ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. D. A., Υπόθεση αρ. 6718 / 2019, 25/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. D. A., Υπόθεση αρ. 6718 / 2019, 25/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 6718 / 2019

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

D. A.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 25 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα) για την Κατηγορούσα Αρχή

Χρ. Αδάμου, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

[Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών. Δεν επιτρέπεται η δημοσίευση της απόφασης ή μέρους της, κατά τρόπο ώστε να παραπέμπει, άμεσα ή έμμεσα, στην ταυτότητα του ανηλίκου προσώπου]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(εκ πρώτης όψεως)

 

Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, σε μία κατηγορία, ότι κατά το καλοκαίρι του 2017, στη Λεμεσό, προκάλεσε ώστε παιδί, το οποίο δεν είχε φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, δηλαδή το πρόσωπο που κατονομάζεται, από τη Βουλγαρία, γεννηθείσα τον Ιούνιο του 2008, να γίνει μάρτυρας απεικόνισης σεξουαλικής κακοποίησης [σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού, άρθρα 2, 6(2) ν.91(Ι)/2014].

 

Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Προς απόδειξη της υπόθεσης παρουσιάστηκε η μαρτυρία του Λοχ. 1202 Κ. Ευγενίου (ΜΚ1), ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή κατάθεσή του, η οποία κατατέθηκε ως Τ1. Σύμφωνα με το Τ1, ο ΜΚ1 είναι μέλος της ανακριτικής ομάδας που διερευνά υποθέσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων και είναι ειδικά εκπαιδευμένος στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, καθώς και στη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης. Στις 18.1.2018 ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Την ίδια ημέρα παρέλαβε από την Υπ/μο Ε. Μιχαήλ τρεις ψηφιακούς δίσκους που περιείχαν την οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης παραπονούμενης (Τ2 και Τ4). Ακολούθως, αποσφράγισε τον ψηφιακό δίσκο με τα διακριτικά Π.Γ.3 και προέβη στην απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης (Τ3). Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, επανασφράγισε τον δίσκο με αστυνομική ταινία και υπέγραψε επί της σφράγισης. Την 1.2.2018 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τ11. Την ίδια ημέρα μετέβη στην οικία του Κατηγορούμενου, όπου διαπίστωσε ότι στον εξωτερικό τοίχο κοτετσιού, το οποίο βρισκόταν στην αυλή, υπήρχε πίνακας ζωγραφικής που απεικόνιζε ένα γυμνό ζευγάρι αγκαλιασμένο, χωρίς, ωστόσο, να διακρίνονται τα επίμαχα σημεία του σώματος ή να προκύπτει οποιοδήποτε σεξουαλικό υπονοούμενο. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ο συγκεκριμένος πίνακας βρισκόταν στο σημείο κατά την ημέρα της δικής του επίσκεψης, ήτοι αρκετούς μήνες μετά το περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκε η παραπονούμενη. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα κατά την οποία λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου και όχι στις 6.11.2018, όπως εκ παραδρομής αναφερόταν στην κατάθεσή του. Η αναφορά στην τελευταία αυτή ημερομηνία συνιστούσε, κατά τον ίδιο, τυπογραφικό λάθος. Ο ΜΚ1 δεν παρέλαβε τον πίνακα ούτε προέβη στη φωτογράφισή του, καθότι έκρινε ότι αυτός δεν είχε οποιοδήποτε σεξουαλικό περιεχόμενο και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε λόγος να καταστεί τεκμήριο. Έλαβε επίσης υπόψη ότι το υπό διερεύνηση περιστατικό φερόταν να είχε συμβεί αρκετούς μήνες προηγουμένως. Ο πίνακας βρισκόταν στην αυλή, ενώ δεν εξακριβώθηκε σε ποιον ανήκε, δεδομένου ότι στην οικία διέμεναν και άλλα πρόσωπα.

 

Στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της, η παραπονούμενη, ηλικίας τότε εννέα ετών, ανέφερε ότι «ένας μεγάλος της έκανε κακό». Ειδικότερα, κατέθεσε ότι, κατά το προηγούμενο καλοκαίρι, μετέβη μαζί με μία φίλη της σε γειτονική οικία, στην οποία διέμεναν τέσσερα πρόσωπα. Δεν γνώριζε για ποιον λόγο είχαν μεταβεί εκεί. Όταν έφθασαν στην οικία, ο άνδρας που βρισκόταν εκεί, ομοεθνής της από τη Συρία, είπε κάτι στο αφτί της φίλης της. Εκείνη απάντησε «εντάξει» και ακολούθως έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας την παραπονούμενη μόνη με τον συγκεκριμένο άνδρα. Ο άνδρας ζήτησε από την παραπονούμενη να μεταβεί στο περίπτερο για να του αγοράσει τσιγάρα. Παρότι η ίδια δεν επιθυμούσε να το πράξει, τελικά συμμορφώθηκε. Στη συνέχεια, της έδωσε ένα ευρώ και της ζήτησε να τον φιλήσει στο στόμα, υποδεικνύοντάς της το συγκεκριμένο σημείο. Η παραπονούμενη τότε έφυγε τρέχοντας. Ανέφερε, επίσης, ότι ο άνδρας είχε αφαιρέσει τη φανέλα του, όταν εκείνη επιχείρησε να του επιστρέψει τα χρήματα. Κατά την περιγραφή της, η ίδια βρισκόταν στον καναπέ και ο άνδρας στο κρεβάτι, ενώ ο χώρος ήταν μικρός και βρισκόταν σε μια μεγάλη αυλή. Αφού αποχώρησε, επέστρεψε στην οικία της κλαίγοντας, χωρίς να αναφέρει το περιστατικό σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Σε μεταγενέστερο χρόνο αποκάλυψε το συμβάν στη δασκάλα της. Περιέγραψε τον εν λόγω άνδρα και τον κατονόμασε. Η παραπονούμενη ανέφερε ακόμη ότι ο ίδιος άνδρας κοιτούσε την εικόνα μιας γυμνής γυναίκας, η οποία βρισκόταν σε χώρο για περιστέρια στην αυλή του. Ανέφερε, επίσης, ότι, όταν απουσίαζε η σύζυγός του, εκείνος τη φώναζε και τη ρωτούσε κατά πόσο ήθελε να πάει κοντά του. Ωστόσο, από το περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά ότι ο Κατηγορούμενος την προκάλεσε ή την εξανάγκασε να καταστεί μάρτυρας εικόνας σεξουαλικής κακοποίησης.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκαν οι καταθέσεις της Αστ. 303 Σ. Πιτσιλλίδου (Τ5), του Αστ. 3708 Π. Γεωργίου (Τ6) και της Υπ/μου Ε. Μιχαήλ (Τ7), οι οποίες αφορούν διαδικαστικής φύσεως ζητήματα. Εκ συμφώνου κατατέθηκε, επίσης, η κατάθεση της μητέρας της παραπονούμενης (Τ8). Σύμφωνα με το Τ8, τον Δεκέμβριο του 2017 και συγκεκριμένα κατά την τελευταία ημέρα λειτουργίας του σχολείου, η διευθύντρια τηλεφώνησε στη μητέρα της παραπονούμενης και την ενημέρωσε ότι η κόρη της έκλαιγε στο σχολείο και, όταν ρωτήθηκε σχετικά, ανέφερε ότι ένας «κακός άνθρωπος» είχε προσπαθήσει να τη φιλήσει. Όταν η μητέρα της τη ρώτησε τι είχε συμβεί, η παραπονούμενη της ανέφερε ότι, κατά το προηγούμενο καλοκαίρι, έπαιζε έξω με μία φίλη της, όταν τις φώναξε ο άνδρας που διέμενε στη γειτονική οικία, στο πίσω μέρος του σπιτιού τους. Οι δύο ανήλικες μετέβησαν στην αυλή της οικίας του. Εκεί, ο άνδρας είπε κάτι στο αφτί της φίλης της παραπονούμενης, με αποτέλεσμα εκείνη να αποχωρήσει. Στη συνέχεια, ο άνδρας ζήτησε από την παραπονούμενη να του φέρει κάτι, προσφέροντάς της ένα ευρώ. Η παραπονούμενη αρνήθηκε και τότε εκείνος της είπε ότι θα τη φιλούσε. Όταν τον ρώτησε γιατί, της ζήτησε να τον φιλήσει στα χείλη. Η παραπονούμενη έφυγε τρέχοντας, ενώ, σύμφωνα με όσα ανέφερε στη μητέρα της, ο άνδρας εκείνος της είπε να μην αποκαλύψει το περιστατικό σε κανέναν. Η μητέρα της κατέθεσε, περαιτέρω, ότι έκτοτε η παραπονούμενη έβλεπε εφιάλτες, στους οποίους ο συγκεκριμένος άνδρας την έπιανε στον δρόμο και τη φιλούσε. Ανέφερε, επίσης, ότι υπήρχε διαφωνία με τον εν λόγω άνδρα για ζήτημα που αφορούσε χώρο στάθμευσης και ότι η παραπονούμενη ουδέποτε είχε μεταβεί μόνη της στην οικία του. Στην κατάθεση της μητέρας της παραπονούμενης δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συμπεριφορά που να συνδέεται με την υπό κρίση κατηγορία, ήτοι με πρόκληση της ανήλικης να καταστεί μάρτυρας εικόνας σεξουαλικής κακοποίησης.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε, επίσης, η αναφορά που ετοιμάστηκε από το σχολείο σε σχέση με όσα αποκάλυψε η παραπονούμενη. Σύμφωνα με την αναφορά αυτή, η παραπονούμενη εξέφρασε ότι πρόσωπο που διέμενε σε γειτονική οικία της ζήτησε να τον φιλήσει στο στόμα, αφού προηγουμένως την είχε κεράσει σοκολάτα και την είχε στείλει στο περίπτερο για να αγοράσει τσιγάρα. Στην ίδια αναφορά καταγράφεται ότι στην αυλή του εν λόγω προσώπου υπήρχε κοτέτσι, στον τοίχο του οποίου βρισκόταν εικόνα γυμνής γυναίκας, την οποία εκείνος συνήθιζε να κοιτάζει. Καταγράφεται, επίσης, ότι σε κάποια περίπτωση πρότεινε στην παραπονούμενη να δει την εικόνα και ότι, όταν εκείνη την είδε, αισθάνθηκε ιδιαίτερα άβολα. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι, όταν ο γείτονας έβλεπε την παραπονούμενη να περνά από το σημείο, τη χαιρετούσε και τη ρωτούσε κατά πόσο ήθελε να μεταβεί κοντά του, συνήθως όταν απουσίαζε η σύζυγός του από την οικία.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε, ακόμη, η έκθεση της κλινικής ψυχολόγου, ημερομηνίας 17.9.2018 (Τ10). Στην έκθεση καταγράφονται όσα η μητέρα της παραπονούμενης μετέφερε στην ψυχολόγο, όπως της είχαν αναφερθεί από την παραπονούμενη, καθώς και οι παρατηρήσεις της ψυχολόγου από τις ατομικές συναντήσεις της με την ανήλικη. Κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης συνάντησης, η παραπονούμενη ανέφερε στην ψυχολόγο ότι η αδελφή της τής είχε υποδείξει να επιστρέψει το ποσό του ενός ευρώ στον άνδρα που της είχε ζητήσει να τον φιλήσει. Όταν μετέβη στην αυλή του για να του επιστρέψει το ποσό, είδε φωτογραφίες γυμνών γυναικών, φοβήθηκε και έφυγε τρέχοντας. Επειδή δεν κατάφερε να εντοπίσει τον άνδρα, παρέδωσε τελικά το ένα ευρώ στη φίλη της. Ούτε στην έκθεση της ψυχολόγου καταγράφεται οποιαδήποτε αναφορά ότι η παραπονούμενη προκλήθηκε να καταστεί μάρτυρας εικόνας σεξουαλικής κακοποίησης. Τα συμπεράσματα της ψυχολόγου δεν συνιστούν διάγνωση ούτε τοποθέτηση ως προς το κατά πόσο η παραπονούμενη έλεγε την αλήθεια. Η ψυχολόγος διαπίστωσε ότι η ανήλικη διακατεχόταν από έντονη ψυχική αναστάτωση, άγχος και θλίψη. Κατά την εκτίμησή της, η απόκρυψη για μεγάλο χρονικό διάστημα του περιστατικού που αφορούσε το φιλί φαίνεται να προκάλεσε στην παραπονούμενη έντονα συναισθήματα ενοχής, ντροπής, φόβου και ανασφάλειας, καθώς και περαιτέρω συμπτώματα που παρέπεμπαν σε μετατραυματικό στρες. Διαπιστώθηκαν, επίσης, δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις της παραπονούμενης με τους γονείς της, δυσπιστία και φόβος έναντι του πατέρα της, καθώς και εξάρτηση, αμφιθυμικά συναισθήματα και αντιζηλία έναντι της μητέρας της. Παράλληλα, τέθηκε ζήτημα έλλειψης εμπιστοσύνης και προς τους δύο γονείς. Η ψυχολόγος κατέληξε ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε συναισθηματική ανωριμότητα και ευαλωτότητα, καθώς και χαμηλή αυτοεικόνα και αυτοεκτίμηση. Τα χαρακτηριστικά αυτά, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή, κατά την εκτίμησή της, γονική επιτήρηση των δραστηριοτήτων της ανήλικης, ενδέχετο να την καθιστούν περισσότερο εκτεθειμένη σε κίνδυνο.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, ημερομηνίας 1.2.2018, ως Τ11. Σε αυτήν, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι συχνά έβλεπε την παραπονούμενη και τη φίλη της στην αυλή του και τις επέπληττε, ζητώντας τους να αποχωρήσουν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, λίγο καιρό προηγουμένως, είχε προκύψει προστριβή με τον πατέρα της παραπονούμενης σε σχέση με χώρο στάθμευσης, με αποτέλεσμα έκτοτε να διακοπεί η μεταξύ τους επικοινωνία. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι συνέβη το περιστατικό που περιέγραψε η ανήλικη. Ειδικότερα, αρνήθηκε ότι της ζήτησε είτε να του αγοράσει τσιγάρα είτε να τον φιλήσει στο στόμα. Ως προς το πώς η παραπονούμενη γνώριζε ότι κάπνιζε, ανέφερε ότι, σε κάποια περίπτωση κατά την οποία βρισκόταν στην οικία Σύρου γείτονά του, είχε ζητήσει από την κόρη εκείνου, η οποία ήταν φίλη της παραπονούμενης, να του αγοράσει τσιγάρα, ενώ παρούσα ήταν και η παραπονούμενη. Κατά τη θέση του, η καταγγελία εναντίον του υποβλήθηκε επειδή κάποιοι επιθυμούσαν την απομάκρυνσή του από την περιοχή.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε, επίσης, ως Τ12, η κατάθεση της μητέρας της φίλης της παραπονούμενης, ημερομηνίας 26.1.2018. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Πρόσθεσε ότι δεν επιθυμούσε η κόρη της να συναναστρέφεται την παραπονούμενη, καθότι τη θεωρούσε κακή επιρροή, ενώ, όπως ανέφερε, είχε ακουστεί ότι η παραπονούμενη ενδεχομένως να έκλεβε και να προέβαινε σε αταξίες.

 

Με βάση την προαναφερθείσα μαρτυρία, υποβλήθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης εισήγηση δυνάμει του άρθρου 74(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, ώστε αυτός να κληθεί να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

Αμφότερες οι πλευρές ανέπτυξαν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο έλαβε υπόψη το σύνολο των σχετικών αγορεύσεων στην πλήρη τους έκταση.

 

Κατά κανόνα, δεν αποφασίζεται ενοχή ή αθωότητα πριν να ολοκληρωθεί η παρουσίαση όλης της μαρτυρίας της υπόθεσης. Εξαίρεση υπάρχει μόνον όταν η υπόθεση «καταρρέει» ήδη στο ενδιάμεσο στάδιο. Αυτό συμβαίνει σε δύο περιπτώσεις: (α) όταν, ακόμη κι αν όλα όσα λέει η Κατηγορούσα Αρχή είναι σωστά, δεν προκύπτει αδίκημα γιατί λείπει κάποιο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ή (β) όταν η μαρτυρία είναι αντινομική ή τόσο αντιφατική και αδύναμη που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν για καταδίκη. Η προσέγγιση είναι αυστηρά αντικειμενική και γίνεται σε δύο βήματα. Πρώτα εξετάζεται αν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σημαντικό είναι να λεχθεί πως, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν «ζυγίζει» την αξιοπιστία της μαρτυρίας, αλλά την κοιτάζει μόνο επιφανειακά («στην όψη της»). Ακόμη και όταν υπάρχει μαρτυρία που καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, η δίκη μπορεί να σταματήσει μόνον αν τα προβλήματά της είναι τόσο προφανή και σοβαρά, ώστε κανένα Δικαστήριο να μπορούσε αργότερα να τα παρακάμψει. Το βασικό ερώτημα είναι απλό, κατά πόσο αν ληφθεί η μαρτυρία στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της, θα μπορούσε ένα λογικό Δικαστήριο να καταδικάσει. Αν ναι, η δίκη συνεχίζεται. Αν όχι, σταματά. Γι’ αυτό, ζητήματα όπως μικρές αντιφάσεις ή αμφιβολίες για την αξιοπιστία των μαρτύρων δεν αρκούν για διακοπή. Η διακοπή δικαιολογείται μόνον όταν η μαρτυρία είναι τόσο αδύναμη που δεν στηρίζει ούτε καν μια εκ πρώτης όψεως υπόθεση, πόσω μάλλον απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αν δεν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει όλα τα στοιχεία του αδικήματος ή αν αυτή έχει καταρρεύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να σταθεί, το Δικαστήριο οφείλει να σταματήσει τη δίκη, στη βάση της λογικής πως ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να «διορθώσει» ή να ενισχύσει τις αδυναμίες της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται συνοπτικά, χωρίς λεπτομερή ανάλυση της μαρτυρίας[1].

 

Η κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 2 και 6(2) του Ν. 91(Ι)/2014. Κατά το άρθρο 6(2), διαπράττει το αδίκημα όποιος προκαλεί ώστε παιδί, το οποίο δεν έχει φθάσει στην ηλικία συναίνεσης, να γίνει μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης ή απεικόνισης σεξουαλικής κακοποίησης, ακόμη και αν το παιδί δεν συμμετέχει σε αυτή.

 

Από τη διατύπωση της διάταξης προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της συγκεκριμένης κατηγορίας, πρέπει να υπάρχει μαρτυρία ικανή να καταδείξει:

 

(α) ότι το πρόσωπο που εκτέθηκε στην επίδικη απεικόνιση ήταν παιδί κάτω της ηλικίας συναίνεσης·

(β) ότι υπήρχε πράγματι απεικόνιση σεξουαλικής κακοποίησης·

(γ) ότι το παιδί έγινε μάρτυρας, δηλαδή είδε, την εν λόγω απεικόνιση· και

(δ) ότι η θέαση της απεικόνισης προκλήθηκε από συγκεκριμένη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου.

 

Η χρήση του ρήματος «προκαλεί» απαιτεί κάτι περισσότερο από την απλή ύπαρξη μιας εικόνας σε χώρο στον οποίο εισήλθε το παιδί. Απαιτείται μαρτυρία που να συνδέει τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου με τη θέαση της συγκεκριμένης απεικόνισης από το παιδί.

 

Η παραπονούμενη γεννήθηκε τον Ιούνιο του 2008, ενώ το επίδικο περιστατικό τοποθετείται κατά το καλοκαίρι του 2017. Ήταν, επομένως, ηλικίας εννέα ετών και σαφώς κάτω από την ηλικία συναίνεσης των δεκαεπτά ετών. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος καλύπτεται από τη μαρτυρία και δεν αποτελεί αντικείμενο πραγματικής αμφισβήτησης.

 

Η μαρτυρία ως προς τον τρόπο με τον οποίο η παραπονούμενη φέρεται να είδε την εικόνα δεν είναι ενιαία. Στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της, η παραπονούμενη δεν ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της επέδειξε κάποια εικόνα ή ότι την προέτρεψε να τη δει. Ανέφερε ότι εκείνος κοιτούσε εικόνα γυμνής γυναίκας σε χώρο για περιστέρια και ότι, όταν απουσίαζε η σύζυγός του, τη φώναζε να πάει εκεί. Δεν συνέδεσε, όμως, τη σχετική πρόσκληση με τη θέαση της εικόνας ούτε περιέγραψε περιστατικό κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος την οδήγησε ή την παρότρυνε να την παρατηρήσει. Στην έκθεση της κλινικής ψυχολόγου καταγράφεται άλλη εκδοχή. Σύμφωνα με αυτή, η παραπονούμενη μετέβη στην αυλή για να επιστρέψει το ένα ευρώ και εκεί είδε φωτογραφίες γυμνών κοριτσιών ή γυναικών, φοβήθηκε και αποχώρησε. Από την εκδοχή αυτή δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν παρών ούτε ότι με οποιαδήποτε ενέργειά του προκάλεσε τη θέαση των φωτογραφιών. Μόνο στην αναφορά του σχολείου καταγράφεται ότι ο γείτονας πρότεινε κάποια ημέρα στην παραπονούμενη να δει την εικόνα και ότι εκείνη, όταν την είδε, αισθάνθηκε άβολα. Η αναφορά αυτή παρέχει, εφόσον ληφθεί στην ευνοϊκότερη για την Κατηγορούσα Αρχή εκδοχή της, κάποια μαρτυρία τόσο ως προς τη θέαση της εικόνας όσο και ως προς την πρόκληση της θέασής της από τον Κατηγορούμενο. Στο παρόν στάδιο δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να επιλύσει οριστικά τις διαφοροποιήσεις μεταξύ της οπτικογραφημένης κατάθεσης, της αναφοράς του σχολείου και της έκθεσης της ψυχολόγου ούτε να προβεί σε τελική κρίση ως προς την αξιοπιστία ή την αποδεικτική βαρύτητα καθεμιάς. Για τους σκοπούς της εκ πρώτης όψεως εξέτασης, μπορεί να θεωρηθεί, υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, ότι υπάρχει κάποια μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο Κατηγορούμενος πρότεινε στην παραπονούμενη να δει την εικόνα και ότι εκείνη πράγματι την είδε. Παραμένει ωστόσο αναγκαίο να υπάρχει και μαρτυρία ότι η εικόνα που είδε η παραπονούμενη αποτελούσε απεικόνιση σεξουαλικής κακοποίησης.

 

Ως προς τη φύση και το περιεχόμενο της επίδικης εικόνας, εκεί είναι που εντοπίζεται το ουσιώδες κενό στην υπόθεση, όπως ορθά υπέδειξε η Υπεράσπιση. Η εικόνα περιγράφεται από την παραπονούμενη ως εικόνα «γυμνής γυναίκας», στην αναφορά του σχολείου επίσης ως εικόνα γυμνής γυναίκας, και στην έκθεση της ψυχολόγου ως φωτογραφίες με γυμνά κορίτσια ή γυναίκες. Καμία από τις πιο πάνω περιγραφές περιέχει αναφορά σε σεξουαλική πράξη, κακοποίηση, βία, εξαναγκασμό, εκμετάλλευση ή σε οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι η απεικόνιση αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση. Η γυμνότητα, αφ’ εαυτής, δεν συνιστά σεξουαλική κακοποίηση. Κατά συνέπεια, η απλή αναφορά σε εικόνα γυμνού προσώπου, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω περιγραφή του περιεχομένου, της στάσης, της πράξης ή των περιστάσεων που απεικονίζονται, δεν αρκεί για να αποδείξει το ειδικό αντικείμενο που απαιτεί το άρθρο 6(2). Η θέση αυτή ενισχύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ1, του μόνου μάρτυρα που είδε προσωπικά τον πίνακα που βρισκόταν στον χώρο. Ο ΜΚ1 περιέγραψε πίνακα στον οποίο απεικονιζόταν γυμνό ζευγάρι αγκαλιασμένο, χωρίς να διακρίνονται τα επίμαχα σημεία και χωρίς, κατά την αντίληψή του, οποιοδήποτε σεξουαλικό υπονοούμενο. Ακριβώς λόγω του περιεχομένου αυτού δεν θεώρησε αναγκαίο να φωτογραφίσει τον πίνακα ή να τον παραλάβει ως τεκμήριο. Βεβαίως, ο πίνακας τον οποίο είδε ο ΜΚ1 εντοπίστηκε αρκετούς μήνες μετά το φερόμενο περιστατικό και δεν μπορεί να θεωρηθεί με βεβαιότητα ότι ήταν το ίδιο αντικείμενο στο οποίο αναφερόταν η παραπονούμενη. Η αβεβαιότητα αυτή, όμως, δεν ενισχύει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Αντιθέτως, αναδεικνύει ότι δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε η ίδια η επίδικη εικόνα ούτε φωτογραφική αποτύπωσή της ούτε επαρκής περιγραφή του περιεχομένου της. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει ότι μια εικόνα γυμνού προσώπου απεικόνιζε σεξουαλική κακοποίηση, όταν τέτοιο περιεχόμενο δεν προκύπτει από οποιαδήποτε μαρτυρία. Τέτοιο συμπέρασμα δεν θα συνιστούσε εύλογη συναγωγή από αποδεδειγμένα γεγονότα, αλλά συμπλήρωση με εικασία ενός ελλείποντος συστατικού στοιχείου. Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, η νομοθετική διατύπωση. Το άρθρο 6(2) δεν ποινικοποιεί γενικά την έκθεση παιδιού σε γυμνό ή σε εικόνα που ενδεχομένως του προκαλεί αμηχανία. Απαιτεί η εικόνα να αποτελεί απεικόνιση σεξουαλικής κακοποίησης. Η συγκεκριμένη και αυστηρότερη αυτή έννοια δεν μπορεί να εξομοιωθεί με οποιαδήποτε εικόνα γυμνού σώματος. Ομοίως, το γεγονός ότι η παραπονούμενη φέρεται να αισθάνθηκε άβολα, να φοβήθηκε ή να αποχώρησε από τον χώρο δεν συνιστά μαρτυρία για τη φύση του αντικειμένου που είδε. Η συναισθηματική αντίδραση του παιδιού είναι δυνατόν να αποτελεί σχετικό πραγματικό δεδομένο, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την απαιτούμενη μαρτυρία ως προς το αντικειμενικό περιεχόμενο της εικόνας.

 

Η μαρτυρία που αφορά την αποστολή της παραπονούμενης στο περίπτερο για αγορά τσιγάρων, την προσφορά του ενός ευρώ και την προτροπή να φιλήσει τον Κατηγορούμενο στο στόμα αφορά διαφορετική συμπεριφορά. Ανεξάρτητα από τη σοβαρότητα ή τον ενδεχόμενο χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς αυτής, δεν αποδεικνύει ότι η εικόνα την οποία φέρεται να είδε η παραπονούμενη αποτελούσε απεικόνιση σεξουαλικής κακοποίησης. Ούτε μπορεί η μαρτυρία για το φερόμενο αίτημα για φιλί να χρησιμοποιηθεί για να προσδώσει αναδρομικά σεξουαλικό ή κακοποιητικό περιεχόμενο σε μια εικόνα της οποίας το πραγματικό περιεχόμενο δεν περιγράφηκε. Η ενδεχόμενη ύπαρξη μαρτυρίας για άλλη επιλήψιμη συμπεριφορά δεν θεραπεύει την απουσία μαρτυρίας για ουσιώδες στοιχείο της συγκεκριμένης κατηγορίας.

 

Η αδυναμία της υπόθεσης δεν περιορίζεται σε αντιφάσεις ή σε ζητήματα αξιοπιστίας, τα οποία θα έπρεπε να αφεθούν για τελική αξιολόγηση μετά την ολοκλήρωση της δίκης. Το πρόβλημα είναι προγενέστερο και ουσιαστικό. Δεν υπάρχει μαρτυρία ικανή να καταδείξει ότι η επίδικη εικόνα αποτελούσε απεικόνιση σεξουαλικής κακοποίησης. Ακόμη και αν ληφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής στην υψηλότερη δυνατή εκδοχή της και θεωρηθεί ότι ο Κατηγορούμενος πρότεινε στην παραπονούμενη να δει την εικόνα, και η παραπονούμενη πράγματι την είδε, το μόνο που προκύπτει ως προς το περιεχόμενό της είναι ότι επρόκειτο για εικόνα γυμνής γυναίκας, γυμνών γυναικών ή γυμνού ζεύγους. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι απεικονιζόταν πράξη σεξουαλικής κακοποίησης. Το ελλείπον στοιχείο δεν μπορεί να συμπληρωθεί από την απολογία του Κατηγορουμένου, ούτε ο Κατηγορούμενος μπορεί να κληθεί να απαντήσει σε υπόθεση η οποία, ακόμη και στην ευνοϊκότερη για την Κατηγορούσα Αρχή εκδοχή της, δεν καλύπτει την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Δεν παρίσταται, ως εκ τούτου, αναγκαίο να εξεταστούν περαιτέρω ζητήματα, περιλαμβανομένης της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος ή της τελικής αξιοπιστίας των διαφορετικών εκδοχών. Η απουσία μαρτυρίας ως προς τη φύση της απεικόνισης είναι από μόνη της καταληκτική.

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για το αδίκημα του άρθρου 6(2) του Ν. 91(Ι)/2014, στο οποίο αφορά η 1η Κατηγορία και η μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η εισήγηση της Υπεράσπισης γίνεται αποδεκτή. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 



[1] Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο