ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2854/2021
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν
A.K.
Κατηγορούμενη
Ημερομηνία: 5 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού
Για Κατηγορούμενη: κα Κ. Νικολάου
Κατηγορούμενος παρών.
ΠΟΙΝΗ
[Α] Εισαγωγή
Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του, για τη διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (3η και 4η κατηγορία), της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις (5η και 6η κατηγορία) και της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του (7η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και της οικείας νομοθεσίας. Οι κατηγορίες 1 και 2 διακόπηκαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 3η και 4η κατηγορία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του έτους 2014 και της 9ης Απριλίου 2021 στη Λεμεσό, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστά έγγραφα, δηλαδή ταυτότητα και άδεια οδήγησης.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 5η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2018 στη Λεμεσό, εσκεμμένα εξασφάλισε εγγραφή με ψευδή παράσταση στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, δηλ. παρουσίασε την βουλγάρικη ταυτότητα με αρ. [ ] και την βουλγάρικη άδεια οδήγησης με αρ. [ ], δηλώνοντας ψευδώς ότι ήταν ιδιοκτήτης των εν λόγω εγγράφων, ενώ γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένα.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 6η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2014 και της 9ης Απριλίου 2021 στη Λεμεσό, εσκεμμένα εξασφάλισε εγγραφή με ψευδή παράσταση στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλ. παρουσίασε την βουλγάρικη ταυτότητα με αρ. [ ], δηλώνοντας ψευδώς ότι ήταν ιδιοκτήτης της εν λόγω ταυτότητας, ενώ γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένη.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 7η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του έτους 2011 και της 9ης Απριλίου 2021 στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλ. υπήκοος Γεωργίας, παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.
[Β] Γεγονότα
Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.
Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο εν λόγω κείμενο γεγονότων, η ΥΑΜ Αρχηγείου παρέλαβε πληροφορία σύμφωνα με την οποία ο Α.Κ. από τη Γεωργία κατείχε και χρησιμοποιούσε πλαστή ταυτότητα Βουλγαρίας στο όνομα Α.Κ. και πλαστή άδεια οδήγησης Βουλγαρίας με αρ. [ ] στο συγκεκριμένο όνομα, ενώ στο Κεντρικό σύστημα της Αστυνομίας εντοπίζεται ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης οχήματος με στοιχεία πλαστής Βουλγάρικης ταυτότητας και βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα, καθώς δεν κατέχει οποιαδήποτε άδεια παραμονής.
Στην κατάθεσή του, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και ανέφερε ότι εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2007 και συνελήφθη από την Αστυνομία και φυλακίστηκε για μερικούς μήνες. Του δόθηκε προσωρινή άδεια παραμονής η οποία έληξε το 2011 και έκτοτε παρέμενε παράνομα στην Κύπρο. Ανέφερε επίσης, ότι το 2014 ήρθε σε επαφή με ένα γνωστό του πρόσωπο βουλγαρικής ή ρουμανικής καταγωγής, με το οποίο συμφώνησε την κατασκευή ενός πλαστού δελτίου ταυτότητας και άδειας οδήγησης Βουλγαρίας για το ποσό των €100,00. Με την εν λόγω ταυτότητα και άδεια οδήγησης, έκανε εγγραφή στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ενέγραψε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών το όχημά του.
Στα εν λόγω έγγραφα διενεργήθηκε εξέταση από εμπειρογνώμονα, ο οποίος κατέληξε ότι επρόκειτο περί πλαστών εγγράφων. Από δε έλεγχο που διενεργήθηκε στο μηχανογραφημένο σύστημα του ΤΑΠΜ διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αιτητής ασύλου στη Δημοκρατία και το αίτημά του απορρίφθηκε πρωτοβάθμια την 5.10.2021 χωρίς να υπάρχει προσφυγή εναντίον της απόφασης αυτής.
Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.
[Γ] Μετριασμός Ποινής
Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, αναφορικά με τα αδικήματα για τα οποία παραδέχθηκε ενοχή, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την παραδοχή του πριν το ακροαματικό στάδιο και την απολογία του. Αναφέρθηκε περαιτέρω στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, επισημαίνοντας ότι ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στη διάπραξή τους λόγω φτώχειας, ώστε να μπορέσει να εργαστεί. Έκτοτε, δεν περιέπεσε στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος.
Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στις επιπτώσεις που θα έχει τυχόν εγκλεισμός του κατηγορουμένου στη φυλακή στην οικογένειά του, υποδεικνύοντας ότι πρόκειται για οικογενειάρχη και πατέρα τριών ανηλίκων και εισηγήθηκε, όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας, αυτή ανασταλεί. Αναφορικά με την 7η κατηγορία, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε σχετική αίτηση επανανοίγματος του φακέλου του, της οποίας η εξέταση εκκρεμεί. Προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας της προσκόμισε στο Δικαστήριο την εν λόγω αίτηση, καθώς επίσης και τα πιστοποιητικά γέννησης των ανήλικων τέκνων του κατηγορουμένου.
Ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ως αυτές προσδιορίζονται κατωτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία καταγράφονται οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο.[1]
Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 55 ετών και κατάγεται από τη Γεωργία. Ήρθε στην Κύπρο το 2007 για σκοπούς εργασίας και απέκτησε τρία παιδιά με γυναίκα ομοεθνή του, δύο εκ των οποίων γεννήθηκαν στην Κύπρο. Διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία μαζί με την οικογένειά του και εργάζεται περιστασιακά ως εργάτης σε οικοδομές, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, λαμβάνοντας περί τα €400,00 - €500,00 μηνιαίως. Η σύζυγός του εργάζεται ως καθαρίστρια και λαμβάνει περί τα €700,00 - €1.000,00 μηνιαίως
[Δ] Νομική Πτυχή
Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2]
Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4]
Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.
Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6]
Ειδικότερα, για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, τα αρ. 335, 339 και 305 του Ποινικού Κώδικα προβλέπουν την επιβολή ποινής φυλάκισης τριών ετών, ενώ για το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη άδειας παραμονής, το αρ. 19(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης 12 μηνών.
Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.
Στην υπόθεση Ματούρ ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 36, η οποία αφορούσε σε χρήση και εμπορία πλαστών διαβατηρίων και όπου επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλάκισης 12 μηνών, λέχθηκαν τα εξής:
«Η εμπορία πλαστών διαβατηρίων μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα ή ένα έγκλημα με διεθνείς προεκτάσεις και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Προσφέρουμε φιλοξενία στους ξένους με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στον τόπο μας ... ».
Στην Khaknegad v. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 192, επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, 3 μηνών σε αδίκημα πλαστοπροσωπίας, 2 μηνών για τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και 10 μηνών στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων σε άτομο από το Ιράν που ήλθε στην Κύπρο επειδή κινδύνευε η ζωή του.
Επρόκειτο για άτομο που προερχόταν από πολύτεκνη οικογένεια, χαμηλής οικονομικής κατάστασης, το οποίο επικαλέστηκε ότι κινδύνευε η προσωπική του ασφάλεια στη χώρα καταγωγής του, εξαιτίας πολιτικών συγκρούσεων που επικρατούν εκεί και γι’ αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να αιτηθεί πολιτικό άσυλο σε ευρωπαϊκή χώρα. Προέβη σε άμεση παραδοχή και ήταν λευκού ποινικού μητρώου.
Παρά τη συμπάθεια που το Δικαστήριο επέδειξε, τονίστηκε ότι η συμπεριφορά του αλλοδαπού θα έπρεπε να ήταν διαφορετική και ότι υπό το πλέγμα των γεγονότων της υπόθεσης, δεν ήταν δυνατό να αποφευχθεί η επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης.
Στην Γ.Ε. ν Στέλιου Δημητρίου, Π.Ε. Αρ. 41/2025 ημερ. 10.4.2025, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης ενός, δύο και τριών μηνών φυλάκισης, για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών σε κάθε κατηγορία. Διαφωτιστικό επί της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτής της φύσης, είναι το ακόλουθο απόσπασμα:
«Πιστεύουμε πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση το ότι είναι άκρως απαραίτητο και ουσιώδες σε κάθε ευνομούμενη κοινωνία να υπάρχει εμπιστοσύνη των πολιτών πως τα κυκλοφορούντα έγγραφα είναι γνήσια και όχι ψευδή ή κατασκευασμένα. Αυτό αφορά όλα τα έγγραφα, είτε χρησιμοποιούνται στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών είτε αφορούν στις σχέσεις μεταξύ αυτών και της Πολιτείας. Ο καθένας αντιλαμβάνεται τις τραγικές συνέπειες από έναν ενδεχόμενο κλονισμό ή μια πιθανή κατάρρευση αυτής της εμπιστοσύνης. Για την οποία εμπιστοσύνη προσθέτουμε ότι, υπό τη μορφή αμοιβαίας εμπιστοσύνης, απαιτείται διεθνώς και για την ύπαρξη καλών σχέσεων μεταξύ των Κρατών, προς όφελος και πάλι των πολιτών τους.
Εξ ου και ως προς την πρώτη πτυχή, στην υπόθεση Μουσικός v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286 εμφατικά τονίστηκε πως «[Α]δικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών» ενώ και στη μεταγενέστερη Γενικός Εισαγγελέας v. Χατζημιτσή (2005) 2 Α.Α.Δ. 101 λέχθηκε ότι «[Α]δικήματα αυτής της φύσης, και επαναλαμβάνουμε κατά συρροή σε μικρό μάλιστα χρονικό διάστημα, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο κολασμό. Άλλως πως το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται, με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας».
[…]
Η πλαστογραφία και η κυκλοφορία πλαστών εγγράφων έχουν κατά κανόνα ως άμεσο σκοπό την καταδολίευση άλλων και ως απώτερο στόχο την εξασφάλιση κάποιου οφέλους για τον δράστη, το οποίο δυνατόν να είναι οικονομικό, περιουσιακό ή άλλο όφελος, που βελτιώνει τη δική του θέση είτε εις βάρος άλλων νομοταγών πολιτών είτε όχι. Προεξάρχει λοιπόν το ιδιοτελές συμφέρον του δράστη (ή του περιβάλλοντός του) και είναι ακριβώς σε αυτό στο οποίο έγκειται η βασική εγκληματική απαξία της συμπεριφοράς αυτής. Δεν είναι δε τυχαίο το ότι στις πλείστες των υποθέσεων αναδεικνύεται από τα Δικαστήρια η ιδιοτέλεια η οποία υποκρύπτεται πίσω από τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, ενώ σχεδόν σε όλες τις αποφάσεις τονίζεται η αμείωτη συχνότητα στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές».
Στην William Thuo David. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 431, ο εφεσείων παραδέχθηκε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα και το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε τα γεγονότα της υπόθεσης, την παραδοχή, μεταμέλεια και το νεαρό της ηλικίας του εφεσείοντα, του επέβαλε ποινή φυλάκισης 9 μηνών, ποινή η οποία επικυρώθηκε, παρότι χαρακτηρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως επιεικής, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Ο εφεσείων εξασφάλισε το πλαστό διαβατήριο από την τουρκοκρατούμενη περιοχή της Κύπρου, όπου είχε αφιχθεί. Ήλθε αργότερα στις περιοχές που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, με σκοπό να χρησιμοποιήσει το νόμιμο αεροδρόμιο και να μεταβεί στην Αγγλία. Οι κυπριακές αρχές έχουν καθήκον να εφαρμόζουν το νόμο και τις διεθνείς μας συμβάσεις, και ασφαλώς να μη επιτρέπουν τη διακίνηση προσώπων με πλαστά έγγραφα. Ο εφεσείων, αν πράγματι ήθελε να ζητήσει πολιτικό άσυλο από τις αρχές της κυπριακής δημοκρατίας, δεν θα ερχόταν από την πατρίδα του στις τουρκοκρατούμενες περιοχές, όπου και εξασφάλισε το πλαστό διαβατήριο. Θα μπορούσε να παρουσιαστεί στις αρχές της κυπριακής δημοκρατίας και να αναφέρει την πρόθεση του να ζητήσει πολιτικό άσυλο, για τους λόγους που επικαλείται. Αντ΄αυτού επιχείρησε να ταξιδέψει στην Αγγλία. Είναι δε κατά τον έλεγχο που οι αρχές διαπίστωσαν πως το διαβατήριο του ήταν πλαστό. Στη βάση αυτών των γεγονότων, η επιμέτρηση της ποινής από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ελέγχεται ως λαθεμένη».
Τέλος, παραπέμπω στην Eazadi ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 238, όπου απορρίφθηκε έφεση η οποία αφορούσε στη μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα για πανομοιότυπα αδικήματα, με το Ανώτατο να αποφαίνεται πως «η σοβαρότητα των τελεσθέντων αδικημάτων ειδικά σε σχέση με την πλαστογραφία δημοσίου εγγράφου και δη διαβατηρίου, ορθά οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη μη αναστολή της ποινής. Η αναστολή θα έδινε λανθασμένα μηνύματα γι' αυτού του είδους τη συμπεριφορά».
Πέραν των ανωτέρω, η συχνότητα διάπραξης τέτοιας φύσεως αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[7]
Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[8]
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.
Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο.
Παράλληλα, ως μετριαστικούς παράγοντες, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, το οποίο σε συνδυασμό με την ηλικία του και τον πρότερο έντιμο του βίο, παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να τον μεταχειριστεί με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.
Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου την παραδοχή του, έστω και σε αυτό το στάδιο,[9] καθώς επίσης και τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, δίχως ωστόσο να διαλανθάνει την προσοχή μου ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος ήταν συνεχή και διήρκησαν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ιδιαίτερα ότι πρόκειται για πατέρα τριών ανηλίκων, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι οι εν λόγω προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.
Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς, ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα στα οποία παραδέχθηκε ενοχή για να εργαστεί, καθώς προέρχεται από περιβάλλον με δύσκολες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, αλλά και τις δυσμενείς επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει στον ίδιο καθώς και στην οικογένειά του η τυχόν επιβολή σε αυτόν ποινής φυλάκισης.[10] Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου ότι σήμερα ο κατηγορούμενος προέβη σε διαβήματα νομιμοποίησης του καθεστώτος κάτω από το οποίο διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία, έχοντας συνάμα κατά νου ότι από το 2021 που απορρίφθηκε η αίτηση του, δεν προέβη σε οποιοδήποτε σχετικό διάβημα, ενόψει των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου.
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.
Συνεπακόλουθα, ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
3η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 10 μηνών.
4η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 10 μηνών.
5η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 10 μηνών.
6η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 10 μηνών.
7η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 2 μηνών.
Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης συντρέχουν, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας, πρόκειται δε για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά τα οποία συνδέονται χρονικά και τοπικά.[11]
Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία (3) έτη.
Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[12]
Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[13]
Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[14]
Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής ποινής φυλάκισης, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και δίχως να παραγνωρίζω τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και αφού έλαβα υπόψη μου όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπό του, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει, καταλήγω ότι η εισήγηση για αναστολή δεν μπορεί να επιτύχει.
Και τούτο, καθώς οι ελαφρυντικοί παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, σε συνάρτηση με τα ειδικά περιστατικά της υπόθεσης. Διαφορετική κατάληξη, θεωρώ ότι θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία.[15]
Συνεπακόλουθα, δεν καταλήγω ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα.
Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
€80,00 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
(Υπ.) …………………..
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.
[3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).
[6] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.
[7] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.
[8] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.
[9] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 359.
[10] Astrid Schadow v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 5576, ημερ. 13.04.1992.
[11] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.
[12] Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161.
[13] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.
[14] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.
[15] Eazadi ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 238, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 A.A.Δ. 930.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο