Δημοκρατία ν. Α.Β. κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 12661/25, 27/5/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Α.Β. κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 12661/25, 27/5/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    K. Κουνίδου, Π.Ε.Δ.

 

                        Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.

 

                        Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.

                       

Aρ. Υπόθεσης:  12661/25

 

Δημοκρατία

                                                                                                           

v.

 

1.      Α.Β.

2.      Γ. Ε.

                                                            Κατηγορουμένων

-----------------------------

 

Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κ. Π. Βαρνάβας (για να ακούσει απόφαση κ. Α. Αριστείδης)  

Για Κατηγορούμενη 1: κα Κ. Σοφοκλέους

Για Κατηγορούμενη 2: κα Δ. Χριστοδούλου

Κατηγορούμενες παρούσες

 

Π Ο Ι Ν Η 

 

Για την παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε κατηγορητήριο με 37 συνολικά κατηγορίες εναντίον των Κατηγορουμένων. Στην πορεία, οι Κατηγορούμενες προχώρησαν με παραδοχή ορισμένων κατηγοριών και η Κατηγορούσα Αρχή με αναστολή ποινικής δίωξης των εναπομεινασών κατηγοριών.

 

Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη 1, σήμερα ηλικίας 45 ετών περίπου, κατόπιν δικής της παραδοχής, κρίθηκε ένοχη σε 12 κατηγορίες εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 20 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορίες 1, 3, 8, 11, 14, 17, 19, 22, 26, 29, 32 και 35) και σε τέσσερις κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 4(1)(iii), (2) και 5(α) του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου Ν.188(Ι)/2007 (κατηγορίες 2, 5, 12 και 18).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, σε διάφορες χρονικές περιόδους μεταξύ των ετών 2023 μέχρι 2025, η Κατηγορούμενη 1, με σκοπό καταδολίευσης, απέκτησε από διάφορα φυσικά πρόσωπα τα ποσά των €8.110, €52.175, €32.970, €23.470, €41.410, €7.500, €54.850, €10.540, €16.800, €17.555, €20.750, €36.700, αντίστοιχα, παριστάνοντας στα πρόσωπα αυτά ότι τα εν λόγω ποσά αποτελούσαν αντάλλαγμα για σύνταξη αιτήσεων προς υποβολή στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας και για την πώληση της ακίνητης περιουσίας των εν λόγω προσώπων, που βρίσκεται εκεί, γνωρίζοντας ότι τα πιο πάνω δεν ήταν αληθή. Το άθροισμα των ως άνω ποσών ανέρχεται σε €322.830,00. Οι κατηγορίες 2, 5, 12 και 18 περί νομιμοποίησης εσόδων, αφορούν στα προαναφερθέντα ποσά των €8.110, €52.175, €23.470 και €7.500, αντίστοιχα, (κατηγορίες 1, 3, 11 και 17, αντίστοιχα). Ειδικότερα, με βάση τις λεπτομέρειες των σχετικών κατηγοριών, ότι η Κατηγορούμενη 1 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι τα ποσά αυτά αποτελούσαν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, ήτοι από τη διάπραξη αδικημάτων που αφορούν σε εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σχετικές κατηγορίες. Το άθροισμα των ως άνω ποσών, ως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ανέρχεται σε €91.255,00.

 

Η δε Κατηγορούμενη 2 σήμερα ηλικίας 55 ετών περίπου, επίσης κατόπιν δικής της παραδοχής, κρίθηκε ένοχη σε δύο κατηγορίες εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 298 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ.154) (κατηγορίες 4 και 24). Με βάση τις λεπτομέρειες της τέταρτης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη 2, μεταξύ 1.5.2025 και 30.6.2025, με σκοπό καταδολίευσης, απέκτησε από τρία φυσικά πρόσωπα, χρηματικά ποσά τα οποία ανέρχονται σε σύνολο €1.500, παριστάνοντας στα πρόσωπα αυτά ότι τα εν λόγω ποσά αποτελούσαν αντάλλαγμα για την πώληση ακίνητης περιουσίας τους που βρίσκεται σε κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, γνωρίζοντας ότι τα πιο πάνω δεν ήταν αληθή. Με βάση τις λεπτομέρειες της 24ης κατηγορίας, μεταξύ 1.5.2025 και 31.8.2025, η Κατηγορούμενη 2 με σκοπό καταδολίευσης, απέκτησε από ένα φυσικό πρόσωπο το ποσό των €2.250 παριστάνοντας στο πρόσωπο αυτό, ψευδώς, ότι το εν λόγω ποσό αποτελούσε αντάλλαγμα για σύνταξη αιτήσεων προς υποβολή στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας και για την πώληση της ακίνητης περιουσίας του εν λόγω προσώπου, που βρίσκεται εκεί, γνωρίζοντας ότι τα πιο πάνω δεν ήταν αληθή.

 

Ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες, η Κατηγορούσα Αρχή προχώρησε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου οι Κατηγορούμενες απαλλάχτηκαν σ’ αυτές.

 

Τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Προκειμένου να γίνει αντιληπτό το πλήρες πλαίσιο των συνθηκών στο οποίο διαπράχτηκαν τα αδικήματα από τις Κατηγορούμενες, θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτολεξεί τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας, τα οποία έχουν ως εξής:

 

«1. Κατά τον Μάιο του 2023, ο [    ], μέσω τρίτου προσώπου, ήρθε σε επικοινωνία με την 1η Κατηγορούμενη και συμφώνησαν όπως αυτή προβεί σε ενέργειες, ώστε να διευθετηθεί η πώληση δύο τεμαχίων γης, τα οποία ανήκουν στον ίδιο και τον [   ] και τα οποία βρίσκονται στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.

 

2. Στο πλαίσιο αυτό, η 1η Κατηγορούμενη, σε συνάντηση που είχε με τον [   ], συμφώνησε με αυτόν ότι, έναντι αμοιβής, θα μεσολαβούσε και θα ενεργούσε με σκοπό την πώληση των πιο πάνω τεμαχίων σε ενδιαφερόμενους επενδυτές. Κατά το επόμενο χρονικό διάστημα και μέχρι το τέλος Ιουλίου 2025, η 1η Κατηγορούμενη έλαβε από τους δυο παραπονούμενους, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων και σε μετρητά, το συνολικό ποσό των €54.850, ως αντάλλαγμα για ενέργειες και έξοδα, που η 1η Κατηγορούμενη ψευδώς ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκαν και προέκυψαν στο πλαίσιο προώθησης της πώλησης των τεμαχίων. (19η Κατηγορία).

 

3. Στις 23.10.2023, η 1η Κατηγορούμενη συναντήθηκε με την [   ] με σκοπό να συζητήσουν την διαδικασία πώλησης συγκεκριμένων τεμαχίων γης, τα οποία βρίσκονται στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και των οποίων συνιδιοκτήτες είναι η ίδια, ο [   ] και η [   ]. Κατά την εν λόγω συνάντηση, η 1η Κατηγορούμενη προέβη σε ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις προς την [   ], επιτυγχάνοντας να την πείσει να της αναθέσει τη διεκπεραίωση της διαδικασίας πώλησης της ανωτέρω ακίνητης περιουσίας, διαβεβαιώνοντάς την ότι τόσο η ίδια όσο και οι λοιποί συνιδιοκτήτες θα αποκόμιζαν σημαντικό χρηματικό όφελος από την εν λόγω πώληση. Μεταξύ των ημερομηνιών 23.10.2023 και 31.05.2025, η 1η κατηγορούμενη έλαβε από τους προαναφερθέντες συνιδιοκτήτες, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων και σε μετρητά, το συνολικό ποσό των €23.470 ως αντάλλαγμα για ενέργειες και έξοδα, που η 1η Κατηγορούμενη ψευδώς ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκαν και προέκυψαν στο πλαίσιο προώθησης της πώλησης των τεμαχίων. (Κατηγορίες 11 και 12).

 

4.  Τον Οκτώβριο του 2023 η 1η Κατηγορούμενη συναντήθηκε επίσης με την   [    ], με σκοπό να αναλάβει τη διαδικασία πώλησης τεμαχίων γης, που ανήκουν εν λόγω παραπονούμενη και στα άλλα τρία αδέλφια της. Πρόκειται για έξι τεμάχια, που βρίσκονται στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές με συνιδιοκτήτες την [   ], τον [   ], τον [   ] και τη [   ]. Η 1η Κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 01.10.2023 και 31.05.2025 έλαβε από τους πιο πάνω, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων και σε μετρητά, το συνολικό ποσό των €41.410, ως αντάλλαγμα για ενέργειες και έξοδα, που η 1η κατηγορούμενη ψευδώς ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκαν και προέκυψαν στο πλαίσιο προώθησης της πώλησης των ως άνω τεμαχίων. (14η Κατηγορία).

 

5. Η [   ], εντός του Οκτωβρίου 2023, συμφώνησε με την 1η Κατηγορούμενη, όπως η τελευταία, υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρος, προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για καταχώρηση αίτησης στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων, που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, αναφορικά με ακίνητη περιουσία της προαναφερθείσας. Ακολούθως και μεταξύ Οκτώβριου 2023 και Ιουνίου 2025, η 1η Κατηγορούμενη έλαβε από την [   ] το χρηματικό ποσό των €36.700, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων και σε μετρητά, παριστάνοντας ψευδώς σε αυτή ότι το εν λόγω ποσό αποτελούσε αντάλλαγμα για την σύνταξη και υποβολή εγγράφων στην ως άνω «Επιτροπή» καθώς και για άλλες συναφείς ενέργειες. (35η Κατηγορία).

 

6. Τον Δεκέμβριο του 2023 ο [   ] συμφώνησε με την 1η Κατηγορούμενη όπως αυτή προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την πώληση τεμαχίου γης, που ανήκει στον ίδιο, καθώς και στα αδέλφια του και το οποίο βρίσκεται στο κατεχόμενο χωριό [ ] της επαρχίας Αμμοχώστου. Ακολούθως η 1η Κατηγορούμενη πείθοντας τον [   ] ότι ενεργούσε ως δικηγόρος του ιδίου και των λοιπόν συνιδιοκτητών του ακινήτου, έλαβε από αυτόν, μεταξύ 01.12.23 και 31.08.24, το συνολικό ποσό των €7.500 ευρώ σε μετρητά. Ειδικότερα, η 1η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ψευδώς ότι το εν λόγω ποσό αποτελούσε αντάλλαγμα για την εκ μέρους της σύνταξη αιτήσεων και την υποβολή τους στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων, που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, σε σχέση με το προαναφερθέν ακίνητο καθώς και για άλλα σχετικά έξοδα. (Κατηγορίες 17 και 18).

 

7. Τον Δεκέμβριο του 2023, ο [   ], συναντήθηκε με την 1η Κατηγορούμενη με σκοπό όπως αυτή διευθετήσει την πώληση ενός χωραφιού, που ανήκει στον ίδιο και τα εφτά αδέλφια του και το οποίο βρίσκεται στο κατεχόμενο χωριό [   ] της επαρχίας Αμμοχώστου. Η 1η κατηγορούμενη έλαβε από τον παραπονούμενο, μεταξύ 01.12.23 και 30.04.25, το συνολικό ποσό των €10.540, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων και σε μετρητά, παριστάνοντας ψευδώς σε αυτόν ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό αποτελούσε αντάλλαγμα για την σύνταξη αιτήσεων και την υποβολή τους στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων, που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, σε σχέση με το προαναφερθέν χωράφι καθώς και για άλλα σχετικά έξοδα. (22η Κατηγορία).

 

8. Τον Φεβρουάριο του 2024, η [    ] ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με την 1η κατηγορούμενη, με σκοπό αυτή να διευθετήσει την πώληση ενός χωραφιού που βρίσκεται στο χωριό [    ] στην κατεχόμενη Μόρφου. Ακολούθως και μέχρι τις 09.09.25, η 1η Κατηγορούμενη έλαβε από τις συνιδιοκτήτριες [    ] και [    ], το συνολικό ποσό των €16.800, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων και σε μετρητά, παριστάνοντας ψευδώς σε αυτές ότι το εν λόγω ποσό αποτελούσε αντάλλαγμα για την σύνταξη αιτήσεων και την υποβολή τους στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων, που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, σε σχέση με το προαναφερθέν ακίνητο καθώς και για άλλα σχετικά έξοδα (26η Κατηγορία).

 

9.  Τον Μάρτιο του 2024, ο [   ], συμφώνησε με την 1η Κατηγορούμενη όπως αυτή προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την πώληση τεσσάρων τεμαχίων γης, που βρίσκονται στο κατεχόμενο χωριό [   ], της επαρχίας Αμμοχώστου και τα οποία ανήκουν στον ίδιο και την [  ]. Στην συνέχεια, μεταξύ των ημερομηνιών 03.04.24 και 31.07.25, η 1η κατηγορούμενη, πείθοντας τους πιο πάνω ότι θα διευθετούσε την πώληση των ρηθέντων τεμαχίων γης, έλαβε από αυτούς το συνολικό ποσό των €17.555, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων και σε μετρητά. Οι παραπονούμενοι έδωσαν το εν λόγω χρηματικό ποσό στην 1η Κατηγορούμενη ενόψει της ψευδούς παράστασης ότι αποτελούσε αντάλλαγμα για την σύνταξη αιτήσεων και την υποβολή τους στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων, που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, σε σχέση με το προαναφερθέν ακίνητο καθώς και για άλλα σχετικά έξοδα. (29η Κατηγορία).

 

10.  Τον Νοέμβριο του 2024, η [   ] συμφώνησε με την 1η Κατηγορούμενη να αναλάβει την πώληση κατοικίας, που βρίσκεται στο κατεχόμενο χωριό [   ], της επαρχίας Αμμοχώστου. Μεταξύ των ημερομηνιών 01.11.24 και 30.11.24, η 1η κατηγορούμενη, έλαβε από την [   ] το συνολικό ποσό των €8.110, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων. Το εν λόγω ποσό δόθηκε από την παραπονούμενη ως αντάλλαγμα για ενέργειες και έξοδα, που η 1η Κατηγορούμενη ψευδώς ισχυρίστηκε ότι διενεργήθηκαν και προέκυψαν στο πλαίσιο σύνταξης και υποβολής αιτήσεων στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων, που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, αναφορικά με την ακίνητη περιουσία της παραπονούμενης. (Κατηγορίες 1 και 2).

 

11. Τον Φεβρουάριο του 2025, ο [   ] συμφώνησε με την 1η Κατηγορούμενη, όπως αυτή αναλάβει τις διαδικασίες για την πώληση 5 τεμαχίων γης που ανήκουν στον ίδιο και την μητέρα του, [   ] και τα οποία βρίσκονται στο χωριό  [  ] της επαρχίας Αμμοχώστου. Στην συνέχεια μεταξύ των ημερομηνιών 06.02.25 και 29.08.25, η 1η Κατηγορούμενη έλαβε από τον [   ], αδελφό του προαναφερθέντος, το συνολικό ποσό των €20.750, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων, παριστάνοντας ψευδώς στο ίδιο ότι το εν λόγω ποσό αποτελούσε αντάλλαγμα για την σύνταξη γραπτών συμφωνιών με κατ’ ισχυρισμό επενδυτές με σκοπό την πώληση των πιο πάνω πέντε τεμαχίων. (32η Κατηγορία).

 

12. Στις αρχές Απριλίου του 2025, η [   ] μαζί με τον σύζυγο της [   ], συμφωνήσαν με την 1η Κατηγορούμενη όπως αυτή προβεί στις απαραίτητες διαδικασίες για προσφυγή στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων, που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, αναφορικά με ακίνητη περιουσία, που βρίσκεται στην κατεχόμενη [    ] της επαρχίας Αμμοχώστου. Στην συνέχεια οι παραπονούμενοι, μεταξύ των ημερομηνιών 07.04.24 και 27.06.25, κατέβαλαν στην 1η Κατηγορούμενη, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων, το συνολικό ποσό των €32.970, ως έξοδα που η 1η κατηγορούμενη ζήτησε, παριστάνοντας ψευδώς σε αυτούς ότι το εν λόγω ποσό αποτελούσε αντάλλαγμα για την σύνταξη και την υποβολή εγγράφων στην ως άνω «Επιτροπή» καθώς και για άλλες συναφείς ενέργειες που έκανε. (8η Κατηγορία).

 

13. Τον Οκτώβριο του 2023, η 1η Κατηγορούμενη συμφώνησε με την [   ] να διευθετήσει την πώληση 11 τεμαχίων γης, που ανήκουν στην προαναφερθείσα και τα 4 αδέρφια της και τα οποία βρίσκονται στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Μεταξύ των ημερομηνιών 01.10.23 και 31.05.25, η 1η Κατηγορούμενη έλαβε από τις αναφερόμενες στην 3η κατηγορία παραπονούμενες το συνολικό ποσό των €52,175, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων και σε μετρητά. Ειδικότερα, η 1η Κατηγορούμενη παρέστησε ψευδώς στις παραπονούμενες ότι το ως άνω χρηματικό ποσό αποτελούσε αντάλλαγμα για την σύνταξη και υποβολή εγγράφων στην ούτω καλούμενη Επιτροπή Αποζημιώσεων, που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, αναφορικά με την ακίνητη περιουσία τους, καθώς και για άλλες συναφείς ενέργειες. (3η και 5η Κατηγορία). Κατά το Μάϊο του 2025 και ενόψει του γεγονότος ότι στην πραγματικότητα η 1η Κατηγορούμενη ουδέποτε απευθύνθηκε στην «Επιτροπή», αυτή ανέφερε στις παραπονούμενες ότι θα μπορούσαν να πωλήσουν την ως άνω ακίνητη περιουσία σε ιδιώτη επενδυτή μέσω της 2ης Κατηγορούμενης. Στις αρχές του Ιουνίου 2025 οι παραπονούμενες συμφώνησαν με την 2η Κατηγορούμενη όπως αυτή μεσολαβήσει για την πώληση έξι εκ των προαναφερθέντων τεμαχίων σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Προς τούτο η 2η Κατηγορούμενη έλαβε από τις παραπονούμενες το ποσό των €1.500, μέσω τραπεζικού εμβάσματος, παριστάνοντας ψευδώς σε αυτές ότι προέβη σε ενέργειες για εκτίμηση της αξίας των ακινήτων στο πλαίσιο της διαδικασίας πώλησης τους. (4η Κατηγορία).

 

14. Τον Μάιο του 2025 ο [   ] συναντήθηκε με την 2η Κατηγορούμενη στην Λεμεσό και η τελευταία ανάλαβε να μεσολαβήσει για την πώληση δύο χωραφιών που του ανήκουν και τα οποία βρίσκονται στην κατεχόμενη Μόρφου. Ακολούθως, η 2η Κατηγορούμενη έλαβε από τον προαναφερθέντα, μέσω τραπεζικού εμβάσματος, το ποσό των €2.250 παριστάνοντας σε αυτόν ψευδώς ότι το συγκεκριμένο ποσό αποτελούσε αντάλλαγμα για έξοδα που έγιναν με σκοπό την εκτίμηση της αξίας των χωραφιών στο πλαίσιο της διαδικασίας πώλησής τους. (24η Κατηγορία).

 

15.  Επισημαίνεται ότι σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις, που αφορούν τις κατηγορίες επί των οποίων οι Κατηγορούμενες έχουν παραδεχθεί ενοχή, οι παραπονούμενοι προέβησαν στην καταβολή των χρηματικών ποσών συνεπεία στοχευμένων ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Κατηγορουμένων αναφορικά με πραγματοποιθείσες ενέργειες, διαδικασίες και έξοδα, που στην πραγματικότητα δεν είχαν γίνει.

 

16. Αμφότερες οι κατηγορούμενες συνελήφθησαν στις 10.09.25 κατόπιν εκτέλεσης ενταλμάτων σύλληψης και έκτοτε τελούν υπό κράτηση.»

 

 

         Δηλώθηκε επιπρόσθετα ενώπιόν μας, ότι τα γεγονότα που αφορούν στις κατηγορίες 2, 5, 12 και 18, είναι αυτά που αναφέρονται στις εκάστοτε λεπτομέρειες, με τη διευκρίνηση ότι η Κατηγορούμενη 1 γνώριζε ότι έκαστο ποσό που εκεί αναφέρεται, αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες και συγκεκριμένα από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων επί των κατηγοριών 1, 3, 11 και 17, αντίστοιχα, και δη των αδικημάτων για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούμενης 1 υπέβαλε αίτημα, το οποίο έγινε αποδεκτό από την Κατηγορούσα Αρχή, όπως για σκοπούς επιβολής ποινής ληφθούν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις υπ’ αρ. 2291/21 και 15602/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η μεν υπόθεση με αρ. 15602/25 αφορά ιδίας φύσεως αδίκημα με την παρούσα στην οποίαν θα επιβληθεί ποινή (απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις) και η δε υπόθεση με αρ. 2291/21 αφορά το αδίκημα της κλοπής.

 

Έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή και τα γεγονότα των εν λόγω ποινικών υποθέσεων, τα οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, ως εξής:

 

«ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ 2291/21

 

Η 1η Κατηγορούμενη κατά τον Μάρτιο του 2018 ενοικίασε από την παραπονούμενη διαμέρισμα στη Λεωφόρο [  ], στη Λεμεσό το οποίο χρησιμοποιούσε ως κατοικία.

 

Στο εν λόγω διαμέρισμα υπήρχε εξοπλισμός που άνηκε στην παραπονούμενη, δηλαδή τα αντικείμενα που αναφέρονται στο Πίνακα Α του Κατηγορητηρίου. Στις 3.12.2018 η 1η Κατηγορούμενη εγκατέλειψε το πιο πάνω διαμέρισμα αφαιρώντας από αυτό τα προαναφερθέντα αντικείμενα συνολικής αξίας €22.450.

 

 

ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ 15602/25

 

Περί τα τέλη του Απριλίου του 2025 η 1η Κατηγορούμενη σε συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη [   ] συμφώνησε, υπό την ιδιότητα της ως νομικός, να προβεί σε διαπραγμάτευση του ποσού του δανείου που η παραπονούμενη όφειλε στην εταιρεία εξαγοράς δανείων DoValue. Στις 13.5.2025, η παραπονούμενη έδωσε στην 1η Κατηγορούμενη το ποσό των €13.000, το οποίο η Κατηγορουμένη, ψευδώς, δήλωσε ότι ζητείτο από την πιο πάνω εταιρεία ως εγγύηση μέχρι την τελική διευθέτηση του ποσού, που θα προέκυπτε από τις διαπραγματεύσεις. Ακολούθως και σε διαφορετικά διαστήματα μέχρι τον Αύγουστο του 2025, η παραπονούμενη κατέβαλε στην 1η Κατηγορούμενη, σε διαφορετικές περιπτώσεις, το επιπλέον συνολικό ποσό των €1000, αφού η 1η Κατηγορούμενη της παρέστησε ψευδώς ότι αυτό αποτελούσε αντάλλαγμα για την σύνταξη και υποβολή εγγράφων στην εταιρεία DoValue στο πλαίσιο της ως άνω διαπραγμάτευσης.»

 

Οι ευπαίδευτες συνήγοροι αμφοτέρων των κατηγορουμένων προέβηκαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις με παραπομπή σε νομολογία, το περιεχόμενο των οποίων μελετήσαμε με προσοχή στα πλαίσια διεκπεραίωσης του έργου μας για επιβολή της κατάλληλης ποινής σε ότι αφορά το είδος αλλά και το ύψος της.

 

Ειδικότερα, η κα Σοφοκλέους κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 τους εξής μετριαστικούς παράγοντες: Τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις, τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, την παραδοχή της, τη συνεργασία της με τις Αστυνομικές αρχές, τη μεταμέλεια και απολογία της ενώπιον του Δικαστηρίου, το λευκό ποινικό μητρώο της, την πρόθεση αποζημίωσης, την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων εν σχέσει με τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψιν, καθώς και το γεγονός ότι παραμένει υπό κράτηση.

 

      Ως προς τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης 1, παραθέτουμε αυτολεξεί τα όσα αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορό της και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση:

 

«Η Κατηγορούμενη γεννήθηκε στις 14/05/1981, στην Λεμεσό. Σήμερα είναι ηλικίας 45 ετών και έχει ένα ανήλικο τέκνο ηλικία 14 ετών. Είναι μονογονιός αλλά από πολύ μικρή ηλικία η ζωή της ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Παρά τις δυσκολίες κατάφερε να σταθεί στα πόδια της με σκοπό την καλύτερη ζωή που θα μπορούσε να έχει η ίδια και ιδιαίτερα το παιδάκι της.

 

Η Κατηγορούμενη από την ηλικία των 6 ετών μετακόμισε με όλη την οικογένεια της στην Αυστραλία. Εκεί έζησε τα παιδικά της χρόνια μέχρι το τέλος του Δημοτικού σχολείου, το οποίο ήταν αγγλικό. Κατόπιν, επέστρεψε μόνιμα με την οικογένεια της στην Κύπρο, όπου φοίτησε στο [   ] Γυμνάσιο και μετά στο [   ] Λύκειο Β’. Παρόλο που φαινομενικά ζούσε σε μία φυσιολογική οικογένεια, στα 16 της χρόνια αντιλήφθηκε τα παραστρατήματα του πατέρα της καθώς ο ίδιος ήταν εθισμένος στο τζόγο. Όλη την μέρα, ο πατέρα της βρισκόταν σε λέσχες και σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Η μητέρα της προσπάθησε να την μεγαλώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στα 18 της έτη, ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικία της και ολόκληρη της οικογένεια, δηλαδή την μητέρα, την ίδια και τον αδελφό της. Περί το 2000-2003, η Κατηγορούμενη ενώ φοιτούσε σε Πανεπιστήμιο της Αγγλίας για την Νομική, λόγω της οικογενειακής της κατάστασης πέρασε από μεγάλη κατάθλιψη, καθώς το διαζύγιο των γονιών της και η έλλειψη επικοινωνίας με τον πατέρα της, την επηρέασε σε μεγάλο βαθμό. Σε εκείνο το στάδιο, σταμάτησε την νομική και πήγε στην Αθήνα φοιτώντας στο Business Collage of Athens. Τελικά το 2004, έλαβε το βραβείο «Μάντζαρη» με την αποφοίτηση της από το εν λόγω κολλέγιο. Μετά το 2004. Η Κατηγορούμενη, θέλοντας να ολοκληρώσει την φοίτηση της στη νομική, ‘έγινε δεχτεί στο Metropolitan London. Αποφοίτησε και ερχόμενη στην Κύπρο εργάστηκε ως ασκούμενη δικηγόρος στο γραφείο του Χρύση Δημητριάδη το 2009 και έγινε επίσημα δικηγόρος το 2010, με αρ. μητρώου [   ]. Η Κατηγορούμενη φάνηκε αντάξια των περιστάσεων και παρόλο πάλεψε μόνη της για όλα αυτά, η μόνη της στήριξη μέχρι και σήμερα ήταν η μητέρα της. Η ίδια ακολούθως, δεν ασχολήθηκε με την μάχιμη δικηγορία ούτε ανανέωνε την άδεια της καθώς η ίδια ασχολείτο ως νομικός με εξωδικαστηριακή δράση.

 

Στα πλαίσια αυτά γνώριζε τον πατέρα του παιδιού της και στις 22/10/12 απέκτησε το ανήλικο της τέκνο, ηλικίας 14 ετών. Η ίδια είναι χωρισμένη από το 2014 και από τότε έχει πλήρη κηδεμονία του γιού της, του οποίου πλήρωνε όλα τα έξοδα όλα αυτά τα χρόνια. Όταν το ανήλικο της τέκνο ήταν περίπου 18 μηνών, η μητέρα της Κατηγορούμενης υποβλήθηκε σε εγχείρηση λόγω καρκίνου στο παχύ έντερο πράγμα που οδήγησε την κατηγορούμενη σε περαιτέρω συναισθηματική και ψυχολογική αστάθεια λαμβάνοντας υπόψη ότι το μοναδικό της στήριγμα κινδύνευε να χάσει την ζωή της.

 

Περί το 2014 η Κατηγορούμενη έγινε μονογονέας, χωρίς καμία απολύτως βοήθεια και όλα αυτά τα χρόνια η ίδια πλήρωνε τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία. Μέριμνα της ήταν το καλύτερο μέλλον του γιού της χωρίς να ζητά από κανένα οικονομική βοήθεια. Η ίδια διατηρεί μέχρι σήμερα την γονική μέριμνα. Παρόλα αυτά, η ίδια λόγω της κράτησης υπέγραψε άδεια όπως το παιδί της ταξιδέψει στο Ντουμπάι με σκοπό να βρίσκεται με τον πατέρα του μέχρι την αποφυλάκιση της. Να σημειωθεί ότι λόγω της πρόσφατη κατάστασης που επικρατεί στο Ντουμπάι, το ανήλικο τέκνο της κατηγορούμενης βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο και η άμεση απελευθέρωση της Κατηγορούμενης είναι αναγκαία για τον επαναπατρισμό του.

 

Να σημειωθεί ότι η μετέπειτα ζωή της Κατηγορούμενης ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη με περιστάσεις βίας. Περί στις 20/6/24, γνώρισε ένα πρόσωπο, τον [   ], με τον οποίος είχε σχέση για κάποιο χρονικό διάστημα. Στα πλαίσια αυτά περνούσε βία, επιθέσεις, εξυβρίσεις για τις οποίες κατέγγειλε στην Αστυνομία και οι οποίες εκκρεμούν. Οι σωματικές βλάβες που είχε ήταν βαριές και επικίνδυνες. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν επέτρεψε να αντιληφθεί το ανήλικο τέκνο της οτιδήποτε σχετικά με τα εν λόγω ζητήματα, και ο πόνος της ήταν βουβός.

 

Η Κατηγορούμενη είχε αρκετούς πελάτες σχετικά με αγοραπωλησίες. Αυτός ήταν και ο κύκλος εργασιών της. Συγκεκριμένα, προέβαινε σε διάφορες ενέργειες για να υλοποιήσει αγοραπωλησίες, πράγμα που έπραξε σε πολύ σοβαρή υπόθεση πώλησης περί το 2023, στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου για το ξενοδοχείο [   ].

 

Είναι παράκληση της Κατηγορούμενης όπως ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη ότι η ίδια είναι μονογονέας με ιδιαίτερο στόχο την καλύτερη ανατροφή του παιδιού της. Η ίδια δεν χρησιμοποίησε της δικηγορική της ιδιότητα για σκοπούς ψευδών παραστάσεων ή για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Αντίθετα, η περίπτωση της ανωτέρω πώλησης οδήγησε τους παραπονούμενους στην Κατηγορούμενη. Η ίδια ζητά την μέγιστη επιείκεια του Δικαστηρίου για να μπορέσει να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για σκοπούς επαναπατρισμού του παιδιού της.»

 

 

       Σημειώνει σε άλλο σημείο της αγόρευσής της η κα Σοφοκλέους, με παραπομπή σε νομολογία, ότι η Κατηγορούμενη 1 λόγω των οικογενειακών της συνθηκών δεν είχε το ανάλογο πατρικό πρότυπο. Ο πατέρας της ήταν απών στην παιδική της ηλικία με όλο το στήριγμα να βαραίνει τη μητέρα της, η δε απουσία του πατέρα της την επηρέασε αρνητικά στη μετέπειτα ζωή της.

 

        Η κα Χριστοδούλου, εκ μέρους της Κατηγορούμενης 2 κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει προς όφελός της τους εξής μετριαστικούς παράγοντες: Τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις, την παραδοχή της, τη συνεργασία της με τις Αστυνομικές Αρχές, την έμπρακτη μεταμέλεια και απολογία της ενώπιον του Δικαστηρίου και το λευκό ποινικό μητρώο της. Ως Ένδειξη Δ κατατέθηκε από τη συνήγορό της ένορκη δήλωση των παραπονούμενων εν σχέσει με την τέταρτη κατηγορία, οι οποίοι δηλώνουν ότι δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο έναντι της Κατηγορούμενης 2. Σημειώθηκε ακόμη ότι οι εν λόγω παραπονούμενοι αποζημιώθηκαν πλήρως, στοιχείο που αναδεικνύει περαιτέρω την έμπρακτη μεταμέλειά της. Εν σχέσει με την 24η κατηγορία, σημείωσε ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι πρόθυμη να αποζημιώσει τους παραπονούμενους και εισηγήθηκε την έκδοση σχετικού διατάγματος αποζημίωσης.

    

     Αφού η κα Χριστοδούλου αναφέρθηκε στα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων από την Κατηγορούμενη 2, επιχειρηματολόγησε ότι δεν καταδεικνύεται ύπαρξη ιδιαίτερης πολυπλοκότητας, υψηλού βαθμού οργάνωσης ή επαγγελματισμού, στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε συστηματική ή οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα. Αντιθέτως, σημείωσε ότι η εμπλοκή της Κατηγορούμενης 2 περιορίζεται σε μεμονωμένα και σαφώς προσδιορισμένα περιστατικά. Ως μετριαστικός παράγοντας προβλήθηκε το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 2 οδηγήθηκε στην τέλεση των αδικημάτων λόγω οικονομικών και άλλων οικογενειακών δυσκολιών που αντιμετώπιζε κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξής τους. Η ίδια τελούσε υπό καθεστώς ψυχολογικής φόρτισης, ως αποτέλεσμα της βεβαρυμένης οικογενειακής, οικονομικής και προσωπικής της κατάστασης.

 

Ως προς τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης 2, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί. Συνοψίζοντας, εκεί αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη 2, με ημερ. γεννήσεως 24.11.1971, είναι διαζευγμένη μητέρα δύο παιδιών και αυτοεργοδοτούμενη. Τα τέκνα της είναι ηλικίας 32 και 28 ετών, αντίστοιχα. Έχει δύο γονείς, με πολλαπλά και σοβαρά προβλήματα υγείας. Πριν από τη σύλληψή της διέμενε με τα δύο της παιδιά σε ιδιόκτητη ισόγειο κατοικία τριών υπνοδωματίων, η οποία χρήζει βελτίωσης. Η ίδια και ο πρώην σύζυγος της συνήψαν στεγαστικό δάνειο το οποίο έχει μεταφερθεί στη θυγατέρα τους, με τη μεταβίβαση του σπιτιού τους. Η εν λόγω θυγατέρα τους καταβάλλει δόσεις εξόφλησης ύψους €900 μηνιαίως και το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται στις €250.000 - €300.000 περίπου. Είναι αντιμέτωπη με εντάλματα συνολικού ύψους €19.920,15, τα οποία περιλαμβάνουν ένα ένταλμα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τέσσερα εντάλματα αστικών χρεών και 16 εντάλματα προστίμων. Είναι απόφοιτη λυκείου, εργάστηκε σε διάφορους τομείς όπως ναυτιλιακά, πωλήσεις και κτηματομεσιτικά. Το τελευταίο διάστημα, πριν από τη φυλάκισή της, εργαζόταν αυτοτελώς. Το διαζύγιο με τον σύζυγο της εκδόθηκε το 2025 λόγω προβλημάτων στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Έκτοτε, οι σχέσεις τους εξομαλύνθηκαν. Η ίδια αναφέρεται σε αυξημένο άγχος, διαταραχές ύπνου και κεφαλαλγίες. Διατηρεί συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας κατά τη διάρκεια της κράτησής της και λαμβάνει φαρμακοθεραπεία. Πρόσφατα διαγνώστηκε με ενδομητρίωση και αναμένει αποτελέσματα περαιτέρω ιατρικών εξετάσεων, καθώς ενδέχεται να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση.

 

Η συνήγορος της Κατηγορούμενης 2, υιοθετώντας το περιεχόμενο της ως άνω Εκθέσεως του Γραφείου Ευημερίας, επιχειρηματολόγησε ότι οι προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης 2 δεν αποτελούν απλώς ένα τυπικό ελαφρυντικό στοιχείο, αλλά αποτυπώνουν μια μακρά και ιδιαίτερα επώδυνη διαδρομή ζωής, η οποία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο σύνολό της κατά την επιμέτρηση της ποινής. Πρόβαλε, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, ότι από το 2024 και εντεύθεν, με τη διάλυση του γάμου της, η ζωή της εισήλθε σε μια παρατεταμένη περίοδο αστάθειας και συνεχών δοκιμασιών. Σημείωσε ειδικότερα ότι μετά τη διάλυση του γάμου της, αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, καθώς η τράπεζα επρόκειτο να κατάσχει την κατοικία της λόγω στεγαστικού δανείου. Παρά τις σημαντικές δυσκολίες, προσπάθησε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και να αποπληρώνει μόνη της το δάνειο, καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες και θυσίες. Με τον εγκλεισμό της στις κεντρικές φυλακές, η αποπληρωμή του δανείου έχει πλέον αναληφθεί από την κόρη της. Εργάζεται αυτοτελώς ως κτηματομεσίτρια με περιορισμένα έσοδα, ενώ το παρελθόν είχε αναλάβει όλα τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειάς της. Επιπλέον, φροντίζει μέλη της οικογένειάς της που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας: έχει έναν αδελφό με βαριά αθηροματική νόσο των κάτω άκρων και καρδιακά προβλήματα, ενώ οι γονείς της αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα υγείας. Η μητέρα της πάσχει από άνοια και άλλα συναφή προβλήματα, ενώ ο πατέρας της έχει ισχυρή καρδιοπάθεια. Ως Ενδείξεις Ε1, Ε2 και Ε3, κατατέθηκαν ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν στα προβλήματα υγείας της μητέρας, του πατέρα της και του αδελφού της. Η Κατηγορούμενη 2 αποτελεί το μοναδικό άτομο που στήριζε ανέκαθεν την οικογένειά της, η οποία τώρα την έχει περισσότερο ανάγκη από ποτέ.

 

Πρόσθεσε ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής της στις Κεντρικές Φυλακές, προέκυψαν ιατρικά ζητήματα, καθώς διαγνώστηκε με σοβαρή μορφή ενδομητρίωσης, η οποία χρήζει ιατρικής αντιμετώπισης. Η συνολική κατάσταση που αντιμετωπίζει επιτείνει την ψυχολογική και πρακτική της επιβάρυνση, εντός του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας. Σε σχέση με την αναφερόμενη ψυχολογική της κατάσταση, ως Ένδειξη Ε4, κατατέθηκε ιατρική βεβαίωση δια της οποίας επιβεβαιώνεται ότι ακόμη και πριν από τον εγκλεισμό της στις Κεντρικές Φυλακές, αντιμετωπίζει αγχώδη διαταραχή και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή μέχρι και σήμερα.

 

Τα αδικήματα που οι Κατηγορούμενες διέπραξαν είναι χωρίς αμφιβολία σοβαρά, ως αναγνώρισαν και οι συνήγοροι τους χωρίς περιστροφές. Η σοβαρότητα που τα χαρακτηρίζει αντανακλάται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ανώτατες ποινές. Η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9).  Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».

 

Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες προνοείται μέγιστη ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, προνοείται μέγιστη ποινή φυλάκισης 5 ετών. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών, καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που αμφότερες οι Κατηγορούμενες έχουν διαπράξει.

 

Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από τον νόμο ανώτατη ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης, τη μορφή και την έκταση της επιλήψιμης συμπεριφοράς, τη συχνότητα διάπραξης τέτοιας παράνομης συμπεριφοράς και τις επιπτώσεις που προκαλούνται στο θύμα, στην κοινωνία και στο ευρύ κοινό (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930). Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391, στις σελίδες 402 – 403 λέχθηκαν τα εξής σχετικά (η έμφαση δοθείσα):

 

«Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.»

 

Η σοβαρότητα των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενες διέπραξαν, αποτελεί στοιχείο διαχρονικής αναγνώρισης από τη νομολογία, καθώς το στοιχείο του δόλου και της απάτης βρίσκεται στον πυρήνα τους, με αποτέλεσμα να υπονομεύουν τις οικονομικές συναλλαγές και δοσοληψίες μεταξύ πολιτών (βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, Δρουσιώτης v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 505 και Περικλέους ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 397). Η διάπραξή τους συνιστά οικονομικό έγκλημα, αποσκοπεί στην εξαπάτηση οργανισμών και ατόμων, διασαλεύει την εμπορική πίστη και κλονίζει την εμπιστοσύνη των εμπορευομένων στα διαθέσιμα μέσα συναλλαγής, τα οποία τυγχάνουν κατάχρησης από επιτήδειους με αποτέλεσμα αντί να διευκολύνονται οι δοσοληψίες ανάμεσα στους πολίτες να μετατρέπονται σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α. (1999) 2 Α.Α.Δ. 60). Μέσα από εγκληματικές δραστηριότητες ο παραβάτης αποκομίζει προσωπικό όφελος εις βάρος των παραπονούμενων, το οποίο νομιμοποιεί παράνομα.  

 

Σε σχέση ειδικά με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 298/2018, 27.9.2019, η οποία πρόσφατα υιοθετήθηκε στην απόφαση του Εφετείου Αντώνης Κουρρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 302/2024, 19.12.2025, ως εξής (η έμφαση δοθείσα):

 

«Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του.  Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής,  είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του.  Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν.  Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:B241, ECLI:CY:AD:2017:B241 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της

 

 

Δυστυχώς, θα πρέπει να επαναλάβουμε για ακόμη μια φορά ότι τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενες, βρίσκονται σε έξαρση. Γνώση για την αυξητική τάση διάπραξης αδικημάτων αυτής της μορφής και φύσης αντλούμε από τον όγκο και τον αριθμό των υποθέσεων που επιλαμβανόμαστε σχεδόν επί καθημερινής βάσης, αλλά και γενικά, από τον αριθμό των υποθέσεων όμοιας φύσης που κατακλύζουν και απασχολούν τα Δικαστήρια όπως επίσης και από την ίδια την νομολογία (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 18/2020, 1.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:B295.

 

Στη Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (βλ. επίσης Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551 και Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 235/13, 5.10.2016). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του (η έμφαση δοθείσα):

 

«Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του ThomasPrinciples of Sentencing’, και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.»

 

 

        Ιδιαίτερα στην περίπτωση αδικημάτων που εμπεριέχουν το στοιχείο της απάτης - εξαπάτησης, οι ποινές που επιβάλλονται, σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να είναι αποτρεπτικές.  Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.»

 

 

     Ομοίως, στη Δρουσιώτης v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 505 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, όπως δε πολύ εύστοχα   σημειώνεται και από το πρωτόδικο δικαστήριο αυτή κατοπτρίζεται από το            ύψος της ποινής που ο νομοθέτης έχει προνοήσει. Ιδιαίτερα, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που αποτελεί και το πλέον σοβαρό από τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, ο   νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών.

 

Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286).

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, ο εφεσείων δεν δίστασε με κίνητρο του          αποκλειστικά την ιδιοτέλεια, να προβεί στις συγκεκριμένες εγκληματικές          ενέργειες με στόχο την επίτευξη ευτελούς σκοπού∙ να κυκλοφορεί δηλαδή με πολυτελές αυτοκίνητο, ανεξάρτητα των συνεπειών των ενεργειών του για την οικογένεια του, μη διστάζοντας μάλιστα να εμπλέξει στην όλη διαδικασία και          το γιο του, ο οποίος παρά την ανεργία που τον μαστίζει, βρέθηκε εκτεθειμένος            για ένα ποσό της τάξης των €23.000, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί.»

 

     Ακόμη, στην Περικλέους ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 397 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Σοβαρά υπήρξαν τα εγκλήματα που διέπραξε ο εφεσείων και αυστηρή έπρεπε να ήταν η τιμωρία του.  Το ότι η ποινή δεν ήταν αυστηρότερη από την επιβληθείσα οφείλεται στις ιδιάζουσες προσωπικές του συνθήκες. Δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει, όμως, να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο, που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο.  Γι' αυτό, η εξατομίκευση της ποινής, ώστε να αντανακλά και τις συνθήκες του παραβάτη, δεν αμβλύνει, στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο της αποτροπής, που, κατά κανόνα, υπεισέρχεται στον καθορισμό της - (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224)..»

 

     Η υιοθέτηση από τα Δικαστήρια αυστηρής προσέγγισης για αδικήματα, όπως αυτά που διέπραξαν εδώ οι Κατηγορούμενες, φαίνεται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Βασιλείου κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις αρ. 12-15/2015, απόφαση ημερομηνίας 04.07.2017, στην οποία παραπέμπουμε.

 

     Συνεπώς, η επιβολή ποινών που ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής   αποτελεί τη μόνη επιλογή (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 18/2020, 1.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:B295.

 

     Βεβαίως, κάθε υπόθεση κρίνεται ξεχωριστά και η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι εξατομικευμένη. Η εξατομίκευση της ποινής «αποτελεί συνθετικό στοιχείο του παρονομαστή της τιμωρίας» (Salaryand ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541). Στα πλαίσια άσκησης της κρίσης για επιλογή του κατάλληλου είδους και ύψους της ποινής που αρμόζει στην κάθε περίπτωση, σταθμίζονται όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, ως προαναφέραμε.

 

      Οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 είναι εξαιρετικά επιβαρυντικές για την ίδια.  Σύμφωνα με τα ενώπιον μας γεγονότα, η Κατηγορούμενη 1 επέδειξε συστηματική και επαναλαμβανόμενη δόλια συμπεριφορά, η οποία εκδηλώθηκε μέσα από σειρά εγκληματικών ενεργειών, με εμφανή μεθοδικότητα και προσχεδιασμό.

     

       Η δράση της επεκτάθηκε σε μεγάλη χρονική περίοδο και δη σχεδόν 2 ετών (από τον Μάιο του 2023 μέχρι τον Απρίλιο του 2025). Εξαπάτησε πέραν των 10 προσώπων, εν σχέσει με 36 περίπου ακίνητα, ιδιοκτησίας 28 περίπου προσώπων, αποσπώντας κατά τον τρόπο αυτόν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, και ειδικότερα, το συνολικό ποσό των €322.830,00. Με σκοπό την απόσπαση σημαντικών χρηματικών ποσών από ανυποψίαστους πολίτες, προέβη σε στοχευμένες αλλά και εκτενείς ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με πραγματοποιηθείσες ενέργειες, διαδικασίες και έξοδα, που στην πραγματικότητα δεν είχαν γίνει.

 

        Οι παραστάσεις αυτές δεν ήταν τυχαίες ή μεμονωμένες ή αποσπασματικές, αλλά συνέθεταν ένα καλά οργανωμένο σχέδιο, αποσκοπώντας στο να προσδώσουν επίφαση νομιμότητας και αξιοπιστίας στις ενέργειές της. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στα πλαίσια των προσπαθειών της να προσδώσει αξιοπιστία στα λεχθέντα της,  επικαλέστηκε επανειλημμένα τη διαδικασία καταβολής αποζημίωσης από την «Επιτροπή Αποζημιώσεων» που λειτουργεί στις κατεχόμενες περιοχές, ώστε να πείσει ότι υπήρχε αληθινή και γνήσια προοπτική όπως οι ιδιοκτήτες, αποκτήσουν οικονομικό όφελος από την περιουσία τους αυτή. Έπειθε ότι ήταν ικανή και είχε τα μέσα να εξασφαλίσει οικονομικό όφελος για τα θύματά της, χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στις πραγματικές της προθέσεις. Δημιούργησε σωρεία ευφάνταστων σεναρίων ως προς τους λόγους που θα έπρεπε να θύματά της να της παραχωρούν επιπρόσθετα χρηματικά ποσά για δήθεν προώθηση των αιτήσεων τους προς την εν λόγω «επιτροπή». Ισχυρίστηκε ότι θα επωμιζόταν «έξοδα» για τις ενέργειες της, τα οποία ζητούσε να της καταβληθούν από τα θύματά της. Σε σχέση μάλιστα με τις κατηγορίες 17 και 18, έπεισε συγκεκριμένο ιδιοκτήτη ακινήτου ότι ενεργούσε ως δικηγόρος του ιδίου και των λοιπών συνιδιοκτητών του. Ανήγαγε δηλαδή την εξαπάτηση προσώπων που διατηρούσαν ιδιοκτησία στις κατεχόμενες περιοχές σε επάγγελμα και σαφώς παρουσιαζόταν ως επαγγελματίας, εφ’ όσον συμφωνούσε και λάμβανε συγκεκριμένη «αμοιβή» για τις «υπηρεσίες» της αυτές. Είναι υπό αυτή την «επαγγελματική» της ιδιότητα που την εμπιστεύτηκαν τα θύματά της.

     

     Με τους πιο πάνω τρόπους εκμεταλλεύτηκε χωρίς κανέναν δισταγμό την ελπίδα των θυμάτων της για ρευστοποίηση της ακίνητης τους περιουσίας, που βρίσκεται σε μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και δη περιουσίας με σαφώς ολιγότερες προοπτικές εκμετάλλευσης. Με ψυχρότητα εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη που τα ανυποψίαστα πρόσωπα αυτά επέδειξαν στις «επαγγελματικές» της ικανότητες να αποφέρει σε αυτούς οικονομικό όφελος από την εν λόγω περιουσία τους. Αδιαφόρησε πλήρως ως προς τις οικονομικές και άλλες επιπτώσεις που θα επωμίζονταν τα πρόσωπα αυτά, όταν γινόταν αντιληπτό ότι καμία πρόθεση είχε να τους βοηθήσει και, εν αντιθέσει, αποκλειστικός της σκοπός ήταν η υφαρπαγή προσωπικών τους χρημάτων. Η έκταση της ψυχρότητας της αναδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ ήταν σαφώς αντιληπτό ότι θα έφτανε η στιγμή που θα αποκαλυπτόταν ο δόλος της, εφ’ όσον απλούστατα οι πωλήσεις δεν θα προχωρούσαν, ούτε αυτό την εμπόδισε να προχωρήσει με το οργανωμένο της σχέδιο κατά συρροή εξαπάτησης.

 

      Η απόσπαση χρημάτων εκατοντάδων χιλιάδων ευρών, καθώς και ο μεγάλος αριθμός προσώπων που πράγματι την εμπιστεύτηκαν, καταδεικνύει και την έκταση του στοιχείου του προσχεδιασμού και την ένταση της δολιότητάς της. Τα ποσά αυτά βεβαίως τα αποστέρησε από τα θύματά της. 

     

     Η δράση της δεν σταμάτησε εκεί. Συνέδραμε η Κατηγορούμενη 1 ώστε να αποσπαστεί και το ποσό των €1.500 από την Κατηγορούμενη 2, εφ’ όσον παρέστησε ψευδώς σε δύο πρόσωπα ότι θα μπορούσαν να πωλήσουν την περιουσία τους σε ιδιώτη επενδυτή μέσω της Κατηγορούμενης 2. Επίσης, επεκτάθηκε η δράση της, σύμφωνα με τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης με αρ. 15602/25, και σε πρόσωπο το οποίο αναζητούσε βοήθεια με αναδιάρθρωση δανείου. Εκεί, σαφώς εκμεταλλευόμενη την ιδιότητα της ως νομικός και προβαίνοντας σε περαιτέρω ψευδείς παραστάσεις προς την εκεί παραπονούμενη, πέτυχε την απόσπαση πρόσθετων χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους €14.000. Πρόκειται για την ίδια και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά με αυτήν που εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Το modus operandi της καθίσταται σαφές και συγκεκριμένο: Η εντόπιση και εκμετάλλευση οικονομικών ζητημάτων που ταλανίζουν ανυποψίαστα πρόσωπα, η ευφάνταστη παρουσίαση ενός καλά διατυπωμένου και πειστικού σεναρίου δια το ότι η ίδια θα μπορούσε να τους τα επιλύσει ως «επαγγελματίας», χωρίς όμως η ίδια να έχει μια τέτοια πρόθεση.

 

     Σχετικά με τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης με αρ. 2291/21, σημειώνουμε ότι οι εκεί εγκληματικές της ενέργειες, έλαβαν χώρα 5 περίπου έτη πριν από την έναρξη διάπραξης των αδικημάτων στα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση. Σε εκείνη την περίπτωση, η ίδια έκλεψε σωρεία αντικειμένων από σπίτι που ενοικίαζε, συνολικής αξίας €22.540. Τα αντικείμενα αυτά αποτελούντο από απλά αντικείμενα ενός σπιτιού, όπως πίνακες, έπιπλα (καρέκλες, κρεβάτι, ερμάρια, καθρέπτης, χαλιά, τραπεζάκια) ακόμη και κουρτίνες και βάζα. Η ποινική δίωξη εναντίον της για το αδίκημα της κλοπής, δεν ήταν ικανή ώστε η ίδια να αποστεί από παρόμοιες συμπεριφορές. Αντιθέτως, η εγκληματική της δράση που σκοπό είχε την απόσπαση οικονομικού κέρδους εξελίχτηκε από απλή κλοπή σε οργάνωση και εκτέλεση ενός σχεδίου μέσω αλλεπάλληλων ψευδών πλην πειστικών παραστάσεων. Το απύθμενο θράσος της Κατηγορούμενης 1 στην απόκτηση παράνομου κέρδους εις βάρος συνανθρώπων της, είναι αυτό που χαρακτηρίζει την κατά συρροή εγκληματική της συμπεριφορά.

 

Η δράση της Κατηγορούμενης 2 περιορίστηκε σε δύο μεμονωμένα περιστατικά, τον Μάιο και Ιούνιο του 2025. Εξαπάτησε τέσσερα πρόσωπα, αναφορικά με 13 τεμάχια γης ιδιοκτησίας επτά ιδιοκτητών. Κατόπιν των ψευδών παραστάσεων της έλαβε το συνολικό ποσό των €3.750. Οι παραστάσεις της ήταν εξίσου στοχευμένες και σκοπό είχαν την υφαρπαγή ποσών από ανυποψίαστους πολίτες, οι οποίοι αποτάθηκαν στην ίδια, λόγω της επιθυμίας τους να ρευστοποιήσουν την περιουσία τους στις κατεχόμενες περιοχές. Υιοθετούμε όμως τη προσέγγιση της συνηγόρου της ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, δια το ότι δεν παρατηρείται υψηλού βαθμού οργάνωσης ή επαγγελματισμού και δια το ότι επρόκειτο ουσιαστικά για δύο μεμονωμένα περιστατικά από τα οποία απέσπασε χαμηλά ποσά, ενώ μεγάλο μέρος αυτών το έχει ήδη επιστρέψει στους παραπονούμενους, οι οποίοι και δήλωσαν ότι ουδέν παράπονο έχουν πλέον εναντίον της (βλ. Ένδειξη Δ).

 

     Θα αναφερθούμε στους μετριαστικούς παράγοντες που λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος των Κατηγορουμένων.   

 

     Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, αποτέλεσε τη θέση της συνηγόρου της ότι ο λόγος τέλεσης διάπραξης των αδικημάτων από μέρους τους, ήταν οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που αντιμετώπιζε κατά τον ουσιώδη χρόνο, παραπέμποντας στον κίνδυνο απώλειας της κυρίως κατοικίας της, λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησης των πληρωτέων δόσεων δανείου. Τελούσε επίσης υπό συναισθηματική φόρτιση, λόγω του διαζυγίου της και των προαναφερόμενων οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Η συσσώρευση πιεστικών καταστάσεων της καθημερινότητας, σε συνδυασμό με την ευαίσθητη οικογενειακή συγκυρία, οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων. Λαμβάνουμε υπόψιν μας τα προαναφερθέντα, σημειώνοντας όμως ότι αυτά δεν υποβιβάζουν τη σοβαρότητα των πράξεων της και δη τη δολιότητα που διέπουν αυτές, ούτε και αποδυναμώνουν  τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας (Ζαχαρία ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 116/2022, 4.4.2023), ECLI:CY:AD:2023:B127. Η Κατηγορούμενη 2 είχε την ευχέρεια να επιλέξει νόμιμους τρόπους προς αντιμετώπιση των οικονομικών της δυσκολιών και όχι να καταφύγει σε παράνομη υφαρπαγή χρηματικών ποσών από ανυποψίαστους πολίτες, μέσω ψευδών παραστάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία ουδείς λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα (Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 154). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μακρή v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 15 «αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» (βλ. επίσης Παντελής Ζαχαρία ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 116/2022, 4.4.2023), ECLI:CY:AD:2023:B127. Η ύπαρξη οικονομικών προβλημάτων δεν μπορεί να δικαιολογήσει παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας, και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών (βλ. και Τσιλικίδης v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272).

 

     Βαρύτητα αποδίδουμε στο λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων. Είναι νομολογημένο ότι ένας αδικοπραγούντας με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου και στην προκειμένη περίπτωση, οι Κατηγορούμενες απολαμβάνουν το ευεργέτημα αυτό (Γεωργίου v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Αριστοδήμου v. Δημοκρατία Ποινική Έφεση 121/2017 ημερ. 21.09.17, ECLI:CY:AD:2017:D311 και Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40).

 

     Επίσης μεγάλη βαρύτητα αποδίδουμε στην παραδοχή των Κατηγορουμένων, η οποία παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε σε πολύ αρχικό στάδιο και πριν την έναρξη της ακρόασης. Έχει επανειλημμένα τονιστεί μέσα από τη νομολογία ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.28 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014, 15.06.15 και Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 458). Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015 ημερ. 11.07.16 τονίστηκε, ανάμεσα σ’ άλλα, ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να ‘μεταφερθεί’ στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Το ίδιο σκεπτικό διατυπώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Τράντα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016 ημερ. 14.11.16. Εν προκειμένω η παραδοχή των Κατηγορουμένων έγινε, ως προαναφέραμε, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Συνεπώς, στην παραδοχή των Κατηγορουμένων, αποδίδουμε τη σημασία που της αρμόζει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

           

     Πέραν της παραδοχής τους, λαμβάνουμε υπόψιν και την απολογία των Κατηγορούμενων ενώπιον μας ως έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους τους, η οποία μέσω της αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων τους ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288), την οποίαν και προσμετρούμε προς όφελός τους. Ειδικά σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, η έμπρακτη μεταμέλεια της έλαβε την επιπλέον μορφή της μερικής αποκατάστασης της ζημιάς, για το ποσό των €1.500. Παράλληλα ανέλαβε την αποζημίωση και του υπόλοιπου ποσού των €2.250 αμέσως με την αποφυλάκισή της, αποδεχόμενη και την έκδοση σχετικού διατάγματος. Τα στοιχεία αυτά, τα προσμετρούμε προς όφελός της, ως πρόσθετα στοιχεία του γνήσιου της μεταμέλειάς της (βλ. Κωνσταντίνος Τάκη Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 252, Αντώνη Κουρρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 302/24, 19.12.2025 και Στεφάνου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 18/2020, 1.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:B295.

 

       Αναφορά γίνεται στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της Κατηγορούμενης 1 δια ότι η πρόθεση αποζημίωσης από την Κατηγορούμενη 1 αποτελεί σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα. Όμως, δεν έχουμε εντοπίσει καταγεγραμμένη μια τέτοια δήλωση από την πλευρά της. Πρόκειται εν πάση περιπτώσει για γενική αναφορά, χωρίς χρονικό ορίζοντα και χωρίς να επεξηγείται για ποιον λόγο δεν έχει μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο λάβει χώρα (Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486 και Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1995) 2 ΑΑΔ 228), έστω εν μέρει (Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 449). Υπό αυτές τις συνθήκες δεν δυνάμεθα να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στις σχετικές αναφορές της συνηγόρου, ως μετριαστικό παράγοντα επιβολής ποινής στην Κατηγορούμενη 1.    

 

     Καθίσταται σαφές πως χωρίς την παραδοχή των Κατηγορούμενων στο Δικαστήριο, την απολογία τους ενώπιον μας και γενικότερα την έμπρακτη μεταμέλεια που επέδειξαν δια της παραδοχής και της απολογίας τους, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά.

 

     Προβάλλουν οι συνήγοροι των Κατηγορούμενων, με παραπομπή στις Χαραλάμπους Κύπρος ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 53 και Ιωάννου Κωνσταντίνου Ελευθερίου ν. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 582 ότι οι Κατηγορούμενες συνεργάστηκαν με την Αστυνομία από την πρώτη στιγμή της σύλληψης τους, χωρίς καμία διαμαρτυρία, ακολουθώντας όλες τις οδηγίες και χωρίς να παρεμποδίζουν ή να δυσχεραίνουν το έργο της Αστυνομίας. Η ανωτέρω στάση τους δεν επαρκεί ώστε να δύναται να εκληφθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο για σκοπούς επιμέτρησης της κατάλληλης ποινής. Η συνεργασία με την Αστυνομία, σύμφωνα και με τις ανωτέρω αυθεντίες, θα πρέπει να είναι έμπρακτη και έγκειται στην ουσιαστική συνδρομή για σκοπούς εξιχνίασης των υπό διερεύνηση αδικημάτων και όχι στο να μην προβάλλονται εμπόδια είτε στη σύλληψη, είτε στη διαδικασία διερεύνησης (βλ. Mbakoup ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 86/14, 27.03.2015.) Εν προκειμένω, δεν έχουν τεθεί γεγονότα ενώπιον μας, ήτοι, τέτοιας έμπρακτης συνδρομής στην Αστυνομία.

 

       Δεχόμαστε όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων ως έχουν εκτεθεί από την Υπεράσπιση, και πρόσθετα, σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή.

 

       Είναι βεβαίως καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλεται ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας. Εκεί δηλαδή που έχουν διαπραχτεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης, όπως στην παρούσα περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες των παραβατών διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής έτσι ώστε να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της που σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι δεδομένος (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (πιο πάνω), Κλεοβούλου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου (2001) 2 Α.Α.Δ. 438). Στην υπόθεση Christinel v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 742 λέχθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής που ουσιαστικά αντλήθηκαν από την υπόθεση Παναγιώτου v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 540:

 

«Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας

 

     Ωστόσο το καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχτεί σοβαρά αδικήματα (βλ. Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575) και οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές (βλ. Χρυσοστόμου “Κανάρη” ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ.18). Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ.132).  Είναι με αυτό το σκεπτικό που προσεγγίζουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των κατηγορουμένων οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω (Μ.Θ. v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 174).

 

      Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1, ως προς τα δύσκολα παιδικά χρόνια που επικαλέστηκε (βλ. σελ. 12 της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της), σημειώνουμε ότι η αναφερόμενη εγκατάλειψη από τον πατέρα της επήλθε όταν αυτή ήταν πλέον ενήλικη, και δη 18 ετών. Δεν επήλθε όταν αυτή ήταν παιδί. Συναφώς, δεν προκύπτει στην πραγματικότητα ότι στερήθηκε την πατρική  φιγούρα, ως παιδί. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα του εθισμού του πατέρα της σε τζόγο, είναι στην ηλικία των 16 ετών που η Κατηγορούμενη 1 αντιλήφθηκε το πρόβλημα αυτό και όχι προηγουμένως. Πέραν της αντίληψης και γνώσης που η ίδια είχε του εν λόγω προβλήματος για περίοδο δύο ετών μέχρι την ενηλικίωση της, δεν προκύπτουν εξ αντικειμένου άλλες δυσκολίες παιδικών χρόνων, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μας. Λαμβάνουμε τον παράγοντα αυτό υπόψιν αποδίδοντας μειωμένη βαρύτητα σε αυτόν, για τους πιο πάνω λόγους. Εξάλλου, ως πρόσθετα σημειώνεται από την Υπεράσπιση, η Κατηγορούμενη 1 είχε πάντοτε τη στήριξη της μητέρας της καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της.

      

      Είναι δε εμφανές ότι η εγκατάλειψη του πατέρα της στη νεανική ηλικία των 18 ετών, δεν ήταν ικανή να αναχαιτίσει την πρόοδο και την επίτευξη των στόχων της, ανεξαρτήτως της βαθιάς απογοήτευσης που είναι αντιληπτό ότι υπέστη. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη 1 μετέβηκε για σπουδές, ολοκληρώνοντας ακαδημαϊκά προγράμματα σε δύο χώρες και σε δύο χωριστά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, λαμβάνοντας και από ένα εξ αυτών σχετικό βραβείο για τις επιδόσεις της. Πέτυχε την εγγραφή της ως δικηγόρος στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως ασκούμενη δικηγόρος σε δικηγορικό οίκο και πετυχαίνοντας σαφώς στις σχετικές εξετάσεις προς εγγραφή. Επαγγελματικά, ως αναφέρεται, ασχολείτο με αγοραπωλησίες, είχε κύκλο εργασιών, στις οποίες περιλαμβανόταν και η πώληση ενός ξενοδοχείου.

     

       Κεφαλαιώδους σημασίας είναι το γεγονός ότι τα αδικήματα στα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση, διαπράχθηκαν 24 περίπου έτη μετά την αποχώρηση του πατέρα της από την οικογένειά της, ήτοι, όταν αυτή πλέον ήταν 42 ετών περίπου και 13 έτη μετά την πρώτη εγγραφή της ως δικηγόρου στην Κυπριακή Δημοκρατία.  

     

        Δοθέντων των πιο πάνω, παρά τη συμπάθεια με την οποία αντιμετωπίζουμε το γεγονός της εγκατάλειψης της οικογένειας της από τον πατέρα της όταν η Κατηγορούμενη 1 ήταν 18 ετών, δεν δυνάμεθα να αποδώσουμε βαρύτητα στις προαναφερθείσες δυσκολίες που αντιμετώπισε στα παιδικά και νεανικά της χρόνια, ως ελαφρυντικό στοιχείο για σκοπούς μετριασμού της ποινής της στην παρούσα υπόθεση. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Χριστάκης Αχιλλέως Παπανδή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104 τα οποία παραθέτουμε αυτούσια:

 

«Ο δικηγόρος του εφεσείοντα υποστήριξε ότι οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του πελάτη του, για τις οποίες τέθηκε στη διάθεση του δικαστηρίου σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, δε λήφθηκαν υπόψη στο βαθμό που έπρεπε. Είναι γεγονός ότι ο εφεσείων στερήθηκε του ευεργετήματος να μεγαλώσει και αναπτυχθεί μέσα σε συγκροτημένη οικογένεια, που μπορούσε να του προσφέρει καθοδήγηση και επίσης να στρέψει σε άλλες κατευθύνσεις τη ζωτικότητά του. Προέρχεται από μεγάλη και πτωχή οικογένεια και έχασε νωρίς τον πατέρα του. Η μητέρα του τον τοποθέτησε σε Παιδική Στέγη για να μπορέσει να αντεπεξέλθει καλύτερα με τις υποχρεώσεις που είχε απέναντι στην υπόλοιπη οικογένεια της. Ο εφεσείων συζούσε με πρόσωπο που έχει δύο παιδιά από προηγούμενο γάμο με το οποίο απέκτησε και δικό του παιδί. Η οικογένεια συντηρείται από καιρό από το Ταμείο Δημόσιων Βοηθημάτων.

 

Παρόλο που ο εφεσείων έχει τη συμπάθεια του δικαστηρίου για τα δύσκολα παιδικά χρόνια που έζησε, εντούτοις το θέμα δεν μπορεί να προβάλλεται εσαεί ως ελαφρυντικό. Εξηγεί ίσως την αιτία της εγκληματικότητας και έχει ιδιαίτερη βαρύτητα κατά τα πρώτα παραστρατήματα. Η ηπιότερη μεταχείριση του εφεσείοντα από το δικαστήριο κατά τα πρώτα στάδια αντανακλά τον παράγοντα αυτό. Με την πάροδο όμως του χρόνου αποδυναμώνεται η σημασία του. Εξάλλου ο εφεσείων βρίσκεται σε ώριμη ηλικία, πνευματικά και συναισθηματικά, που μπορεί να αντιμετωπίσει τη ζωή και να κάμει τη σωστή επιλογή.»

 

      Βαρύτητα αποδίδουμε στο γεγονός ότι πρόκειται για μονογονιό, έχοντας πλήρη κηδεμονία του ανήλικου τέκνου της, σήμερα 14 ετών το οποίο στηρίζει η ίδια αποκλειστικά. Λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός ότι λόγω της κράτησής της το τέκνο της μετοίκησε προσωρινά στο εξωτερικό ώστε να διαμείνει μαζί με τον πατέρα του, εκκρεμούσης της αποφυλάκισης της μητέρας του. Είναι αντιληπτό ότι μια τέτοια εξέλιξη υπό τις ως άνω συνθήκες, μονογονεϊκής οικογένειας, δυνατό να προκαλέσει αναστάτωση στη ζωή ενός ανηλίκου. Πλην όμως δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι το ανήλικο τέκνο της έχει τη στήριξη του πατέρα του, έστω με τον προαναφερόμενο τρόπο. Επίσης, σύμφωνα με τη νομολογία ναι μεν οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, όμως, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής Tibor Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 328).

 

     Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, λαμβάνουμε υπόψιν τις οικογενειακές δυσκολίες που αντιμετωπίζει σχετικά με τα προβλήματα υγείας των μελών της οικογενείας της. Όμως, σχετικά με τις επιπτώσεις τυχόν φυλάκισής της στην οικογένεια της, παραπέμπουμε εκ νέου στην Tibor Domotov (ανωτέρω).

 

     Λαμβάνουμε υπόψιν και τα προβλήματα υγείας της Κατηγορούμενης 2 που σήμερα αντιμετωπίζει, τα οποία περιλαμβάνουν και ψυχικά προβλήματα, σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό, Ένδειξη Ε4 (Δαυίδ Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 773). Τούτων λεχθέντων, σημειώνουμε ότι τα προβλήματα υγείας ενός κατηγορούμενου δεν αποτελούν, σύμφωνα με τη νομολογία, λόγο για την αποφυγή ποινής φυλάκισης όταν κατά τα άλλα αποτελεί την κατάλληλη ποινή (Asoltanei Cristinel v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 742, Attorney General v. Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93). Αντιθέτως, προβλήματα υγείας μπορούν κατά κανόνα να τύχουν αντιμετώπισης μέσω των αρχών των φυλακών (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 223/2019, 8.4.2020, El Kara v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 239 και Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 282). Εν προκειμένω, δεν τέθηκε ενώπιον μας η εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό. Λαμβάνουμε όμως υπόψιν ότι ο εγκλεισμός της είναι δυνατό να επιδεινώσει την κατάσταση της ψυχικής υγείας της (βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 144). 

 

      Πάρα πολλές αποφάσεις του  Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για τα αδικήματα της φύσεως που οι Κατηγορούμενες διέπραξαν. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 217). Στη Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100, το Εφετείο επανέλαβε ότι:

 

«… δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων.  Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν.»

 

Ενδεικτικά αναφέρουμε τις ακόλουθες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου:

 

      Στην υπόθεση Βασιλείου v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στη διάπραξη των αδικημάτων συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, πλαστογραφίας πληρεξουσίου εγγράφου, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις. Προσμετρώντας τη συνεργασία του με άλλο πρόσωπο, την οργάνωση και εκτέλεση των εγκλημάτων στη βάση σχεδίου εξαπατώντας σωρεία ανθρώπων, το ποσό των Λ.Κ. 100.000,00 που επωφελήθηκε, το ότι λήφθηκαν υπόψη άλλες 41 υποθέσεις παρόμοιας φύσης αδικημάτων και το ότι βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη, το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε σε κάθε μία από τις κατηγορίες πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου ποινή φυλάκισης 10 ετών, στις δύο κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις ποινές φυλάκισης 2 και 3 ετών αντίστοιχα και στην κατηγορία εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις ποινή φυλάκισης 1 έτους. Επειδή κρίθηκε κατ’ έφεση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι στη διάπραξη των εγκλημάτων υπήρχε ανάμιξη τρίτων προσώπων καθώς και στον παράγοντα της καθυστέρησης πέντε ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων, η ποινή φυλάκισης των 10 ετών στα σοβαρότερα αδικήματα μειώθηκε σε 8 χρόνια.

 

     Στην Κουμπαρή v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018 ημερ. 11.05.20, ECLI:CY:AD:2020:B151 στην κατηγορούμενη που παράνομα απέκτησε έσοδα ύψους €1.975.000,00 κατά τη χρονική περίοδο 28.02.2012 – 07.11.2012 επιβλήθηκε, κατόπιν ακρόασης, ποινή φυλάκισης 8 ετών που επικυρώθηκε κατ’ έφεση. Η κατηγορούμενη ήταν λευκού ποινικού μητρώου και εξαπάτησε μόνο ένα θύμα (συγκεκριμένα μια εταιρεία).  Έφεση κατά της ποινής καταχώρισε μόνο η κατηγορούμενη η οποία απορρίφθηκε. 

 

       Στην υπόθεση Αντώνης Κουρρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 302/2024, 19.12.2025, ο παραπονούμενος δάνεισε χρήματα στον Κατηγορούμενο 1 μετά από παράκληση του πατέρα του τελευταίου, με τον οποίο συνδεόταν συγγενικά, για να δημιουργήσει επιχείρηση σιτηρών, με την υπόσχεση ότι θα του τα επέστρεφε μετά τη λήψη κρατικής χορηγίας. Ο Κατηγορούμενος 1, όχι μόνο δεν του επέστρεψε τα χρήματα, αλλά, με ψεύδη, του απέσπασε και άλλα χρηματικά ποσά, και πάλι, με την πρόφαση της λήψης κρατικής χορηγίας, αλλά και ότι θα δημιουργούσε φάρμα με δαμασκηνές κατσίκες, κάτι το οποίο δεν υφίστατο. Το συνολικό ποσό το οποίο αποσπάστηκε, ανερχόταν σε ποσό ύψους €420.000. Ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας.  Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης ως εξής: 2 έτη για τη συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος δια απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, 18 μήνες έως 2,5 έτη για τις επιμέρους κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, 7 έτη για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και 5 έτη για το αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο, με τις ποινές να συντρέχουν.

             

       Στη Βασιλείου κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 12-15/2015 ημερ. 04.07.17 που αφορούσε καταγγελία καταδολίευσης του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων της Α.Τ.Η.Κ., επιβλήθηκαν για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατόπιν ακρόασης, στον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Α.Τ.Η.Κ. που παράνομα έλαβε ποσό €300.000, ποινή φυλάκισης 8 ετών η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση, στον τότε Γενικό Γραμματέα μίας εκ των συντεχνιών υπαλλήλων της Α.Τ.Η.Κ. που παράνομα έλαβε ποσό €450.000 ποινή φυλάκισης 9 ετών η οποία κατ’ έφεση μειώθηκε σε 7 χρόνια και σε τότε υψηλόβαθμο στέλεχος της Α.Τ.Η.Κ. που παράνομα έλαβε ποσό €250.000 ποινή φυλάκισης 6,5 ετών η οποία μειώθηκε σε 4,5 έτη κατ’ έφεση ώστε να αντανακλά το δικό του ρόλο συμμετοχής.

    

       Στη Θεοφάνους v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018 ημερ. 27.06.19 στον κατηγορούμενο που μαζί με δύο άλλα άτομα την περίοδο 2015-2016 παράνομα απέσπασαν από την παραπονούμενη ποσό €571.145,00 ενώ η αξία της εργασίας που είχε εκτελεστεί στην οικία της ήταν μόλις €106.884,82 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α, επιβλήθηκε, μετά από παραδοχή, ποινή φυλάκισης 3 ετών στο αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και 6 ετών στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

    

       Στην υπόθεση Μαληκκίδη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 40/2015, 25.11.16 στον τότε Γενικό Διευθυντή του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου που παράνομα έλαβε συνολικά ποσό €498.000 σε οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις καλύπτοντας περίοδο δέκα περίπου ετών, επιβλήθηκε, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 6 ετών η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.

 

     Στην Davidescu και άλλος v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 197 & 198/2018, 08.07.19 στους κατηγορουμένους που παράνομα απέκτησαν έσοδα ύψους €310.000,00 περίπου επιβλήθηκαν, μετά από παραδοχή, ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.

 

     Στη Δημοκρατία ν. Αντωνίου Κουρουζίδη κ.ά. Ποιν. Εφ. 19.2020, 34/2020, 37/2020, 39/2020, 41/2020 και 44/2020, ημερομηνίας 20.7.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή 5 ετών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

 

      Στη Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017 και 131/2017, ημερομηνίας 26.4.2018, στον εφεσείοντα Μιχαηλίδη, ποινή φυλάκισης 5½ ετών σε 3 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων (ποσό €134.000), μειώθηκε σε 4½ χρόνια.  Στον Ευσταθίου, σε 2 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων (€110.000), η ποινή φυλάκισης των 5½ ετών μειώθηκε σε 4½.  Στον Βασιλείου, σε 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων (€60.000), του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία μειώθηκε σε 3 χρόνια.  Όλοι οι πιο πάνω εφεσείοντες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας.  Στον Σιαηλή, σε 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων (€27.500), του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών και διαδοχική ποινή 6 μηνών, για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία. Η ποινή, στο αδίκημα της νομιμοποίησης, μειώθηκε σε 3 έτη.  Οι πιο πάνω εφεσείοντες, κρίθηκαν ένοχοι μετά από ακροαματική διαδικασία.

 

     Στην Αστυνομία ν. Βακανά Ποιν. Εφ. 173/2020, 17.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης των 2 ετών οι οποίες είχαν ανασταλεί και επέβαλε συντρέχουσες άμεσες ποινές φυλάκισης με την ψηλότερη αυτή να είναι των 4 ετών. Το συνολικό ποσό που είχε αποσπαστεί ήταν €383.304,49.

 

      Στη Στεφάνου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 18/2020, 1.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B295, η Εφεσείουσα παραδέχτηκε οκτώ κατηγορίες για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και έξι συναφείς κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η έκνομη της συμπεριφορά έλαβε χώρα την περίοδο Σεπτεμβρίου 2016 - Οκτωβρίου 2017, όταν με ψευδείς παραστάσεις απέσπασε από οκτώ διαφορετικά πρόσωπα διάφορα χρηματικά ποσά που συμποσούνταν σε €101.631,00.  Ψευδώς παρίστανε τον εαυτό της ως υπάλληλο διαφόρων εταιρειών και υποσχόταν ότι θα διευθετούσε την αγορά αυτοκινήτων και ακινήτων για τους παραπονούμενους σε προνομιακές τιμές ή θα τους εξασφάλιζε θέσεις εργασίας, υποτροφίες και αεροπορικά εισιτήρια. Είχε μια προηγούμενη σχετική καταδίκη. Οι μεγαλύτερες ποινές που επιβλήθηκαν ήταν αυτές της ποινής φυλάκισης 2 ετών για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και 3,5 ετών για το αντίστοιχο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, σε σχέση με το ποσό που είχε αποσπάσει (€85.586).

   

       Στην υπόθεση Ηρακλέους v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 174 ο εφεσείων αντιμετώπιζε 29 συνολικά κατηγορίες για πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπία, εξασφάλιση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων και συγκάλυψης κατά παράβαση του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996, Ν.61(Ι)/96, όπως τροποποιήθηκε. Το ποσό που εξασφαλίστηκε ήταν Λ.Κ.£5.000,00. Μετά από παραδοχή και συμμετοχή του στην εξιχνίαση των υποθέσεων, του επιβλήθηκαν ποινές άμεσης φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 3 ετών, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

     Στη Μάριος Βασιλείου ν. Αστυνομίας 181/2023, 30.3.2026, ο εφεσείων αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες για το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Ειδικότερα, του αποδόθηκε ότι σε τρεις ξεχωριστές ημερομηνίες τον Αύγουστο 2018 απέσπασε από την παραπονούμενη τα ποσά των €500, €1470 και €3170 αντίστοιχα, παριστάνοντας σε αυτήν ότι θα αποζημίωνε πρόσωπα από τα οποία η παραπονούμενη είχε λάβει τα ισάξια ποσά για έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων χωρίς όμως ποτέ να εκδώσει τα εισιτήρια και τα οποία της παρέστησε ότι γνώριζε, για να μην κάνουν καταγγελία στην αστυνομία, ενώ στην πραγματικότητα οικειοποιήθηκε τα ως άνω ποσά. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών. Στο στάδιο της έφεσης αποσύρθηκαν οι λόγοι έφεσης που αφορούσαν την ποινή και η έφεση ακούσθηκε ως προς την καταδίκη.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιβολή ποινής είναι λεπτό και συνάμα δύσκολο και πολυδιάστατο δικαστικό έργο, το οποίο, όπως ήδη λέχθηκε, απαιτεί βαθύ προβληματισμό για εξατομίκευση της μέσα από εκτίμηση δεδομένων, των γεγονότων που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, επιβαρυντικών και ελαφρυντικών παραγόντων της υπόθεσης, χωρίς να παραγνωρίζεται ο σκοπός του νομοθέτη στη θέσπιση των υπό κρίση αδικημάτων και η Νομολογία επί του θέματος (Αντωνίου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 74/2020 ημερ. 31.07.2020).

 

 

Έχει ήδη γίνει αναφορά στην έξαρση των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενες διέπραξαν. Σε τέτοια περίπτωση, ως ελέχθη, «οι συνθήκες και οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης έχουν σημασία για το μέγεθος της ποινής» (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 463, 469). Οι δε συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από την Κατηγορούμενη 1 υπήρξαν άκρως επιβαρυντικές για την ίδια, ενώ καλούμαστε να λάβουμε υπόψιν και δύο άλλες ποινικές υποθέσεις που αφορούν αδικήματα εναντίον περιουσίας τρίτων προσώπων. Γνωρίζουμε ότι ο προσδιορισμός της ποινής και η επιμέτρηση του ύψους της, είναι έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αστυν. Λ/σού ν. Toorac Fashion (1993) 2 A.A.Δ. 117:

 

 «Τα Δικαστήρια, που είναι οι φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, έχουν ευθύνη έναντι της κοινωνίας να πατάξουν το έγκλημα. Τούτο επιτυγχάνεται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Αποτρεπτικές ποινές μπορούν και πρέπει να επιβάλλονται όπου η φύση του αδικήματος το απαιτεί, ή όπου η παρανομία του είδους της εκδικαζόμενης υπόθεσης αυξάνεται σε έκταση. Οι προσωπικές συνθήκες, σε τέτοιες περιπτώσεις, έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα. Η ποινή δεν πρέπει να είναι μικρή, γιατί αυτό αποτελεί ενθάρρυνση στην παρανομία.

Η συμπεριφορά κατηγορουμένου απέναντι του νόμου, γενικά, και η όλη συμπεριφορά του μετά τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, ειδικά, είναι παράγοντας που επηρεάζει το είδος και το ύψος της ποινής.

Η συμπεριφορά των εφεσιβλήτων στην παρούσα υπόθεση συνιστά γενική περιφρόνηση του νόμου.

Η ποινή πρέπει να εκφράζει τη δημόσια απαρέσκεια για το εκδικαζόμενο αδίκημα από την οργανωμένη κοινωνία, που εκφραστικό της όργανο είναι το Δικαστήριο

 

(Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.)

 

        Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 98). Αναμφίβολα προκύπτει ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από εγκληματικές συμπεριφορές, όπως αυτές των Κατηγορουμένων. Οι προσωπικές - οικογενειακές - οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων, η παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η μεταμέλεια τους όπως αυτή εκφράστηκε με την παραδοχή τους, καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας από τις ευπαίδευτους συνηγόρους υπεράσπισης και τα οποία έχουμε θέσει ενώπιον μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης.

 

       Σημειώνουμε εδώ ότι η δράση της Κατηγορούμενης 2 ήταν σαφώς περιορισμένη συγκριτικά με αυτή της Κατηγορούμενης 1, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί πιο πάνω και δεν χρήζουν επανάληψης. Πρόσθετα, ως ελέχθη, καλούμαστε να λάβουμε υπόψιν μας δύο άλλες ποινικές υποθέσεις για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής στην Κατηγορούμενη 1, οι οποίες καταδεικνύουν μεγαλύτερη έκταση εγκληματικής δραστηριότητας από ότι η συγκατηγορούμενή της. Είναι γνωστό ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της οδηγού υπόθεσης από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης που καλείται να επιβάλει ποινή (Ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 598 και βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων (1993) 2 Α.Α.Δ 129, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου (1994) 2 Α.Α.Δ 194 και Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 382). Αυτό, χωρίς αμφιβολία, ισχύει για την Κατηγορούμενη 1, την οποία αφορούν οι ποινικές υποθέσεις με αρ. 15602/25 και 2291/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που λαμβάνονται υπόψη στην οδηγό υπόθεση για σκοπούς επιβολής ποινής.

 

Στην υπόθεση Mazarakis ν. Republic (1982) 2 C.L.R. 183, ο κατηγορούμενος ήταν μόλις 20 ετών, νυμφευμένος και με ένα παιδί. Παραδέχθηκε στην Αστυνομία τη διάπραξη των αδικημάτων και επέστρεψε μέρος των κλοπιμαίων. Για αδικήματα για τα οποία ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης 10 ετών, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, κατόπιν παραδοχής, 5 ετών. Λήφθηκαν υπόψη άλλα 13 ομοειδή αδικήματα.  Ο κατηγορούμενος καταχώρισε έφεση κατά της ποινής. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση την οποία μάλιστα χαρακτήρισε ως επιεική, αφού έλαβε υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε συνολικά 14 αδικήματα.  Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση:

 

«…As it has been said earlier the appellant had committed a great number of offences and we have no doubt that all these offences make the case a very serious case for the appellant.  Indeed, one can hardly find any mitigating circumstances regarding the crimes committed by him and this Court in imposing sentence must take into consideration the seriousness of the offences in each case as reflected by the punishment provided by the legislature in the relative sections of the Criminal Code.  Furthermore, we feel we must give due regard to the protection which the general public are entitled to under the law against the dangers coming from persons who do not care at all.  For these reasons, and fully aware that at the end the appellant admitted to the police and had returned part of the money, we have reached the view, not without any difficulty, that in the particular circumstances of this case not only the sentence is not manifestly excessive, but that, on the contrary, it is lenient one if one takes into consideration that the appellant admitted that he had committed in all 14 offences.»

 

       Εν προκειμένω, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω, οι ως άνω ποινικές υποθέσεις εναντίον της Κατηγορούμενης 1, εντείνουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε στα πλαίσια της παρούσας περίπτωση.

 

       Επιχειρηματολογεί η συνήγορος της Κατηγορούμενης 1 ότι τα αδικήματα που αφορούν στις εν λόγω δύο ποινικές υποθέσεις, χρονολογούνται από τα έτη 2012 και 2023, αντίστοιχα και ότι, στη βάση της Χατζηξενοφόντως Ανδρέας κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 316, ο παράγοντας της καθυστέρησης αυτής θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ως μετριαστικός παράγοντας. Όμως, στη βάση των ενώπιον μας γεγονότων αναφορικά με τις εν λόγω υποθέσεις (Ένδειξη Α2), το αδίκημα της κλοπής διαπράχθηκε τον Μάρτιο του 2018 (ποινική υπόθεση αρ. 2291/21) και το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις τον Απρίλιο του 2025 (ποινική υπόθεση αρ. 15602/25) και όχι τα έτη 2012 και 2025, αντίστοιχα. Ουδεμία καθυστέρηση παρατηρείται αναφορικά με την ποινική υπόθεση αρ 15602/25. Πρόσθετα, εν σχέσει και με τις δύο αυτές υποθέσεις, δεν έχει καταδειχθεί ότι έχουν στο μεσοδιάστημα αλλοιωθεί οι προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης 1. Παραπέμπουμε επί τούτου στην Αντώνης Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 104, όπου αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι «(τ)ο θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτηΕν πάση περιπτώσει, είναι τώρα, στα πλαίσια επιβολής ποινής της οδηγού υπόθεσης, που τέθηκε ενώπιον μας αίτημα όπως οι προαναφερθείσες ποινικές υποθέσεις ληφθούν υπόψιν για σκοπούς επιμέτρησης κατάλληλης ποινής. Υπό τις ως άνω συνθήκες, δεν δυνάμεθα να υιοθετήσουμε τη σχετική εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούμενης 1.

 

Καταληκτικά, αφού λάβαμε υπόψη την ενιαία και ομοειδή συμπεριφορά της κάθε Κατηγορούμενης, την αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στις Κατηγορούμενες 1 και 2:

 

Στην Κατηγορούμενη 1:

 

-          Στις κατηγορίες 1, 3, 8, 11, 14, 17, 19, 22, 26, 29, 32 και 35 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι χρηματικών ποσών ύψους €8.110, €52.175, €32.970, €23.470, €41.410, €7.500, €54.850, €10.540, €16.800, €17.555, €20.750 και €36.700, αντίστοιχα), ποινή φυλάκισης 3 ετών σε κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες.

 

-          Στις κατηγορίες 2, 5, 12, 18 (νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αναφορικά με τα ανωτέρω ποσά των €8.110, €52.175, €23.470, €7.500, αντίστοιχα), ποινή φυλάκισης 6 ετών σε κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες.

 

 

Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

      

Στην επιμέτρηση της ποινής της Κατηγορούμενης 1 στην παρούσα υπόθεση, λήφθηκαν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις με αρ. 15602/25 και 2291/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.

 

 

Στην Κατηγορούμενη 2:

 

-          Στις κατηγορίες 4 και 24 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, ήτοι χρηματικών ποσών ύψους €1.500 και €2.250, αντίστοιχα), ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες.

 

 

Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

 

Έχοντας υπόψη μας  τη συγκατάθεση της Κατηγορουμένης 2  και της Κατηγορούσας Αρχής, θα προχωρήσουμε  στην έκδοση διατάγματος και εκδίδουμε διάταγμα αποζημίωσης για το ποσό των €2.250 στον παραπονούμενο.

 

            Προχωρούμε να εξετάσουμε αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 2, ως ήταν και η  εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της.

 

            Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία (Βίνσι v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 178/21, ημερ. 27.9.22), ECLI:CY:AD:2022:B367. Ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου (άρθρο 3(2), Ν.95/72).  Ένα σημαντικό ζήτημα, όπως επαναλήφθηκε πολύ πρόσφατα στην Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 33/25 κ.ά., ημερ. 2.2.26, είναι κατά πόσο η αναστολή θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. 

 

            Στην υπόθεση ΧΧΧ ΤΟΚΑΤΛΙΑΝ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 1/2020, ημερ. 16/7/2020, με αναφορά και στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

  «Είναι γεγονός ότι το δικαστήριο εξετάζοντας τη δυνατότητα αναστολής δεν πρέπει να περιορίζεται στον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής αλλά θα πρέπει να εξετάζει τα περιστατικά της υπόθεσης στο σύνολο τους και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου (Αργυρίδης κ.α ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ 449). Κατά την εξέταση όμως του ζητήματος σημαντικό ερώτημα παραμένει κατά πόσο η αναστολή ποινής θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει του πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». 

 

            Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα. Το Δικαστήριο κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής έχει λάβει υπόψη του τα περιστατικά της υπόθεσης, τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης 2 και τα ελαφρυντικά της και δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο θα συνηγορούσε υπέρ της αναστολής. Καταλήγουμε με αυτά τα δεδομένα πως η σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και η αποτρεπτικότητα στην διάπραξη αυτής της φύσης αδικημάτων δεν δικαιολογούν την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 2. Στην Ιωσήφ (ανωτέρω) αναφέρθηκε πως «τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεδομένης της σοβαρότητας των περιστάσεων της υπόθεσης και της φύσης του αδικήματος, θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα γι' αυτού του είδους τη συμπεριφορά.

 

      Το δε προαναφερόμενο διατάγματα αποζημίωσης αναστέλλεται για όλο το χρονικό διάστημα που η Κατηγορούμενη 2 θα εκτίει  την ποινή φυλάκισης που της επιβλήθηκε και ακολούθως για περαιτέρω περίοδο 6 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισης της. 

 

Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι Κατηγορούμενες τελούν υπό κράτηση και δη από 10/9/2025.

 

 

 

 

                                                                                                                          

                                                          (Υπ.) …………………………………

                                                                                                                                     Κ. Κουνίδου, Π.Ε.Δ

 

 

                                                          (Υπ.) …………………………………

                                                      

  Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.

 

 

                                                            (Υπ.) ……………………………….

                                 Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο