ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 17554 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
1. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
2. ΜΑΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
___________
Ημερομηνία: 3 Ιουλίου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Πραστίτης, για τον Κατηγορούμενο 1
Σ. Μάτσας, για τον Κατηγορούμενο 2
Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Οι Κατηγορίες και η διαδικασία
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώθηκαν, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, στις Κατηγορίες 3, 4, 7, 10, 11, 14 και 15, και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες, κοινές κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλαδή οχλαγωγία [συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, άρθρα 372, 70, 72, 20 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, συμμετείχαν σε οχλαγωγία [οχλαγωγία, άρθρα 70, 72, 20 ΠΚ.]
Πρόσθετα, ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:
5η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Ανδρέα Λιασίδη από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρα 243, 20 ΠΚ.]
6η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, σε δημόσιο μέρος, δηλαδή παρά το κάστρο Κολοσσίου, είχε στην κατοχή του επιθετικό όπλο, δηλαδή ένα πτυσσόμενο ρόπαλο [μεταφορά επιθετικού όπλου, άρθρα 2, 3(1)(2) του περί Επιθετικών Όπλων Νόμου Κεφ.159.]
8η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας, μετέφερε επιθετικό όργανο, δηλαδή ένα πτυσσόμενο ρόπαλο, κατά τρόπο διεγείροντα τρόμο στον Μιχάλη Χριστοδούλου., από τη Λεμεσό [οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, άρθρο 80 ΠΚ.]
9η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στο Κολόσσι, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας, μετέφερε επιθετικό όργανο, δηλαδή ένα πτυσσόμενο ρόπαλο, κατά τρόπο διεγείροντα τρόμο στον Φρίξο Νικοτσαρά από τη Λεμεσό [οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, άρθρο 80 ΠΚ.]
12η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά του Φρίξου Νικοτσαρά από τη Λεμεσό [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει, πρόσθετα, την ακόλουθη κατηγορία:
13η Κατηγορία: ότι την 16.12.2020, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Ανδρέα Λιασίδη από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρα 243, 20 ΠΚ.]
Για την απόδειξη της υπόθεσης, παρουσιάστηκε, από την Κατηγορούσα Αρχή, η μαρτυρία του Α/Αστ.1831 Χρίστου Παπαδόπουλου (ΜΚ1), του Ανδρέα Λιασίδη (ΜΚ2), και του Μιχάλη Χριστοδούλου (ΜΚ3). Μετά την κλήση τους σε απολογία, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επέλεξαν να μην καταθέσουν ενόρκως, ενώ δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν και είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε στην πλήρη του έκταση, ακόμα και αν δεν γίνεται λεπτομερής ή αυτούσια ή ειδική αναφορά.
Μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας[1]. Συνοπτικά, η μαρτυρία αξιολογείται βάσει του περιεχομένου, της ποιότητας και της πειστικότητάς της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα αντικειμενικά δεδομένα. Λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η αμεσότητα, η συνοχή και η λογική των απαντήσεων, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, καθώς και το ενδεχόμενο επηρεασμού από γνώση των γεγονότων, προσωπικό συμφέρον, επιθυμία ή αδυναμία μνήμης. Το Δικαστήριο συνεκτιμά και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο. Η μαρτυρία δεν εξετάζεται αποσπασματικά ή λεκτικά, αλλά συνολικά, μέσα στο πλαίσιο της προφορικής δίκης, όπου ο λόγος δεν είναι πάντοτε άρτια διατυπωμένος ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο, εφόσον αυτό δικαιολογείται, χωρίς επιλεκτική ή κατακερματισμένη χρήση της προς στήριξη προκαθορισμένου αποτελέσματος. Η αναφορά σε αξιοπιστία αφορά τη συγκεκριμένη μαρτυρία στο πλαίσιο της υπόθεσης και όχι γενικά την εντιμότητα ή ειλικρίνεια του μάρτυρα.
Νοείται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται αποσπασματικά ή απομονωμένα ανά μάρτυρα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και των αντικειμενικών δεδομένων της υπόθεσης, έστω και αν, για σκοπούς διάρθρωσης και ευχέρειας αναφοράς, η ανάλυση εκτίθεται ξεχωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.
ΜΚ1, Α/Αστ.1831 Χρίστος Παπαδόπουλος
Ο ΜΚ1, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερομηνίας 11.12.2020 (Τ1). Σε αυτήν, αναφέρει τα εξής ως προς τα γεγονότα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε στην ΑΔΕ Λεμεσού, και ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής. Την 16.12.2020, περί ώρα 19:30, ενώ βρισκόταν σε καθήκον, στον Σταθμό, τηλεφώνησε ο ΜΚ3 από το Κολόσσι και παραπονέθηκε ότι περί ώρα 19:00 της ίδιας ημέρας, σε ανοικτό υπαίθριο χώρο παρά το κάστρο του Κολοσσίου, όπου μετέβη μαζί με τον φίλο του Φρίξο και τον Λιασίδη, τους επιτέθηκαν 10-15 πρόσωπα που φορούσαν κουκούλες, εκτός τριών από αυτούς, που κρατούσαν ρόπαλα. Του έριξαν σπρέι στο πρόσωπο και κτύπησαν τον ΜΚ2, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο πρόσωπο. Όπως ανέφερε ο καταγγέλλων, ο ίδιος είχε μεταφέρει τον ΜΚ2 με το αυτοκίνητό του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου τον εξέτασε ιατρός. Ο ίδιος εξετάστηκε επίσης από ιατρό, στα μάτια, απολύθηκε και μετέβη στον Σταθμό όπου προέβη σε γραπτό παράπονο. Στην κατάθεσή του, δήλωσε ότι αναγνώρισε, στο επεισόδιο, τον έναν εκ των συμμετεχόντων, Δημήτρη Κυριάκου, στρατιωτικό από τη Λάρνακα, τον οποίον γνωρίζει μέσω εκδηλώσεων της πολιτικής παράταξης ΕΛΑΜ. Ανέφερε, επίσης, ότι ο λόγος του επεισοδίου ήταν γιατί ο Λιασίδης, την προηγούμενη ημέρα, 15.12.2020, ανάρτησε σε προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook δημοσίευση στην οποία κατέκρινε τη στάση βουλευτών του ΕΛΑΜ να ψηφίσουν υπέρ του κρατικού προϋπολογισμού στη Βουλή των Αντιπροσώπων, πράγμα που προκάλεσε σχόλια άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων ο Κατηγορούμενος 1, που έγραψε στον ΜΚ2 «έννα βρεθούμε να μου τα πεις». Στη συνέχεια, περί ώρα 22:30, ο ΜΚ1 επισκέφθηκε στην σκηνή μαζί με τον Μιχάλη Χριστοδούλου, που του υπέδειξε το σημείο όπου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του Λιασίδη. Ενημέρωσε τους ανωτέρους του και η σκηνή τέθηκε υπό φρούρηση μέχρι την επομένη το πρωί, για εξετάσεις από το ΤΑΕ. Εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση. Την 19.12.2020 πήρε ξανά κατάθεση από τον Μιχάλη Χριστοδούλου, στην οποία του κατονόμασε δεύτερο ύποπτο, τον Κατηγορούμενο 2 από τη Λευκωσία, στέλεχος του ΕΛΑΜ, εναντίον του οποίου, επίσης, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση. Την 20.12.2020, ώρα 10:00, στο ΤΑΕ Λεμεσού, παρέλαβε από τον Αστ.2061, που εξέτασε τη σκηνή, τα τεκμήρια της υπόθεσης, έπειτα έλαβε και παρειακά επιχρίσματα από τους υπόπτους, τα οποία παρέδωσε στον Αστ.2542 για μεταφορά στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, για επιστημονικές εξετάσεις. Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τ2, μία σιδερογροθιά, που συλλέχθηκε από τη σκηνή.
Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Κατηγορούμενο 1, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν έλαβε ο ίδιος κατάθεση από τον Λιασίδη, αλλά διευθέτησε ώστε να του ληφθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, και ως γεγονός, ελήφθη τέτοια κατάθεση. Γνωρίζει ότι υπήρξαν παράπονα για πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης. Παρόλο που έγιναν αναφορές, από τον παραπονούμενο, σε απόπειρα δολοφονίας του, ουδέποτε αποδείχθηκε η διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Ο Χριστοδούλου ήταν εκείνος που κατονόμασε στον ίδιο τα πρόσωπα των δύο Κατηγορουμένων, καθώς και συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα. Ο ΜΚ1 αυτά που γνωρίζει, όπως ανέφερε, είναι εκείνα που βρίσκονται στο μαρτυρικό υλικό και όχι οτιδήποτε άλλο, δημοσιευμένο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή που σχετίζονται με πολιτικές δράσεις ατόμων, ούτε έχει γνώση για το ποιον οποιουδήποτε εκ των μαρτύρων. Έγινε έλεγχος στην ανάρτηση που επικαλέστηκε ο Χριστοδούλου και που ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν η αφορμή της εναντίον τους επίθεσης, αλλά δεν έγινε έρευνα για εντοπισμό σχετικής μαρτυρίας. Ο ίδιος δεν εντόπισε το μήνυμα που ανέφερε ο Χριστοδούλου, αλλά βασίστηκε στο ότι το ανέφερε ο Χριστοδούλου. Ο ίδιος είχε μεταβεί στη σκηνή γύρω στις 10:30. Μετέπειτα είχε γίνει διαδικασία προσωποκράτησης του Κατηγορούμενου 1, ωστόσο ουδέποτε, στο πλαίσιο της διερεύνησης, στη διεξαγωγή της οποίας δεν υπήρξε ένσταση, έγινε κάποια αναγνωριστική παράταξη ώστε ο Κατηγορούμενος 1 να αναγνωριστεί από τους παραπονούμενους, σύμφωνα με την αστυνομική διάταξη 3/8 που εκδόθηκε σύμφωνα με τον ν.73(Ι)/2004, Τ3. Αυτό γιατί, όπως ανέφερε, αναγνωρίστηκε και κατονομάστηκε από τον Χριστοδούλου, κατευθείαν, ασχέτως εάν δεν έδωσε και συγκεκριμένη περιγραφή ούτε ανέφερε λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο αναγνώρισης, όπως την απόσταση ή γενικότερα τον περιβάλλοντα χώρο. Δεν συνδέθηκε επιστημονικά κάποιο πρόσωπο με το συμβάν. Η Αστυνομία, όπως ανέφερε, δεν διερευνά για πολιτική εξυπηρέτηση, καταγγέλθηκε ένα ποινικό αδίκημα και απλώς διερευνήθηκε, χωρίς να μπορεί ο ίδιος να γνωρίζει τυχόν άλλες προεκτάσεις. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση για ψευδή καταγγελία εναντίον του Χριστοδούλου. Δεν λήφθηκαν είτε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα είτε άλλη μαρτυρία από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το επεισόδιο είχε λάβει χώρα στο Κολόσσι, εάν ο μάρτυρας είχε αναφέρει κάτι που θεωρεί ως αιτία του επεισοδίου, δεν επεκτείνεται κατ’ ανάγκη η διερεύνηση σε αυτό, επομένως το εάν είχε ή δεν είχε Facebook ο Κατηγορούμενος 1, για να κάνει την ανάρτηση που ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, δεν ήταν σχετικό με το αντικείμενο της διερεύνησης, ο Κατηγορούμενος 1 άσκησε το δικαίωμα της σιωπής κατά το στάδιο της διερεύνησης και ούτε προκύπτει από οπουδήποτε ότι ο ίδιος παρέδωσε το τηλέφωνό του για να τύχει έρευνας, όπως ήταν η υποβολή. Κατά την έρευνα που διεξήχθη, με τη μεσολάβηση περίπου 12 ωρών από το επεισόδιο, δεν εντοπίστηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1 οποιοδήποτε τεκμήριο. Όλη η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 1 αρχίζει και τελειώνει από το ότι τον κατονόμασε ο Χριστοδούλου.
Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Χριστοδούλου, στην κατάθεσή του, είχε αναφέρει πως το πρόσωπο που ήταν με τον Δημήτρη Κυριάκου, ως τον κατονόμασε, ήταν ένας «ψηλός», που δεν γνωρίζει τα στοιχεία του, ωστόσο θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει από φωτογραφίες. Όταν προσήλθε, σε μεταγενέστερο στάδιο, για νέα κατάθεση, στην οποία είχε αναφέρει ότι αναγνώρισε και τον Κατηγορούμενο 2, δεν έφερε φωτογραφίες. Είχε αναφέρει πως βρήκε ένα βίντεο, στην εφαρμογή Youtube, που δείχνει ένα πρόσωπο να καταθέτει στεφάνι, αναγνωρίζοντας, από αυτό το βίντεο, ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο 2. Ωστόσο, ούτε το βίντεο που επικαλέστηκε είχε παραδοθεί, δεν το είχε, ανέφερε ότι απλώς το είδε. Δεν έγιναν ενέργειες εντοπισμού του βίντεο, εφόσον ο Κατηγορούμενος 2 κατονομάστηκε από τον μάρτυρα. Ο ΜΚ1 δεν θεωρεί το βίντεο σχετικό με την υπόθεση. Δεν μπορεί να γνωρίζει, ο ΜΚ1, εάν το βίντεο, που ισχυρίστηκε πως είδε ο Χριστοδούλου, ήταν είτε υπαρκτό είτε αυθεντικό είτε ποιος το παρήγαγε και πώς. Δεν έγινε αναφορά από τον μάρτυρα ούτε στην απόσταση από την οποία είδε τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Το συμβάν, όπως ανέφερε στην κατάθεσή του, έγινε γρήγορα, με την άφιξή του στη σκηνή, πρόλαβε να δει τους δράστες, και ακολούθως χρησιμοποιήθηκε το επιβλαβές αέριο εναντίον του ιδίου, του φίλου του και η επίθεση εναντίον του άλλου παραπονούμενου. Το συμβάν έγινε την 16.12.2020, μεταξύ 19:00-19:30, υπήρχε σκοτάδι, δεν υπήρχε οδικός φωτισμός, το συμβάν έγινε μέσα σε χωράφι. Ο μάρτυρας δεν είχε εξειδικεύσει κινήσεις αλλά ανέφερε πως ήταν ανάμεσα σε ομάδα ατόμων. Ανέφερε και στο πλαίσιο αυτής της αντεξέτασης ότι δεν έγινε αναγνωριστική παράταξη επειδή οι δράστες κατονομάστηκαν από τον Χριστοδούλου, ο οποίος δεν ήταν ο βασικός παραπονούμενος. Ο βασικός παραπονούμενος ήταν το άτομο που υπέστη την επίθεση, ο Λιασίδης.
Ο ΜΚ1 ήταν αξιόπιστος ως προς τα γεγονότα που εμπίπτουν στην προσωπική και υπηρεσιακή του γνώση. Ειδικότερα, είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ως προς τη λήψη και το περιεχόμενο της αρχικής καταγγελίας, τη μετάβασή του στη σκηνή, τη φρούρηση και εξέταση της σκηνής, την παραλαβή, παράδοση και επιστημονική εξέταση των τεκμηρίων, το γεγονός και τον χρόνο των κατονομασιών από τον Χριστοδούλου, τις διαδικασίες έκδοσης ενταλμάτων και σύλληψης, τις ανακριτικές ενέργειες που έγιναν ή δεν έγιναν, τα αρνητικά αποτελέσματα των ερευνών, και την απουσία επιστημονικής σύνδεσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 με τα τεκμήρια. Δεν επιχείρησε να αποκρύψει τα κενά της διερεύνησης. Παραδέχθηκε ότι δεν εξασφαλίστηκαν τα ηλεκτρονικά και τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, δεν εντοπίστηκε το βίντεο του YouTube, δεν πραγματοποιήθηκαν αναγνωριστικές παρατάξεις, δεν καταγράφηκαν λεπτομερώς οι συνθήκες των αναγνωρίσεων και δεν υπήρξε επιστημονική σύνδεση των Κατηγορουμένων 1 και 2 με τη σκηνή. Οι παραδοχές αυτές ενισχύουν την προσωπική του αξιοπιστία και δεν υποδηλώνουν προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ως προς τις υπηρεσιακές του κρίσεις, δεν συνιστούν γεγονότα. Ότι, για παράδειγμα, η ηλεκτρονική και τηλεφωνική επικοινωνία δεν ήταν σχετική, ή ότι το βίντεο του YouTube δεν ήταν σχετικό με την αναγνώριση του Κατηγορουμένου 2, ή ότι η κατονομασία καθιστούσε περιττή κάθε περαιτέρω εξέταση της διαδικασίας αναγνώρισης, δεν συνιστούν πειστικές εξηγήσεις, για τις ελλείψεις στο ανακριτικό έργο. Οι αδυναμίες αυτές δεν δικαιολογούν απόρριψη της μαρτυρίας του. Ήταν αξιόπιστη η μαρτυρία του ως προς την καταγραφή των ενεργειών και παραλείψεων της διερεύνησης, δηλαδή ως προς τα γεγονότα που ο ίδιος γνωρίζει.
Αστ.3530 Χρ. Χριστοδούλου
Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του Αστ.3530 Χρ. Χριστοδούλου, Τ4 και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι την 16.12.2020 ώρα 23:00 μετέβη στη σκηνή επεισοδίου επίθεσης και τραυματισμού του Λιασίδη σε ανοικτό υπαίθριο χώρο στο Κολόσσι και στο μέρος ήταν σταθμευμένο το όχημα του παραπονούμενου. Παρέμεινε εκεί μέχρι την επόμενη ημέρα 17.12.2020 ώρα 7:30 και αντικαταστάθηκε από τον Αστ.329.
Αστ.329 Δ. Κωνσταντινίδης
Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Αστ.329 Δ. Κωνσταντινίδη, Τ5, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι την 17.12.2020 ώρα 7:30 ανέλαβε φρουρά, σε αντικατάσταση του Αστ.3530, στον προαναφερόμενο χώρο. Η ώρα 10:00, κατά τη φρούρηση, στην παρουσία του, ο Αστ.2071 Δ. Σαζός εξέτασε τη σκηνή και παρέλαβε τεκμήρια για περαιτέρω εξετάσεις. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 14:35-15:10, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1, Τ6, ο οποίος επικαλέστηκε το δικαίωμα της σιωπής.
Αστ.2061 Δ. Σαζός
Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Αστ.2061 Δ. Σαζού, Τ7, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι συνέλεξε από τη σκηνή τα τεκμήρια που αναφέρει, δηλαδή μία σιδερογροθιά, και δειγματοληψίες (swab) από τα σημεία που αναφέρει, τα οποία συσκεύασε, σφράγισε και παρέδωσε στον Α/Αστ.1831 Χ. Παπαδόπουλο. Έβγαλε, επίσης, φωτογραφίες, που είναι η δέσμη φωτογραφιών του Τ8, και προέβη στην επεξεργασία που αναφέρει.
Θεόδωρος Κυριάκου
Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Θεόδωρου Κυριάκου, ημερομηνίας 17.12.2020, Τ9, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι υπήρξε επικοινωνία με τη μονάδα του Κατηγορούμενου 1 σχετικά με την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, Τ10.
Αστ.3900 Ν. Ναθαναήλ
Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Αστ.3900 Ν. Ναθαναήλ ημερομηνίας 20.12.2020, Τ11, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 2, βάσει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ότι ο Κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξή του στα αδικήματα και ότι κατά την έρευνα στο όχημα και στην οικία του, με τη συγκατάθεσή του, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε σχετικό. Της σύλληψης του Κατηγορούμενου 2 είχε ακολουθήσει και διαδικασία έκδοσης διατάγματος αστυνομικής κράτησής του, για σκοπούς διερεύνησης, Τ12.
Αστ.2542 Χ. Κλεοβούλου
Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Αστ.2542 Χ. Κλεοβούλου ημερομηνίας 21.12.2020, Τ13, που αφορά στη διακίνηση των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν από τη σκηνή και την παράδοσή τους στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές.
Αστ.2071 Λ. Στεφάνου
Εκ συμφώνου κατατέθηκε, για την αλήθεια του περιεχομένου της, και η κατάθεση του Αστ.2071 Λ. Στεφάνου, ο οποίος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος ισχυρίστηκε πως εκείνη την ώρα επέστρεφε από την Πάφο, όπου εργαζόταν, και βρισκόταν στη Λευκωσία.
Α/Αστ.269 Π. Θεοφίλου
Εκ συμφώνου κατατέθηκε, για την αλήθεια του περιεχομένου της, και η κατάθεση του Α/Αστ.269 Π. Θεοφίλου ημερομηνίας 22.12.2020, Τ15, σχετικά με τη διακίνηση των τεκμηρίων.
Έκθεσης πραγματογνωμοσύνης 6245-2020
Δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως και το περιεχόμενο της εκ συμφώνου κατατεθείσας έκθεσης πραγματογνωμοσύνης 6245-2020, Τ16, είναι αληθές, δηλαδή ότι δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τους Κατηγορούμενους 1 και 2 με τα τεκμήρια που λήφθηκαν από τη σκηνή.
ΜΚ2, Ανδρέας Λιασίδης
Ο ΜΚ2, παραπονούμενος, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 17.12.2020, Τ17. Στο Τ17, αναφέρει πως κατά το παρελθόν ανήκε στο πολιτικό κόμμα ΕΛΑΜ, από όπου αποχώρησε λόγω διαφωνίας του ως προς ορισμένα θέματα. Εισήλθε στη σελίδα που υπάρχει στο Facebook με την ονομασία «Παραιτηθείτε Κύπρος» και έκανε ένα σχόλιο σχετικά με αναρτήσεις που υπήρχαν για τη ψήφιση του προϋπολογισμού από το ΕΛΑΜ και ακολούθως του απέστειλε προσωπικό μήνυμα μέσω του Messenger ο «Δημήτρης», άλλως «μόνιμος», τον οποίο γνωρίζει εμφανισιακά από συναντήσεις στο κόμμα. Στο μήνυμα, του έλεγε πως την επομένη ημέρα θα ερχόταν στη Λεμεσό και θα ήθελε να βρεθούν. Προς αυτό, του έστειλε και το κινητό του τηλέφωνο, που αναφέρεται, και τελειώνει σε -62. Πράγματι, του τηλεφώνησε σε εκείνο το τηλέφωνο και του είπε να βρεθούν στο Τσίρειο, αφού θα ερχόταν από τη Λάρνακα. Ακολούθως, τηλεφώνησε στον Μιχάλη Χριστοδούλου, τον οποίο γνωρίζει από κοινούς γνωστούς, και του ανέφερε για τη συνάντηση με τον «Δημήτρη». Ο Χριστοδούλου τον συμβούλευσε να μην πάει μόνος του και να περάσει από το Κολόσσι, για να πάνε μαζί. Ενημέρωσε τον «Δημήτρη» για να συναντηθούν στο Κολόσσι, εκεί κοντά στο κάστρο. Ο ΜΚ2 πέρασε πρώτα από τον σύλλογο στον οποίο βρισκόταν ο Χριστοδούλου, ο οποίος του ανέφερε πως θα πήγαινε μαζί του, με άλλο αυτοκίνητο, μήπως τον «μουντάρουν», επειδή εκείνος τον γνωρίζει. Μόλις ο «Δημήτρης» έφτασε στο σημείο συνάντησης, τηλεφώνησε στον ΜΚ2, ο οποίος μετέβη εκεί με το αυτοκίνητό του. Εκεί είδε και αναγνώρισε τον «Δημήτρη», τον «μόνιμο» από τη Λάρνακα, να στέκεται στον χώρο στάθμευσης. Μόλις στάθμευσε το αυτοκίνητό του και κατέβηκε, τον πλησίασαν 10-15 άτομα, νομίζει χωρίς κουκούλες, από διάφορες κατευθύνσεις, και μόλις τον προσέγγισαν, του έριξαν κάτι στα μάτια και στο πρόσωπο και έχασε τις αισθήσεις του, μετέπειτα άρχισαν να τον κτυπούν με ρόπαλα στο κεφάλι. Πριν λιποθυμήσει, άκουσε κάποιον να του λέει «τούτη εν που τον Χριστό», έπειτα ξύπνησε στο νοσοκομείο. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς το κάστρο, μπροστά ήταν ο Χριστοδούλου μαζί με άλλο, άγνωστο πρόσωπο, δεν γνωρίζει όμως τι ακριβώς έγινε. Έδωσε τη συγκατάθεσή του για έλεγχο των τηλεφωνικών κλήσεων. Όταν ήταν στο νοσοκομείο είχε διαπιστώσει πως είχε μαχαιρωθεί. Ο ίδιος δεν είχε κάτι επιθετικό στην κατοχή του. Εξέφρασε παράπονο εναντίον του «Δημήτρη». Κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 ως τον «Δημήτρη» που αναφέρει στην κατάθεσή του.
Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2, από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, ανέφερε πως είχε προβεί σε ένορκη δήλωση πως δεν έχει κάποιο παράπονο από τον Κατηγορούμενο 1. Δεν θυμάται να τον κτύπησε ο Κατηγορούμενος 1, τον προσέγγισαν πολλά άτομα, τα οποία κρατούσαν ρόπαλα. Ο ΜΚ2 δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στον Κατηγορούμενο 2 και δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 2.
Το γεγονός ότι ο ΜΚ2 ανέφερε πως δεν έχει παράπονο από τον Κατηγορούμενο 1 δεν αναιρεί την ανάγκη για αξιολόγηση της μαρτυρίας του, εφόσον, κατά την κυρίως εξέτασή του, υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση, που περιέχει το αρχικό παράπονο, και αναγνώρισε και τον Κατηγορούμενο 1.
Ως προκαταρκτική σημείωση τίθεται πως η μαρτυρία του ΜΚ2, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν προσφέρεται για ενιαία και αδιαφοροποίητη αξιολόγηση. Άλλο είναι η αξιοπιστία του ως προς την προγενέστερη επικοινωνία, τη διευθέτηση της συνάντησης και την αναγνώριση του προσώπου που ο ίδιος γνώριζε ως «Δημήτρη» ή «μόνιμο», και άλλο η ακρίβειά του ως προς όσα συνέβησαν αφότου άρχισε η αιφνίδια επίθεση, χρησιμοποιήθηκε εναντίον του ουσία στο πρόσωπο και επηρεάστηκε ουσιωδώς η αντίληψη και η μνήμη του. Η διάκριση αυτή είναι αναγκαία, καθώς οι συνθήκες παρατήρησης και η ποιότητα της ανάκλησής του δεν ήταν ίδιες σε όλα τα στάδια του επεισοδίου.
Ως προς την επικοινωνία που προηγήθηκε, η εκδοχή του ΜΚ2 έχει συγκεκριμένη εσωτερική δομή και περιλαμβάνει εξατομικευμένες λεπτομέρειες, την προηγηθείσα διαδικτυακή αντιπαράθεση, το προσωπικό μήνυμα μέσω Messenger, την αποστολή αριθμού τηλεφώνου που κατέληγε σε -62, την τηλεφωνική επικοινωνία, την αρχική πρόταση για συνάντηση στο Τσίρειο και τη μεταφορά του τόπου συνάντησης στο Κολόσσι. Η κατάθεσή του λήφθηκε την αμέσως επόμενη ημέρα, όταν τα γεγονότα ήταν ακόμη πρόσφατα, ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι συγκατατίθετο στον έλεγχο των τηλεφωνικών κλήσεων. Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την εικόνα ότι περιέγραφε γεγονότα τα οποία ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως πραγματικά και δεν επιχειρούσε να κρατήσει την εκδοχή του μακριά από αντικειμενικό έλεγχο. Από την άλλη, ούτε τα ηλεκτρονικά δεδομένα ούτε τα τηλεπικοινωνιακά στοιχεία εξασφαλίστηκαν. Η παράλειψη αυτή δεν μετατρέπεται μεν σε λόγο δυσπιστίας εις βάρος του μάρτυρα, αφαιρεί, όμως, την αντικειμενική επιβεβαίωση που θα μπορούσε να ελέγξει με ακρίβεια την ταυτότητα του συνομιλητή, το περιεχόμενο και τον χρόνο των επικοινωνιών.
Η αναγνώριση του Κατηγορούμενου 1 από τον ΜΚ2 δεν παρουσιάστηκε ως αναγνώριση ενός αγνώστου. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι γνώριζε εμφανισιακά τον «Δημήτρη», άλλως «μόνιμο», από προηγούμενες συναντήσεις στο κόμμα και ότι τον είδε να στέκεται στον χώρο στάθμευσης πριν αρχίσει η επίθεση. Η προϋπάρχουσα οπτική εξοικείωση και το ότι η παρατήρηση, κατά την εκδοχή του, έγινε πριν από τη χρήση του σπρέι, αποτελούν στοιχεία που ευνοούν την αξιοπιστία της αναγνώρισης. Η εξοικείωση, όμως, περιγράφηκε γενικά και όχι ως στενή ή συχνή γνωριμία, σε πραγματικό χρόνο. Συμπλέκεται με την αντίληψη που δημιουργείται για τα πρόσωπα, τα γνωρίσματα, τις ιδιότητες και τις συνήθειες τους, μέσα από την πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Facebook. Δεν καταγράφηκαν η απόσταση, η διάρκεια της παρατήρησης, η ακριβής ποιότητα του φωτισμού ή ιδιαίτερα γνωρίσματα του προσώπου. Αντίθετα, από τη λοιπή μαρτυρία, προκύπτει ότι ήταν νύχτα, ο χώρος δεν είχε καλό οδικό φωτισμό και το συμβάν εξελίχθηκε γρήγορα. Δεν διενεργήθηκε αναγνωριστική διαδικασία και η αναγνώριση στο εδώλιο, μετά την πάροδο πολλών ετών και ενώ η θέση του Κατηγορούμενου 1 ήταν εκ των πραγμάτων εμφανής, έχει περιορισμένη αυτοτελή αξία ως έλεγχος της αρχικής ανάμνησης. Οι παράγοντες αυτοί δεν υποδηλώνουν κατ’ ανάγκη ανειλικρίνεια, επιβάλλουν, όμως, επιφύλαξη ως προς την ακρίβεια της ταυτοποίησης.
Η μαρτυρία του ΜΚ3 συμπίπτει σε βασικές γραμμές με την αφήγηση του ΜΚ2 ως προς την ύπαρξη προηγούμενης αντιπαράθεσης, τη μετάβαση του ΜΚ2 στον σύλλογο, την απόφαση να μην μεταβεί μόνος του και την παρουσία προσώπου που ο ΜΚ3 επίσης απέδωσε στον «Δημήτρη Κυριάκου» στον τόπο της συνάντησης. Η σύμπτωση αυτή παρέχει κάποια εξωτερική συνοχή. Δεν έχει, όμως, ενιαία ενισχυτική αξία. Όσα ο ΜΚ3 γνώριζε για το προσωπικό μήνυμα, την τηλεφωνική επικοινωνία και την αρχική διευθέτηση της συνάντησης προέρχονταν, κατά μεγάλο μέρος, εάν όχι αποκλειστικά, από όσα του μετέφερε ο ίδιος ο ΜΚ2 και δεν αποτελούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση. Ως προς την παρουσία του Κατηγορούμενου 1 στη σκηνή, η μαρτυρία του ΜΚ3 είναι αυτοτελής, αλλά η βαρύτητά της ως ενίσχυση εξαρτάται από τη δική του αξιοπιστία και από την ποιότητα της δικής του αναγνώρισης, ζητήματα που αξιολογούνται χωριστά. Η γραπτή κατάθεση του Φρίξου Λεωνίδου, η οποία δεν κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ενίσχυση του ΜΚ2.
Ως προς την ίδια την επίθεση, η δυνατότητα του ΜΚ2 να παρατηρήσει και να ανακαλέσει με ακρίβεια ήταν εμφανώς περιορισμένη. Ο ίδιος ανέφερε ότι, μόλις κατέβηκε από το όχημά του, τον προσέγγισαν πολλά άτομα, του έριξαν ουσία στα μάτια και στο πρόσωπο και έχασε τις αισθήσεις του. Η περιγραφή ότι έχασε τις αισθήσεις του και «μετέπειτα» άρχισαν να τον κτυπούν δεν είναι λογικά καθαρή ως προς το πώς αντιλήφθηκε τις πράξεις που ακολούθησαν. Περαιτέρω, η αναφορά του ότι ξύπνησε στο νοσοκομείο δεν συμβαδίζει πλήρως με τη μαρτυρία του ΜΚ3 ότι, πριν τον εντοπίσει στη σκηνή, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του και ο ΜΚ2 του απάντησε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν και δεν αισθανόταν καλά. Η αντίφαση αυτή μπορεί να εξηγείται από σύγχυση, μετατραυματική αμνησία ή αποσπασματική ανάκληση και δεν οδηγεί από μόνη της σε συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας ψευδόταν. Μειώνει, όμως, ουσιωδώς την αξιοπιστία του ως προς την ακριβή χρονική ακολουθία και τις επιμέρους πράξεις που τελέστηκαν κατά το διάστημα της επίθεσης.
Υπάρχουν και άλλες αποκλίσεις που αφορούν την ακρίβεια της αντίληψής του. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι τα 10-15 πρόσωπα ήταν, κατά την εντύπωσή του, χωρίς κουκούλες, ενώ ο ΜΚ3 περιέγραψε ότι σχεδόν όλοι είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους, πλην ενός. Η απόκλιση είναι ουσιώδης για την ικανότητα οπτικής παρατήρησης, έστω και αν οι χαοτικές συνθήκες, το σκοτάδι και η άμεση χρήση σπρέι παρέχουν προφανή εξήγηση για διαφορετικές εντυπώσεις. Επίσης, ο ισχυρισμός του ΜΚ2 ότι στο νοσοκομείο διαπίστωσε πως είχε μαχαιρωθεί δεν βρίσκει αντιστοιχία στην εκ συμφώνου ιατρική έκθεση, η οποία καταγράφει κεφαλοαιμάτωμα, εκδορές και εκχυμώσεις, όχι τραύμα από μαχαίρι. Η ασυμφωνία αυτή αποδυναμώνει την ακρίβεια της περιγραφής του για τον τρόπο πρόκλησης των κακώσεων και καταδεικνύει ότι ορισμένες πεποιθήσεις του μετά το επεισόδιο μπορεί να μην στηρίζονταν σε ασφαλή προσωπική αντίληψη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση του ΜΚ2 ως προς τον Κατηγορούμενο 1. Ενώ στην αρχική κατάθεση εξέφρασε παράπονο εναντίον του «Δημήτρη» και στο Δικαστήριο τον αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο 1, κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι είχε προβεί σε ένορκη δήλωση πως δεν έχει παράπονο από αυτόν και, κυρίως, ότι δεν θυμάται να τον κτύπησε. Δεν διευκρινίστηκαν ο χρόνος και οι περιστάσεις αυτής της εξέλιξης, ώστε να αξιολογηθεί πληρέστερα η μεταβολή. Παραμένει, πάντως, ουσιώδης διαφοροποίηση από την αρχική συνολική απόδοση ευθύνης στον «Δημήτρη». Ταυτόχρονα, η ευθεία παραδοχή ότι δεν θυμάται οποιοδήποτε κτύπημα από τον Κατηγορούμενο 1 λειτουργεί υπέρ της προσωπικής του ειλικρίνειας, δεν επιχείρησε να καλύψει το κενό μνήμης ούτε να προσθέσει συγκεκριμένη επιβαρυντική πράξη που δεν μπορούσε να ανακαλέσει. Ενισχύει, επομένως, την εικόνα μάρτυρα που δεν επιδίωκε με κάθε τρόπο να ενοχοποιήσει, αλλά περιορίζει αποφασιστικά την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ως προς οποιαδήποτε προσωπική συμμετοχή του Κατηγορούμενου 1 στον ξυλοδαρμό.
Το πολιτικό υπόβαθρο και η προηγηθείσα αντιπαράθεση είναι συναφή για την αξιολόγηση, όχι επειδή τεκμηριώνουν από μόνα τους προκατάληψη ή ψευδή καταγγελία, αλλά επειδή μπορούσαν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο ο ΜΚ2 ερμήνευσε ένα ταχύ και τραυματικό γεγονός. Η εκδοχή του είχε εξαρχής συνδεθεί με συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο και πολιτικό κίνητρο. Δεν υπάρχει, όμως, στη μαρτυρία, συγκεκριμένο στοιχείο που να δικαιολογεί χαρακτηρισμό του ως εκδικητικού ή κατασκευασμένου μάρτυρα. Η προϋπάρχουσα αντιπαράθεση επιβάλλει αυξημένη προσοχή στην ταυτοποίηση και στην απόδοση ρόλων, όχι αυτόματη απόρριψη της αφήγησής του.
Συνολικά, ο ΜΚ2 παρουσιάζει χαρακτηριστικά ειλικρινούς αλλά όχι σε όλα τα σημεία ακριβούς μάρτυρα. Η μαρτυρία του έχει συγκριτικά μεγαλύτερη πειστικότητα ως προς το ότι είχε προηγηθεί επικοινωνία για συνάντηση με πρόσωπο που ο ίδιος γνώριζε, υπό ασαφείς περιστάσεις, ως «Δημήτρη» ή «μόνιμο», και ως προς το ότι αντιλήφθηκε το πρόσωπο αυτό, που ανέμενε να συναντήσει, στον χώρο, πριν εκδηλωθεί η επίθεση, πάντοτε με τις επιφυλάξεις που δημιουργούν η απουσία ηλεκτρονικής επιβεβαίωσης και οι ελλιπώς καταγεγραμμένες συνθήκες αναγνώρισης. Αντίθετα, η μαρτυρία του δεν είναι καθόλου ασφαλής ως προς την ταυτότητα και τις επιμέρους ενέργειες των προσώπων που τον κτύπησαν, ούτε ως προς προσωπικό κτύπημα, χρήση ροπάλου ή άλλη συγκεκριμένη επιθετική πράξη του Κατηγορούμενου 1. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, ο ΜΚ2 δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά και η μαρτυρία του δεν παρέχει βάση αξιολόγησης της συμμετοχής ή της συμπεριφοράς του.
ΜΚ3, Μιχάλης Χριστοδούλου
Ο ΜΚ3, επίσης παραπονούμενος, αναγνώρισε και υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, την 16.12.2020 (Τ18), την 17.12.2020 (Τ19), την 18.12.2020 (Τ20) και την 19.12.2020 (Τ21). Στο Τ18, ανέφερε πως αρχικά ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη του ΕΛΑΜ και αργότερα μετακινήθηκε σε άλλο χώρο. Μεταξύ των φίλων του στο Facebook είναι ο Ανδρέας Λιασίδης. Την 15.12.2020 είδε ότι ο Λιασίδης ανάρτησε στο Facebook δημοσίευση με την οποία κατέκρινε τους βουλευτές του ΕΛΑΜ που είχαν ανακοινώσει προτιθέμενη ψήφο υπέρ του προϋπολογισμού. Ακολούθως, πρόσεξε διάφορα σχόλια από πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο «Δημήτρης Κυριάκου» από τη Λάρνακα, στρατιωτικός, στέλεχος του ΕΛΑΜ. Έγραψε σε ανάρτησή του προς τον Λιασίδη διάφορες ύβρεις, και τη φράση «έλα να βρεθούμε να μου τα πεις». Την 16.12.2020 το πρωί του τηλεφώνησε ο Λιασίδης και του είπε ότι η αντιπαράθεση συνεχίστηκε και ότι ο Κυριάκου του έστειλε μήνυμα στο κινητό μέσω του Messenger, καλώντας τον να βρεθούν στο Τσίρειο στάδιο, για να μιλήσουν. Τον συμβούλεψε να μην πάει. Αργότερα, ενώ ήταν με τον φίλο του Φρίξο, στον σύλλογο απέναντι από την εκκλησία στο Κολόσσι, σταμάτησε μπροστά του ένα αυτοκίνητο, στο οποίο ήταν μόνος του ο Λιασίδης, ο οποίος του ανέφερε ότι συμφώνησαν τελικά να συναντηθούν για να μιλήσουν με τον Δημήτρη Κυριάκου, κοντά στο κάστρο, στο Κολόσσι, όπου υπάρχει ένα καφενείο. Ο ΜΚ3 είπε στον Λιασίδη να μην πάει μόνος του και τον ακολούθησε με το όχημά του και συνεπιβάτη τον Φρίξο. Όταν έφτασαν στο καφενείο, είδε δύο άνδρες να στέκονται έξω από ένα αυτοκίνητο σαλούν, το οποίο δεν θυμόταν να περιγράψει, και περίμεναν. Ο ένας ήταν ο «Δημήτρης Κυριάκου» και ο άλλος ένας «ψηλός», που δεν γνωρίζει στοιχεία του, αλλά που μπορεί να αναγνωρίσει από φωτογραφίες. Ο Φρίξος κατέβηκε και πήγε να τους μιλήσει, λέγοντας στον ΜΚ3 να τον περιμένει. Όταν ο Φρίξος πλησίασε μπροστά στους δύο, ο ΜΚ3 είδε τον «Δημήτρη» να ανοίγει με το χέρι του ένα πτυσσόμενο ρόπαλο που κρατούσε και αμέσως ο Φρίξος του έπιασε το χέρι και τον άκουσε να λέει φωναχτά «βάλε το πίσω τωρά». Τότε ο ΜΚ3 κατάλαβε πως οι δύο άνδρες είχαν πάει στο μέρος με κακές προθέσεις, κατέβηκε και είπε στον «Δημήτρη» να σταματήσει ό,τι είχε σκοπό να κάνει. Ξαφνικά, από χωράφια απέναντι, είδε την εμφάνιση, από το «πουθενά», 10-15 προσώπων, με κουκούλες στα κεφάλια, εκτός από έναν που είδε, επίσης στέλεχος του ΕΛΑΜ, και μπορεί να τον αναγνωρίσει. Σχεδόν όλοι κρατούσαν ρόπαλα. Τον πλησίασαν και ο ένας που κρατούσε κάτι σαν πυροσβεστήρα, του έριξε αέριο στο πρόσωπο και δεν μπορούσε να δει ούτε να αναπνεύσει, έτρεξε πίσω στο αυτοκίνητο, είδε πως τον Φρίξο τον κρατούσαν 3-4 άτομα, αλλά δεν έβλεπε καλά, του είπε να μπει στο αυτοκίνητο, έσπρωξε αυτούς που τον κρατούσαν, μπήκε στο αυτοκίνητο, πήγαν δέκα μέτρα πιο κάτω, ρώτησε τον Φρίξο εάν είδε τον Λιασίδη, και ο Φρίξος του είπε πως δεν τον είδε να φεύγει από το μέρος. Πήγαν πίσω στον σύλλογο όπου ήταν αρχικά, ο Φρίξος πήρε το αυτοκίνητο του να το πάει στο σπίτι του, ο ΜΚ3 τηλεφώνησε στον Λιασίδη, ο οποίος του ανέφερε πως δεν ήξερε πού ήταν και δεν ένιωθε καλά, ο ΜΚ3 επέστρεψε στη σκηνή όπου διαδραματίστηκε το συμβάν, όπου εντόπισε τον Λιασίδη στο έδαφος, δίπλα από το αυτοκίνητό του, ήταν αρκετά τραυματισμένος στο κεφάλι, είχε αίματα και πρήξιμο στα μάτια και στα χείλη. Δεν υπήρχε άλλος στο μέρος. Τον σήκωσε, τον έβαλε στο αυτοκίνητο και τον πήρε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, ενημερώνοντας και την Αστυνομία. Τον ίδιο δεν τον κτύπησε κάποιος, αλλά είχε πρόβλημα με τα μάτια του. Ανέφερε «είμαι πρόθυμος να κληθώ να αναγνωρίσω τους δύο υπόπτους, δηλαδή τον ένα που στεκόταν δίπλα από τον Δημήτρη Κυριάκου και τον άλλο που ήταν μαζί με αυτούς που είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα». Στο Τ19, ο ΜΚ3, έχοντας μεταβεί εκ νέου στην Αστυνομία, την επομένη, έδωσε πληρέστερα τα στοιχεία του «Δημήτρη Κυριάκου», λέγοντας πως μετά το συμβάν, επικοινώνησε μαζί του και του ανέφερε πως «εν θα μείνει δαμέ η κουβέντα», εννοώντας ότι έκανε ήδη καταγγελία, μη αναφέροντας οποιαδήποτε απάντηση του συνομιλητή του. Στο Τ20, ο ΜΚ3 ανέφερε πως ενώ το πρωί της 18.12.2020 γύρω στις 10:30 το πρωί ήταν στο Δικαστήριο Λεμεσού γιατί επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά την καντίνα, που έχει συγγενικό του πρόσωπο, είδε στο προαύλιο ένα πρόσωπο που αναγνώρισε πως είναι το πρόσωπο που του «Δημήτρη Κυριάκου» που ήταν στο συμβάν. Στο Τ21, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι έβλεπε φωτογραφίες και βίντεο στο διαδίκτυο προκειμένου να αναγνωρίσει άλλα πρόσωπα που συμμετείχαν στο συμβάν, τελικά βρήκε ένα βίντεο στο YouTube που δείχνει ένα πρόσωπο να καταθέτει στεφάνι σε μνημόσυνο πεσόντων εκ μέρους του ΕΛΑΜ, το οποίο αναγνώρισε αμέσως ως το ένα πρόσωπο που δεν φορούσε κουκούλα κατά την ώρα της επίθεσης, και είναι ο «Μάριος Κωνσταντίνου» από τη Λευκωσία, επίσης στέλεχος του ΕΛΑΜ.
Κατά την αντεξέτασή του από τους συνηγόρους των Κατηγορούμενων 1 και 2, ο ΜΚ3, εάν τα πρόσωπα που βλέπει στο Δικαστήριο είναι εκείνα που αναφέρει στις καταθέσεις του, ο ΜΚ3 είπε πως δεν θυμάται, επικαλούμενος την πάροδο πολλών ετών από τότε.
Και το γεγονός ότι κατά την αντεξέτασή του ο ΜΚ3 ανέφερε πως δεν θυμάται εάν τα ενώπιον του Δικαστηρίου πρόσωπα είναι αυτά που είχε αναφέρει στις καταθέσεις του δεν αναιρεί την ανάγκη για αξιολόγηση, αφού την ίδια στιγμή είχε υιοθετήσει τις αρχικές αστυνομικές καταθέσεις του, που περιείχαν τις αρχικές αναγνωρίσεις, και βάσει των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθησαν, ανακρίθηκαν και οδηγήθηκαν τελικά και ενώπιον του Δικαστηρίου ως κατηγορούμενοι.
Η αξιοπιστία του ΜΚ3, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, επίσης, πρέπει να αξιολογηθεί κατά διακριτά στάδια. Η ικανότητα και η ποιότητα της αντίληψής του δεν ήταν ίδιες πριν από την εμφάνιση της ομάδας, κατά τις πρώτες στιγμές του επεισοδίου, και μετά τη χρήση του αερίου. Διαφορετική αξιολόγηση απαιτεί, επίσης, η άμεση κατονομασία προσώπου που ισχυριζόταν ότι γνώριζε ήδη, και διαφορετική οι μεταγενέστερες ταυτοποιήσεις προσώπων, τα στοιχεία των οποίων δεν γνώριζε κατά τον χρόνο του συμβάντος.
Η αρχική καταγγελία του ΜΚ3 έγινε αμέσως μετά το επεισόδιο και η πρώτη γραπτή κατάθεσή του λήφθηκε το ίδιο βράδυ. Η εγγύτητα αυτή προς τα γεγονότα περιορίζει, χωρίς να αποκλείει, τον κίνδυνο φυσικής εξασθένησης της μνήμης. Η πρώτη αφήγησή του ήταν εκτενής και περιείχε συγκεκριμένη αλληλουχία, την προηγηθείσα πολιτική αντιπαράθεση, τη μετάβαση στο σημείο, την παρουσία δύο ανδρών, την εμφάνιση της πολυπρόσωπης ομάδας, τη χρήση αερίου και την επιστροφή του για να παραλάβει τον τραυματισμένο ΜΚ2. Η σταθερότητα του βασικού αυτού άξονα και η άμεση αναφορά του ονόματος του Κατηγορουμένου 1 ευνοούν την ειλικρίνεια της αρχικής του εκδοχής. Δεν εξασφαλίστηκαν, όμως, τα ηλεκτρονικά ή τηλεπικοινωνιακά δεδομένα στα οποία αναφέρθηκε. Έτσι, οι ισχυρισμοί του για τις αναρτήσεις, τα μηνύματα και τη μεταγενέστερη τηλεφωνική επικοινωνία δεν μπορούν να ελεγχθούν εξωτερικά ως προς το ακριβές περιεχόμενο, τον χρόνο ή την ταυτότητα του συνομιλητή.
Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, και ο ΜΚ3, δεν ισχυρίστηκε ότι αναγνώρισε άγνωστό του πρόσωπο. Τον κατονόμασε, από την πρώτη καταγγελία, και ανέφερε ότι τον γνώριζε από εκδηλώσεις και δραστηριότητες του ΕΛΑΜ. Βεβαίως, και στην περίπτωση του ΜΚ3, οι αναφορές περί προηγούμενης γνωριμίας έμειναν σε γενικό επίπεδο, συμπλεκόμενες με τη διαδικτυακή παρουσία και δράση του προσώπου και κατ’ επέκταση τη δική του εντύπωση για το πρόσωπο. Η προϋπάρχουσα οπτική εξοικείωση, στον βαθμό που υπήρχε, και η άμεση κατονομασία, θα μπορούσαν να αποτελούν ουσιώδεις θετικούς δείκτες αξιοπιστίας, υπό προϋποθέσεις. Η αναγνώριση, επίσης, κατά την εκδοχή του, προηγήθηκε της χρήσης του αερίου, όταν η όρασή του δεν είχε ακόμη επηρεαστεί. Υπάρχουν, ωστόσο, και στη δική του μαρτυρία, σημαντικοί περιορισμοί στην ακρίβειά της. Το επεισόδιο έγινε νύχτα, σε ανοικτό χώρο χωρίς οδικό φωτισμό, εξελίχθηκε γρήγορα και ο ΜΚ3 δεν προσδιόρισε την απόσταση, τη διάρκεια παρατήρησης, τη θέση του, τη γωνία θέασης ή ιδιαίτερα εξωτερικά γνωρίσματα. Επιπλέον, είχε μεταβεί στο σημείο έχοντας ήδη πληροφορηθεί από τον ΜΚ2 ότι επρόκειτο να συναντήσουν τον «Δημήτρη Κυριάκου». Όχι μόνο με τη γνώση ότι θα υπάρξει συνάντηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά και με την ανησυχία ή πεποίθηση ότι θα προκληθεί φασαρία, ασαφώς συνδεόμενη με τη «γνώση» του για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Η συγκεκριμένη προσδοκία μπορούσε να διευκολύνει την αναγνώριση γνωστού προσώπου, αλλά και να επηρεάσει επιβεβαιωτικά την αντίληψή του. Η απουσία αναγνωριστικής διαδικασίας και λεπτομερούς καταγραφής των συνθηκών παρατήρησης στερεί από την αξιολόγηση έναν ουδέτερο έλεγχο της αρχικής βεβαιότητάς του.
Η περιγραφή ότι ο Κατηγορούμενος 1, που κατά τη θέση του ΜΚ3, άνοιξε και «πτυσσόμενο ρόπαλο», το οποίο αμέσως συγκράτησε ο Φρίξος, είναι συγκεκριμένη και περιλαμβάνεται στην πρώτη κατάθεση του ΜΚ3. Η χρονική αμεσότητα και η λεπτομέρεια είναι και πάλιν στοιχεία υπέρ της γνησιότητας της ανάμνησής του. Η ακρίβεια, όμως, της συγκεκριμένης παρατήρησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη με την απλή αναγνώριση της παρουσίας ενός γνωστού προσώπου. Ο ΜΚ3 δεν διευκρίνισε από ποια απόσταση ή υπό ποιο φωτισμό είδε το άνοιγμα του αντικειμένου, και το περιστατικό ήταν ταχύ. Ο ΜΚ2 δεν περιέγραψε την πράξη αυτή. Η ομοιότητα με όσα αναφέρονται στη γραπτή κατάθεση του Φρίξου δεν προσθέτει αυτοτελές βάρος στην αξιολόγηση, αφού ο Φρίξος δεν κατέθεσε, δεν υιοθέτησε την κατάθεσή του και δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Επομένως, η συγκεκριμένη λεπτομέρεια παραμένει ουσιαστικά εξαρτημένη από την ακρίβεια της παρατήρησης του ίδιου του ΜΚ3.
Μετά την εμφάνιση των 10-15 προσώπων και τη χρήση αερίου, η αξιοπιστία του ΜΚ3 ως προς λεπτομερείς πράξεις ή ταυτοποιήσεις μειώνεται αισθητά. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να δει ή να αναπνεύσει και, ακολούθως, ότι δεν έβλεπε καλά. Η παραδοχή αυτή είναι ένδειξη ειλικρίνειας, επειδή δεν επιχείρησε να παρουσιάσει απεριόριστη δυνατότητα παρατήρησης. Ταυτόχρονα, οριοθετεί αυστηρά και όσα μπορούσε να αντιληφθεί με ασφάλεια κατά το χαοτικό εκείνο διάστημα. Η ιατρικά διαπιστωμένη ερυθρότητα και δακρύρροια των οφθαλμών μετά από σπρέι είναι συμβατή με τον περιορισμό που ο ίδιος περιέγραψε. Η συμβατότητα αυτή ενισχύει τη γενική αξιοπιστία του ως προς την επίδραση του αερίου, όχι, όμως, την ακρίβεια μεταγενέστερων οπτικών παρατηρήσεων.
Η μαρτυρία του ΜΚ2 συμπίπτει με εκείνην του ΜΚ3 ως προς τη μετάβαση στο σημείο, την παρουσία προσώπου που γνώριζαν ως «Δημήτρη», την αιφνίδια εμφάνιση πολυάριθμης ομάδας, τη χρήση ουσίας στο πρόσωπο και τον τραυματισμό του ΜΚ2. Η σύμπτωση αυτή προσδίδει συνοχή στον βασικό κορμό της αφήγησης του ΜΚ3. Δεν επιβεβαιώνει, όμως, κάθε επιμέρους πράξη που απέδωσε σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο ΜΚ2 δεν θυμόταν να τον κτύπησε ο Κατηγορούμενος 1 και δεν ανέφερε ότι τον είδε να ανοίγει ή να κρατά ρόπαλο. Υπάρχει, επίσης, απόκλιση ως προς την κάλυψη των προσώπων, ο ΜΚ3 περιέγραψε σχεδόν όλους με κουκούλες, ενώ ο ΜΚ2 νόμιζε ότι τα πρόσωπα που τον πλησίασαν δεν φορούσαν κουκούλες. Η απόκλιση μπορεί εύλογα να συνδέεται με το σκοτάδι, την ταχύτητα, το σπρέι και τη διαφορετική θέση των δύο μαρτύρων, αλλά καταδεικνύει ότι και οι λεπτομέρειες της οπτικής τους αντίληψης δεν ήταν απολύτως σταθερές.
Πολύ μεγαλύτερη επιφύλαξη απαιτεί η μεταγενέστερη ταυτοποίηση του Κατηγορουμένου 2. Στην πρώτη κατάθεση ο ΜΚ3 δεν τον κατονόμασε. Αναφέρθηκε αφενός σε έναν «ψηλό» που στεκόταν δίπλα στον Κατηγορούμενο 1 και αφετέρου σε ένα ακάλυπτο πρόσωπο ανάμεσα στην ομάδα, δηλώνοντας ότι θα μπορούσε να αναγνωρίσει τα δύο αυτά πρόσωπα. Δεν έδωσε, όμως, λεπτομερή περιγραφή προσώπου, ενδυμασίας ή ιδιαίτερων χαρακτηριστικών. Η κατονομασία του Κατηγορουμένου 2 στο Τ21 ακολούθησε αυτοκατευθυνόμενη αναζήτηση φωτογραφιών και βίντεο στο διαδίκτυο. Ο ΜΚ3 παρακολουθούσε υλικό με συγκεκριμένο σκοπό να εντοπίσει πρόσωπα που θεωρούσε ότι συμμετείχαν στο επεισόδιο και αναγνώρισε, σε βίντεο του YouTube, τον Κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο που δεν φορούσε κουκούλα. Η μέθοδος αυτή είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε επιβεβαιωτική προκατάληψη, επανειλημμένη έκθεση και ασυνείδητη αντικατάσταση της αρχικής εικόνας από τη μεταγενέστερη διαδικτυακή εικόνα. Δεν καταγράφηκαν οι όροι της αναζήτησης, το υλικό που είδε προηγουμένως, ο χρόνος και η διάρκεια θέασης ή ο τρόπος με τον οποίο κατέληξε στο όνομα. Το βίντεο δεν παραδόθηκε ούτε εντοπίστηκε, ώστε να εξεταστούν η αυθεντικότητα, η ποιότητα της εικόνας και οι συνθήκες της υποτιθέμενης αναγνώρισης. Δεν ακολούθησε ελεγχόμενη αναγνωριστική διαδικασία. Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν συνειδητή ψευδολογία· υποδεικνύουν, όμως, ότι η ειλικρινής πεποίθησή του μπορούσε να διαμορφωθεί ή να ενισχυθεί από μη ελεγχόμενη μεταγενέστερη πληροφόρηση.
Το πολιτικό υπόβαθρο απαιτεί προσεκτική συνεκτίμηση. Ο ΜΚ3 είχε υπάρξει ιδρυτικό στέλεχος του ΕΛΑΜ και αργότερα μετακινήθηκε σε άλλο πολιτικό χώρο. Γνώριζε πρόσωπα και δραστηριότητες του κόμματος και, από την αρχή, ερμήνευσε το επεισόδιο μέσα στο πλαίσιο της προηγηθείσας πολιτικής αντιπαράθεσης. Η γνώση αυτή μπορούσε να τον βοηθήσει να αναγνωρίσει πρόσωπο που πράγματι γνώριζε. Μπορούσε, όμως, και να δημιουργήσει και προδιάθεση να αναζητήσει τους δράστες σε συγκεκριμένο πολιτικό περιβάλλον, ή σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ιδίως όταν άρχισε να εξετάζει διαδικτυακό υλικό για να εντοπίσει πρόσθετα πρόσωπα. Δεν προκύπτει συγκεκριμένο στοιχείο που να δικαιολογεί χαρακτηρισμό του ως εκδικητικού ή κατασκευασμένου μάρτυρα. Η πιθανότητα επιρροής αφορά κυρίως την ακρίβεια της ερμηνείας και των μεταγενέστερων ταυτοποιήσεων, όχι την προσωπική του εντιμότητα.
Η αναφορά του ΜΚ3 ότι, μετά το συμβάν, επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 1 και του είπε ότι «εν θα μείνει δαμέ η κουβέντα» φανερώνει τη δική του άμεση βεβαιότητα για την ταυτότητα του προσώπου που θεωρούσε εμπλεκόμενο. Δεν αναφέρθηκε βεβαίως και οποιαδήποτε απάντηση ή αντίδραση του συνομιλητή και η επικοινωνία δεν επιβεβαιώθηκε τηλεπικοινωνιακά. Η αναφορά αυτή έχει, επομένως, σημασία κυρίως για τη συνέπεια της υποκειμενικής πεποίθησης του ΜΚ3, και όχι ως ανεξάρτητος έλεγχος της ορθότητάς της.
Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ3 δήλωσε ότι, λόγω της παρέλευσης πολλών ετών, δεν θυμόταν αν τα πρόσωπα στο Δικαστήριο ήταν εκείνα που ανέφερε στις καταθέσεις του. Η παραδοχή είναι ευθεία και δεν εμφανίζει προσπάθεια να προσαρμόσει τη σημερινή μνήμη του στις παλαιότερες καταθέσεις. Ενισχύει, υπό αυτή την έννοια, την προσωπική του ειλικρίνεια. Είχε, όμως, και τη χροιά της απροθυμίας του να ασχοληθεί με τα συγκεκριμένα πρόσωπα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον ο έντονος τρόπος με τον οποίον επικαλέστηκε γενικά απουσία μνήμης και μεταβολές στην προσωπική του καθημερινότητα, πέρα από παράπονο για την καθυστέρηση στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κάλυπτε και τη διάσταση του ότι έγινε ολόκληρη ενέδρα εναντίον του ΜΚ2, και ενώπιον του Δικαστήριο ήταν δύο άτομα, αυτά που κατονομάστηκαν για να δοθεί μία αρχή στην έρευνα, στα στοιχεία των οποίων αρκέστηκε η αστυνομία, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση, τοποθετώντας όλο το αποδεικτικό βάρος στη δική τους εντύπωση και αρχική κατάθεση. Παράλληλα, και η στάση του ΜΚ3, όπως και του ΜΚ2, αλλά με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετική έκταση, στερεί από την προφορική μαρτυρία μια σημερινή, αυτοτελή επιβεβαίωση των ταυτοποιήσεων και των επιμέρους λεπτομερειών του επεισοδίου, και περιορίζει τη δυνατότητα να ελεγχθεί η διατήρηση της αρχικής οπτικής μνήμης. Η επίδραση είναι μικρότερη ως προς τον Κατηγορούμενο 1, τον οποίο είχε κατονομάσει αμέσως ως ήδη γνωστό του, έστω με τον ασαφή τόπο που προαναφέρθηκε, και πολύ εντονότερη ως προς τον Κατηγορούμενο 2, του οποίου η ταυτότητα προέκυψε αργότερα, ξεκάθαρα, μέσω διαδικτυακής αναζήτησης.
Συνολικά, ο ΜΚ3 παρουσιάζει στοιχεία μάρτυρα που βίωσε το επεισόδιο, κατήγγειλε άμεσα όσα πίστευε ότι αντιλήφθηκε και ήταν πρόθυμος να αναγνωρίσει τα όρια της μνήμης και της όρασής του, κατά τον αρχικό χρόνο, με τη βοήθεια του ανακριτικού έργου. Η αξιοπιστία του είναι ισχυρότερη ως προς τον βασικό κορμό της παρουσίας του στο περιστατικό και ως προς την άμεση πεποίθησή του ότι αναγνώρισε στον χώρο τον Κατηγορούμενο 1, επειδή επικαλέστηκε προϋπάρχουσα γνωριμία και τον κατονόμασε χωρίς καθυστέρηση. Η αξιοπιστία αυτή παραμένει επιφυλακτική λόγω των δυσμενών συνθηκών παρατήρησης, της προηγούμενης προσδοκίας ότι θα συναντούσαν το συγκεκριμένο πρόσωπο και της απουσίας ουδέτερου ελέγχου της αναγνώρισης. Είναι περισσότερο περιορισμένη ως προς την ακριβή πράξη με το «πτυσσόμενο ρόπαλο» και γενικά ως προς λεπτομερείς πράξεις μετά την εκδήλωση της επίθεσης. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, η αξιοπιστία της ταυτοποίησης είναι ουσιωδώς ασθενέστερη, εφόσον δεν υπήρξε άμεση κατονομασία, η αρχική περιγραφή ήταν γενική και αμφίσημη, η αναγνώριση προέκυψε από μη ελεγχόμενη διαδικτυακή αναζήτηση, το υλικό δεν διασώθηκε και ο ΜΚ3 δεν μπόρεσε να τον αναγνωρίσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του, τέλος, δεν περιέχει σαφή προσωπική παρατήρηση συγκεκριμένης επιθετικής πράξης του Κατηγορουμένου 2.
Φρίξος Λεωνίδου
Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του Φρίξου Λεωνίδου ημερομηνίας 17.12.2020, Τ22. Στο Τ22, ο Λεωνίδου ανέφερε πως την 16.12.2020, περί ώρα 18:30, ενώ μιλούσαν με τον Χριστοδούλου στον σύλλογο, για εργασίες ανακαίνισης, μετέβη στο σημείο ο Λιασίδης, απλός γνωστός του, και κάλεσε τον Χριστοδούλου για να του πει κάτι. Μετά από 2-3 λεπτά, ο Χριστοδούλου του ανέφερε ότι θα πήγαινε κάπου 5 λεπτά με τον Λιασίδη, ο ίδιος επειδή δεν είχε κάτι να κάνει, ρώτησε πού θα πήγαιναν και ο Χριστοδούλου του είπε αν θέλει να τον ακολουθήσει. Όταν ρώτησε ξανά πού πήγαιναν, ο Χριστοδούλου του είπε πως ο Λιασίδης είχε μία παρεξήγηση με ένα παιδί και θα συναντιούνταν στο κάστρο για να μιλήσουν, να λυθεί το θέμα. Όταν έφτασαν, είδε δύο άτομα να στέκονται, τα οποία περιέγραψε, τον έναν ως «κοντό» και τον άλλο ως «ψηλό». Όταν πλησίασαν τα άτομα αυτά ο ίδιος και ο Χριστοδούλου, ο «κοντός» έβγαλε ένα πτυσσόμενο ρόπαλο, προτάσσοντάς το εναντίον του και ρωτώντας τον φωναχτά «είσαι ο Λιασίδης;». Ο Λεωνίδου αμέσως τον άρπαξε από τα χέρια, για να μην τον κτυπήσει. Όταν πλησίασε και ο Λιασίδης, ο «ψηλός» φώναξε ότι εκείνος ήταν ο Λιασίδης, και άρπαξε τον Λιασίδη, κτυπώντας τον με μπουνιές. Ο Χριστοδούλου έκανε κίνηση για να εμποδίσει τον «ψηλό», αλλά τότε άλλα 10-15 άτομα εμφανίστηκαν επιθετικά, τρέχοντας και κρατώντας ρόπαλα, κάποιοι με καλυμμένα πρόσωπα, σκούρα ρούχα. Ένας εξ αυτών κρατούσε ένα αντικείμενα, σαν πυροσβεστήρα, και εκτόξευε αέριο κατά πάνω τους, που τους έκαψε το πρόσωπο και τα μάτια. Ο όχλος κινήθηκε πάνω στον Λιασίδη και τον κτυπούσαν με τα ρόπαλα, τα χέρια και τα πόδια τους. Ο ίδιος συνέχισε να κρατά τον «κοντό», βρήκε την ευκαιρία, τον έσπρωξε και διέφυγε, είδε τον Χριστοδούλου να έρχεται προς το μέρος του με το αυτοκίνητο, κάποια άτομα κτυπούσαν και το αυτοκίνητο με ρόπαλα, κατάφερε να μπει μέσα και απομακρύνθηκαν. Ο Χριστοδούλου είπε στον Λεωνίδου να πάνε πίσω να βρουν τον Λιασίδη αλλά ο Λεωνίδου δεν ανέπνεε καλά και έκαιγαν τα μάτια του, είπε στον Χριστοδούλου να τον πάρει πίσω στον σύλλογο, όπως και έγινε. Κατέβηκε και ο Χριστοδούλου, ο οποίος μίλησε τηλεφωνικώς με τον Λιασίδη, λέγοντάς του μετέπειτα πως κάπου ήταν ο Λιασίδης βαριά τραυματισμένος. Ο Λεωνίδου έφυγε από το μέρος και πήγε στο σπίτι του. Οι δύο άνδρες που στέκονταν στο μέρος αρχικά δεν είχαν αυτοκίνητο κοντά τους, ήταν νύχτα, χωρίς καλό φωτισμό στο μέρος. Αν τους δει, ανέφερε, θα μπορούσε να τους αναγνωρίσει, παρόλο που ένας φορούσε χειρουργική μάσκα.
Η γραπτή κατάθεση του Λεωνίδου κατατέθηκε εκ συμφώνου ως έγγραφο το οποίο υφίσταται και το οποίο λήφθηκε από την Αστυνομία κατά το ανακριτικό στάδιο. Η συμφωνία των μερών δεν επεκτάθηκε στην αλήθεια του περιεχομένου της. Ο Λεωνίδου δεν κλήθηκε ως μάρτυρας, δεν υιοθέτησε την κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το περιεχόμενο της κατάθεσής του δεν αποτελεί ουσιαστική μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων που περιγράφονται σε αυτήν. Δεν μπορεί, επομένως, να χρησιμοποιηθεί για να αποδειχθεί ότι ένας από τους δύο άνδρες έφερε ή άνοιξε πτυσσόμενο ρόπαλο, ότι το πρόταξε προς τον Λεωνίδου ή ότι ο τελευταίος τον συγκράτησε από τα χέρια. Ούτε μπορεί η κατάθεση να χρησιμοποιηθεί ως ανεξάρτητη επιβεβαίωση ή ενίσχυση της μαρτυρίας του ΜΚ3. Το γεγονός ότι δύο γραπτές καταθέσεις περιέχουν παρόμοιες αναφορές δεν συνιστά επιβεβαίωση, όταν η μία από αυτές δεν έχει κατατεθεί για την αλήθεια του περιεχομένου της. Η αποδεικτική χρήση της κατάθεσης του Λεωνίδου περιορίζεται, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, στο ότι το συγκεκριμένο έγγραφο υφίσταται και λήφθηκε κατά το ανακριτικό στάδιο. Δεν εξάγεται από αυτήν οποιοδήποτε πραγματικό εύρημα για την εξέλιξη του επίδικου επεισοδίου.
Παρεμβάλλεται ότι στις λεπτομέρειες των κατηγοριών δεν αναφέρεται ως παραπονούμενο πρόσωπο ο Φρίξος Λεωνίδου, αλλά άλλο πρόσωπο, με μικρό όνομα Φρίξος. Περαιτέρω ενασχόληση με αυτό το σημείο θα υπάρξει στη συνέχεια, εάν χρειαστεί.
Ιατρικές εκθέσεις
Εκ συμφώνου κατατέθηκαν και οι ιατρικές εκθέσεις αναφορικά με τον ΜΚ2 και τον ΜΚ3, ως Τ23 και Τ24, αντίστοιχα, και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό τους αληθεύει, ότι δηλαδή ο ΜΚ2 εξετάστηκε ιατρικά σε άγνωστο χρόνο, μετά από αναφερόμενη επίθεση την 16.12.2020, και διαγνώστηκε με κεφαλοαιμάτωμα περιοχής μετώπου, με εκδορές στο μέτωπο και στα χέρια, εκχυμώσεις στον δεξί αγκώνα, και έγινε εισαγωγή του στο χειρουργείο, και ότι ο ΜΚ3 επίσης εξετάστηκε ιατρικά σε άγνωστο χρόνο, μετά από αναφερόμενη επίθεση την 16.12.2020, και διαπιστώθηκε ερυθρότητα και δακρύρροια οφθαλμών μετά από σπρέι, όπου έγινε πλύση. Εκ συμφώνου κατατέθηκε περαιτέρω ιατρικό έγγραφο αναφορικά με τον ΜΚ2, ημερομηνίας 19.12.2020, μη ευκρινές, που αναφέρεται σε οδηγίες σχετικά με την αντιμετώπιση της κάκωσης της κεφαλής.
Ευρήματα
Από την αποδεκτή μαρτυρία και όσα συνομολογούνται, προκύπτουν τα εξής ευρήματα γεγονότων: Ο ΜΚ2, Ανδρέας Λιασίδης, είχε κατά το παρελθόν συνδεθεί με το πολιτικό κόμμα ΕΛΑΜ, από το οποίο αποχώρησε. Ο ΜΚ3, Μιχάλης Χριστοδούλου, υπήρξε επίσης κατά το παρελθόν στέλεχος του ίδιου πολιτικού χώρου και γνώριζε πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν σε αυτόν. Την 15.12.2020 ο ΜΚ2 προέβη, μέσω του Facebook, σε σχόλιο επικριτικό προς τη στάση του ΕΛΑΜ σε σχέση με την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού. Ακολούθησε διαδικτυακή αντιπαράθεση και επικοινωνία μέσω Messenger με πρόσωπο το οποίο ο ΜΚ2 γνώριζε ως «Δημήτρη», άλλως «μόνιμο», και το οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο 1. Στο πλαίσιο της επικοινωνίας αυτής συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί συνάντηση την επομένη ημέρα. Αρχικά αναφέρθηκε ως τόπος συνάντησης το Τσίρειο Στάδιο και, στη συνέχεια, κατόπιν συνεννόησης, η συνάντηση μεταφέρθηκε σε χώρο κοντά στο κάστρο του Κολοσσίου. Ο ΜΚ2 ενημέρωσε τον ΜΚ3 για την προγραμματισμένη συνάντηση. Ο ΜΚ3 τον συμβούλευσε να μην μεταβεί μόνος του. Ο ΜΚ2 πέρασε προηγουμένως από σύλλογο στο Κολόσσι, όπου βρισκόταν ο ΜΚ3 μαζί με τον Φρίξο Λεωνίδου. Ακολούθως, ο ΜΚ2 κατευθύνθηκε προς τον συμφωνημένο χώρο με το δικό του όχημα, ενώ ο ΜΚ3 και ο Λεωνίδου τον ακολούθησαν με άλλο όχημα. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε την 16.12.2020, περί τις 19:00, σε ανοικτό υπαίθριο χώρο κοντά στο κάστρο του Κολοσσίου. Ήταν ήδη νύχτα και στον χώρο δεν υπήρχε επαρκής οδικός φωτισμός. Κατά την άφιξή τους βρίσκονταν στον χώρο πρόσωπο, που αναγνωρίστηκε από τους ΜΚ2 και ΜΚ3 ως ο Κατηγορούμενος 1, και ακόμη ένας άνδρας, η ταυτότητα του οποίου δεν ήταν γνωστή, και κατονομάστηκε από τον ΜΚ3 σε κατοπινό στάδιο ως ο Κατηγορούμενος 2, μετά από έρευνα στο διαδίκτυο. Ο Κατηγορούμενος 1 ήταν πρόσωπο το οποίο τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο ΜΚ3 γνώριζαν προηγουμένως εμφανισιακά από δραστηριότητες ή συναντήσεις που σχετίζονταν με το ΕΛΑΜ ή από διαδικτυακή παρουσία και δράση, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες του βαθμού γνωριμίας και χρονισμού, σε πραγματικό χρόνο. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα εμφανίστηκε στον χώρο ομάδα περίπου 10 έως 15 προσώπων, τα οποία κινήθηκαν προς τον ΜΚ2, τον ΜΚ3 και τον Λεωνίδου. Ορισμένα από τα πρόσωπα της ομάδας είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους και αρκετά έφεραν αντικείμενα που έμοιαζαν με ρόπαλα. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου χρησιμοποιήθηκε εναντίον του ΜΚ3 και των άλλων παρευρισκομένων ουσία σε μορφή σπρέι ή αερίου. Η ουσία προκάλεσε στον ΜΚ3 άμεσο ερεθισμό των ματιών, δακρύρροια και δυσχέρεια στην όραση και στην αναπνοή. Λόγω της επίδρασής της, η δυνατότητά του να παρακολουθεί λεπτομερώς όσα συνέβαιναν στη συνέχεια περιορίστηκε ουσιωδώς. Αντίστοιχη ουσία εκτοξεύθηκε στο πρόσωπο του ΜΚ2. Ο ΜΚ2 αποπροσανατολίστηκε και η δυνατότητά του να αντιληφθεί και να ανακαλέσει την ακριβή συνέχεια του περιστατικού επηρεάστηκε. Δεν καθορίζεται με ασφάλεια η ακριβής χρονική στιγμή κατά την οποία απώλεσε τις αισθήσεις του ή το πλήρες διάστημα για το οποίο δεν είχε καθαρή αντίληψη. Ο ΜΚ2 δέχθηκε επίθεση και πολλαπλά κτυπήματα από πρόσωπα της ομάδας. Δεν καθορίζεται από την αποδεκτή μαρτυρία ποιο συγκεκριμένο πρόσωπο επέφερε κάθε κτύπημα ούτε με ποιο ακριβώς αντικείμενο προκλήθηκε καθεμία από τις κακώσεις του. Ο ΜΚ3 και ο Λεωνίδου κατάφεραν να απομακρυνθούν προσωρινά από τον χώρο με το όχημα του ΜΚ3. Αφού μετέβησαν σε μικρή απόσταση και στη συνέχεια επέστρεψαν προς τον σύλλογο, ο ΜΚ3 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ΜΚ2. Από την επικοινωνία αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ2 βρισκόταν ακόμη στην περιοχή, ήταν αποπροσανατολισμένος και δεν αισθανόταν καλά. Ο ΜΚ3 επέστρεψε στον χώρο του επεισοδίου και εντόπισε τον ΜΚ2 στο έδαφος, δίπλα από το όχημά του. Ο ΜΚ2 ήταν τραυματισμένος, έφερε αίματα και εμφανές πρήξιμο στο πρόσωπο. Κατά τον χρόνο εκείνο δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο στον χώρο. Ο ΜΚ3 τον βοήθησε να εισέλθει στο όχημά του και τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο ΜΚ2 εξετάστηκε ιατρικά μετά το επεισόδιο. Διαγνώστηκε με κεφαλοαιμάτωμα στην περιοχή του μετώπου, εκδορές στο μέτωπο και στα χέρια και εκχυμώσεις στον δεξιό αγκώνα. Έγινε εισαγωγή του στο χειρουργείο. Δεν προκύπτει από τα ιατρικά έγγραφα τραύμα από μαχαίρι. Ο ΜΚ3 εξετάστηκε επίσης ιατρικά. Διαπιστώθηκαν ερυθρότητα και δακρύρροια των οφθαλμών μετά από έκθεση σε σπρέι και έγινε πλύση των ματιών του. Περί ώρα 19:30 της 16.12.2020, ο ΜΚ3 επικοινώνησε με τον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής και κατήγγειλε το περιστατικό. Αργότερα την ίδια νύχτα υπέδειξε στην Αστυνομία τον χώρο στον οποίο είχε συμβεί το επεισόδιο και στον οποίο παρέμενε σταθμευμένο το όχημα του ΜΚ2. Η σκηνή τέθηκε υπό αστυνομική φρούρηση από τις 23:00 της 16.12.2020 μέχρι την εξέτασή της το επόμενο πρωί. Κατά την εξέταση της σκηνής συλλέχθηκε μία σιδερογροθιά και λήφθηκαν δειγματοληψίες από διάφορα σημεία. Τα αντικείμενα και τα δείγματα συσκευάστηκαν, σφραγίστηκαν και διαβιβάστηκαν για επιστημονική εξέταση. Από τις επιστημονικές εξετάσεις δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 1 ή τον Κατηγορούμενο 2 με τη σιδερογροθιά, τις δειγματοληψίες ή τα λοιπά τεκμήρια που παραλήφθηκαν από τη σκηνή. Δεν καθορίζεται ότι η σιδερογροθιά χρησιμοποιήθηκε κατά το επεισόδιο ή ότι ανήκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Κατά την έρευνα που διενεργήθηκε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, περίπου δώδεκα ώρες μετά το επεισόδιο, δεν εντοπίστηκε στην κατοχή του οποιοδήποτε σχετικό αντικείμενο ή άλλο τεκμήριο. Κατά την έρευνα που αργότερα διενεργήθηκε, με τη συγκατάθεση του Κατηγορουμένου 2, στην οικία και στο όχημά του, επίσης δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε σχετικό. Στο πλαίσιο της αστυνομικής διερεύνησης δεν εξασφαλίστηκαν τα ηλεκτρονικά δεδομένα από το Facebook ή το Messenger ούτε τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα των εμπλεκομένων προσώπων. Δεν εντοπίστηκε ούτε παραλήφθηκε το βίντεο του YouTube στο οποίο αναφέρθηκε μεταγενέστερα ο ΜΚ3. Δεν πραγματοποιήθηκε αναγνωριστική παράταξη για οποιονδήποτε από τους δύο Κατηγορουμένους. Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, δεν καθορίζεται από την αποδεκτή μαρτυρία η ταυτότητα των λοιπών προσώπων της ομάδας, η επιμέρους ενέργεια καθενός από αυτά ή η ταυτότητα του προσώπου που χρησιμοποίησε το σπρέι. Δεν καθορίζεται, επίσης, συγκεκριμένο κτύπημα ή άλλη επιθετική πράξη του Κατηγορουμένου 1 ούτε οποιαδήποτε παρουσία ή συγκεκριμένη πράξη του Κατηγορουμένου 2 κατά το επεισόδιο.
Νομικές πτυχές
Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
Παρεμβάλλεται, επίσης, πως η περιστατική μαρτυρία συνιστά μορφή έμμεσης απόδειξης. Είναι μαρτυρία σχετικών γεγονότων, από τα οποία συνάγεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία άλλων γεγονότων, σχετικών με τα θέματα που πρέπει να αποφασιστούν. Συχνά, είναι αδύνατον να υπάρξει άμεση μαρτυρία, εφόσον τα ποινικά αδικήματα δυνατόν ή είθισται να διαπράττονται κρυφά. Δεν είναι μαρτυρία υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας και μπορεί να οδηγήσει και μόνη της σε καταδίκη[6]. Τα γεγονότα που αποδεικνύονται και τη συγκροτούν, και τη συνθέτουν ουσιαστικά, θα πρέπει να έχουν λογική συνοχή και συνέχεια στη ροή και τον ειρμό, ώστε αποδεικτικά να οδηγούν σε συμπέρασμα ενοχής, με τρόπο αναπόδραστο και κατ’ επέκταση πειστικό. Όπου τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας είναι αρκούντως πειστικά και δεν προσφέρεται οποιαδήποτε αντίθετη, ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής[7]. Όταν ο Κατηγορούμενος προσφέρει εξήγηση που σχετίζεται με την αθωότητά του, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί ότι είναι λογική και αληθής. Σχετικά με την περιστατική μαρτυρία και την αποδεικτική της αξίας αναφέρονται στο σύγγραμμα των Ηλιάδης & Σάντης (2016)[8], όπως και αναφορές σχετικές με τη μαρτυρία αναγνώρισης, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας γενετικού υλικού ως περιστατικής μαρτυρίας.
Τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος είναι εκείνα που απορρέουν από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το φως της σχετικής νομολογίας και των γενικών αρχών του ποινικού δικαίου.
Σύμφωνα με τα άρθρα 70 και 72 ΠΚ:
70. Παράνομη είναι η συνάθροιση πέντε ή περισσότερων προσώπων συναθροισμένων με πρόθεση να διαπράξουν κάποιο ποινικό αδίκημα, ή τα οποία συναθροίστηκαν με πρόθεση να εκτελέσουν κάποιο κοινό σκοπό, συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο που διεγείρει στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή εύλογο φόβο ότι συναθροίστηκαν με αυτό τον τρόπο με σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη ή ότι με τέτοια συνάθροιση άσκοπα και χωρίς επαρκή λόγο προκαλούν άλλα πρόσωπα σε διασάλευση της ειρήνης.
Η συνάθροιση είναι παράνομη και αν ακόμη άρχισε αυτή ως νόμιμη, αν οι συμμετέχοντες σε αυτή που συναθροίστηκαν συμπεριφέρονται για κοινό σκοπό σύμφωνα με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω.
Όταν η παράνομη συνάθροιση άρχισε να επιτελεί το σκοπό είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής φύσης, για τον οποίο συναθροίστηκε, για διασάλευση της ειρήνης και προς τρόμο του κοινού, η συνάθροιση χαρακτηρίζεται ως οχλαγωγία, αυτοί που συναθροίστηκαν θεωρούνται ότι συναθροίστηκαν οχλαγωγικά.
72. Όποιος συμμετέχει σε οχλαγωγία είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.
Η οχλαγωγία συνιστά εξελιγμένη και βαρύτερη μορφή παράνομης συνάθροισης[9]. Απαιτείται η απόδειξη σωρευτικά των ακόλουθων στοιχείων:
(α) Υφιστάμενη παράνομη συνάθροιση τουλάχιστον πέντε προσώπων.
(β) Η συνάθροιση να έχει αρχίσει να εκτελεί τον σκοπό για τον οποίο συγκροτήθηκε. Δεν αρκεί πλέον η πρόθεση, η προετοιμασία ή ο φόβος ότι κάτι θα συμβεί.
(γ) Η εκτέλεση του σκοπού να γίνεται με πραγματική διασάλευση της ειρήνης.
(δ) Η συμπεριφορά να προκαλεί τρόμο στο κοινό. Η διασάλευση της ειρήνης και ο τρόμος του κοινού τίθενται από το άρθρο σωρευτικά.
(ε) Ο κατηγορούμενος να συμμετέχει εκούσια και ενσυνείδητα στην οχλαγωγία, δηλαδή στην παράνομη συνάθροιση κατά το στάδιο που αυτή έχει ήδη αρχίσει να εκτελεί τον σκοπό της, με διασάλευση της ειρήνης και τρόμο του κοινού.
Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι κάθε κατηγορούμενος προκάλεσε προσωπικά ζημιά ή άσκησε βία. Πρέπει, όμως, να αποδειχθεί ουσιαστική συμμετοχή του στη συλλογική οχλαγωγική δράση. Συναφώς, η τυχαία ή παθητική παρουσία, δεν εξισώνεται αυτομάτως με συμμετοχή.
Σύμφωνα με το άρθρο 80 ΠΚ:
80. Όποιος δημόσια και χωρίς νόμιμη αιτία μεταφέρει επιθετικό όπλο ή όργανο με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, και τα όπλα του ή όργανα κατάσχονται.
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) Μεταφορά όπλου ή οργάνου. Ο κατηγορούμενος πρέπει να μεταφέρει ή να φέρει μαζί του το αντικείμενο. Δεν αρκεί η κυριότητα ή η απλή γνώση ότι το αντικείμενο υπάρχει κάπου, αλλά απαιτείται πραγματική σύνδεση του κατηγορουμένου με τη μεταφορά του.
(β) Το αντικείμενο να αποτελεί «επιθετικό όπλο ή όργανο». Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να προσδιορίσει το αντικείμενο και να αποδείξει τον επιθετικό χαρακτήρα του. Ως καθοδηγητικός ορισμός, ο περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμος ορίζει ως «επιθετικό όπλο» αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Το άρθρο 80 αναφέρεται, όμως, όχι μόνο σε «όπλο» αλλά και σε «όργανο». Επομένως μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να καλύπτει και αντικείμενο καθημερινής χρήσης, όταν αυτό μεταφέρεται ή επιδεικνύεται ως μέσο επίθεσης ή εκφοβισμού. Κρίσιμα είναι η φύση και τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου, τυχόν μετατροπές του, ο τρόπος που το κρατούσε ή το επέδειξε ο κατηγορούμενος, τα λόγια ή οι κινήσεις που συνόδευαν τη μεταφορά του, το συνολικό περιστατικό.
(γ) Η μεταφορά να γίνεται δημόσια. Η πράξη πρέπει να έχει δημόσιο χαρακτήρα. Δεν αρκεί η κατοχή του αντικειμένου αποκλειστικά σε ιδιωτικό χώρο και χωρίς έκθεσή του σε άλλους. Η έννοια καλύπτει κατ’ αρχήν τη μεταφορά σε δημόσιο χώρο ή κατά τρόπο ορατό ή αντιληπτό από άλλα πρόσωπα. Το ακριβές πλαίσιο κρίνεται από τον τόπο και τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης.
(δ) Απουσία νόμιμης αιτίας. Η μεταφορά πρέπει να γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία. Νόμιμη αιτία μπορεί, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, να αφορά νόμιμη επαγγελματική χρήση, μεταφορά για επισκευή ή άλλη θεμιτή χρήση, εκτέλεση νόμιμου υπηρεσιακού καθήκοντος, άλλη πραγματική και νόμιμη εξήγηση για τη μεταφορά. Δεν αρκεί, όμως, να υπάρχει γενικά ένας νόμιμος λόγος κατοχής του αντικειμένου. Η εξήγηση πρέπει να συνδέεται και με τον συγκεκριμένο τρόπο, τόπο και χρόνο μεταφοράς του. Για παράδειγμα, η επαγγελματική χρήση ενός εργαλείου δεν δικαιολογεί αυτομάτως την απειλητική επίδειξή του.
(ε) Ιδιαίτερος τρόπος μεταφοράς. Δεν αρκεί η απλή δημόσια μεταφορά του αντικειμένου. Το όπλο ή όργανο πρέπει να μεταφέρεται «με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο». Επομένως, πρέπει να αποδειχθεί συγκεκριμένη συμπεριφορά, όπως ενδεικτικά απειλητική επίδειξη ή ανύψωση του όπλου, κίνηση προς άλλο πρόσωπο, κράτησή του σε θέση άμεσης χρήσης, συνδυασμός της μεταφοράς με απειλές ή επιθετικές κινήσεις. Η απλή ύπαρξη ενός αντικειμενικά επικίνδυνου αντικειμένου, ιδίως όταν είναι καλυμμένο και κανένας δεν το αντιλαμβάνεται, δεν αρκεί από μόνη της για το συγκεκριμένο άρθρο.
(στ) Πρόκληση τρόμου σε άλλο πρόσωπο. Απαιτείται να προκληθεί τρόμος σε τουλάχιστον ένα άλλο πρόσωπο. Με βάση τη διατύπωση του άρθρου, δεν αρκεί μόνο το ενδεχόμενο ή η αφηρημένη δυνατότητα πρόκλησης φόβου, αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο τρόπος μεταφοράς πράγματι προκάλεσε τρόμο. Χρειάζεται επίσης αιτιώδης σύνδεσμος. Ο τρόμος πρέπει να προκλήθηκε από τον τρόπο με τον οποίο μεταφερόταν ή επιδεικνυόταν το όπλο ή όργανο. Η μαρτυρία του προσώπου που φοβήθηκε είναι ιδιαίτερα σημαντική, αλλά το Δικαστήριο εξετάζει και αντικειμενικά τις περιστάσεις για να κρίνει κατά πόσο ο ισχυρισμός περί τρόμου είναι αξιόπιστος.
(ζ) Ως υποκειμενικό στοιχείο, η μεταφορά πρέπει να είναι εκούσια και ενσυνείδητη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι φέρει το συγκεκριμένο αντικείμενο και να το μεταφέρει με τον τρόπο που αποδείχθηκε. Από το γράμμα του άρθρου δεν προκύπτει ότι απαιτείται ειδική πρόθεση να τρομοκρατηθεί το άλλο πρόσωπο. Απαιτείται, όμως, εκούσια συμπεριφορά και πραγματική πρόκληση τρόμου. Η τυχαία έκθεση του αντικειμένου ή μια εντελώς ακούσια κίνηση μπορεί να αποκλείσει το αναγκαίο υποκειμενικό στοιχείο.
Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί πραγματικά το όπλο, να προκληθεί σωματική βλάβη, να εκτοξευθεί ρητή λεκτική απειλή, να ανήκει το αντικείμενο στον κατηγορούμενο. Η απειλητική συμπεριφορά μπορεί να προκύπτει από τον συνολικό τρόπο μεταφοράς ή επίδειξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 242 ΠΚ:
242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμα και με απερισκεψία (recklessly) και μπορεί να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του, οποιασδήποτε μορφής[10]. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν να ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξή του, προβαίνει στις ενέργειες του[11].
Σύμφωνα με το άρθρο 243(1) ΠΚ:
243.-(1) Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.
Η επίθεση έχει την έννοια που αναφέρθηκε προηγουμένως. «Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή, κατά την ερμηνευτική διάταξη. Πρόσθετα, θα πρέπει να αποδειχθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επίθεσης και της προκληθείσας σωματικής βλάβης.
Σύμφωνα με το άρθρο 372 ΠΚ:
372. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος.
Για τη στοιχειοθέτησή του πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
(α) Συμμετοχή τουλάχιστον δύο προσώπων. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει συνωμοτήσει «με άλλο». Επομένως απαιτούνται τουλάχιστον δύο πρόσωπα που συμμερίζονται πραγματικά τον εγκληματικό σκοπό. Δεν αρκούν η μονομερής πρόθεση ενός προσώπου, η απλή ανακοίνωση ενός σχεδίου σε τρίτο, η παρουσία κάποιου κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, η γνώση ή ακόμη και η επιδοκιμασία του σχεδίου, χωρίς προσχώρηση σε αυτό.
(β) Συμφωνία ή σύμπτωση βουλήσεων. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε συμφωνία για κοινή δράση. Η συμφωνία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, προφορική ή γραπτή, άμεση ή να συνάγεται από τη συντονισμένη συμπεριφορά των εμπλεκομένων. Δεν απαιτείται τυπική συμφωνία ούτε να έχουν καθοριστεί όλες οι λεπτομέρειες του σχεδίου. Πρέπει, όμως, να υπάρχει πραγματική σύμπτωση βουλήσεων ως προς τον ουσιώδη εγκληματικό σκοπό. Παράλληλες ή ύποπτες ενέργειες, χωρίς απόδειξη κοινού σχεδίου, δεν αρκούν από μόνες τους.
(γ) Κοινός σκοπός διάπραξης συγκεκριμένου πλημμελήματος. Η συμφωνία πρέπει να αποβλέπει στη διάπραξη πράξης ή παράλειψης που χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα από το δίκαιο. Το επιδιωκόμενο αδίκημα πρέπει να είναι επαρκώς προσδιορισμένο, ώστε να διαπιστώνεται ποιο πλημμέλημα συμφωνήθηκε να διαπραχθεί, ποια είναι τα ουσιώδη στοιχεία του, ποιο ήταν το αντικείμενο του κοινού σχεδίου. Δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη να έχουν συμφωνηθεί ο ακριβής χρόνος, ο τόπος ή κάθε επιμέρους τρόπος τέλεσης. Δεν αρκεί, όμως, μια γενική συμφωνία περί παρανομίας. Αν ο κοινός σκοπός αφορά κακούργημα, εφαρμόζεται το άρθρο 371 ΠΚ και όχι το άρθρο 372 ΠΚ.
(δ) Πρόθεση συμμετοχής στη συμφωνία. Ο κατηγορούμενος πρέπει να προσχώρησε στη συμφωνία εκούσια και ενσυνείδητα. Πρέπει να αποδειχθεί ότι γνώριζε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του κοινού σχεδίου, και σκόπευε να συμμετάσχει στην υλοποίησή του ή να συμβάλει στην επίτευξη του συμφωνημένου εγκληματικού σκοπού. Η απλή συναναστροφή με τους δράστες, η συγγένεια, η φιλία, η παρουσία στον τόπο ή η γνώση ότι σχεδιάζεται κάποιο αδίκημα δεν δημιουργούν αυτομάτως ευθύνη για συνωμοσία.
(δ) Πρόθεση να διαπραχθεί το βασικό αδίκημα. Δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να συμμετείχε σε μια αόριστη συζήτηση ή να προσποιήθηκε ότι συμφωνεί. Πρέπει να είχε πρόθεση να πραγματοποιηθεί το πλημμέλημα που αποτελούσε το αντικείμενο της συμφωνίας. Η πρόθεση μπορεί να συναχθεί από περιστάσεις όπως η κατανομή ρόλων, η προμήθεια μέσων ή πληροφοριών, η ανταλλαγή μηνυμάτων, οι συναντήσεις και ο συντονισμός, οι πράξεις πριν ή μετά τη συμφωνία, η απόκρυψη του σχεδίου. Οι πράξεις αυτές αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία της συμφωνίας, χωρίς να υποκαθιστούν την ανάγκη να αποδειχθεί η ίδια η σύμπτωση βουλήσεων.
Δεν απαιτείται ολοκλήρωση του συμφωνημένου πλημμελήματος. Το άρθρο 372 ΠΚ τιμωρεί τη συνωμοσία, δηλαδή τη συμφωνία για τη διάπραξη του πλημμελήματος. Δεν προβλέπει ως πρόσθετο στοιχείο ότι το πλημμέλημα πρέπει τελικά να διαπραχθεί, ή ότι πρέπει να προκληθεί ζημιά, ή να αρχίσει η εκτέλεσή του, ή να πραγματοποιηθεί κάποια συγκεκριμένη εμφανής πράξη μετά τη συμφωνία. Συνεπώς, το αδίκημα μπορεί να ολοκληρωθεί με τη δημιουργία της εγκληματικής συμφωνίας, ακόμη κι αν το σχέδιο εγκαταλειφθεί ή αποτύχει.
Το άρθρο 372 ΠΚ καλύπτει, επίσης, συμφωνία για πράξη που πρόκειται να διενεργηθεί σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Στην περίπτωση αυτή, απαιτούνται, επιπλέον, σωρευτικά, η σχεδιαζόμενη πράξη, αν γινόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία, να αποτελούσε πλημμέλημα, και η ίδια πράξη να αποτελεί ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τη νομοθεσία του τόπου όπου σχεδιάζεται να τελεστεί. Πρόκειται ουσιαστικά για απαίτηση διπλής ποινικοποίησης. Αν η πράξη δεν είναι ποινικό αδίκημα στον προοριζόμενο τόπο τέλεσης, η συγκεκριμένη εξωεδαφική μορφή του άρθρου 372 ΠΚ δεν στοιχειοθετείται.
Σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3(1) του Κεφ.159:
2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά-
“δημόσιος χώρος” περιλαμβάνει οποιοδήποτε αυτοκινητόδρομο και οποιαδήποτε άλλα υποστατικά ή τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το κοινό έχει ή του επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε με πληρωμή είτε με άλλο τρόπο.
“επιθετικό όπλο” σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία, ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό.
3.-(1) Πρόσωπο το οποίο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, η απόδειξη των οποίων βαρύνει αυτό, έχει μαζί του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο οποιοδήποτε επιθετικό όπλο είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου.
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) Ο κατηγορούμενος «είχε μαζί του» το αντικείμενο. Πρέπει να υπάρχει πραγματική κατοχή ή έλεγχος του αντικειμένου από τον κατηγορούμενο, ώστε αυτό να βρίσκεται μαζί του ή υπό την άμεση διάθεσή του. Δεν αρκεί η απλή κυριότητα του αντικειμένου, η γνώση ότι βρίσκεται κάπου αλλού, η τυχαία γειτνίαση με αυτό, η παρουσία του σε χώρο όπου άλλος κατέχει το αντικείμενο. Απαιτείται εκούσια και ενσυνείδητη κατοχή ή μεταφορά. Δεν είναι αναγκαίο το αντικείμενο να βρίσκεται στο χέρι του κατηγορουμένο, αλλά μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να βρίσκεται στα ρούχα, σε τσάντα ή σε άλλο χώρο που βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχό του. Η διάταξη χρησιμοποιεί την ευρεία έκφραση «έχει μαζί του».
(β) Η κατοχή να γίνεται σε «δημόσιο χώρο. Το αντικείμενο πρέπει να βρίσκεται μαζί με τον κατηγορούμενο σε δημόσιο χώρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο ορισμός περιλαμβάνει οποιονδήποτε αυτοκινητόδρομο, υποστατικά ή άλλον τόπο στον οποίο το κοινό έχει ή επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, χώρους στους οποίους η πρόσβαση είναι δωρεάν ή προϋποθέτει πληρωμή. Επομένως, ένας χώρος μπορεί να θεωρείται δημόσιος ακόμη και αν αποτελεί ιδιωτική περιουσία, εφόσον κατά τον συγκεκριμένο χρόνο το κοινό επιτρεπόταν να εισέρχεται σε αυτόν. Κρίσιμο δεν είναι μόνο το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αλλά η δυνατότητα πρόσβασης του κοινού.
(γ) Το αντικείμενο να αποτελεί «επιθετικό όπλο». Το άρθρο 2 προβλέπει τρεις εναλλακτικούς τρόπους με τους οποίους ένα αντικείμενο χαρακτηρίζεται ως επιθετικό όπλο. Αρκεί να αποδειχθεί ένας από αυτούς:
(i) Αντικείμενο κατασκευασμένο για πρόκληση βλάβης ή ζημιάς, όπου πρόκειται για αντικείμενο το οποίο, από τον αρχικό σχεδιασμό και την κατασκευή του, προορίζεται να προκαλεί, όταν χρησιμοποιείται, βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Στην κατηγορία αυτή, ο επιθετικός χαρακτήρας προκύπτει από την ίδια τη φύση και την κατασκευή του αντικειμένου. Δεν απαιτείται χωριστή απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε εκείνη τη στιγμή να το χρησιμοποιήσει επιθετικά.
(ii) Αντικείμενο προσαρμοσμένο για πρόκληση βλάβης ή ζημιάς, όπου ο λόγος είναι για αντικείμενο που αρχικά μπορεί να είχε αθώα ή καθημερινή χρήση, αλλά τροποποιήθηκε ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πρόκληση σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία. Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει την προσαρμογή και ότι αυτή έγινε για τον επιθετικό σκοπό που περιγράφει ο νόμος.
(iii) Αντικείμενο που ο κάτοχός του προορίζει για επιθετική χρήση, κατηγορία που μπορεί να περιλαμβάνει οποιοδήποτε συνηθισμένο αντικείμενο, το οποίο δεν κατασκευάστηκε ούτε προσαρμόστηκε ως όπλο, αλλά ο κατηγορούμενος το είχε μαζί του με πρόθεση να το χρησιμοποιήσει για πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο ή ζημιάς σε περιουσία. Στην περίπτωση αυτή, η ειδική πρόθεση του κατηγορουμένου αποτελεί ουσιώδες στοιχείο. Η πρόθεση μπορεί να συναχθεί από περιστάσεις όπως ο τρόπος μεταφοράς ή απόκρυψης του αντικειμένου, δηλώσεις ή απειλές, η συμπεριφορά πριν ή κατά τον εντοπισμό του, ο τόπος και ο χρόνος κατοχής, άλλα αντικείμενα ή μέσα που είχε μαζί του, το συνολικό σχέδιο ή ο σκοπός του. Η απλή κατοχή ενός εργαλείου ή αντικειμένου καθημερινής χρήσης δεν το μετατρέπει αυτομάτως σε επιθετικό όπλο. Πρέπει να αποδειχθεί ο συγκεκριμένος επιθετικός προορισμός του από τον κάτοχο.
(δ) Απουσία νόμιμης εξουσιοδότησης ή εύλογης δικαιολογίας. Η κατοχή πρέπει να γίνεται χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, ή εύλογη δικαιολογία. Το άρθρο 3(1) ορίζει ρητά ότι η απόδειξη της νόμιμης εξουσιοδότησης ή της εύλογης δικαιολογίας βαρύνει τον κατηγορούμενο. Συνεπώς, κατά το γράμμα της διάταξης, όταν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε μαζί του επιθετικό όπλο σε δημόσιο χώρο, εκείνος φέρει το βάρος να θεμελιώσει τη συγκεκριμένη εξουσιοδότηση ή δικαιολογία που επικαλείται. Η δικαιολογία πρέπει να αφορά όχι μόνο τη γενική κατοχή του αντικειμένου, αλλά και το γιατί ο κατηγορούμενος το είχε μαζί του στον συγκεκριμένο τόπο, κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Ενδεχόμενη νόμιμη επαγγελματική ή πρακτική χρήση ενός αντικειμένου αξιολογείται με βάση όλα τα πραγματικά περιστατικά. Η απλή προβολή μιας αόριστης ή θεωρητικής εξήγησης δεν αρκεί.
(ε) Ως προς την υποκειμενική υπόσταση, απαιτείται κατ’ ελάχιστον εκούσια και ενσυνείδητη κατοχή ή μεταφορά του αντικειμένου. Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι έχει το συγκεκριμένο αντικείμενο μαζί του. Επιπλέον, όταν το αντικείμενο είναι εκ κατασκευής επιθετικό, ο χαρακτήρας του προκύπτει κυρίως από την αντικειμενική φύση του, όταν έχει προσαρμοστεί, κρίσιμα είναι η μετατροπή και ο σκοπός της, όταν είναι αντικείμενο καθημερινής χρήσης, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος το προόριζε για πρόκληση βλάβης ή ζημιάς.
Για το αδίκημα του άρθρου 3(1), δεν απαιτείται να χρησιμοποιήθηκε το όπλο, να επιδείχθηκε απειλητικά, να προκλήθηκε τρόμος σε οποιοδήποτε πρόσωπο, να διατυπώθηκε απειλή, να προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη ή περιουσιακή ζημιά, να υπήρχε συγκεκριμένο θύμα. Το αδίκημα ολοκληρώνεται με το να έχει κάποιος μαζί του επιθετικό όπλο σε δημόσιο χώρο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία. Αυτό το διαφοροποιεί από το άρθρο 80 ΠΚ, το οποίο απαιτεί δημόσια μεταφορά όπλου ή οργάνου με τρόπο που προκαλεί τρόμο σε άλλον. Το άρθρο 3(1) του Κεφ. 159 δεν απαιτεί τέτοιο τρόμο ή απειλητικό τρόπο μεταφοράς.
Εξέταση
Από τα ευρήματα προκύπτει ότι, σε ανοικτό χώρο κοντά στο κάστρο Κολοσσίου, εμφανίστηκε ομάδα περίπου 10 έως 15 προσώπων, χρησιμοποιήθηκε σπρέι ή αέριο και ο ΜΚ2 δέχθηκε πολλαπλά κτυπήματα, από τα οποία υπέστη πραγματικές σωματικές κακώσεις. Δεν προκύπτει, όμως, με αντίστοιχη ασφάλεια η ταυτότητα των προσώπων που συμμετείχαν στην ομάδα ή οι επιμέρους ενέργειες καθενός.
Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, η μαρτυρία αναγνώρισής του στον χώρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής. Παρότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 ισχυρίστηκαν, χωρίς σαφήνεια και διαχωρισμό από τον ψηφιακό κόσμο, ότι τον γνώριζαν προηγουμένως εμφανισιακά, το επεισόδιο συνέβη νύχτα, σε χώρο χωρίς επαρκή φωτισμό, εξελίχθηκε ταχύτατα και ακολούθησε σχεδόν αμέσως χρήση σπρέι, η οποία επηρέασε την όραση και την αντίληψή τους. Δεν καταγράφηκαν επαρκώς η απόσταση, η διάρκεια ή οι ιδιαίτερες συνθήκες της παρατήρησης, δεν πραγματοποιήθηκε αναγνωριστική διαδικασία και δεν προέκυψε επιστημονικό, τηλεπικοινωνιακό ή άλλο αντικειμενικό στοιχείο που να τοποθετεί πράγματι τον Κατηγορούμενο 1 στη σκηνή. Η προηγούμενη επικοινωνία για τη διευθέτηση συνάντησης δημιουργεί ασφαλώς υποψία και εξηγεί γιατί οι μάρτυρες ανέμεναν να συναντήσουν συγκεκριμένο πρόσωπο. Η ίδια αυτή προσδοκία, όμως, αποτελούσε και παράγοντα που μπορούσε να επηρεάσει την ταυτοποίηση. Επιπλέον, δεν εξασφαλίστηκαν τα δεδομένα του Facebook, του Messenger ή των τηλεφωνικών κλήσεων, ώστε να συνδεθεί αντικειμενικά η επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 1. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι είχε προηγηθεί επικοινωνία μαζί του, αυτό δεν αποδεικνύει, χωρίς άλλο στοιχείο, ότι βρισκόταν στον χώρο, ότι γνώριζε για την παρουσία της ομάδας ή ότι συμμεριζόταν τον σκοπό της.
Η αναγνώριση του Κατηγορουμένου 2 είναι ακόμη επισφαλέστερη. Δεν κατονομάστηκε κατά την αρχική καταγγελία, αλλά περιγράφηκε απλώς ένα άγνωστο «ψηλό» πρόσωπο. Η μεταγενέστερη κατονομασία του προέκυψε μετά από αυτοκατευθυνόμενη αναζήτηση του ΜΚ3 στο διαδίκτυο και θέαση ενός βίντεο στο YouTube, το οποίο δεν παραδόθηκε, δεν εντοπίστηκε και δεν ελέγχθηκε ως προς την προέλευση ή την αυθεντικότητά του. Δεν πραγματοποιήθηκε αναγνωριστική παράταξη, ενώ ο ΜΚ3 δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει τους Κατηγορουμένους. Ο ΜΚ2 δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στον Κατηγορούμενο 2. Δεν υπάρχει, συνεπώς, ασφαλής μαρτυρία που να τον τοποθετεί στον χώρο. Οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή την ταυτότητα και τη συμμετοχή των Κατηγορουμένων. Δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τη σοβαρότητα του επεισοδίου, από το γεγονός ότι η επίθεση πράγματι συνέβη ή από την απουσία μαρτυρίας της Υπεράσπισης.
Για τη στοιχειοθέτηση της συνωμοσίας, ως η 1η Κατηγορία, απαιτείται πραγματική σύμπτωση βουλήσεων τουλάχιστον δύο προσώπων, με κοινή πρόθεση να διαπραχθεί το συγκεκριμένο πλημμέλημα. Η συμφωνία μπορεί να συναχθεί από περιστατικά, όπως συντονισμός, κατανομή ρόλων, επικοινωνίες και κοινές προπαρασκευαστικές ενέργειες. Δεν αρκούν, όμως, η απλή συναναστροφή, η παρουσία στον ίδιο χώρο ή η γνώση ότι ενδέχεται να διαπραχθεί κάποιο αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των δύο Κατηγορουμένων. Δεν εξασφαλίστηκε επικοινωνία μεταξύ τους, δεν προέκυψε συνάντηση ή κατανομή ρόλων και δεν υπάρχει αντικειμενικό στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι είχαν κοινό σχέδιο για συγκρότηση ή συμμετοχή σε οχλαγωγία. Η οργανωμένη εμφάνιση της ομάδας και η ταυτόχρονη επίθεσή της μπορούν να υποδηλώνουν προπαρασκευή μεταξύ ορισμένων προσώπων. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ποια ήταν αυτά τα πρόσωπα ούτε, ειδικότερα, ότι οι δύο Κατηγορούμενοι συμμετείχαν σε σχετική συμφωνία μεταξύ τους. Ακόμη και η εκδοχή ότι ο Κατηγορούμενος 1 διευθέτησε τη συνάντηση με τον ΜΚ2 δεν αρκεί. Χωρίς ασφαλή σύνδεση του Κατηγορουμένου 1 με τη σκηνή και χωρίς στοιχείο που να δείχνει ότι γνώριζε ή συντόνισε την εμφάνιση της ομάδας, η διευθέτηση μιας συνάντησης δεν ταυτίζεται με συμφωνία για διάπραξη οχλαγωγίας. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, δεν υπάρχει καν ασφαλής μαρτυρία προηγούμενης επικοινωνίας ή παρουσίας του. Επομένως, δεν αποδεικνύεται η απαιτούμενη συμφωνία ούτε η εκούσια προσχώρηση οποιουδήποτε Κατηγορουμένου σε κοινό εγκληματικό σχέδιο. Η 1η Κατηγορία δεν στοιχειοθετείται ως προς κανέναν από τους δύο.
Ως προς την οχλαγωγία, που είναι η 2η Κατηγορία, τα γεγονότα καταδεικνύουν την παρουσία ομάδας μεγαλύτερης των πέντε προσώπων, η οποία εκδήλωσε συλλογική βίαιη συμπεριφορά, χρησιμοποίησε σπρέι και επιτέθηκε στον ΜΚ2. Η συμπεριφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα πραγματική διασάλευση της ειρήνης και ήταν αντικειμενικά ικανή να προκαλέσει τρόμο στα πρόσωπα που βρίσκονταν στον χώρο. Για την καταδίκη συγκεκριμένου προσώπου, όμως, δεν αρκεί η απόδειξη ότι έλαβε χώρα οχλαγωγικό επεισόδιο. Πρέπει να αποδειχθεί ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο συμμετείχε εκούσια και ενσυνείδητα στη συλλογική δράση. Η τυχαία ή παθητική παρουσία δεν αρκεί, πολύ περισσότερο όταν δεν αποδεικνύεται με ασφάλεια ούτε η ίδια η παρουσία. Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, η επισφαλής αναγνώρισή του δεν επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα ότι βρισκόταν στον χώρο. Περαιτέρω, δεν αποδίδεται σε αυτόν με ασφαλή μαρτυρία συγκεκριμένη πράξη συμμετοχής στην ομάδα, δεν αποδεικνύεται ότι κτύπησε τον ΜΚ2, χρησιμοποίησε σπρέι, καθοδήγησε άλλα πρόσωπα ή συνέδραμε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τη συλλογική δράση. Μία δράση που θα μπορούσε να εκκινήσει από άλλα πρόσωπα, με αφορμή τη δημόσια ανάρτηση στο διαδίκτυο, και τη διαρροή της πληροφορίας περί της συνάντησης στο σημείο, με οποιονδήποτε τρόπο. Συνάντησης τη νύχτα, σε έρημο σημείο, κατόπιν πολιτικής αντιπαράθεσης, όχι προφανώς για ήρεμη συναναστροφή, εν γνώσει των ΜΚ2 και ΜΚ3 αυτής της προοπτικής, που όμως μετέβησαν εκεί. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, δεν υπάρχει ασφαλής μαρτυρία που να τον τοποθετεί στη σκηνή. Η μεταγενέστερη διαδικτυακή ταυτοποίησή του δεν μπορεί να θεμελιώσει παρουσία και, κατ’ επέκταση, συμμετοχή. Συνεπώς, παρά την απόδειξη του βίαιου ομαδικού επεισοδίου, δεν αποδεικνύεται η εκούσια συμμετοχή οποιουδήποτε από τους δύο Κατηγορουμένους σε αυτό. Η 2η Κατηγορία δεν στοιχειοθετείται.
Σχετικά με την 5η Κατηγορία, η επίθεση στον ΜΚ2 και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης αποδεικνύονται. Ο ΜΚ2 υπέστη κεφαλοαιμάτωμα, εκδορές και εκχυμώσεις, οι οποίες συνδέονται χρονικά και αιτιωδώς με τα κτυπήματα που δέχθηκε κατά το επεισόδιο. Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι ο Κατηγορούμενος 1 επέφερε προσωπικά οποιοδήποτε από τα κτυπήματα. Ο ίδιος ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν θυμάται να τον κτύπησε ο Κατηγορούμενος 1. Μετά τη χρήση του σπρέι δεν είχε καθαρή αντίληψη της εξέλιξης του περιστατικού και δεν ήταν σε θέση να εξατομικεύσει τους δράστες ή τις πράξεις τους. Ο ΜΚ3 επίσης δεν απέδωσε με ασφάλεια στον Κατηγορούμενο 1 συγκεκριμένο κτύπημα κατά του ΜΚ2. Η ευθύνη δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε μέσω του άρθρου 20 ΠΚ. Για κοινή ευθύνη θα έπρεπε να αποδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος 1 συμμετείχε σε κοινό σκοπό ή συνέδραμε ενσυνείδητα στην επίθεση. Λόγω της επισφαλούς αναγνώρισης και της απουσίας ασφαλούς μαρτυρίας συγκεκριμένης συμμετοχής, τέτοιος κοινός σκοπός δεν αποδεικνύεται. Η 5η Κατηγορία δεν στοιχειοθετείται.
Στην 6η Κατηγορία, ως αναγκαία αφετηρία, θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 «είχε μαζί του» στον δημόσιο χώρο το συγκεκριμένο αντικείμενο, δηλαδή πτυσσόμενο ρόπαλο. Μόνο μετά την απόδειξη της κατοχής θα ετίθετο ζήτημα χαρακτηρισμού του αντικειμένου ως επιθετικού όπλου και ύπαρξης νόμιμης εξουσιοδότησης ή εύλογης δικαιολογίας. Η αναφορά ότι ο Κατηγορούμενος 1 κρατούσε και άνοιξε αντικείμενο που προσδιόρισε ως «πτυσσόμενο ρόπαλο» προέρχεται ουσιαστικά από τον ΜΚ3. Εξαρτάται τόσο από την ασφάλεια της ταυτοποίησης του προσώπου όσο και από την ακρίβεια της παρατήρησης του αντικειμένου. Για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, η αναγνώριση του Κατηγορουμένου 1 στον χώρο είναι επισφαλής. Οι συνθήκες γνωριμίας ήταν ασαφείς, το επεισόδιο έγινε νύχτα, εξελίχθηκε γρήγορα και η χρήση σπρέι επηρέασε σχεδόν αμέσως την αντίληψη του ΜΚ3, δεν έγινε ελεγχόμενη αναγνώριση ή περαιτέρω διερεύνηση. Ο Φρίξος Λεωνίδου δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και η γραπτή κατάθεσή του δεν κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της. Δεν μπορεί, συνεπώς, να χρησιμοποιηθεί για να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 έφερε ή άνοιξε «πτυσσόμενο ρόπαλο» ούτε για να ενισχύσει τη σχετική εκδοχή του ΜΚ3. Δεν εντοπίστηκε «πτυσσόμενο ρόπαλο» στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1 ή στη σκηνή και κανένα επιστημονικό εύρημα τον συνέδεσε με αντικείμενο που παραλήφθηκε. Η σιδερογροθιά που συλλέχθηκε αποτελεί διαφορετικό αντικείμενο και δεν συνδέθηκε με οποιονδήποτε Κατηγορούμενο. Δεν αποδεικνύεται, επομένως, ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν παρών στον συγκεκριμένο δημόσιο χώρο και ότι «είχε μαζί του» τέτοιο «πτυσσόμενο ρόπαλο». Η 6η Κατηγορία δεν στοιχειοθετείται.
Για τη στοιχειοθέτηση του άρθρου 80 ΠΚ, ως η 8η Κατηγορία, δεν αρκεί η απλή κατοχή ή μεταφορά του αντικειμένου. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 μετέφερε δημόσια το συγκεκριμένο επιθετικό όργανο, χωρίς νόμιμη αιτία, με τρόπο που πράγματι προκάλεσε τρόμο στον ΜΚ3. Η κατηγορία προσκρούει καταρχάς στην αδυναμία ασφαλούς απόδειξης ότι το πρόσωπο που φέρεται να κρατούσε το «πτυσσόμενο ρόπαλο» ήταν ο Κατηγορούμενος 1. Δεν αποδεικνύεται, επομένως, ούτε η μεταφορά του οργάνου από αυτόν. Για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν και προηγουμένως. Περαιτέρω, ο ΜΚ3 περιέγραψε ότι, όταν είδε το ρόπαλο, κατάλαβε πως τα πρόσωπα είχαν «κακές προθέσεις», κατέβηκε από το όχημά του και παρενέβη λεκτικά. Η αντίδραση αυτή καταδεικνύει ανησυχία και αντίληψη επικείμενου κινδύνου, δεν παρέχει όμως από μόνη της ασφαλή απόδειξη ότι του προκλήθηκε ο ιδιαίτερος τρόμος που απαιτεί το άρθρο, ειδικά από τον τρόπο μεταφοράς του συγκεκριμένου αντικειμένου. Ο δε αποδεδειγμένος σωματικός επηρεασμός του ΜΚ3 προκλήθηκε από το σπρέι και όχι από το «πτυσσόμενο ρόπαλο». Η 8η Κατηγορία δεν στοιχειοθετείται.
Η 9η Κατηγορία παρουσιάζει τις ίδιες βασικές ελλείψεις ως προς την ταυτότητα του προσώπου που φέρεται να κρατούσε το πτυσσόμενο ρόπαλο και την κατοχή του αντικειμένου από τον Κατηγορούμενο 1. Πρόσθετα, δεν υπάρχει ουσιαστική μαρτυρία από τον ίδιο τον Φρίξο για το ότι αντιλήφθηκε το όργανο και ότι ο συγκεκριμένος τρόπος μεταφοράς του τού προκάλεσε πράγματι τρόμο. Η γραπτή κατάθεσή του δεν κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη αυτών των γεγονότων. Ούτε η μαρτυρία του ΜΚ3 μπορεί να υποκαταστήσει την αναγκαία απόδειξη της εσωτερικής αντίδρασης του άλλου προσώπου, χωρίς αντίστοιχη εξωτερική συμπεριφορά που να την καταδεικνύει με ασφάλεια. Δεν αποδεικνύονται, επομένως, η μεταφορά του οργάνου από τον Κατηγορούμενο 1 ούτε η πρόκληση τρόμου στον αναφερόμενο παραπονούμενο. Η 9η Κατηγορία δεν στοιχειοθετείται.
Για τη στοιχειοθέτηση κοινής επίθεσης κατά του Φρίξου, ως η 12η Κατηγορία, πρέπει να αποδειχθεί εκούσια ή απερίσκεπτη πράξη του Κατηγορουμένου 1, η οποία προκάλεσε στον Φρίξο φόβο άμεσης και παράνομης βίας ή περιλάμβανε άσκηση παράνομης βίας εναντίον του. Η μόνη αναλυτική περιγραφή άμεσης αντιπαράθεσης μεταξύ του Φρίξου και προσώπου που φέρεται να κρατούσε πτυσσόμενο ρόπαλο περιέχεται στη γραπτή κατάθεση του Φρίξου. Το περιεχόμενό της, όμως, δεν αποτελεί ουσιαστική μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων. Δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδειχθεί ότι το ρόπαλο προτάθηκε εναντίον του, ότι ερωτήθηκε εάν ήταν ο Λιασίδης ή ότι αναγκάστηκε να συγκρατήσει τον κάτοχό του από τα χέρια. Η μαρτυρία του ΜΚ3 για το άνοιγμα του ροπάλου δεν θεραπεύει την έλλειψη. Αφενός, δεν παρέχει ασφαλή ταυτοποίηση του Κατηγορουμένου 1 και, αφετέρου, δεν καθορίζει με την απαιτούμενη σαφήνεια πράξη του συγκεκριμένου Κατηγορουμένου που να συνιστά επίθεση κατά του Φρίξου. Η 12η Κατηγορία δεν στοιχειοθετείται.
Σχετικά με την 13η Κατηγορία, όπως ήδη αναφέρθηκε, η επίθεση στον ΜΚ2 και οι πραγματικές σωματικές κακώσεις του αποδεικνύονται. Δεν υπάρχει, όμως, ασφαλής μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 2 με την επίθεση. Ο ΜΚ2 δεν τον κατονόμασε, δεν τον αναγνώρισε και δεν του απέδωσε οποιαδήποτε πράξη. Η μοναδική σύνδεσή του με τη σκηνή προέρχεται από τη μεταγενέστερη διαδικτυακή ταυτοποίηση του ΜΚ3, η οποία είναι εξαιρετικά επισφαλής. Δεν αποδεικνύεται ούτε ότι βρισκόταν στον χώρο ούτε ότι κτύπησε τον ΜΚ2. Ούτε μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη βάσει κοινού σκοπού. Δεν υπάρχει ασφαλής απόδειξη συμμετοχής του στην ομάδα, γνώσης του σκοπού της ή ενσυνείδητης συνδρομής του στην επίθεση. Η απλή υπόθεση ότι το άγνωστο «ψηλό» πρόσωπο ήταν ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορεί να αποτελέσει βάση ποινικής ευθύνης. Η 13η Κατηγορία δεν στοιχειοθετείται.
Κατάληξη
Η μαρτυρία αποδεικνύει ότι συνέβη σοβαρό και οργανωμένο βίαιο επεισόδιο, κατά το οποίο ο ΜΚ2 υπέστη πραγματικές σωματικές κακώσεις και χρησιμοποιήθηκε σπρέι εναντίον των παρευρισκομένων. Δεν αποδεικνύει, όμως, με την αναγκαία ασφάλεια, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι οι δύο Κατηγορούμενοι ήταν τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο επεισόδιο ή ότι προέβησαν στις πράξεις που τους αποδίδονται. Θα έπρεπε, ενδεχομένως, να τύχει ενδελεχούς διερεύνησης από τις ανακριτικές αρχές, για να προκύψει κατάλληλη και επαρκής μαρτυρία. Η υπόθεση, ωστόσο, βασίστηκε στα αρχικά στοιχεία που έδωσαν οι παραπονούμενοι για να κινηθεί η διερεύνηση, και έμεινε, έως τέλους, να βασίζεται σε αυτά, σε εκδοχές και αναφορές που, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, κρίθηκαν επισφαλείς, μη συνδεόμενες με αντικειμενικά στοιχεία, και δη ενώ θα μπορούσαν, τέτοια αντικειμενικά στοιχεία, να είχαν προκύψει.
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, κατά συνέπεια, αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρυσάνθου, ΠΕ 137/2015, 02.06.2016, Χρίστου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 85/2014, 27.05.2015, Καλογήρου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 61.
[7] Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 687.
[8] Ηλιάδης, Τ. & Σάντης, Ν. (2016). Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (σελ.551επ.). Λευκωσία: Hippasus Publishing.
[9] Katsaronas and others v. The Police (1973) 2 CLR 1, Trikomitis and Others v. The Police, 21 CLR 92.
[10] R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788
[11] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο