ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 3933/26
Δημοκρατία
ν.
A. B.
Κατηγορούμενος
- - - - - - - - - - - - - -
Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης
Για τον Κατηγορούμενο: κα Κ. Πιερούδη
Κατηγορούμενος παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο κατηγορούμενος, 43 ετών, παραδέχθηκε ότι τον Απρίλιο 2026 παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στην Α. Τιμοθέου, δυνάμει του άρθρου 231, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα, παραδέχθηκε ότι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ενώ αποχωρούσε από την αίθουσα του Κακουργιοδικείου, επιτέθηκε παράνομα στη Δημόσιο Κατήγορο Α. Τιμοθέου, χτυπώντας την με το χέρι του στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει κάταγμα ρινός (1η κατηγορία).
Τα γεγονότα, ως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, παρατίθενται αυτολεξεί:
«1. Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε στο Κακουργιοδικείο Λεμεσού την ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 19550/24, στο πλαίσιο της οποίας κατηγορείτο για αδικήματα διαπραχθέντα εναντίον γυναίκας με την οποία διατηρούσε σχέση. Κατόπιν ακροάσεως, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για α) το αδίκημα της αρπαγής προσώπου με σκοπό τον άδικο περιορισμό του (αρ.247 και 250 Κεφ.154), β) το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης (αρ.243 Κεφ. 154), και γ) αδικήματα άσκησης ψυχολογικής βίας αρ.6 του Ν. 115(Ι)/21).
2. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος προέβη σε παραδοχή ενοχής σε πρόσθετες κατηγορίες που αφορούσαν αδικήματα επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, μαχαιροφορίας, παράνομης εισόδου σε περιουσία, κακόβουλης ζημίας και κατοχής ναρκωτικών.
3. Στις 03.04.2026, το Κακουργιοδικείο με απόφασή του επέβαλε στον Κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με σοβαρότερη την ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για το αδίκημα της αρπαγής προσώπου. Μετά την εκφώνηση της απόφασης και αφού τα μέλη του Δικαστηρίου αποχώρησαν από την αίθουσα, ο κατηγορούμενος, συνοδευόμενος από δύο αστυφύλακες, εξήλθε από το εδώλιο και κινήθηκε προς την έξοδο με σκοπό τη μεταφορά του στα κρατητήρια. Διερχόμενος δίπλα από την έδρα της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος αναφώνησε «τέσσερα χρόνια για δύο πάτσους» και αιφνιδιαστικά επιτέθηκε στην εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής, που χειρίστηκε την υπόθεση, γρονθοκοπώντας την με το δεξί του χέρι στο πρόσωπο.
4. Από το βίαιο κτύπημα που δέχθηκε η παραπονούμενη στο πρόσωπο, υπέστη σοβαρό τραυματισμό και παρουσίασε έντονη αιμορραγία από τη ρινική χώρα. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής της, κλήθηκε ασθενοφόρο, το οποίο τη μετέφερε άμεσα σε ιδιωτική κλινική για παροχή επείγουσας ιατρικής περίθαλψης. Κατά την κλινική εξέτασή της, διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση ρινός και εκτεταμένο οίδημα στην περιοχή του άνω χείλους.
5. Ακολούθως, η παραπονούμενη υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο και αξονική τομογραφία και διαπιστώθηκαν τραυματικές κακώσεις στη ρινική χώρα, περιλαμβανομένων καταγμάτων αμφοτέρων των ρινικών οστών και μετατόπισης του δεξιού ρινικού οστού. Τα πιο πάνω ιατρικά ευρήματα καταδεικνύουν τη σφοδρότητα της ασκηθείσας βίας και την ένταση της επίθεσης που δέχθηκε η παραπονούμενη από τον Κατηγορούμενο.»
Ως μέρος των γεγονότων δηλώθηκε περαιτέρω ότι η παραπονούμενη μετά από πάροδο 3 – 4 μηνών θα πρέπει να υποβληθεί ξανά σε εξετάσεις για να διαπιστωθεί κατά πόσο θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση για να διορθωθούν τα τραύματα που υπέστη.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή της, ορθά αναφέρθηκε στη σοβαρότητα του αδικήματος. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, στις προσωπικές του περιστάσεις και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε το αδίκημα. Λάβαμε υπόψη μας όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μας.
Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, κρίνουμε σκόπιμο να μεταφέρουμε αυτούσια τα όσα η κα Πιερούδη ανέφερε στην αγόρευσή της:
«Τα γεγονότα έχουν ήδη εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι ζητούμε από το Δικαστήριο να ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης και επιβολής της ποινής είναι οι ακόλουθοι, πρώτον η άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία δείχνει το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος πολύ σύντομα και πολύ γρήγορα αντιλήφθηκε το πόσο απαράδεχτα συμπεριφέρθηκε μέσα την αίθουσα του Δικαστηρίου, αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα και το μέγεθος της σοβαρότητας και του είδους της πράξης στην οποία προέβηκε, αυτό το έχει αντιληφθεί πλήρως, το έχει κατανοήσει και έχει μετανιώσει πραγματικά και ειλικρινά για την πράξη του, η οποία ήταν παρορμητική, στιγμιαία και σε ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο λόγω του άγχους και της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν τόσο για τον λόγο ότι μόλις του είχε απαγγελθεί μια ποινή, αλλά κυρίως για τον λόγο ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ψυχολογική αστάθεια λόγω της χρόνιας χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών, ήταν χρόνια χρήστης ουσιών και αυτό του προκάλεσε ψυχολογική αστάθεια και ψυχολογικά προβλήματα τα οποία επέδρασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό στον τρόπο κατά τον οποίο απώλεσε τον έλεγχό του τη δεδομένη στιγμή και συμπεριφέρθηκε με αυτόν τον απαίσιο και φρικτό τρόπο. Το αντιλήφθηκε, ένιωσε την ανάγκη να ετοιμάσει στη γλώσσα του μιαν προσωπική απολογία, την οποία εγώ μετέφρασα και υπόγραψε ο ίδιος στη γλώσσα του και η οποία έχει μεταφραστεί και αναφέρει ο Κατηγορούμενος και διαβάζω από τη δική του δήλωση που μου την έχει δώσει: “Θέλω να ζητήσω δημόσια μια μεγάλη συγγνώμη προς τη δικηγόρο της Δημοκρατίας. Έχω ειλικρινά μετανιώσει για την πράξη μου και σας ζητώ συγνώμη. Δεν ήμουν ο εαυτός μου, αλλά γνωρίζω ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για την πράξη μου. Θέλω μόνο να ξέρετε ότι δεν συγχωρώ ούτε τον εαυτό μου, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο θα έκανε αυτή τη πράξη η οποία με μηδένισε πλήρως σαν άνθρωπο. Θέλω να ζητήσω ειλικρινά συγνώμη και από εσάς αλλά και από την χώρα που με φιλοξενεί γιατί ξέρω ότι το ελάχιστο που οφείλω είναι σεβασμό στους νόμους και τους ανθρώπους της”.
[…]
Η ουσία, ο κυριότερος λόγος που εδράζομαι στο μετριασμό είναι ένας για τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, έχασε πλήρως τον αυτοέλεγχό του, λόγω της χρόνιας ουσιοεξάρτησης στην οποία αντιμετώπιζε πρόβλημα, το οποίο του δημιούργησε ψυχολογικά προβλήματα που είχαν ως αποτέλεσμα εκείνη τη στιγμή να απωλέσει τον αυτοέλεγχό του και να συμπεριφερθεί όπως συμπεριφέρθηκε, αυτό έχει αναφερθεί. Μετανιώνει, ζητά συγγνώμη και ενώπιον του Δικαστηρίου σας, ζητά προσωπικά συγγνώμη μέσω της επιστολής, δεν ξέρω αν είναι κάτι άλλο που μπορεί να πράξει μετά τη συγγνώμη που δηλώνει δημόσια ότι λυπάται για αυτό το γεγονός και δηλώνει ότι ούτε ο ίδιος συγχωρεί τον εαυτό του που το έπραξε και ούτε θα αποδεχόταν αυτήν τη συμπεριφορά από οποιονδήποτε άλλον. Εντιμότατη, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που πιστεύω θα κληθεί να προβληματίσει το Δικαστήριο στον τρόπο που θα επιβάλει την ποινή, διότι η πράξη διαπράχθηκε χρονικά κατά την ώρα που εξερχόταν από την είσοδο του Δικαστηρίου που του έχει επιβάλει ποινή 4 χρόνια.»
Εκ προοιμίου σημειώνουμε ότι η παρούσα υπόθεση είναι πρωτόγνωρη στην κυπριακή δικαστική πραγματικότητα. Η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως άκρως απαράδεκτη, ανάρμοστη, αδικαιολόγητη και απρόκλητη. Εντούτοις, υπάρχουν ελαφρυντικά στα οποία αναφερόμαστε στη συνέχεια.
Αρχικά, λαμβάνουμε υπόψη μας την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, καθώς και τη δημόσια απολογία του. Η παραδοχή του ενώπιόν μας δείχνει την έμπρακτη μεταμέλειά του και, για αυτό, θα επιβραβευθεί με έκπτωση στην ποινή. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, η οποία επαναλήφθηκε πρόσφατα στην Κεσίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/25, ημερ. 8.10.25, ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με συνέπεια την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου». Στη δε Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/19, ημερ. 10.3.21, ECLI:CY:AD:2021:B88, λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενός κατηγορούμενου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως στοιχείο μεταμέλειας…». Αναφέρουμε από τώρα πως, χωρίς την παραδοχή του κατηγορούμενου, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Λαμβάνουμε, βέβαια, υπόψη ότι όλα τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν δημόσια, εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, στην παρουσία τρίτων προσώπων.
Ο κατηγορούμενος, εντελώς απρόκλητα και σε ανύποπτο χρόνο, επιτέθηκε και κτύπησε μια συλλειτουργό της δικαιοσύνης στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων της, γρονθοκοπώντας την στο πρόσωπο. Αποτέλεσμα των απρόκλητων πράξεων του κατηγορούμενου ήταν το θύμα να υποστεί σοβαρά τραύματα, τα οποία, ως αναφέρθηκε στα γεγονότα που κατατέθηκαν ενώπιόν μας, καταδεικνύουν τη σφοδρότητα της βίας και την ένταση της επίθεσης. Επαναλαμβάνουμε τα όσα λέχθηκαν – δεκαετίες πριν – στην Φιλίππου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 245, τα οποία, θεωρούμε, ισχύουν κατ’ αναλογία και για τους δικηγόρους στην ενάσκηση των καθηκόντων τους ως συλλειτουργοί της δικαιοσύνης:
«Οι αστυνομικές αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαραχτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας».
Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι η επίθεση, όχι μόνο έγινε εναντίον εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, αλλά έγινε εντός της αίθουσας του Κακουργιοδικείου. Θεωρούμε σχετικά τα τόσα λέχθηκαν στην Alassad v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 99/22, ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:B137, υπόθεση η οποία αφορούσε το αδίκημα του εμπρησμού αίθουσας στο Ε.Δ. Λεμεσού, το οποίο (απόσπασμα) αποτυπώνει και τη δική μας αντίληψη σε σχέση με τον χώρο όπου έγινε το επίδικο περιστατικό:
«Αναφερόμενο το Κακουργιοδικείο στις συνθήκες και τα περιστατικά διάπραξης του αδικήματος, αφού επεσήμανε ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφέρει από άλλες υποθέσεις εμπρησμού, όπου διάπραξη του αδικήματος συνήθως συνδέεται με πρόθεση εκδίκησης ή αποκόμιση κέρδους ή το κίνητρο είναι η λήψη χρηματικού ποσού από ασφαλιστική εταιρεία, αναγνώρισε, και ορθά, ότι η υπόθεση είναι πρωτόγνωρη στα ιστορικά του τόπου μας.
Όπως συγκεκριμένα το έθεσε:
“Οι παραβάτες έφτασαν στο σημείο να θέσουν πυρκαγιά στο χώρο που απονέμεται δικαιοσύνη και δη, στο χώρο φύλαξης τεκμηρίων, με σκοπό να καταστραφούν τεκμήρια συγκεκριμένης, υπό εξέλιξη, υπόθεσης. Τα Δικαστήρια παρακολουθούν με αγωνία και προβληματισμό την έξαρση του συγκεκριμένου αδικήματος και τη σοβαρή εξελικτική του πορεία. Η έκνομη πράξη του κατηγορούμενου 1 δυναμιτίζει την αποστολή της δικαιοσύνης και το κράτος δικαίου. Προκαλεί αισθήματα αποτροπιασμού, ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβρώνει συνάμα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών”.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Κακουργιοδικείου είναι καίριες.
Χωρίς αμφιβολία η υπό κρίση περίπτωση είναι πρωτοφανής για τα κυπριακά δεδομένα, εφόσον, χωρίς υπερβολή, ήταν κτύπημα στην καρδιά της απονομής της δικαιοσύνης…»
Ομοίως και εδώ, ο κατηγορούμενος, αφού του επιβλήθηκε ποινή από το Κακουργιοδικείο στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης που αντιμετώπιζε, απρόκλητα και χωρίς κανένα ενδοιασμό επιτέθηκε στην εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, γρονθοκοπώντας την βίαια. Αποτέλεσμα της επίθεσης ήταν να προκληθούν στην παραπονούμενη κακώσεις στη ρινική χώρα, κατάγματα σε αμφότερα τα ρινικά οστά και μετατόπιση του ρινικού οστού. Η δε κλινική της εικόνα χρήζει επαναξιολόγησης για να διαπιστωθεί κατά πόσον θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση για να διορθωθούν τα κατάγματα, τα οποία προκλήθηκαν από την επίθεση του κατηγορούμενου.
Επιπρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι και το γεγονός ότι η βία ασκήθηκε σε δημόσιο χώρο, το οποίο προσδίδει στο αδίκημα έντονο αντικοινωνικό χαρακτήρα (Ευθυμίου v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 581). Δεκαετίες πριν, στην Ιωάννου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 327, τονίστηκε ότι το αδίκημα της επίθεσης αποκτά ιδιάζουσα σοβαρότητα όταν διαπράττεται σε δημόσιο χώρο:
«Η χρήση τέτοιας έκτασης βίας και μάλιστα σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία και άλλων προσώπων αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Επιεικής μεταχείριση του εφεσείοντος θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.»
Στην προκειμένη περίπτωση, ο δημόσιος χώρος είναι ο χώρος του Δικαστηρίου και μάλιστα εντός της αίθουσας στο πλαίσιο διαδικασίας που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος και είχε κριθεί ένοχος σε όμοιας φύσης αδικήματα, εκδηλώνοντας συμπεριφορά, η οποία φανερώνει το βίαιο του χαρακτήρα του. Ούτε ο χώρος στον οποίο βρισκόταν, ούτε η παρουσία μελών της αστυνομίας στάθηκαν ικανά να τον αποτρέψουν από το να εγκληματήσει για ακόμα μια φορά. Η όλη διαγωγή του κατηγορούμενου βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη διαβεβαίωσή του, όπως ο ίδιος ανέφερε, ότι γνωρίζει ότι το ελάχιστο που οφείλει είναι σεβασμό στους νόμους και τους ανθρώπους της χώρας που τον φιλοξενεί.
Τέτοιου είδους ενέργειες δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές σε μια ευνομούμενη κοινωνία. Τα όσα επικαλείται η συνήγορος του κατηγορούμενου ως αιτιολογία για τις πράξεις του, ουδόλως μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε στην Ευθυμίου (ανωτέρω): «Η χρήση βίας, εκτός από το πλήγμα που επιφέρει στο θύμα, εξευτελίζει την προσωπικότητα του ατόμου. Επίδειξη ισχύος σε δημόσιο χώρο συνιστά μορφή αντιπαράθεσης προς το νόμο, που δεν γίνεται ανεκτή».
Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις. Συμφώνησε με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με την κοινωνικοοικονομική του κατάσταση. Παραθέτουμε το περιεχόμενο της έκθεσης σε γενικές γραμμές.
Ο κατηγορούμενος είναι 43 ετών. Κατάγεται από τη Συρία. Ήρθε στην Κύπρο σε ηλικία 22 ετών αναζητώντας πολιτικό άσυλο. Μέχρι το 2020 ασχολείτο με καλούπια. Από το 2022-2024 βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές. Το 2008 τέλεσε γάμο και απέκτησε 5 παιδιά, τα οποία είναι ηλικίας 17 ετών το μεγαλύτερο και 6 ετών το μικρότερο. Λόγω της φυλάκισης του κατηγορούμενου και της εμπλοκής του με ουσίες, το ζεύγος βρίσκεται σε διάσταση. Σήμερα, ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι πλέον δεν προβαίνει σε χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη μας τα πιο πάνω και ό,τι αφορά στις προσωπικές και άλλες συνθήκες του κατηγορούμενου, αφού – όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί – δεν πρέπει να δίδεται η εντύπωση, κατά την επιβολή ποινής, ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν λαμβάνονται υπόψη, παρά το ότι μνημονεύονται. Για το θέμα αυτό παραπέμπουμε στη Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221, όπου λέχθηκε: «Αναμφίβολα κάθε κατηγορούμενος δικαιούται σε εξατομίκευση της ποινής του, η οποία μπορεί να είναι μικρής ή μεγάλης έκτασης, ανάλογα με το είδος του αδικήματος και τα γεγονότα που το περιβάλλουν».
Αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν τη χρήση βίας εναντίον προσώπου είναι πολύ σοβαρά. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πικής, ανέφερε τα εξής ενδιαφέροντα:
«Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.»
Στην Urgur ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 189, για άλλη μια φορά επαναλαμβάνεται ότι αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος διέπραξε βρίσκονται σε έξαρση και ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ποινές πρέπει να είναι αποτρεπτικές. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση:
«Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα Δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλνοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής.»
Δυστυχώς, δεκατέσσερα χρόνια μετά τα λεχθέντα στην πιο πάνω υπόθεση, τα αδικήματα που στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής του ανθρώπου, όχι μόνο δεν παρουσιάζουν κάμψη, αλλά συνεχίζουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας (Δημοκρατία v. Λαζαρή, Ποινική Έφεση 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από τις αρκετές υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Πόσω δε μάλλον όταν τα αδικήματα αυτής της φύσης διαπράττονται στο χώρο απονομής της δικαιοσύνης, εντός της αίθουσας των Δικαστηρίων.
Στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών. Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στη Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Πάγια νομολογιακή αρχή επιβεβαιώνει ότι επιβάλλεται η καταφυγή από τα δικαστήρια σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων. Αυξητική τάση η οποία επιβεβαιώνεται μέσα από τον αριθμό των υποθέσεων που παρουσιάζονται ενώπιον του δικαστηρίου, στοιχείο που είναι σε θέση να γνωρίζει το ίδιο το δικαστήριο. Επομένως, όπως σημειώνεται και στην Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, 557-558, “..είναι επιτρεπτό για τα δικαστήρια να λαμβάνουν δικαστική γνώση της έξαρσης στην οποία βρίσκεται η διάπραξη αδικημάτων σε μια δεδομένη εποχή. Δικαστική δε γνώση, σημαίνει γνώση σε σχέση με την οποία δεν απαιτείται απόδειξη ή κατάδειξη με μαρτυρία ή άλλο τρόπο στοιχειοθέτησης. ... Συνάγεται, επομένως, ότι ένα ποινικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς μαρτυρία, την έξαρση στην οποία βρίσκεται η διάπραξη ενός αδικήματος ή είδους αδικημάτων ως θέμα δικαστικής γνώσης, βασιζόμενο είτε στη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται οι υποθέσεις αυτής της φύσης ενώπιόν του, ή ενώπιον άλλων δικαστηρίων και του Εφετείου, καθώς και γενικότερα”.»
Η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248). Για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, αδίκημα το οποίο ο κατηγορούμενος διέπραξε, προνοείται ποινή φυλάκισης επτά χρόνων ή χρηματική ποινή ή και οι δυο ποινές (άρθρο 231, Κεφ. 154). Όπως τέθηκε στη Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632: «Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, αφού η εξατομίκευση της ποινής αποτελεί συνθετικό στοιχείο του παρονομαστή της τιμωρίας (Salaryand v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541).
Πληθώρα αποφάσεων του Εφετείου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Εφετείου αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1). Η αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217).
Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις ακόλουθες αποφάσεις:
Στην πρόσφατη Γενικός Εισαγγελέας v. Ivanov, Ποινική Έφεση 210/24, ημερ. 10.4.25, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από ακροαματική διαδικασία, ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος βαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες, κτύπησε τον παραπονούμενο με το όχημά του στην προσπάθεια του πρώτου να διαφύγει μαζί με ακόμη ένα πρόσωπο, όταν έγιναν αντιληπτοί μετά που είχαν διαπράξει κλοπή. Ο παραπονούμενος υπέστη συντριπτικό κάταγμα πρόσθιας περιοχής γνάθου, έγινε οστεοσύνθεση με πλάκες τιτανίου και βίδες, σύρματα στα δόντια και συρραφές, χρειάστηκε να νοσηλευτεί για λίγες μέρες και παρέμειναν κατάλοιπα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε ότι ο κατηγορούμενος, χωρίς οποιαδήποτε πρόκληση, τραυμάτισε τον παραπονούμενο, επιδεικνύοντας απαξία για τη σωματική του ακεραιότητα και καταρρακώνοντας την αξιοπρέπειά του. Το Εφετείο, με αναφορά στους τραυματισμούς του παραπονούμενου και τις συνέπειες τους, τόνισε ότι αρμόζουσα θα ήταν ποινή φυλάκισης 3,5 ετών (ωστόσο, για σκοπούς ίσης μεταχείρισης, επειδή δεν ασκήθηκε έφεση εναντίον της ποινής του συγκατηγορούμενου, την αύξησε σε 3 έτη).
Στην επίσης πρόσφατη Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 136/24, ημερ. 31.3.25, επιβλήθηκε πρωτόδικα στον κατηγορούμενο, μετά από ακροαματική διαδικασία, ποινή φυλάκισης 3,5 ετών. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του, όταν ξαφνικά κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ανέβηκε στο πεζοδρόμιο και, αφού έκανε μανούβρες, σταμάτησε σε απόσταση ενός μέτρου μπροστά από τον παραπονούμενο, ο οποίος ήταν πεζός. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος επανεκκίνησε το όχημά του με ταχύτητα και κτύπησε τον παραπονούμενο, πετώντας τον προς τα πίσω, μέσα από το ανοικτό τμήμα της τζαμαρίας ενός υποστατικού. Συνεχίζοντας την πορεία του, κτύπησε στη τζαμαρία και την έσπασε. Ο παραπονούμενος έτρεξε για να εισέλθει στο κυρίως γραφείο του υποστατικού, το οποίο βρισκόταν πιο μέσα. Το όχημα συνέχισε να κατευθύνεται προς το κυρίως γραφείο, σπάζοντας αντικείμενα, μέχρι που ακούμπησε στον τοίχο εισόδου του κυρίως γραφείου. Στη συνέχεια έκανε όπισθεν και κινήθηκε ξανά μπροστά, προσπαθώντας να εισέλθει εντός του γραφείου. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα με όπισθεν και εγκατέλειψε τη σκηνή. Ο παραπονούμενος υπέστη υποδόριο αιμάτωμα άκρας χειρός και ανοικτό κάταγμα διάφυσης κνήμης, το οποίο, αν και είχε πορωθεί μετά από εγχείρηση και επτάμηνη αναρρωτική άδεια, είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να γονατίσει ή να περπατήσει σε ανώμαλο έδαφος, περιορίζοντας τα καθήκοντά του στην Εθνική Φρουρά σε γραφειακά. Το Εφετείο τόνισε ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν μια απρόκλητη ενέργεια. Λαμβάνοντας υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του, τη συνεργασία του με την αστυνομία, την απουσία μαρτυρίας για προσχεδιασμό, την προσπάθεια αποζημίωσης του παραπονούμενου, την αποζημίωση των υλικών ζημιών και τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων, μείωσε την ποινή φυλάκισης σε 2,5 χρόνια λόγω παρείσφρησης στοιχείου (ειδική πρόθεση για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης) κατά την επιμέτρηση της ποινής. Υπό διαφορετικές περιστάσεις, τόνισε το Εφετείο, δεν σημαίνει ότι θα συμφωνούσε πως η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή εξέφευγε από το πλαίσιο της νομολογίας για τέτοιου είδους απρόκλητη, απάνθρωπη και επικίνδυνη δράση, μάλιστα με τη χρήση οχήματος.
Στη Σακαρίδης v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ 272, επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους πρωτόδικα, μεταξύ άλλων, ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. Οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ότι προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στους παραπονούμενους, ανάμεσά τους και στον ΑΦ. Το περιστατικό έγινε όταν οι παραπονούμενοι προκάλεσαν τους κατηγορούμενους (άγνωστοι μεταξύ τους) κατά τη διάρκεια βραδινής εξόδου, με αποτέλεσμα να προκληθεί συμπλοκή. Ο ΑΦ υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μικρό κάταγμα κρανίου, θλαστικό τραύμα στη μετωποκροταφική περιοχή, μώλωπες στη μετωπική χώρα, αιμάτωμα μύτης, εκχυμώσεις, μώλωπες, μεγάλο θλαστικό τραύμα στη ζυγωματική χώρα, συντριπτικό κάταγμα ρινικού οστού και τρία κατάγματα στους μετωπιαίους κόλπους. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση από νευροχειρουργό και από ωτορινολαρυγγολόγο. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε η βία που άσκησαν οι κατηγορούμενοι ήταν υπέρμετρη αφού η πρόκληση που είχαν δεχθεί δεν δικαιολογούσε την έκταση και την ένταση της αντίδρασής τους. Αφού έλαβε υπόψη ότι υπήρξε σχετική πρόκληση, ότι οι κατηγορούμενοι ήταν τότε 23 χρονών και δεν είχαν προηγούμενες καταδίκες, μείωσε την ποινή φυλάκισης σε 18 μήνες.
Στην Ioja v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 624, επιβλήθηκε πρωτόδικα στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. Ο παραπονούμενος, συνοδευόμενος από δύο άλλα πρόσωπα, είχε εισέλθει παράνομα στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου. Οι τρεις (άγνωστοι στον κατηγορούμενο) απαίτησαν από αυτόν να τους καταβάλει χρηματικό ποσό και ο τελευταίος αρνήθηκε. Ακολούθησε έντονη λογομαχία, με τους τρεις να επιμένουν στην καταβολή του χρηματικού ποσού, και συμπλοκή, κατά την εξέλιξη της οποίας ο κατηγορούμενος και οι τρεις κατέληξαν στην κουζίνα του διαμερίσματος. Ο κατηγορούμενος, σε κάποια στιγμή, πήρε μαχαίρι της κουζίνας που βρισκόταν εκεί και κατάφερε ένα κτύπημα στον παραπονούμενο, στην κοιλιακή χώρα. Ο παραπονούμενος τραυματίστηκε σοβαρά, όμως η υγεία του αποκαταστάθηκε μετά από χειρουργική επέμβαση. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε λευκό ποινικό μητρώο, παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος, εκφράζοντας τη μεταμέλειά του. Κατ’ έφεση, η ποινή μειώθηκε στους 12 μήνες λόγω της ισχυρότατης πρόκλησης και των λοιπών περιστάσεων κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα, ήτοι της έξαψης, της πίεσης, της φόρτισης και, εν τέλει, της κατάστασης απειλής στην οποία βρέθηκε μέσα στο σπίτι του ο κατηγορούμενος από τρεις άγνωστους, οι οποίοι εισήλθαν παράνομα σε αυτό επιμένοντας σε παράνομες αξιώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι: «Ασφαλώς το αδίκημα ήταν σοβαρό και η αναφορά του Κακουργιοδικείου στη μέγιστη ποινή των επτά ετών που προβλέπει ο νόμος είχε τη θέση της. Όπως και το γεγονός της χρησιμοποίησης μαχαιριού με απρόβλεπτες συνέπειες, όταν με αυτό καταφέρεται κτύπημα στην κοιλιακή χώρα».
Στην Αντωνίου v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 414, επιβλήθηκε πρωτόδικα στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, ποινή φυλάκισης δύο ετών. Ο παραπονούμενος βρισκόταν με παρέα σε κάποια μπυραρία, στην οποία (παρέα) ήταν και η πρώην φιλενάδα του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος την είδε, συμπεριφέρθηκε με τρόπο που συνιστούσε πρόκληση και προσπάθησε να την προσεγγίσει, όχι με αγαθές προθέσεις, οπόταν και επενέβη ο παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο με κόπτη. Το θύμα τραυματίστηκε όχι πολύ σοβαρά. Το Εφετείο (απόφαση πλειοψηφίας), αν και χαρακτήρισε την ποινή αυστηρή, απέρριψε την έφεση, τονίζοντας ότι τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να αντιμετωπίζουν με τον κατάλληλο τρόπο το συνεχώς αυξανόμενο έγκλημα και ιδιαίτερα όταν αφορά επιθέσεις εναντίον προσώπου.
Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Evans (2005) 2 Α.Α.Δ. 639, επιβλήθηκε πρωτόδικα στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 14 μηνών. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης έξω από μπυραρία κατά τις πρωινές ώρες, όταν συνάντησε τον παραπονούμενο. Μετά από φιλική συζήτηση, ο κατηγορούμενος αποχώρησε, όμως σύντομα αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος τον ακολουθούσε. Περπάτησαν για λίγο μαζί, όταν ο παραπονούμενος άρχισε να του υποβάλλει ερωτήσεις για τον αν ήταν ομοφυλόφιλος. O κατηγορούμενος αντέδρασε, σπρώχνοντάς τον και φτύνοντάς τον στο πρόσωπο. Προσπάθησε να απομακρυνθεί, αλλά αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος συνέχιζε να τον ακολουθεί. Όταν είδε τον παραπονούμενο να κινείται προς το μέρος του με κατεβασμένο το παντελόνι και το εσώρουχό του, ο κατηγορούμενος έχασε την ψυχραιμία του, τον γρονθοκόπησε στο στήθος και στο πρόσωπο και, ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο έδαφος, πριν τραπεί σε φυγή (ο κατηγορούμενος), του έτριψε το πρόσωπο στο έδαφος με το πόδι του. Οι συνέπειες για τον παραπονούμενο χαρακτηρίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ως «τραγικές». Υπέστη πολλαπλά τραύματα, μεταξύ των οποίων κάταγμα του κάταγμα του εδάφους του οφθαλμικού κόγχου, κάταγμα ρινικού οστού και υπαραχνοειδή αιμορραγία. Δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον, τοποθετήθηκε σε αναπνευστήρα, κρατήθηκε στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης και υποβλήθηκε σε κρανιοανάρτηση και τοποθέτηση συστήματος συνεχούς μέτρησης της ενδοκρανιακής πίεσης. Η κατάστασή του παρέμεινε εξαιρετικά κρίσιμη μέχρι τη μεταφορά του, με ειδικό ασθενοφόρο αεροπλάνο, στο εξωτερικό για περαιτέρω θεραπεία. Πριν το συμβάν, ο παραπονούμενος ήταν υψηλής διανοητικής ικανότητας και ευφυΐας, αλλά μετά τον τραυματισμό η διανοητική του ικανότητα περιορίστηκε στο μέσο επίπεδο. Λόγω της βαριάς εγκεφαλικής κάκωσης μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό η ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και η μνήμη του, ενώ παρουσίαζε μειωμένη οργάνωση μακρών περίπλοκων γραπτών και προφορικών περιγραφών και μειωμένη διατήρηση μεγάλων και πολύπλοκων ακουστικών πληροφοριών. Επιπλέον, δεν μπορούσε πλέον να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο, ούτε να συνεχίσει τις σπουδές του στην ψυχολογία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και όλων των μετριαστικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, όπως το νεαρό της ηλικίας του, την κατάσταση μέθης, το λευκό του ποινικό μητρώο και την άμεση παραδοχή του. Ωστόσο, θεωρώντας τη συμπεριφορά του εκδικητική, απάνθρωπη, κτηνώδη και δυσανάλογη προς την πρόκληση που επικαλέστηκε, και ότι η επιεικής μεταχείρισή του θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αύξησε την ποινή φυλάκισης σε δύο έτη.
Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Μάστρου (2003) 2 Α.Α.Δ. 166, επιβλήθηκε πρωτόδικα στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, ποινή φυλάκισης τριών ετών. Θύμα ήταν νεαρή τουρίστρια, η οποία κακοποιήθηκε στην περιπρωκτική χώρα και υποβλήθηκε σε κολοστομία, η οποία θα παρέμενε ανοικτή για τουλάχιστον τρεις μήνες. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, συνεργάστηκε με την αστυνομία και διέπραξε το αδίκημα υπό την επήρεια ποτού. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις, η ποινή δεν ήταν έκδηλα ανεπαρκής, τονίζοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «δεν υποτίμησε τη σοβαρότητα του αδικήματος, προκειμένου περί αδικήματος εξαιρετικής βίας που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και βαρβαρότητα, το οποίο και πρέπει να τιμωρείται με ανάλογη αυστηρότητα».
Όσον αφορά στις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου, είναι γνωστό ότι ουδείς τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία όμως των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγοντας περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Vedat v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787, Γεωργίου ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 565). Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, τα προηγούμενα αδικήματα που ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει, περιόρισαν τα περιθώρια επιείκειας με αποτέλεσμα το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει την έφεσή του. Για τη σημασία και τη βαρύτητα των προηγούμενων καταδίκων, και η οποία, επαναλαμβάνουμε, έχει να κάνει με την επιείκεια, παραπέμπουμε, επίσης, στην πολύ πρόσφατη Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 28/23, ημερ. 28.1.2026.
Εδώ, ο κατηγορούμενος βαρύνεται με έξι προηγούμενες καταδίκες. Οι καταδίκες αφορούν τα έτη 2023, 2024 και 2025 για αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν τα έτη 2017, 2019, 2020, 2021 και 2022. Αφορούν, μεταξύ άλλων, παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια (επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 χρόνων και 6 μηνών), παράνομη χρήση ναρκωτικών ουσιών, παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, παράνομη κατοχή περιουσίας, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, καθώς και εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. Πρόκειται για πρόσφατες καταδίκες, οι οποίες, όπως λέχθηκε και πιο πάνω, αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων της Δημοκρατίας, τους οποίους ο κατηγορούμενος με την όλη συμπεριφορά του παραβίασε κατάφορα.
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, αποδίδουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στην παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου και την απολογία του. Η παραδοχή του ήταν άμεση (Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 458, 463) και συνοδεύτηκε από έκφραση μεταμέλειας, η οποία, μέσω της ευπαίδευτης συνηγόρου του, ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288).
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήξαμε ότι η κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 98). Η άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου, η απολογία του, καθώς και όλα τα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιόν μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης, όχι όμως το είδος της.
Κρίνουμε, υπό τις περιστάσεις, ως αρμόζουσα ποινή, την ακόλουθη, την οποία και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο:
- 1η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 4 ετών.
Προχωρούμε να εξετάσουμε την εισήγηση της κας Πιερούδη όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σήμερα στον κατηγορούμενο συντρέχει με την ποινή φυλάκισης την οποία εκτίει ο κατηγορούμενος στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 19550/24. Το άρθρο 172(2), Κεφ. 155, προνοεί: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Παραπέμπουμε στην Παπασυμεού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 523, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 529 και 530:
«Όσον αφορά την απόφαση του Κακουργιοδικείου όπως η ποινή φυλάκισης 3 χρόνων που επέβαλε στον εφεσείοντα για την κατοχή πυροβόλου όπλου, είναι συνεχόμενη με την ποινή φυλάκισης 7 χρόνων, που του επέβαλε για την καλλιέργεια, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια των 205 φυτών κάνναβης, θεωρούμε ότι αυτή είναι, επίσης, ορθή και δεν παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να επιβάλλονται σε κατηγορίες που συνιστούν ενιαία συμπεριφορά. Στην αντίθετη περίπτωση, δικαιολογείται η επιβολή διαδοχικών ποινών, νοουμένου ότι το σύνολό τους είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. (Βλ., μεταξύ άλλων, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 323 και Tabrizi v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 421). Στην περίπτωση του εφεσείοντος, είναι ξακάθαρο ότι τα αδικήματα της κατοχής πυροβόλου όπλου, αφενός, και της καλλιέργειας, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια 205 φυτών κάνναβης, αφετέρου, είναι εντελώς διαφορετικά και δεν συνιστούν ενιαία εκ μέρους του συμπεριφορά. Αντίθετα, συνιστούν δύο διαφορετικές και ανεξάρτητες συμπεριφορές. Περαιτέρω, το σύνολο των δύο ποινών, ήτοι η δεκαετής φυλάκιση, δεν θεωρούμε ότι παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Συνακόλουθα, η δεκαετής σωρευτική ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, με κανένα τρόπο, ως έκδηλα υπερβολική.»
Στην Κέρκης ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 433 εξετάστηκε και πάλι το θέμα της επιβολής διαδοχικών ποινών. Στις σελίδες 439 και 440 διαβάζουμε τα ακόλουθα:
«Το θέμα της επιβολής διαδοχικών ποινών απασχόλησε κατ' επανάληψη το Ανώτατο Δικαστήριο. Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123, γίνεται αναφορά σε αγγλική νομολογία, όπου παρέχονται για το ζήτημα αυτό κατευθυντήριες γραμμές. Βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για κατηγορίες που, ουσιαστικά, αποτελούν μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς και τούτο, για να μην οδηγείται η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε υπερβολή. Ταυτόχρονα, το σύνολο των διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται πρέπει να είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Με άλλα λόγια, η συνολική ποινή δεν πρέπει να είναι υπερβολική - (βλ. Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443).»
Η διάπραξη του επίδικου αδικήματος από τον κατηγορούμενο δεν συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με τη διάπραξη των αδικημάτων στην ποινική υπόθεση 19550/24 και ούτε αποτελεί μια ενιαία συμπεριφορά. Έχοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται παρέκκλιση από τις πρόνοιες του άρθρου 172(2) (βλ. σχετικά Θεοδοσίου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 279/18, ημερ. 28.7.20), ECLI:CY:AD:2020:B271. Διαφορετική προσέγγιση, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα.
Καθιστούμε σαφές πως αν δεν είχαμε να εξετάσουμε θέμα επιβολής διαδοχικών ποινών, η ποινή που θα επιβάλλαμε στον κατηγορούμενο θα ήταν αυστηρότερη (Μούζου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/20, ημερ. 18.3.22), ECLI:CY:AD:2022:B119.
Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από τις 3.4.26.
Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..….………………….
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..….………………….
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο