Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 16799/18, 9/6/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 16799/18, 9/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: K.Γεωργίου, Ε.Δ.

                                                                       Αρ. Υπόθεσης: 16799/18

 

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού

 

ν.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ

 

--------------------------

Ημερομηνία: 09 Ιουνίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για κατηγορούσα αρχή: κ.Γ.Αργυρού

Για κατηγορούμενο: κ.Μ.Κωνσταντίνου

Κατηγορούμενος παρών

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο κατηγορούμενος κατηγορείται με πέντε κατηγορίες, οι οποίες αφορούν εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις (1η και 2η κατηγορία), δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο (3η και 4η κατηγορία) και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (5η κατηγορία). 

 

Σύμφωνα με την 1η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2006 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Π.Κ., το χρηματικό ποσό των ΛΚ81.550, δηλαδή προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα μεσολαβούσε στην αγορά τεμαχίου γης και εγγραφής στο όνομα του, στην περιοχή Πολεμιδιών με αποτέλεσμα ο πιο πάνω να τού δώσει το χρηματικό ποσό των ΛΚ81.550, ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πιο πάνω λεχθέντα ήσαν ψευδή.

 

Σύμφωνα με την 2η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2006 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Κ.Κ., το χρηματικό ποσό των ΛΚ33.134, δηλαδή προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα μεσολαβούσε στην αγορά τεμαχίων γης και εγγραφής στο όνομα του, στην περιοχή Πολεμιδιών με αποτέλεσμα ο πιο πάνω να του δώσει το χρηματικό ποσό των ΛΚ33.134, ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πιο πάνω λεχθέντα ήσαν ψευδή.

 

Σύμφωνα με την 3η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2006, με σκοπό την καταδολίευση συναλλάχθηκε σε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε άλλο, δηλαδή πώλησε στον Π.Κ., 3 τεμάχια γης στην περιοχή των Πολεμιδιών, τα οποία ανήκουν σε άλλους.

 

Σύμφωνα με την 4η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2006, με σκοπό την καταδολίευση συναλλάχθηκε σε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε άλλο, δηλαδή πώλησε στον Κ.Κ., 1 τεμάχιο γης στην περιοχή των Πολεμιδιών, το οποίο ανήκει σε άλλους.

 

Σύμφωνα με την 5η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2006 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία δηλαδή το χρηματικό ποσό των ΛΚ114.684 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω χρηματικό ποσό.

 

Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 5 μάρτυρες κατηγορίας, την Αρχ.Αστ.Ν.Π. (ΜΚ1), τον παραπονούμενο Π.Κ. (MK2), την Α.Κ. (ΜΚ3), τον παραπονούμενο Κ.Κ. (MK4) και τον Π.Π. (ΜΚ5).

 

Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, ενώ κλήθηκαν δύο μάρτυρες υπεράσπισης, ο Α.Μ. (ΜΥ1) και ο γραφολόγος Μ.Μ. (ΜΥ2).

 

 

ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:

-       οι ενέργειες των λειτουργών του κτηματολογίου που αναφέρονται στα Τεκμήρια 19 και 20 έγιναν στα πλαίσια των καθηκόντων τους και με την ενδεδειγμένη διαδικασία και

-       τα πιστοποιητικά έρευνας που εκδόθηκαν (Τεκμήρια 19 και 20), είναι ως αφορούσαν τα εν λόγω ακίνητα κατά τις εν λόγω χρονικές περιόδους που εκδόθηκαν από τους λειτουργούς.

Περαιτέρω κατατέθηκε ως παραδεκτό έγγραφο με την ένδειξη ΠΕ1 η κατάθεση του Αστ.Α.Π. ημερ.08/10/18 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της και ότι οι φωτογραφίες στις οποίες αναφέρεται στο ΠΕ1, είναι αυτές που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 10.

 

Επιπλέον στο Τεκμήριο 21 γίνεται παραδεκτή η διακίνηση των Τεκμηρίων από τον Αστ.Α.Κ.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.

ΜΚ1

Η ΜΚ1 αναγνώρισε την κατάθεση της ημερ.08/10/18, υιοθέτησε το περιεχόμενο της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και τη διάβασε στο Δικαστήριο. Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί στην ΑΔΕ Λ/σου και είναι τοποθετημένη στο ΤΑΕ. Την 18/06/18 ανέλαβε την διερεύνηση υπόθεσης που αφορούσε καταγγελία του ΜΚ2 και του ΜΚ4 για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις εναντίον του κατηγορουμένου. Την 20/07/18 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον ΜΚ2 σε σχέση με τα γεγονότα της καταγγελίας του και την ίδια μέρα 20/07/18 και ώρα 07:15, πριν την έναρξη της κατάθεσης, παρέλαβε από αυτόν διάφορα τεκμήρια. Την ίδια μέρα 20/07/18 και μεταξύ των ωρών 09:45-11:00, στην παρουσία της, ο παραπονούμενος προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών των τεμαχίων γης τα οποία ανάφερε στην κατάθεση του ότι του υπέδειξε για αγορά ο κατηγορούμενος. Κατά την υπόδειξη σκηνών, παρόντες ήταν και συνεργείο του Κτηματολογίου Λεμεσού, καθώς επίσης και ο Αστ.Α.Π. του ΤΑΕ Λ/σου ο οποίος λάμβανε φωτογραφίες.

Την 28/07/18 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον ΜΚ4 ο οποίος επίσης αναφέρθηκε στα γεγονότα της καταγγελίας του εναντίον του κατηγορουμένου. Την 04/10/18 και ώρα 14:05, δυνάμει Δικαστικού Εντάλματος Σύλληψης, συνέλαβε στο χωριό Παραμύθα της Επαρχίας Λεμεσού τον κατηγορούμενο. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε: «Δεν έχει πρόβλημα».

 

Την 04/10/18 και μεταξύ των ωρών 16:35-17:10 στα γραφεία του ΤΑΕ Λ/σου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο. Την 05/10/18 και μεταξύ των ωρών 16:10-16:20 παρέλαβε ως τεκμήρια δέκα δείγματα/γραφής υπογραφής που ο κατηγορούμενος έδωσε στην παρουσία της. Τα δείγματα γραφής/υπογραφής του κατηγορουμένου, καθώς επίσης και το τεκμήριο με διακριτικά Ν.Π.5 το παρέδωσε την 08/10/18 και ώρα 08:00 στον Αστ.Α.Κ. του τμήματος της, για να τα μεταφέρει στο Εργαστήριο Γραφολογίας του Αρχηγείου Αστυνομίας για να τύχουν επιστημονικών εξετάσεων. Επίσης στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης έλαβε αριθμό καταθέσεων και διενήργησε διάφορες εξετάσεις.

 

Ακολούθως αναγνώρισε την ανακριτική κατάθεση ημερ.04/10/18 που έλαβε από τον κατηγορούμενο και την κατέθεσε ως Τεκμήριο 2. Σε σχέση με τα τεκμήρια που αναφέρει στην κατάθεση της- Τεκμήριο 1, τα παρουσιάσε και κατατέθηκαν στον Δικαστήριο ως ακολούθως:

-       έγγραφο με επικεφαλίδα «Αποδείξεις εισπράξεως» για το ποσό των ΛΚ16.500 ως Τεκμήριο 3,

-       κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού του παραπονουμένου-ΜΚ2 και της ΜΚ3 όπου φαίνεται η έκδοση της επιταγής για ΛΚ42.700 ως Τεκμήριο 4,

-       αντίγραφο της επιταγής της ΣΠΕ Αγρού για το ποσό των ΛΚ30.000 ως Τεκμήριο 5,

-       επιταγή της ΣΠΕ Αγ.Φύλας για το ποσό των €200.000 ως Τεκμήριο 6,

-       γραμμάτιο για το ποσό των ΛΚ125.000 ημερ.14/03/07 ως Τεκμήριο 7 και

-       δείγματα γραφής του κατηγορουμένου ως Τεκμήριο 8.

Ακολούθως αναφέρθηκε στο κάθε Τεκμήριο ξεχωριστά και διευκρίνισε τα ακόλουθα.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι είναι απόδειξη που έλαβε ο παραπονουμένος από τον κατηγορούμενο.

Σε σχέση με το Τεκμηριο 4 ανέφερε ότι αυτό δεικνύει την τραπεζική επιταγή την οποία έδωσε ο παραπονούμενος- ΜΚ2 στον κατηγορούμενο.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι είναι η επιταγή που εξέδωσε ο ΜΥ1 προς τον παραπονούμενο- ΜΚ2 ο οποίος ενήργησε ως μεσάζοντας του κατηγορουμένου και του παραπονουμένου.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 6 ότι είναι επιταγή που δόθηκε στον παραπονούμενο- ΜΚ2 από τον κατηγορούμενο ως ασφάλεια, του είπε να μην την καταθέσει και μετά θα του έδινε χρήματα να του τη δώσει πίσω.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 7 ότι είναι μια απόδειξη ότι αυτά τα χρήματα τα χρωστά ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο- ΜΚ2.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 8 είναι τα δείγματα γραφής που ζητήθηκε να δώσει ο κατηγορούμενος και τα έδωσε.

 

Αναγνώρισε ακολούθως την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του εργαστηρίου γραφολογίας η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9.

 

Στη συνέχεια αναγνώρισε δέσμη 9 φωτογραφιών τις οποίες αναφέρει στην κατάθεση της και λήφθηκαν από τον Αστ.Α.Π. και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 10. Σε σχέση με το εν λόγω Τεκμήριο ανέφερε ότι είναι τεμάχια γης που τους υπέδειξε ο παραπονούμενος και τα οποία έδωσε χρήματα ο παραπονούμενος για να αγοράσει. Η φωτογράφιση έγινε παρουσία του κτηματολογίου για να διαπιστώσουν τους ιδιοκτήτες των τεμαχίων. Επεξήγησε κάθε φωτογραφία ξεχωριστά και τι απεικονίζεται σε έκαστη από αυτές. Με βάση την καταγγελία του παραπονουμένου-ΜΚ2 ανέφερε ότι κανένα τεμάχιο δεν μεταβιβάστηκε στον παραπονούμενο και έγιναν οι υποδείξεις για να τους πουν από το κτηματολόγιο και να εντοπιστούν οι ιδιοκτήτες ούτως ώστε να επικοινωνήσει με τους ιδιοκτήτες για να δουν εάν τα τεμάχια ήταν προς πώληση. Ακολούθως συμβουλεύτηκε το φάκελο της υπόθεσης και ανέφερε ότι υπάρχει η απάντηση του κτηματολογίου με τα στοιχεία των τεμαχίων και κάποια έγγραφα όπου φαίνονται οι ιδιοκτήτες την επίδικη ημερομηνία. Επιπλέον ανέφερε ότι υπήρξε επικοινωνία με κάποιους από τους ιδιοκτήτες, από τους οποίους κανένας δεν ανέφερε ότι είχε προς πώληση τα εν λόγω τεμάχια, ούτε και έδωσαν εξουσιοδότηση για πώληση των τεμαχίων.

 

Ακολούθως κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 δέσμη εγγράφων με το ημερολόγιο ενεργείας σε σχέση με τις ενέργειες που ανέφερε για τον εντοπισμό των ιδιοκτητών των τεμαχίων.

Αντεξεταζόμενη επανέλαβε ότι είναι η ανακρίτρια της υπόθεσης, η κατάθεση που έλαβε από τον παραπονούμενο ήταν ανοικτή και παρέλαβε τα Τεκμήρια τα οποία κατέθεσε 3-9. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι δεν κάλεσαν το πρόσωπο που πιστοποίησε το εν λόγω Τεκμήριο. Σε υποβολή ότι στο Τεκμήριο 6 δεν είναι η υπογραφή του κατηγορουμένου, παρόλο που στην ανακριτική του κατάθεση -Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι είναι δική του η υπογραφή, είπε ότι αυτό το ανέφερε στην κατάθεση του τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο παραπονούμενος. Σε σχέση με το Τεκμήριο 9 όπου αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να συνδεθεί στα Τεκμήρια 7 και 8, συμφώνησε. Ανέφερε ότι για τις υποδείξεις των τεμαχίων γης που αναφέρει στην κατάθεση της έχει την εντύπωση ότι αφορούσαν και τεμάχια που είχαν σχέση και με τον αδελφό του ΜΚ2, τον ΜΚ4. Τον ΜΚ4 δεν τον πήραν για υποδείξεις των τεμαχίων, ο ίδιος τους ανέφερε ότι είναι αυτά που τους έδειξε ο αδελφός του- ΜΚ2 και την υπόθεση την χειριζόταν ο αδελφός του-ΜΚ2. Τέλος διαφώνησε με τις υποβολές της υπεράσπισης ότι έκανε ελλιπής διερεύνηση.

 

ΜΚ2

Ο MK2 είναι ένας από τους παραπονούμενους στην παρούσα υπόθεση. Αναγνώρισε την κατάθεση του ημερ.20/07/18, υιοθέτησε το περιεχόμενο της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 και τη διάβασε στο Δικαστήριο. Σε αυτήν αναφέρει ότι τον Γενάρη του 2006 του τηλεφώνησε ο ΜΥ1, ο κουμπάρος του και του είπε να πάει στο μαγαζί του και τον ήθελε. Με τον συγκεκριμένο κουμπάρο του, κατά τον πιο πάνω χρόνο διατηρούσαν άριστες σχέσεις και του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Όταν πήγε στο μαγαζί του, ο ΜΥ1 του είπε ότι έχει ένα φίλο ο οποίος ασχολείται με αγορές οικοπέδων και χωραφιών και τον ρώτησε αν ενδιαφέρεται για να αγοράσει χωράφι. Ο ΜΚ2 τον ρώτησε αν ήταν καλή περίπτωση και ο ΜΥ1 του απάντησε ότι αυτός είχε αγοράσει ένα χωράφι σε πολύ χαμηλή τιμή επειδή ο φίλος του τα αγοράζει φθηνά. Τότε ο ΜΚ2 του είπε ότι τον ενδιαφέρει και ενημέρωσε σχετικά και τον αδερφό του -ΜΚ4, ο οποίος του είπε ότι και αυτός ενδιαφέρεται.

 

Ο ΜΥ1 τους έφερε σε προσωπική συνάντηση με τον φίλο του, ο οποίος ήταν ο κατηγορούμενος και παρών ήταν και ο ΜΥ1. Ο κατηγορούμενος στην συνάντηση τους ανάφερε ότι είχε δύο τεμάχια γης Τουρκοκυπριακά, στην περιοχή Πολεμιδιών, κοντά στο νέο νοσοκομείο. Τους είχε αναφέρει ότι η τιμή τους ήταν ΛΚ7.000 και ΛΚ9.000 αντίστοιχα. Ο ΜΚ2 τον ρώτησε πως γίνεται να είναι τόσο φθηνά και ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι είναι Τουρκοκυπριακά και θέλουν να τα πουλήσουν και ότι θα πλήρωναν τα πιο πάνω ποσά και επιπλέον τους φόρους του Κτηματολογίου όταν θα γινόταν η μεταβίβαση. Οι ΜΚ2 και ΜΚ4 δέχτηκαν και του ζήτησαν να πάνε να δουν τα χωράφια. Πήγαν στα Πολεμίδια, τους έδειξε το πρώτο τεμάχιο για το οποίο ενδιαφέρθηκε ο ΜΚ2 και το οποίο είναι κοντά στο γήπεδο του Ποδοσφαίρου των Πολεμιδιών, κοντά στο νέο νοσοκομείο και του ανάφερε ότι ήταν 7 σκάλες. Τότε τον ρώτησε πόσα κοστίζει και του απάντησε ΛΚ9.000. Επίσης τους έδειξε ακόμα ένα τεμάχιο για το οποίο ενδιαφέρθηκε ο ΜΚ4, το οποίο είναι πάνω στην διασταύρωση του νέου νοσοκομείου, γωνιακό, το οποίο είχε μέσα θερμοκήπιο και το οποίο όπως τους είπε κόστιζε ΛΚ7.000. Ο κατηγορούμενος τους έδειξε κάποια χαρτιά και διαβατήρια και τους είπε ότι ήταν πληρεξούσια και τα στοιχεία των Τουρκοκυπρίων για να γίνει η μεταβίβαση. Τους ανέφερε όμως ότι έπρεπε να περιμένουν 6 μήνες και μετά θα έπαιρναν τους τίτλους ιδιοκτησίας. Την επόμενη ημέρα ο ΜΚ2 πήγε και έδωσε στον κατηγορούμενο ΛΚ9.000 και ο ΜΚ4 ΛΚ7.000. Εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος ζήτησε από τους ΜΚ2 και ΜΚ4 και του πήραν φωτοτυπίες των δελτίων ταυτότητας τους καθώς και της ΜΚ3- συζύγου του ΜΚ2, γιατί όπως τους είπε ήθελε να τα έχει για να κάνει τις μεταβιβάσεις. Ο κατηγορούμενος τους έδωσε ένα έγγραφο υπογραμμένο από τον ίδιο και από τον κοινοτάρχη στο οποίο αναφέρεται ότι έλαβε τα πιο πάνω ποσά από τους ΜΚ2 και ΜΚ4 (Τεκμήριο 3). Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι στη συμπληρωματική του κατάθεση- Τεκμήριο 13 ο ΜΚ2 αναφέρει ότι το ποσό των ΛΚ9.000 το έδωσε ο αδελφός του- ΜΚ4 και ότι ο ίδιος έδωσε ΛΚ.7.500 όχι ΛΚ7.000.

 

Μετά την συνάντηση τους, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ΜΚ2 και του ανέφερε ότι έχει ακόμα ένα τεμάχιο, κοντά στο κλειστό γήπεδο του Παναθηναϊκού, που βρίσκεται στην περιοχή του νέου νοσοκομείου στα Πολεμίδια. Τότε ο ΜΚ2 πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο, ο οποίος του υπέδειξε το εν λόγω τεμάχιο και το οποίο μου ανάφερε ότι ήταν ΛΚ12.000 και επιπλέον οι φόροι του κτηματολογίου όταν θα γινόταν η μεταβίβαση. Ο ΜΚ2 θεώρησε ότι ήταν ευκαιρία και αυτό και έτσι αποφάσισε να το πάρει για το δώσει στην αδελφή του. Ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι είχε όλα τα χαρτιά και πληρεξούσιο για την μεταβίβαση και ότι έπρεπε να αναμένει 6 μήνες για την μεταβίβαση. Τις επόμενες ημέρες έδωσε τις ΛΚ12.000 στον κατηγορούμενο αλλά αυτός δεν του έδωσε οποιαδήποτε απόδειξη.

 

Μετά από λίγες μέρες του τηλεφώνησε πάλι και του ανάφερε ότι είχε δύο τεμάχια στην περιοχή Βερεγγάρια, στα Πολεμίδια, σε πολύ καλή τιμή και πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο για να του τα δείξει. Του τα έδειξε και του ανέφερε ότι ήταν ΛΚ7.000 και ΛΚ9.000 αντίστοιχα. Τον διαβεβαίωσε πάλι ότι είχε όλα τα χαρτιά και πληρεξούσιο για την μεταβίβαση και ότι έπρεπε να αναμένει 6 μήνες για την μεταβίβαση. Ο ΜΚ2 αποφάσισε να τα αγοράσει και αυτά γιατί ήταν τόσο πειστικός ότι όλα ήταν εντάξει και το θεώρησε πάρα πολύ καλή ευκαιρία. Του έδωσε το ποσό των ΛΚ16.000 αλλά ο κατηγορούμενος δεν του έδωσε απόδειξη.

 

Μετά από λίγες μέρες του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος ότι εντόπισε ένα μικρό κομμάτι ενδιάμεσα των δύο προαναφερόμενων τεμαχίων στην περιοχή Βερεγγάρια και ήθελε ακόμα ΛΚ1.500. Ο ΜΚ2 προσθέτει στην κατάθεση του ότι εκείνον τον καιρό είχε κατασκευάσει μια πέργολα στο σπίτι του γιου του κατηγορουμένου, η αξία της οποία ήταν ΛΚ1.500 και του πρότεινε να μην πληρωθεί την πέργολα και να καταβάλει ο κατηγορούμενος τις ΛΚ1.500, γιατί ο ΜΚ2 δεν είχε άλλα λεφτά να του δώσει. Για τα υπόλοιπα χρηματικά ποσά που του έδωσε για τα τεμάχια κοντά στο κλειστό γήπεδο Παναθηναϊκού και στο Βερεγγάρια δεν του έδωσε οποιοδήποτε έγγραφο που να πιστοποιεί ότι του τα έδωσε γιατί αναπτύχθηκε μια φιλία μεταξύ τους και τον εμπιστεύτηκε. Ο ΜΚ2 αναφέρει ότι ο λόγος που προχώρησε στην αγορά αυτών των τεμαχίων ήταν για επενδυτικούς σκοπούς, με την έννοια ότι είχε σκοπό μεταγενέστερα κάποια να τα πουλήσει σε πιο ψηλή τιμή για να αποπληρώσει τόσο τα δάνεια του όσο και να του μείνει κάποιο κέρδος, αλλά και για να μεταβιβάσει κάποια και στα παιδιά του, γιατί ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωνε ότι ήταν όλες οι πράξεις καθαρές, δεν θα υπήρχε πρόβλημα και ο ΜΚ2 δεν ήθελε να χάσει αυτήν την ευκαιρία που του δόθηκε.

 

Ένεκα των πιο πάνω, με τον κατηγορούμενο ανέπτυξαν μια φιλική σχέση, είχαν και επαγγελματική συνεργασία αφού του έκανε δουλειές στο σπίτι του. Ο ΜΚ2 περίμενε να περάσει το χρονικό διάστημα το οποίο του είπε ότι θα του έδινε τους τίτλους ιδιοκτησίας για να προχωρούσε και ο ΜΚ2 στην πώληση κάποιου τεμαχίου για οικονομική ανάσα, όπως ήταν η αρχική του σκέψη που προχώρησε στην αγορά των τεμαχίων, γιατί εκτός από τα δάνεια που είχε, έκανε ανακαίνιση του σπιτιού του τότε και είχε ανάγκη από χρήματα.

 

Όταν πέρασε το διάστημα των 6 μηνών ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήθελε ακόμη λίγο χρόνο και ήταν θέμα ημερών να εκδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας. Στο μεσοδιάστημα, όταν ο κατηγορούμενος του είπε ότι τα χωράφια ήταν έτοιμα για μεταβίβαση, του ζήτησε και ο ΜΚ2 του έδωσε, το ποσό των ΛΚ1.850, για να πληρώσει τους φόρους για να μπορέσει να πάρει τα χαρτιά για να κάνει την μεταβίβαση. Μετά από λίγο καιρό ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν όλα έτοιμα και ότι έπρεπε να γίνει η μεταβίβαση και ότι χρειαζόταν για φόρους μεταβίβασης το ποσό των ΛΚ42.700 και ο λόγος που χρειαζόταν αυτό το μεγάλο ποσό που ήταν δυσανάλογο των χρημάτων που πλήρωσε ο ΜΚ2 για την αγορά ήταν γιατί, όπως του είπε ο κατηγορούμενος, έπρεπε να πληρωθούν φόροι αντίστοιχοι της κανονικής αξίας των χωραφιών. Ο ΜΚ2 δέχτηκε, αλλά επειδή δεν είχε χρήματα έκανε δάνειο και του έδωσαν επιταγή ΛΚ42.700 στο όνομα του, πήγε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και την άλλαξε και έδωσε το ποσό σε μετρητά στον κατηγορούμενο. Η κατάσταση του λογαριασμού του ΜΚ2 που φαίνεται η επιταγή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4.

 

Κατά το 2007 λόγω του ότι έκανε ανακαίνιση του σπιτιού του και είχε ανάγκη από χρήματα, μιλώντας με τον κουμπάρο του -ΜΥ1, ο ΜΥ1 το είχε αναφέρει στον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος έδωσε στον ΜΥ1 μία επιταγή €70.000, και ο ΜΥ1 του έκδωσε επιταγή €30.000 (Τεκμήριο 5). Στην συμπληρωματική του κατάθεση ημερ.05/10/18- Τεκμήριο 14 ο ΜΚ2 διευκρινίζει ότι πήρε ΛΚ30.000 όχι €30.000 από τον κατηγορούμενο μέσω του ΜΥ1.

 

Για κάποια χρονική περίοδο ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη φυλακή και δεν είχαν επαφή με τον ΜΚ2, εντούτοις το εν λόγω χρονικό διάστημα, βρισκόταν σε εξέλιξη η ανέγερση της εξοχικής του κατοικίας και υπεύθυνος του έργου ήταν ο γιος του κατηγορουμένου, ο οποίος ανέθεσε στον ΜΚ2 την εκτέλεση των ξυλουργικών κατασκευών της οικίας και ο οποίος τον πλήρωνε και προς το τέλος του 2012 ο ΜΚ2 είχε αποπερατώσει τις εργασίες του στην οικία. Ο κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε αρχές Μαρτίου του 2013 και ενημέρωσε τον ΜΚ2 ότι κρατούσε τους τίτλους ιδιοκτησίας, αλλά ήθελε να περάσει λίγο χρονικό διάστημα και μετά να τους τους δώσει. Κατά το 2013 όταν του στάληκε από το Κτηματολόγιο το έντυπο στο οποίο αναγράφονταν τα περιουσιακά του στοιχεία για σκοπούς φορολογίας της ακίνητης του περιουσίας, ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι δεν περιλαμβάνονταν στην ακίνητη του ιδιοκτησία τα εν λόγω τεμάχια για τα οποία ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι είχε εκδώσει τίτλους ιδιοκτησίας και τους κρατούσε αυτός. Το ίδιο είχε ανακαλύψει και ο ΜΚ4.

 

Ο ΜΚ2 αναφέρει ότι πλέον κατάλαβε ότι δεν επρόκειτο να πάρει τίτλους των τεμαχίων για τα οποία πλήρωσε το συνολικό ποσό των ΛΚ83.050 και ο αδερφός του-ΜΚ4 το ποσό των ΛΚ32.500 και κατάλαβε ότι τους είχε ξεγελάσει και τους δύο. Στην συμπληρωματική του κατάθεση- Τεκμήριο 13 διευκρινίζει ότι το ποσό που του απέσπασε ο κατηγορούμενος ήταν ΛΚ81.550 και όχι ΛΚ83.050.

 

Προς το τέλος του Αυγούστου του 2013 του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και του είπε να συναντηθούν μαζί με την ΜΚ3, η οποία είναι η σύζυγος του ΜΚ2 και γνώριζε τα πάντα για τα χρήματα που έδωσε ο ΜΚ2 στον κατηγορούμενο.  Την επόμενη μέρα συναντήθηκαν στο σπίτι του κατηγορουμένου και σε ερώτηση του οι ΜΚ2 και ΜΚ3 είπαν ότι θέλουν τα λεφτά τους πίσω να ξοφλήσουν τις τράπεζες και δεν θέλουν χωράφια. Ο κατηγορούμενος τους είπε ότι θα τους δώσει λεφτά, αλλά θα κατατεθούν στο εξωτερικό γιατί θα πουλήσει ένα χωράφι σε ξένο. Μετά από δύο μέρες του τηλεφώνησε και του είπε να συναντηθούν και ότι του έφεραν το βιβλιάριο της κατάθεσης και την επόμενη μέρα πήγαν μαζί με την ΜΚ3 στο σπίτι του κατηγορουμένου και τους έδειξε ένα βιβλιάριο κατάθεσης με το ποσό του 1.800.000 μαζί με ένα βιβλιάριο επιταγών. Σε ερώτηση του ΜΚ2 εάν τα λεφτά αυτά είναι δικά τους, ο κατηγορούμενος τους απάντησε θετικά. Τότε του έδωσε το βιβλιάριο της κατάθεσης και το βιβλιάριο επιταγών και όταν διάβασε τα στοιχεία που αναγράφονταν είχε διαβάσει το όνομα της ΜΚ3 και το όνομα του κατηγορουμένου και όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί δεν είναι το δικό του όνομα, αυτός του απάντησε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, εφόσον είναι το όνομα του κατηγορουμένου και της ΜΚ3 που θα πιάνουν τα λεφτά και ότι θα του έλεγε με ποιο τρόπο. Φεύγοντας από τη συνάντηση οι ΜΚ2 και ΜΚ3 προβληματίστηκαν με το ποσό το οποίο τους είχε παρουσιάσει και κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και στον διάλογο που είχαν κάνει με την ΜΚ3, αποφάσισαν ότι δεν θα ακολουθήσουν τις προτάσεις του κατηγορουμένου γιατί κατάλαβαν ότι κάπου ήθελε να τους μπλέξει.

 

Μετά από δύο μέρες ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ΜΚ2 και του είπε να βρει €4.000 για να πάνε μαζί στα κατεχόμενα να ανοίξουν λογαριασμό για να μπορούν να παίρνουν τα λεφτά. Ο ΜΚ2 του είπε ότι δεν έχει χρήματα και ο κατηγορούμενος του ζήτησε να συναντηθούν στο σπίτι του, μαζί με την ΜΚ3. Την ίδια μέρα συναντήθηκαν και ο κατηγορούμενος έδειξε στην ΜΚ3 μία επιταγή 600.000 στο όνομα της ιδίας και τους είπε ότι θα μεταβούν ο κατηγορούμενος μαζί με την ΜΚ3 στα κατεχόμενα θα ανοίξουν λογαριασμό, θα τους εξαργυρώσουν την επιταγή και θα παίξουν στο καζίνο, διότι η επιταγή μπορούσε να αλλαχθεί μόνο στο υποκατάστημα της τράπεζας στο καζίνο. Θα φύγουν το απόγευμα και θα μείνουν το βράδυ στο ξενοδοχείο και θα έρθουν το πρωί, ενώ ο ΜΚ2 θα μείνει στην οικία του κατηγορουμένου να κοιμηθεί, να μην καταλάβουν τα παιδιά τους τι κάνουν και να μην ξέρουν τίποτε. Η ΜΚ3 ζήτησε χρόνο να το σκεφτεί και ο κατηγορούμενος της είπε να μην φοβάται και ότι πήγε και η κουμέρα της.

 

Αυτά όλα έγιναν από το τέλος Αυγούστου 2013 μέχρι τα μέσα του Σεπτεμβρίου του 2013. Γύρω στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, ο κατηγορούμενος μετέβη το μαγαζί του ΜΚ2, τον ρώτησε τι θα γίνει με τη δουλειά που τους είπε, ο ΜΚ2 του είπε ότι δεν μπορούν και ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι τον επόμενο μήνα θα κανονίσει τα χαρτιά να του υπογράψει η ΜΚ3 για τα λεφτά που της έβαλε στον λογαριασμό της και θα τους δώσει τα λεφτά τους.

 

Επιπλέον τέλος του Σεπτεμβρίου 2013 τον είχε επισκεφθεί ο κατηγορούμενος στο μαγαζί του και τον διαβεβαίωσε και πάλι ότι θα πάρουν τα λεφτά τους τον επόμενο μήνα.

 

Όταν πέρασε ο μήνας Οκτώβριος και ο κατηγορούμενος δεν ήρθε, ο ΜΚ2 του τηλεφώνησε και τον ρώτησε τι γίνεται και ο κατηγορούμενος του είπε ότι έχει ένα πρόβλημα με την Τράπεζα και θα τα κανονίσουν και να μην φοβάται. Προς το τέλος του χρόνου του 2013, όταν ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρίθηκε, σε τηλεφώνημα του ΜΚ2 και πάλι τον διαβεβαίωσε ότι θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω.

 

Αρχές του Γενάρη του 2014 ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και του είπε ότι ήθελε να συναντηθούν μαζί του ο ΜΚ2 και ο ΜΚ4. Πριν όμως γίνει η συνάντηση ο ΜΚ2 διευθέτησε συνάντηση σπίτι του κατηγορουμένου, πριν συναντηθούν με τον ΜΚ4, για να μάθει τον σκοπό της συνάντησης. Στην συνάντηση ο κατηγορούμενος τον ρώτησε πόσα χρωστά και ο ΜΚ2 του απάντησε €600.000 ευρώ για το εργοστάσιο και τα δάνεια που έκανε για τα λεφτά που του είχε δώσει, τα οποία δάνεια τότε μαζί με τους τόκους ήταν περίπου €160.000- €170.000. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι επειδή δεν ήθελε να τον αδικήσει θα του έδινε το ποσό των €650.000 που υποτίθεται αντιστοιχούσε στην επένδυση που έκανε αγοράζοντας τα χωράφια. Ακολούθως έγινε η συνάντηση στο μαγαζί του ΜΚ2 μαζί με τον ΜΚ3 και τους είπε ότι του παγιοποίησαν τους λογαριασμούς του και θα ξεκαθαρίσει τέλος του Μάρτη και τους ανέφερε ότι θα τους δώσει μια επιταγή να κρατούν για ασφάλεια, έδωσε στον ΜΚ2 το βιβλιάριο επιταγών του και του είπε να συμπληρώσει μια επιταγή €200.000 και του είπε να βάλει ημερομηνία 10/06/2013 και μην προβεί σε κατάθεση της για να μην πάει φυλακή επειδή ήταν μπλοκαρισμένοι οι λογαριασμοί του. Τότε ο ΜΚ2 συμπλήρωσε την επιταγή και την υπέγραψε ο κατηγορούμενος και του την έδωσε (Τεκμήριο 6).

 

Τέλος Μαρτίου ο κατηγορούμενος πήγε στο μαγαζί του ΜΚ2 και του ανέφερε ότι θα τελειώσουν όλα μέσα του Μάη. Στις 15 Μαΐου του 2014, του τηλεφώνησε και του είπε από την επόμενη μέρα θα δικαιούτο να αγοράζει και να πουλά και να κινεί τους λογαριασμούς του. Στις 16 Μαΐου 2014 το πρωί, ο κατηγορούμενος πήγε στο μαγαζί του ΜΚ2 και του έδειξε ένα χαρτί και του είπε ότι του το επέδωσαν για Δικαστήριο και έχει πρόβλημα, ο ΜΚ2 αντέδρασε αναφέροντας του ότι ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι τελείωσαν όλα και ο κατηγορούμενος του είπε θυμωμένα ότι θα τους δώσει τα λεφτά τους και να περιμένουν. 

 

Μέσα του Ιουνίου 2014 ο κατηγορούμενος μετέβη και πάλι στο μαγαζί του ΜΚ2, όπου διαβεβαίωσε τον ίδιο και την ΜΚ3 που ήταν παρούσα, ότι θα τους επέστρεφε τα λεφτά τους. Τις ίδιες διαβεβαιώσεις αναφέρει ο ΜΚ2 ότι του έδωσε ο κατηγορούμενος την 1η  Σεπτεμβρίου 2014, τέλος Σεπτεμβρίου 2014, αρχές Οκτωβρίου 2014, στις 10 του Γενάρη του 2015, στις 20 Φεβρουάριου 2015, τον Μάιο του 2015, στις 15 Αυγούστου του 2015, στις 25 Σεπτεμβρίου του 2015, προφασιζόμενος διάφορες δικαιολογίες σε σχέση με τα λεφτά τους.

 

Επιπλέον ο ΜΚ2 αναφέρει ότι τον Μάρτιο του 2015, ο κατηγορούμενος του υπόγραψε γραμμάτιο για ΛΚ125.000 (Τεκμήριο 7) το οποίο του παρέδωσε. Το χαρτί αυτό του το έδωσε ο κατηγορούμενος όταν ο ΜΚ2 του έλεγε ότι οι Τράπεζες τον πίεζαν για να τους δώσει τα χρήματα που τους χρωστούσε. Ο ΜΚ2 αναφέρει ότι δεν γνωρίζει γιατί ο κατηγορούμενος έβαλε ημερομηνία Μάρτιο του 2007 ούτε γιατί έβαλε το συγκεκριμένο ποσό.

 

Ακολούθως αναγνώρισε τις συμπληρωματικές του καταθέσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 13 και 14.

 

Επιπλέον αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως το έγγραφο που του έδωσε ο κατηγορούμενος την πρώτη φορά που βρέθηκαν και του έδωσε τα λεφτά, το Τεκμήριο 4  ως το έγγραφο που πήρε από την τράπεζα όταν κατάθεσε την επιταγή, το Τεκμήριο 5 ως αντίγραφο της επιταγής την οποία του εξέδωσε ο ΜΥ1 για το ποσό των ΛΚ30.000, το Τεκμήριο 6 ως την επιταγή την οποία του έδωσε ο κατηγορούμενος, την οποία τη συμπλήρωσε ο ίδιος εκτός από την υπογραφή που είναι του κατηγορουμένου, το Τεκμήριο 7 ότι είναι το γραμμάτιο που του έφερε ο κατηγορούμενος χωρίς να το ζητήσει και να το παρουσιάσει στην τράπεζα ότι του χρωστά λεφτά για να μην τον πιέζουν.

 

Ανέφερε ότι με τον ΜΥ1 είχαν πολύ καλές σχέσεις, οικογενειακή φιλιά και η σύζυγος του βάφτισε ένα από τα παιδιά του. Είχαν άριστες σχέσεις και ο λόγος που είχε προχωρήσει και δέκτηκε να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο ήταν λόγω του ΜΥ1. Ανέφερε ότι από την ημέρα που έδωσε την κατάθεση του δεν έχει επικοινωνία μαζί με τον ΜΥ1.

 

Ακολούθως αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 ως τις φωτογραφίες που τον κάλεσε το ΤΑΕ μαζί με ανθρώπους του κτηματολογίου και του ζήτησαν να πάει επί τόπου να τους δείξει τα τεμάχια και επεξήγησε κάθε μία φωτογραφία ξεχωριστά.

 

Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν τόσο πειστικός, φαινόταν ότι ήταν ο καλύτερος άνθρωπος και τον εμπιστεύτηκαν και αυτός και ο αδελφός του και η σύζυγος του. Ήταν αγνοί ανθρώποι και πίστευαν ότι με αυτά που τους υποσχέθηκε θα κατάφερναν να κάνουν κάτι καλύτερο. Του έδωσε τα λεφτά νοουμένου ότι στην πορεία θα αποκτούσε κάτι καλύτερο στη ζωή του, να βοηθήσει τα παιδιά του και να δώσει και ένα τεμάχιο στην αδελφή του για να την βοηθήσει. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον ξεγέλασε και έχασε και το οικόπεδο που είχε για την κόρη του, με αποτέλεσμα να μένει και η κόρη του και ο γαμπρός του μαζί του στο ίδιο σπίτι. Ανέφερε ότι τα λεφτά που του έδωσε δεν ήταν για δάνειο αλλά για την αγορά των χωραφιών. Πρόσθεσε ότι έχει κινήσει πολιτική αγωγή για το ίδιο ποσό που αναφέρει στην κατάθεση του. Επιπλέον ανέφερε ότι όταν κατήγγειλε την υπόθεση, ο ΜΥ1 πήρε τον ΜΚ4 και του ανέφερε ότι του έκανε πρόταση ο κατηγορούμενος με το ποσό των €120.000 για να κλείσει η υπόθεση και του έκαναν αντιπρόταση €180.000. Τέλος ανέφερε ότι αν λάμβανε το ποσό δεν θα είχε άλλο παράπονο από τον κατηγορούμενο και ότι απ’ ότι έμαθε τα τεμάχια δεν ανήκουν σε κανένα Τουρκοκύπριο αλλά σε Ελληνοκύπριους.

 

Αντεξεταζόμενος απέρριψε την υποβολή της υπεράσπισης ότι ο λόγος που δεν ανταποκρίθηκε ο κατηγορούμενος στην πρόταση τους ήταν διότι ουδέποτε τους έκανε οποιαδήποτε πρόταση ο κατηγορούμενος. Ανέφερε ότι είναι πελεκάνος- επιπλοποιός και έχει μαγαζί.

 

Δεν θυμόταν ακριβώς ποια ημερομηνία τον Ιανουάριο του 2006 του είπε ο κουμπάρος του -ΜΥ1 για την αγορά των χωραφιών, νομίζει ότι ήταν 06/01, δεν τον ρώτησε τι τιμή αγόρασε ο ΜΥ1, απλά του είπε ότι αγόρασε και ότι είναι χαμηλή η τιμή που το αγόρασε από τον κατηγορούμενο. Ανέφερε επιπλέον ότι το χωράφι που αγόρασε ο κουμπάρος του δεν το είδε. Σε υποβολή ότι ουδέποτε του είπε ο ΜΥ1 ότι αγόρασε χωράφι, απάντησε ότι έτσι του είπε. Στη συνάντηση με τον κατηγορούμενο ήταν και ο ΜΥ1 όπως αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 12, αλλά όταν τους έδειξε τα χωράφια κοντά στο γήπεδο των Πολεμιδιών δεν ήταν μαζί τους ο ΜΥ1. Δεν μπορούσε να απαντήσει για τις τιμές των ακινήτων στην περιοχή επειδή δεν ασχολείται με ακίνητα, αλλά γνώριζε ότι η περιοχή ήταν αναπτυσσόμενη. Μέσα στα χαρτιά που τους έδειξε ο κατηγορούμενος είχε και ταυτότητα- διαβατήριο με Τούρκικα, με φωτογραφία μίας γυναίκας και είχε και πληρεξούσια, τα οποία δεν διάβασε ο ίδιος. Ανέφερε ότι δεν ρώτησε οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τα χωράφια πριν να του πάρει τις ΛΚ9.000, ούτε στο κτηματολόγιο πήγε διότι δεν είχε στοιχεία για το συγκεκριμένο τεμάχιο, ούτε ζήτησε οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή τίτλο ιδιοκτησίας. Ανέφερε ότι στον χώρο ο κατηγορούμενος έφερε ένα τοπογραφικό χωρομετρικό 1 μέτρου και είχε σχεδιασμένα τα τεμάχια και τους τα υπέδειξε, ήταν τόσο προετοιμασμένος που τους έπεισε και ο ΜΚ2 δεν έκανε έρευνα για τα χωράφια, το μόνο που τον ρώτησε ήταν αν ήταν οι πράξεις καθαρές και ο κατηγορούμενος τους διαβεβαίωσε για αυτό, τους έδειξε και τα έγγραφα και του έδειξαν εμπιστοσύνη. Σε ερώτηση γιατί δεν ανέφερε για το τοπογραφικό στην κατάθεση του, είπε ότι όταν έδινε την κατάθεση του κάποια γεγονότα δεν γνώριζε ότι ήταν σημαντικά και δεν τα είπε στην κατάθεση του αλλά τα λέει στο Δικαστήριο, αν γνώριζε ότι ήταν σημαντικά θα ήταν πιο μεγάλη η κατάθεση του.

 

Του υπεδείχθη το Τεκμήριο 3 και ανέφερε ότι πήρε αυτός το έγγραφο όχι ο αδελφός του, όταν το πήρε και είδε ότι έγραφε πάνω «δάνειο» και ρώτησε τον κατηγορούμενο, αυτός του είπε να το πάρει για να είναι καλυμμένος και αυτός έδειξε εμπιστοσύνη. Ανέφερε ότι δεν τις έδωσε ως δάνειο τις ΛΚ16.500, ούτε και έχει άλλο έγγραφο ότι έδωσαν τα λεφτά για αγορά ακινήτων. Στις 18/01/06 έδωσε τα λεφτά στον κατηγορούμενο, παρόλο που δεν τον γνώριζε, διότι προηγήθηκε η συνάντηση με τον κατηγορούμενο και τον ΜΥ1 και έδειξαν εμπιστοσύνη. Πρόσθεσε ότι δεν ζήτησε από τον κατηγορούμενο να κάνει συμφωνία για αγορά ακινήτου, διότι δεν έκανε τέτοια πράξη μεγάλη και ανέφερε ότι όταν αγόρασε ένα οικόπεδο στο παρελθόν είχε πάει αυθημερόν με τον ιδιοκτήτη και τον δικηγόρο και έγινε η μεταβίβαση.

 

Σε σχέση με το ακίνητο κοντά στο γήπεδο του Παναθηναϊκού ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί του περίπου σε διάστημα εντός ενός μηνός μετά την καταβολή των ΛΚ16.500. Ο λόγος που είπε στην κατάθεση του ότι ήταν ευκαιρία ήταν διότι ήταν σε μια αναπτυσσόμενη περιοχή. Τις ΛΚ12.000 τις δανείστηκε από συγγενικά του πρόσωπα και από το φιλικό του περιβάλλον και όταν τα έδωσε δεν ζήτησε απόδειξη, επαναλαμβάνοντας ότι ο κατηγορούμενος ήταν τόσο πειστικός και του έδειξε εμπιστοσύνη. Έδωσε αρχικά στις 18/01/06 το ποσό των ΛΚ16.500, μετά από λίγες μέρες τις ΛΚ12.000 και μετά από λίγες μέρες ΛΚ16.000, τα οποία δανείστηκε από συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα.

 

Σε σχέση με το μικρό τεμάχιο, ανέφερε ότι δεν πήγε να του το υποδείξει ο κατηγορούμενος, διότι του είπε ότι ήταν ενδιάμεσα των 2 τεμαχίων και εμπιστεύτηκε αυτά που του είπε και για το ποσό των ΛΚ1.500. Επανέλαβε ότι είχε δάνεια και ήθελε να επενδύσει στα ακίνητα για να αποπληρώσει τα δάνεια και θα έδινε και ένα χωράφι στην αδελφή του για να αποκαταστήσει τις κόρες της. Ανέφερε ότι μετά από 6 μήνες, περί τον Ιούνιο- Ιούλιο, ο κατηγορούμενος του ζήτησε ΛΚ1.850 για να πληρώσει τους φόρους για να γίνει η μεταβίβαση, τις οποίες δανείστηκε από συγγενικά και φιλικά πρόσωπα.  Επειδή πίστευε ότι τα τεμάχια είχαν μια ψηλή αξία, του έδωσε και τις ΛΚ42.700 για φόρους μεταβίβασης, όπως του είπε ο κατηγορούμενος και λόγω εμπιστοσύνης δεν πήρε απόδειξη από τον κατηγορούμενο.

 

Ανέφερε ότι όταν μπήκε φυλακή ο κατηγορούμενος δεν μετέβη να κάνει οποιαδήποτε έρευνα στο κτηματολόγιο, ούτε μίλησε με την Αστυνομία και ενώ βρισκόταν στη φυλακή ο κατηγορούμενος, ενημέρωσε τον γιο του κατηγορουμένου ότι ο αδελφός του είχε ένα προβλημα υγείας και ο γιος του κατηγορουμένου του έδωσε €20.000.

Όταν πήρε το χαρτί από το κτηματολόγιο, κατάλαβε ότι τον ξεγέλασε ο κατηγορούμενος και προσπάθησε με καλό τρόπο, να κάνει υπομονή για να πάρει τα λεφτά του πίσω και δεν έκανε καταγγελία. Από το 2009- 2013 δεν έκανε καμία έρευνα στο κτηματολόγιο διότι μέχρι τότε το μυαλό του δεν πήγαινε στο ότι θα ξεγελιόντουσαν. Στη σελίδα 5 του Τεκμηρίου 12 όπου αναφέρεται σε βιβλιάριο καταθέσεων και βιβλιάριο επιταγών, διευκρίνισε ότι ήταν Ελβετικής τράπεζας και διερωτήθηκε τι ήταν το ποσό και γιατί ήταν δικαιούχοι του λογαριασμού ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του- ΜΚ3. Επιπλέον ανέφερε ότι ο ίδιος δεν μετέβη ποτέ στα κατεχόμενα, ενώ σε σχέση με την επιταγή των 600.000 που αναφέρει στη σελίδα 6 ανέφερε ότι ήταν ξένης τράπεζας, δεν ήταν Κυπριακής τράπεζας. Το μόνο που ήθελε πλέον από αυτή την υπόθεση ήταν να πάρει ο ίδιος και ο αδελφός του χρήματα.

 

Πρόσθεσε ότι οι κουμπάροι τους άρχισαν να ξεκόβουν μαζί τους από το χρονικό διάστημα που κτύπησε ο κουμπάρος του- ΜΥ1, αλλά δεν θυμόταν την ημερομηνία. Το ατύχημα το έπαθε ο ΜΥ1 μετά που επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο στην κλινική Ευαγγελίστρια. Δεν ανέφερε ποτέ στους κουμπάρους του ότι ο κατηγορούμενος τον είχε ξεγελάσει, ούτε στην συνάντηση που αναφέρει στη σελίδα 9 στο τέλος, ενώ απέρριψε την υποβολή της υπεράσπισης ότι δεν έγινε ποτέ η εν λόγω συνάντηση. Απέρριψε υποβολές ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε τους έδειξε χωράφια και ουδέποτε τους είπε ότι θα τους πουλούσε χωράφια, ότι τον δάνεισε λεφτά και του έδωσε την απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 3) και ουδέποτε του έδωσε το γραμμάτιο – Τεκμήριο 7. Επιπλέον απέρριψε υποβολές ότι ούτε ο ΜΥ1 του είπε ότι αγόρασε χωράφι από τον κατηγορούμενο, ότι ουδέποτε έκανε δάνειο για αν αγοράσει χωράφια από τον κατηγορούμενο, ότι ουδέποτε του έδειξε οποιαδήποτε διαβατήρια, ότι ουδέποτε του έδειξε βιβλιάριο καταθέσεων και βιβλιάριο επιταγών στο όνομα του και το όνομα της συζύγου του και ότι ουδέποτε του έδειξε επιταγή. Διαφώνησε επιπλέον στο ότι δεν του έδωσε χρήματα για χωράφια, την επιταγή- Τεκμήριο 6 δεν την υπέγραψε ο κατηγορούμενος, ότι τα χρήματα που δόθηκαν από τον ίδιο και τον αδερφό του ήταν υπό μορφή δανεισμού, ότι οι 30.000 ήταν για εξόφληση δανείου που του έκαναν, ότι ο λόγος που έκανε την καταγγελία ήταν για να του δώσει χρήματα ο κατηγορούμενος και ότι ο λόγος που ανέφερε για τα χωράφια, ήταν επειδή γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε μπει για φυλακή για απάτες με χωράφια και θα γινόταν πιστευτός.

 

 

ΜΚ3

Η ΜΚ3, σύζυγος του ΜΚ2 αναγνώρισε την κατάθεση της ημερ.28/07/18, υιοθέτησε το περιεχόμενο της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 και τη διάβασε στο Δικαστήριο. Σε αυτήν αναφέρει ότι γνώριζε τα πάντα καθότι ενημερωνόταν από τον ΜΚ2. Αναφέρει ότι η πρόταση για αγορά των χωραφιών έγινε μέσω του ΜΥ1 γύρω στο 2006, αλλά δεν γνωρίζει λεπτομέρειες, ούτε επισκέφθηκε ποτέ τα χωράφια. Σύμφωνα με όσα της ανέφερε ο ΜΚ2, το συνολικό ποσό για την αγορά ήταν περίπου ΛΚ83.000, εκ των οποίων σε κάποια φάση ο κατηγορούμενος επέστρεψε ΛΚ30.000. Το 2013, μετέβη με τον ΜΚ2 στο σπίτι του κατηγορουμένου για να συζητήσουν, ήταν η πρώτη φορά που συνάντησε τον κατηγορούμενο και στη συνάντηση η ΜΚ3 και ο ΜΚ2 ζήτησαν επιστροφή των χρημάτων τους και ο κατηγορούμενος συμφώνησε.

 

Αναφέρει ότι σε άλλη συνάντηση ο κατηγορούμενος τους πρότεινε να εξαργυρώσουν επιταγή σε καζίνο στα κατεχόμενα, ισχυριζόμενος ότι μόνο εκεί μπορούσε να γίνει η εξαργύρωση και ότι της έδειξε επιταγή ύψους €700.000 στο όνομα της και ένα βιβλιάριο τράπεζας στο όνομα της και στο όνομα του κατηγορουμένου.

 

Ακολούθως της υποδείχθηκαν τα ακόλουθα Τεκμήρια. Το Τεκμήριο 3 δεν το αναγνώρισε και τα Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 τα αναγνώρισε αναφέροντας τι είναι. Ανέφερε περαιτέρω ότι μεταξύ του κατηγορουμένου και του συζύγου της δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία δανείου, είχαν κάποια λεφτά από το γάμο τους και από δάνεια, δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια να δανείσουν λεφτά στον κατηγορούμενο. Με τον ΜΥ1 ήταν κουμπάροι, τώρα πλέον δεν έχουν καθόλου σχέσεις και δεν είχαν καθόλου προστριβές. Πρόσθεσε ότι με τον κατηγορούμενο δεν είχαν διαφορές, ενώ ανέφερε ότι υπάρχει και στο πολιτικό Δικαστήριο υπόθεση για αποζημιώσεις.

 

Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι μετέβη στον Αστυνομικό σταθμό με τον σύζυγο της για να δώσει κατάθεση αλλά δεν θυμόταν εάν την ειδοποίησαν ή αν μετέβη από μόνη της. Της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 και ανέφερε ότι δεν το αναγνώρισε όταν της υποδείχθηκε από την κατηγορούσα αρχή, ούτε και το αναγνώρισε όταν έδινε μαρτυρία, ούτε της υποδείχθηκε από τον άντρα της. Ανέφερε ότι όταν λέει στην κατάθεση της ότι γνώριζε τα πάντα, εννοεί ότι την ενημέρωνε ο άντρας της-ΜΚ2 για ότι έκανε και υπήρχε συνεννόηση με τον άντρα της. Ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν έχουν στην κατοχή τους αυτή ή ο ΜΚ2 οποιοδήποτε χαρτί ότι έδωσαν λεφτά για αγορά ακινήτων, έχουν το Τεκμήριο 7 που τους δόθηκε από τον κατηγορούμενο σαν απόδειξη ότι τους χρωστά τα λεφτά. Πρόσθεσε ότι δεν ήταν παρούσα όταν ο κατηγορούμενος έδωσε το Τεκμήριο 7 και ανέφερε ότι δεν πήραν οποιαδήποτε απόδειξη για τα λεφτά που έδωσαν.

 

Επιπλέον ανέφερε ότι πριν προβούν στην αγορά των χωραφιών, δεν θυμόταν πότε ακριβώς, συζήτησαν με τον άντρα της και αποφάσισαν να προχωρήσουν με την αγορά των χωραφιών όπως αναφέρει στην κατάθεση της- Τεκμήριο 15. Ο κουμπάρος τους-ΜΥ1 τους είπε ότι κάποιοι Τουρκοκύπριοι πουλούσαν κάτι χωράφια και ήταν σε τιμή ευκαιρίας. Δεν γνώριζε πόσα στοίχιζαν τα χωράφια στην περιοχή, ούτε και σήμερα γνωρίζει. Δεν θυμόταν πόση ήταν η αξία του 1ου χωραφιού που υποδείχθηκε στον άντρα της, ούτε θυμόταν τα τετραγωνικά, ούτε εάν είχε υποθήκη, τα αγόρασαν για το μέλλον, σημειώνοντας ότι ένα χωράφι έχει κάποια αξία. Ανέφερε ότι τα λεφτά για το 1ο οικόπεδο ήταν από τα λεφτά του γάμου τους και δεν γνωρίζει εάν πήρε κάποιο χαρτί όταν έδωσε τα λεφτά ο ΜΚ2.

 

Συνολικά ο άντρας της έδωσε 83.000, ήταν από τα λεφτά του γάμου τους, από δάνειο που έκαναν και τους δάνεισαν και κάποιοι συγγενείς τους. Ανέφερε επιπλέον ότι το σπίτι το έκαναν ανακαίνιση γύρω στο 2006 -2010 αλλά δεν θυμόταν πότε ακριβώς. Το ποσό των ΛΚ30.000 τους το έδωσε ο κατηγορούμενος, επειδή του έλεγαν να τους δώσει τα λεφτά τους. Από την τράπεζα έκαναν δάνειο 42.000, την αίτηση την έκανε ο άντρας της, αλλά δεν θυμόταν εάν πήγε η ίδια στην τράπεζα και τις 42.000 τις έδωσαν στον κατηγορούμενο. Πρόσθεσε ότι γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος περί το 2008 ήταν υπό κράτηση και ότι βούιζαν οι τηλεοράσεις για μια απάτη εκατομμυρίων, προβληματίστηκαν όταν έμαθαν ότι μπήκε φυλακή, αλλά ήθελαν να πιστεύουν ότι δεν ήταν μέσα στα θύματα της απάτης. Μετέβησαν με τον άντρα της στην Ευαγγελίστρια για να δουν τον κατηγορούμενο όταν αυτός ήταν υπό κράτηση. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι δεν θυμόταν πόσες φορές βγήκαν με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του για φαγητό. Όταν αναφέρει στην κατάθεση της ότι «εκείνη τη φορά ήταν η πρώτη φορά που τον γνώρισα από κοντά» πρέπει να έγινε κάποιο λάθος, εκείνο που εννοούσε ήταν ότι ήταν εκείνη ήταν η πρώτη φορά που τον είδε από κοντά για να μιλήσουν για τα χωράφια, όταν έβγαιναν με τον κατηγορούμενο για φαγητό ποτέ δεν συζητούσαν για τα χωράφια.

 

 

 

ΜΚ4

Ο ΜΚ4 αναγνώρισε την κατάθεση του ημερ.28/07/18, υιοθέτησε το περιεχόμενο της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16 και διαβάστηκε στο Δικαστήριο. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι ο αδερφός του ΜΚ2 και ότι επιθυμεί να υποβάλει παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου, αφού με δικαιολογία την αγορά ενός τεμαχίου γης, κατάφερε και του απέσπασε ΛΚ33.134.

 

Σε σχέση με τα γεγονότα, αναφέρει ότι το 2006 ο ΜΥ1 ο οποίος είναι χωριανός του και με τον οποίο συνεργαζόταν και επαγγελματικά, του είπε ότι υπάρχει μια περίπτωση με κάποια οικόπεδα που ανήκουν σε Τουρκοκύπριους και ότι κάποιος γνωστός του, είχε εξουσιοδότηση για να τα πουλήσει. Ο ΜΚ4 τον ρώτησε αν είναι νόμιμα και ο ΜΥ1 του απάντησε θετικά. Συγκεκριμένα του είπε ότι οι Τουρκοκύπριοι αυτοί ζούσαν μόνιμα στο εξωτερικό και είχαν εξουσιοδοτήσει τον κατηγορούμενο για να τα πουλήσει. Το ίδιο είπε και στον αδερφό του ΜΚ2 και οι ΜΚ2 και ΜΚ4 ζήτησαν να δουν τα χωράφια αυτά. Διευθέτησαν συνάντηση, ο ΜΚ2, ο ΜΚ4 και ο κατηγορούμενος, τον οποίο ο ΜΚ4 έβλεπε για πρώτη φορά. Ο κατηγορούμενος του έδειξε ένα τεμάχιο νότια του νοσοκομείου και για το οποίο μου είπε ότι ήθελε ΛΚ9.000 προκαταβολή σε μετρητά, ο ΜΚ4 συμφώνησε και του τα έδωσε σε μετρητά την ίδια μέρα χωρίς να πάρει οποιαδήποτε απόδειξη. Ο κατηγορούμενος τους έδωσε όμως ένα χαρτί, σύμφωνα με το οποίο τους όφειλε το ποσό των ΛΚ16.500 και αν δεν γινόταν η πράξη με τα χωράφια θα τους το επέστρεφε με τόκο 9%. Ακολούθως ο ΜΚ4 δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί  με τον κατηγορούμενο ο οποίος μιλούσε μόνο με τον ΜΚ2.

 

Στις 07/09/06 ο ΜΚ2 του είπε ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να δώσει ακόμα ΛΚ8.500, γιατί όπως ανέφερε, ήταν στη διαδικασία για να γίνει η μεταβίβαση και έπρεπε να πληρώσει και τα υπόλοιπα χρήματα για την αγορά, αφού από ότι θυμόταν η τιμή που συμφώνησαν ήταν γύρω στις ΛΚ32.500. Ο ΜΚ4 έδωσε σε μετρητά στον ΜΚ2 τα χρήματα, χωρίς να πάρει κάποια απόδειξη.

 

Στις 18/10/06 του έδωσε άλλες ΛΚ15.000 σε επιταγή, ποσό το οποίο υπολοίπετο για την αγορά του χωραφιού. Οι οδηγίες για την πληρωμή γίνονταν πάντα μέσω του ΜΚ2. Η επιταγή ήταν της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας εκδομένη στο όνομα του ΜΚ4 αφού την πήρε από την Τράπεζα από δάνειο που έκανε. Ο ΜΚ4 υπέγραψε την επιταγή και του την έδωσε χωρίς να κρατήσει αντίγραφο.

Μετά και πάλι μέσω του ΜΚ2, ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του πληρώσει ΛΚ634, με σκοπό όπως του είπε να πάει στο δημαρχείο να πληρώσει τους φόρους, για να μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση και ο ΜΚ4 πλήρωσε το ποσό πάλι μέσω του ΜΚ2. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι το σύνολο των χρημάτων που έδωσε ήταν ΛΚ33.134. Πρόσθεσε επίσης ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή μαζί με τον κατηγορούμενο και ότι μάθαινε, το μάθαινε από τον ΜΚ2. Πληροφορήθηκε κάποια στιγμή ότι ο κατηγορούμενος πήγε φυλακή αλλά δεν γνώριζε κάτι άλλο. Ανέφερε ότι το 2012 αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα και ήθελε επείγον λεφτά, το είπε στον ΜΚ2 και το μετέφερε στον κατηγορούμενο και αυτός του έστειλε στις 12/10/12 μέσω του αδερφού του-ΜΚ2 €20.000.

 

Όταν άρχισε να περνά ο καιρός και δεν γινόταν μεταβίβαση, άρχισε να καταλαβαίνει ότι ήταν απάτη και ότι είχαν εξαπατηθεί, ενώ πρόσθεσε ότι όλο αυτό το διάστημα του έλεγε ο ΜΚ2 για τις διάφορες δικαιολογίες που του έλεγε ο κατηγορούμενος. Παρόλο που πλήρωσε για αγορά χωραφιού, εντούτοις ποτέ δεν μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του οποιοδήποτε χωράφι, ούτε είχε καμία συνάντηση ή επικοινωνία με τους πραγματικούς ιδιοκτήτες του χωραφιού που θα του πουλούσε ο κατηγορούμενος.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν του έδειξε η Αστυνομικός το Τεκμήριο 3 και το Τεκμήριο 6 όταν έδωσε κατάθεση και ούτε ο ίδιος ανέφερε το οτιδήποτε. Ο ΜΥ1 του είπε σε κάποια οικοδομή που είχαν κάποιες δουλείες, ότι υπήρχαν τα χωράφια που πουλούσαν οι Τουρκοκύπριοι και είχαν εξουσιοδοτήσει τον κατηγορούμενο. Αυτή τη συζήτηση την έκανε μόνος του με τον ΜΥ1. Τη συζήτηση εάν ενδιαφέρεται να αγοράσει χωράφια την έκανε και μαζί του και με τον ΜΚ2. Πρόσθεσε ότι δεν ξέρει τι είπε ο ΜΥ1 στον ΜΚ2, αλλά στον ίδιο είπε ότι ήταν ευκαιρία.

 

Όταν του υπέδειξε ο κατηγορούμενος το χωράφι που αναφέρεται στην κατάθεση του, του ζήτησε ΛΚ9.000, έδωσε τα λεφτά καλόπιστα στον κατηγορούμενο, του έδειξαν εμπιστοσύνη και επειδή ήταν και στη μέση ο φίλος τους ο ΜΥ1, δεν ζήτησε απόδειξη. Επίσης αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πήγε στην τράπεζα την ίδια μέρα, πήρε τις ΛΚ9.000 και πήγε με τον ΜΚ2 σε ένα κτηματομεσιτικό γραφείο στην οδό Μακεδονίας, όπου παρόντες ήταν ο κατηγορούμενος, μία κοπέλα και ένας κύριος, του έδωσαν τα λεφτά και τους έδωσε ο κατηγορούμενος το Τεκμήριο 3. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι τους το έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, το διάβασε αλλά δεν πρόσεξε εκείνη τη στιγμή ότι έγραφε «δάνειο» πάνω. Ανέφερε ότι τα λεφτά τα πήρε από εξασφαλισμένο δάνειο που είχε στην τράπεζα για το σπίτι του. Μετά δεν είχε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, μιλούσε ο αδελφός του με αυτόν και τον ενημέρωνε ο αδελφός του. Τον κατηγορούμενο τον είδε 1-2 φορές και επανέλαβε ότι μιλούσε ο αδελφός του-ΜΚ2 μαζί του και έδειξε εμπιστοσύνη στον αδελφού του- ΜΚ2. Πρόσθεσε ότι ήταν μεγάλο το χωράφι, δεν ήξερε πόσα οικόπεδα θα ήταν, ούτε ρώτησαν οτιδήποτε και ανέφερε ότι τους έδειξε τοπογραφικό ο κατηγορούμενος, αλλά δεν το ανέφερε στην κατάθεση του, ενώ δεν ζήτησε να δει στοιχεία του ακινήτου.

 

Ανέφερε ότι δεν ξέρει τι αξία έχουν τα ακίνητα στην περιοχή, δεν έκαναν καμία έρευνα και τον τίτλο ιδιοκτησίας τους είπε ότι θα τους τον έδινε όταν θα γινόταν η μεταβίβαση. Με τον ΜΥ1 είχε στενή φιλία, του είπε ότι το οικόπεδο που αγόρασε ήταν κάπου εκεί κοντά σε εκείνα που τους έδειξε. Ανέφερε επιπλέον ότι μιλούσε με τον ΜΚ2 και ο κατηγορούμενος τους έλεγε να κάνουν υπομονή και θα τους μεταβιβάσει τα χωράφια. Θεώρησαν ότι ήταν ευκαιρία να αγοράσουν τα χωράφια, διότι όπως τους τα παρουσίαζε ο ΜΥ1 ήταν ευκαιρία και ήταν ευκαιρία να αγοράσουν ένα χωράφι για τα παιδιά τους, και θεώρησε ότι ήταν καλή η τιμή. Τις ΛΚ9.000 και τις ΛΚ8.500 τις πήρε από το δάνιεο που έκανε για το σπίτι, τις άλλες ΛΚ15.000 έκανε άλλο δάνειο και έβαλαν ένα χωράφι της γυναίκας του υποθήκη. Επανέλαβε ότι δεν ζήτησε απόδειξη για καμία από τις πληρωμές, ενώ είπε ότι δεν θυμάται το ακριβές ποσό που έδωσε ο ΜΚ2.

 

Δεν είχε ακούσει κάτι σε σχέση με το ότι ο κατηγορούμενος μπήκε φυλακή, ούτε και γνωρίζει εάν ο ΜΚ2 πήγε να δει τον κατηγορούμενο όταν ήταν υπό κράτηση, ούτε και ήξερε τους λόγους που μπήκε φυλακή ο κατηγορούμενος, ούτε και ρώτησε. Είχε ζητήσει ο ίδιος ότι ήθελε επειγόντως €20.000 για κάποια θέματα υγείας και κανόνισε ο αδελφός του-ΜΚ2 και τα έφερε ο γιος του κατηγορουμένου στον ΜΚ2. Διευκρίνισε ότι τα λεφτά τα πήρε ως μέρος του ποσού που έδωσε στον κατηγορούμενο. Σε ερωτήσεις σχετικά με το Τεκμήριο 3 επέμεινε ότι δεν ήταν υπό μορφή δανεισμού τα λεφτά. Επανέλαβε ότι έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη σε κάποιο άγνωστο λόγω του ΜΥ1, τον οποίο είχε όπως τον αδελφό του. Επιπλέον ανέφερε ότι δεν ενημερώθηκε πότε αποφυλακίστηκε ο κατηγορούμενος και από τη στιγμή που του επέστρεψε τις €20.000 ήθελε να του επιστρέψει όλα τα λεφτά του.

 

 

MK5

Ο ΜΚ5 ανέφερε ότι εργάζεται στο Κτηματολόγιο, αναγνώρισε το έγγραφο ημερ.28/06/18 που βρισκόταν στο φάκελο του Κτηματολογίου και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19 και το έγγραφο ημερ.24/07/18 που βρισκόταν στο φάκελο του Κτηματολογίου και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20. Ανέφερε ότι έχουν σφραγίδες πάνω άρα είναι επίσημα έηγραφα του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με την υπόθεση.

 

ΜΥ1

Ο ΜΥ1 αναγνώρισε την κατάθεση του ημερ.08/10/18, υιοθέτησε το περιεχόμενο της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22 και τη διάβασε στο Δικαστήριο. Σε αυτήν αναφέρει ότι γνωρίζει εδώ και πολλά χρόνια τους ΜΚ2 και ΜΚ4 αφού είναι συγχωριανοί. Με τον ΜΚ4 ήταν παλιά συνεργάτες και με τον ΜΚ2 είναι και κουμπάροι αλλά τώρα λόγω οικογενειακών προβλημάτων είναι παρεξηγημένοι και δεν είχαν επαφές εδώ και 5-6 χρόνια. Αναφέρει ότι ο ΜΚ2 έδωσε κάποια χρήματα στον κατηγορούμενο, δεν ξέρει ούτε πόσα του έδωσε, ούτε πότε του τα έδωσε, ούτε για ποιο σκοπό. Αναφέρει επιπλέον ότι πριν από περίπου δέκα χρόνια αν θυμάται καλά, κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος του έδωσε κάποια χρήματα για να τα δώσει πίσω στον ΜΚ2 και του είπε ήταν χρήματα που είχε δανειστεί από τον ΜΚ2 και του τα επέστρεφε. Ο κατηγορούμενος του έδωσε μια επιταγή, δεν θυμάται το ποσό και ο ΜΥ1 κράτησε κάποια λεφτά που του χρωστούσε ο κατηγορούμενος και τα άλλα τα έδωσε στον ΜΚ2. Από ότι θυμόταν στον ΜΚ2 έδωσε ΛΚ30.000.

 

Τον κατηγορούμενο τον γνωρίζει εδώ και πολλά χρόνια λόγω κάποιων δουλειών που του έκανε, ενώ μετά έγινε και κουμπάρος με τον γιο του κατηγορουμένου και οι σχέσεις τους έγιναν πιο στενές. Αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση δεν είπε στον ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος πουλά χωράφια, ενώ ούτε ο ίδιος ποτέ αγόρασε χωράφι από τον κατηγορούμενο, ούτε γνωρίζει τι χωράφια ή που πουλούσε χωράφια ο κατηγορούμενος. Διευκρινίζει ότι ο λόγος που τότε του έδωσε τα λεφτά ο κατηγορούμενος για να τα δώσει στον ΜΚ2, ήταν γιατί είχε και ο ίδιος λεφτά να παίρνει από τον κατηγορούμενο και του έδωσε επιταγή για να πάρει τα δικά του και να πάρει τα υπόλοιπα στον ΜΚ2, ενώ προσθέτει ότι ποτέ δεν του ανέφερε ο ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος τον ξεγέλασε ή οτιδήποτε άλλο, ούτε ποτέ ο ΜΚ2 ενόσω είχαν σχέσεις του ανέφερε ότι αγόρασε οποιαδήποτε χωράφια στα Πολεμίδια ή κάπου αλλού.

Επιπλέον ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και πολλά χρόνια που έκαναν δουλειές, με τον ΜΚ2 εκτός από συγχωριανοί είναι και κουμπάροι, του βάφτισε ένα παιδί ο ΜΚ2, ενώ με τον ΜΚ4 ήταν γνωστοί σε επαγγελματικό επίπεδο. Η πρώτη επαφή του ΜΚ2 με τον κατηγορούμενο, ήταν επειδή ο κατηγορούμενος ήθελε πελεκάνο και του σύστησε τον ΜΚ2 το 2005. Πήγε μαζί με τον ΜΚ2 στην οικία του κατηγορουμένου για τις εργασίες που θα αναλάμβανε ως πελεκάνος και δεν μετέβησαν οποιαδήποτε άλλη φορά στην οικία του κατηγορουμένου.

 

Γνωρίζει επιπλέον, ότι αρχές του 2008 συνελήφθη ο κατηγορούμενος, για πώληση χωραφιών, ενώ το ίδιο έτος νοσηλεύτηκε στην κλινική Ευαγγελίστρια στη Λευκωσία. Επιπρόσθετα, το 2008 ο ΜΚ2 ήθελε να πάει στην Ιταλία για μία έκθεση και πήγαν μαζί για τρεις μέρες και όταν επέστρεψαν πήγαν στην κλινική γιατί ήθελε να δει τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι το 2013 αποφυλακίστηκε ο κατηγορούμενος. Πρόσθεσε ότι πήγαν με τον ΜΚ2 και τον κατηγορούμενο σε ένα εστιατόριο στην Πάφο και η συμπεριφορά του ΜΚ2 προς τον κατηγορούμενο ήταν ΟΚ. Ο κατηγορούμενος του χρωστούσε κάποια λεφτά για δουλειές που του έκανε και γι’ αυτό κράτησε κάποια λεφτά τα οποία αναφέρει στην κατάθεση του. Όταν ξεκαθάρισε η επιταγή στον λογαριασμό του, είπε στον ΜΚ2 να πάει να του δώσει ΛΚ30.000 με επιταγή πρσωπική του. Σε σχέση με το λόγο που δεν έχει σχέσεις με τον ΜΚ2 τώρα, ανέφερε ότι έγινε κάποια παρεξήγηση μεταξύ των γυναικών τους και των κορών τους.    

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έμαθε ότι παραπονούμενοι είναι ο ΜΚ2 και ΜΚ4 όταν πήγε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία και αρνήθηκε ότι μίλησε με τον κατηγορούμενο πριν να πάει να δώσει κατάθεση. Ανέφερε ότι κάποιες μέρες μένει σε τροχόσπιτο, το οποίο βρίσκεται σε χώρο ιδιοκτησίας του κουμπάρου του, γιου του κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι ο λόγος που παρεξηγήθηκαν με τον ΜΚ2 ήταν λόγω κάποιου άντρα μεταξύ των κορών τους γύρω στο 2010-11. Επανέλαβε ότι σύστησε τον ΜΚ2 στον κατηγορούμενο, επειδή έψαχνε πελεκάνο για μια δουλειά και ο λόγος που δεν το είπε στην κατάθεση του ήταν διότι στην κατάθεση του οι απαντήσεις ήταν από ερωτήσεις που του είχαν κάνει. Απέρριψε την υποβολή ότι ο λόγος που τους σύστησε ήταν για να αγοράσει χωράφια ο ΜΚ2 και απέρριψε υποβολή ότι αγόρασε χωράφι από τον κατηγορούμενο ο ίδιος.

 

Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν εργολάβος οικοδομών και συνεργάζονταν επαγγελματικά και επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος του είπε να δώσει τις ΛΚ30.000 στον ΜΚ2 και ότι ήταν λεφτά που του χρωστούσε για να τα επιστρέψει, από τον κατηγορούμενο πήρε μια επιταγή και όταν την άλλαξε πήρε ΛΚ70.000, τις ΛΚ30.000 τις έδωσε στον ΜΚ2 και τις ΛΚ40.000 τις πήρε ο ίδιος, απορρίπτοντας υποβολή ότι έδωσε ΛΚ10.000 σε τρίτο πρόσωπο. Πρόσθεσε ότι δεν ήξερε ούτε πόσα έδωσε ο ΜΚ2 στον κατηγορούμενο, ούτε για ποιο σκοπό.

 

Ανέφερε επιπλέον ότι με τον ΜΚ4 είχαν καθαρά επαγγελματική σχέση, δεν είχαν οποιαδήποτε προστριβή, απλά περί το 2013-14 σταμάτησαν οι επαφές τους και δεν γνωρίζει γιατί. Σε υποβολή ότι 19/04/2020 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ΜΚ4, ως μεσάζων, για να μεταφέρει πρόταση €120.000 στον ΜΚ2 από τον κατηγορούμενο, για διευθέτηση και να αποσύρουν το παράπονο, απάντησε κατηγορηματικά ότι δεν τον πήρε τηλέφωνο. Ανέφερε ότι αγόρασε χωράφι στην περιοχή της Παραμύθας το 1995-96, για ΛΚ17.000, κληρονομικό τεμάχιο της γυναίκας του κατηγορουμένου και το αγόρασε από αυτήν όχι από τον κατηγορούμενο.

 

ΜΥ2

Ο ΜΥ2 είναι γραφολόγος. Δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του και η εμπειρογνωμοσύνη του. Αναγνώρισε και υιοθέτησε την έκθεση του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 23.

 

Ανέφερε ότι από το 2013 εργάζεται ως ιδιώτης γραφολόγος και επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε σε σχέση με την ετοιμασία της έκθεσης. Διευκρίνισε ότι τα δείγματα ανύποπτου χρόνου έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλα δείγματα. Αναφέρθηκε στη μέθοδο ISO17025 την οποία χρησιμοποίησε για την ετοιμασία της έκθεσης, η οποία επεξηγείται στις σελίδες 17 και 18 της έκθεσης. Κατέληξε στο αποτέλεσμα που αναφέρεται λεπτομερώς στη σελίδα 19, δηλαδή ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 6 δεν είναι γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το εργαστήριο γραφολογίας διαπιστεύθηκε με το ISO17025 και αυτό προνοεί κάποιες βασικές αρχές και συγκεκριμένα στη γραφολογία διαπίστευσαν τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο, την οποία πρέπει να ακολουθούν τα μέλη του εργαστηρίου γραφολογίας, κατά την εξέταση και τη σύγκριση μιας συγκεκριμένης γραφής ή υπογραφής. Η συγκεκριμένη μέθοδος αποτελεί ένα πρότυπο σε σχέση με διαδικασίες οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται κατά τη γραφολογική σύγκριση. Ανέφερε ότι η διαπίστευση διαρκεί για 4 χρόνια άρα από το 2007 ίσχυε μέχρι το 2011 και είχε ανανεωθεί μέχρι και το 2015. Αυτή τη στιγμή δεν έχει τη διαπίστευση, αλλά ανέφερε ότι η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στις διαπιστεύσεις, αλλά και από την εμπειρία 35 χρόνων. Από το 1990 μέχρι και σήμερα έχει καθημερινή επαφή με το αντικείμενο της γραφολογίας και έχει εξετάσει πέραν των 10.000 περιπτώσεων πλαστογραφίας.

 

Ανέφερε ότι διατηρεί εργαστήριο πλήρως εξοπλισμένο και ακολουθεί την εν λόγω μέθοδο από το 2007 ανελλιπώς. Ο εξοπλισμός που έχει στο εργαστήριο του είναι καλύτερος από το εργαστήριο γραφολογικών ερευνών και ο ίδιος δεν προχώρησε σε διαπίστευση, διότι θεωρεί ότι δεν χρειάζεται η διαπίστευση λόγω τη πείρας του, των 35 χρόνων, τα οποία έρχονται και επικαλύπτουν τη διαπίστευση. Επεξήγησε πως επιθεώρησε με τον φακό του το Τεκμήριο 6 και πως το φωτογράφησε παραπέμποντας σε συγκεκριμένες σελίδες του Τεκμηρίου 23 σε σχέση με τις ενέργειες του. Τόνισε ότι εάν με την εξέταση του Τεκμηρίου 6 δεν μπορούσε να καταλήξει στις 3 ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις (σελ.16 του τεκμηρίου 23) τότε θα ζητούσε να εξετάσει το τεκμήριο κάτω από συγκεκριμένο εξοπλισμό, όμως από την εξέταση του Τεκμηρίου 6 εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου με τον φακό του, κατέληξε στις 3 ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις αρά δεν χρειαζόταν. Διευκρίνισε ότι το μικροσκόπιο χρησιμοποιείται για να εξεταστεί μία πρωτότυπη υπογραφή και όχι μία φωτογραφία, κάθε περίπτωση εξετάζεται με τα δικά της δεδομένα και εάν δεν κατέληγε στις 3 ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις τότε δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα.

 

Εάν χρειαζόταν να έχει 2η γνώμη, συνεργάζεται και με άλλο εμπειρογνώμονα με 45 χρόνια εμπειρίας, αλλά η παρούσα είναι απλή υπόθεση και δεν χρειαζόταν να λάβει 2η γνώμη. Τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης δεν επέβαλλαν να γίνει εξέταση της υπογραφής από οποιονδήποτε άλλο και το αποτέλεσμα είναι πλήρης βεβαιότητα.

 

Του υποδείχθηκαν στα Τεκμήρια 2 και 3 οι υπογραφές του κατηγορουμένου και ρωτήθηκε εάν μοιάζουν με τα δείγματα της υπογραφής του κατηγορουμένου και ο ΜΥ2 ανέφερε ότι για να μπορεί να προβεί σε γραφολογική εξέταση θα πρέπει να ακολουθηθεί μια διαδικασία. Επέμεινε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή φέρει 3 ανεξάρτητες κινήσεις και απέρριψε τις υποβολές ότι το στυλό είχε συνεχιζόμενη κίνηση. Απέρριψε όλες τις υποβολές της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την ομοιότητα της αμφισβητούμενης υπoγραφής με τα δείγματα που του έδωσε ο κατηγορούμενος και επέμεινε στη θέση του παραπέμποντας στην έκθεση του Tεκμήριο 23, ότι η υπογραφή δεν είναι του κατηγορουμένου. Πρόσθεσε ότι η χρονική διαφορά δημιουργεί παραλλαγές σε μία υπογραφή, αλλά τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα τα εντοπίζει ο ειδικός και εάν εντοπίζονται, τότε η υπογραφή έχει γίνει από το ίδιο πρόσωπο. 

   

ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ

Αμφότερες οι πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. Τα όσα τέθηκαν βρίσκονται καταγεγραμμένα στα πρακτικά και στην γραπτή αγόρευσή του συνηγόρου υπεράσπισης και θα αναφερθώ σε αυτά κατωτέρω στον βαθμό και την έκταση που χρειάζεται.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, παρακολούθησα να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους από το εδώλιο του μάρτυρα και άκουσα με προσοχή και υπομονή τα όσα κατέθεσαν ενόρκως, παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο που απαντούσαν, την επιφυλακτικότητα ή την νευρικότητα τους (βλ.C&A Pelecanos Associates LTD v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1ΑΑΔ1273). Έλαβα υπόψιν μου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με δείκτη μεταξύ άλλων την πηγή της γνώσης τους, τη μνήμη τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή τυχόν προκατάληψης, την ανιδιοτέλεια, την ακεραιότητα και την αληθοφάνεια (βλ.Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1ΑΑΔ614). Περαιτέρω, το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους συσχετίστηκε και συγκρίθηκε με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία (βλ.Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2ΑΑΔ371). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους, έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη Νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ.Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1ΑΑΔ339). Επιπροσθέτως, αξιολογώντας τη μαρτυρία υπενθύμισα στον εαυτό μου, ότι ακόμη και απόρριψη κάποιων εκδοχών αυτής, δεν σημαίνει αναγκαστικά και την μη αποδοχή της, εφόσον το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να βασιστεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας, στην απουσία ισχυρών λόγων περί του αντιθέτου (βλ.Σάββα Γεώργιος ν. Aστυνομίας (1998) 2ΑΑΔ391, Evpalia Trading Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2008) 2ΑΑΔ162). Περαιτέρω είχα υπόψιν μου κατά την αξιολόγηση, ότι επουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία, δεν κλονίζουν την αξιοπιστία μάρτυρα (βλ.Κυπριανού Κύπρος ν. Αστυνομίας (2008) 2ΑΑΔ816, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2), (2009) 1ΑΑΔ1481) και αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν (βλ.Akil Mohammed Jaber ν. Αστυνομίας (2009) 2ΑΑΔ148).

 

Η εντύπωση που αποκόμισα από την ΜΚ1 ήταν θετική.  Από την όλη παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα όσα η ίδια διερεύνησε και στις ενέργειες που προέβη στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στον τρόπο που κατέθετε, από το οποίο να φαινόταν προσπάθεια της να παραποιήσει τα όσα διερεύνησε, ούτε ανίχνευσα στη μαρτυρία της οποιαδήποτε πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Απάντησε ευθέως τα όσα ερωτήθηκε, τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση της και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση.

 

Περαιτέρω είχε υποβληθεί από την υπεράσπιση, ότι η ΜΚ1 προέβη σε ελλιπή διερεύνηση, κάτι που προωθήθηκε εκτενώς στην Ενότητα Β της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου. Έχω εξετάσει τα όσα ανέφερε η ΜΚ1 σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης και παρατηρώ τα ακόλουθα.

 

Σε σχέση με την μη κλήση του κοινοτάρχη που πιστοποίησε το Τεκμήριο 3 για να δώσει κατάθεση, θεωρώ ότι αυτή δεν ήταν αναγκαία, εφόσον ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερ.04/10/18- Τεκμήριο 2 αναφέρει επί λέξει: «Το χαρτί αυτό που μου δείχνεις και έχει αρχικά Π.Κ.1, φέρει την υπογραφή μου. Είναι το χαρτί που σου ανάφερα πιο πάνω ότι υπέγραψα του Πανικού. Δεν μπορώ να θυμηθώ ποια ακριβώς λεφτά αφορά το χαρτί αυτό.»  Εφόσον κατά τη διερεύνηση, δεν αμφισβητήθηκε η πιστοποιημένη υπογραφή από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, η κλήση του κοινοτάρχη δεν ήταν αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Περαιτέρω σε σχέση με το Τεκμήριο 7 και πάλι η διερεύνηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ελλιπής, εφόσον μετά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δεν το αναγνωρίζει, λήφθηκαν δείγματα γραφής και αποστάλησαν στο εργαστήριο γραφολογίας, όπου στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του εργαστηρίου γραφολογίας -Τεκμήριο 9, αναφέρεται ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 7 δεν μπορεί να συνδεθεί με την υπογραφή του κατηγορουμένου. Αυτό δεικνύει, θεωρώ, ότι η ΜΚ1 προέβη σε ορθή, σφαιρική και πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης, έχοντας ενώπιον της ένα παράπονο, μαζεύοντας το μαρτυρικό υλικό που ήταν αναγκαίο υπό τις περιστάσεις και παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο τα τεκμήρια που αφορούν την υπόθεση, ακόμη και εκείνα που ευνοούσαν τον κατηγορούμενο, όπως πχ το Τεκμήριο 9.

 

Συνεπώς και με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η ΜΚ1 προέβη σε πλήρη και ορθή διερεύνηση της υπόθεσης, ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της.

 

Καλή εντύπωση μου έχει κάνει και ο ΜΚ5 ο οποίος έδωσε μαρτυρία και κατέθεσε τα Τεκμήρια 19 και 20. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με την υπόθεση και τα όσα κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της.

 

Θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των παραπονουμένων ΜΚ2 και ΜΚ4, καθώς και της ΜΚ3, οι οποίοι ήταν μάρτυρες γεγονότων και τα όσα ανέφεραν κατά την κυρίως εξέταση, αλλά και την αντεξέταση τους, είναι σημαντικά για την εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. 

 

Ξεκινώντας από τον ΜΚ2, αναφέρω ότι από τον τρόπο που κατέθετε, μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα ο οποίος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Από τον τρόπο που παρέθεσε τα όσα ισχυρίστηκε σε σχέση με το επίδικα περιστατικά, τόσο στην κυρίως εξέταση του, όσο και κατά την αντεξέταση του, μου έδωσε την εντύπωση ότι η μαρτυρία του ήταν προσχεδιασμένη και υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω.

 

Την ίδια εντύπωση αποκόμισα και για την ΜΚ3. Ο τρόπος που απαντούσε και η γλώσσα του σώματος της, κατά την εξιστόρηση των όσων κατ’ ισχυρισμόν συνέβησαν, ουδόλως έπειθε για το αληθές των ισχυρισμών της. Η ταχύτητα των απαντήσεων της, το ύφος και η συμπεριφορά της, με οδηγούν στο ότι δεν κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο, ενώ από τον τρόπο που απαντούσε έδειχνε ότι κάτι έκρυβε από το Δικαστήριο.

 

Και ο ΜΚ4 μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα ο οποίος προσπαθεί να αποδείξει ότι υπήρξε θύμα απάτης, αλλά η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο και ο τόνος της φωνής του απαντώντας κατά την εξέταση του, διακρινόταν από νευρικότητα και έκφραση που κάθε άλλο παρέπεμπε σε μάρτυρα που έλεγε την αλήθεια.

 

Επιπλέον και πέραν από την εντύπωση που έδωσαν στο Δικαστήριο, η μαρτυρία και των τριών αυτών μαρτύρων παρουσίασε ουσιώδεις αντιφάσεις.

 

Συγκεκριμένα, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο ΜΥ1 του τηλεφώνησε τον 01/06 και του είπε ότι ο κατηγορούμενος πουλά χωράφια και ότι είχε αγοράσει και ο ίδιος. Ο ΜΚ2 ενημέρωσε τον ΜΚ4, ο οποίος του είπε ότι ενδιαφέρεται. Εδώ υπάρχει αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ4, ο οποίος ανέφερε στο Τεκμήριο 16, ότι το 2006 ο ΜΥ1 του είπε ο ίδιος για τα χωράφια, όχι ο ΜΚ2.

 

Περαιτέρω και σε σχέση με την πρώτη κατ’ ισχυρισμόν συνάντηση, ο ΜΚ2 αναφέρει ότι  σε αυτήν ήταν παρόντες ο ΜΚ2, ο κατηγορούμενος, ο ΜΥ1 και ο ΜΚ4, ενώ ο ΜΚ4 δεν αναφέρει τον ΜΥ1 ως παρόντα στη συνάντηση. Ακολούθως ο ΜΚ2 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τους πήρε στα Πολεμίδια και τους έδειξε τα δύο τεμάχια που τους είχε πει και την επόμενη μέρα στο σπίτι του κατηγορουμένου ο ΜΚ2 του πήρε ΛΚ7.500 και ο ΜΚ4 ΛΚ9.000. Ο ΜΚ4 όμως αναφέρει ότι το ποσό των ΛΚ9.000 δόθηκε την ίδια μέρα, όχι την επόμενη όπως είπε ο ΜΚ2 και συγκεκριμένα ο ΜΚ4 αναφέρει ότι πήγε στην τράπεζα την ίδια μέρα, πήρε τις ΛΚ9.000 και πήγε με τον ΜΚ2 σε ένα κτηματομεσιτικό γραφείο στην οδό Μακεδονίας, όπου παρόντες ήταν ο κατηγορούμενος, μία κοπέλα και ένας κύριος, του έδωσαν τα λεφτά και τους έδωσε ο κατηγορούμενος το Τεκμήριο 3.

 

Επιπρόσθετα σε σχέση με τα ποσά που ανέφεραν οι ΜΚ2 και ΜΚ4 ότι έδωσαν παρατηρώ τα ακόλουθα.

-       Το Τεκμήριο 3 αναφέρει ότι το ποσό των ΛΚ16.500 λήφθηκε ως δάνειο και η δικαιολογία του ΜΚ2 στη συμπληρωματική του κατάθεση ημερ.05/10/18- Τεκμήριο 14 ήταν ότι αρχικά δεν είδε τη λέξη «δάνειο» και όταν το είδε ρώτησε τον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος του είπε να μην το ψάχνει και ότι με το Τεκμήριο 3 ήταν καλυμμένος.

-       Ο κατηγορούμενος μετά τη συνάντηση, είπε στον ΜΚ2 ότι έχει άλλο τεμάχιο ΛΚ12.000 και τις επόμενες ημέρες ο ΜΚ2 έδωσε τις ΛΚ12.000 στον κατηγορούμενο, αλλά αυτός δεν του έδωσε οποιαδήποτε απόδειξη.

-       Ακολούθως ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε ξανά για δύο άλλα τεμάχια ΛΚ9.000 και ΛΚ7.000 και ο ΜΚ2 του έδωσε το ποσό των ΛΚ16.000, αλλά και πάλι δεν του έδωσε απόδειξη ο κατηγορούμενος.

-       Εν συνεχεία, ο κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ2 ότι εντόπισε ένα μικρό κομμάτι ενδιάμεσα των δύο προαναφερόμενων τεμαχίων στην περιοχή Βερεγγάρια και ήθελε ακόμα ΛΚ1.500 και εκείνον τον καιρό ο ΜΚ2 είχε κατασκευάσει μια πέργολα στο σπίτι του γιου του κατηγορουμένου, η αξία της οποίας ήταν ΛΚ1.500 και πρότεινε να μην πληρωθεί την πέργολα και να καταβάλει ο κατηγορούμενος τις ΛΚ1.500.

-       Στο μεσοδιάστημα, όταν ο κατηγορούμενος είπε στο ΜΚ2 ότι τα χωράφια ήταν έτοιμα για μεταβίβαση, του ζήτησε και ο ΜΚ2 του έδωσε, το ποσό των ΛΚ1.850, για να πληρώσει τους φόρους για να μπορέσει να πιάσει τα χαρτιά για να κάνει την μεταβίβαση.

-       Τέλος ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον ΜΚ2 φόρους μεταβίβασης ΛΚ42.700, ο ΜΚ2 έκανε δάνειο, εξαργύρωσε την επιταγή (Τεκμήριο 4) και έδωσε σε μετρητά το ποσό στον κατηγορούμενο.

-       Ο ΜΚ4 στις 07/09/06 πληροφορήθηκε από τον ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε να δώσει ακόμα ΛΚ8.500, γιατί όπως ανέφερε ήταν στην διαδικασία για να γίνει η μεταβίβαση και έπρεπε να πληρώσει και τα υπόλοιπα χρήματα για την αγορά, ο ΜΚ4 έδωσε σε μετρητά στον ΜΚ2 χωρίς να πάρουν κάποια απόδειξη.

-       Ακολούθως στις 18/10/06, ο ΜΚ4 έδωσε άλλες ΛΚ15.000 σε επιταγή, ποσό το οποίο υπολοίπετο για την αγορά του χωραφιού και συγκεκριμένα, ως ανέφερε, η επιταγή ήταν της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, εκδομένη στο όνομα του ΜΚ4, αφού την πήρε από την Τράπεζα από δάνειο που έκανε, ο ΜΚ4 υπέγραψε την επιταγή και την έδωσε στον κατηγορούμενο, χωρίς να κρατήσει αντίγραφο.

-       Τέλος και πάλι μέσω του ΜΚ2, ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του πληρώσει ΛΚ634, με σκοπό όπως του είπε να πάει στο δημαρχείο να πληρώσει τους φόρους για να μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση και ο ΜΚ4 πλήρωσε το ποσό πάλι μέσω του ΜΚ2.

Ως διαφαίνεται ανωτέρω οι ΜΚ2 και ΜΚ4 ισχυρίζονται ότι έδωσαν στον κατηγορούμενο, ο μεν ΜΚ2 ΛΚ81.550 και ο δε ΜΚ4 ΛΚ33.134, χωρίς να έχουν λάβει οποιαδήποτε απόδειξη παραλαβής των χρημάτων τους από τον κατηγορούμενο, πλην του Τεκμηρίου 3 που αναφέρεται σε δάνειο. Δεν παρουσίασαν καμία απόδειξη που να αναφέρει λήψη χρημάτων για αγορά οικοπέδων ή χωραφιών.

 

Επιπλέον ο ΜΚ2 αναφέρει ότι κατά το 2007, λόγω του ότι έκανε ανακαίνιση του σπιτιού του και είχε ανάγκη από χρήματα, μιλώντας με τον κουμπάρο του -ΜΥ1, ο ΜΥ1 το μετέφερε στον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος έδωσε στον ΜΥ1 μία επιταγή ΛΚ70.000 και ο ΜΥ1 του έκδωσε επιταγή ΛΚ30.000 (Τεκμήριο 5). Δηλαδή έναν χρόνο μετά την κατ’ ισχυρισμόν συμφωνία για αγορά ακινήτων, ο ΜΚ2 ζητά έμμεσα μέσω του ΜΥ1, κάποια από τα λεφτά που έδωσε πίσω για ανακαίνιση, ενώ αναφέρει ότι κατά το 2013, όταν του στάληκε από το Κτηματολόγιο το έντυπο στο οποίο αναγράφονταν τα περιουσιακά του στοιχεία για σκοπούς φορολογίας της ακίνητης του περιουσίας, ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι δεν περιλαμβάνονταν στην ακίνητη του ιδιοκτησία τα εν λόγω τεμάχια για τα οποία ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι είχε εκδώσει τίτλους ιδιοκτησίας και τους κρατούσε  ο κατηγορούμενος και τότε αντιλήφθηκε ότι τους ξεγέλασε ο κατηγορούμενος. Εφόσον ο ΜΚ2 αποδέχθηκε και του είχε επιστραφεί το ποσό των ΛΚ30.000 από το 2007, δεν θα μπορούσε να προχωρήσει η μεταβίβαση οποιωνδήποτε ακινήτων σύμφωνα με την δική του εκδοχή, εφόσον το σύνολο των χρημάτων που έδωσε ο ΜΚ2 και που αφορούσαν τα ακίνητα ήταν ΛΚ37.000 (συν ΛΚ1.850 και ΛΚ42.700 οι φόροι). Το ίδιο ισχύει και για τον ΜΚ4 ο οποίος ζήτησε να του επιστραφεί το ποσό των €20.000 και το οποίο του δόθηκε μέσω του γιου του κατηγορουμένου.

 

Επιπρόσθετα σε σχέση με το Τεκμήριο 7, ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι τον Μάρτιο του 2015 ο κατηγορούμενος του υπέγραψε Γραμμάτιο για ΛΚ125.000 (Τεκμήριο 7) το οποίο του παρέδωσε. Το χαρτί αυτό του το έδωσε ο κατηγορούμενος όταν ο ΜΚ2 του έλεγε ότι οι Τράπεζες τον πίεζαν για να τους δώσει τα χρήματα που τους χρωστούσε. Ο ΜΚ2 επιπλέον ανέφερε ότι δεν γνωρίζει γιατί ο κατηγορούμενος έβαλε στην ημερομηνία Μάρτιο του 2007 ούτε γιατί έβαλε το συγκεκριμένο ποσό. Σε σχέση όμως με το εν λόγω Γραμμάτιο- Τεκμήριο 7, σύμφωνα με την έκθεση του εργαστηρίου γραφολογίας – Τεκμήριο 9, η υπογραφή επί του Γραμματίου δεν μπορεί να συνδεθεί με την υπογραφή του κατηγορουμένου. Συνεπώς και αυτός ο ισχυρισμός του ΜΚ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, εφόσον προσκόμισε προς υποστήριξη των λεγομένων του, ένα Γραμμάτιο, το οποίο δεν υπεγράφη από τον κατηγορούμενο, φέρει διαφορετική ημερομηνία από εκείνη που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι του εδόθη και δεν γνωρίζει ούτε και μπορεί να δικαιολογήσει το ποσό των ΛΚ125.000 που αναγράφεται σε αυτό. 

 

Επιπλέον ο ΜΚ2 σε μία λεπτομερέστατη κατάθεση 14 σελίδων – Τεκμήριο 12, όπου αναφέρει με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση σύμφωνα με τον ίδιο, του διέφυγε να αναφερθεί στο τοπογραφικό σχέδιο το οποίο ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι είχε φέρει ο κατηγορούμενος για να τους πείσει, ούτε αναφέρει στην κατάθεση του ότι έλαβε δάνειο από συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα, ενώ αντεξεταζόμενος αρνήθηκε να αναφέρει τα ονόματα τους, χωρίς να πει τον λόγο που δεν τα αναφέρει.

 

Περαιτέρω ο ΜΚ2 ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι είχε δείξει στη σύζυγο του -ΜΚ3 το πρώτο οικόπεδο που αγόρασε από τον κατηγορούμενο, εκείνο «που ήταν κοντά στο γήπεδο», ενώ η ΜΚ3 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι δεν πήγε να δει τα χωράφια, ούτε και ζήτησε από τον ΜΚ2 να της τα δείξει. Η εν λόγω αντίφαση είναι ουσιώδης και δεικνύει ότι η μαρτυρία τόσο του ΜΚ2 όσο και της ΜΚ3 δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

 

Τέλος ο χρόνος που παρήλθε από το 2006 μέχρι την υποβολή του παραπόνου τον Ιούνιο του 2018 δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με τον ισχυρισμό ότι περίμεναν μήπως πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Θεωρώ ότι η πάροδος 12 ετών αποτελεί ακόμη ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψιν και αποδυναμώνει τις μαρτυρίες των ΜΚ2 , ΜΚ3 και ΜΚ4 καθιστώντας τις αναξιόπιστες.

 

Με βάση τα ανωτέρω οι μαρτυρίες των ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4 απορρίπτονται. Εκείνο που μπορεί να γίνει αποδεκτό και μπορεί να εξαχθεί από τη μαρτυρία τους είναι ότι ο ΜΚ2 έδωσε το ποσό των ΛΚ7.500 και ο ΜΚ4 το ποσό των ΛΚ9.000 στον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος έδωσε στον ΜΚ2 το ποσό των ΛΚ30.000 και στον ΜΚ4 το ποσό των €20.000.   

 

Ο ΜΥ1 ήταν ο μοναδικός ανεξάρτητος μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα είναι συγχωριανός με τους ΜΚ2 και ΜΚ4 και κουμπάρος με τον ΜΚ2 και τον γιο του κατηγορουμένου. Η δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν φάνηκε από τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Από την όλη παρουσία του, διαφάνηκε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, αλλά δυσκολευόταν να απαντήσει ευθέως σε κάποιες ερωτήσεις, κάτι που θεωρώ ότι είναι δικαιολογημένο, λόγω της ιδιόμορφης στενής σχέσης του με τα διάδικα μέρη. Δεν παραβλέπω ότι, ως αναφέρθηκε και από τον ΜΚ2 και τον ΜΥ1, οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν ψυχρανθεί, πλην όμως δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στον τρόπο που κατέθετε, από το οποίο να φαίνεται προσπάθεια του να παραποιήσει τα γεγονότα, ούτε ανίχνευσα στη μαρτυρία του οποιοδήποτε ψέμα ή πρόθεσης παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Το άγχος από μόνο του δεν αποτελεί στοιχείο αναξιοπιστίας, εφόσον η συνολική του εικόνα δείκνυε μάρτυρα αληθείας, αγχώδη μεν, αξιόπιστο δε. Οι θέσεις του ήταν σταθερές και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, αναφέροντας ότι σύστησε τον ΜΚ2 στον κατηγορούμενο, επειδή έψαχνε πελεκάνο για μια δουλειά και όχι για να αγοράσει χωράφια ο ΜΚ2, ενώ τόνισε ότι ο ίδιος δεν αγόρασε χωράφι από τον κατηγορούμενο, αλλά από τη σύζυγο του κατηγορουμένου 10 χρόνια πριν τα επίδικα γεγονότα.

 

Με βάση τα ανωτέρω η μαρτυρία του ΜΥ1 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της.

 

ΜΥ2- ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΑ

Ο ΜΥ2 κλητεύθηκε ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Εκείνο που η κατηγορούσα αρχή αμφισβήτησε σε σχέση με τη μαρτυρία του, ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε στο Τεκμήριο 23. Με βάση την εικόνα του μαρτύρα στο εδώλιο, το σύνολο όσων τέθηκαν ενώπιον μου, με βάση τα προσόντα του, το επίπεδο των γνώσεων του και την εμπειρία του, κρίνω πως αυτός μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και συνεπώς η μαρτυρία του θα εξετασθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Το καθήκον των εμπειρογνωμόνων, είναι να προμηθεύουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Anastasiades v. The Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Α.Π. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποιν.Έφ.192/2016, ημερ.26/09/2019, ECLI:CY:AD:2019:B395), ενώ έχει Νομολογηθεί ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, απλώς το βοηθά (βλ.Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2) (2009) 1ΑΑΔ1481).

Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του ΜΥ2, λόγω της ιδιότητας του ως εμπειρογνώμονα. Ο ΜΥ2 διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο σε σχέση με την γραφολογική εξέταση που διενήργησε στο Τεκμήριο 6 και τον τρόπο που αυτό εξετάστηκε. Επεξήγησε με επάρκεια, λεπτομέρεια και πειστικότητα όλα όσα του τέθηκαν και αφορούσαν τον τρόπο της εξέτασης της υπογραφής επί της επιταγής- Τεκμήριο 6. Τεκμηρίωσε επιστημονικά το πως εξετάζεται μία υπογραφή, πως αξιολογούνται τα δείγματα υπογραφής του κατηγορουμένου, ενώ η μεθοδολογία, τα ευρήματα, τα συμπεράσματα και οι εξηγήσεις που έδωσε, δεν έχουν κλονιστεί κατά την αντεξέταση του.

 

Εξήγησε με σαφήνεια τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο, την οποία ακολούθησε για να καταλήξει στο συμπέρασμα του ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 6 είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του κατηγορουμένου, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου.

 

Ο τρόπος με τον οποίο κατέθεσε ο ΜΥ2, η όλη παρουσία του στο εδώλιο και η παράθεση των όσων συμπέρανε ως εμπειρογνώμονας και των όσων επεξήγησε, με οδηγούν στο ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 ήταν αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και γίνεται δεκτή και μπορώ να στηριχθώ σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσω τη δική μου ανεξάρτητη κρίση.

 

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΙΩΠΗΣ- ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ

Όσον αφορά τον κατηγορούμενο αυτός άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Το δικαίωμα της σιωπής αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου και δεν επιτρέπεται όταν αυτό ασκείται να εξάγει το Δικαστήριο οποιαδήποτε ενοχοποιητικά συμπεράσματα (βλ.Ψύλλας ν.Δημοκρατίας (2003) 2ΑΑΔ353, Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.ά. (2004) 2ΑΑΔ51).

 

Ως προς την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 2) παρατηρώ τα ακόλουθα. Είναι Νομολογημένο ότι κάθε μέρος της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου λαμβάνεται υπόψιν και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Ως εκ τούτου μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου και μικρότερη βαρύτητα ή και απόρριψη κάποιων μερών της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2ΑΑΔ109, Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2ΑΑΔ693, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν.Έφ.163/2018, ημερ.11/03/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101).

 

Στην προκειμένη, στην ανακριτική του κατάθεση ημερ.04/10/18- Τεκμήριο 2, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι γνωρίζει τους ΜΚ2 και ΜΚ4. Τον ΜΚ2 τον γνωρίζει πολύ πιο καλά, αφού μέχρι πρόσφατα είχαν στενές οικογενειακές σχέσεις. Τον ΜΚ4, από ότι θυμάται, τον είδε μόνο 2-3 φορές. Τον ΜΚ2 τον γνώρισε μέσω ενός κουμπάρου του, του ΜΥ1, ο οποίος του τον σύστησε ως πελεκάνο. Αναφέρει ότι έδωσε στον ΜΚ2 2-3 δουλειές και του έκανε και έτσι απόκτησαν πολύ στενές οικογενειακές σχέσεις.

 

Λόγω των στενών φιλικών σχέσεων που είχαν κάποιες φορές βοηθούσαν ο ένας τον άλλο και οικονομικά. Το 2006 ο κατηγορούμενος είχε οικονομικά προβλήματα και ζήτησε από τον ΜΚ2 να του δώσει δανεικά. Σύνολο, σε διάφορες ημερομηνίες, 2-3 φορές, του έδωσε σε μετρητά το ποσό των ΛΚ40.000. Όταν του τα έδωσε, η συμφωνία που έκανε μαζί του ήταν ότι σε λίγο καιρό θα τον ξοφλούσε αφού περίμενε να πάρει και ο κατηγορούμενος λεφτά από κάπου, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πολλές λεπτομέρειες γιατί είχε περάσει πολύς καιρός. Στον επόμενο καιρό, δεν θυμάται πότε ακριβώς, ο κατηγορούμενος πήρε κάποια λεφτά και έδωσε στον ΜΥ1 ΛΚ30.000 σε μετρητά για να τα δώσει στον ΜΚ2.

 

Το 2007 καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού σε 11,5 χρόνια φυλάκισης για υπόθεση απόσπασης 3,5 εκατομμυρίων λιρών για μια υπόθεση με κάτι χωράφια. Ακόμα και ενώ νοσηλευόταν λόγω προβλημάτων υγείας στην κλινική Ευαγγελίστρια στην Λευκωσία, ο ΜΚ2 ερχόταν και τον έβλεπε. Ουδέποτε συζήτησαν για τα λεφτά, ούτε του ανέφερε ότι ήθελε τα λεφτά ούτε κάτι άλλο. Γνώριζε και ο κατηγορούμενος και ο ΜΚ2 ότι του χρωστούσε γύρω στις ΛΚ10.000 και μόλις μπορούσε θα του τα έδινε.

 

Ουδέποτε ανέφερε στον ΜΚ2 ότι είχε χωράφια που ανήκαν σε Τουρκοκύπριους και ποτέ δεν του είπε να τα αγοράσει, ούτε πήγαν στα Πολεμίδια για να δείξει στους ΜΚ2 και ΜΚ4 οποιαδήποτε χωράφια. Ο κατηγορούμενος ασχολείτο τότε με πωλήσεις ακινήτων αλλά ουδέποτε είχε με τον ΜΚ2 και τον ΜΚ4 τέτοιες συναλλαγές. Σε σχέση με τον ΜΚ4 αναφέρει ότι ουδέποτε έπιασε χρήματα, ούτε άλλη οικονομική συναλλαγή είχαν μαζί. Μόνο με τον ΜΚ2 είχε οικονομικές συναλλαγές, αφού δάνειζαν ο ένας στον άλλον λεφτά. Αναφορικά με το Τεκμήριο 3 ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι του το έφερε ο ΜΚ2 και το υπέγραψε και όταν τον ρώτησε γιατί ήταν και το όνομα του ΜΚ4 πάνω στο χαρτί, ο ΜΚ2 του ανέφερε ότι έβαλαν μαζί τα λεφτά. Αναφέρει περαιτέρω ότι δεν μπορεί να θυμηθεί ποια ακριβώς λεφτά αφορά το Τεκμήριο 3, αλλά σίγουρα είναι μέσα στο ποσό των ΛΚ40.000 που ανέφερε πριν.

 

Επιπλέον στην ανακριτική του αρνείται ότι ζήτησε στοιχεία ταυτοτήτων του ΜΚ2 και της ΜΚ3, ότι έδειξε πιστοποιητικά εγγραφής για να γίνει μεταβίβαση, ούτε ότι ζήτησε λεφτά για να πληρωθούν φόροι του δημαρχείου και να γίνει μεταβίβαση. Αναφορικά με το Τεκμήριο 5 αναφέρει ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε, αλλά υπολογίζει ότι πρέπει όταν έδωσε μετρητά στον ΜΥ1 για να τα δώσει στον ΜΚ2, αυτός να του έδωσε την επιταγή- Τεκμήριο 5, αλλά ο ίδιος δεν ενημερώθηκε για οτιδήποτε τέτοιο. Αναφορικά με το Τεκμήριο 6 αναφέρει ότι το μόνο που έγραψε ήταν η υπογραφή του και όλα τα άλλα δεν είναι δικά του γράμματα ούτε γνωρίζει ποιου είναι. Αναφέρει ότι έδωσε την επιταγή στον ΜΚ2 μόνο με την υπογραφή του, επειδή του την ζήτησε, γιατί όπως του είπε έπρεπε να την δείξει κάπου, αλλά δεν του είπε τι ποσό θα έβαζε πάνω. Την επιταγή αυτή την έδωσε στον ΜΚ2 μετά που ο κατηγορούμενος βγήκε από την φυλακή. Κάποια στιγμή μετά τον ρώτησε τι έγινε η επιταγή αυτή και o MK2 του είπε ότι δεν την χρησιμοποίησε και ότι την έσκισε.

 

Όσον αφορά το Τεκμήριο 7 ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι δεν το γνωρίζει καθόλου και είναι η πρώτη φορά που το βλέπει και πάνω από το όνομα του δεν είναι η υπογραφή του. Επιπλέον στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος αρνείται ότι πρότεινε στους ΜΚ2 και ΜΚ3 να πάνε κατεχόμενα για οποιοδήποτε λόγο και προσθέτει ότι δεν μπορεί να πάει στα κατεχόμενα γιατί έχει οφειλόμενα πρόστιμα, ενώ η τελευταία φορά που πήγε κατεχόμενα ήταν πριν πάει φυλακή. Πήγε στην φυλακή στις 04/01/07 και αποφυλακίστηκε τον Μάρτιο του 2013. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αρνείται ότι ανέφερε στους ΜΚ2 και ΜΚ3 ότι τους άνοιξε οποιοδήποτε λογαριασμό στο εξωτερικό. Αναφέρει ότι αναγνωρίζει ότι χρωστά περίπου €10.000 στον ΜΚ2 και το είπε και στον δικηγόρο του όταν του έστειλαν επιστολή και είναι πρόθυμος μόλις μπορέσει να του τα δώσει. Τέλος αναφέρει ότι είναι πτωχεύσας και δεν διατηρεί οποιουσδήποτε λογαριασμούς σε τράπεζες.

 

Οι πιο πάνω θέσεις κατηγορουμένου κρίνονται ως αυτοεξυπηρετικές. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην κατάθεση του. Επιπλέον παρατηρώ ότι σε σχέση με τη θέση του ότι υπέγραψε ο ίδιος την επιταγή- Τεκμήριο 6, παρόλο που η δήλωση αυτή μπορεί αν θεωρηθεί ως δήλωση ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου, εντούτοις και πάλι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον ως ανέλυσα ανωτέρω, με βάση την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα- ΜΥ2, η υπογραφή δεν τέθηκε από τον κατηγορούμενο. Εκείνο που μπορεί να γίνει αποδεκτό από την ανακριτική του κατάθεση και υποστηρίζεται και από μαρτυρία είναι ότι δανείστηκε χρήματα από τον ΜΚ2.

 

ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα.

Ο κατηγορούμενος δανείστηκε διάφορα χρηματικά ποσά από τον ΜΚ2 και τον ΜΚ4.

Ο κατηγορούμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 3 το οποίο αναφέρει ότι οφείλει στους ΜΚ2 και ΜΚ4 το ποσό των ΛΚ16.500 από δάνειο.

Ο κατηγορούμενος έδωσε ΛΚ70.000 στον ΜΥ1 επειδή χρωστούσε λεφτά στον ίδιο και στον ΜΚ2 και ο ΜΥ1 εξέδωσε την επιταγή -Τεκμήριο 5 προς όφελος του ΜΚ2 για το ποσό των ΛΚ30.000 για χρήματα που όφειλε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ2.

Ο κατηγορούμενος επέστρεψε στον ΜΚ4, μέσω του γιου του, το ποσό των €20.000.

Η υπογραφή επί της επιταγής- Τεκμηρίου 6 είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του κατηγορουμένου, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου.

Στο Γραμματίο- Τεκμήριο 7 σύμφωνα με την έκθεση του εργαστηρίου γραφολογίας – Τεκμήριο 9 η υπογραφή επί του Γραμματίου δεν μπορεί αν συνδεθεί με την υπογραφή του κατηγορουμένου.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στις ποινικές υποθέσεις η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ.Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2ΑΑΔ363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2ΑΑΔ482) και εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2ΑΑΔ401).  


Σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 το άρθρο 297 του Κεφ.154 αναφέρει:

«Ορισμός ψευδών παραστάσεων

297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.»

 

Περαιτέρω το άρθρο 298 του Κεφ.154 αναφέρει:

 

«Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις

298. (1) Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.

(2) Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.»

 

Σε σχέση με το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, όπως προκύπτει από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.154, τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν για να στοιχειοθετηθεί είναι:

1.            Η ψευδής παράστασης δηλαδή παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.

2.            Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.

3.            Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.

4.            Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής.

 

Ως έχει Νομολογηθεί για την απόδειξη του αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης για στοιχειοθέτηση ποινικής  ευθύνης, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του (βλ.Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2008) 2ΑΑΔ861, ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν.Έφ.318/2015, ημερ.07/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:B285).

Περαιτέρω ως αναφέρθηκε στην Χρυσάνθου ν. Αστυνομίας (2016) 2ΑΑΔ1293:

«Το δικαστήριο δέχτηκε και ορθώς ερμήνευσε τις σχετικές αρχές δικαίου, ότι η πρόθεση δεν είναι πολλές φορές δεκτική άμεσης απόδειξης και, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 175:

"Είναι γνωστή η αρχή του δικαίου της απόδειξης ότι το στοιχείο της ένοχης διάνοιας αποδεικνύεται κατά κανόνα, συμπερασματικά από το σύνολο της ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρίας."

(Βλ. επίσης Φανιέρος ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 104).»

 

 

Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας ανωτέρω και των ευρημάτων μου, δεν έχω καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε ψευδείς παραστάσεις προς τους ΜΚ2 και ΜΚ4 με σκοπό την καταδολίευση τους και την απόσπαση χρημάτων από αυτούς. Συνεπώς δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις.

 

Αναφορικά με τις κατηγορίες 3 και 4, το άρθρο 303Α του Κεφ.154 αναφέρει τα ακόλουθα:

«Δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο

303 Α.-(1) Πρόσωπο το οποίο, με σκοπό καταδολίευσης, συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση εφτά χρόνων.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πρόσωπο συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία όπου -

(α) πωλεί σε άλλο, ή ενοικιάζει σε άλλο, ή υποθηκεύει σε άλλο ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο, ή διαθέτει προς χρήση σε άλλο ακίνητη περιουσία, ή

(β) διαφημίζει ή άλλως πως προωθεί τη σε άλλο πώληση ή ενοικίαση ή υποθήκευση ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο ή την από άλλο χρήση ακίνητης περιουσίας, ή

(γ) συνάπτει συμφωνία για την πώληση σε άλλο, ή την ενοικίαση σε άλλο, ή την υποθήκευση σε άλλο, ή την επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο προς όφελος άλλου, ή τη χρήση από άλλον ακίνητης περιουσίας, ή

(δ) αποδέχεται την ακίνητη περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της συναλλαγής όπως αυτή ορίζεται στο παρόν εδάφιο.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, πρόσωπο ενεργεί με σκοπό καταδολίευσης εάν προβεί σε οποιαδήποτε από τις πράξεις που καθορίζονται στο εδάφιο (2) ενώ γνωρίζει ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει, ότι δεν έχει τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που έχει νόμιμη εξουσία παροχής τέτοιας συγκατάθεσης.

(4) H απόπειρα διάπραξης του αδικήματος που ορίζεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου συνιστά κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.

(5) Το παρόν άρθρο ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα ιδιοκτήτη μεριδίου ή άλλου νομικού συμφέροντος σε ακίνητη περιουσία όπως συναλλάττεται σε σχέση με αυτό ως ο νόμος επιτρέπει.

(6) Οι διατάξεις του άρθρου 8 δεν εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού.»

 

 

Στην ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν.Έφ.318/2015, ημερ.07/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:B285 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον σκοπό καταδολίευσης:

«Στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 861 αναφέρονται τα εξής:

“Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση.”

Στην υπόθεση Georghiou v. Republic (1984) 2 C.L.R. 65 στις σελίδες 94-95 γίνεται ανάλυση της έννοιας καταδολίευσης, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία:

Guided by the exposition of the law on the requisites of "intent to defraud", made by the House of Lords in Welham v. D.P.P. [1960] 1 All E.R. 805, the Assize Covet held that "intent to defraud", in the context of s.331, does not entail the existence of an intent to injure at specific person. Moreover, injury is not confined to a financial one. The crime of forgery is proved if the deception practised by means of the false document, is capable of inducing anyone person, not a specific person, to act to his detriment, not necessarily of a financial kind. In Welham, supra, the House debated at length the implications of "intent to defraud" and laid emphasis on the distinction between "intent to deceive" and "intent to defraud". As explained by Lord Denning in particular, neither at common law nor under the Forgery Act was "intent to defraud" associated with the causation of financial injury, by means of the deception practised, to any particular person. As the learned Justice put it, "someone in general will suffice" (see, p. 815, H-I). Again, injury is not confined to economic loss "not to the idea of depriving someone of something of value.”

Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Ioannou v Police (1985) 2 C.L.R. 14.»

 

Συνεπώς και εφόσον δεν έχω καταλήξει σε εύρημα ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε τρίτο πρόσωπο και δεν πούλησε στους ΜΚ2 και ΜΚ4 ακίνητη περιουσία που ανήκει σε τρίτο πρόσωπο, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του άρθρου 303Α.

 

Σε σχέση με το αδίκημα της 5η κατηγορίας, δηλαδή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες το άρθρο 4 του Ν.188(Ι)/2007 αναφέρει τα ακόλουθα:

«4. (1) Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες:

(i) Μετατρέπει, μεταβιβάζει, ή μετακινεί τέτοια περιουσία με σκοπό να αποκρύψει ή, να συγκαλύψει την παράνομη προέλευσή της ή να παράσχει με οποιοδήποτε τρόπο βοήθεια σε πρόσωπο το οποίο είναι αναμιγμένο στη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος για να προβεί το πρόσωπο αυτό σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πράξεις και ενέργειες ή άλλως ενεργεί για να αποφύγει τις νομικές συνέπειες των πράξεων και ενεργειών του˙

(ii) αποκρύπτει ή συγκαλύπτει την αληθή φύση, την πηγή, τον τόπο, τη διάθεση, την κίνηση, τα δικαιώματα σε σχέση με περιουσία ή με την κυριότητα αυτή˙

(iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙

(iv) συμμετέχει, συμπράττει, συνεργάζεται, συνωμοτεί για να διαπραχθεί, ή αποπειράται να διαπράξει και παρέχει συνδρομή και βοήθεια, καθοδήγηση ή συμβουλή στη διάπραξη οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω˙

(v) παρέχει πληροφορίες σχετικά με έρευνες που γίνονται για νομιμοποίηση εσόδων γενεσιουργού αδικήματος με σκοπό να δυνηθεί το πρόσωπο που αποκόμισε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος να διατηρήσει τα έσοδα ή τον έλεγχο των εσόδων από τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος,

διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.

(2) Για σκοπούς του εδαφίου (1):

(α) Δεν έχει καμιά σημασία κατά πόσο οι παράνομες δραστηριότητες υπόκεινται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων·

(β) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων·

(γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις·

(δ) δεν απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα, από το οποίο προήλθαν έσοδα·

(ε) δεν απαιτείται να αποδειχθεί η ταυτότητα του προσώπου που διέπραξε τις παράνομες δραστηριότητες από τις οποίες προήλθαν τα έσοδα·

(στ) καταδίκη για τα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) αδικήματα είναι δυνατή σε περίπτωση που με βάση αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις στοιχειοθετείται ότι η περιουσία προήλθε από παράνομες δραστηριότητες, χωρίς να απαιτείται η στοιχειοθέτηση όλων των πραγματικών στοιχείων ή όλων των περιστάσεων που σχετίζονται με τις εν λόγω παράνομες δραστηριότητες.»

 

Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχει αποδεικτεί το γενεσιουργό αδίκημα, αλλά ούτε από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε ενέργεια του κατηγορουμένου σε σχέση με τα όσα ορίζει το άρθρο 4(1)(i)-(v) ανωτέρω. Ούτε και οι αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση, πρόθεση ή σκοπό, ως ορίζει το άρθρο 4(2)(γ) ανωτέρω. Ως εκ τούτου το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν έχει αποδειχθεί.

 

Τέλος, τα όσα εισηγείται ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του περί ελλιπούς διερεύνησης έχουν εξεταστεί ανωτέρω στην αξιολόγηση της ΜΚ1 και θεωρώ ότι η διερεύνηση δεν ήταν ελλιπής, ούτε και επηρεάστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου για Δίκαιη Δίκη.

 

Όσον αφορά τη θέση περί κατάχρησης της διαδικασίας, είναι γνωστές οι αρχές της Νομολογίας σε σχέση με το εύλογο του χρόνου και την παραβίαση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος (βλ.  ΓΕ ν. Χαράλαμπου Καψού (2004) 2ΑΑΔ127, ΚΑΖΑΝΟΥ v. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, ΠΟΙΝ.ΕΦ.96/19, ημερ.28/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:B272 και ΣΑΒΒΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν.Έφ.78/2021, ημερ.09/11/2021).

 

Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο στην αξιολόγηση του, κατέληξε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το 2006 μέχρι την υποβολή του παραπόνου τον Ιούνιο του 2018, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με τον ισχυρισμό ότι οι παραπονούμενοι περίμεναν μήπως πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Η πάροδος 12 ετών αξιολογήθηκε δεόντως και αποτέλεσε ακόμη ένα παράγοντα  που λήφθηκε υπόψιν στις μαρτυρίες των ΜΚ2 , ΜΚ3 και ΜΚ4 καθιστώντας τις αναξιόπιστες, κάτι που προσμέτρησε προς όφελος του κατηγορουμένου.  

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Από την προσκομισθείσα μαρτυρία την οποία έχω κάνει αποδεκτή και τα ευρήματα μου, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 1ης, 2ης, 3ης, 4ης και 5ης κατηγορίας που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και ο κατηγορούμενος αθωώνεται στα αδικήματα που αντιμετωπίζει στις κατηγορίες αυτές.

 

 

 

                                                                                                  (Υπ.)………….....................

                                                                                                            Κ. Γεωργίου, Ε.Δ.   

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο