ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2369/2023
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
Κ.Ν.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου
Για τον Κατηγορούμενο: παρίσταται αυτοπροσώπως.
Κατηγορούμενος παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
[Ι] Εισαγωγή
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα για το αδίκημα της κοινής επίθεσης (1η και 2η κατηγορία) και της άσκησης ψυχολογικής βίας (2η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι την 26.10.2022 στην Κυπερούντα της επαρχίας Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε παράνομα κατά της συμβίας του, Μ.Α., και ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της παραπονούμενης ή της προκάλεσε πραγματικό φόβο. Αποδίδεται περαιτέρω στον κατηγορούμενο, ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, παράνομα επιτέθηκε κατά της ανήλικης θυγατέρας του, Α.Α.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, τον κάλεσε σε απολογία.
Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα.
[ΙΙ] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία
Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]
Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής
Μ.Α. (στο εξής η «ΜΚ1»)
Η ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Σε αυτήν περιγράφει τη σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο, από την οποία απέκτησαν μία κόρη, την οποία ωστόσο ο κατηγορούμενος δεν ήθελε. Με την πάροδο του χρόνου και αφού αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι ο πατέρας του παιδιού, μετά τη διεξαγωγή τεστ πατρότητας, εκδόθηκαν διατάγματα διατροφής και επικοινωνίας σε σχέση με το παιδί τους. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος δεν τηρούσε σωστά το διάταγμα επικοινωνίας, με αποτέλεσμα να τον καταγγέλλει στην Αστυνομία για παρακοή διατάγματος.
Την 26.10.2022 γύρω στις 20:00, ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της για να παραδώσει την ανήλικη κόρη τους, η οποία καθόταν στο αυτοκίνητο και κρατούσε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου. Μόλις η ΜΚ1 είπε στον κατηγορούμενο να κατεβάσει το παιδί, αυτός άρπαξε με δύναμη το κινητό τηλέφωνο από τα χέρια της ανήλικης, την έπιασε πάνω του, την κουνούσε μπροστά – πίσω ενώ την κρατούσε ψηλά και την άφησε στη μέση του δρόμου. Τότε, η ΜΚ1 έπαθε πανικό καθώς νόμισε ότι θα πατήσει κάποιο αυτοκίνητο το παιδί και άρχισε να φωνάζει προς τον κατηγορούμενο, ο οποίος την πλησίασε και την τράβηξε από το χέρι. Αμέσως η ΜΚ1 αντέδρασε και τον έσπρωξε προς τα πίσω, λέγοντάς του να μην την σπρώχνει μπροστά στο παιδί της και ο κατηγορούμενος θύμωσε και επιχείρησε να τη χτυπήσει με μπουνιά. Ωστόσο, μπήκε μπροστά η μητέρα της, Ε.Α. η οποία δέχθηκε τη μπουνιά στην κοιλιά, ενώ επενέβη και ο πατέρας της, ο οποίος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να αποχωρήσει από το μέρος.
Στην δεύτερη της κατάθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, η ΜΚ1 δίδει τη συγκατάθεσή της όπως το παιδί παραπεμφθεί σε ψυχολογική εξέταση από παιδοψυχολόγο και όπως ληφθεί από αυτήν οπτικογραφημένη κατάθεση εάν χρειαστεί.
Επιπρόσθετα, κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν υπάρχει κατηγορία για επίθεση κατά της μητέρας της, ως αναφέρεται στην κατάθεση, ενώ αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή της.
Η ΜΚ1 αναφέρθηκε περαιτέρω σε διάφορα περιστατικά που επισυνέβησαν μεταξύ της ιδίας και του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν ήθελε ως ανέφερε να κρατήσουν το παιδί, ενώ περιγράφοντας τα όσα έλαβαν χώρα την 26.10.2022, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος καθυστέρησε να επιστρέψει με το παιδί και κάλεσαν τηλεφωνικώς την Αστυνομία.
Ερωτηθείσα πως ένιωσε από το όλο περιστατικό, η ΜΚ1 ανέφερε ότι ήθελε να προστατεύσει το παιδί της και ότι παρακαλούσε να μην πάθει κάτι. Ανέφερε επίσης ότι το παιδί στη συνέχεια παρακολουθείτο στο Σπίτι του Παιδιού, όπου έγιναν τέσσερις συναντήσεις, ότι δυσκολεύεται να κοιμηθεί, κάνει εμετούς και παρακολουθεί το παράθυρο, επειδή νομίζει ότι θα την πάρει ο πατέρας της, με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να διανυκτερεύει σε θείους της.
Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν φώναξε βοήθεια, στο μέρος πήγαν αρκετά άτομα, περιλαμβανομένων των γονέων και των θείων της. Ερωτηθείσα εάν το παιδί μεγαλώνει σε άλλο σπίτι και αν το έδωσε, η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν το έδωσε, ωστόσο από το επίδικο συμβάν, οι θείοι της προθυμοποιήθηκαν να τη βοηθούν με τη ψυχολογία του παιδιού λόγω των πολλών προβλημάτων που προκάλεσε η συμπεριφορά του κατηγορουμένου.
Ερωτηθείσα εάν το παιδί έπαθε οτιδήποτε την ημέρα που κατ’ ισχυρισμό το πέταξε στο έδαφος ο κατηγορούμενος, η ΜΚ1 απάντησε ότι είχε μικρούς μώλωπες, αλλά προτίμησαν να μην πάνε νοσοκομείο για να μην γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Ούτε και η μητέρα της, που δέχθηκε τη μπουνιά, ήθελε να επισκεφτεί νοσοκομείο, για να μην αντιμετωπίσουν κάποια απειλή από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήδη ζητούσε από το σχολείο να πάρει το παιδί.
Ερωτηθείσα εάν το διάταγμα επικοινωνίας εφαρμοζόταν, η ΜΚ1 απάντησε διερωτώμενη εάν εφαρμοζόταν το ωράριο του διατάγματος.
Ε.Α. (στο εξής η «ΜΚ2»)
Στη γραπτή της κατάθεση, την οποία η ΜΚ2 αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, αναφέρεται ότι την 26.10.2022 ο κατηγορούμενος πήρε το παιδί της κόρης της βάσει δικαστικού διατάγματος περί τις 14:40 και έπρεπε να το επιστρέψει στις 18:30. Περί τις 19:30, ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε και ανησύχησαν, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να τον παίρνουν τηλέφωνο, ωστόσο αυτός δεν απαντούσε.
Περί τις 20:10, είδε από το παράθυρο τον κατηγορούμενο να σταθμεύει το όχημά του και την κόρη της να βγαίνει από το σπίτι για να παραλάβει το μωρό. Σε κάποια φάση τους είδε να συζητούν και τον κατηγορούμενο να παίρνει με τα χέρια του το παιδί, να το σηκώνει ψηλά και να το κουνάει και να το αφήνει με βίαιο τρόπο μέσα στον δρόμο και την κόρη της να πανικοβάλλεται και να αρχίζει να φωνάζει. Η ΜΚ2 φοβήθηκε και πήγε κοντά να δει τι συμβαίνει, όταν αντίκρυσε τον κατηγορούμενο εξαγριωμένο να φωνάζει και να έχει επιθετικές διαθέσεις. Σε κάποια φάση πήγε να χτυπήσει με μπουνιά την κόρη της και χωρίς να καταλάβει τι έγινε, έδωσε τη μπουνιά σε αυτήν στην κοιλιά και παρόλο που πόνεσε, δεν πήγε στο νοσοκομείο. Ο κατηγορούμενος αποχώρησε μετά την παρέμβαση του συζύγου της ΜΚ2.
Ως περαιτέρω ανέφερε η ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέτασή της, δεν καταχωρίστηκε υπόθεση για τη μπουνιά που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο, τον οποίο αναγνώρισε ως το πρόσωπο στο οποίο έκανε αναφορά στην κατάθεσή της. Ανέφερε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος έβγαλε τα γυαλιά του και ξεκίνησε τις μπουνιές, ενώ το μωρό βρισκόταν στο έδαφος και έκλαιγε.
Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2 αναπαρέστησε τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος κούνησε και πέταξε το παιδί, ενώ ως υπέδειξε, στη σκηνή πήγαν και άλλα άτομα τα οποία άκουσαν τις φωνές της κόρης της. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι δεν είδε αν το παιδί βρισκόταν σε καρεκλάκι, υπέδειξε δε, ότι όταν η κόρη της ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί άργησε και δεν απαντούσε το τηλέφωνο, αυτός νευρίασε, κούνησε το παιδί και το πέταξε στον δρόμο. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι όταν είπε στον κατηγορούμενο να αφήσει το παιδί να φύγει διότι έκλαιγε, ο κατηγορούμενος έβγαλε το σακάκι και τα γυαλιά του και ξεκίνησε να δίνει μπουνιές, επισημαίνοντας ότι έδωσε τρεις μπουνιές στην ίδια.
Ερωτηθείσα εάν το παιδί έπαθε οτιδήποτε αφού το πέταξε στον δρόμο, η ΜΚ2 απάντησε ότι επρόκειτο για κύριο δρόμο και ότι κάτι έπαθε το ποδαράκι του, ενώ ανέφερε ότι πλέον το παιδί ζει με τους θείους του καθώς ζήτησε το ίδιο βοήθεια μετά το περιστατικό, λόγω φόβου.
Αστ. 3154 Γ.Α. (στο εξής ο «ΜΚ3»)
Ο ΜΚ3 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Κλιμάκιο Διερεύνησης Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Λεμεσού. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 22.11.2022 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κώστα Νεοφύτου σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση εναντίον του.
Επιπρόσθετα, ο ΜΚ3 κατέθεσε ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα, την ανακριτική κατάθεση την οποία έλαβε από τον κατηγορούμενο και τη γραπτή κατηγορία. Στην εν λόγω ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος αρνείται τη διάπραξη των αδικημάτων και παραθέτει τους δικούς του ισχυρισμούς.
Ως ο ΜΚ3 ανέφερε, τα αδικήματα διαπράχθηκαν την 26.10.2022 και αρχικά η υπόθεση στάλθηκε στη Λευκωσία, πιθανώς λόγω του τόπου διαμονής των παραπονούμενων και στη συνέχεια ο φάκελος στάλθηκε κοντά τους. Ο ΜΚ3 ανέφερε επιπρόσθετα, ότι αναφορικά με την αναφερόμενη επίθεση που δέχθηκε η μητέρα της πρώην συμβίας του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 3), ενημερώθηκε ο τοπικός Αστυνομικός Σταθμός Καλού Χωριού και συνέχισε τη διερεύνηση ως προς το συγκεκριμένο παράπονο.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι για την υπόθεση έγινε διερεύνηση όπως γίνεται πάντα από την Αστυνομία, οι δε καταθέσεις που συνελέχθησαν, αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης. Ερωτηθείς εάν υπήρχαν άλλα άτομα παρόντα κατά το επίδικο περιστατικό, ο ΜΚ3 απάντησε ότι έγιναν ενέργειες σε σχέση με όσους μάρτυρες αναφέρθηκαν, ενώ στην υποβολή ότι στο μέρος υπήρχαν 50 πρόσωπα και συνεπώς ήταν εύκολο για την Αστυνομία να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος έπραξε τα όσα του αποδίδονται, εκτός από τους συγγενείς που είχαν κίνητρο, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε 50 άτομα, ενώ αρνήθηκε ότι η γιαγιά του παιδιού αναφέρθηκε σε τέτοιο αριθμό ατόμων.
Ο ΜΚ3 ανέφερε επίσης ότι δεν ήταν ενήμερος αναφορικά με το κατά πόσο το παιδί του κατηγορουμένου μεγάλωνε με άλλη οικογένεια, υπέδειξε δε, ότι δεν θα μπορούσε να λαμβάνει τέτοια γνώση, σε περίπτωση που υποβάλλοντο καταγγελίες ή διδόταν τέτοια πληροφόρηση στην Αστυνομία του Αγρού, καθώς τέτοια ζητήματα δεν ενέπιπταν στην αρμοδιότητα του Κλιμακίου.
Ήταν περαιτέρω η θέση του ΜΚ3 ότι έγινε αρκετά καλή δουλειά, ενόψει μάλιστα του ότι υπάρχουν ανήλικα, καθώς από πλευράς τους απέστειλαν σχετικές επιστολές και η ανήλικη παραπέμφθηκε και στις υπηρεσίες ψυχολογικής αξιολόγησης.
Μαρτυρία Υπεράσπισης
Από πλευράς υπεράσπισης, κατέθεσε ενόρκως μόνο ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέρθηκε λεπτομερώς στο πως εκτυλίχθηκε το επίδικο περιστατικό.
Ως ανέφερε, ενόψει του ότι είχε καθυστερήσει να επιστρέψει το παιδί στη μητέρα του, λόγω του ότι έπαιζε και περνούσαν ωραία, άρχισαν να τον καλούν τηλεφωνικώς συνέχεια και σε κάποια φάση έβαλε την κόρη του να απαντήσει το τηλέφωνο για να τους πει ότι θα επιστρέψει. Όταν έφτασαν στο σπίτι όπου διαμένει η μητέρα και η γιαγιά του παιδιού, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, άκουσε τη μητέρα του παιδιού να φωνάζει και στη συνέχεια στο μέρος έφτασε η μητέρα της, φωνάζοντας προς το μέρος του. Περαιτέρω, στο σημείο πήγαν διάφορα πρόσωπα, όπως η νονά της κόρης του που την μεγαλώνει και ως επεσήμανε, παρόλο που συνήθως φεύγει και δεν αντιδρά, εκείνη την ημέρα δεν άντεξε και έβαλε τις φωνές.
Έπειτα ο κατηγορούμενος αναπαρέστησε τον τρόπο με τον οποίο παραμέρισε με τα χέρια του τη μητέρα και τη γιαγιά του παιδιού για να πάει προς τους άντρες, έβγαλε το σακάκι και τα γυαλιά που φορούσε και τους είπε «ελάτε σκοτώστε με» ή κάτι παρόμοιο. Ωστόσο, δεν έγινε οτιδήποτε άλλο και αποχώρησε από το μέρος, αρνούμενος ότι τίναξε το παιδί στον αέρα.
Ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε επίσης λεπτομερώς στο πως έμαθε από τον περίγυρο της μητέρας του παιδιού του ότι το παιδί μεγαλώνει με άλλη οικογένεια από την ηλικία των δύο ετών, καθώς δεν ήταν καλά, επισημαίνοντας ότι ξεκίνησε συναντήσεις με δικηγόρους για το θέμα, ενώ κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την Αίτηση που υπέβαλε στο Οικογενειακό Δικαστήριο αναφορικά με τη γονική μέριμνα του παιδιού, το οποίο κατάφερε να δει πριν από τρία χρόνια στο Δικαστήριο.
Ήταν η θέση του κατηγορουμένου, ότι η καταγγελία έγινε εκδικητικά, καθώς εκκρεμούν πολλές υποθέσεις μεταξύ τους και αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζονται.
Αντεξεταζόμενος, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι κατά την ημέρα του επίδικου συμβάντος δεν ειδοποίησε ούτε τη μητέρα ούτε τη γιαγιά της κόρης του ότι θα καθυστερούσε, καθώς δεν έχει επικοινωνία μαζί τους, ενώ υπέδειξε ότι η αγωνία τους οφειλόταν στον φόβο τους ότι δεν θα επέστρεφε το παιδί. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι θύμωσε με τη συμπεριφορά της μητέρας του παιδιού του, αναφέροντας ότι είναι η μητέρα της που δημιουργούσε το πρόβλημα, καθώς του φώναζε ότι είναι άχρηστος και ότι δεν θα του ξαναδώσει το παιδί, ενώ στο μέρος πήγε ένας άντρας ο οποίος τον έσφιγγε πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου του, ενώ ένας άλλος χτυπούσε με σωλήνα πάνω στο αυτοκίνητό του.
Ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι η κόρη του βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο και ότι η μητέρα της την πήρε από εκεί και έφυγε και ο καυγάς συνέχισε όταν έφτασαν όλοι οι υπόλοιποι, ενώ αρνήθηκε ότι πέταξε και κούνησε το παιδί, υποδεικνύοντας ότι πρόκειται για μυθοπλασίες.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι τράβηξε την πρώην συμβία του από το χέρι, αναφέροντας ότι αυτή δεν ήταν ιδιαίτερα παρούσα στο όλο περιστατικό, πέραν του ότι πήγε αρχικά στο μέρος και φώναζε, καθώς η διαμάχη ήταν κυρίως με τη μητέρα της. Στην υποβολή ότι σε κάποια φάση μπήκε μπροστά η μητέρα της πρώην συμβίας του και της έδωσε γροθιά, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και σημείωσε ότι το μόνο που έκανε ήταν κίνηση με τα χέρια του ώστε να πλευρίσει η μητέρα της πρώην συμβίας του.
[IV] Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο, δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]
Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5]
Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]
Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.
Η εντύπωση που απεκόμισα από την ΜΚ1 ήταν θετική σε γενικές γραμμές. Η μάρτυρας απάντησε με αυθορμητισμό και φυσικότητα στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία της. Δεν μου διαφεύγει, ότι σε αρκετά σημεία, τόσο κατά την κυρίως εξέτασή της, όσο και κατά την αντεξέτασή της, η μάρτυρας απαντούσε και τοποθετείτο με έντονη συναισθηματική φόρτιση, ιδιαίτερα αναφερόμενη στο ανήλικο παιδί της. Έχοντας λάβει υπόψη το σύνολο της παρουσίας της, την απουσία αντιφάσεων στη μαρτυρία της, καθώς επίσης και τη φύσης των επίδικων ζητημάτων, δεν καταλήγω ότι τούτο καθιστά αναξιόπιστη τη μάρτυρα. Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία της ΜΚ1.
Θετική ήταν επίσης η εντύπωση που απεκόμισα από την ΜΚ2, η οποία μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν εντόπισα στη μαρτυρία της οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η μάρτυρας εξήλθε αλώβητη από την αντεξέτασή της και ενέμεινε με σταθερότητα στις θέσεις της, ενώ απάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της χωρίς υπεκφυγές, με φυσικότητα και αυθορμητισμό. Συνεπώς αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία της ΜΚ2.
Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία τους, χωρίς βεβαίως να διαλανθάνει την προσοχή μου η σχέση μάνας και κόρης. Εντούτοις, οι μάρτυρες υπέστησαν τη βάσανο της αντεξέτασης και το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αξιολογήσει τη συνολική παρουσία τους, καταλήγοντας στα συμπεράσματά του αναφορικά με την αξιοπιστία τους, ως αυτά καταγράφονται ανωτέρω.
Παρεμβάλλω, ότι για αδικήματα τα οποία κωδικοποιούνται στον Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο του 2000, το αρ. 16 του Ν.119(Ι)/2000 προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος, εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία.
Παράλληλα, σύμφωνα με το αρ. 29 του Ν.115(Ι)/2021, για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας, δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας.
Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν της παραπονούμενης (ΜΚ1), την οποία το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστη, μαρτυρία προσέφερε και η ΜΚ2, η οποία ήταν αυτόπτης μάρτυρας κατά το όλο περιστατικό και η οποία κρίθηκε από το Δικαστήριο αξιόπιστη μάρτυρας, η δε μαρτυρία της επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της ΜΚ1, είναι σχετική και ενοχοποιεί τον κατηγορούμενο σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορά η παρούσα. Επιπρόσθετα, παρότι πρόκειται για τη μητέρα της παραπονούμενης, η μαρτυρία της έχει κατά την κρίση μου ανεξάρτητη προέλευση, καθώς η ΜΚ2 μετέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως τα παρακολούθησε ως αυτόπτης μάρτυρας και όπως τα έζησε όταν ενεπλάκη και η ίδια στο επίδικο περιστατικό.[9]
Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δυνατό να προχωρήσει σε καταδίκη χωρίς την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, από τη στιγμή που η μαρτυρία του παραπονούμενου προσώπου γίνεται αποδεκτή. Σχετικά παραπέμπω στην Μ. ΓΙΩΡΚΑΣ ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Εφ. Αρ. 27/2021 ημερ. 16.3.2022.
Ο ΜΚ3 μου έκανε επίσης θετική εντύπωση. Επρόκειτο για τον εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος απάντησε με αμεσότητα, σταθερότητα και ηρεμία σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ενώ από την όλη μαρτυρία του δεν διεφάνη η ύπαρξη οποιουδήποτε συμφέροντος από την έκβαση της υπόθεσης, ούτε και οποιεσδήποτε ανακολουθίες.
Αναφορικά δε με τον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης, τον οποίο ο κατηγορούμενος φάνηκε να θέτει υπό αμφισβήτηση μέσω ορισμένων ερωτήσεων που υπέβαλε προς τον ΜΚ3, σημειώνω ότι έχω ικανοποιηθεί, από τη μαρτυρία του ΜΚ3, ότι ο τελευταίος ενήργησε ορθά και μέσα στο πλαίσιο των καθηκόντων του και ότι στο Δικαστήριο παρουσιάστηκε όλη η ουσιώδης και σχετική με την υπόθεση μαρτυρία, καθώς στο Δικαστήριο κατέθεσαν οι ουσιώδεις μάρτυρες σε σχέση με την υπόθεση, ενώ ανακριτική κατάθεση λήφθηκε και από τον κατηγορούμενο.[10] Ικανοποιητική ήταν επίσης η τοποθέτηση του μάρτυρα, ότι το Κλιμάκιο της Βίας στην Οικογένεια όπου υπηρετούσε ασχολήθηκε με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με άλλα παρεμφερή ζητήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος του υπέβαλε ερωτήσεις.
Κρίνω δε σκόπιμο να επισημάνω, ότι άλλα ζητήματα που άπτονται της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, σε σχέση με τα οποία έγιναν ορισμένες αναφορές κατά το ακροαματικό στάδιο, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας.
Αξίζει περαιτέρω να υπομνησθεί, παρότι τούτο δεν ηγέρθη ευθέως από τον κατηγορούμενο, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, για να στοιχειοθετηθεί επαρκώς ισχυρισμός περί ελλιπούς διερεύνησης και κατ’ επέκταση παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, τυχόν παραλείψεις κατά το ανακριτικό έργο πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής και το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η υπεράσπιση, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[11]
Εν προκειμένω, πέραν ορισμένων γενικών ερωτήσεων προς τον ΜΚ3, ουδεμία σχετική μαρτυρία επί τούτου προσκομίστηκε, οι δε υποβολές θέσεων προς τους μάρτυρες παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας, που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.[12]
Ως εκ των άνω, αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία του ΜΚ3.
Ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και να αντεξετασθεί, ενώ επέλεξε να χειριστεί μόνος του την υπόθεση, πράγμα το οποίο ωστόσο δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο μεταχείριση άλλη από αυτή που ο Νόμος και η νομολογία επιτάσσει.[13]
Παρόλο που ο κατηγορούμενος ήταν ήρεμος και σταθερός κατά την αντεξέτασή του, πολλές εκ των αναφορών του αφορούσαν σε άλλες πτυχές της σχέσης του με την πρώην συμβία του και το παιδί που απέκτησαν και έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι ήθελε να αποφύγει την ευθύνη του αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, αναφερόμενος σε άλλα θέματα. Ωστόσο, η παρούσα υπόθεση αφορά στο περιστατικό της 26ης Οκτωβρίου 2022 και όχι στα όσα αφορούν στη γονική μέριμνα του παιδιού του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης, όπως τα ζητήματα φύλαξης, διατροφής και επικοινωνίας του τέκνου τους, στα οποία το Δικαστήριο επιμελώς δεν θα υπεισέλθει.
Τέλος, οι θέσεις που ο κατηγορούμενος προέβαλε για πρώτη φορά όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο, ήτοι ότι η καταγγελία υποβλήθηκε εκδικητικά εναντίον του, ότι η ΜΚ2 τον αποκάλεσε «άχρηστο», ότι προκάλεσε τους άντρες που πήγαν στη σκηνή και ότι απλώς παραμέρισε με τα χέρια του τις ΜΚ1 και ΜΚ2, δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθούν. Ούτε και εντοπίζεται στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 5), αναφορά του σε παρουσία 50 ατόμων κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Αναφέρει περαιτέρω στην εν λόγω ανακριτική του κατάθεση, ότι το μόνο που μπορεί να έκανε, ήταν να σπρώξει λίγο την Ε.Α., πράγμα το οποίο ωστόσο δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου αναφέρθηκε σε κίνηση με τα χέρια του για να παραμερίσει τις ΜΚ1 και ΜΚ2 και να πάει στους άντρες που βρίσκονταν εκεί.
Ως τονίστηκε στην Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ., η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, πέρα των όσων δεν αμφισβητήθηκαν, ήτοι το ότι από τη σχέση του με την ΜΚ1 απέκτησαν μία κόρη και ότι την 26.10.2022 πήγε να παραδώσει την ανήλικη κόρη του στο σπίτι όπου διαμένει η μητέρα της στις 19:30 αντί στις 18:30.
[V] Ευρήματα Δικαστηρίου
Από την όλη αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας και λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων τα οποία δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, διαφαίνεται ότι η πραγματική υπόσταση των ουσιωδών σε σχέση με την παρούσα υπόθεση γεγονότων, έχει ως εξής:
Ο κατηγορούμενος και η Μ.Α. διατηρούσαν σχέση από την οποία απέκτησαν μία κόρη. Την 26.10.2022, γύρω στις 19:30 - 20:00, ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της Μ.Α. για να επιστρέψει την ανήλικη κόρη τους, την οποία παρέλαβε προηγουμένως βάσει δικαστικού διατάγματος.
Η Μ.Α. ήταν ανήσυχη καθώς ο κατηγορούμενος είχε καθυστερήσει να επιστρέψει με το παιδί και μόλις τον είδε να σταθμεύει το όχημά του πήγε προς το μέρος του και του ζήτησε με έντονο ύφος να της δώσει το παιδί. Τότε ο κατηγορούμενος πήρε το παιδί από το αυτοκίνητο όπου καθόταν, το κούνησε ψηλά μπροστά και πίσω και το κατέβασε βίαια πάνω στον δρόμο, όπου το άφησε.
Η Μ.Α. πανικόβλητη άρχισε να φωνάζει προς τον κατηγορούμενο, ο οποίος την πλησίασε και την τράβηξε από το χέρι και τότε αυτή αντέδρασε και τον έσπρωξε προς τα πίσω, λέγοντάς του να μην την σπρώχνει μπροστά στο παιδί της, το οποίο άρχισε να κλαίει. Τότε ο κατηγορούμενος θύμωσε και επιχείρησε να τη χτυπήσει με γροθιά, την οποία η Μ.Α. απέφυγε, ενόψει παρέμβασης της μητέρας της.
Το περιστατικό έληξε με την παρέμβαση του πατέρα της Μ.Α., ο οποίος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να αποχωρήσει από το μέρος, όπως και έπραξε.
[VI] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου
Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[14]
Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[15] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[16]
Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[17]
Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[18]
Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.
Οι κατηγορίες 1 και 3 αφορούν στο αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση των αρ. 2, 3(1)(4) και 4(1)(2)(φ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν. 119(I)/2000), του αρ. 242 του Ποινικού Κώδικα και των αρ. 3 και 5(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν.115(Ι)/2021), ως έχουν τροποποιηθεί.
Σύμφωνα με το αρ. 242 του Π.Κ.:
«Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές».
Σύμφωνα με το αρ. 3(1) του Ν. 119(I)/2000:
«Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του».
Το αδίκημα της κοινής επίθεσης του αρ. 242, περιλαμβάνεται επίσης στον Πίνακα με τα στα αδικήματα που σύμφωνα με το αρ. 4 του Ν.119(I)/2000, αποτελούν αδικήματα αυξημένης σοβαρότητας, με την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης να αυξάνεται από ένα σε δύο χρόνια. Περιλαμβάνεται επίσης, στα αδικήματα τα οποία λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(ζ) του Ν.115(Ι)/2021.
Για σκοπούς πληρότητας, παρότι τούτο δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από οποιαδήποτε πλευρά, σημειώνω, ότι με βάση το αρ. 2 του Ν.119(I)/2000, «μέλος της οικογένειας» σημαίνει (α) άντρα και γυναίκα που είτε (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, είτε (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο. Εν προκειμένω, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος ήταν ζευγάρι και από τη σχέση τους απέκτησαν μία κόρη.
Ως έχει νομολογηθεί, επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του.[19]
Όπως λέχθηκε στην Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574, το αρ. 242 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας και απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Υπό αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος μπορεί να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας, αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία, καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[20]
Eπίθεση, μπορεί να διαπραχθεί επίσης χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα και δεν απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα, το οποίο μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και με ένα απλό άγγιγμα.[21]
Περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο, η επίθεση να είναι άμεση. Σχετική είναι η υποθεση Scott v. Shepherd (1773) 2 W.Bl. 892, όπου ρίχθηκε από τον Εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον Ενάγοντα βγάζοντάς του το μάτι και ο Εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία.
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και των ευρημάτων μου, σε συνάρτηση με τις ανωτέρω νομικές αρχές, καταλήγω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης έχουν επαρκώς στοιχειοθετηθεί αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 3 που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ότι δηλαδή την 26ης Οκτωβρίου 2022, ο κατηγορούμενος παράνομα επιτέθηκε κατά της πρώην συμβίας του και άσκησε βία εναντίον της, καθώς επίσης και εναντίον της ανήλικης θυγατέρας του, κατά τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω.
Η 2η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, κατά παράβαση των αρ. 3 και 6 του Ν.115(Ι)/2021.
Σύμφωνα με το αρ. 6 του εν λόγω νομοθετήματος:
«Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές».
Από το πιο πάνω λεκτικό, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού έχουν ως εξής:
(α) Πρόσωπο, με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές,
(β)(i) πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας,
ή
(β)(ii) της προκαλεί πραγματικό φόβο.
Ως προς το τι συνιστά «εξαναγκασμό», σχετικές είναι οι διατάξεις του αρ. 2 του Ν.115(Ι)/2021.
Εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν καταλήγω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό.
Ειδικότερα, δεν τέθηκε ενώπιόν μου μαρτυρία σε σχέση με συγκεκριμένη συμπεριφορά ή μοτίβο συμπεριφοράς από πλευράς του κατηγορουμένου, που να αντιστοιχεί στα όσα διαλαμβάνουν οι διατάξεις του αρ. 6, ήτοι σε εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές προς την πρώην συμβία του, συμπεριφορά η οποία να είχε ως απότοκο το να της προκαλέσει πραγματικό φόβο ή να πλήξει σοβαρά τη ψυχική της ακεραιότητα.
Ούτε και οι ισχυρισμοί της ΜΚ1 οι οποίοι αναφέρονται στην κατάθεσή της, σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα πριν γεννήσει το παιδί τους, έχουν συνδεθεί δια της προσκομισθείσας μαρτυρίας, με πλήγμα στη ψυχική της ακεραιότητα ή με την πρόκληση φόβου ως απότοκο της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Το δε περιστατικό της 26ης Οκτωβρίου 2022, ενόψει των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, αποτέλεσε ένα μεμονωμένο περιστατικό κοινής επίθεσης και δεν περιείχε στοιχεία εξαναγκασμού, πίεσης, υποτιμητικών σχολίων, εξύβρισης ή απειλών από τον κατηγορούμενο προς την πρώην συμβία του.
Ως λέχθηκε στην Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 706:
«Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητά της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της ορθής ανθρώπινης εμπειρίας ― Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού».
[VII] Κατάληξη Δικαστηρίου
Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1 και 3.
Ενόψει των όσων επεξηγούνται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 3 και απαλλάσσεται και αθωώνεται από την 2η κατηγορία.
Υπ.) ...............................
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.
[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.
[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.
[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).
[9] Συν. Εφέσεις Αρ. 147/2016 & 148/2016, Σ.Σ. ν. Δημοκρατίας κ.α. ημερ. 20.11.2019.
[10] Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις υπ' αρ. 176/2018 και 202/2018, 11/1/2019.
[12] Rabiul Hossain ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.
[13] George Andreou ν. Αστυνομίας Ποιν.Εφ. Αρ. 133/2026 ημερ.4.6.2026.
[15] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.
[18] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.
[19] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788.
[20] R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.
[21] R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R.4.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο