ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μ. Ν. κ.α., Υπόθεση αρ. 11781 / 2024, 9/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μ. Ν. κ.α., Υπόθεση αρ. 11781 / 2024, 9/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

 

Υπόθεση αρ. 11781 / 2024

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

ν.

 

 

1.   Μ. Ν.

2.   Z. S.

 

___________

Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Σ. Αδάμου (κα), για τον Κατηγορούμενο 1

Ι. Αδάμου (κα), για τον Κατηγορούμενο 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στους Κατηγορούμενους 1 και 2, στις ακόλουθες, κοινές κατηγορίες:

 

2η Κατηγορία: ότι την 10.8.2024, στη Λεμεσό, έκλεψαν από τον Kazim Abbas, από το Πακιστάν, ένα τσαντάκι εντός του οποίου υπήρχε το χρηματικό ποσό των €300, μία πακιστανική ταυτότητα και ένα διαβατήριο και κατά ή αμέσως πριν, ή αμέσως μετά τον χρόνο της κλοπής, χρησιμοποίησαν πραγματική βία κατά του εν λόγω προσώπου, προκειμένου να αποκτήσουν ή να κατακρατήσουν τα κλαπέντα [ληστεία, άρθρα 282, 283 ΠΚ.]

 

3η Κατηγορία: ότι την 10.8.2024, στη Λεμεσό, είχαν τα πρόσωπά τους καλυμμένα με κουκούλα, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος [πρόσωπο καλυμμένο με κουκούλα με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 296(ε) ΠΚ.]

 

4η Κατηγορία: ότι την 12.8.2024, στη Λεμεσό, είχαν τα πρόσωπά τους καλυμμένα με κουκούλα, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος [πρόσωπο καλυμμένο με κουκούλα με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 296(ε) ΠΚ.]

 

Πρόσθετα, έκαστος των Κατηγορούμενων 1 και 2, αντιμετωπίζει κατηγορία, την 5η Κατηγορία και αντίστοιχα την 6η Κατηγορία, ότι την 10.8.2024, στη Λεμεσό, μετέφερε ένα μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της κατοικίας [μεταφορά μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της, άρθρα 82(2), 85, 86 ΠΚ.]

 

Για τη ληστεία, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 14 έτη. Για την κάλυψη του προσώπου με κουκούλα, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 5 έτη. Για την μεταφορά μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι 1 έτους, ενώ προβλέπεται και κατώτατη ποινή φυλάκισης 6 μηνών, από την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποκλίνει εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

 

Η επιμέτρηση έχει ως ανώτατο όριο αναφοράς την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Ιδίως τα αδικήματα κατά της περιουσίας που ενέχουν πρόσθετα βία εις βάρος άλλων ανθρώπων, όπως η ληστεία, χρήζουν ποινών με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες να διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν αισθητές συνέπειες.

 

Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν πληρέστερα καταγράφηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Α. Από αυτά, ιδιαίτερα έμφαση δίδεται στο γεγονός ότι η ληστεία στράφηκε εναντίον αλλοδαπού, από το Πακιστάν, σε συνθήκες που τον καθιστούσαν πρακτικά εκτεθειμένο και ευάλωτο. Η πράξη δεν περιορίστηκε σε απλή περιουσιακή προσβολή, αλλά ενείχε άμεση απειλή κατά προσώπου και, αναπόφευκτα, πρόκληση φόβου πέραν της οικονομικής απώλειας. Φόβου που συνεχίστηκε και τις επόμενες ημέρες, κατά τις οποίες έβλεπε τους Κατηγορούμενους στην περιοχή του, με τον τρόπο που έτυχε περιγραφής. Επιβαρυντική είναι επίσης η ομαδικότητα της δράσης, καθώς και το γεγονός ότι, κατά το ίδιο επεισόδιο, υπήρχε κάλυψη των προσώπων των δύο Κατηγορουμένων με άσπρες κουκούλες και μαχαιροφορία, που προσέθετε στην τρομακτική εμπειρία του θύματος. Δύο εκ των ατόμων της ομάδας δεν εντοπίστηκαν. Επίσης, δεν ασκήθηκε σωματική βλάβη. Η πιο πάνω στάθμιση γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς προσδιορισμού της πραγματικής σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Ουδείς από τους πιο πάνω παράγοντες διαβάζεται αποσπασματικά ή απομονωμένα από τους υπόλοιπους, αλλά όλα τα στοιχεία συνεκτιμώνται ως ενιαίο αξιολογικό σύνολο.

 

Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε από αμφότερους τους Κατηγορούμενους 1 και 2 σε συνάρτηση με την πάροδο του χρόνου, από το 2024. Δεν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης.

 

Αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες για τον Κατηγορούμενο 1, για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Οι προηγούμενες καταδίκες εμποδίζουν το Δικαστήριο από το να επιδείξει την επιείκεια που θα μπορούσε να επιδείξει σε περιπτώσεις πρωτόπειρων παραβατών.

 

Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προηγούμενες καταδίκες ως διαθέσιμες αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη υπέρ του Κατηγορούμενου 2, χωρίς όμως να του αποδίδεται αποφασιστική βαρύτητα, ενόψει της έξαρσης που παρουσιάζουν αδικήματα της συγκεκριμένης φύσης, και της συνακόλουθης ανάγκης επιβολής ποινών με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα. Θα πρέπει να είναι απόλυτα σαφές και κατανοητό ότι πράξεις σαν αυτήν, έχουν αισθητές συνέπειες.

 

Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες των Κατηγορούμενων 1 και 2, όπως έχουν εκτεθεί.

 

Ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος σήμερα είναι περίπου 22 ετών, είναι Τουρκοκύπριος. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια, η οποία διαμένει στη Λεμεσό για πολλά χρόνια και συντηρείται οικονομικά από το κράτος. Οι γονείς του είναι εντελώς αναλφάβητοι και δεν εργάστηκαν οποτεδήποτε. Ο ίδιος φοίτησε στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, αλλά δεν συνέχισε τη φοίτησή του στο Λύκειο, λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Πριν από τη σύλληψη και κράτησή του εργάστηκε στον Δήμο Λεμεσού.

 

 Ο Κατηγορούμενος 2, ηλικίας σήμερα περίπου 20 ετών, είναι επίσης Τουρκοκύπριος, από πολυμελή οικογένεια, που βιώνει ιδιαίτερες δυσκολίες, μετά από τις απώλειες που βίωσε. Φοίτησε μέχρι τη Γ’ Γυμνασίου και εγκατέλειψε τη φοίτηση λόγω παραβατικής συμπεριφοράς. Δεν εργάστηκε οποτεδήποτε, ενώ σήμερα τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης.

 

Οι συνθήκες αυτές, για κάθε έναν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, δεν αποτελούν δικαιολογία για την παραβατική συμπεριφορά και δεν μειώνουν την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων. Έχουν, όμως, ουσιαστική σημασία στην παρούσα περίπτωση, διότι φωτίζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν οι έκτροπες συμπεριφορές, και συνεκτιμώνται με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία. Η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να εξουδετερώσει την ανάγκη αποτροπής, μπορεί όμως να επηρεάσει την έκταση της ποινής, ώστε αυτή να παραμένει ανάλογη όχι μόνο προς τη σοβαρότητα των πράξεων, αλλά και προς το πρόσωπο του κάθε παραβάτη.

 

Λαμβάνεται υπόψη και η παραδοχή που έγινε στο Δικαστήριο, στο στάδιο που έγινε.

 

Αρμόζουσα, με τα δεδομένα της υπόθεσης, είναι η ποινή φυλάκισης, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτής της φύσης, του τρόπου δράσης και της έκτασης της βλάβης, αλλά και της διαχρονικής ανάγκης για αποτροπή. Όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκταση της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί. Θα επιβληθεί ποινή στη 2η κατηγορία, που είναι η σοβαρότερη εκ των Κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, λαμβάνοντας υπόψη και τις υπόλοιπες κατηγορίες.

 

Ως προς την έκταση της ποινής λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η Cotorceanu και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 84/2020 και 87/2020. Εκεί οι εφεσιβάλλοντες, μαζί με τρίτο πρόσωπο, ανέκοψαν το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, του επιτέθηκαν, τον κτύπησαν σε διάφορα μέρη του σώματος, του αφαίρεσαν προσωπικά αντικείμενα και προκάλεσαν ζημιά στο αυτοκίνητό του. Φορούσαν κουκούλες και γυαλιά ηλίου, και χρησιμοποιήθηκε σιδερολοστός. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε τις περιστάσεις ως «άκρως επιβαρυντικές» και τόνισε ότι δεν επρόκειτο για στιγμιαία παράνομη συμπεριφορά αλλά για προσχεδιασμένη και οργανωμένη δράση με χρήση ωμής βίας. Παρά ταύτα, στον 1ο εφεσιβάλλοντα, ο οποίος ήταν 21 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, επιβλήθηκε και επικυρώθηκε ποινή 17 μηνών για τη ληστεία. Αντίθετα, στον 2ο εφεσιβάλλοντα, λόγω προηγούμενων καταδικών και άλλων σοβαρών υποθέσεων που λήφθηκαν υπόψη, επιβλήθηκε και επικυρώθηκε ποινή 4 ετών. Και η παρούσα υπόθεση, όπως και Cotorceanu και Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), δεν μπορεί  να αντιμετωπιστεί ως απλή κλοπή ή ως επιπόλαιη νεανική συμπεριφορά. Παρόλο που στην παρούσα υπόθεση δεν αναφέρθηκε σωματική βλάβη, έχει όμοιας έκτασης βιαιότητα, και δη εναντίον ευάλωτου αλλοδαπού, στοιχείο που δεν την διαφοροποιεί ουσιωδώς ποιοτικά, κατά τρόπο ώστε να θεωρηθεί ηπιότερη. Εξάλλου από την προαναφερόμενη υπόθεση παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, με τα αδικήματα αυτής της φύσης να βρίσκονται σε έξαρση.

 

Η αρχή της συνολικότητας (totality principle), της οποίας έγινε επίκληση από την Υπεράσπιση όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, εφαρμόζεται όταν ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πολλαπλές καταδίκες, και συγκεκριμένα (i) όταν καταδικάζεται ταυτόχρονα για περισσότερα από ένα αδικήματα, (ii) όταν εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης και καταδικάζεται για ξεχωριστό αδίκημα ή αδικήματα, και (iii) όταν καταδικάζεται για αδίκημα που διαπράχθηκε πριν ή κατά την έκτιση προηγούμενης ποινής. Πιο σύνθετες είναι οι περιπτώσεις όπου τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε ευρύτερο χρονικό διάστημα, διαπράχθηκαν σε διαφορετικές δικαιοδοσίες, έχει εκτιθεί μέρος ή το σύνολο προηγούμενης ποινής, ή τα αδικήματα διαφέρουν ποιοτικά ως προς τη φύση ή τη βαρύτητα. Σκοπός της είναι η εξασφάλιση ότι η συνολική ποινή που επιβάλλεται είναι δίκαιη και κατάλληλη, αντανακλώντας το πραγματικό αξιόποινο της συνολικής συμπεριφοράς του δράστη, ανεξαρτήτως του αριθμού των πράξεων ή της τυπικής κατάταξης των αδικημάτων. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της αρχής συνεπάγεται αναγκαία προσαρμογή της συνολικής ποινής. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτή δεν θα πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι ένας υπότροπος ή κατ' εξακολούθηση παραβάτης αντιμετωπίζεται ευνοϊκότερα από έναν δράστη μεμονωμένου αδικήματος. Η αρχή της συνολικότητας εφαρμόζεται κατά το τελευταίο στάδιο της ποινικής επιμέτρησης.

 

Επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο 1:

 

2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

3η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

4η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

5η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

 

Επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο 2:

 

2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 16 μηνών.

3η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

4η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

6η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

 

Η διαφοροποίηση στην ποινική μεταχείριση των Κατηγορουμένων 1 και 2 οφείλεται στη διαφοροποίηση που υφίσταται ως προς την επιβάρυνση του ποινικού μητρώου, στον βαθμό που θα μπορούσε να επέλθει.

 

Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην υπόθεση 3377/2020 Ε.Δ. Λεμεσού, χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση. Η επιβληθείσα ποινή στην παρούσα υπόθεση να συντρέχει με την ποινή που εκτίεται από τον Κατηγορούμενο 1 στην υπόθεση αρ. 3377/2020 Ε.Δ. Λεμεσού, δηλαδή να προσμετρά από σήμερα.

 

 

Έγινε εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2. Η εξουσία του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τον περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο, Ν. 95/1972, ως έχει τροποποιηθεί. Εφόσον η επιβληθείσα ποινή δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, πληρούται η τυπική προϋπόθεση για εξέταση της αναστολής. Η πλήρωση, όμως, της προϋπόθεσης αυτής δεν δημιουργεί δικαίωμα ή τεκμήριο υπέρ της αναστολής. Το αποφασιστικό ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου και κατά πόσο η ποινή φέρουσα αναστολή θα εξακολουθούσε να αντανακλά την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και να εξυπηρετεί τους σκοπούς της ποινής[7]

 

Το Δικαστήριο έχει επανεξετάσει προς τον σκοπό αυτό τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις που αναφέρθηκαν. Δεν μπορούν, όμως, να απομονωθούν από τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Η ανάγκη αποδοκιμασίας και αποτροπής παραμένει έντονη, ενώ δεν έχουν διαφανεί ενδείξεις με βάση τις οποίες θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος 2 να επωφεληθεί τέτοιας αναστολής, εφόσον εξακολουθεί να έχει εμπλοκή με το σύστημα δικαιοσύνης, στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης. Η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, υπό αυτές τις συνθήκες, θα αποδυνάμωνε το μήνυμα που οφείλει να εκπέμψει η ποινή για τέτοιου είδους συμπεριφορές. Η ποινή φυλάκισης στη 2η Κατηγορία να είναι άμεσα εκτελεστή.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22, Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο