ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 18728 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
M. H.
___________
Ημερομηνία: 22 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Σπηλιωτόπουλος, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Κατόπιν διαπίστωσης ενοχής, μέσα από ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, στις κατηγορίες ότι μεταξύ της 8.12.2025 και της 15.12.2025, στη Λεμεσό, ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του Κ.Π., από τη Λευκωσία, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή κλοπή [1η Κατηγορία, διάρρηξη κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 292(α) ΠΚ] και ότι έκλεψε από την εν λόγω κατοικία μία τηλεόραση μάρκας Samsung 50 ιντζών αξίας €600, ένα μεγάλο χάλκινο «χαρτζί» αξίας €2.000, ένα σετ φλιτζάνια του καφέ μπρούτζινα αξίας €300, τέσσερα ασημένια μπολ αξίας €400, ένα κολιέ με πέρλες χρώματος άσπρο με ροζ αξίας €1.000 και έναν στεγνωτήρα μαλλιών χεριού αξίας €100, όλα συνολικής αξίας €4.400, περιουσία του ιδιοκτήτη της κατοικίας [2η Κατηγορία, κλοπή από κατοικία, άρθρα 255, 266(β) ΠΚ]. Περαιτέρω, στην κατηγορία ότι την 15.12.2025, στη Λεμεσό, ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του όργανα διαρρήξεως κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή εννέα δέσμες κλειδιών διαφόρων ειδών, δύο φανάρια μικρά και δύο κατσαβίδια [3η Κατηγορία, κατοχή οργάνων διαρρήξεως κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 296(δ) ΠΚ]. Ακόμη, στις κατηγορίες ότι την 14.12.2025, στη Λεμεσό, αποδέχθηκε περιουσία, δηλαδή έναν φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας Lenovo, αξίας €250, περιουσία της Μ.Η. από τη Λεμεσό, γνωρίζοντας ότι είναι κλοπιμαίος [5η Κατηγορία, κλεπταποδοχή, άρθρο 306(α) ΠΚ] καθώς και δύο φορτιστές τηλεφώνου συνολικής αξίας €30, περιουσία του Χ.Η. από τη Λεμεσό, γνωρίζοντας ότι είναι κλοπιμαίοι [6η Κατηγορία, κλεπταποδοχή, άρθρο 306(α) ΠΚ].
Για τη διάρρηξη κτιρίου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτό, όπως κλοπής, κατά το άρθρο 292(α) ΠΚ, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα επτά έτη. Για την κλοπή από κατοικία, κατά το άρθρο 266(β) ΠΚ, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα πέντε έτη, όπως και για την κλεπταποδοχή, κατά το άρθρο 306(α) ΠΚ, ενώ για την κατοχή οργάνων διαρρήξεως κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κατά το άρθρο 296(δ) ΠΚ, η προβλεπόμενη ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα τρία έτη.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.
Τα γεγονότα είναι όπως έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο. Η επίδικη οικία αποτελούσε κατοικία του Κ.Π. και της οικογένειάς του στη Λεμεσό. Δεν ήταν εγκαταλελειμμένο ή ερημωμένο υποστατικό. Ήταν επιπλωμένη και εξοπλισμένη, διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα, τρεχούμενο νερό, ηλεκτρικές συσκευές και προσωπικά αντικείμενα. Οι ιδιοκτήτες τη χρησιμοποιούσαν και την επισκέπτονταν τακτικά, ιδίως κατά τα Σαββατοκύριακα. Την 7.12.2025, περί ώρα 13:30, οι ιδιοκτήτες αναχώρησαν από την κατοικία για τη Λευκωσία, αφού προηγουμένως ασφάλισαν τις θύρες και τα παράθυρά της. Κατά τον χρόνο της αναχώρησής τους βρίσκονταν μέσα στην κατοικία, μεταξύ άλλων, μία τηλεόραση Samsung 50 ιντσών, ένα μεγάλο χάλκινο «χαρτζί», ένα σετ μπρούτζινων φλιτζανιών καφέ, τέσσερα ασημένια μπολ, ένα κολιέ με άσπρες και ροζ πέρλες και ένας στεγνωτήρας μαλλιών. Την 13.12.2025, περί ώρα 22:30, ο Κατηγορούμενος αναζητούσε υποστατικό στο οποίο θα μπορούσε να διανυκτερεύσει. Προσέγγισε την επίδικη κατοικία επειδή δεν υπήρχε φωτισμός και δεν ήταν εμφανής η παρουσία ενοίκων. Έλεγξε τις θύρες και τα παράθυρά της, τα οποία ήταν κλειστά, και ακολούθως μετέβη στην πίσω πλευρά της οικίας, κοντά στην πισίνα. Εκεί εντόπισε τη συρόμενη αλουμινένια θύρα της κουζίνας κλειστή, αλλά όχι κλειδωμένη. Την έσυρε, την άνοιξε και εισήλθε στην κατοικία. Δεν εισήλθε από θύρα που ήταν ήδη ανοικτή. Γνώριζε ότι η κατοικία δεν του ανήκε, ότι δεν ήταν κάτοικός της και ότι δεν είχε οποιαδήποτε άδεια από τους ιδιοκτήτες να εισέλθει ή να παραμείνει σε αυτήν. Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στην κατοικία και χρησιμοποίησε τους χώρους και τις εγκαταστάσεις της. Κινήθηκε στο σαλόνι, στην κουζίνα και στο λουτρό, κοιμήθηκε στον καναπέ, έκανε μπάνιο, έφαγε και ετοίμασε καφέ. Εξήλθε και επέστρεψε στην κατοικία περισσότερες από μία φορές. Εισήλθε και παρέμεινε σε αυτήν κατά τις 13.12.2025, 14.12.2025 και 15.12.2025. Κατά την παραμονή του δεν τον επισκέφθηκε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και δεν διαπιστώθηκε η παρουσία άλλου προσώπου μέσα στην κατοικία. Δεν προέκυψε, επίσης, οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο που να συνδέει άλλο πρόσωπο με είσοδο στην κατοικία ή με την αφαίρεση περιουσίας από αυτήν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Ο Κατηγορούμενος εντόπισε εννέα δέσμες κλειδιών σε πιάτο ή ντουλαπάκι της κουζίνας. Γνώριζε ότι τα κλειδιά δεν του ανήκαν. Τα αφαίρεσε από τη θέση τους, τα τοποθέτησε στην τσάντα του και τα κατακράτησε, ώστε να μπορεί να εισέρχεται και να εξέρχεται ελεύθερα από την κατοικία. Όταν οι ιδιοκτήτες επέστρεψαν στην κατοικία την 15.12.2025, διαπίστωσαν ακαταστασία στο εσωτερικό της και την απουσία της τηλεόρασης Samsung, του χάλκινου «χαρτζιού», του σετ μπρούτζινων φλιτζανιών καφέ, των τεσσάρων ασημένιων μπολ, του κολιέ με πέρλες και του στεγνωτήρα μαλλιών. Τα αντικείμενα αυτά δεν είχαν απομακρυνθεί με τη συγκατάθεσή τους και δεν επιστράφηκαν. Μετά τη διαπίστωση της προηγηθείσας εισόδου και της απουσίας της περιουσίας, οι κλειδαριές της κατοικίας αντικαταστάθηκαν με τη συνδρομή κλειδαρά. Οι θύρες ασφαλίστηκαν και τοποθετήθηκε κάμερα ασφαλείας στο σαλόνι. Ακολούθως, μέσω της κάμερας, διαπιστώθηκε η παρουσία προσώπου μέσα στη σκοτεινή κατοικία και η χρήση φωτός από φανάρι. Την 15.12.2025, περί ώρα 17:45, η Αστυνομία ενημερώθηκε ότι, ενώ οι ένοικοι απουσίαζαν, υπήρχε πρόσωπο μέσα στην κατοικία. Περί ώρα 17:50, ο ΜΚ4 και ο Αστ.2854 μετέβησαν στη σκηνή. Κατά τον πρώτο περιμετρικό έλεγχο οι θύρες, τα παράθυρα και οι συρόμενες μπαλκονόπορτες φαίνονταν ασφαλισμένα. Δεν διαπίστωσαν εμφανή σημεία πρόσφατης παραβίασης με άσκηση έκδηλης βίας. Τα δύο μέλη παρέμειναν πλησίον της κατοικίας. Αφού ενημερώθηκαν για το φως από φανάρι που είχε θεαθεί μέσω της εσωτερικής κάμερας, επανήλθαν για δεύτερο έλεγχο. Μέσα σε χρονικό διάστημα που δεν υπερέβη τα τρία λεπτά, διαπίστωσαν ότι η συρόμενη μπαλκονόπορτα της κουζίνας, η οποία κατά τον πρώτο έλεγχο φαινόταν ασφαλισμένη από την εσωτερική πλευρά, ήταν πλέον απασφάλιστη και μπορούσε να ανοίξει. Οι αστυνομικοί εισήλθαν στην κατοικία από τη συγκεκριμένη θύρα, αφού προηγουμένως γνωστοποίησαν μεγαλοφώνως την ιδιότητά τους. Εντόπισαν τον Κατηγορούμενο να στέκεται στον χώρο του αποχωρητηρίου, δίπλα στο καθιστικό. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι δεν ήταν κάτοικος της οικίας. Κατά τον χρόνο του εντοπισμού του έφερε σακίδιο στην πλάτη του. Μέσα στο σακίδιο βρέθηκαν ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής Lenovo, ο φορτιστής του, δύο επιπρόσθετοι φορτιστές τηλεφώνου, ένα power bank, οι εννέα δέσμες κλειδιών που προέρχονταν από την κατοικία, δύο μικρά φανάρια και δύο κατσαβίδια. Όταν ερωτήθηκε αρχικά για τα αντικείμενα, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ήταν δικά του. Σε μεταγενέστερο στάδιο παραδέχθηκε ότι οι δέσμες κλειδιών προέρχονταν από την κατοικία. Ανέφερε επίσης ότι είχε αποκτήσει τον φορητό υπολογιστή και συναφή αντικείμενα κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 14.12.2025, έναντι του συνολικού ποσού των €65, από πρόσωπο το οποίο κατονόμασε ως Saleh. Μεταξύ της 11.12.2025, ώρα 12:00, και της 12.12.2025, ώρα 09:00, είχε προηγουμένως διαρρηχθεί ιατρείο στην ίδια οδό. Από το ιατρείο είχαν αφαιρεθεί, μεταξύ άλλων, ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής Lenovo και δύο φορτιστές τηλεφώνου. Ο φορητός υπολογιστής που βρέθηκε στο σακίδιο του Κατηγορούμενου ήταν ο υπολογιστής που είχε αφαιρεθεί από το ιατρείο. Αναγνωρίστηκε από τη νόμιμη ιδιοκτήτριά του, μεταξύ άλλων από τα προσωπικά αρχεία και τις φωτογραφίες που βρίσκονταν αποθηκευμένα σε αυτόν. Οι δύο επιπρόσθετοι φορτιστές τηλεφώνου που βρέθηκαν μαζί με τον αναγνωρισμένο φορητό υπολογιστή ήταν οι δύο φορτιστές που είχαν αφαιρεθεί από το ιατρείο κατά το ίδιο περιστατικό. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και οι φορτιστές παρέμειναν στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του Κατηγορούμενου μέχρι τον εντοπισμό και τη σύλληψή του την 15.12.2025.
Αναφορικά με την 1η Κατηγορία και τη 2η Κατηγορία, για τον προσδιορισμό της σοβαρότητας σε πραγματικό χρόνο, λαμβάνεται υπόψη πως η δράση δεν ήταν αποτέλεσμα εντελώς στιγμιαίας ή τυχαίας απόφασης. Ο Κατηγορούμενος αναζητούσε υποστατικό χωρίς εμφανή παρουσία ενοίκων, προσέγγισε την κατοικία κατά τη νύχτα, έλεγξε τις θύρες και τα παράθυρα και κατευθύνθηκε προς την πίσω πλευρά, όπου άνοιξε την κλειστή συρόμενη θύρα της κουζίνας και εισήλθε. Ο τρόπος εισόδου δεν περιλάμβανε, πάντως, εξεζητημένη μέθοδο, ιδιαίτερη τεχνική προπαρασκευή ή εκτεταμένη χρήση βίας. Η θύρα ήταν κλειστή αλλά όχι κλειδωμένη και άνοιξε με ώθηση. Δεν αποδείχθηκε εκτεταμένη καταστροφή του κτιρίου ούτε χρήση ειδικά κατασκευασμένου εξοπλισμού για την παραβίασή του. Η σοβαρότητα αυξάνεται, όμως, από τη διάρκεια και την επανάληψη της επέμβασης. Ο Κατηγορούμενος δεν εισήλθε μία μόνο φορά και δεν αποχώρησε οριστικά. Παρέμεινε στην κατοικία, χρησιμοποίησε το σαλόνι, την κουζίνα και το λουτρό, εξήλθε και επανήλθε κατά τη διάρκεια τριών ημερών. Αφαίρεσε, επιπλέον, τις δέσμες κλειδιών και τις κατακράτησε για να εξασφαλίσει συνεχή και ελεύθερη πρόσβαση. Η συμπεριφορά αυτή προσέδωσε στην παράνομη επέμβαση στοιχεία διάρκειας, ελέγχου και επαναλαμβανόμενης προσβολής της κατοικίας. Η αξία της περιουσίας που αφαιρέθηκε ανερχόταν συνολικά σε €4.400. Το ποσό δεν είναι ευκαταφρόνητο. Μεταξύ των αντικειμένων περιλαμβάνονταν οικιακή συσκευή, διακοσμητικά και προσωπικά αντικείμενα, περιλαμβανομένου κοσμήματος. Κανένα από τα αντικείμενα που αφορά η 2η Κατηγορία ανακτήθηκε ή επιστράφηκε. Η οικονομική ζημία των ιδιοκτητών παρέμεινε, επομένως, πλήρης. Πέραν της αξίας των αντικειμένων, προκλήθηκε ακαταστασία στο εσωτερικό και οι ιδιοκτήτες υποχρεώθηκαν, μετά τη διαπίστωση της εισόδου, να αντικαταστήσουν τις κλειδαριές και να εγκαταστήσουν κάμερα ασφαλείας. Έστω και αν δεν προσδιορίστηκε χρηματικά η σχετική δαπάνη, οι ενέργειες αυτές καταδεικνύουν την πραγματική διατάραξη της ασφάλειας και της ομαλής χρήσης της κατοικίας. Από την άλλη πλευρά, η κατοικία δεν ήταν κατειλημμένη από τους ιδιοκτήτες κατά τις εισόδους του Κατηγορούμενου. Δεν υπήρξε αντιπαράθεση με ένοικο, χρήση ή απειλή βίας, τραυματισμός, εκφοβισμός ή κίνδυνος σωματικής βλάβης. Δεν χρησιμοποιήθηκε όπλο και δεν αποδείχθηκε εκτεταμένη ή βαριά υλική καταστροφή του κτιρίου. Συνεπώς, η αντικειμενική σοβαρότητα της διάρρηξης και της κλοπής είναι ουσιαστική και σαφώς ανώτερη από το κατώτερο άκρο των αντίστοιχων αδικημάτων. Η επανειλημμένη επέμβαση στην κατοικία, η αφαίρεση των κλειδιών, η αξία και η οριστική απώλεια της περιουσίας επιβαρύνουν σημαντικά την περίπτωση. Δεν πρόκειται, όμως, για περίπτωση που προσεγγίζει τις βαρύτερες δυνατές μορφές διάρρηξης κατοικίας, στις οποίες συνυπάρχουν παρουσία ενοίκων, βία, απειλές, όπλα, ιδιαίτερα οργανωμένος σχεδιασμός ή εκτεταμένη καταστροφή.
Ως προς την 3η Κατηγορία, ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του δύο κατσαβίδια και δύο μικρά φανάρια, ενώ βρισκόταν χωρίς άδεια μέσα στην κατοικία. Μαζί τους κατείχε και τις εννέα δέσμες κλειδιών που είχε αφαιρέσει από αυτήν. Τα αντικείμενα δεν συγκροτούσαν ιδιαίτερα εκτεταμένο ή εξειδικευμένο διαρρηκτικό εξοπλισμό. Τα κατσαβίδια ήταν κοινά εργαλεία καθημερινής χρήσης και τα φανάρια μέσα φωτισμού. Δεν βρέθηκαν στην κατοχή του όπλα, μέσα απόκρυψης ταυτότητας, συσκευές εξουδετέρωσης συστημάτων ασφαλείας ή άλλα εργαλεία που να καταδεικνύουν υψηλό βαθμό τεχνικής οργάνωσης. Η σοβαρότητα της κατοχής τους προκύπτει από το πλαίσιο στο οποίο εντοπίστηκαν, μέσα σε ξένη κατοικία, μαζί με φανάρια που χρησιμοποιούνταν σε σκοτεινό χώρο και κλειδιά που παρείχαν δυνατότητα επανειλημμένης πρόσβασης. Η κατοχή τους ήταν λειτουργικά συνδεδεμένη με την παράνομη παρουσία και τον σκοπό κλοπής. Η 3η Κατηγορία παρουσιάζει, επομένως, πραγματική και όχι οριακή σοβαρότητα, χωρίς όμως να ανήκει στις βαρύτερες περιπτώσεις κατοχής οργανωμένου ή εξειδικευμένου διαρρηκτικού εξοπλισμού. Κατά την επιβολή των ποινών πρέπει, περαιτέρω, να αποφεύγεται η διπλή επιβάρυνση του Κατηγορούμενου για τα ίδια πραγματικά δεδομένα. Η κατοχή των εργαλείων, η παρουσία του στην κατοικία και ο σκοπός κλοπής αποτελούν συγχρόνως στοιχεία που συνδέονται στενά με τη διάρρηξη και την κλοπή. Η συνολική ποινική μεταχείριση πρέπει να αντανακλά την πλήρη σοβαρότητα της συμπεριφοράς, χωρίς τεχνητή πολλαπλασιαστική προσμέτρηση της ίδιας βλάβης.
Η 5η Κατηγορία και η 6η Κατηγορία αφορούν χωριστή περιουσία, η οποία είχε αφαιρεθεί από ιατρείο λίγες ημέρες προηγουμένως. Ο τρόπος απόκτησης των αντικειμένων επιβαρύνει την αντικειμενική σοβαρότητα. Ο Κατηγορούμενος απέκτησε κατά τις πρώτες πρωινές ώρες έναν φορητό υπολογιστή, τον φορτιστή του και συναφή αντικείμενα, στον δρόμο, έναντι συνολικού ποσού €65. Η συναλλαγή δεν συνοδευόταν από παραστατικό ή οποιαδήποτε ένδειξη νόμιμης προέλευσης. Τα αντικείμενα κατακρατήθηκαν μέχρι την ανεύρεσή τους από την Αστυνομία. Δεν προέκυψε, ωστόσο, ότι ο Κατηγορούμενος λειτουργούσε στο πλαίσιο οργανωμένου κυκλώματος εμπορίας κλοπιμαίων, ότι απέκτησε μεγάλο αριθμό αντικειμένων με σκοπό τη συστηματική μεταπώληση ή ότι διαδραμάτισε ρόλο στη διάρρηξη του ιατρείου. Η αντικειμενική απαξία περιορίζεται στην αποδοχή και κατακράτηση των συγκεκριμένων αντικειμένων. Η συνολική χρηματική αξία τους ήταν €280, εκ των οποίων €250 αφορούσαν τον φορητό υπολογιστή και €30 τους δύο φορτιστές. Η αξία αυτή είναι αισθητά χαμηλότερη από την αξία της περιουσίας που αφαιρέθηκε από την κατοικία. Σημαντικό για την έκταση της τελικής βλάβης είναι ότι ο υπολογιστής εντοπίστηκε, αναγνωρίστηκε και επιστράφηκε στη νόμιμη δικαιούχο. Οι φορτιστές επίσης ανακτήθηκαν από την Αστυνομία. Η οικονομική απώλεια δεν κατέστη, συνεπώς, οριστική. Ο υπολογιστής περιείχε προσωπικά αρχεία και φωτογραφίες, γεγονός που προσέδιδε στην παράνομη κατοχή του και διάσταση επέμβασης σε προσωπικά δεδομένα και ιδιωτικό υλικό. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι ο Κατηγορούμενος απέκτησε πρόσβαση στα αρχεία με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει, ότι τα αντέγραψε, τα αλλοίωσε ή τα διέδωσε. Δεν διαπιστώθηκε επίσης μόνιμη ζημιά ή απώλεια δεδομένων. Η αντικειμενική σοβαρότητα της 5ης Κατηγορίας είναι μεγαλύτερη από εκείνη της 6ης Κατηγορίας, λόγω της μεγαλύτερης αξίας και της φύσης του φορητού υπολογιστή ως συσκευής που περιείχε προσωπικό υλικό. Αμφότερες, όμως, βρίσκονται σε χαμηλότερη κλίμακα σοβαρότητας από τη διάρρηξη και την κλοπή από την κατοικία, κυρίως λόγω της περιορισμένης αξίας, της ανάκτησης της περιουσίας και της απουσίας αποδεδειγμένης περαιτέρω χρήσης ή διάθεσής της. Οι δύο κατηγορίες κλεπταποδοχής προέκυψαν από την ίδια συναλλαγή και την κοινή κατοχή των αντικειμένων.
Συναφώς, η αντικειμενική σοβαρότητα της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς καθορίζεται κυρίως από τη διάρρηξη και την κλοπή από την κατοικία. Η νυχτερινή επιλογή του υποστατικού, η είσοδος από την πίσω πλευρά, η επανειλημμένη παραμονή και επιστροφή, η αφαίρεση των κλειδιών για εξασφάλιση συνεχούς πρόσβασης και η οριστική απώλεια περιουσίας αξίας €4.400 προσδίδουν στα αδικήματα αυτά αυξημένη αντικειμενική σοβαρότητα. Η απουσία ενοίκων, βίας, απειλών, όπλων, εξεζητημένης μεθόδου παραβίασης και εκτεταμένης καταστροφής δεν επιτρέπει την τοποθέτηση της περίπτωσης στο ανώτατο άκρο των βαρύτερων αδικημάτων του είδους. Η κατοχή των οργάνων διαρρήξεως ενισχύει την απαξία του ίδιου εγκληματικού επεισοδίου, αλλά δεν αποτελεί περίπτωση κατοχής σύνθετου ή εξειδικευμένου εξοπλισμού. Οι κατηγορίες κλεπταποδοχής παρουσιάζουν χαμηλότερη αυτοτελή αντικειμενική σοβαρότητα, λαμβανομένων υπόψη της αξίας των αντικειμένων, της ανάκτησής τους και της απουσίας περαιτέρω αποδεδειγμένης βλάβης. Συνολικά, η υπόθεση τοποθετείται σε ενδιάμεσο επίπεδο αντικειμενικής σοβαρότητας ως προς τη διάρρηξη και την κλοπή από την κατοικία και την κατοχή των οργάνων διαρρήξεως, και σε χαμηλότερο επίπεδο ως προς τις δύο κατηγορίες κλεπταποδοχής.
Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε από τον Κατηγορούμενο.
Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προηγούμενες καταδίκες. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη υπέρ του, χωρίς όμως να του αποδίδεται αποφασιστική βαρύτητα, ενόψει της έξαρσης που παρουσιάζουν αδικήματα της συγκεκριμένης φύσης και της συνακόλουθης ανάγκης επιβολής ποινών με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, όπως έχουν εκτεθεί. Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας περίπου 26 ετών, με καταγωγή από τη Συρία, ήρθε στην Κύπρο μέσω της Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων περιοχών και αιτήθηκε πολιτικό άσυλο. Εργάστηκε περιστασιακά ως τεχνίτης γυψοσανίδων, ωστόσο δεν έχει μόνιμη εργασία και έσοδα που να του διασφαλίζουν τα προς το ζην, ενώ δεν διαθέτει χώρο διαμονής ή επαρκές υποστηρικτικό περιβάλλον.
Αρμόζουσα, με τα δεδομένα της υπόθεσης, είναι η ποινή φυλάκισης, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτής της φύσης, του τρόπου δράσης και της έκτασης της βλάβης, αλλά και της διαχρονικής ανάγκης για αποτροπή. Όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκταση της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί.
Η διάρρηξη, η κλοπή από την κατοικία και η κατοχή των οργάνων διαρρήξεως αποτελούν διαφορετικά αδικήματα. Υπό τα συγκεκριμένα γεγονότα, όμως, συνδέονται στενά και συγκροτούν ένα ενιαίο επεισόδιο. Η 1η Κατηγορία αποτυπώνει την είσοδο στην κατοικία με σκοπό κλοπής. Η 2η Κατηγορία αποτυπώνει την πραγματοποίηση ακριβώς αυτού του σκοπού, με την αφαίρεση των αντικειμένων και την πρόκληση οικονομικής ζημίας ύψους €4.400. Η 3η Κατηγορία αφορά την κατοχή των εργαλείων και μέσων που ήταν λειτουργικά συνδεδεμένα με την παράνομη πρόσβαση, την κίνηση μέσα στην κατοικία και τον σκοπό διάπραξης κακουργήματος. Η επιβολή αυτοτελών και επιπρόσθετων ποινών και στις τρεις κατηγορίες θα δημιουργούσε κίνδυνο πολλαπλής τιμωρίας για τα ίδια ουσιωδώς πραγματικά περιστατικά. Ενδείκνυται, συνεπώς, η επιβολή της κύριας ποινής στην 1η Κατηγορία, κατά τον καθορισμό της οποίας λαμβάνονται πλήρως υπόψη τόσο η πραγματοποίηση του σκοπού της διάρρηξης, όπως αποτυπώνεται στη 2η Κατηγορία, όσο και η κατοχή των οργάνων διαρρήξεως υπό τις περιστάσεις της 3ης Κατηγορίας. Έχοντας υπόψη των ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για την 1η Κατηγορία (7 έτη/84 μήνες), την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων σε μεσαίο επίπεδο, όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες στον μέγιστο δυνατό βαθμό, και έχοντας σταθμίσει το σύνολο των παραγόντων που προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι η αρμόζουσα συνολική ποινή, για την 1η Κατηγορία, είναι η ποινή φυλάκισης των 24 μηνών.
Εξηγώντας την έκταση της ποινής στην 1η Κατηγορία, να λεχθεί πως η νομολογία επί των διαρρήξεων κατοικιών παρέχει γενικές κατευθυντήριες αρχές ως προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την ανάγκη αποτροπής και τη σημασία της βλάβης που προκαλείται στα θύματα. Δεν προκύπτει, όμως, ένα ενιαίο και σαφώς προσδιορισμένο αριθμητικό πλαίσιο ποινής, ούτε έχει εντοπιστεί απόφαση που να αφορά ουσιωδώς όμοιο συνδυασμό πραγματικών δεδομένων. Ελλείψει άμεσα συγκρίσιμου νομολογιακού προηγουμένου, η ποινή δεν μπορεί να καθοριστεί με αναγωγή σε ένα προκαθορισμένο αριθμητικό πλαίσιο. Πρέπει να προκύψει από την πρωτογενή αξιολόγηση των ιδιαίτερων γεγονότων, υπό το φως των γενικών αρχών της αναλογικότητας, της εξατομίκευσης και της αποτροπής.
Δεν διαφεύγει ωστόσο της προσοχής του Δικαστηρίου, ως πιο πρόσφατο, αλλά όχι άμεσα ταυτόσημο συγκριτικό σημείο αναφοράς, ενδεικτικό, η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, ημερομηνίας 13.11.2025. Η αναφορά σε αυτήν δεν γίνεται επειδή τα πραγματικά περιστατικά ταυτίζονται ούτε επειδή η ποινή που επιβλήθηκε εκεί καθορίζει δεσμευτικό αριθμητικό όριο. Γίνεται για να τοποθετηθεί η παρούσα ποινή μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο αναλογικότητας, με γενικότερη αναφορά σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Στη Housein οι ποινές ήταν για νυχτερινές διαρρήξεις κατοικιών και προσδιορίστηκαν κατ’ έφεση σε 22 μήνες φυλάκιση, συντρέχουσες. Η υπόθεση αφορούσε αδίκημα με ανώτατη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης 10 ετών και ευρύτερη εγκληματική δραστηριότητα σε περισσότερες κατοικίες και σε βάρος περισσότερων παραπονουμένων. Σε μία δε περίπτωση οι ένοικοι βρίσκονταν μέσα στην κατοικία, με συνακόλουθο αυξημένο κίνδυνο αντιπαράθεσης. Η παρούσα υπόθεση είναι μεν «ηπιότερη» ως προς τον αριθμό των περιστατικών και των παθόντων, το νομοθετικό ανώτατο όριο, και την απουσία ενοίκων, βίας, όπλου ή εκτεταμένης υλικής καταστροφής. Παρουσιάζει, εντούτοις, διαφορετικά και ιδιαιτέρως επιβαρυντικά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν αποτυπώνονται αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των διαρρήξεων ή των κατοικιών. Ο Κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε σε μία σύντομη είσοδο και άμεση αποχώρηση. Από τη νύχτα της 13.12.2025 μέχρι το απόγευμα της 15.12.2025 εισήλθε, εξήλθε και επανήλθε επανειλημμένα στην ίδια κατοικία, διανυκτέρευσε σε αυτήν και χρησιμοποίησε το σαλόνι, την κουζίνα, το λουτρό και τις λοιπές εγκαταστάσεις της. Αφαίρεσε, επιπλέον, τις εννέα δέσμες κλειδιών, με τον ομολογημένο σκοπό να μπορεί να εισέρχεται και να εξέρχεται ελεύθερα. Η συμπεριφορά αυτή προσέδωσε στην παράνομη είσοδο στοιχεία διάρκειας, ελέγχου και εξουσίασης επί ξένου ιδιωτικού χώρου. Ο Κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που προσιδίαζε σε άσκηση εξουσιών χρήσης και διάθεσης οι οποίες ανήκαν αποκλειστικά στους νόμιμους κατόχους της κατοικίας, παραγνωρίζοντας συνειδητά το δικαίωμά τους να καθορίζουν ποιος εισέρχεται, παραμένει και χρησιμοποιεί τον οικογενειακό τους χώρο. Η περίπτωση αυτή διαφοροποιείται ποιοτικά από μία σύντομη και αποκλειστικά κτητική εισβολή, κατά την οποία ο δράστης εισέρχεται, αφαιρεί άμεσα διαθέσιμη περιουσία και αποχωρεί. Κάθε διάρρηξη κατοικίας, ασφαλώς, συνιστά σοβαρή προσβολή της ιδιωτικότητας και του αισθήματος ασφάλειας, ανεξαρτήτως της ώρας τέλεσης και της αξίας της περιουσίας που αφαιρείται. Η διαφοροποίηση στην προκειμένη περίπτωση έγκειται στον συγκεκριμένο τρόπο δράσης και στην πρόσθετη μορφή θυματοποίησης που αυτός επέφερε. Οι ιδιοκτήτες δεν διαπίστωσαν απλώς ότι άγνωστο πρόσωπο είχε εισέλθει στιγμιαία στην κατοικία τους και αποχωρήσει. Διαπίστωσαν ότι είχε παραμείνει, κοιμηθεί, χρησιμοποιήσει τους πλέον ιδιωτικούς χώρους και εξασφαλίσει, μέσω της αφαίρεσης των κλειδιών, τη δυνατότητα επανόδου κατά βούληση. Η προσβολή δεν αφορούσε, επομένως, μόνο την παραβίαση της εισόδου, αλλά και την προσωρινή αποστέρηση του αποκλειστικού και ασφαλούς ελέγχου που οι νόμιμοι κάτοχοι δικαιούνται να ασκούν επί της κατοικίας τους. Η διαφορετική αυτή μορφή θυματοποίησης ήταν αντικειμενικά ικανή να προκαλέσει βαθύτερο και διαρκέστερο κλονισμό του αισθήματος οικιακής ασφάλειας. Η άμεση αντικατάσταση των κλειδαριών και η εγκατάσταση κάμερας ασφαλείας καταδεικνύουν, άλλωστε, την πραγματική διατάραξη της ασφαλούς και ομαλής χρήσης της κατοικίας. Η απουσία ιδίας στέγης αποτελεί προσωπική περίσταση που λαμβάνεται υπόψη υπέρ του Κατηγορούμενου και μπορεί να εξηγήσει, σε κάποιο βαθμό, την αρχική αναζήτηση καλυμμένου χώρου. Δεν εξηγεί, όμως, την εξέλιξη της συμπεριφοράς σε επανειλημμένη χρήση της κατοικίας, την αφαίρεση των κλειδιών για εξασφάλιση συνεχούς πρόσβασης και την κλοπή περιουσίας. Η στεγαστική ανάγκη δεν μπορούσε να θεμελιώσει οποιαδήποτε αντίληψη δικαιώματος επί ξένης κατοικίας ούτε να μειώσει την αντικειμενική απαξία της συνολικής συμπεριφοράς[7]. Ο σκοπός της διάρρηξης πραγματώθηκε πλήρως με την αφαίρεση περιουσίας συνολικής αξίας €4.400, περιλαμβανομένων οικιακών και προσωπικών αντικειμένων με ιδιαιτερότητες. Η περιουσία δεν ανακτήθηκε και η οικονομική ζημία των ιδιοκτητών παρέμεινε πλήρης. Η αναφορά στη νυχτερινή ώρα της αρχικής εισόδου, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, γίνεται μόνο ως πραγματική περίσταση του τρόπου προσέγγισης και επιλογής της κατοικίας και όχι ως μεταχείριση του Κατηγορούμενου ως καταδικασθέντος για το διαφορετικό και βαρύτερο αδίκημα της νυχτερινής διάρρηξης. Κατά τον καθορισμό της ποινής στην 1η Κατηγορία λαμβάνονται, επιπλέον, πλήρως υπόψη η πραγματωθείσα κλοπή της 2ης Κατηγορίας και η εγκληματικότητα της 3ης Κατηγορίας, για τις οποίες δεν επιβάλλονται χωριστές ποινές. Η ποινή αντανακλά, επομένως, το σύνολο του ενιαίου επεισοδίου και όχι μόνο την αρχική παράνομη είσοδο. Στη Housein υπήρχε, επίσης, παραδοχή των κατηγοριών, η οποία, έστω και καθυστερημένα, προσέδιδε στον εφεσίβλητο όφελος που δεν υφίσταται στην παρούσα υπόθεση. Η απουσία παραδοχής στην προκειμένη περίπτωση δεν λειτουργεί επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο, αλλά δεν του παρέχει την ουσιαστική έκπτωση που συνδέεται με την ανάληψη ευθύνης και την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, η ποινή των 24 μηνών φυλάκισης δεν αποτελεί αδικαιολόγητη υπέρβαση του ευρύτερου πλαισίου που μπορεί να αντληθεί από τη νομολογία για τέτοιας φύσης υποθέσεις ούτε έρχεται σε αντίθεση με τη συγκριτική ένδειξη της Housein. Αντανακλά την παρατεταμένη και επαναλαμβανόμενη χρήση της κατοικίας, την εξασφάλιση διαρκούς πρόσβασης, την ιδιαίτερη μορφή θυματοποίησης, την ολοκληρωμένη κλοπή και τη μη ανάκτηση της περιουσίας. Παραμένει, παράλληλα, σε σημαντική απόσταση από το ανώτατο όριο των 7 ετών.
Η 5η Κατηγορία και η 6η Κατηγορία αφορούν χωριστό επεισόδιο και περιουσία διαφορετικών δικαιούχων, η οποία είχε αφαιρεθεί από ιατρείο. Οι δύο κατηγορίες προέκυψαν, όμως, από την ίδια συναλλαγή και από την κοινή αποδοχή και κατακράτηση του φορητού υπολογιστή και των δύο φορτιστών. Ο τρόπος απόκτησης, η γνώση της κλοπιμαίας προέλευσης και η περίοδος κατακράτησης είναι κοινά πραγματικά στοιχεία. Για να αποφευχθεί η διπλή προσμέτρηση του ίδιου τρόπου δράσης, επιβάλλεται ποινή στην 5η Κατηγορία, κατά τον καθορισμό της οποίας λαμβάνεται υπόψη και η 6η Κατηγορία. Η αρμόζουσα ποινή στην 5η Κατηγορία καθορίζεται έχοντας υπόψη την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή (5 έτη/60 μήνες), τον προσδιορισμό της σοβαρότητας των αδικημάτων σε χαμηλό επίπεδο, και όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες στον μέγιστο δυνατό βαθμό, σε 5 μήνες φυλάκιση.
Η ποινή των 5 μηνών στην 5η Κατηγορία θα συντρέχει με την ποινή των 24 μηνών στην 1η Κατηγορία. Παρόλο που η κλεπταποδοχή αφορά διαφορετική περιουσία και διαφορετικούς παθόντες, η επιβολή διαδοχικής ποινής δεν είναι αναγκαία για την ορθή αποτύπωση της συνολικής εγκληματικότητας και θα οδηγούσε, υπό το σύνολο των περιστάσεων, σε δυσανάλογη συνολική ποινή.
Επιβάλλονται:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 24 μηνών.
2η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.
3η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.
5η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 5 μηνών, συντρέχουσα.
6η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.
Το άρθρο 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 προβλέπει ότι η ποινή αρχίζει κανονικά την ημέρα κατά την οποία διαβάζεται, αλλά μειώνεται, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, κατά τον χρόνο προφυλάκισης. Η ποινή θεωρείται ότι άρχισε να εκτίεται από τις 22.12.2025.
Έγινε εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τον περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο, Ν. 95/1972, ως έχει τροποποιηθεί. Εφόσον η επιβληθείσα ποινή δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, πληρούται η τυπική προϋπόθεση για εξέταση της αναστολής. Η πλήρωση, όμως, της προϋπόθεσης αυτής δεν δημιουργεί δικαίωμα ή τεκμήριο υπέρ της αναστολής. Το αποφασιστικό ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου και κατά πόσο η ποινή φέρουσα αναστολή θα εξακολουθούσε να αντανακλά την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και να εξυπηρετεί τους σκοπούς της ποινής[8].
Το Δικαστήριο επανεξέτασε, ειδικά για τους σκοπούς της αναστολής, την ηλικία του Κατηγορούμενου, την απουσία προηγούμενων καταδικών, την ιδιότητά του ως αιτών άσυλο, την επισφαλή εργασιακή και στεγαστική του κατάσταση και τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε. Οι περιστάσεις αυτές είναι σημαντικές, αλλά δεν υπερτερούν της αντικειμενικής σοβαρότητας της συμπεριφοράς και της ανάγκης άμεσης έκτισης της ποινής. Η εγκληματική δράση δεν περιορίστηκε σε μία στιγμιαία είσοδο χωρίς περαιτέρω συνέπειες. Περιλάμβανε επανειλημμένη είσοδο και χρήση της κατοικίας κατά το διάστημα από τη 13.12.2025 μέχρι και την 15.12.2025, αφαίρεση των κλειδιών για εξασφάλιση συνεχούς πρόσβασης, πραγματοποίηση κλοπής περιουσίας αξίας €4.400 που δεν ανακτήθηκε, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων και χωριστή κλεπταποδοχή περιουσίας από άλλο υποστατικό. Η αναστολή θα είχε ως πρακτικό αποτέλεσμα να τερματιστεί η περαιτέρω έκτιση μετά την πίστωση περίπου 6 μηνών προφυλάκισης. Τέτοια πραγματική στερητική της ελευθερίας συνέπεια δεν θα αντανακλούσε επαρκώς τη συνολική εγκληματικότητα, τη βλάβη που προκλήθηκε και την ανάγκη τιμωρίας και αποτροπής. Η εισήγηση για αναστολή απορρίπτεται και οι ποινές είναι άμεσα εκτελεστές.
Έξοδα €190 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο μετά την αποφυλάκισή του.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, για τους σκοπούς της διαδικασίας, μετά την τελεσιδικία, να επιστραφούν, μέσω της Κατηγορούσας Αρχής, στην Αστυνομία, για τις δικές της ενέργειες. Η βαλίτσα ώμου και το τσαντάκι να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο. Τα δύο φανάρια και τα δύο κατσαβίδια, να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Το σακούλι με τις 9 δέσμες κλειδιών, οι δύο φορτιστές τηλεφώνων και ο φορτιστής power bank να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Τυχόν ευρεθείσα κλοπιμαία περιουσία, να επιστραφεί στους νόμιμους δικαιούχους της.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.
[7] Βλ. και προσεγγίσεις της Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 146.
[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22, Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο