ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 7121/2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν
Χ.Α.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου
Για Κατηγορούμενο: κα Ε. Α. Φράγκου
Κατηγορούμενος παρών.
ΠΟΙΝΗ
(Η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου και υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης. Το πρωτότυπο της απόφασης που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στον φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη).
[Α] Εισαγωγή
Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του για τη διάπραξη του αδικήματος της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού (1η κατηγορία) και της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας (3η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και της οικείας νομοθεσίας. Οι υπόλοιπες κατηγορίες αναστάλθηκαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 23.11.2019 στη Λεμεσό, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, την [ x ], γεννηθείσα την 29.9.2005, ως περιγράφεται στην 3η κατηγορία.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 3η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 23.11.2019 στη Λεμεσό παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της [ x ], δηλαδή την έπιασε από πίσω βάζοντας τα χέρια του στην κοιλιά της, την τράβηξε προς τα πάνω του και την ίδια ώρα έβαλε τα χέρια του μέσα από το παντελόνι και το εσώρουχό της, σε σημείο πάνω από το γεννητικό της όργανο.
[Β] Γεγονότα
Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Το περιεχόμενό του δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά.
Στο εν λόγω κείμενο γεγονότων, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τον Φεβρουάριο του 2020, υπήρξε ενημέρωση του ΓΒΟΚΑ ότι η παραπονούμενη δέχθηκε σεξουαλική επίθεση από τον κατηγορούμενο αλλά ήταν αρνητική να προβεί σε σχετική καταγγελία, οπότε έγινε παραπομπή στο Σπίτι του Παιδιού ώστε η ανήλικη να προετοιμαστεί για να υποβάλει καταγγελία. Την 19.5.2020 προσήλθε στο Σπίτι του Παιδιού η ανήλικη η οποία προέβη σε οπτικογραφημένη κατάθεση, στην οποία ανέφερε ότι στην ηλικία των 11 ετών ξεκίνησε να πηγαίνει σε μάθημα πολεμικών τεχνών στην σχολή που διατηρούσε ο κατηγορούμενος. Από το 2019 και έπειτα, λόγω του ότι οι γονείς της ανήλικης εργάζονταν, ο κατηγορούμενος σε αρκετές περιπτώσεις έπαιρνε την ανήλικη στο σπίτι της μετά την προπόνηση.
Την 23.11.2019, μετέβησαν για επίδειξη στη Λάρνακα και έπειτα ο κατηγορούμενος μετέφερε την ανήλικη στο σπίτι της. Ενόψει του ότι οι γονείς της ανήλικης απουσίαζαν, ο κατηγορούμενος είπε στην ανήλικη ότι θα ανέβει στο διαμέρισμα για να δει ότι θα είναι καλά και εφόσον του το είχε ζητήσει ο πατέρας της, αλλά και για να της φτιάξει το μασελάκι που χρησιμοποιεί στην προπόνηση, το οποίο του ανέφερε προηγουμένως ότι είχε πρόβλημα. Αφού ο κατηγορούμενος ανέβηκε στο διαμέρισμα, είπε στην ανήλικη να βράσει νερό στο μπρίκι και τότε πήγε από πίσω της και την έπιασε, βάζοντας τα χέρια του στην κοιλιά της, την τράβηξε πάνω του και έβαλε τα χέρια του μέσα από το παντελόνι και το εσώρουχό της, σε σημείο πάνω από το γεννητικό της όργανο. Η ανήλικη εκείνη την ώρα δεν μπορούσε να αντιδράσει καθώς κρατούσε το μπρίκι με το νερό και έτρεμε, ωστόσο του ζήτησε να φύγει τα χέρια του από πάνω της και αυτός το έπραξε.
Μετά το συμβάν η ανήλικη ενημέρωσε τους γονείς της και ο κατηγορούμενος προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντας ότι οι πράξεις του δεν είχαν κακό σκοπό και ότι η ανήλικη τον παρεξήγησε. Στη συνέχεια απολογήθηκε και ζήτησε συγνώμ,η τόσο από την ανήλικη, όσο και από τους γονείς της, ενώ από το ίδιο βράδυ του περιστατικού απέστειλε μηνύματα στην ανήλικη στα οποία απολογείτο και ζητούσε να τον λυπηθεί και να μην τον καταγγείλει.
Αρχικά η ανήλικη δεν ήθελε να κάνει καταγγελία καθώς λυπόταν τα παιδιά του κατηγορούμενου, ενώ μετά το περιστατικό κλείστηκε στον εαυτό της και άλλαξε η συμπεριφορά της.
Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.
[Γ] Μετριασμός Ποινής
Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, αναφορικά με τα αδικήματα για τα οποία παραδέχθηκε ενοχή, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε και κατέθεσε γραπτή αγόρευση, την οποία διήλθα και έχω αποτιμήσει πλήρως.
Σε αυτήν, γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος υπέπεσε σε ένα στιγμιαίο λάθος παρασυρόμενος από τον συναισθηματισμό που τον διακατείχε κατά τη δεδομένη στιγμή, χωρίς πρόθεση να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην παραπονούμενη, πρόκειται δε για οικογενειάρχη, ο οποίος έχει προβεί σε παραδοχή και έχει ειλικρινά μετανιώσει για την πράξη του, η οποία διήρκησε μερικά λεπτά και περιορίστηκε σε αγγίγματα, ενώ δεν χρησιμοποιήθηκε οποιαδήποτε μορφή βίας η οποία να έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή της παραπονούμενης.
Επιπρόσθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, καλεί το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη του, το γεγονός ότι η παραπονούμενη συνέχισε φυσιολογικά τη ζωή της και δεν υπέστη οποιαδήποτε σοβαρή επίπτωση, καθώς σήμερα σπουδάζει σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού και είναι ένας δυναμικός χαρακτήρας χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα κοινωνικότητας, ενώ έλαβε μεμονωμένη ψυχολογική στήριξη. Η δε παραδοχή του κατηγορουμένου, ενήργησε ως μέσο αποτροπής επαναθυματοποίησής της, καθώς δεν χρειάστηκε να εξιστορήσει τα περιστατικά της υπόθεσης εκ νέου.
Η συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε περαιτέρω το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, επισημαίνοντας, ότι αποδέχεται την έκδοση διατάγματος εποπτείας εναντίον του, βάσει των προνοιών του αρ. 14(1)(γ) του Ν.91(Ι)/2014.
Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την εξωδικαστηριακή τιμωρία που έλαβε ο κατηγορούμενος, ως απότοκο της παρούσας ποινικής υπόθεσης, καθώς επηρεάστηκε σε τεράστιο βαθμό η επαγγελματική πορεία της ζωής του, ένεκα του ότι έκλεισε μόνιμα τη σχολή που διατηρούσε και έκτοτε δεν δραστηριοποιείται σε χώρους όπου συχνάζουν παιδιά. Το γεγονός αυτό, απέφερε στον ίδιο μεγάλο πλήγμα, τόσο σε κοινωνικο-επαγγελματικό επίπεδο, όσο και σε οικονομικό επίπεδο, εφόσον στιγματίστηκε από την κοινωνία και αναγκάστηκε, από ιδιοκτήτης επιχείρησης να καταστεί υπάλληλος με χαμηλό πλέον εισόδημα.
Ως περαιτέρω αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης, από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος διάγει έντιμο βίο και συγκεκριμένα πνευματική ζωή, καθώς έχει ενταχθεί στους κόλπους της εκκλησίας και δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Σχετικά κατέθεσε συστατικές επιστολές του πνευματικού του κατηγορουμένου και του Αντιδημάρχου Λεμεσού.
Κατέθεσε επιπρόσθετα, συστατική επιστολή από την εταιρεία όπου εργάζεται ο κατηγορούμενος, αναφερόμενη στις προσωπικές περιστάσεις του, εμφαίνοντας ότι πρόκειται για πατέρα τεσσάρων παιδιών και ότι στηρίζει εξ ολοκλήρου τη σύζυγο και τα δύο παιδιά που απέκτησε από τον δεύτερο του γάμο, όπως επίσης και τη μητέρα του που είναι σήμερα 86 ετών με πολλά προβλήματα υγείας, καθώς ο πατέρας του απεβίωσε. Συνεπακόλουθα, σε περίπτωση εγκλεισμού του, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές για την οικογένειά του.
Τέλος, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, παραπέμποντας στην Krashias and others v Cyprus (Apl. No. 52551/18), 20.6.2023, ενώ εισηγήθηκε όπως τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας, ανασταλεί.
[Δ] Έκθεση Γραφείου Ευημερίας
Ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ως αυτές προσδιορίζονται κατωτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία καταγράφονται οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής που θα του επιβληθεί.[1]
Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 48 ετών και κατάγεται από εννιαμελή οικογένεια. Άρχισε να εργάζεται από πολύ μικρή ηλικία, δηλαδή από τη Στ’ Τάξη του Δημοτικού, ενώ φοίτησε μέχρι την Γ’ Τάξη της Β’ Τεχνικής Σχολής και διέκοψε για να εργαστεί, οι δε εργασίες με τις οποίες απασχολήθηκε κατά καιρούς, καταγράφονται λεπτομερώς στην Έκθεση. Το 2003 ο κατηγορούμενος συνήψε τον πρώτο του γάμο με Κύπρια, από τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, σήμερα ηλικιών 19 και 10 ετών. Χώρισε περί το 2018 από την πρώτη του σύζυγο και το 2024 τέλεσε τον δεύτερο του γάμο με ελληνίδα, η οποία τα τελευταία έτη εργάζεται με μερική απασχόληση. Από τον δεύτερο του γάμο απέκτησε δίδυμα, τα οποία είναι δύο ετών σήμερα και γεννήθηκαν πρόωρα, ενώ αρχικά αντιμετώπιζαν ορισμένα προβλήματα υγείας.
Ως επίσης αναφέρεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος από την ηλικία των 20 ετών άρχισε να ασχολείται με τις πολεμικές τέχνες και ήταν μέλος της Εθνικής Ομάδας Κύπρου. Διέκοψε την ενασχόληση του αυτή το 2020. Ασχολείται με την κοινωνική-εθελοντική προσφορά, είναι ενεργό μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και χαρακτηρίζεται από τον πνευματικό του ως άνθρωπος καλής ψυχής, ταπεινός και ευγενικός.
Ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ούτε με εξαρτήσεις, ενώ στο παρελθόν υποβλήθηκε σε δύο εγχειρήσεις και στα δύο του γόνατα. Διαμένει με την οικογένειά του σε ενοικιαζόμενη κατοικία, ενώ πληρώνει διατροφή για τα παιδιά που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο.
[Ε] Νομική Πτυχή
Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2]
Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4]
Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.
Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6]
Ειδικότερα, για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, το αρ. 6(3) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου του 2014 (Ν. 91(Ι)/2014), προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη. Για το δε αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, το αρ. 151 του Ποινικού Κώδικα, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη. Σύμφωνα με τις πρόνοιες των πιο πάνω νομοθετημάτων, τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, συνιστούν κακουργήματα.
Tο είδος της κακοποίησης, η ένταση, η συχνότητα, η ηλικιακή διαφορά μεταξύ θύτη και θύματος, ο προσχεδιασμός στη γνωριμία, δηλαδή ο τρόπος προσέγγισης του θύματος, η έκταση των ψυχικών και άλλων βλαβών στο θύμα, η χαμηλή νοητική κατάσταση του θύματος σε σχέση με άτομα της ηλικίας του, η φύση και η έκταση της εκμετάλλευσης, όπως για παράδειγμα αν το θύμα ήταν οικονομικά ευάλωτο ή από δυσλειτουργική οικογένεια, καθώς επίσης και η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, όπως για παράδειγμα καθηγητής με μαθήτρια, ή η κατάχρηση θέσης με συναισθηματική εξάρτηση του θύματος από τον κατηγορούμενο, συνιστούν, μεταξύ άλλων, επιβαρυντικούς παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της ποινής.[7]
Περιπλέον, για τον καθορισμό της ποινής, λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσο συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, ως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 19 του Ν. 91(Ι)/2014.
Καθοδήγηση ως προς τις επιβαλλόμενες ποινές δυνατό να αντληθεί και από τη μη δεσμευτική πρακτική που ακολουθείται στο Ηνωμένο Βασίλειο στον συγκεκριμένο τομέα, όπως αυτή παρατίθεται στο Εγχειρίδιο "Sexual Offences Definitive Guideline" του Sentencing Council ("Definitive Guideline"), με την επισήμανση βεβαίως ότι οι ανώτατες προβλεπόμενες ποινές για διάφορα αδικήματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαφέρουν από τις προβλεπόμενες ποινές στην ημεδαπή νομοθεσία. Εκτενής αναφορά στο εγχειρίδιο αυτό γίνεται στην υπόθεση Λευκαρίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 1165, όπου καταδεικνύεται και η χρησιμότητά του ως οδηγού για την επιλογή της κατάλληλης ποινής, αναφορικά με αδικήματα σεξουαλικής φύσεως.
Ως προκύπτει από το εν λόγω Εγχειρίδιο, τέτοιας φύσεως αδικήματα κατηγοριοποιούνται αναλόγως της σοβαρότητάς τους και λαμβανομένων υπόψη ορισμένων παραγόντων, σε κατηγορίες 1, 2 και 3, με τη σοβαρότερη να είναι η 1η κατηγορία. Διαβαθμίζεται περαιτέρω, o βαθμός ενοχής του δράστη (culpability), αναλόγως των περιστάσεων της υπόθεσης, σε Α’ και Β’ κατηγορία, με την Α’ κατηγορία να είναι η σοβαρότερη.
Έχοντας ανατρέξει στις διατάξεις του εν λόγω Εγχειριδίου, διαπιστώνω ότι, αντίστοιχα αδικήματα με αυτά που αφορά η παρούσα, τα οποία συνίστανται σε αγγίγματα, όχι όμως γεννητικών οργάνων, λαμβανομένης επίσης υπόψη και της ηλικίας της παραπονούμενης, εμπίπτουν στην 3η κατηγορία, ωστόσο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος καταχράστηκε τη θέση εμπιστοσύνης του έναντι της παραπονούμενης, αποτελεί παράγοντα ο οποίος εμπεριέχεται στην Α’ κατηγορία. Για αδικήματα τα οποία εμπίπτουν σε αυτές τις κατηγορίες, η κατώτατη ποινή συνιστάται σε 26 εβδομάδες ποινή φυλάκισης πλέον την έκδοση διατάγματος κοινοτικής εργασίας διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους.
Έχοντας σημειώσει τα πιο πάνω, επισημαίνω, ότι δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, το ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορουμένου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[8]
Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.
Ως λέχθηκε στην Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας κ.α. (2016) 2 ΑΑΔ 1165, σεξουαλικής φύσεως αδικήματα πρέπει να τιμωρούνται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων. Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά.
Όπως επίσης επισημάνθηκε στην Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 155/2019, ECLI:CY:AD:2021:B57 ημερ. 25.2.2021:
«Η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας. Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει. Οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ΄ επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο πιο πάνω Νόμος έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Όσοι διαπράττουν αξιόποινες πράξεις εις βάρος των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές ποινές».
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. ΧΧ Ποινική ΄Εφεση αρ. 36/2017 ημερ.14.6.2017 η οποία αφορούσε σε αδίκημα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανήλικης μαθήτριας 15 ½ ετών από τον 39χρονο καθηγητή της, ο οποίος συνευρέθηκε μαζί της σεξουαλικά μια φορά, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, αφού προσμετρήθηκε υπέρ του εφεσείοντος η παραδοχή και το λευκό του μητρώο καθώς και οι επιπτώσεις που δυνατό να έχει η φυλάκιση στα δύο ανήλικα παιδιά του και τη μητέρα του, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Ταυτόχρονα τονίστηκε από το Κακουργιοδικείο η σοβαρότητα του αδικήματος καθώς και η διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, τόσο λόγω της φύσης όσο και λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν τα σεξουαλικά αδικήματα που στρέφονται εναντίον ανηλίκων θυμάτων, καθιστώντας αναπόφευκτη την επιλογή της ποινής φυλάκισης.
Κατ’ έφεση, η ποινή αυξήθηκε σε δυο χρόνια, ούτως ώστε να αντανακλά τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από σεξουαλικά αδικήματα στρεφόμενα εναντίον ανηλίκων προσώπων, ενώ επισημάνθηκε, ότι αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ θύτη και θύματος. Στην εν λόγω απόφαση υπογραμμίζεται ότι εάν εξέλιπε ο παράγοντας της παραδοχής, η ποινή θα ήταν σαφώς αυστηρότερη.
Αναφορικά με την κοινωνική απαξία που χαρακτηρίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα, χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 178/2017, ημερ. 24/10/2018, η οποία αφορούσε σε άσεμνες επιθέσεις κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154:
«Η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας».
Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Παύλου (1997) 2 Α.Α.Δ.170, η οποία αφορούσε σε αδικήματα παράνομης εισόδου σε κατοικία και άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, ο κατηγορούμενος, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, εισήλθε διαδοχικά στις κατοικίες των παραπονούμενων και εισχώρησε στα υπνοδωμάτιά τους με πρόθεση να τις ενοχλήσει. Στην πρώτη περίπτωση προσέγγισε το κρεβάτι όπου κοιμόταν η παραπονούμενη και άρχισε να θωπεύει το στήθος της, ωστόσο οι φωνές της παραπονούμενης τον έτρεψαν σε φυγή. Στην δεύτερη περίπτωση, ο κατηγορούμενος εισέβαλε στην οικία της δεύτερης παραπονούμενης, εντούτοις έγινε αντιληπτός όταν προσέγγισε το υπνοδωμάτιό της, γεγονός το οποίο τον έτρεψε, για δεύτερη φορά, σε φυγή. Συνελήφθη κατόπιν υποβολής παραπόνων από την Αστυνομία, αναγνωρίστηκε από τα θύματα ως ο δράστης και παραδέχτηκε ενοχή, ενώ κατά τον μετριασμό της ποινής του, έγινε αναφορά στην κλινική του κατάσταση. Κατ’ έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε τις ποινές επιβολής προστίμου και υπογραφής εγγύησης από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ως έκδηλα ανεπαρκείς και επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, σημειώνοντας, ότι η αρμόζουσα ποινή σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι η ποινή της πολύμηνης φυλάκισης.
Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κυριάκου Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ 562, η οποία αφορούσε σε δύο άσεμνες επιθέσεις εναντίον ανηλίκων, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 6 και 4 μηνών και διατάχθηκε όπως αυτές συντρέχουν, με την πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να αποφαίνεται ότι αφενός μεν οι ποινές δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως έκδηλα ανεπαρκείς, αφετέρου δε, το αθροιστικό αποτέλεσμά τους δεν θα ήταν υπερβολικό. Ως αναφέρθηκε μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης, «Αδικήματα σεξουαλικής φύσης τιμωρούνται από τα δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο γιατί στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και γιατί προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων».
Επισημαίνεται, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[9]
[Στ. Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινής]
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.
Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης, αλλά και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο.
Επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη μου την μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχε με την παραπονούμενη, αλλά και την κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης που είχε με αυτήν, ως δάσκαλός της, στον οποίο μάλιστα οι γονείς της είχαν εμπιστευτεί τη μεταφορά της ανήλικης στο σπίτι της μερικές φορές.
Παράλληλα, ως μετριαστικούς παράγοντες, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορουμένου το λευκό ποινικό του μητρώο και το γεγονός ότι από τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας μέχρι και σήμερα, δεν έχει απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη. Λαμβάνω επίσης ιδιαίτερα υπόψη μου την παραδοχή του κατηγορουμένου, έστω και σε αυτό το στάδιο, καθότι εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο και ως έχει νομολογηθεί, πρέπει να αντανακλάται κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής.[10] Επισημαίνεται επίσης η σημασία της παραδοχής σε σεξουαλικής φύσεως αδικήματα, καθότι το θύμα δεν υπόκειται εκ νέου στην ψυχολογική δοκιμασία αναβίωσης της τραυματικής εμπειρίας.[11]
Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου την εξωδικαστηριακή τιμωρία που υπέστη ο κατηγορούμενος λόγω της υπόθεσης αυτής, καθώς, πέραν του κοινωνικού στίγματος, είχε ως αποτέλεσμα το κλείσιμο της σχολής πολεμικών τεχνών που ο κατηγοορύμενος διατηρούσε, ενώ από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, φαίνεται να έχει μετανοήσει για τις πράξεις του. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ιδιαίτερα το γεγονός ότι πρόκειται για πατέρα τεσσάρων παιδιών, εκ των οποίων τα τρία είναι ανήλικα, και τις κατ’ επέκταση δυσμενείς επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει στον ίδιο καθώς και στην οικογένειά του η τυχόν επιβολή σε αυτόν ποινής φυλάκισης.[12] Δεν παραγνωρίζω βεβαίως, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ιδιαίτερα σε τέτοιας φύσεως αδικήματα.
Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, κατά το οποίο δεν ασκήθηκε σωματική βία στην παραπονούμενη, ούτε προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου να υπήρχε το στοιχείο του προσχεδιασμού, ο δε κατηγορούμενος απολογήθηκε αμέσως για τις πράξεις του και δεν εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τυχόν μόνιμες βλάβες πάνω στην παραπονούμενη, εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω.
Διαπιστώνω παράλληλα, ότι πέραν των ανωτέρω, δεν φαίνεται να συντρέχει, εν προκειμένω, οποιαδήποτε από τις επιβαρυντικές περιστάσεις που θέτει το αρ. 19 του Ν. 91(Ι)/2014.
Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, καθότι από το 2019 μέχρι σήμερα παρήλθαν περί τα επτά έτη. Ως έχει νομολογηθεί, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης και η επιβολή ποινής πρέπει να γίνονται εντός ευλόγου χρόνου, δυνάμει της συνταγματικής επιταγής του αρ. 30(2).[13] Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την εξέταση του θέματος της καθυστέρησης στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης είναι ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα της σύλληψης του κατηγορούμενου, τα περιστατικά και η περιπλοκότητα της υπόθεσης, όπως επίσης και η συμπεριφορά των παραγόντων της δίκης.[14]
Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου (2004) 2 Α.Α.Δ. 223, η συμβολή του κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Επιπρόσθετα, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος λαμβάνεται υπόψη όσον αφορά στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται το ενδεχόμενο επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν αυτό είναι αναγκαίο έτσι ώστε να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της αποτροπής.[15]
Ιδιαίτερα δε σε σχέση με τέτοιας φύσεως υποθέσεις, διαφωτιστικά είναι τα όσα λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, στην Δ.Σ.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 271/2022 ημερ. 20.12.2023:
«Σχετικά με το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα θα επαναλάβουμε την καθιερωμένη πλέον θέση της νομολογίας ότι σε σεξουαλικής φύσης αδικήματα η καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας αφ΄εαυτής δεν προσμετρά συνήθως υπέρ του κατηγορούμενου, ένεκα των αναστολών και άλλων ψυχολογικών εμποδίων τα οποία αντιμετωπίζει το θύμα, ως απόρροια των ίδιων των αδικημάτων και των σχέσεων του θύματος με τον δράστη. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123, η καθυστέρηση στην καταγγελία σε τέτοιου είδους υποθέσεις αποτελεί κοινοτοπία και είναι πλήρως κατανοητή από τα δικαστήρια όπως αποφασίστηκε στην L.P.B. [1990] 91 Cr. App. R. 359, σελ. 361. Στην Μιχαήλ αναφέρεται η υπόθεση J.W. [2000] 1 Cr. App. R. (S) 234, όπου τα αδικήματα κατά της θυγατέρας του εφεσείοντος ο οποίος κατά τη δίκη ήταν 80 ετών, διαπράχθηκαν προ σαρακονταετίας, όταν αυτή ήταν μεταξύ 11 και 15 ετών. […]
Από την άλλη η καθυστέρηση από την ημερομηνία καταγγελίας της υπόθεσης μέχρι την επιβολή ποινής, συναρτάται με το δικαίωμα διάγνωσης της ποινικής ευθύνης εντός εύλογου χρόνου που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ, και λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας στην επιβολή ποινής, συμφώνως των καθιερωμένων αρχών της νομολογίας».
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, διαπιστώνω ότι τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα την 23.11.2019 και η ανήλικη κατήγγειλε το περιστατικό την 19.5.2020. Η υπόθεση καταχωρίστηκε την 28.5.2020. Αρχικά η υπόθεση ορίστηκε αρκετές φορές για απάντηση, ενόψει του ότι ηγέρθησαν από τους συνηγόρους ζητήματα έκδοσης και διατήρησης σε ισχύ διαταγμάτων αποκλεισμού εναντίον του κατηγορουμένου, τόσο σε σχέση με την παραπονούμενη, όσο και σε χώρους όπου συχνάζουν παιδιά, ενώ ζητήθηκαν λεπτομέρειες από την πλευρά της υπεράσπισης και έπειτα καταχωρίστηκε τροποποιημένο κατηγορητήριο. Την 16.10.2020 ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 24.1.2021.
Ακολούθως, η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρκετές φορές, για τους λόγους που εξηγούνται στα πρακτικά του φακέλου του Δικαστηρίου και την 25.9.2025, ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1 και 3, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες διακόπηκαν. Δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες για την ετοιμασία Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ενώ η υπόθεση αναβλήθηκε μερικές φορές για σκοπούς σκοπούς παράθεσης γεγονότων και αγόρευσης μετριασμού της ποινής, κατόπιν υποβολής αιτημάτων των συνηγόρων.
Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο επτά περίπου έτη μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, εντός της παρόδου αυτών των επτά ετών, οι περιστάσεις του κατηγορουμένου μεταβλήθηκαν, καθότι παντρεύτηκε ξανά και απέκτησε άλλα δύο παιδιά, ηλικιών δύο ετών σήμερα, επομένως είναι πλέον πατέρας τεσσάρων παιδιών, εκ των οποίων τα τρία είναι κάτω των δέκα ετών, ενώ επί της ουσίας είναι το πρόσωπο το οποίο στηρίζει οικονομικά την οικογένειά του, καθώς η σύζυγός του εργάζεται περιστασιακά και δεν κατάγεται από την Κύπρο, πληρώνει δε διατροφή για τα παιδιά που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο.
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, καθώς επίσης και την ανάγκη επιβολής ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.
Συνεπακόλουθα, ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο, για την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει, ποινή φυλάκισης 28 μηνών.
Καμία ποινή στην 3η κατηγορία, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και το ότι πρόκειται για το σύνολο μίας ενιαίας έκνομης συμπεριφοράς.[16]
Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία (3) έτη.
Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[17] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[18]
Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[19]
Ως έχει νομολογηθεί, τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, είναι τα ακόλουθα:[20]
(α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του,
(β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και
(γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.
Στη Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως.
Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ’ αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος.
Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ημερ. 4.6.2026, Αντρέας Σπύρου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 300/2025, η οποία αφορούσε στο πολύ σοβαρό αδίκημα της ληστείας και όπου λέχθηκε ότι κατά την εξέταση του ενδεχομένου της αναστολής, θα έπρεπε να εκτιμηθούν πρωτοδίκως οι συνέπειες της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στον συγκεκριμένο εφεσείοντα και τις δυσανάλογα και ιδιαίτερα επαχθείς επιπτώσεις που μπορεί να φέρει στην προσωπική και κοινωνική του κατάσταση. Στην εν λόγω υπόθεση, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των τριών ετών αναστάλθηκαν, ενώ αξίζει να σημειωθεί, ότι ο εφεσείων στην υπόθεση εκείνη ήταν άτομο νεαρής ηλικίας, λευκού ποινικού μητρώου, προέβη σε άμεση παραδοχή και απολογία, δεν ενήργησε με προσχεδιασμό, ήταν δε υπό την επίδραση της στέρησης ναρκωτικών ουσιών κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Ως έχει επίσης νομολογηθεί, εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος.[21]
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο προβληματίστηκε έντονα επί του ζητήματος της αναστολής.
Σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, περιλαμβανομένης της σοβαρότητας των διαπραχθέντων αδικημάτων, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως έχουν μεταβληθεί και διαμορφωθεί σήμερα, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί.
Τονίζω, ότι δεν παραγνωρίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό. Έχω συνάμα κατά νου τις ιδιαιτερότητες της παρούσας υπόθεσης, την έκταση των πράξεων του κατηγορουμένου και τη σοβαρότητά τους, αλλά και το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκαν ενώπιόν μου μόνιμα κατάλοιπα στην παραπονούμενη, ένεκα της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου.
Λαμβάνοντας λοιπόν ιδιαίτερα υπόψη το ότι ο κατηγορούμενος εντός του χρόνου που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων που αφορά η παρούσα μέχρι και σήμερα δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη, ενώ έχει μεταβάλει προς θετική κατεύθυνση τη ζωή του, καθώς διάγει έντιμο βίο, έχει τρία ανήλικα τέκνα πολύ μικρών ηλικιών, είναι λευκού ποινικού μητρώου, απολογήθηκε αμέσως για τις πράξεις του, παραδέχθηκε ενοχή και στηρίζει οικονομικά την οικογένειά του, η οποία θα υποστεί τις δυσμενείς συνέπειες του εγκλεισμού του στην φυλακή, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία.
Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών.
Έχοντας λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και ειδικότερα, τη σοβαρότητα και φύση των ποινικών αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο, τις προσωπικές περιστάσεις του και τις ποινές που του επιβλήθηκαν μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, κρίνω ορθό, δίκαιο και ανάλογο, όπως εκδώσω διάταγμα εποπτείας εναντίον του κατηγορουμένου, βάσει των προνοιών του αρ. 14(1)(γ) του Ν. 91(Ι)/2014, ως η εισήγηση της υπεράσπισης.
Κατά συνέπεια, επιπρόσθετα των ποινών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, εκδίδεται εναντίον του διάταγμα εποπτείας από την Αρχή Εποπτείας η οποία έχει εγκαθιδρυθεί και λειτουργεί βάσει του Μέρους V του Νόμου 91(Ι)/2014, για περίοδο δύο ετών από σήμερα.
Περαιτέρω, ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχονται από το άρθρο 14 του Ν.91(Ι).2014, κρίνω επιβεβλημένο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όπως εκδοθούν εναντίον του κατηγορούμενου τα ακόλουθα διατάγματα, με τα οποία απαγορεύεται σε αυτόν, για τα επόμενα 3 έτη:
1. Να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά.
2. Να εργοδοτηθεί ή να απασχοληθεί σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
3. Να διαμένει σε χώρο διαμονής παιδιών ή σε χώρο, ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
Τα Τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
€60,00 έξοδα να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο.
(Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης).
(Υπ.) ……………………
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.
[3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).
[6] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.
[7] Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 59/2016, 23/3/2017, Στη ΓΕ ν. ΧΧ, Π.Ε. 36/2017, 14/6/2017, ECLI:CY:AD:2017:B219, Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 135/2014, 22/11/2016.
[8] Kolev v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 197, Αστυνομία ν. Βακανά Π.Ε. 173/2020 ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).
[9] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.
[10] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 359.
[11] Σ.Κ. ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 304, Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας.
[12] Astrid Schadow v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 5576, ημερ. 13.04.1992.
[13] Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 & Ioannou v. Police (1985) 2 C.L.R. 14.
[14] Καυκαρής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 203, 222.
[15] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζήνωνα Γεωργίου, Πονική Έφεση αρ. 7012 ημερ. 11.4.2001 & Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στυλιανού Στυλιανού (2009) 2 ΑΑΔ 543.
[16] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.
[17] Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161.
[18] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.
[19] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.
[20] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.
[21] Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2003) 2 Α.Α.Δ. 511.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο