ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Υπόθεση αρ. 17554 / 2020, 3/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Υπόθεση αρ. 17554 / 2020, 3/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 17554 / 2020

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

ν.

 

 

1.   ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

2.   ΜΑΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

 

___________

 

Ημερομηνία: 3 Ιουλίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Πραστίτης, για τον Κατηγορούμενο 1

Σ. Μάτσας, για τον Κατηγορούμενο 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(εκ πρώτης όψεως)

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες, κοινές κατηγορίες:

 

1η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλαδή οχλαγωγία [συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, άρθρα 372, 70, 72, 20 ΠΚ.]

 

2η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, συμμετείχαν σε οχλαγωγία [οχλαγωγία, άρθρα 70, 72, 20 ΠΚ.]

 

3η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, διέγειραν άγνωστα πρόσωπα να διαπράξουν ποινικό αδίκημα, δηλαδή οχλαγωγία [διέγερση προς διάπραξη ποινικού αδικήματος, άρθρα 370(α), 20, 70, 72 ΠΚ.]

 

4η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, διέγειραν άγνωστα πρόσωπα να διαπράξουν ποινικό αδίκημα, δηλαδή επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη [διέγερση προς διάπραξη ποινικού αδικήματος, άρθρα 370(α), 20, 243 ΠΚ.]

 

Πρόσθετα, ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

5η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Ανδρέα Λιασίδη από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρα 243, 20 ΠΚ.]

 

6η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, σε δημόσιο μέρος, δηλαδή παρά το κάστρο Κολοσσίου, είχε στην κατοχή του επιθετικό όπλο, δηλαδή ένα πτυσσόμενο ρόπαλο [μεταφορά επιθετικού όπλου, άρθρα 2, 3(1)(2) του περί Επιθετικών Όπλων Νόμου Κεφ.159.]

 

7η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας, μετέφερε επιθετικό όργανο, δηλαδή ένα πτυσσόμενο ρόπαλο, κατά τρόπο διεγείροντα τρόμο στον Ανδρέα Λιασίδη, από τη Λεμεσό [οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, άρθρο 80 ΠΚ.]

 

8η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας, μετέφερε επιθετικό όργανο, δηλαδή ένα πτυσσόμενο ρόπαλο, κατά τρόπο διεγείροντα τρόμο στον Μιχάλη Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό [οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, άρθρο 80 ΠΚ.]

 

9η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας, μετέφερε επιθετικό όργανο, δηλαδή ένα πτυσσόμενο ρόπαλο, κατά τρόπο διεγείροντα τρόμο στον Φρίξο Νικοτσααρά, από τη Λεμεσό [οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, άρθρο 80 ΠΚ.]

 

10η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του αντικείμενο κατασκευασμένο για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, δηλαδή ένα σπρέι [κατοχή αντικειμένου κατασκευασμένου για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, άρθρα 2, 25 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004.]

 

11η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, μετέφερε αντικείμενο κατασκευασμένο για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, δηλαδή ένα σπρέι [μεταφορά αντικειμένου κατασκευασμένου για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, άρθρα 2, 25 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004.]

 

12η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά του Φρίξο Νικοτσαρά από τη Λεμεσό [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]

 

Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει, πρόσθετα, τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

13η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Ανδρέα Λιασίδη από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρα 243, 20 ΠΚ.]

 

14η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του αντικείμενο κατασκευασμένο για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, δηλαδή ένα σπρέι [κατοχή αντικειμένου κατασκευασμένου για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, άρθρα 2, 25 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004.]

 

15η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, μετέφερε αντικείμενο κατασκευασμένο για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, δηλαδή ένα σπρέι [μεταφορά αντικειμένου κατασκευασμένου για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, άρθρα 2, 25 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004.]

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν παραδέχθηκαν ενοχή. Για την απόδειξη της υπόθεσης, παρουσιάστηκε, από την Κατηγορούσα Αρχή, η μαρτυρία του Α/Αστ.1831 Χρίστου Παπαδόπουλου (ΜΚ1), του Ανδρέα Λιασίδη (ΜΚ2), και του Μιχάλη Χριστοδούλου (ΜΚ3).

 

Με βάση την προαναφερθείσα μαρτυρία, υποβλήθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης εισήγηση, δυνάμει του άρθρου 74(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2, ώστε αυτοί να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Η εισήγηση που υποβλήθηκε αφορά όλες τις κατηγορίες. Αμφότερες οι πλευρές ανέπτυξαν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο έλαβε υπόψη το σύνολο των σχετικών αγορεύσεων, στην πλήρη τους έκταση.

 

Κατά κανόνα, δεν αποφασίζεται ενοχή ή αθωότητα πριν να ολοκληρωθεί η παρουσίαση όλης της μαρτυρίας της υπόθεσης. Εξαίρεση υπάρχει μόνον όταν η υπόθεση «καταρρέει» ήδη στο ενδιάμεσο στάδιο. Αυτό συμβαίνει σε δύο περιπτώσεις: (α) όταν, ακόμη κι αν όλα όσα λέει η Κατηγορούσα Αρχή είναι σωστά, δεν προκύπτει αδίκημα γιατί λείπει κάποιο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ή (β) όταν η μαρτυρία είναι αντινομική ή τόσο αντιφατική και αδύναμη που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν για καταδίκη. Η προσέγγιση είναι αυστηρά αντικειμενική και γίνεται σε δύο βήματα. Πρώτα εξετάζεται αν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σημαντικό είναι να λεχθεί πως, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν «ζυγίζει» την αξιοπιστία της μαρτυρίας, αλλά την κοιτάζει μόνο επιφανειακά («στην όψη της»). Ακόμη και όταν υπάρχει μαρτυρία που καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, η δίκη μπορεί να σταματήσει μόνον αν τα προβλήματά της είναι τόσο προφανή και σοβαρά, ώστε κανένα Δικαστήριο να μπορούσε αργότερα να τα παρακάμψει. Το βασικό ερώτημα είναι απλό, κατά πόσο αν ληφθεί η μαρτυρία στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της, θα μπορούσε ένα λογικό Δικαστήριο να καταδικάσει. Αν ναι, η δίκη συνεχίζεται. Αν όχι, σταματά. Γι’ αυτό, ζητήματα όπως μικρές αντιφάσεις ή αμφιβολίες για την αξιοπιστία των μαρτύρων δεν αρκούν για διακοπή. Η διακοπή δικαιολογείται μόνον όταν η μαρτυρία είναι τόσο αδύναμη που δεν στηρίζει ούτε καν μια εκ πρώτης όψεως υπόθεση, πόσω μάλλον απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αν δεν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει όλα τα στοιχεία του αδικήματος ή αν αυτή έχει καταρρεύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να σταθεί, το Δικαστήριο οφείλει να σταματήσει τη δίκη, στη βάση της λογικής πως ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να «διορθώσει» ή να ενισχύσει τις αδυναμίες της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται συνοπτικά, χωρίς λεπτομερή ανάλυση της μαρτυρίας[1].

 

Η μαρτυρία τίθεται περιγραφικά και συνοπτικά, χωρίς αξιολόγησή της. Ο ΜΚ1, Α/Αστ.1831 Χρίστος Παπαδόπουλος, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερομηνίας 11.12.2020 (Τ1), στην οποία αναφέρει τις ανακριτικές πράξεις στις οποίες προέβη, ή και δεν προέβη. Εκ συμφώνου κατατέθηκαν οι καταθέσεις των Αστ.3530 Χρ. Χριστοδούλου, Τ4, και Αστ.329 Δ. Κωνσταντινίδη, Τ5, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό τους είναι αληθές, σχετικά με τη φρούρηση της σκηνής, και τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο 1, Τ6. Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Αστ.2061 Δ. Σαζού, Τ7, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, ως προς τη συλλογή των τεκμηρίων, τη λήψη των φωτογραφιών του Τ8 και την επεξεργασία τους. Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Θεόδωρου Κυριάκου, ημερομηνίας 17.12.2020, Τ9, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, σχετικά με την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, Τ10. Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Αστ.3900 Ν. Ναθαναήλ ημερομηνίας 20.12.2020, Τ11, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, σχετικά με τη σύλληψη του Κατηγορούμενου 2, την εξέλιξη της έρευνας, και την έκδοση διατάγματος αστυνομικής κράτησής του, για σκοπούς διερεύνησης, Τ12. Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Αστ.2542 Χ. Κλεοβούλου ημερομηνίας 21.12.2020, Τ13, που αφορά στη διακίνηση των τεκμηρίων, για την αλήθεια του περιεχομένου της, όπως επίσης και η κατάθεση του Αστ.2071 Λ. Στεφάνου, ο οποίος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, καθώς και η κατάθεση του Α/Αστ.269 Π. Θεοφίλου ημερομηνίας 22.12.2020, Τ15, σχετικά με τη διακίνηση των τεκμηρίων. Δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως και το περιεχόμενο της εκ συμφώνου κατατεθείσας έκθεσης πραγματογνωμοσύνης 6245-2020, Τ16, είναι αληθές, δηλαδή ότι δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν γενετικά τους Κατηγορούμενους 1 και 2 με τα τεκμήρια που λήφθηκαν από τη σκηνή. Ο ΜΚ2, Ανδρέας Λιασίδης, παραπονούμενος, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 17.12.2020, Τ17, στην οποία αναφέρει την επικοινωνία μέσω Messager με τον «Δημήτρη», τον οποίο, όπως ανέφερε, γνωρίζει εμφανισιακά από συναντήσεις στο κόμμα ΕΛΑΜ, και τη διευθέτηση συνάντησης, όπου μετέβη με τον ΜΚ3. Στο σημείο συνάντησης, αναφέρει πως αναγνώρισε τον «Δημήτρη», πριν να αρχίσει ομαδική επίθεση εναντίον του, και πριν λάβει να χώρα ο τραυματισμός του. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 ως τον «Δημήτρη» που αναφέρει στην κατάθεσή του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, ανέφερε πως είχε μετέπειτα προβεί σε ένορκη δήλωση πως δεν έχει πλέον κάποιο παράπονο από τον Κατηγορούμενο 1. Δεν θυμάται να τον κτύπησε ο Κατηγορούμενος 1, τον προσέγγισαν πολλά άτομα, τα οποία κρατούσαν ρόπαλα. Ο ΜΚ2 δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στον Κατηγορούμενο 2, επομένως δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2. Ο ΜΚ3, Μιχάλης Χριστοδούλου, αναγνώρισε και υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, την 16.12.2020 (Τ18), την 17.12.2020 (Τ19), την 18.12.2020 (Τ20) και την 19.12.2020 (Τ21). Στις καταθέσεις του, είχε αναφέρει τα σχετικά με την αντιπαράθεση στο διαδίκτυο, με αφορμή σχόλιο του ΜΚ2, για χειρισμούς του πολιτικού κόμματος ΕΛΑΜ, εμπλέκοντας τον «Δημήτρη», επίσης γνωστό του πρόσωποˑ την ενημέρωση που έλαβε από τον ΜΚ2 για την επικείμενη συνάντηση με τον «Δημήτρη» και τη μετάβασή τους στο σημείο με τον φίλο του, Φρίξο. Έπειτα, αναφέρει πως είδε και ο ίδιος στο σημείο της συνάντησης τον «Δημήτρη», στο πρόσωπο του οποίου αναγνώρισε και κατονόμασε τον Κατηγορούμενο 1. Τον είδε μαζί με ένα άλλο άτομο, με μεγαλύτερο ύψος, στο πρόσωπο του οποίου αναγνώρισε και κατονόμασε, σε κατοπινό στάδιο, τον Κατηγορούμενο 2. Πριν από το ξέσπασμα της επίθεσης, αναφέρει πως είδε τον Δημήτρη να προτάσσει αντικείμενο που προσδιόρισε ως «
«πτυσσόμενο ρόπαλο» κατά του Φρίξου, αλλά και τον ψηλότερο άνδρα, που ήταν δίπλα του, και κατονόμασε ως τον Κατηγορούμενο 2, να κτυπά τον ΜΚ2, που είχε προσεγγίσει. Κατά την αντεξέτασή του από τους συνηγόρους των Κατηγορούμενων 1 και 2, ο ΜΚ3, στην ερώτηση εάν τα πρόσωπα που βλέπει στο Δικαστήριο είναι εκείνα που αναφέρει στις καταθέσεις του, ο ΜΚ3 είπε πως δεν θυμάται, επικαλούμενος την πάροδο πολλών ετών από τότε. Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του Φρίξου Λεωνίδου ημερομηνίας 17.12.2020, Τ22, ο οποίος αναφέρεται σε έναν «κοντό» και σε έναν «ψηλό» που συνάντησαν στο σημείο όπου μετέβη και ο ίδιος, ακολουθώντας τον Χριστοδούλου, καθώς και ότι το «κοντό» άτομο πρόταξε ρόπαλο εναντίον του. Περιγράφει και κινήσεις του «ψηλού» ατόμου, πριν από το ξέσπασμα της ομαδικής επίθεσης εναντίον του ΜΚ2. Εκ συμφώνου κατατέθηκαν και οι ιατρικές εκθέσεις αναφορικά με τον ΜΚ2 και τον ΜΚ3, ως Τ23 και Τ24, αντίστοιχα, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό τους αληθεύει, σχετικά με τους τραυματισμούς που αναφέρονται.

 

Τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων είναι αυτά που προκύπτουν από τη διατύπωση των οικείων νομοθετικών διατάξεων και ερμηνεύονται περαιτέρω από τυχόν υφιστάμενη νομολογία. Εκτίθενται αρχικά τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και θα ακολουθήσει μετέπειτα η εξέταση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν, για τους σκοπούς αυτού του σταδίου.

 

Η οχλαγωγία, κατά τα άρθρα 70 και 72 ΠΚ, συνιστά εξελιγμένη και βαρύτερη μορφή παράνομης συνάθροισης[2]. Απαιτείται η απόδειξη σωρευτικά των ακόλουθων στοιχείων:

 

(α) Υφιστάμενη παράνομη συνάθροιση τουλάχιστον πέντε προσώπων.

 

(β) Η συνάθροιση να έχει αρχίσει να εκτελεί τον σκοπό για τον οποίο συγκροτήθηκε. Δεν αρκεί πλέον η πρόθεση, η προετοιμασία ή ο φόβος ότι κάτι θα συμβεί.

 

(γ) Η εκτέλεση του σκοπού να γίνεται με πραγματική διασάλευση της ειρήνης.

 

(δ) Η συμπεριφορά να προκαλεί τρόμο στο κοινό. Η διασάλευση της ειρήνης και ο τρόμος του κοινού τίθενται από το άρθρο σωρευτικά.

 

(ε) Ο κατηγορούμενος να συμμετέχει εκούσια και ενσυνείδητα στην οχλαγωγία, δηλαδή στην παράνομη συνάθροιση κατά το στάδιο που αυτή έχει ήδη αρχίσει να εκτελεί τον σκοπό της, με διασάλευση της ειρήνης και τρόμο του κοινού.

 

Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι κάθε κατηγορούμενος προκάλεσε προσωπικά ζημιά ή άσκησε βία. Πρέπει, όμως, να αποδειχθεί ουσιαστική συμμετοχή του στη συλλογική οχλαγωγική δράση. Συναφώς, η τυχαία ή παθητική παρουσία, δεν εξισώνεται αυτομάτως με συμμετοχή.

 

Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου, κατά το άρθρο 80 ΠΚ, πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) Μεταφορά όπλου ή οργάνου. Ο κατηγορούμενος πρέπει να μεταφέρει ή να φέρει μαζί του το αντικείμενο. Δεν αρκεί η κυριότητα ή η απλή γνώση ότι το αντικείμενο υπάρχει κάπου, αλλά απαιτείται πραγματική σύνδεση του κατηγορουμένου με τη μεταφορά του.

 

(β) Το αντικείμενο να αποτελεί «επιθετικό όπλο ή όργανο». Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να προσδιορίσει το αντικείμενο και να αποδείξει τον επιθετικό χαρακτήρα του. Ως καθοδηγητικός ορισμός, ο περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμος ορίζει ως «επιθετικό όπλο» αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Το άρθρο 80 αναφέρεται, όμως, όχι μόνο σε «όπλο» αλλά και σε «όργανο». Επομένως μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να καλύπτει και αντικείμενο καθημερινής χρήσης, όταν αυτό μεταφέρεται ή επιδεικνύεται ως μέσο επίθεσης ή εκφοβισμού. Κρίσιμα είναι η φύση και τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου, τυχόν μετατροπές του, ο τρόπος που το κρατούσε ή το επέδειξε ο κατηγορούμενος, τα λόγια ή οι κινήσεις που συνόδευαν τη μεταφορά του, το συνολικό περιστατικό.

 

(γ) Η μεταφορά να γίνεται δημόσια. Η πράξη πρέπει να έχει δημόσιο χαρακτήρα. Δεν αρκεί η κατοχή του αντικειμένου αποκλειστικά σε ιδιωτικό χώρο και χωρίς έκθεσή του σε άλλους. Η έννοια καλύπτει κατ’ αρχήν τη μεταφορά σε δημόσιο χώρο ή κατά τρόπο ορατό ή αντιληπτό από άλλα πρόσωπα. Το ακριβές πλαίσιο κρίνεται από τον τόπο και τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης.

 

(δ) Απουσία νόμιμης αιτίας. Η μεταφορά πρέπει να γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία. Νόμιμη αιτία μπορεί, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, να αφορά νόμιμη επαγγελματική χρήση, μεταφορά για επισκευή ή άλλη θεμιτή χρήση, εκτέλεση νόμιμου υπηρεσιακού καθήκοντος, άλλη πραγματική και νόμιμη εξήγηση για τη μεταφορά. Δεν αρκεί, όμως, να υπάρχει γενικά ένας νόμιμος λόγος κατοχής του αντικειμένου. Η εξήγηση πρέπει να συνδέεται και με τον συγκεκριμένο τρόπο, τόπο και χρόνο μεταφοράς του. Για παράδειγμα, η επαγγελματική χρήση ενός εργαλείου δεν δικαιολογεί αυτομάτως την απειλητική επίδειξή του.

 

(ε) Ιδιαίτερος τρόπος μεταφοράς. Δεν αρκεί η απλή δημόσια μεταφορά του αντικειμένου. Το όπλο ή όργανο πρέπει να μεταφέρεται «με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο». Επομένως, πρέπει να αποδειχθεί συγκεκριμένη συμπεριφορά, όπως ενδεικτικά απειλητική επίδειξη ή ανύψωση του όπλου, κίνηση προς άλλο πρόσωπο, κράτησή του σε θέση άμεσης χρήσης, συνδυασμός της μεταφοράς με απειλές ή επιθετικές κινήσεις. Η απλή ύπαρξη ενός αντικειμενικά επικίνδυνου αντικειμένου, ιδίως όταν είναι καλυμμένο και κανένας δεν το αντιλαμβάνεται, δεν αρκεί από μόνη της για το συγκεκριμένο άρθρο.

 

(στ) Πρόκληση τρόμου σε άλλο πρόσωπο. Απαιτείται να προκληθεί τρόμος σε τουλάχιστον ένα άλλο πρόσωπο. Με βάση τη διατύπωση του άρθρου, δεν αρκεί μόνο το ενδεχόμενο ή η αφηρημένη δυνατότητα πρόκλησης φόβου, αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο τρόπος μεταφοράς πράγματι προκάλεσε τρόμο. Χρειάζεται επίσης αιτιώδης σύνδεσμος. Ο τρόμος πρέπει να προκλήθηκε από τον τρόπο με τον οποίο μεταφερόταν ή επιδεικνυόταν το όπλο ή όργανο. Η μαρτυρία του προσώπου που φοβήθηκε είναι ιδιαίτερα σημαντική, αλλά το Δικαστήριο εξετάζει και αντικειμενικά τις περιστάσεις για να κρίνει κατά πόσο ο ισχυρισμός περί τρόμου είναι αξιόπιστος.

 

(ζ) Ως υποκειμενικό στοιχείο, η μεταφορά πρέπει να είναι εκούσια και ενσυνείδητη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι φέρει το συγκεκριμένο αντικείμενο και να το μεταφέρει με τον τρόπο που αποδείχθηκε. Από το γράμμα του άρθρου δεν προκύπτει ότι απαιτείται ειδική πρόθεση να τρομοκρατηθεί το άλλο πρόσωπο. Απαιτείται, όμως, εκούσια συμπεριφορά και πραγματική πρόκληση τρόμου. Η τυχαία έκθεση του αντικειμένου ή μια εντελώς ακούσια κίνηση μπορεί να αποκλείσει το αναγκαίο υποκειμενικό στοιχείο.

 

Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί πραγματικά το όπλο, να προκληθεί σωματική βλάβη, να εκτοξευθεί ρητή λεκτική απειλή, να ανήκει το αντικείμενο στον κατηγορούμενο. Η απειλητική συμπεριφορά μπορεί να προκύπτει από τον συνολικό τρόπο μεταφοράς ή επίδειξης.

 

Επίθεση, κατά το άρθρο 242 ΠΚ και το άρθρο 243 ΠΚ, είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμα και με απερισκεψία (recklessly) και μπορεί να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του, οποιασδήποτε μορφής[3]. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν να ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξή του, προβαίνει στις ενέργειες του[4]. «Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή, κατά την ερμηνευτική διάταξη. Πρόσθετα, στην επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, θα πρέπει να αποδειχθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επίθεσης και της προκληθείσας σωματικής βλάβης.

 

Το άρθρο 370 ΠΚ θεσπίζει αυτοτελές αδίκημα διέγερσης ή απόπειρας υποκίνησης άλλου προσώπου να διαπράξει ποινικό αδίκημα. Για τη στοιχειοθέτησή του, πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά ακόλουθα:

 

(α) Ύπαρξη άλλου προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η υποκίνηση. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου πρέπει να απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο, το οποίο επιδιώκεται να παρακινηθεί στη διάπραξη του αδικήματος. Το πρόσωπο αυτό πρέπει να είναι επαρκώς προσδιορισμένο από τη μαρτυρία, χωρίς να είναι πάντοτε αναγκαίο να κατονομάζεται εξαρχής, εφόσον μπορεί να εξακριβωθεί σε ποιον απευθυνόταν η παρακίνηση.

 

(β) Πράξη διέγερσης ή υποκίνησης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διέγειρε ή υποκίνησε το άλλο πρόσωπο ή αποπειράθηκε να το υποκινήσει. Η υποκίνηση συνίσταται σε συμπεριφορά που αποσκοπεί να παρακινήσει, να ενθαρρύνει, να πείσει, να πιέσει ή να προκαλέσει τον άλλο να διαπράξει το αδίκημα. Μπορεί να πραγματοποιηθεί με προφορικά ή γραπτά λόγια,  ηλεκτρονικά μηνύματα, εντολές ή προτροπές, υποσχέσεις ανταλλάγματος,  απειλές ή πίεση,  άλλη σαφή επικοινωνιακή συμπεριφορά.  Δεν απαιτείται συγκεκριμένη διατύπωση. Το Δικαστήριο εξετάζει το πραγματικό νόημα των λόγων ή πράξεων μέσα στο συνολικό τους πλαίσιο. Μια απλή έκφραση θυμού, επιθυμίας ή γενικής αποδοκιμασίας δεν αποτελεί αυτομάτως υποκίνηση, αν δεν εμπεριέχει πραγματική προτροπή προς διάπραξη αδικήματος.

 

(γ) Η υποκίνηση να αφορά ποινικό αδίκημα. Η προτροπή πρέπει να αφορά πράξη ή παράλειψη που συνιστά ποινικό αδίκημα. Το βασικό αδίκημα πρέπει να είναι επαρκώς συγκεκριμένο, ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί ποια εγκληματική πράξη επιδιωκόταν, ποια είναι τα ουσιώδη στοιχεία της,  αν πρόκειται για κακούργημα ή πλημμέλημα, ποια ανώτατη ποινή προβλέπεται γι’ αυτή. Δεν είναι πάντοτε αναγκαίο να έχουν προσδιοριστεί όλες οι λεπτομέρειες της μελλοντικής πράξης, όπως ο ακριβής χρόνος ή ο τρόπος τέλεσης. Δεν αρκεί όμως μια αόριστη παρότρυνση για παρανομία, χωρίς να μπορεί να διαπιστωθεί το ποινικό αδίκημα που επιδιωκόταν.

 

(δ) Πρόθεση υποκίνησης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να ενεργεί με πρόθεση να παρακινήσει τον άλλο να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα. Επομένως, πρέπει να αποδειχθεί ότι γνώριζε το περιεχόμενο και τη σημασία των λόγων ή πράξεών του και επιδίωκε μέσω αυτών να προκαλέσει ή να ενθαρρύνει τη διάπραξη του αδικήματος. Η πρόθεση συνήθως συνάγεται από τις περιστάσεις, όπως το περιεχόμενο των συνομιλιών, την επιμονή ή την επανάληψη της προτροπής, την παροχή πληροφοριών ή οδηγιών, την προσφορά χρημάτων ή άλλου ανταλλάγματος, την προηγούμενη ή μεταγενέστερη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αστεϊσμός, ειρωνεία, υποθετική συζήτηση ή απλή αφήγηση εγκληματικής ιδέας δεν αρκούν, εφόσον δημιουργούν εύλογη αμφιβολία ως προς την πραγματική πρόθεση υποκίνησης.

 

(ε) Εξωτερίκευση ή απόπειρα εξωτερίκευσης της προτροπής. Δεν αρκεί η απλή σκέψη ή εσωτερική επιθυμία του κατηγορουμένου. Πρέπει να υπάρχει εξωτερική πράξη που κατευθύνεται προς την υποκίνηση του άλλου. Η πρώτη μορφή του αδικήματος ολοκληρώνεται όταν η προτροπή περιέρχεται στον άλλο κατά τρόπο που μπορεί να γίνει αντιληπτή. Η δεύτερη μορφή, δηλαδή η απόπειρα υποκίνησης, καλύπτει περιπτώσεις στις οποίες ο κατηγορούμενος προχωρεί πέρα από την απλή προετοιμασία, αλλά η υποκίνηση δεν ολοκληρώνεται, για παράδειγμα επειδή το σχετικό μήνυμα δεν φθάνει τελικά στον παραλήπτη.

 

Το εν λόγω άρθρο δηλώνει ρητά ότι η ευθύνη υπάρχει ανεξάρτητα από το αν ο άλλος συναινεί ή όχι. Συνεπώς, δεν απαιτείται ο άλλος να συμφωνήσει, να πεισθεί πραγματικά, να αποφασίσει να διαπράξει το αδίκημα, να προβεί σε προπαρασκευαστικές πράξεις, να αποπειραθεί να το διαπράξει, να ολοκληρωθεί το βασικό ποινικό αδίκημα. Η αποτυχία της προτροπής δεν αποτελεί υπεράσπιση.

 

Για τη στοιχειοθέτησή της συνωμοσίας του άρθρου 372 ΠΚ, πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:

 

(α) Συμμετοχή τουλάχιστον δύο προσώπων. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει συνωμοτήσει «με άλλο». Επομένως απαιτούνται τουλάχιστον δύο πρόσωπα που συμμερίζονται πραγματικά τον εγκληματικό σκοπό. Δεν αρκούν η μονομερής πρόθεση ενός προσώπου, η απλή ανακοίνωση ενός σχεδίου σε τρίτο, η παρουσία κάποιου κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, η γνώση ή ακόμη και η επιδοκιμασία του σχεδίου, χωρίς προσχώρηση σε αυτό.

 

(β) Συμφωνία ή σύμπτωση βουλήσεων. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε συμφωνία για κοινή δράση. Η συμφωνία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή,  προφορική ή γραπτή, άμεση ή να συνάγεται από τη συντονισμένη συμπεριφορά των εμπλεκομένων. Δεν απαιτείται τυπική συμφωνία ούτε να έχουν καθοριστεί όλες οι λεπτομέρειες του σχεδίου. Πρέπει, όμως, να υπάρχει πραγματική σύμπτωση βουλήσεων ως προς τον ουσιώδη εγκληματικό σκοπό. Παράλληλες ή ύποπτες ενέργειες, χωρίς απόδειξη κοινού σχεδίου, δεν αρκούν από μόνες τους.

 

(γ) Κοινός σκοπός διάπραξης συγκεκριμένου πλημμελήματος. Η συμφωνία πρέπει να αποβλέπει στη διάπραξη πράξης ή παράλειψης που χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα από το δίκαιο. Το επιδιωκόμενο αδίκημα πρέπει να είναι επαρκώς προσδιορισμένο, ώστε να διαπιστώνεται ποιο πλημμέλημα συμφωνήθηκε να διαπραχθεί, ποια είναι τα ουσιώδη στοιχεία του,  ποιο ήταν το αντικείμενο του κοινού σχεδίου. Δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη να έχουν συμφωνηθεί ο ακριβής χρόνος, ο τόπος ή κάθε επιμέρους τρόπος τέλεσης. Δεν αρκεί, όμως, μια γενική συμφωνία περί παρανομίας. Αν ο κοινός σκοπός αφορά κακούργημα, εφαρμόζεται το άρθρο 371 ΠΚ και όχι το άρθρο 372 ΠΚ.

 

(δ) Πρόθεση συμμετοχής στη συμφωνία. Ο κατηγορούμενος πρέπει να προσχώρησε στη συμφωνία εκούσια και ενσυνείδητα. Πρέπει να αποδειχθεί ότι γνώριζε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του κοινού σχεδίου, και σκόπευε να συμμετάσχει στην υλοποίησή του ή να συμβάλει στην επίτευξη του συμφωνημένου εγκληματικού σκοπού. Η απλή συναναστροφή με τους δράστες, η συγγένεια, η φιλία, η παρουσία στον τόπο ή η γνώση ότι σχεδιάζεται κάποιο αδίκημα δεν δημιουργούν αυτομάτως ευθύνη για συνωμοσία.

 

(δ) Πρόθεση να διαπραχθεί το βασικό αδίκημα. Δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να συμμετείχε σε μια αόριστη συζήτηση ή να προσποιήθηκε ότι συμφωνεί. Πρέπει να είχε πρόθεση να πραγματοποιηθεί το πλημμέλημα που αποτελούσε το αντικείμενο της συμφωνίας. Η πρόθεση μπορεί να συναχθεί από περιστάσεις όπως η κατανομή ρόλων, η προμήθεια μέσων ή πληροφοριών, η ανταλλαγή μηνυμάτων, οι συναντήσεις και ο συντονισμός, οι πράξεις πριν ή μετά τη συμφωνία, η απόκρυψη του σχεδίου. Οι πράξεις αυτές αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία της συμφωνίας, χωρίς να υποκαθιστούν την ανάγκη να αποδειχθεί η ίδια η σύμπτωση βουλήσεων.

 

Δεν απαιτείται ολοκλήρωση του συμφωνημένου πλημμελήματος. Το άρθρο 372 ΠΚ τιμωρεί τη συνωμοσία, δηλαδή τη συμφωνία για τη διάπραξη του πλημμελήματος. Δεν προβλέπει ως πρόσθετο στοιχείο ότι το πλημμέλημα πρέπει τελικά να διαπραχθεί, ή ότι πρέπει να προκληθεί ζημιά, ή να αρχίσει η εκτέλεσή του, ή να πραγματοποιηθεί κάποια συγκεκριμένη εμφανής πράξη μετά τη συμφωνία. Συνεπώς, το αδίκημα μπορεί να ολοκληρωθεί με τη δημιουργία της εγκληματικής συμφωνίας, ακόμη κι αν το σχέδιο εγκαταλειφθεί ή αποτύχει.

 

Το άρθρο 372 ΠΚ καλύπτει, επίσης, συμφωνία για πράξη που πρόκειται να διενεργηθεί σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Στην περίπτωση αυτή, απαιτούνται, επιπλέον, σωρευτικά, η σχεδιαζόμενη πράξη, αν γινόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία, να αποτελούσε πλημμέλημα, και η ίδια πράξη να αποτελεί ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τη νομοθεσία του τόπου όπου σχεδιάζεται να τελεστεί. Πρόκειται ουσιαστικά για απαίτηση διπλής ποινικοποίησης. Αν η πράξη δεν είναι ποινικό αδίκημα στον προοριζόμενο τόπο τέλεσης, η συγκεκριμένη εξωεδαφική μορφή του άρθρου 372 ΠΚ δεν στοιχειοθετείται.

 

Για την οπλοφορία του άρθρου 3(1) του Κεφ.159, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) Ο κατηγορούμενος «είχε μαζί του» το αντικείμενο. Πρέπει να υπάρχει πραγματική κατοχή ή έλεγχος του αντικειμένου από τον κατηγορούμενο, ώστε αυτό να βρίσκεται μαζί του ή υπό την άμεση διάθεσή του. Δεν αρκεί η απλή κυριότητα του αντικειμένου, η γνώση ότι βρίσκεται κάπου αλλού, η τυχαία γειτνίαση με αυτό, η παρουσία του σε χώρο όπου άλλος κατέχει το αντικείμενο. Απαιτείται εκούσια και ενσυνείδητη κατοχή ή μεταφορά. Δεν είναι αναγκαίο το αντικείμενο να βρίσκεται στο χέρι του κατηγορουμένο, αλλά μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να βρίσκεται στα ρούχα, σε τσάντα ή σε άλλο χώρο που βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχό του. Η διάταξη χρησιμοποιεί την ευρεία έκφραση «έχει μαζί του».

 

(β) Η κατοχή να γίνεται σε «δημόσιο χώρο. Το αντικείμενο πρέπει να βρίσκεται μαζί με τον κατηγορούμενο σε δημόσιο χώρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο ορισμός περιλαμβάνει οποιονδήποτε αυτοκινητόδρομο, υποστατικά ή άλλον τόπο στον οποίο το κοινό έχει ή επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, χώρους στους οποίους η πρόσβαση είναι δωρεάν ή προϋποθέτει πληρωμή. Επομένως, ένας χώρος μπορεί να θεωρείται δημόσιος ακόμη και αν αποτελεί ιδιωτική περιουσία, εφόσον κατά τον συγκεκριμένο χρόνο το κοινό επιτρεπόταν να εισέρχεται σε αυτόν. Κρίσιμο δεν είναι μόνο το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αλλά η δυνατότητα πρόσβασης του κοινού.

 

(γ) Το αντικείμενο να αποτελεί «επιθετικό όπλο». Το άρθρο 2 προβλέπει τρεις εναλλακτικούς τρόπους με τους οποίους ένα αντικείμενο χαρακτηρίζεται ως επιθετικό όπλο. Αρκεί να αποδειχθεί ένας από αυτούς:

 

(i)           Αντικείμενο κατασκευασμένο για πρόκληση βλάβης ή ζημιάς, όπου πρόκειται για αντικείμενο το οποίο, από τον αρχικό σχεδιασμό και την κατασκευή του, προορίζεται να προκαλεί, όταν χρησιμοποιείται, βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Στην κατηγορία αυτή, ο επιθετικός χαρακτήρας προκύπτει από την ίδια τη φύση και την κατασκευή του αντικειμένου. Δεν απαιτείται χωριστή απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε εκείνη τη στιγμή να το χρησιμοποιήσει επιθετικά.

 

(ii)         Αντικείμενο προσαρμοσμένο για πρόκληση βλάβης ή ζημιάς, όπου ο λόγος είναι για αντικείμενο που αρχικά μπορεί να είχε αθώα ή καθημερινή χρήση, αλλά τροποποιήθηκε ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πρόκληση σωματικής βλάβης ή  ζημιάς σε περιουσία. Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει την προσαρμογή και ότι αυτή έγινε για τον επιθετικό σκοπό που περιγράφει ο νόμος.

 

(iii)        Αντικείμενο που ο κάτοχός του προορίζει για επιθετική χρήση, κατηγορία που μπορεί να περιλαμβάνει οποιοδήποτε συνηθισμένο αντικείμενο, το οποίο δεν κατασκευάστηκε ούτε προσαρμόστηκε ως όπλο, αλλά ο κατηγορούμενος το είχε μαζί του με πρόθεση να το χρησιμοποιήσει για πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο ή ζημιάς σε περιουσία. Στην περίπτωση αυτή, η ειδική πρόθεση του κατηγορουμένου αποτελεί ουσιώδες στοιχείο. Η πρόθεση μπορεί να συναχθεί από περιστάσεις όπως ο τρόπος μεταφοράς ή απόκρυψης του αντικειμένου, δηλώσεις ή απειλές, η συμπεριφορά πριν ή κατά τον εντοπισμό του, ο τόπος και ο χρόνος κατοχής, άλλα αντικείμενα ή μέσα που είχε μαζί του, το συνολικό σχέδιο ή ο σκοπός του. Η απλή κατοχή ενός εργαλείου ή αντικειμένου καθημερινής χρήσης δεν το μετατρέπει αυτομάτως σε επιθετικό όπλο. Πρέπει να αποδειχθεί ο συγκεκριμένος επιθετικός προορισμός του από τον κάτοχο.

 

(δ) Απουσία νόμιμης εξουσιοδότησης ή εύλογης δικαιολογίας. Η κατοχή πρέπει να γίνεται χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, ή εύλογη δικαιολογία. Το άρθρο 3(1) ορίζει ρητά ότι η απόδειξη της νόμιμης εξουσιοδότησης ή της εύλογης δικαιολογίας βαρύνει τον κατηγορούμενο. Συνεπώς, κατά το γράμμα της διάταξης, όταν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε μαζί του επιθετικό όπλο σε δημόσιο χώρο, εκείνος φέρει το βάρος να θεμελιώσει τη συγκεκριμένη εξουσιοδότηση ή δικαιολογία που επικαλείται. Η δικαιολογία πρέπει να αφορά όχι μόνο τη γενική κατοχή του αντικειμένου, αλλά και το γιατί ο κατηγορούμενος το είχε μαζί του στον συγκεκριμένο τόπο, κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Ενδεχόμενη νόμιμη επαγγελματική ή πρακτική χρήση ενός αντικειμένου αξιολογείται με βάση όλα τα πραγματικά περιστατικά. Η απλή προβολή μιας αόριστης ή θεωρητικής εξήγησης δεν αρκεί.

 

(ε) Ως προς την υποκειμενική υπόσταση, απαιτείται κατ’ ελάχιστον εκούσια και ενσυνείδητη κατοχή ή μεταφορά του αντικειμένου. Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι έχει το συγκεκριμένο αντικείμενο μαζί του. Επιπλέον, όταν το αντικείμενο είναι εκ κατασκευής επιθετικό, ο χαρακτήρας του προκύπτει κυρίως από την αντικειμενική φύση του, όταν έχει προσαρμοστεί, κρίσιμα είναι η μετατροπή και ο σκοπός της, όταν είναι αντικείμενο καθημερινής χρήσης, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος το προόριζε για πρόκληση βλάβης ή ζημιάς.

 

Για το αδίκημα του άρθρου 3(1), δεν απαιτείται να χρησιμοποιήθηκε το όπλο, να επιδείχθηκε απειλητικά, να προκλήθηκε τρόμος σε οποιοδήποτε πρόσωπο, να διατυπώθηκε απειλή, να προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη ή περιουσιακή ζημιά, να υπήρχε συγκεκριμένο θύμα. Το αδίκημα ολοκληρώνεται με το να έχει κάποιος μαζί του επιθετικό όπλο σε δημόσιο χώρο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία. Αυτό το διαφοροποιεί από το άρθρο 80 ΠΚ, το οποίο απαιτεί δημόσια μεταφορά όπλου ή οργάνου με τρόπο που προκαλεί τρόμο σε άλλον. Το άρθρο 3(1) του Κεφ. 159 δεν απαιτεί τέτοιο τρόμο ή απειλητικό τρόπο μεταφοράς.

 

Το άρθρο 25 ν.113(Ι)/2004 δημιουργεί αδίκημα απαγορευμένων συναλλαγών ή κατοχής ιδιαίτερα επικίνδυνων αντικειμένων και πυρομαχικών. Οι πράξεις που απαριθμούνται είναι εναλλακτικές, δηλαδή δεν χρειάζεται να αποδειχθούν όλες. Αρκεί μία από αυτές. Θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) Τέλεση μίας απαγορευμένης πράξης από τον κατηγορούμενο: εισήγαγε, κατασκεύασε, διέθεσε στην αγορά, απέκτησε, μετέφερε, είχε στην κατοχή του, είχε στη φύλαξή του ή είχε υπό τον έλεγχό του το απαγορευμένο αντικείμενο ή πυρομαχικό. Οι μορφές αυτές είναι αυτοτελείς. Για παράδειγμα, κατηγορία για κατοχή δεν προϋποθέτει απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος είχε επίσης εισαγάγει ή αγοράσει το αντικείμενο.

 

(β) Το αντικείμενο να ανήκει σε μία από τις απαγορευμένες κατηγορίες. Το άρθρο καλύπτει δύο βασικές κατηγορίες:

 

(i)           Αντικείμενο κατασκευασμένο ή διασκευασμένο για επικίνδυνη εκκένωση ή εκτόξευση, όπου πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για αντικείμενο οποιασδήποτε περιγραφής, το οποίο έχει κατασκευαστεί εξαρχής, ή διασκευαστεί ή τροποποιηθεί μεταγενέστερα  ώστε να πραγματοποιεί ηλεκτρική εκκένωση, άλλης μορφής εκκένωση ή εκτόξευση επιβλαβούς υγρού, αερίου, χημικής ουσίας, άλλου υλικού ή ενέργειας. Κρίσιμος είναι ο αντικειμενικός σχεδιασμός ή η διασκευή του αντικειμένου. Δεν αρκεί απλώς ένα συνηθισμένο αντικείμενο που θεωρητικά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για πρόκληση βλάβης, εφόσον δεν κατασκευάστηκε ή διασκευάστηκε για τον σκοπό που περιγράφει η διάταξη.

 

(ii)         Πυρομαχικά με επιβλαβές περιεχόμενο, όπου, εναλλακτικά, το αντικείμενο μπορεί να είναι πυρομαχικό το οποίο περιέχει επιβλαβές υγρό, αέριο, χημική ουσία ή άλλο υλικό, ή έχει διασκευαστεί ώστε να μπορεί να περιέχει τέτοια ουσία ή υλικό. Δεν είναι αναγκαίο να έχει ήδη χρησιμοποιηθεί ή πυροδοτηθεί το πυρομαχικό. Αρκεί η απαγορευμένη κατασκευή, διασκευή ή περιεκτικότητά του, σε συνδυασμό με μία από τις απαγορευμένες πράξεις του άρθρου.

 

(γ) Πραγματική κατοχή, φύλαξη ή έλεγχος. Όταν η κατηγορία αφορά κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο, πρέπει να αποδειχθεί πραγματική σύνδεση του κατηγορουμένου με το αντικείμενο. Κατοχή μπορεί να υπάρχει όταν το αντικείμενο βρίσκεται πάνω στον κατηγορούμενο ή σε χώρο που ελέγχει άμεσα. Φύλαξη υποδηλώνει ότι το αντικείμενο έχει τεθεί υπό τη μέριμνα ή προστασία του. Έλεγχος μπορεί να υπάρχει ακόμη και χωρίς φυσική κατοχή, όταν ο κατηγορούμενος έχει πραγματική εξουσία διάθεσης, πρόσβασης ή καθορισμού της χρήσης του. Η απλή παρουσία κοντά στο αντικείμενο ή η ιδιοκτησία του χώρου όπου βρέθηκε δεν αρκούν αυτομάτως. Πρέπει να συνδεθεί προσωπικά ο κατηγορούμενος με την κατοχή, φύλαξη ή εξουσία ελέγχου.

 

(δ) Εκούσια και ενσυνείδητη συμπεριφορά. Πρέπει να αποδειχθεί ότι η σχετική πράξη ήταν εκούσια. Ειδικά στην κατοχή ή τον έλεγχο, ο κατηγορούμενος πρέπει να γνώριζε ότι είχε το αντικείμενο στη σφαίρα κατοχής ή ελέγχου του. Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει επίσης να αποδείξει γνώση των ουσιωδών πραγματικών χαρακτηριστικών του αντικειμένου. Δεν θα αρκούσε, για παράδειγμα, εντελώς άγνωστη ή τυχαία παρουσία του αντικειμένου μέσα σε αποσκευή ή χώρο, εφόσον δημιουργείται εύλογη αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξή του. Το άρθρο αυτό δεν αναφέρει ότι απαιτείται ειδική πρόθεση χρήσης του αντικειμένου εναντίον προσώπου. Ο επιδιωκόμενος επιθετικός χαρακτήρας προκύπτει από την κατασκευή, τη διασκευή ή το περιεχόμενο του ίδιου του αντικειμένου και όχι αναγκαστικά από έναν μελλοντικό σκοπό του κατόχου.

 

(ε) Ταυτότητα και τεχνικά χαρακτηριστικά του αντικειμένου. Πρέπει να αποδειχθεί ότι το αντικείμενο που συνδέεται με τον κατηγορούμενο είναι πράγματι εκείνο που εξετάστηκε και ότι διαθέτει τα χαρακτηριστικά που απαιτεί το άρθρο. Ανάλογα με την υπόθεση, αυτό μπορεί να αποδεικνύεται με κατάσχεση και παρουσίαση του αντικειμένου, φωτογραφίες ή βιντεοληπτικό υλικό, επιστημονική ή τεχνική εξέταση, μαρτυρία εμπειρογνώμονα, οδηγίες χρήσης ή κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, παραδοχές ή δηλώσεις του κατηγορουμένου. Η απλή περιγραφή ενός αντικειμένου ως «όπλου» ή «επικίνδυνου» δεν υποκαθιστά την απόδειξη ότι εμπίπτει στη συγκεκριμένη νομοθετική κατηγορία.

 

Δεν απαιτείται να χρησιμοποιήθηκε το αντικείμενο, να έγινε ηλεκτρική εκκένωση ή εκτόξευση, να τραυματίστηκε πρόσωπο, να προκλήθηκε περιουσιακή ζημιά, να διατυπώθηκε απειλή, να προκλήθηκε φόβος ή τρόμος, η πράξη να έγινε σε δημόσιο χώρο, να υπήρχε συγκεκριμένο θύμα. Το αδίκημα ολοκληρώνεται με την τέλεση μίας από τις απαγορευμένες πράξεις σε σχέση με αντικείμενο ή πυρομαχικό που πληροί την περιγραφή του άρθρου. Σε αντίθεση με άλλες διατάξεις περί όπλων, το άρθρο 25(1) δεν διατυπώνει το αδίκημα ως κατοχή «χωρίς άδεια», «χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση» ή «χωρίς εύλογη δικαιολογία». Η απουσία άδειας δεν εμφανίζεται, επομένως, στο ίδιο το άρθρο ως αυτοτελές συστατικό στοιχείο. Συναφώς, τυχόν ειδική εξαίρεση ή νόμιμη εξουσιοδότηση θα πρέπει να θεμελιώνεται σε άλλη εφαρμοστέα διάταξη.

 

Η 1η Κατηγορία είναι κοινή για τους Κατηγορουμένους 1 και 2 και αφορά ισχυριζόμενη συνωμοσία μεταξύ τους προς διάπραξη οχλαγωγίας, κατά παράβαση των άρθρων 372, 70, 72 και 20 ΠΚ. Λαμβάνοντας τη μαρτυρία στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της για την Κατηγορούσα Αρχή, υπάρχει μαρτυρία από την οποία δύναται να συναχθεί παρουσία και συμμετοχή των δύο Κατηγορουμένων, σιωπηρή συμφωνία ή σύμπτωση βουλήσεων μεταξύ τους, κοινός και συγκεκριμένος σκοπός διάπραξης οχλαγωγίας, γνώση και εκούσια συμμετοχή αμφοτέρων στο κοινό σχέδιο. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως αντινομική είτε ως θεμελιακά μη πειστική. Συνεπώς, πρέπει να συνεχιστεί η διαδικασία και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να προβάλουν την υπεράσπισή τους στην 1η Κατηγορία.

 

Η 2η Κατηγορία είναι επίσης κοινή για τους δύο Κατηγορουμένους και αφορά ισχυριζόμενη συμμετοχή τους σε οχλαγωγία, στις 16.12.2020, στο Κολόσσι, κατά παράβαση των άρθρων 70, 72 και 20 ΠΚ. Η μαρτυρία καλύπτει, εκ πρώτης όψεως, συνάθροιση περισσότερων από πέντε προσώπων, κοινό παράνομο σκοπό, έναρξη εκτέλεσης του σκοπού, πραγματική διασάλευση της ειρήνης, πρόκληση τρόμου στα πρόσωπα της περιοχής, εκούσια συμμετοχή του Κατηγορουμένου 1, εκούσια συμμετοχή του Κατηγορουμένου 2, όπως αυτή προκύπτει από τη θετική μαρτυρία του ΜΚ3. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως αντινομική είτε ως θεμελιακά μη πειστική. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να συνεχιστεί η διαδικασία και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να προβάλουν την υπεράσπισή τους για τη 2η Κατηγορία.

 

Η μαρτυρία μπορεί να καλύπτει την ύπαρξη της ομάδας των άγνωστων προσώπων, την τέλεση οχλαγωγίας από την ομάδα, και ενδεχόμενη προηγούμενη συνεννόηση ή συντονισμό, συμμετοχή των Κατηγορουμένων στην οχλαγωγική δράση, όπως προαναφέρθηκε, δεν καλύπτει, όμως, το ιδιαίτερο και απαραίτητο στοιχείο της 3ης Κατηγορίας, που είναι συγκεκριμένη πράξη με την οποία οι Κατηγορούμενοι παρακίνησαν ή αποπειράθηκαν να παρακινήσουν τα άγνωστα πρόσωπα να διαπράξουν οχλαγωγία. Κατά συνέπεια, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε από τους δύο Κατηγορουμένους στην 3η Κατηγορία. Σημειώνεται, παρενθετικά, ότι, αφού η οχλαγωγία χαρακτηρίζεται από το άρθρο 72 ως πλημμέλημα, η εφαρμοστέα διάταξη ως προς την κατάταξη της διέγερσης φαίνεται να είναι το άρθρο 370(β) και όχι το άρθρο 370(α). Το ζήτημα αυτό δεν μεταβάλλει την πιο πάνω κατάληξη, η οποία βασίζεται στην απουσία μαρτυρίας για πράξη υποκίνησης.

 

Ομοίως στην 4η Κατηγορία, η μαρτυρία καλύπτει εκ πρώτης όψεως την ύπαρξη των άγνωστων προσώπων, την παράνομη επίθεση στον ΜΚ2, την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ενδεχόμενη συμμετοχή ή συντονισμό των Κατηγορουμένων 1 και 2 με την ομάδα. Δεν υπάρχει, όμως, μαρτυρία ότι οποιοσδήποτε από τους δύο Κατηγορουμένους 1 και 2, μέσω συγκεκριμένων λόγων ή πράξεων, διέγειρε ή αποπειράθηκε να υποκινήσει τα άγνωστα πρόσωπα να διαπράξουν την επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Κατά συνέπεια, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε από τους δύο Κατηγορουμένους στην 4η Κατηγορία. Και πάλι, αναφέρεται παρενθετικά πως, επειδή η επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη του άρθρου 243 ΠΚ είναι πλημμέλημα, η ορθή διάταξη κατάταξης της διέγερσης είναι εκ πρώτης όψεως το άρθρο 370(β) και όχι το άρθρο 370(α).

 

Η 5η Κατηγορία αφορά αποκλειστικά τον Κατηγορούμενο 1 και του αποδίδει ότι, στις 16.12.2020, επιτέθηκε στον Ανδρέα Λιασίδη, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 ΠΚ. Υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για παράνομη επίθεση στον ΜΚ2,  πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, αιτιώδη σύνδεση μεταξύ της επίθεσης και των τραυματισμών, παρουσία και ενεργό επιθετική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 1, συμμετοχή ή συνδρομή του στην επίθεση, κατά το άρθρο 20 ΠΚ. Παρότι δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 επέφερε προσωπικά συγκεκριμένο κτύπημα στον ΜΚ2, η μαρτυρία, στην καλύτερη εκδοχή της για την Κατηγορούσα Αρχή, είναι ικανή να θεμελιώσει ευθύνη του ως συμμετέχοντος στην κοινή επίθεση. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως αντινομική είτε ως θεμελιακά μη πειστική. Κατά συνέπεια, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στην 5η Κατηγορία και πρέπει να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

Σχετικά με την 6η Κατηγορία, υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε εκούσια και ενσυνείδητα μαζί του αντικείμενο που προσδιορίστηκε από τον ΜΚ3 ως «πτυσσόμενο ρόπαλο», το αντικείμενο, εφόσον αποδεχθεί τελικά η κατοχή του, θα μπορούσε να αποτελεί επιθετικό όπλο, είτε λόγω της κατασκευής του είτε λόγω του αποδιδόμενου επιθετικού προορισμού του, καθόσον αναφέρθηκε πως ο Κατηγορούμενος 1 το είχε μαζί του, το είχε μαζί του σε χώρο από τα χαρακτηριστικά του οποίου μπορεί να συναχθεί δημόσια πρόσβαση, το ανέπτυξε και το πρόταξε υπό περιστάσεις που δεν υποδεικνύουν νόμιμη ή εύλογη χρήση. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως αντινομική είτε ως θεμελιακά μη πειστική. Κατά συνέπεια, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στην 6η Κατηγορία και πρέπει να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

Και η 7η Κατηγορία αφορά αποκλειστικά τον Κατηγορούμενο 1. Του αποδίδεται ότι, στις 16.12.2020, στο Κολόσσι, δημόσια και χωρίς νόμιμη αιτία, μετέφερε επιθετικό όργανο, δηλαδή πτυσσόμενο ρόπαλο, κατά τρόπο που προκάλεσε τρόμο στον Λιασίδη, κατά παράβαση του άρθρου 80 ΠΚ. Υπάρχει μεν εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 μετέφερε αντικείμενο που προσδιορίστηκε από τους μάρτυρες ως «πτυσσόμενο ρόπαλο», που αποτελούσε επιθετικό όργανο, ότι το μετέφερε και το επέδειξε δημόσια, χωρίς εμφανή νόμιμη αιτία, και το χειρίστηκε με αντικειμενικά απειλητικό τρόπο. Δεν υπάρχει, όμως, μαρτυρία ότι ο Λιασίδης είδε ή αντιλήφθηκε τον συγκεκριμένο χειρισμό του ροπάλου, αισθάνθηκε τρόμο εξαιτίας του, ή ότι υπήρξε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του τρόπου μεταφοράς του ροπάλου από τον Κατηγορούμενο 1 και οποιουδήποτε τρόμου του. Κατά συνέπεια, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στην 7η Κατηγορία.

 

Η 8η Κατηγορία αφορά, επίσης, μόνο τον Κατηγορούμενο 1. Του αποδίδεται ότι, στις 16.12.2020, στο Κολόσσι, δημόσια και χωρίς νόμιμη αιτία, μετέφερε επιθετικό όργανο, δηλαδή πτυσσόμενο ρόπαλο, κατά τρόπο που προκάλεσε τρόμο στον Μ.Χ., ήτοι τον ΜΚ3, κατά παράβαση του άρθρου 80 ΠΚ. Ορισμένα σημεία αναπτύχθηκαν ήδη στο πλαίσιο εξέτασης της 7ης Κατηγορίας. Υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 μετέφερε εκούσια αντικείμενο που ο προσδιορίστηκε από τους μάρτυρες ως «πτυσσόμενο ρόπαλο», που αποτελούσε επιθετικό όργανο, το μετέφερε και το επέδειξε δημόσια, χωρίς εμφανή νόμιμη αιτία, το άνοιξε και το χειρίστηκε με απειλητικό τρόπο, ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε προσωπικά την ενέργεια, και εξαιτίας της αντιλήφθηκε επικείμενη επιθετική συμπεριφορά και αντέδρασε για να τη σταματήσει. Παρότι δεν υπάρχει ρητή δήλωση του ΜΚ3 ότι «τρομοκρατήθηκε», η πραγματική πρόκληση τρόμου μπορεί, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, να συναχθεί από τις περιστάσεις και την άμεση αντίδρασή του. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως αντινομική είτε ως θεμελιακά μη πειστική.  Κατά συνέπεια, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στην 8η Κατηγορία και πρέπει να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

Σχετικά με την 9η Κατηγορία, υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 μετέφερε εκούσια αντικείμενο που οι μάρτυρες προσδιόρισαν ως «πτυσσόμενο ρόπαλο», το αντικείμενο αποτελούσε επιθετικό όργανο, το μετέφερε και το επέδειξε δημόσια, δεν είχε εμφανή νόμιμη αιτία, το πρόταξε απευθείας προς τον Φρίξο, προκάλεσε σε αυτόν φόβο επικείμενου κτυπήματος, όπως προκύπτει από την άμεση αμυντική αντίδρασή του, ενήργησε κατά τρόπο που συνδέεται αιτιωδώς με τον προκληθέντα τρόμο. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως αντινομική είτε ως θεμελιακά μη πειστική. Κατά συνέπεια, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στην 9η Κατηγορία και πρέπει να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

Όσον αφορά την 10η Κατηγορία, ενώ υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι κατά το επεισόδιο χρησιμοποιήθηκε αντικείμενο που εκτόξευε επιβλαβή ουσία ή αέριο, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το αντικείμενο αυτό βρισκόταν στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1, τελούσε υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχό του, χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο, ή παραδόθηκε ή διατέθηκε από αυτόν σε άλλο πρόσωπο. Η απόδοση του αντικειμένου σε απροσδιόριστο μέλος της ομάδας δεν αρκεί για να καλύψει το ουσιώδες στοιχείο της προσωπικής κατοχής από τον Κατηγορούμενο 1. Κατά συνέπεια, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στη 10η Κατηγορία.

 

Στην 11η Κατηγορία, που αφορά επίσης αποκλειστικά τον Κατηγορούμενο 1, υπάρχει όμοια συλλογιστική. Του αποδίδεται ότι, στις 16.12.2020, στη Λεμεσό, μετέφερε αντικείμενο κατασκευασμένο για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, δηλαδή σπρέι, κατά παράβαση του άρθρου 25 του Ν. 113(Ι)/2004.  Η 11η Κατηγορία διαφέρει από τη 10η Κατηγορία μόνο ως προς την απαγορευμένη πράξη. Η 10η Κατηγορία αφορά κατοχή του αντικειμένου, ενώ η 11η Κατηγορία αφορά μεταφορά του αντικειμένου. Και στο πλαίσιο της υπό εξέταση κατηγορίας, ενώ υπάρχει μαρτυρία ότι κατά το επεισόδιο χρησιμοποιήθηκε από άγνωστο πρόσωπο αντικείμενο που εκτόξευε επιβλαβή ουσία, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 έφερε ή μετέφερε το αντικείμενο, το παρέδωσε στον χρήστη του, είχε οποτεδήποτε φυσικό ή κοινό έλεγχο επ’ αυτού, ή συνέδραμε ειδικά στη μεταφορά του. Η μαρτυρία για τη μεταφορά του πτυσσόμενου ροπάλου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία μεταφοράς διαφορετικού αντικειμένου. Κατά συνέπεια, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στην 11η Κατηγορία.

 

Στη 12η Κατηγορία, που αφορά επίσης αποκλειστικά τον Κατηγορούμενο 1, του αποδίδεται ότι, στις 16.12.2020, επιτέθηκε παράνομα κατά του Φρίξου Νικοτσαρά, κατά παράβαση του άρθρου 242 ΠΚ. Υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 έβγαλε και άνοιξε αντικείμενο που προσδιορίστηκε ως πτυσσόμενο ρόπαλο, το πρόταξε προς τον Φρίξο, προκάλεσε σε αυτόν φόβο άμεσου κτυπήματος, ενήργησε εκούσια ή τουλάχιστον απερίσκεπτα, απείλησε βία η οποία ήταν άμεση και παράνομη. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως αντινομική είτε ως θεμελιακά μη πειστική.  Κατά συνέπεια, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στη 12η Κατηγορία και πρέπει να προβάλει την υπεράσπισή του. Δεν ασχολείται το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, με τη διάσταση που υφίσταται μεταξύ του αναγραφόμενου ονόματος «Φρίξος Νικοτσαράς» και τη μαρτυρία που αναφέρεται στον «Φρίξο Λεωνίδου», εφόσον δεν πρόκειται για αντικειμενική αδυναμία της μαρτυρίας.

 

Η 13η Κατηγορία αφορά αποκλειστικά τον Κατηγορούμενο 2. Του αποδίδεται ότι, στις 16.12.2020, επιτέθηκε στον Ανδρέα Λιασίδη, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 ΠΚ. Υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για παράνομη επίθεση στον Λιασίδη, πραγματική σωματική βλάβη, αιτιώδη σύνδεση μεταξύ της επίθεσης και των κακώσεων, αναγνώριση του Κατηγορουμένου 2 ως προσώπου που συμμετείχε στο συμβάν, σύνδεσή του, στην καλύτερη εκδοχή της μαρτυρίας, με τον «ψηλό» που άρπαξε και κτύπησε τον ΜΚ2, εναλλακτικά, συμμετοχή του στην κοινή επίθεση κατά το άρθρο 20 ΠΚ. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως αντινομική είτε ως θεμελιακά μη πειστική. Κατά συνέπεια, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 στη 13η Κατηγορία και πρέπει να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

Η 14η Κατηγορία αφορά επίσης αποκλειστικά τον Κατηγορούμενο 2. Του αποδίδεται ότι, στις 16.12.2020, είχε στην κατοχή του αντικείμενο κατασκευασμένο για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, δηλαδή σπρέι, κατά παράβαση του άρθρου 25 του Ν. 113(Ι)/2004. Με τον ίδιο τρόπο που προσεγγίστηκε η σχετική κατηγορία αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1, αντιμετωπίζεται και αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2. Υπάρχει η μαρτυρία που προαναφέρθηκε, ότι, κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, χρησιμοποιήθηκε αντικείμενο το οποίο εκτόξευε αέριο ή άλλη ουσία και πως όντως χρησιμοποιήθηκε για εκτόξευση αερίου, προκαλώντας κάψιμο, δακρύρροια και δυσχέρεια στην αναπνοή. Δεν υπάρχει, ωστόσο, μαρτυρία, ότι ο Κατηγορούμενος 2 κρατούσε το αντικείμενο που εκτόξευε αέριο, το είχε πάνω του, το χρησιμοποίησε, το παρέδωσε στο πρόσωπο που το χρησιμοποίησε, το φύλασσε πριν ή μετά το επεισόδιο, είχε εξουσία διάθεσης ή ελέγχου επ’ αυτού. Η παρουσία κάποιου σε ομάδα, ακόμη και η ενεργός συμμετοχή του σε κοινή παράνομη πράξη, δεν συνεπάγεται αυτομάτως κατοχή όλων των αντικειμένων που βρίσκονται στα χέρια των άλλων μελών. Για την κατοχή, απαιτείται προσωπική σύνδεση με το αντικείμενο ή πραγματική εξουσία ελέγχου και διάθεσής του. Η απλή παρουσία κοντά στο αντικείμενο δεν αρκεί. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το σπρέι βρισκόταν σε χώρο που ελεγχόταν από κοινού με τον Κατηγορούμενο 2 ή ότι αυτός είχε πρόσβαση στο αντικείμενο, δικαίωμα ή δυνατότητα χρήσης του, εξουσία να καθορίζει ποιος θα το χρησιμοποιούσε, δυνατότητα να το παραλάβει ή να το διαθέσει. Η κατοχή δεν μπορεί να συναχθεί μόνο επειδή το αντικείμενο χρησιμοποιήθηκε προς εξυπηρέτηση της συλλογικής επίθεσης. Αυτό θα αποτελούσε, όπως και στην περίπτωση του Κατηγορούμενου 1, εικασία και όχι συμπέρασμα στηριζόμενο σε συγκεκριμένη μαρτυρία. Συναφώς, δεν υπάρχει και βάση από την οποία να συναχθεί ενσυνείδητη κατοχή του. Το γεγονός ότι ενδέχεται να αντιλήφθηκε τη χρήση του αερίου από άλλο πρόσωπο δεν αρκεί. Η γνώση ότι άλλο πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ένα αντικείμενο δεν ισοδυναμεί με κατοχή του αντικειμένου από τον ίδιο. Και στην προκειμένη περίπτωση, η 14η Κατηγορία δεν περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο 20 ΠΚ. Ακόμη, όμως, και αν εξεταζόταν η δυνατότητα κοινής ευθύνης, θα απαιτούνταν συγκεκριμένη μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 2 συνέδραμε ή ενθάρρυνε την κατοχή του σπρέι από άλλο πρόσωπο, είχε κοινό έλεγχο επί του αντικειμένου, ή συμμετείχε σε κοινό σκοπό που περιλάμβανε ειδικά την κατοχή του απαγορευμένου αντικειμένου, που δεν υπάρχει. Δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 στη 14η Κατηγορία.

 

Στη 15η Κατηγορία, που αφορά και εκείνη αποκλειστικά τον Κατηγορούμενο 2, όπου του αποδίδεται ότι, στις 16.12.2020, στη Λεμεσό, μετέφερε αντικείμενο κατασκευασμένο για την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, δηλαδή σπρέι, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 25 του Ν. 113(Ι)/2004, είναι όμοια η προσέγγιση με αυτήν της 14ης Κατηγορίας, η διαφοροποίηση αναφορικά με την οποία αφορά την αποδιδόμενη πράξη, της μεταφοράς, αντί της κατοχής. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν στο πλαίσιο της 14ης Κατηγορίας, αλλά και της αντίστοιχης κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου 1, ενώ υπάρχει μαρτυρία ότι κατά το επεισόδιο χρησιμοποιήθηκε αντικείμενο το οποίο εκτόξευε αέριο ή άλλη ουσία, το οποίο χρησιμοποιήθηκε πράγματι για εκτόξευση αερίου ή άλλης ουσίας και προκάλεσε κάψιμο, δακρύρροια και δυσχέρεια στην αναπνοή, επιτρέποντας περιστατικό συμπέρασμα ως προς τον κατασκευαστικό ή λειτουργικό χαρακτήρα του, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 2 έφερε το σπρέι στη σκηνή, το είχε επάνω του, το κρατούσε ή το μετέφερε από ένα σημείο σε άλλο, το παρέδωσε στο πρόσωπο που το χρησιμοποίησε, το παρέλαβε πριν ή μετά τη χρήση, είχε εξουσία να κατευθύνει ή να ελέγχει τη διακίνησή του. Οι μάρτυρες απέδωσαν το αντικείμενο σε απροσδιόριστο μέλος της ομάδας. Η χρήση από άλλο πρόσωπο δεν αποδεικνύει μεταφορά από τον κα εφόσον δεν υπάρχει πρωτογενής μαρτυρία ότι το αντικείμενο βρισκόταν οποτεδήποτε στα χέρια, πάνω στο πρόσωπο ή υπό τον έλεγχο του Κατηγορουμένου 2, δεν υπάρχει βάση για συμπέρασμα ενσυνείδητης μεταφοράς. Η γνώση ότι άλλος χρησιμοποιεί αντικείμενο δεν ισοδυναμεί με μεταφορά του αντικειμένου από τον ίδιο. Στην 15η Κατηγορία δεν αναφέρεται το άρθρο 20 ΠΚ, ακόμη, όμως, και αν εξεταζόταν κοινή ευθύνη, και πάλι, η γενική μαρτυρία περί οχλαγωγίας ή κοινής επίθεσης δεν αρκεί για να αποδώσει σε κάθε συμμετέχοντα προσωπική μεταφορά όλων των αντικειμένων που έφεραν τα μέλη της ομάδας. Δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 στη 15η Κατηγορία.

 

Ως αποτέλεσμα όλων των προαναφερόμενων διαπιστώσεων, η εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης γίνεται δεκτή εν μέρει.

 

Ο Κατηγορούμενος 1 καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του στις Κατηγορίες 1, 2, 5, 6, 8, 9 και 12, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις Κατηγορίες 3, 4, 7, 10 και 11. Ο Κατηγορούμενος 2 καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του στις Κατηγορίες 1, 2 και 13, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις Κατηγορίες 3, 4, 14 και 15.

 

Η κατάληξη αυτή σημαίνει αποκλειστικά και μόνο ότι, για τις κατηγορίες στις οποίες καλούνται σε απολογία οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, υπάρχει επαρκής μαρτυρία ώστε η δίκη να πρέπει να συνεχιστεί, για να μπορέσει να αξιολογηθεί. Το ότι πρέπει να συνεχιστεί η δίκη για τις προαναφερόμενες κατηγορίες, και δεν μπορεί κατ’ εξαίρεση να διακοπεί πρόωρα, δεν συνιστά διαπίστωση ενοχής, αλλά κανονική εξέλιξη. Συναφώς, η συνέχιση της διαδικασίας, για τις εναπομείνασες κατηγορίες, μπορεί να καταλήξει στην αθώωση των Κατηγορουμένων, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, τεκμαίρονται αθώοι.

 

[εξηγούνται τα δικαιώματα]

 

(Υπ.) ………………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024.

[2] Katsaronas and others v. The Police (1973) 2 CLR 1, Trikomitis and Others v. The Police, 21 CLR 92.

[3] R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788

[4] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο