Samsung 50 ιντσών, ένα μεγάλο χάλκινο «χαρτζί», ένα σετ μπρούτζινων φλιτζανιών καφέ, τέσσερα ασημένια μπολ, ένα κολιέ με άσπρες και ροζ πέρλες και ένας στεγνωτήρας μαλλιών. Την 13.12.2025, περί ώρα 22:30, ο Κατηγορούμενος αναζητούσε υποστατικό στο οποίο θα μπορούσε να διανυκτερεύσει. Προσέγγισε την επίδικη κατοικία επειδή δεν υπήρχε ενεργός φωτισμός και δεν ήταν εμφανής η παρουσία ενοίκων. Έλεγξε τις θύρες και τα παράθυρά της, τα οποία ήταν κλειστά, και ακολούθως μετέβη στην πίσω πλευρά της οικίας, κοντά στην πισίνα. Εκεί εντόπισε τη συρόμενη αλουμινένια θύρα της κουζίνας κλειστή, αλλά όχι κλειδωμένη. Την έσυρε, την άνοιξε και εισήλθε στην κατοικία. Δεν εισήλθε από θύρα που ήταν ήδη ανοικτή. Γνώριζε ότι η κατοικία δεν του ανήκε, ότι δεν ήταν κάτοικός της και ότι δεν είχε οποιαδήποτε άδεια από τους ιδιοκτήτες να εισέλθει ή να παραμείνει σε αυτήν. Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στην κατοικία και χρησιμοποίησε τους χώρους και τις εγκαταστάσεις της. Κινήθηκε στο σαλόνι, στην κουζίνα και στο λουτρό, κοιμήθηκε στον καναπέ, έκανε μπάνιο, έφαγε και ετοίμασε καφέ. Εξήλθε και επέστρεψε στην κατοικία περισσότερες από μία φορές. Εισήλθε και παρέμεινε σε αυτήν κατά τις 13.12.2025, 14.12.2025 και 15.12.2025. Κατά την παραμονή του δεν τον επισκέφθηκε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και δεν διαπιστώθηκε η παρουσία άλλου προσώπου μέσα στην κατοικία. Δεν προέκυψε, επίσης, οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο που να συνδέει άλλο πρόσωπο με είσοδο στην κατοικία ή με την αφαίρεση περιουσίας από αυτήν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Ο Κατηγορούμενος εντόπισε εννέα δέσμες κλειδιών σε πιάτο ή ντουλαπάκι της κουζίνας. Γνώριζε ότι τα κλειδιά δεν του ανήκαν. Τα αφαίρεσε από τη θέση τους, τα τοποθέτησε στην τσάντα του και τα κατακράτησε, ώστε να μπορεί να εισέρχεται και να εξέρχεται ελεύθερα από την κατοικία. Όταν οι ιδιοκτήτες επέστρεψαν στην κατοικία την 15.12.2025, διαπίστωσαν ακαταστασία στο εσωτερικό της και την απουσία της τηλεόρασης Samsung, του χάλκινου «χαρτζιού», του σετ μπρούτζινων φλιτζανιών καφέ, των τεσσάρων ασημένιων μπολ, του κολιέ με πέρλες και του στεγνωτήρα μαλλιών. Τα αντικείμενα αυτά δεν είχαν απομακρυνθεί με τη συγκατάθεσή τους και δεν επιστράφηκαν. Μετά τη διαπίστωση της προηγηθείσας εισόδου και της απουσίας της περιουσίας, οι κλειδαριές της κατοικίας αντικαταστάθηκαν με τη συνδρομή κλειδαρά. Οι θύρες ασφαλίστηκαν και τοποθετήθηκε κάμερα ασφαλείας στο σαλόνι. Ακολούθως, μέσω της κάμερας, διαπιστώθηκε η παρουσία προσώπου μέσα στη σκοτεινή κατοικία και η χρήση φωτός από φανάρι. Την 15.12.2025, περί ώρα 17:45, η Αστυνομία ενημερώθηκε ότι, ενώ οι ένοικοι απουσίαζαν, υπήρχε πρόσωπο μέσα στην κατοικία. Περί ώρα 17:50, ο ΜΚ4 και ο Αστ.2854 μετέβησαν στη σκηνή. Κατά τον πρώτο περιμετρικό έλεγχο οι θύρες, τα παράθυρα και οι συρόμενες μπαλκονόπορτες φαίνονταν ασφαλισμένα. Δεν διαπίστωσαν εμφανή σημεία πρόσφατης παραβίασης με άσκηση έκδηλης βίας. Τα δύο μέλη παρέμειναν πλησίον της κατοικίας. Αφού ενημερώθηκαν για το φως από φανάρι που είχε θεαθεί μέσω της εσωτερικής κάμερας, επανήλθαν για δεύτερο έλεγχο. Μέσα σε χρονικό διάστημα που δεν υπερέβη τα τρία λεπτά, διαπίστωσαν ότι η συρόμενη μπαλκονόπορτα της κουζίνας, η οποία κατά τον πρώτο έλεγχο φαινόταν ασφαλισμένη από την εσωτερική πλευρά, ήταν πλέον απασφάλιστη και μπορούσε να ανοίξει. Οι αστυνομικοί εισήλθαν στην κατοικία από τη συγκεκριμένη θύρα, αφού προηγουμένως γνωστοποίησαν μεγαλοφώνως την ιδιότητά τους. Εντόπισαν τον Κατηγορούμενο να στέκεται στον χώρο του αποχωρητηρίου, δίπλα στο καθιστικό. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι δεν ήταν κάτοικος της οικίας. Κατά τον χρόνο του εντοπισμού του έφερε σακίδιο στην πλάτη του. Μέσα στο σακίδιο βρέθηκαν ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής Lenovo, ο φορτιστής του, δύο επιπρόσθετοι φορτιστές τηλεφώνου, ένα power bank, οι εννέα δέσμες κλειδιών που προέρχονταν από την κατοικία, δύο μικρά φανάρια και δύο κατσαβίδια. Όταν ερωτήθηκε αρχικά για τα αντικείμενα, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ήταν δικά του. Σε μεταγενέστερο στάδιο παραδέχθηκε ότι οι δέσμες κλειδιών προέρχονταν από την κατοικία. Ανέφερε επίσης ότι είχε αποκτήσει τον φορητό υπολογιστή και συναφή αντικείμενα κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 14.12.2025, έναντι του συνολικού ποσού των €65, από πρόσωπο το οποίο κατονόμασε ως Saleh. Μεταξύ της 11.12.2025, ώρα 12:00, και της 12.12.2025, ώρα 09:00, είχε προηγουμένως διαρρηχθεί ιατρείο στην ίδια οδό. Από το ιατρείο είχαν αφαιρεθεί, μεταξύ άλλων, ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής Lenovo και δύο φορτιστές τηλεφώνου. Ο φορητός υπολογιστής που βρέθηκε στο σακίδιο του Κατηγορούμενου ήταν ο υπολογιστής που είχε αφαιρεθεί από το ιατρείο. Αναγνωρίστηκε από τη νόμιμη ιδιοκτήτριά του, μεταξύ άλλων από τα προσωπικά αρχεία και τις φωτογραφίες που βρίσκονταν αποθηκευμένα σε αυτόν. Οι δύο επιπρόσθετοι φορτιστές τηλεφώνου που βρέθηκαν μαζί με τον αναγνωρισμένο φορητό υπολογιστή ήταν οι δύο φορτιστές που είχαν αφαιρεθεί από το ιατρείο κατά το ίδιο περιστατικό. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και οι φορτιστές παρέμειναν στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του Κατηγορούμενου μέχρι τον εντοπισμό και τη σύλληψή του την 15.12.2025.

 

 

 

Νομικές πτυχές

 

Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].

 

Παρεμβάλλεται, επίσης, πως η περιστατική μαρτυρία συνιστά μορφή έμμεσης απόδειξης. Είναι μαρτυρία σχετικών γεγονότων, από τα οποία συνάγεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία άλλων γεγονότων, σχετικών με τα θέματα που πρέπει να αποφασιστούν. Συχνά, είναι αδύνατον να υπάρξει άμεση μαρτυρία, εφόσον τα ποινικά αδικήματα δυνατόν ή είθισται να διαπράττονται κρυφά. Δεν είναι μαρτυρία υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας και μπορεί να οδηγήσει και μόνη της σε καταδίκη[6]. Τα γεγονότα που αποδεικνύονται και τη συγκροτούν, και τη συνθέτουν ουσιαστικά, θα πρέπει να έχουν λογική συνοχή και συνέχεια στη ροή και τον ειρμό, ώστε αποδεικτικά να οδηγούν σε συμπέρασμα ενοχής, με τρόπο αναπόδραστο και κατ’ επέκταση πειστικό. Όπου τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας είναι αρκούντως πειστικά και δεν προσφέρεται οποιαδήποτε αντίθετη, ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής[7]. Όταν ο Κατηγορούμενος προσφέρει εξήγηση που σχετίζεται με την αθωότητά του, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί ότι είναι λογική και αληθής. Σχετικά με την περιστατική μαρτυρία και την αποδεικτική της αξίας αναφέρονται στο σύγγραμμα των Ηλιάδης & Σάντης (2016)[8], όπως και αναφορές σχετικές με τη μαρτυρία αναγνώρισης, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας γενετικού υλικού ως περιστατικής μαρτυρίας.

 

Τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος είναι εκείνα που απορρέουν από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το φως της σχετικής νομολογίας και των γενικών αρχών του ποινικού δικαίου.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 292(α) ΠΚ:

 

«292. Όποιος-

 

(α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό ή

 

(β) ….

 

είναι ένοχος ….»

 

 

Για να αποδειχθεί το αδίκημα αυτό, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) η διάρρηξη και είσοδος σε κτίριο από τα αναφερόμενα, δηλαδή σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας,

 

β) ο σκοπός διάπραξης κακουργήματος στο κτίριο αυτό,

 

(γ) η ύπαρξη δόλου, που καλύπτει όλα τα προαναφερόμενα, δηλαδή ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει αυτά.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 291 ΠΚ, η διάρρηξη οποιουδήποτε μέρους κτιρίου, εξωτερικού ή εσωτερικού θεωρείται διάρρηξη για τους σκοπούς του νόμου. Το άνοιγμα με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρας, παραθύρου, παραθυρόφυλλου, πόρτας υπογείου ή άλλου πράγματος προορισμένου για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρηγνύει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο, αμέσως, όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματός του ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από το πρόσωπο αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Εκείνος που, επίσης, επιτυγχάνει την είσοδο του σε κτίριο με την χρήση απειλής για αυτό τον σκοπό, ή με τέχνασμα ή με τη συμπαιγνία μαζί με άλλον που βρίσκεται στο κτίριο, ή αυτός που εισέρχεται από την καπνοδόχο ή από άλλη τρύπα του κτιρίου η οποία παραμένει μόνιμα ανοικτή για κάποιον αναγκαίο σκοπό, δεν προορίζεται όμως να χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο εισόδου, θεωρείται, και πάλι, ότι διάρρηξε το κτίριο και ότι εισήλθε σε αυτό.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 255 ΠΚ:

 

«(1) Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:

 

Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.

 

(2) (α) Ο όρος “αποκτά κατοχή” περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-

 

(i) με τέχνασμα

(ii) με εκφοβισμό

(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο

(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα

(β) ο όρος “αποκομίζει” περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.

 

(γ) ο όρος “ιδιοκτήτης” περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.

 

(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.»

 

 

Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής, θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα[9]:

 

(α) απόκτηση κατοχής ή αποκόμιση ή ιδιοποίηση πράγματος (υπαλλακτικά),

(β) το πράγμα ανήκει σε άλλο πρόσωπο,

(γ) το πράγμα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής,

(δ) η απουσία συναίνεσης του ιδιοκτήτη του πράγματος,

(ε) η απουσία αξίωσης δικαιώματος με καλή πίστη,

(στ) η ύπαρξη σκοπού, κατά τον χρόνο της συμπεριφοράς αυτής, ο ιδιοκτήτης του πράγματος να στερηθεί το πράγμα αυτό μόνιμα,

(ζ) η ύπαρξη δόλου, που καλύπτει όλα τα προαναφερόμενα, δηλαδή ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει αυτά.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 266(β) ΠΚ:

 

266. Αν διαπραχτεί κλοπή με οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιστάσεις δηλαδή-

(α) ….

(β) αν το πράγμα κλαπεί σε κατοικία και η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες ή ο υπαίτιος κατά ή αμέσως πριν ή μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί βία ή απειλεί να χρησιμοποιήσει βία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατοικία

(γ) …

(δ) …

(ε) …

(στ) …

(ζ) …

ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.

 

 

Για την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 266(β) ΠΚ, με αναφορά στην κλοπή από κατοικία, θα πρέπει, πρόσθετα, να αποδειχθεί ότι διαπράχθηκε σε κατοικία και η αξία της κλαπείσας περιουσίας υπερβαίνει τις Λ.Κ.5,00.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 296(δ) ΠΚ:

 

«Όποιος ενδέχεται να βρεθεί κάτω από οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις, δηλαδή-

(α) ….

(β) ….

(γ)

(δ) έχει στην κατοχή του τέτοιο όργανο κατά τη διάρκεια ημέρας με σκοπό διάπραξης κακουργήματος

(ε) …

(στ) …

 

(ζ) …

είναι ένοχος κακουργήματος … …»

 

 

Για να αποδειχθεί το αδίκημα αυτό, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα: (α) η κατοχή διαρρηκτικού οργάνου· (β) κατά την ημέρα· (γ) με σκοπό διάπραξης κακουργήματος.

 

Ο όρος «διαρρηκτικό όργανο» περιλαμβάνει οποιοδήποτε εργαλείο ή αντικείμενο χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να παραβιαστεί ή να διαρρηχτεί ένας χώρος, όπως λοστό, σφυρί, κατσαβίδι, πένσα ή πιο εξειδικευμένα όργανα που χρησιμοποιούνται για να παρακάμψουν συστήματα ασφαλείας. Επειδή δυνητικά είναι μεγάλη η ποικιλία των αντικειμένων που θα μπορούσαν να περιληφθούν στον όρο «διαρρηκτικό όργανο», για τον προσδιορισμό ως προς το πότε ένα εργαλείο ή αντικείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαρρηκτικό όργανο, σημασία έχουν οι περιστάσεις υπό τις οποίες κατέχεται.

 

Η «ημέρα» ερμηνεύεται σε αντιπαραβολή με τη «νύχτα», που στην ερμηνευτική διάταξη του νόμου, σημαίνει το χρονικό διάστημα μεταξύ των ωρών 18:30 και 06:30. Κατ’ επέκταση, η ημέρα καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα μεταξύ των ωρών 06:31 με 18:29. Ενώ στην περίπτωση της «νύχτας», ο σκοπός της διάπραξης κακουργήματος, εάν κατέχονται όργανα που θα μπορούσαν να είναι διαρρηκτικά, τεκμαίρεται, μαχητά, και ο κάτοχος μπορεί να προβάλει και να αποδείξει νόμιμη δικαιολογία, στην περίπτωση της «ημέρας», δεν υπάρχει τέτοιο τεκμήριο. Ο καθένας μπορεί, κατά τη διάρκεια της ημέρας, να έχει στην κατοχή του όργανα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται και ως διαρρηκτικά υπό συγκεκριμένες συνθήκες (π.χ. ένα κατσαβίδι), για σκοπούς επαγγελματικών ή οικιακών εργασιών ή μεταφοράς τους για τέτοιες εργασίες ή για διασφάλιση της δυνατότητας χρησιμοποίησής τους για επισκευές. Συνεπώς, ο σκοπός της διάπραξης κακουργήματος, στην περίπτωση της «ημέρας», θα πρέπει να αποδεικνύεται ειδικά, ως μέρος της σύστασης του αδικήματος. Συνηθέστερα, συνάγεται από τα υπόλοιπα γεγονότα.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 306(α) ΠΚ:

 

306. Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται-

(α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων

(β) ….

 

Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλεπταποδοχής, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) Αποδοχή ή κατακράτηση περιουσίας,

(β) γνώση ότι η περιουσία αυτή κλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο υπό περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα.

 

Εξέταση

 

1η Κατηγορία (διάρρηξη κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος)

 

Η παράνομη είσοδος, παραμονή ή χρήση ξένης ακίνητης περιουσίας δεν ταυτίζεται, δίχως άλλο, με το αδίκημα του άρθρου 292(α) ΠΚ. Τέτοια συμπεριφορά δύναται, αναλόγως των περιστάσεων, να εμπίπτει στα άρθρα 280 ή 281 ΠΚ, τα οποία αφορούν πλημμελήματα. Για τη στοιχειοθέτηση της υπό εξέταση κατηγορίας, απαιτείται να αποδειχθεί όχι μόνον ότι ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε σε κατοικία, αλλά και ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, είχε σκοπό να διαπράξει σε αυτήν κακούργημα, το οποίο στην κατηγορία προσδιορίζεται ως κλοπή.

 

Η επίκληση στεγαστικής ανάγκης δεν καθιστούσε νόμιμη την είσοδο ούτε παρείχε στον Κατηγορούμενο οποιοδήποτε δικαίωμα χρήσης της κατοικίας. Η απουσία στέγης, το κρύο ή η βροχή ενδέχεται να εξηγούν γιατί αναζητούσε καλυμμένο χώρο. Δεν απαντούν, όμως, στο κρίσιμο ζήτημα, κατά πόσον, παράλληλα με τον σκοπό προσωρινής διαμονής, είχε και σκοπό να αφαιρέσει περιουσία από την κατοικία. Ο σκοπός της κλοπής δεν απαιτείται να ήταν ο μοναδικός ή ο κυρίαρχος λόγος της εισόδου. Αρκεί να συνυπήρχε κατά τον χρόνο της διάρρηξης και εισόδου. Δεν μπορεί να αποδοθεί αναδρομικά μόνο και μόνο επειδή ακολούθησε μεταγενέστερη παράνομη συμπεριφορά. Η συμπεριφορά μετά την είσοδο μπορεί, όμως, να συνεκτιμηθεί ως περιστατική μαρτυρία για τον σκοπό που υπήρχε ήδη κατά τον κρίσιμο χρόνο.

 

Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε στην πρώτη ανακριτική του κατάθεση ότι αναζητούσε κατοικία χωρίς εμφανή παρουσία ενοίκων, έλεγξε τις πόρτες και τα παράθυρα, μετέβη στην πίσω πλευρά της επίδικης κατοικίας και εντόπισε τη συρόμενη αλουμινένια πόρτα της κουζίνας κλειστή, αλλά όχι κλειδωμένη. Την έσυρε και εισήλθε. Για τους σκοπούς του άρθρου 291 ΠΚ δεν απαιτείται θραύση, πρόκληση ζημιάς ή άσκηση ιδιαίτερης βίας. Το άνοιγμα κλειστής θύρας με έλξη ή ώθηση συνιστά διάρρηξη. Η μεταγενέστερη εκδοχή του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η πόρτα ήταν ήδη ανοικτή, απορρίφθηκε ως αναληθής και ως ουσιώδης διαφοροποίηση της αρχικής του εκδοχής. Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία.

 

Αποδεικνύεται επίσης ότι το υποστατικό χρησιμοποιείτο ως κατοικία ανθρώπων. Ήταν επιπλωμένο και πλήρως εξοπλισμένο, διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, διαδίκτυο, ηλεκτρικές συσκευές και προσωπική περιουσία. Οι ιδιοκτήτες το χρησιμοποιούσαν τακτικά. Η απουσία τους κατά ορισμένες ημέρες ή η έλλειψη φωτισμού κατά τον χρόνο της νυχτερινής προσέγγισης δεν μετέτρεπε το υποστατικό σε «εγκαταλελειμμένο» κτίριο. Ούτε υπήρχε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο που να δικαιολογούσε τέτοια πεποίθηση. Αντιθέτως, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στο εσωτερικό υπήρχαν έπιπλα, τρόφιμα και λειτουργικές εγκαταστάσεις και ότι χρησιμοποίησε το σαλόνι, την κουζίνα και το λουτρό. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν ήταν κάτοικος, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους ιδιοκτήτες και δεν είχε λάβει άδεια εισόδου, παραμονής ή χρήσης της κατοικίας.

 

Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο, κατά τον χρόνο της εισόδου, ο Κατηγορούμενος είχε σκοπό να αφαιρέσει περιουσία από την κατοικία. Ο σκοπός αυτός δεν αποδεικνύεται από ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά από τη σωρευτική αξιολόγηση των περιστάσεων. Ο Κατηγορούμενος αναζητούσε οικία χωρίς εμφανή παρουσία ενοίκων· δεν περιορίστηκε σε τυχαία προσέγγιση, αλλά έλεγξε πόρτες και παράθυρα και κατευθύνθηκε στην πίσω πλευρά της κατοικίας· εισήλθε κατά τη νύχτα από τη συρόμενη πόρτα της κουζίνας· είχε στην κατοχή του δύο κατσαβίδια και δύο φανάρια· εισήλθε, εξήλθε και επέστρεψε επανειλημμένα κατά τις 13.12.2025, 14.12.2025 και 15.12.2025· κινήθηκε και χρησιμοποίησε διαφορετικούς χώρους της κατοικίας· αφαίρεσε από το ντουλαπάκι της κουζίνας εννέα δέσμες κλειδιών και τις τοποθέτησε στην τσάντα του· παραδέχθηκε ότι πήρε τα κλειδιά ώστε να μπορεί να εισέρχεται και να εξέρχεται ελεύθερα από την κατοικία· μετά την περίοδο της παρουσίας του διαπιστώθηκε η απουσία σημαντικής περιουσίας και ακαταστασία στο εσωτερικό· και έδωσε αντιφατικές και μεταβαλλόμενες εξηγήσεις για τον τρόπο εισόδου, τον χρόνο εισόδου, τη χρήση των εργαλείων και την κατοχή των αντικειμένων που βρέθηκαν στην τσάντα του.

 

Ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία έχει η αφαίρεση των κλειδιών. Ο Κατηγορούμενος δεν τα βρήκε τυχαία επάνω του ούτε τα μετακίνησε προσωρινά. Γνώριζε ότι δεν του ανήκαν, τα αφαίρεσε από το εσωτερικό της κατοικίας, τα έθεσε υπό τον αποκλειστικό του έλεγχο και τα κατακρατούσε μέχρι τη σύλληψή του. Παραδέχθηκε, μάλιστα, ότι τα πήρε για να εξασφαλίσει συνεχή και ανεμπόδιστη πρόσβαση. Η συμπεριφορά αυτή δεν συμβιβάζεται με την εκδοχή μιας στιγμιαίας εισόδου που υπαγορεύτηκε αποκλειστικά από την ανάγκη προστασίας από το κρύο ή τη βροχή. Καταδεικνύει σχεδιασμό, ανάληψη ελέγχου επί ξένης περιουσίας και πρόθεση συνέχισης της πρόσβασης και χρήσης της κατοικίας. Η αφαίρεση των κλειδιών δεν χρησιμοποιείται για να θεωρηθεί ότι ο σκοπός κλοπής δημιουργήθηκε μεταγενέστερα και αναδρομικά. Αποτελεί, μαζί με τις υπόλοιπες περιστάσεις, αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο μπορεί να συναχθεί ο σκοπός που υπήρχε όταν ο Κατηγορούμενος επέλεξε την κατοικία, έλεγξε τα σημεία εισόδου και εισήλθε από την πίσω πλευρά.

 

Έγινε, περαιτέρω, αποδεκτή η μαρτυρία ότι, πριν από την αναχώρηση των ιδιοκτητών, η κατοικία είχε ασφαλιστεί και η επίδικη κινητή περιουσία βρισκόταν στο εσωτερικό της. Οι ιδιοκτήτες δεν είχαν παραχωρήσει στον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε άδεια. Κατά την επιστροφή τους διαπιστώθηκαν η απουσία της περιουσίας και η ακαταστασία. Δεν προέκυψε οποιοδήποτε πραγματικό στοιχείο ότι η κατοικία αποτελούσε χώρο στον οποίο εισέρχονταν διαχρονικά άγνωστα πρόσωπα ή ότι, πριν από τη δράση του Κατηγορούμενου, είχε προηγηθεί ανεξάρτητη διάρρηξη και κλοπή από άλλο πρόσωπο. Η πιθανότητα αυτή αποτελεί απλή θεωρητική υπόθεση και όχι εύλογη εξήγηση που απορρέει από τη μαρτυρία.

 

Η θέση του Κατηγορούμενου ότι εισήλθε αποκλειστικά για να κοιμηθεί δεν γίνεται δεκτή. Η εκδοχή αυτή δεν εξηγεί γιατί έλεγξε τα σημεία εισόδου, γιατί προσέγγισε την πίσω πλευρά της κατοικίας, γιατί είχε μαζί του κατσαβίδια και φανάρια, γιατί αφαίρεσε τα κλειδιά, γιατί σχεδίασε επανειλημμένη πρόσβαση, γιατί απουσίαζε περιουσία από την κατοικία και γιατί έδωσε αναληθείς ή μεταβαλλόμενες εξηγήσεις. Η δυσχερής στεγαστική του κατάσταση δεν αγνοείται. Δεν αποκλείει, όμως, τη συνύπαρξη σκοπού κλοπής. Το σύνολο των περιστάσεων καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέλεξε απλώς έναν προστατευμένο χώρο για προσωρινή ανάπαυση, αλλά στόχευσε συγκεκριμένη κατοικία και εισήλθε σε αυτήν έχοντας, παράλληλα με οποιονδήποτε στεγαστικό σκοπό, πρόθεση να ιδιοποιηθεί περιουσία που θα εντόπιζε στο εσωτερικό της.

 

Από τη συνολική και όχι αποσπασματική αξιολόγηση της μαρτυρίας αποδεικνύεται ότι το υποστατικό χρησιμοποιείτο ως κατοικία ανθρώπων· ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε σε αυτό χωρίς άδεια· και κατά τον χρόνο της διάρρηξης και εισόδου είχε σκοπό να διαπράξει κλοπή. Η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας.

 

2η Κατηγορία (Κλοπή από κατοικία)

 

Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ως προς την ταυτότητα του προσώπου που αφαίρεσε τα αντικείμενα στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία. Δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία προσώπου που να είδε τον Κατηγορούμενο να μετακινεί ή να απομακρύνει τα συγκεκριμένα αντικείμενα, ούτε αυτά ανακτήθηκαν στην κατοχή του. Το γεγονός αυτό δεν αποκλείει την απόδειξη της κατηγορίας. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο το σύνολο των αποδεδειγμένων περιστάσεων, εξεταζόμενο ενιαία και όχι αποσπασματικά, οδηγεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που τα αφαίρεσε.

 

Με την αποδεκτή μαρτυρία αποδεικνύεται ότι, πριν από την αναχώρηση των ιδιοκτητών, η κατοικία ήταν ασφαλισμένη και στο εσωτερικό της βρίσκονταν τα αντικείμενα που εξειδικεύονται στην κατηγορία, δηλαδή η τηλεόραση, το χάλκινο σκεύος, το σετ μπρούτζινων φλιτζανιών, τα ασημένια μπολ, το κολιέ με πέρλες και ο στεγνωτήρας μαλλιών. Τα αντικείμενα ανήκαν στους ιδιοκτήτες και βρίσκονταν στην κατοχή και τον έλεγχό τους. Δεν είχε δοθεί στον Κατηγορούμενο ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο άδεια να εισέλθει στην κατοικία, να χρησιμοποιήσει την περιουσία ή να αφαιρέσει οποιοδήποτε αντικείμενο. Όταν οι ιδιοκτήτες επέστρεψαν, διαπίστωσαν ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα απουσίαζαν και ότι στο εσωτερικό της κατοικίας υπήρχε ακαταστασία. Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι τα αντικείμενα αποκομίστηκαν από την κατοικία χωρίς τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών.  Η φύση της περιουσίας, η απομάκρυνσή της από την κατοικία και η μη επιστροφή της καταδεικνύουν σκοπό μόνιμης αποστέρησης. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη ή άλλη νόμιμη βάση για την απόκτησή της.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι το μόνο πρόσωπο που αποδεδειγμένα εισήλθε χωρίς άδεια στην κατοικία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Δεν επρόκειτο για μία στιγμιαία ή παροδική παρουσία. Εισήλθε, παρέμεινε, εξήλθε και επέστρεψε επανειλημμένα κατά τις 13.12.2025, 14.12.2025 και 15.12.2025. Είχε, επομένως, χρόνο, πρόσβαση και επανειλημμένες ευκαιρίες να ερευνήσει τους χώρους και να απομακρύνει περιουσία. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι κινήθηκε στο σαλόνι, στην κουζίνα και στο λουτρό και ότι χρησιμοποίησε συστηματικά τις εγκαταστάσεις της κατοικίας. Κατά την πρώτη ανακριτική του κατάθεση ανέφερε επίσης ότι, κατά τον χρόνο της παραμονής του, κανένα άλλο πρόσωπο δεν τον επισκέφθηκε ή εισήλθε στην κατοικία. Στην κατοχή του βρέθηκε περιουσία που προερχόταν αποδεδειγμένα από το εσωτερικό της ίδιας κατοικίας, δηλαδή οι εννέα δέσμες κλειδιών. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι τα εντόπισε σε ντουλαπάκι της κουζίνας, ότι γνώριζε πως δεν του ανήκαν και ότι τα αφαίρεσε για να μπορεί να εισέρχεται και να εξέρχεται ελεύθερα από την κατοικία. Τα κλειδιά δεν περιλαμβάνονται στα αντικείμενα που εξειδικεύονται στη 2η Κατηγορία, η αφαίρεση και κατακράτησή τους αποτελεί, όμως, άμεση απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε περιουσία από το εσωτερικό της κατοικίας. Αποτελεί επίσης ουσιώδες περιστατικό που τον συνδέει με την ευρύτερη αφαίρεση περιουσίας από αυτήν. Η αρχική δήλωσή του προς τον ΜΚ4 ότι όλα τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο σακίδιό του ήταν δικά του ήταν αναληθής. Αποδείχθηκε και τελικά παραδέχθηκε ο ίδιος ότι τα κλειδιά ανήκαν στους ιδιοκτήτες της κατοικίας. Η μεταγενέστερη διαφοροποίηση της εκδοχής του έδειξε προσπάθεια απόκρυψης της πραγματικής προέλευσης της περιουσίας που κατείχε και συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα αποδεικτικά δεδομένα.

 

Το γεγονός ότι τα αντικείμενα που εξειδικεύονται στη 2η Κατηγορία δεν εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου δεν διακόπτει την αποδεικτική αλυσίδα. Η απόδειξη κλοπής δεν προϋποθέτει την ανάκτηση της κλαπείσας περιουσίας από τα χέρια του δράστη. Ο Κατηγορούμενος είχε στη διάθεσή του χρονικό διάστημα και επανειλημμένες ευκαιρίες να απομακρύνει τα αντικείμενα από την κατοικία, να τα αποκρύψει, να τα διαθέσει ή να τα παραδώσει σε άλλο πρόσωπο πριν από τη σύλληψή του. Η εκδοχή του ότι δεν είδε την τηλεόραση ή τα διακοσμητικά αντικείμενα δεν έγινε επίσης δεκτή. Είχε επανειλημμένη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στο σαλόνι και στους λοιπούς χώρους της κατοικίας. Η άρνησή του είναι ασύμβατη με την έκταση και τη διάρκεια της παρουσίας του, καθώς και με το γεγονός ότι είχε ήδη αφαιρέσει και κατακρατούσε άλλη περιουσία από το εσωτερικό της.

 

Εξετάστηκε το ενδεχόμενο η επίδικη περιουσία να είχε αφαιρεθεί από άγνωστο τρίτο πρόσωπο πριν από την πρώτη παραδεκτή είσοδο του Κατηγορούμενου την 13.12.2025. Η πιθανότητα αυτή δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο. Δεν υπήρξε μαρτυρία ότι άλλο πρόσωπο θεάθηκε να εισέρχεται ή να εξέρχεται από την κατοικία, ότι εντοπίστηκαν ίχνη ή αντικείμενα που να συνδέονται με διαφορετικό δράστη ή ότι είχε καταγραφεί προηγούμενο περιστατικό παράνομης χρήσης της κατοικίας από τρίτους. Η κατοικία δεν ήταν εγκαταλελειμμένη ούτε αποτελούσε χώρο στον οποίον εισέρχονταν διαχρονικά άγνωστα πρόσωπα. Ήταν πλήρως επιπλωμένη και εξοπλισμένη, τελούσε υπό τη φροντίδα των ιδιοκτητών της και χρησιμοποιείτο από αυτούς τακτικά. Η απουσία τους για ορισμένες ημέρες δεν δημιουργεί από μόνη της εύλογη πιθανότητα ότι παρενέβη διαφορετικός δράστης. Το μόνο πρόσωπο που αποδεδειγμένα επέλεξε την κατοικία, έλεγξε τα σημεία εισόδου, εισήλθε χωρίς άδεια, παρέμεινε και επέστρεψε επανειλημμένα ήταν ο Κατηγορούμενος. Ήταν επίσης το μόνο πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρέθηκε περιουσία προερχόμενη από το εσωτερικό της. Η θεωρητική δυνατότητα ότι άγνωστο πρόσωπο εισήλθε μεταξύ της αναχώρησης των ιδιοκτητών και της πρώτης εισόδου του Κατηγορούμενου και αφαίρεσε τα αντικείμενα δεν αποτελεί, χωρίς πραγματικό έρεισμα, εύλογη αμφιβολία. Πρόκειται για υποθετική εκδοχή, η οποία δεν απορρέει από τη μαρτυρία και δεν παρέχει λογική εξήγηση για το σύνολο των αποδεδειγμένων περιστάσεων.

 

Η άρνηση του Κατηγορούμενου ότι αφαίρεσε τα συγκεκριμένα αντικείμενα εξετάστηκε, αλλά δεν έγινε δεκτή. Η εκδοχή του δεν εξηγεί γιατί στόχευσε τη συγκεκριμένη κατοικία και εισήλθε σε αυτήν χωρίς άδεια, γιατί παρέμεινε και επέστρεψε επανειλημμένα, γιατί αφαίρεσε και κατακρατούσε τα κλειδιά της, γιατί δήλωσε αρχικά ότι όλα τα αντικείμενα στην τσάντα του ήταν δικά του, γιατί η επίδικη περιουσία απουσίαζε μετά την περίοδο της παρουσίας του, και γιατί δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει άλλο πρόσωπο με την κατοικία. Η απόρριψη της άρνησής του δεν χρησιμοποιείται αυτοτελώς, μα συνεκτιμάται με τις παραδοχές του και με την υπόλοιπη αποδεκτή περιστατική μαρτυρία.

 

Από την αποδεκτή μαρτυρία αποδεικνύεται ότι τα αντικείμενα που εξειδικεύονται στην κατηγορία ήταν κινητή περιουσία ικανή να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ανήκαν στους ιδιοκτήτες της κατοικίας και τελούσαν στην κατοχή και τον έλεγχό τους, ο Κατηγορούμενος τα απέκτησε και τα αποκόμισε από την κατοικία, η απόκτηση και αποκόμισή τους έγινε χωρίς τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών, ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, ενήργησε δόλια και με σκοπό τη μόνιμη αποστέρηση των ιδιοκτητών από την περιουσία, και η κλοπή διαπράχθηκε μέσα σε κατοικία και η αξία της περιουσίας υπερέβαινε το όριο που προβλέπει το άρθρο 266(β) ΠΚ. Η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί συρραφή απομονωμένων υποψιών, αλλά συγκροτεί μία ενιαία, συνεχή και συνεκτική αλυσίδα. Η περιουσία βρισκόταν σε ασφαλισμένη και τακτικά χρησιμοποιούμενη κατοικία, ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε αυτήν χωρίς άδεια και την κατέλαβε επανειλημμένα, αφαίρεσε αποδεδειγμένα άλλη περιουσία από το εσωτερικό της, εξασφάλισε μέσω των κλειδιών συνεχή πρόσβαση, τα επίδικα αντικείμενα διαπιστώθηκε ότι απουσίαζαν, και δεν προέκυψε οποιοδήποτε πραγματικό στοιχείο που να υποστηρίζει την επέμβαση άλλου προσώπου. Το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ότι ο Κατηγορούμενος αφαίρεσε τα αντικείμενα που περιγράφονται στη 2η Κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία της 2ης Κατηγορίας.

 

3η Κατηγορία (κατοχή οργάνων διαρρήξεως κατά την ημέρα με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος)

 

Αποδεικνύεται ότι την 15.12.2025, περί ώρα 17:50, ο Κατηγορούμενος έφερε στην πλάτη του την τσάντα Τ4, μέσα στην οποία εντοπίστηκαν τα δύο κατσαβίδια, Τ6, τα δύο φανάρια, Τ5, και οι εννέα δέσμες κλειδιών, Τ7. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι η τσάντα και τα αντικείμενα βρίσκονταν στην κατοχή του. Είχε άμεσο φυσικό έλεγχο επ’ αυτών και, συνεπώς, το στοιχείο της κατοχής αποδεικνύεται.

 

Η ώρα 17:50 εμπίπτει στη χρονική περίοδο της ημέρας, όπως αυτή προκύπτει σε αντιδιαστολή προς τη νομοθετική έννοια της νύχτας. Αποδεικνύεται, επομένως, και το χρονικό στοιχείο της κατηγορίας.

 

Τα δύο κατσαβίδια είναι εργαλεία τα οποία έχουν αναμφίβολα συνήθεις και νόμιμες χρήσεις. Μπορούν, όμως, αναλόγως του τρόπου και των περιστάσεων της κατοχής τους, να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση πίεσης, την απομάκρυνση ή παραβίαση μηχανισμών και το άνοιγμα θυρών, παραθύρων ή άλλων σημείων εισόδου. Υπό τέτοιες περιστάσεις μπορούν να αποτελέσουν όργανα διαρρήξεως. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι τα συγκεκριμένα κατσαβίδια χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την παραβίαση της επίδικης θύρας. Η κατηγορία αφορά την κατοχή τους με συγκεκριμένο σκοπό και όχι την ολοκληρωμένη χρήση τους κατά τη διάρρηξη. Η απουσία επιστημονικού ευρήματος που να συνδέει μηχανικά τα κατσαβίδια με συγκεκριμένο σημείο παραβίασης δεν είναι, επομένως, καθοριστική. Παραμένει, όμως, αναγκαίο να αποδειχθεί από τις περιστάσεις ότι δεν κατέχονταν για κάποια αθώα χρήση, αλλά με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Τα δύο φανάρια δεν αντιμετωπίζονται αυτοτελώς ως όργανα με τα οποία μπορεί να ασκηθεί μηχανική παραβίαση. Η κατοχή τους, ωστόσο, είναι αποδεικτικά σχετική. Φανάρια μπορούν να διευκολύνουν την προσέγγιση, την κίνηση και την αναζήτηση μέσα σε σκοτεινή ή αφώτιστη κατοικία. Στην προκειμένη περίπτωση, η πληροφορία που οδήγησε στον δεύτερο έλεγχο της οικίας ήταν ακριβώς ότι είχε διαπιστωθεί, μέσω της εσωτερικής κάμερας, φως από φανάρι μέσα στη σκοτεινή κατοικία.  Οι εννέα δέσμες κλειδιών επίσης δεν αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως όργανα διαρρήξεως. Αποτελούσαν περιουσία της κατοικίας, την οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι αφαίρεσε από το εσωτερικό της. Η κατοχή τους συνεκτιμάται, όμως, για τη διαπίστωση του σκοπού με τον οποίο κατείχε τα κατσαβίδια και τα υπόλοιπα αντικείμενα. Η απόδειξη της κατηγορίας στηρίζεται, επομένως, κυρίως στον χαρακτηρισμό των δύο κατσαβιδιών ως οργάνων διαρρήξεως υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Τα φανάρια και τα κλειδιά αποτελούν μέρος του ευρύτερου πραγματικού πλαισίου μέσα στο οποίο πρέπει να αξιολογηθεί ο σκοπός της κατοχής τους.

 

Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο, στις 17:50 της 15.12.2025, ο Κατηγορούμενος κατείχε τα κατσαβίδια με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Ο σχετικός σκοπός δεν αποδεικνύεται από το γεγονός και μόνο ότι ο Κατηγορούμενος είχε δύο κατσαβίδια στην τσάντα του. Προκύπτει από τη σωρευτική αξιολόγηση των συγκεκριμένων περιστάσεων της κατοχής τους. Ο Κατηγορούμενος δεν εντοπίστηκε να μεταβαίνει προς ή να επιστρέφει από χώρο εργασίας. Βρέθηκε μέσα σε ξένη κατοικία, χωρίς τη συγκατάθεση ή την άδεια των ιδιοκτητών της. Είχε εισέλθει και εξέλθει από την κατοικία επανειλημμένα κατά τη διάρκεια τριών ημερών. Κατά τον χρόνο του εντοπισμού του είχε μαζί του τα κατσαβίδια, δύο φανάρια και τις εννέα δέσμες κλειδιών που είχε αφαιρέσει από το εσωτερικό της κατοικίας. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι πήρε τα κλειδιά για να μπορεί να εισέρχεται και να εξέρχεται ελεύθερα από την οικία. Η παραδοχή αυτή καταδεικνύει ότι η παρουσία του δεν ήταν στιγμιαία ή τυχαία, αλλά εντασσόταν σε σχεδιασμό διαρκούς και ανεμπόδιστης πρόσβασης σε ξένη κατοικία. Περαιτέρω, έχει ήδη γίνει δεκτό ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην κατοικία με σκοπό κλοπής και ότι αφαίρεσε περιουσία από αυτήν. Η κατάληξη αυτή δεν χρησιμοποιείται αφηρημένα για την απόδειξη της υπό εξέταση κατηγορίας. Τα ίδια πρωτογενή γεγονότα, όμως, συνεκτιμώνται για τον προσδιορισμό του σκοπού της κατοχής των εργαλείων. Η επιλογή κατοικίας χωρίς εμφανή παρουσία ενοίκων, η είσοδος από την πίσω πλευρά, οι επανειλημμένες επιστροφές, η αφαίρεση των κλειδιών, η κατοχή φαναριών, η απουσία περιουσίας και οι μεταβαλλόμενες εξηγήσεις του. Κατά τον χρόνο του εντοπισμού του, η παράνομη δραστηριότητα του Κατηγορούμενου δεν αποτελούσε ένα ολοκληρωμένο και απομακρυσμένο περιστατικό του παρελθόντος. Βρισκόταν εκ νέου μέσα στην ίδια κατοικία, έχοντας μαζί του τα εργαλεία και τα μέσα που διευκόλυναν την πρόσβαση και την κίνησή του σε αυτήν. Η αφαίρεση των κλειδιών και η επανειλημμένη επιστροφή καταδεικνύουν συνεχιζόμενο σχέδιο πρόσβασης, ελέγχου και ιδιοποίησης περιουσίας από την κατοικία.

 

Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι τα κατσαβίδια ήταν εργαλεία που χρησιμοποιούσε στην εργασία του ως τεχνίτης γυψοσανίδων. Η εξήγηση αυτή εξετάστηκε, αλλά δεν γίνεται δεκτή ως αληθής ούτε δημιουργεί εύλογη αμφιβολία. Δεν απορρίπτεται επειδή τα κατσαβίδια δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε τέτοια εργασία. Είναι προφανές ότι ένα κατσαβίδι μπορεί να έχει πολλές νόμιμες επαγγελματικές χρήσεις. Απορρίπτεται επειδή η εξήγηση του Κατηγορούμενου δεν ήταν σταθερή και δεν συμβιβάζεται με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κατοχής. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε διαδοχικά ότι τα κατσαβίδια χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση βάσεων, για εργασίες ηλεκτρισμού και για σημεία όπου δεν χωρούσε το τρυπάνι. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι τα υπόλοιπα εργαλεία της εργασίας του βρίσκονταν στο όχημα του εργοδότη του, ενώ τα δύο κατσαβίδια παρέμειναν στην τσάντα επειδή ήταν μικρά. Η εξήγησή του διαμορφωνόταν σταδιακά κατά την αντεξέταση και δεν έγινε δεκτή ως αξιόπιστη. Κυρίως, τα κατσαβίδια δεν βρέθηκαν σε ουδέτερο επαγγελματικό πλαίσιο. Βρέθηκαν στην τσάντα του ενώ ο ίδιος βρισκόταν παράνομα μέσα σε ξένη κατοικία, μαζί με φανάρια και κλειδιά που είχε αφαιρέσει από αυτήν, έχοντας ήδη εξασφαλίσει μέσω των κλειδιών τη δυνατότητα επανειλημμένης πρόσβασης. Η πιθανότητα νόμιμης χρήσης ενός εργαλείου σε διαφορετικές περιστάσεις δεν αναιρεί τον εγκληματικό σκοπό με τον οποίο αυτό κατεχόταν κατά τον συγκεκριμένο χρόνο και τόπο.

 

Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι, εάν είχε χρησιμοποιήσει ή σκόπευε να χρησιμοποιήσει τα κατσαβίδια για εγκληματικό σκοπό, δεν θα επέστρεφε στην ίδια κατοικία. Το επιχείρημα αυτό δεν έγινε δεκτό. Η επανειλημμένη επιστροφή του δεν είναι ασύμβατη με τον εγκληματικό σκοπό. Αντιθέτως, συνδέεται με την παραδοχή του ότι πήρε τα κλειδιά για να μπορεί να μπαινοβγαίνει ελεύθερα. Καταδεικνύει ότι θεωρούσε την κατοικία διαθέσιμη για συνεχή παράνομη πρόσβαση και χρήση, όσο οι ιδιοκτήτες εξακολουθούσαν να απουσιάζουν. Δεν μπορεί η συμπεριφορά του να αξιολογηθεί με βάση το τι θα ήταν συνετό να πράξει ένας υποθετικά προσεκτικός δράστης. Το ζήτημα είναι τι προκύπτει από τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση συνδέουν την κατοχή των κατσαβιδιών με την παράνομη πρόσβαση και τον σκοπό κλοπής.

 

Η κάθε περίσταση, εξεταζόμενη μεμονωμένα, θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει ουδέτερη ή αθώα εξήγηση. Ένα κατσαβίδι μπορεί να είναι εργαλείο εργασίας, ένα φανάρι μπορεί να χρησιμοποιείται για φωτισμό και ένα κλειδί για νόμιμη πρόσβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, τα αντικείμενα δεν βρέθηκαν σε ουδέτερες περιστάσεις. Βρέθηκαν όλα μαζί στην κατοχή προσώπου το οποίο βρισκόταν χωρίς άδεια μέσα σε ξένη κατοικία, είχε εισέλθει και επιστρέψει σε αυτήν επανειλημμένα, είχε αφαιρέσει τα κλειδιά της για να εξασφαλίσει ελεύθερη πρόσβαση, χρησιμοποιούσε φανάρι μέσα στη σκοτεινή κατοικία, είχε διαπράξει κλοπή από αυτήν, και έδωσε μη αξιόπιστες και μεταβαλλόμενες εξηγήσεις για τον σκοπό κατοχής των εργαλείων. Η σωρευτική δύναμη των περιστάσεων αποκλείει την εύλογη πιθανότητα ότι τα κατσαβίδια βρίσκονταν στην τσάντα του αποκλειστικά για κάποια άσχετη και νόμιμη επαγγελματική χρήση.

 

Από την αποδεκτή μαρτυρία αποδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος είχε στην άμεση κατοχή και τον έλεγχό του τα δύο κατσαβίδια, τα κατσαβίδια, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αποτελούσαν όργανα διαρρήξεως, η κατοχή τους υφίστατο κατά τη διάρκεια της ημέρας, και ο Κατηγορούμενος τα κατείχε με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή κλοπής από την κατοικία. Η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία της 3ης Κατηγορίας.

 

5η Κατηγορία & 6η Κατηγορία (κλεπταποδοχή)

 

Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι μεταξύ της 11.12.2025, ώρα 12:00, και της 12.12.2025, ώρα 09:00, διαρρήχθηκε το ιατρείο που διαχειριζόταν ο Χ.Η. και αφαιρέθηκαν από αυτό, μεταξύ άλλων, ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής Lenovo και δύο φορτιστές τηλεφώνου. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής αναγνωρίστηκε από τη Μ.Η. Δεν επρόκειτο για γενική αναγνώριση στηριζόμενη μόνο στη μάρκα ή στην εξωτερική του εμφάνιση. Στο εσωτερικό του εντοπίστηκαν προσωπικά αρχεία και φωτογραφίες της, στοιχεία που επιβεβαίωναν με ασφάλεια την ταυτότητά του. Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου ήταν ο υπολογιστής που είχε αφαιρεθεί από το ιατρείο.

 

Ως προς τους δύο φορτιστές τηλεφώνου, η ταυτότητά τους δεν αποδείχθηκε με σειριακούς αριθμούς ή άλλα μοναδικά χαρακτηριστικά. Αυτό δεν αποκλείει την ταυτοποίησή τους μέσω περιστατικής μαρτυρίας. Πρέπει, όμως, να εξεταστεί κατά πόσο το σύνολο των περιστάσεων αποκλείει εύλογα το ενδεχόμενο να επρόκειτο για διαφορετικά αντικείμενα. Από το ιατρείο αφαιρέθηκαν μαζί με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ακριβώς δύο φορτιστές τηλεφώνου. Στην τσάντα του Κατηγορούμενου βρέθηκαν ο αναγνωρισμένος κλοπιμαίος υπολογιστής, ο φορτιστής του και δύο επιπρόσθετοι φορτιστές τηλεφώνου. Η αντιστοιχία ως προς τον αριθμό και το είδος των αντικειμένων, η κοινή κατοχή τους με τον συγκεκριμένο υπολογιστή και η εξαιρετικά μικρή χρονική απόσταση από τη διάρρηξη συνδέουν τους φορτιστές με την ίδια κλοπή. Η σύνδεση ενισχύεται από την ίδια την εκδοχή του Κατηγορούμενου. Στην πρώτη ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι απέκτησε μαζί με τον υπολογιστή τον φορτιστή του, έναν επιπλέον φορτιστή με λευκό καλώδιο και ένα φανάρι. Κατά τη δίκη παραδέχθηκε ότι μαζί με τον υπολογιστή υπήρχαν δύο φορτιστές τηλεφώνου, επιχειρώντας πλέον να διαχωρίσει τον ένα ως δικό του και τον άλλο ως αντικείμενο που απέκτησε από το πρόσωπο που του πώλησε τον υπολογιστή. Η μεταγενέστερη αυτή διάκριση δεν έγινε δεκτή. Δεν υποστηρίχθηκε από οποιοδήποτε αντικειμενικό γνώρισμα του φορτιστή που φέρεται να ήταν δικός του, από προηγούμενη σταθερή περιγραφή ή από άλλη μαρτυρία. Αντιθέτως, κατά τον αρχικό εντοπισμό των αντικειμένων ο Κατηγορούμενος δήλωσε γενικά ότι όλα ήταν δικά του. Το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι δύο φορτιστές τηλεφώνου που βρέθηκαν μαζί με τον αναγνωρισμένο υπολογιστή ήταν οι δύο φορτιστές που είχαν αφαιρεθεί από το ιατρείο. Η θεωρητική πιθανότητα να επρόκειτο συμπτωματικά για δύο διαφορετικούς φορτιστές του ίδιου είδους, οι οποίοι βρέθηκαν μαζί με τον πρόσφατα κλαπέντα υπολογιστή, δεν στηρίζεται σε πραγματικό αποδεικτικό δεδομένο και δεν δημιουργεί εύλογη αμφιβολία.

 

Την 15.12.2025 ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, ο φορτιστής του και οι δύο φορτιστές τηλεφώνου βρέθηκαν μέσα στην τσάντα που έφερε ο Κατηγορούμενος στην πλάτη του. Τα αντικείμενα τελούσαν, επομένως, υπό την άμεση φυσική κατοχή και τον αποκλειστικό του έλεγχο. Αποδεικνύεται έτσι η κατακράτησή τους από τον ίδιο. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε επίσης ότι απέκτησε τον υπολογιστή και συναφή αντικείμενα κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 14.12.2025, δηλαδή κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στις κατηγορίες. Αποδεικνύεται, συνεπώς, όχι μόνο η μεταγενέστερη κατακράτηση, αλλά και η προηγούμενη αποδοχή της περιουσίας. Η θέση του ότι ο ένας από τους δύο φορτιστές ήταν ήδη δικός του απορρίφθηκε. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε και κατακρατούσε τόσο τον ηλεκτρονικό υπολογιστή όσο και τους δύο φορτιστές που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών.

 

Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αγόρασε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και συναφή αντικείμενα από πρόσωπο το οποίο κατονόμασε ως Saleh. Οι εκδοχές του για τις περιστάσεις της συναλλαγής δεν ήταν σταθερές. Στην πρώτη ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι, αφού εξήλθε από την κατοικία περί ώρα 01:00, συνάντησε στη διαδρομή διάφορα πρόσωπα και ότι ένα από αυτά του πώλησε τα αντικείμενα περί ώρα 02:00. Κατά τη δίκη επιχείρησε να συνδέσει τη συνάντηση με τον χώρο εργασίας του και ανέφερε ότι γνώριζε τον πωλητή από προηγουμένως, χωρίς όμως να δώσει συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία για την ταυτοποίηση ή τον εντοπισμό του. Δεν προσκομίστηκε απόδειξη πληρωμής, παραστατικό, συσκευασία ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να παραπέμπει σε νόμιμη συναλλαγή. Δεν εξηγήθηκε πώς το φερόμενο πρόσωπο είχε αποκτήσει τον υπολογιστή ούτε γιατί ένας λειτουργικός φορητός υπολογιστής, μαζί με φορτιστές και άλλο αντικείμενο, πωλήθηκε έναντι του συνολικού ποσού των €65. Η αναφορά σε αγορά από τρίτο πρόσωπο δεν απαλλάσσει από την κατηγορία, εάν κατά τον χρόνο της αγοράς ο αποδέκτης γνώριζε ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι, επομένως, μόνο εάν πραγματοποιήθηκε κάποια συναλλαγή, αλλά τι γνώριζε ο Κατηγορούμενος για την προέλευση των αντικειμένων όταν τα απέκτησε και τα κατακρατούσε.

 

Η γνώση αποτελεί κατάσταση του νου και συνήθως δεν αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Μπορεί να συναχθεί από τις αντικειμενικές περιστάσεις της απόκτησης και κατοχής της περιουσίας, τις δηλώσεις του Κατηγορούμενου και τη συμπεριφορά του όταν κλήθηκε να εξηγήσει την προέλευσή της. Στην προκειμένη περίπτωση συνεκτιμώνται ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και οι φορτιστές είχαν κλαπεί μόλις λίγες ημέρες πριν περιέλθουν στην κατοχή του Κατηγορούμενου· η φερόμενη συναλλαγή έγινε κατά τις πρώτες πρωινές ώρες και όχι στο πλαίσιο συνήθους εμπορικής δραστηριότητας· ένας λειτουργικός φορητός υπολογιστής, μαζί με συναφή αντικείμενα, φέρεται να πωλήθηκε έναντι μόλις €65· δεν υπήρχε παραστατικό, απόδειξη ή οποιαδήποτε ένδειξη νόμιμης κυριότητας του πωλητή· ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε σταθερά και επαρκή στοιχεία που να καθιστούν δυνατή τη διερεύνηση της ταυτότητας και της εμπλοκής του φερόμενου πωλητή· ο υπολογιστής και οι δύο φορτιστές που είχαν αφαιρεθεί κατά το ίδιο περιστατικό βρέθηκαν μαζί στην τσάντα του· όταν ο ΜΚ4 εντόπισε τα αντικείμενα, ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε αυθόρμητα ότι τα είχε αγοράσει, αλλά δήλωσε για όλα «εν δικά μου»· και ακολούθως μετέβαλε και εξειδίκευσε την εκδοχή του, διαχωρίζοντας ορισμένα αντικείμενα ως αγορασμένα και άλλα ως προσωπική του περιουσία. Η αρχική δήλωση ότι όλα τα αντικείμενα ήταν δικά του δεν ήταν απλώς ανακριβής. Απέκρυπτε τη φερόμενη πρόσφατη απόκτησή τους από τρίτο πρόσωπο και την πραγματική προέλευσή τους. Η μεταγενέστερη εκδοχή περί αγοράς εμφανίστηκε όταν απαιτήθηκε να εξηγηθεί η κατοχή του αναγνωρισμένου κλοπιμαίου υπολογιστή. Οι περιστάσεις δεν αποδεικνύουν απλώς ότι ένας συνετός αγοραστής όφειλε να υποψιαστεί την παράνομη προέλευση των αντικειμένων. Το ζήτημα δεν κρίνεται με βάση αμέλεια ή παράλειψη διερεύνησης. Η ακραία αναντιστοιχία του τιμήματος, ο χρόνος και ο τρόπος της συναλλαγής, η κοινή απόκτηση των πρόσφατα κλαπέντων αντικειμένων και οι αναληθείς και μεταβαλλόμενες εξηγήσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πράγματι ότι επρόκειτο για κλοπιμαία περιουσία.

 

Ο φορητός υπολογιστής και οι φορτιστές βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου ελάχιστες ημέρες μετά την κλοπή τους. Η πρόσφατη κατοχή δεν χρησιμοποιείται αυτομάτως ως απόδειξη ενοχής ούτε μεταθέτει στον Κατηγορούμενο το βάρος απόδειξης. Αποτελεί, όμως, ισχυρό περιστατικό το οποίο απαιτεί να αξιολογηθεί μαζί με την εξήγηση που ο ίδιος επέλεξε να δώσει. Η εξήγηση αυτή δεν κρίθηκε αληθής ή εύλογη. Ήταν μεταβαλλόμενη, ανεπαρκώς συγκεκριμένη και ασύμβατη με τις αντικειμενικές συνθήκες της φερόμενης αγοράς. Η πρόσφατη και αποκλειστική κατοχή, σε συνδυασμό με την απόρριψη της εξήγησης όχι αυτοτελώς αλλά λόγω των αποδεδειγμένων αδυναμιών της, ενισχύει το συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε και κατακρατούσε τα αντικείμενα γνωρίζοντας την κλοπιμαία προέλευσή τους.

 

Ως προς την 5η Κατηγορία αποδεικνύεται ότι ο συγκεκριμένος φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής Lenovo ήταν περιουσία της Μ.Η. και είχε κλαπεί από το ιατρείο, ο Κατηγορούμενος τον αποδέχθηκε την 14.12.2025 και τον κατακρατούσε μέχρι τον εντοπισμό του την 15.12.2025, και κατά τον χρόνο της αποδοχής και κατακράτησής του γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαίος. Ως προς την 6η Κατηγορία αποδεικνύεται ότι οι δύο φορτιστές τηλεφώνου ήταν περιουσία του Χ.Η. και είχαν κλαπεί από το ιατρείο μαζί με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, οι δύο φορτιστές που βρέθηκαν μαζί με τον αναγνωρισμένο υπολογιστή στην τσάντα του Κατηγορούμενου ήταν τα αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί κατά το ίδιο περιστατικό, ο Κατηγορούμενος τους αποδέχθηκε και τους κατακρατούσε, και γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαίοι. Η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία της 5ης Κατηγορίας και της 6ης Κατηγορίας.

 

Κατάληξη

 

Το Δικαστήριο εξέτασε αυτοτελώς καθεμία από τις κατηγορίες, με βάση τα ιδιαίτερα συστατικά της στοιχεία, και αξιολόγησε τη μαρτυρία στο σύνολό της, χωρίς να μεταθέσει οποιοδήποτε βάρος απόδειξης στον Κατηγορούμενο. Για τους λόγους που έχουν αναλυθεί, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του Κ.Π. με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, όπως αναφέρεται στην 1η Κατηγορία, ότι αφαίρεσε από την κατοικία την περιουσία που εξειδικεύεται στη 2η Κατηγορία, ότι κατείχε κατά τη διάρκεια της ημέρας τα όργανα διαρρήξεως που αναφέρονται στην 3η Κατηγορία, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, ότι αποδέχθηκε και κατακρατούσε τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή Lenovo γνωρίζοντας ότι ήταν κλοπιμαίος, όπως αναφέρεται στην 5η Κατηγορία, και ότι αποδέχθηκε και κατακρατούσε τους δύο φορτιστές τηλεφώνου γνωρίζοντας ότι ήταν κλοπιμαίοι, όπως αναφέρεται στην 6η Κατηγορία. Η απόρριψη των αθωωτικών εξηγήσεων του Κατηγορούμενου δεν χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο της απόδειξης της Κατηγορούσας Αρχής. Οι εξηγήσεις του αξιολογήθηκαν μαζί με τις παραδοχές του, την αποδεκτή μαρτυρία και τα αντικειμενικά δεδομένα, τα οποία, ως προς κάθε κατηγορία χωριστά, συγκροτούν πλήρη και συνεκτική αποδεικτική βάση.

 

Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η Κατηγορία, τη 2η Κατηγορία, την 3η Κατηγορία, την 5η Κατηγορία και την 6η Κατηγορία, ήτοι σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.

[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.

[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.

[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.

[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.

[6] Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρυσάνθου, ΠΕ 137/2015, 02.06.2016, Χρίστου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 85/2014, 27.05.2015, Καλογήρου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 61.

[7] Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 687.

[8] Ηλιάδης, Τ. & Σάντης, Ν. (2016). Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (σελ.551επ.). Λευκωσία: Hippasus Publishing.

[9] Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 CLR 174, R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, Lawrence v Commissioner of Police of the Metropolis (otherwise known as R v Lawrence) [1972] AC 262, Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας (1978) 2 CLR 382, Azinas v. Police (1981) 2 CLR 9, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486, Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 700, Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 236/2018, 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B3.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο