Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. GURBΗINDER SINGH κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10728/2025, 24/6/2026
print
Τίτλος:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. GURBΗINDER SINGH κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10728/2025, 24/6/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΗ:      Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

                           Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

                           Κ. Ηλία, Ε.Δ.

 

                                                                                       Αρ. Υπόθεσης: 10728/2025

Μεταξύ:

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α

 

v.

     

1.    Κ. Λ.

2.    GURBΗINDER SINGH

3.    ΡΑΦΑΗΛ ΑΝΙΦΤΟΥ

4.    Μ.Ε.

                                                                                                          Κατηγορούμενοι

-------------------------

 

Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα A. Τιμοθέου

Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Λ. Μαππουρίδου

Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Α. Κορέλλης

Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες

 

-------------------------

Π Ο Ι Ν Η

(αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 2 και 3)

 

Ο Κατηγορούμενοι 2 και 3 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε κατηγορία για κατοχή και κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας (Μέρος ΙΙ), 5(1)(β), 6(1)(2)(3), 24, 30, 30Α, 31, 31Α και Τρίτου Πίνακα του Ν. 29/77 καθώς και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες υπ’ αρ. 6 και 7 αντίστοιχα), κατηγορία για διεξαγωγή επαγγέλματος χωρίς την γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κατά παράβαση του άρθρου 19(1)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, και του Καν. 14(1)(3)(4) των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972, Κ.Δ.Π. 242/72 (κατηγορία υπ’ αρ. 14) και κατηγορία για παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19(1)(λ) του Κεφ. 105 (κατηγορία υπ’ αρ. 15).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 ότι στις 15/4/2025 είχε στην κατοχή του 500 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα (κατηγορίες υπ’ αρ. 6 και 7 αντίστοιχα). Του αποδίδεται, επίσης, ότι σε άγνωστο χρόνο μεταξύ των ετών 2023 και 2025, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος Ινδίας, διεξήγαγε επάγγελμα ως εργάτης στον Κατηγορούμενο 1, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (κατηγορία υπ’ αρ. 14) και ότι μεταξύ της 11/10/2023 και 15/4/2025 παρέμεινε στην Δημοκρατία μετά την απόρριψη άδειας για προσωρινή παραμονή και φοίτηση του στις 10/10/2023, χωρίς να εξασφαλίσει άδεια από την Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (κατηγορία υπ’ αρ. 15).

 

Ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε κατηγορία για κατοχή και κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ (κατηγορίες υπ’ αρ. 16 και 17 αντίστοιχα) καθώς και κατηγορία για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ (κατηγορία υπ’ αρ. 18) κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων. 

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 3 ότι σε άγνωστο χρόνο, μεταξύ της 1/1/2025 και της 15/4/2025, είχε στην κατοχή του 500 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο (κατηγορίες υπ’ αρ. 16 και 17 αντίστοιχα). Του αποδίδεται, επίσης, ότι σε άγνωστο χρόνο μεταξύ των πιο πάνω ημερομηνιών είχε στην κατοχή του 0,5 γραμμάρια κοκαϊνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία υπ’ αρ. 18).

 

Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετώπιζαν και άλλες συναφείς κατηγορίες, οι οποίες διακόπηκαν ενόψει των παραδοχών τους. Συγκεκριμένα, αντιμετώπιζαν από κοινού δύο κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες υπ’ αρ. 1 και 2). Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε, επίσης, κατηγορία για απόκτηση, κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β’ (κατηγορία υπ’ αρ. 11), κατηγορία για κατοχή εκρηκτικών υλών (κατηγορία υπ’ αρ. 12), κατηγορία για μεταφορά εκρηκτικών υλών (κατηγορία υπ’ αρ. 13) και δύο κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες υπ’ αρ. 19 και 20).

 

Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, η υπόθεση είναι ορισμένη σήμερα προκειμένου να προγραμματιστεί για ακρόαση. Προχωρούμε, δε, με τη διαδικασία επιβολής της ποινής στους Κατηγορούμενους 2 και 3 μετά από σχετικό αίτημα των τελευταίων και μετά από δήλωση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Aρχής πως ο Κατηγορούμενος 2 θα προσφερθεί ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και δήλωση του Κατηγορούμενου 1 μέσω του συνηγόρου του πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένσταση προς τούτο.

 

Σημειώνεται, περαιτέρω, πως η ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου 4 διακόπηκε σε ενωρίτερο στάδιο.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 2 και 3, συνοψίζονται ως ακολούθως (βλ. Έγγραφο Α’):

 

Κατόπιν πληροφορίας για διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών ουσιών, στις 15/4/2025 μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στην Επισκοπή με σκοπό την εκτέλεση εντάλματος έρευνας σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Οδηγώντας προς γέφυρα που βρίσκεται κάτω από τον αυτοκινητόδρομο, μέλος της Αστυνομίας είδε να έρχεται από πάροδο, όπου βρίσκεται το πλυντήριο αυτοκινήτων, ένα όχημα μαρκας Mercedes (εφεξής «το Όχημα») και να εισέρχεται στον κύριο δρόμο ακολουθώντας πορεία προς τη γέφυρα. Ο εν λόγω αστυνομικός ακολούθησε το Όχημα και μετά από δεξιά στροφή, λίγο πριν την γέφυρα, το είδε σταματημένο στην άκρη του δρόμου με ανοιχτή την πόρτα του συνοδηγού. Πλησιάζοντας, είδε τον Κατηγορούμενο 2 να κρατά στο δεξί του χέρι μια πράσινη σακούλα σκουπιδιών και με απότομες κινήσεις να την τοποθετεί στο έδαφος, πίσω από το κιγκλίδωμα, σε σημείο όπου υπήρχε άγρια βλάστηση. Πλησιάζοντας προς το Όχημα, είδε τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος ετοιμαζόταν να εισέλθει στη θέση του συνοδηγού. Όταν προσπέρασε το Όχημα, διαπίστωσε ότι δεν έφερε πινακίδες εγγραφής στο μπροστινό μέρος. Το Όχημα αναχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο εν λόγω αστυφύλακας παρέμεινε για διακριτική παρακολούθηση στο μέρος και, έπειτα, σε σημείο από το οποίο είχε καθαρό οπτικό πεδίο προς το σημείο όπου είδε να τοποθετείται η πιο πάνω σακούλα. Μετά την ενημέρωση του για την είσοδο μελών της Αστυνομίας σε υποστατικά τρίτου προσώπου, μετέβη πλησίον του πιο πάνω σημείου για σκοπούς φρούρησης του ύποπτου αντικειμένου.

 

Έτερος αστυνομικός, ο οποίος κατέφθασε στη συνέχεια και ανέλαβε τη φρούρηση της σακούλας, διαπίστωσε ότι πιο πίσω από αυτήν υπήρχε και δεύτερο αντικείμενο τυλιγμένο σε ίδια πράσινη σακούλα δεμένη σε αρκετά σημεία με κολλητική ταινία. Το μέγεθος και το σχήμα του αντικειμένου παρέπεμπε σε πυροβόλο όπλο.

 

Παράλληλα, μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στο πλυντήριο αυτοκινήτων που περιγράφεται στο Έγγραφο Α’. Στην έξοδο του πλυντηρίου, λοχίας ανέκοψε έτερο όχημα, το οποίο εξερχόταν από το πλυντήριο αυτοκινήτων. Αφού απεκάλυψε την αστυνομική ιδιότητα του, ο οδηγός ακινητοποίησε το όχημα και του ζητήθηκε να αποβιβαστεί με σκοπό την διενέργεια έρευνας. Από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο 2. Σε σωματική έρευνα, εντοπίστηκε στην κατοχή του ένας πλαστικός κυλινδρικός σπαστήρας χρώματος πορτοκαλί. Αφού παραλήφθηκε και ο Κατηγορούμενος 2 πληροφορήθηκε ότι εντός αυτού υπήρχαν ίχνη ποσότητας ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο στην αγγλική γλώσσα, απάντησε «I found it in the car. It belongs to my boss». Ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα και ανέφερε «I dont know what to say».

 

Ο Κατηγορούμενος 2 αναγνωρίστηκε από μέλος της Αστυνομίας ως το πρόσωπο που θεάθηκε προηγουμένως να τοποθετεί το ύποπτο πράσινο σακούλι στο σημείο που αναφέρεται πιο πάνω, ενώ η ενδυμασία του Κατηγορούμενου 2 ταυτιζόταν με την ενδυμασία που είχε δοθεί προηγουμένως. 

 

Ο Κατηγορούμενος 2 μεταφέρθηκε στο σημείο και το πρώτο πράσινο σακούλι ανοίχθηκε στην παρουσία του. Διαπιστώθηκε ότι εντός αυτού υπήρχαν δύο διαφανή νάιλον σακούλια με κάνναβη και ένα άδειο μπλε σακούλι σκουπιδιών με κίτρινα κορδόνια. Αφού υποδείχθηκαν στον Κατηγορούμενο 2 και επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, απάντησε «I dont know, its not mine. I dont know». 

 

Ακολούθως, στην παρουσία του Κατηγορούμενου 2, ανοίχθηκε και το δεύτερο σακούλι και διαπιστώθηκε ότι εντός αυτού υπήρχε τυφέκιο στρατιωτικού τύπου με ξύλινη χειρολαβή και ξύλινο κοντάκι καθώς και ένα νάιλον πράσινο σακούλι με αριθμό πλήρη φυσιγγίων. Αφού υποδείχθηκαν στον Κατηγορούμενο 2, απάντησε «this I dont know».

 

Κατά την αναχώρηση τους από το μέρος, ο Κατηγορούμενος 2 εξέφρασε την επιθυμία να πει τί ακριβώς έγινε σε σχέση με τα πιο πάνω ανευρεθέντα. Ανακρινόμενος προφορικά εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση στην οποία ανέφερε πως τοποθέτησε την πράσινη σακούλα και τα δύο διαφανή νάιλον σακούλια με κάνναβη στο συγκεκριμένο σημείο μετά από οδηγίες τρίτου προσώπου και ότι δεν γνώριζε ότι περιείχαν κάνναβη, αν και γνώριζε ότι υπήρχε κάτι παράνομο αλλά δεν ρώτησε σχετικά. Ανέφερε, επίσης, ότι στο σημείο τον μετέφερε την ίδια μέρα τρίτο πρόσωπο. Όσον αφορά την σακούλα με το όπλο, ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε. Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του, λήφθηκαν από τον ίδιο παρειακά επιχρίσματα καθώς και παλαμικά και δακτυλικά αποτυπώματα. Αργότερα την ίδια μέρα, ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθη με δικαστικό ένταλμα για όλα τα διερευνώμενα αδικήματα και απάντησε «I feel like I get in trouble for nothing, I wasnt aware of the situation».

 

Σύμφωνα με την έκθεση δακτυλοσκοπίας της ΥΠΕΓΕ, υπάρχει ταύτιση των δακτυλικών αποτυπωμάτων του Κατηγορούμενου 2 με ένα νάιλον σακούλι πράσινου χρήματος.

 

Σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας, προκύπτει επιστημονική σύνδεση του Κατηγορούμενου 2 με τον πλαστικό κυλινδρικό σπαστήρα χρώματος πορτοκαλί εντός του οποίου υπήρχαν ίχνη κάνναβης.

 

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, προκύπτει επιστημονική σύνδεση του Κατηγορούμενου 3 με τα πιο κάτω:

 

-       2 ζυγαριές ακριβείας πάνω στις οποίες υπήρχαν ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης,

-       νάιλον διαφανές σακουλάκι κλειστό δια καψίματος, το οποίο περιείχε ποσότητα άσπρης σκόνης,

-       8 πλαστικά σακουκάλια τύπου zip-lock εντός των οποίων υπήρχαν ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης,

-       νάιλον σακούλι χρώματος γαλάζιου, και

-       2 διαφανή νάιλον σακούλια εντός των οποίων υπήρχαν άλλα σακούλια με ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης.

 

Σύμφωνα με έκθεση του Γενικού Χημείου, τα ανευρεθέντα ναρκωτικά ανέρχονται σε 500 γρ. κάνναβης και 0,5 γρ. κοκαϊνης.

 

Ο Κατηγορούμενος 3 συνελήφθη με δικαστικό ένταλμα στις 20/6/2026 και τέθηκε υπό κράτηση. Σε ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε στην παρουσία του δικηγόρου του, απάντησε «έχω λάβει νομική συμβουλή να ασκήσω το δικαίωμα της σιωπής».

 

Σε σχέση με το καθεστώς παραμονής του Κατηγορούμενου 2, διαπιστώθηκε από έλεγχο που διενεργήθηκε ότι αφίχθη στη Δημοκρατία στις 6/2/2020 με άδεια παραμονής ως φοιτητής, η οποία έληξε στις 10/10/2023 και έκτοτε παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Περαιτέρω, τα τελευταία δύο χρόνια εργαζόταν χωρίς άδεια.

 

Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, ως λέχθηκε από την κα Τιμοθέου, η κάνναβη με την οποία συνδέθηκε είναι η κάνναβη που εντοπίστηκε εντός της πράσινης σακούλας που αναφέρεται πιο πάνω.

 

Ο Κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου και τελεί υπό κράτηση από τις 15/4/2025.

 

Ο Κατηγορούμενος 3 καταδικάστηκε στις 3/7/2025 στην υπόθεση υπ’ αρ. 10019/24 και του επιβλήθηκε χρηματικό πρόστιμο ύψους 1,100 ευρώ για αδικήματα παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ και Β’, παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ και κάπνισμα φυτού κάνναβης. Στην υπόθεση αυτή λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις υπ’ αρ. 6138/24, 16134/24 και 2999/20 για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Οι ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων στις πιο πάνω υποθέσεις περιλαμβάνουν χρονικά διαστήματα από 11/2/2017 μέχρι 16/2/2017, 18/12/2022, 19/10/2023 μέχρι 26/10/2023 και 13/6/2024.

 

Ο Κατηγορούμενος 3 τελεί υπό κράτηση από τις 20/2/2026. Πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, στις 25/6/2025 είχε καταχωρηθεί σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 η υπόθεση υπ’ αρ. 8079/25 στο πλαίσιο της οποίας διατάχθηκε η κράτηση του. Ακολούθως, στις 29/7/2025 καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση και ο Κατηγορούμενος 3 αφέθηκε ελεύθερος με όρους.

 

Σημειώνεται πως απο την πλευρά της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1 δεν εγέρθηκε οποιοδήποτε ζήτημα αναφορικά με τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο.

 

Κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 3 και με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο 3:

 

Α. Ποιν. Υπ. αρ. 13698/21

 

Ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε κατηγορία για παράνομη κατοχή και κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι 298,05 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στις 20/4/2018. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε κατηγορία για κάπνισμα φυτού κάνναβης σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2018.

 

Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης έχουν ως εξής:

 

Στις 20/4/2018 εκτελέστηκε ένταλμα έρευνας σε οικία ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου. Μέσα σε ερμάρι υπνοδωματίου εντοπίστηκε διαφανές σακούλι εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Στην μπροστινή βεράντα της οικίας εντοπίστηκε κάτω από πράσινο σακούλι με σκουπίδια ένα μαύρο τσαντάκι μέσης εντός του οποίου υπήρχαν 30 διαφανή νάιλον σακούλια που περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Γενετικής, το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου εντοπίστηκε σε τεκμήρια της υπόθεσης και σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, η ποσότητα ξηρής φυικής ύλης κάνναβης ανερχόταν σε 298,05 γρ.

 

Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και απάντησε «όχι». Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του λήφθηκαν τα παρειακά επίχρίσματα και τα δακτυλικά αποτυπώματα του.

 

Σε ανακριτική κατάθεση του στις 22/2/2019, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι ήταν χρήστης κάνναβης τα τελευταία 4 χρόνια. Τον Απρίλιο 2018, ενώ βρισκόταν στην οικία του τρίτου προσώπου, όπου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά, και έκαναν μαζί χρήση κάνναβης, το πρόσωπο αυτό του ανέφερε ότι είχε κάποια ποσότητα κάνναβης και του ζήτησε να την χωρίσει με αντάλλαγμα 2-3 τσιγάρα κάνναβης, όπως και έπραξε.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Το τρίτο πρόσωπο εντός της οικίας του οποίου ανευρέθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

 

Β. Ποιν. Υπ. αρ. 10467/25

 

Ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε κατηγορία για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι 3,30 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Το εν λόγω αδίκημα διαπράχθηκε, σύμφωνα με το κατηγορητήριο μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 2/5/2024.

 

Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης έχουν ως εξής:

 

Στις 24/4/2024, κατόπιν λήψης πληροφορίας για τη συμμετοχή τρίτων προσώπων σε διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών, τέθηκαν υπό διακριτική παρακολούθηση οι οικές και τα οχήματα των προσώπων αυτών και εντοπίστηκε ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Κατόπιν εξετάσεων, εντοπίστηκε μικρή ποσότητα γενετικού υλικού με κύριο δότη τον Κατηγορούμενο σε τεκμήρια της υπόθεσης.

 

Κατά τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν έχει σχέση με ναρκωτικά, δεν είναι χρήστης και δήλωσε άγνοια για τον εντοπισμό του γενετικού υλικού του σε σακουλάκι με ποσότητα κάνναβης.

 

Ο Κατηγορούμενος συνδέθηκε με ποσότητα 3,30 γρ. φυτού κάνναβης.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Γ. Ποιν. Υπ. αρ. 11125/25

 

Ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε κατηγορία για παράνομη κατοχή και κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, ήτοι κοκαϊνης βάρους 22,5 γραμμαρίων. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν, σύμφωνα με το κατηγορητήριο στις 15/1/2022.

 

Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης έχουν ως εξής:

 

Στις 15/1/2022 διενεργήθηκε έρευνα σε διαμέρισμα όπου διέμενε τρίτο πρόσωπο, κατόπιν πληροφορίας ότι εμπλέκεται σε φύλαξη και διακίνηση ναρκτωτικών, και εντοπίστηκαν διάφορες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ήτοι κοκαϊνη, κάνναβη και μεθαμφεταμίνη. Στις 22/2/2022 λήφθηκε πληροφορία ότι το τρίτο πρόσωπο πιθανόν να προμηθευόταν τα ναρκωτικά από τον Κατηγορούμενο. Αφού κλήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης, λήφθηκαν τα δακτυλικά και παλαμικά του αποτυπώματα. Σύμφωνα με την έκθεση του εργαστηρίου δακτυλοσκοπίας της ΥΠΕΓΕ, υπήρξε ταύτιση μέρους των ναρκωτικών με τα δακτυλικά αποτυπώματα του Κατηγορούμενου.

 

Κατά την διάρκεια της ανακριτικής κατάθεσης που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι στο παρελθόν ήταν χρήστης κάνναβης μέχρι το 2016 ή 2017, όταν συνελήφθη για υπόθεση ναρκτικών. Σε δεύτερη ανακριτική κατάθεση, ανέφερε ότι το αποτύπωμα που βρέθηκε στο σακούλι πιθανόν να ήταν από σακούλι που έπαιρνε σουβλάκια ή προϊόντα περιπτέρου όταν επισκετόπταν το τρίτο πρόσωπο που ενέχετο στην υπόθεση.

 

Ο Κατηγορούμενος συνδέθηκε επιστημονικά με ποσότητα 22,5 γρ. κοκαϊνης.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Δ. Ποιν. Υπ. αρ. 2138/26

 

Ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε κατηγορία για παράνομη κατοχή και κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, ήτοι κοκαϊνη βάρους 9 γραμμαρίων περίπου, καθώς και αντίστοιχες κατηγορίες σε σχέση με ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β’, ήτοι φυτό κάνναβης βάρους 102 γραμμαρίων περίπου, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν, σύμφωνα με το κατηγορητήριο στις 15/2/2026.

 

Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης έχουν ως εξής:

 

Στις 15/2/2026, ενόσω αστυφύλακες βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία, πρόσεξαν από απόσταση ένα όχημα να κατευθύνεται στην προέκταση της οδού Λ.Α. σε χωμάτινο δρόμο, η οποία κατέληγε σε αδιέξοδο κοντά σε δημοτικό σχολείο. Το όχημα θεωρήθηκε ύποπτο και τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση. Αμέσως μετά, το όχημα σταμάτησε και αποβιβάστηκε από αυτό ο Κατηγορούμενος, ο οποίος φορούσε γάντια και περιεργαζόταν τα χόρτα. Όταν ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας, πέταξε τα γάντια που φορούσε και έτρεξε προς το όχημα του. Ανακόπηκε προτού προλάβει να εισέλθει εντός του οχήματος. Σε ερώτηση από αστυφύλακα για την παρουσία του στο μέρος, ο Κατηγορούμνεος απάντησε ότι είχε λίγη κοκαϊνη στο όχημα του.

 

Σε σωματική έρευνα που διενεργήθηκε, δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το παράνομο στην κατοχή του Κατηγορούμενου. Σε έρευνα στο όχημα του, ο Κατηγορούμενος παρέδωσε στην Αστυνομία ένα νάιλον διαφανές σακουλάκι με ποσότητα άσπρης συμπαγούς ουσίας, το οποίο διαπιστώθηκε ότι ήταν κοκαϊνη. Αφού επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, απάντησε «εν για δική μου χρήση». Συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα και απάντησε «εντάξει».

 

Από έλεγχο στο σημείο όπου ο Κατηγορούμενος θεάθηκε να περιεργάζεται τα χόρτα, εντοπίστηκε ένα τεμάχιο αλουμινόχαρτου εντός του οποίου υπήρχε ένα νάιλον διαφανές σακούλι εντός του οποίου υπήρχε ένα άλλο σακούλι που περιείχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Αφού επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορούμενου στον Νόμο, απάντησε «δεν είναι δικό μου».

 

Εντός του οχήματος του Κατηγορούμενου εντοπίστηκε μια ζυγαριά ακριβείας πάνω στην οποία υπήρχαν ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης σε σχέση με την οποία απάντησε «εν δική μου». Ακολούθως, εντοπίστηκε ένα ρολό νάιλον διαφανών σακουλιών και ένα ρολό αλουμινόχαρτου σε σχέση με τα οποία ο Κατηγορούμενος απάντησε «εν της μάνας μου». Ακολούθως, παραλήφθηκε ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια, τα οποία ο Κατηγορούμενος θεάθηκε να χρησιμοποιεί προηγουμένως.

 

Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου, ερευνήθηκε η οικία του στην παρουσία του πατέρα του χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε επιλήψιμο.

 

Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει την σφράγιση των τεκμηρίων και κατά τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις «έχω πάρει νομική συμβουλή απόψε να μην απαντήσω οτιδήποτε». Έπειτα, συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και απάντησε «τίποτε». Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του, λήφθηκαν τα παλαμικά και δακτυλικά του αποτυπώματα. Λήφθηκε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία απαντούσε «έχω πάρει νομική συμβουλή να ασκήσω το δικαίωμα της σιωπής».

 

Η ανευρεθείσα ποσότητα συνίσταται σε 9 γραμμάρια κοκαϊνης και 102 γραμμάρια φυτού κάνναβης.

 

Ο Κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου ενόψει της καταδίκης του στην υπ’ αρ. 10019/24, η οποία αναφέρεται πιο πάνω.

 

Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617). 

 

Τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στις σχετικές εκθέσεις και έγιναν αποδεκτά από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 2 και 3 συνοψίζονται ως ακολούθως:

 

Ο Κατηγορούμενος 2 είναι σήμερα 28 ετών περίπου και κατάγεται από την Ινδία. Ο πατέρας του ασχολείται με γεωργικές εργασίες, η μητέρα του είναι οικοκυρά και έχει δύο μικρότερα αδέλφια. Είναι απόφοιτος λυκείου και ήρθε στην Κύπρο το 2020, όπου φοίτησε σε κολλέγιο. Διέκοψε τη φοίτηση του για να εργαστεί αφού ως ανέφερε, αδυνατούσε να καλύψει τα δίδακτρα. Έκτοτε και μέχρι τη σύλληψη του, εργαζόταν σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Πριν τη σύλληψη του, διέμενε με τη συμβία του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα, η οποία έχει επιστρέψει στη χώρα τους.

 

Ο Κατηγορούμενος 3 είναι σήμερα 28 ετών περίπου, άγαμος και εργαζόταν ως οδηγός ταξί λαμβάνοντας  €1,000 – €1,200 μηνιαίως. Ο πατέρας του διατηρεί δική του εταιρεία ταξί, η μητέρα του είναι οικοκυρά και έχει μία μικρότερη αδελφή. Μετά την αποφοίτηση του από την Τεχνική Σχολή έλαβε απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά στη βάση ιατρικής βεβαίωσης. Στο παρελθόν ήταν χρήστης ουσιών ενώ τώρα δηλώνει καθαρός.

 

Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου 2, η κα Μαππουρίδου αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων υποδεικνύοντας πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα ή άλλο οικονομικό όφελος για την πράξη του αυτή και πως ενήργησε κατόπιν οδηγιών τρίτου προσώπου, από το οποίο εξαρτούνταν όχι μόνο για το εισόδημα του, αλλά και για τη στέγαση του, αφού διέμενε σε υποστατικό του οικογενειακού περιβάλλοντος του προσώπου αυτού και φοβούνταν πως εάν δεν συμμορφωνόταν με τις οδηγίες του θα υποκειτο σε ανάλογες συνέπειες.

 

Η συνήγορος ανέφερε, περαιτέρω, πως ο Κατηγορούμενος 2 προέβη σε θεληματική δήλωση κατά την παραμονή του στις Κεντρικές Φυλακές, στην οποία αναφέρθηκε σε γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Η εν λόγω δήλωση, αφού υπογράφηκε και πιστοποιήθηκε, κοινοποιήθηκε στην Κατηγορούσα Αρχή δηλώνοντας την ετοιμότητα του να δώσει μαρτυρία σε σχέση με τα όσα εκεί αναφέρονται.

 

Περαιτέρω, η κα Μαππουρίδου ανέφερε σε σχέση με το καθεστώς παραμονής του Κατηγορούμενου 2 στην Κύπρο ότι αρχικά βρισκόταν εδώ νόμιμα, ως φοιτητής, μέχρι τον Οκτώβριο 2023. Ενόψει, όμως, του ότι αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσκολιών, η άδεια παραμονής του δεν ανανενώθηκε. Αναφέρθηκε, επίσης, στις λοιπές προσωπικές του περιστάσεις καταλήγοντας πως η εξασφάλιση παράνομης εργασίας υπογαρεύθηκε από την επιθυμία του να συγκεντρώσει τα αναγκαία χρήματα ούτως ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

 

Ως ελαφρυντικούς παράγοντες, η κα Μαππουρίδου ανέφερε το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2, την παραδοχή και μεταμέλεια του, την συνεργασία του με την Αστυνομία και την Κατηγορούσα Αρχή και την εξαιρετική διαγωγή του στις Κεντρικές Φυλακές. Εισηγήθηκε, τέλος, ότι τα αδικήματα που διέπραξε εντάσσονται σε μια ενιαία συμπεριφορά και είναι άρρηκτα συνεδεμένα μεταξύ τους, ώστε να δικαιολογείται η επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης.

 

Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, ο κ. Κορέλλης αναφέρθηκε στο νεαρό της ηλικίας του, 28 ετών, και τις προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες που αντιμετώπισε από την εφηβική ηλικία του. Μετά την Γ’ τάξη γυμνασίου, ο εργαζόταν περιοδικά και άρχισε να αναπτύσει φιλικές σχέσεις με άτομα που επεδείκνυαν παραβατική συμπεριφορά και ήταν χρήστες ναρκωτικών, οπόταν παρασύρθηκε και ο ίδιος στα ναρκωτικά, αρχικά ως χρήστης. Ακολούθως, το 2018, σε ηλικία 20 ετών, ενεπλάκη έτι περαιτέρω προκειμένου να καλύπτει το επιπρόσθετο κόστος της δόσης του. Με την πάροδο του χρόνου, εθίστηκε στην καθημερινή χρήση κάνναβης και δημιούργησε χρέος προς διάφορους επιτήδειους για την εξασφάλιση της δόσης του.

 

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται, κατά τον κ. Κορέλλη, και η εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση αφού ο Κατηγορούμενος 2 θεωρούσε ότι δεν είχε περιθώριο άρνησης. Συγκεκριμένα, ενάμιση μήνα περίπου πριν τον εντοπισμό της επίδικης ποσότητας κάνναβης, αυτή παραδόθηκε στον Κατηγορούμενο 3 από άτομο προς το οποίο χρωστούσε αρκετά χρήματα προκειμένου να την τοποθετήσει σε νέα σακούλια και το απόγευμα της ίδιας μέρας, περίπου 10 ώρες αργότερα, να την παραδώσει στον ιδιοκτήτη της, όπως και έγινε. Το αντάλλαγμα του Κατηγορούμενου 3 συνίστατο στη διαγραφή μέρους του «χρέους» του προς το εν λόγω πρόσωπο.

 

Ως εισηγήθηκε ο κ. Κορέλλης, ο Κατηγορούμενος 3 δεν ήταν ο ιθύνων νους αλλά ένας περιστασιακός προμηθευτής ή διανομέας και όχι οργανωμένος έμπορος έχοντας, με παραπομπή στα Sentencing Guidelines του Ηνωμένου Βασιλείου, μικρότερο ρόλο (lesser role).

 

Ο συνήγορος αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην απολογία, παραδοχή και μεταμέλεια του Κατηγορούμενου 3, την οικειοθελή ένταξη του σε πρόγραμμα απεξάρτησης και την αποτοξίνωση του από τη χρήση κοκαϊνης, το λευκό ποινικό του μητρώο,  σε περιστάσεις των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 3, την τάξη των ναρκωτικών που βρέθηκαν στην κατοχή του, την χρόνια εξάρτηση του από τα ναρκωτικά, το νεαρό της ηλικίας του και την καλή διαγωγή του στις Κεντρικές Φυλακές.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα αδικήματα που έχουν παραδεχθεί οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι εξαιρετικά σοβαρά. Έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί πως η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής, η οποία αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της επιβληθησόμενης ποινής (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727).  Ως έχει προσφάτως σημειωθεί από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025, η δικαιολογημένη κατά κόρον επανάληψη της νομολογιακής αυτής αρχής δεν θα πρέπει καθόλου να την αποδυναμώνει, καθιστώντας την ως μια τυπική διατύπωση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την εδραιώνει ως τη βασική παράμετρο που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:B110

 

Εν προκειμένω, ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977 (Ν. 29/1977) προνοεί ποινή δια βίου φυλάκισης για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλους και ποινή φυλάκισης 8 και 12 ετών για την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ και Β’ αντίστοιχα.

 

Όπως επισημάνθηκε από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 19.1.2024, η επιλογή του Νομοθέτη για ποινή δια βίου φυλάκισης στην περίπτωση κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα καθιστά αυταπόδεικτη τη σοβαρότητα του αδικήματος. Ως λέχθηκε, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση η διαπίστωση πως η πρόβλεψη της ύψιστης ποινής φυλάκισης για τα συγκεκριμένα αδικήματα αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του Νομοθέτη και την με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους. Ως τέτοια είναι που γίνεται αντιληπτή η σαφέστατα αυστηρότερη ποινή στα αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν το στοιχείο της διακίνησης και διασποράς ναρκωτικών.

 

Αναμφίβολα την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία στο πλαίσιο των δικών τους αρμοδιοτήτων συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Τόσο το Ανώτατο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο είχαν την ευκαιρία, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, να τονίσουν την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στο πλαίσιο των προσπαθειών για την πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, η οποία πλήττει την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου και σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί στην εξαθλίωση και το θάνατο, λαμβανομένων, βεβαίως, υπόψη του είδους, της ποσότητας και του σκοπού για τον οποίο τα ναρκωτικά κατέχονται (βλ. Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211 και Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 59). 

 

Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής:

«Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική».

 

Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας (πιο πάνω), με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι:

 

«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».

(Βλ. επίσης Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B287).

Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. ΠέτρουΠοιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.2022, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους, αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά την ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα (βλ. επίσης Ναζίπ ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 808).

 

Τέτοια αναγκαιότητα υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά επιτακτική την αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών. Η αποτροπή έχει δυο παραμέτρους: την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δυο συνισταμένες.  Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και, δεύτερον, την αποτροπή ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).

           

Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 124:

«Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια…, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα.  Όπως τονίστηκε στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει, θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.»

 

Αναφορά στην εν λόγω υπόθεση γίνεται και στην υπόθεση Παττίχης ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:B221,στην οποία υποδεικνύονται τα εξής:

«Τα εγκλήματα αυτής της φύσεως βρίσκονται σε ασυγκράτητη έξαρση. Παρά τις αυστηρές ποινές που επιβάλλονται, η αυξητική τάση δεν έγινε κατορθωτό να αποτραπεί επειδή, όπως διαπιστώθηκε στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 124, «αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών».  Η θλιβερή αυτή διαπίστωση δεν σημαίνει ότι τα δικαστήρια θα πρέπει να εγκαταλείψουν το καθήκον τους για επιβολή των αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών που αρμόζουν. Το αντίθετο είναι που επιβάλλεται.»

 

Μελέτη της νομολογίας ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της μορφής καταδεικνύει την τιμωρία των παραβατών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, με πολυετείς ποινές φυλάκισης. Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, από την οποία αντλούμε καθοδήγηση, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών και χωρίς να εκλαμβάνεται ότι με τις ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση της ποινής (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200 και Χαραλάμπους κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019).

 

Σε σχέση με την αναφορά του κ. Κορέλλη στα Sentencing Guidelines του Ηνωμένου Βασιλείου, σημειώνουμε, ως τονίστηκε από το Εφετείο στην Κεσίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 5/2025, ημ. 13.11.2025, ότι πηγή δικαίου αποτελούν οι δεσμευτικές  δικαστικές αποφάσεις, στον βαθμό που υιοθετούν τα εν λόγω Guidelines, και όχι αυτά καθ' αυτά τα Guidelines. Επισημαίνεται, δε, πως ειδικά σε σχέση με το μέτρο της ποινής που καθορίζεται στα εν λόγω Guidelines για αδικήματα κατοχής κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, η ποινή που προβλέπεται στη σχετική αγγλική νομοθεσία είναι πολύ χαμηλότερη σε σχέση με την προβλεπόμενη στο Ν. 29/77. Δεν παραγνωρίζεται, όμως, ότι και η ημεδαπή νομολογία αναγνωρίζει ότι για το κάθε αδίκημα, όσο σοβαρό και να είναι, υπάρχει κλίμακα έντασης στη διάπραξη του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562 και Ιακώβου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/2024, ημερ. 8.11.2024).

 

Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουμε στις πιο κάτω υποθέσεις:

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαχαραλάμπους (2007) 2 Α.Α.Δ. 11 ο εφεσίβητος, 23 ετών, παραδέχτηκε ενοχή σε κατηγορίες για παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 419,96 γρ. φυτού κάνναβης καθώς και σε κατηγορία για κάπνισμα φυτού κάνναβης. Ήταν οδηγός μοτοσυκλέτας όταν αυτός και ο συνεπιβάτης του συναντήθηκαν με άλλα πρόσωπα για την παράδοση της πιο πάνω ποσότητας. Συγκεκριμένα, αφού ο συνεπιβάτης συνομίλησε με τους επιβαίνοντες σε άγνωστο όχημα και έγινε η συναλλαγή, φώναξε στον εφεσίβλητο να φέρει τη τσάντα την οποία κρατούσε και εκείνη τη στιγμή επέδραμαν οι αστυνομικοί. Ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε αμέσως τα αδικήματα. Πρωτοδίκως, τέθηκε υπό κηδεμονία με όρους κοινοτικής εργασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο τονίζοντας την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, έλαβε υπόψη ως σοβαρό μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος ήταν ελεύθερος από την ημερομηνία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και θα καταδικαζόταν σε ποινή φυλάκισης καθώς και το ότι συμμορφώθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα με τους όρους του διατάγματος κηδεμονίας. Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτήν των 2 ετών.

 

Στην υπόθεση Κρομμυδάς ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 152/2020, ημερ. 28.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:B411, μετά από παραδοχή, επεβλήθηκαν στον εφεσείοντα ποινές φυλάκισης 3 ετών και 8 μηνών για κατοχή 368,3 γρ. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια,  6 μηνών για κατοχή ίχνων κάνναβης, 2½ ετών για κατοχή 13.47 γρ. κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια, 1½  έτους για κατοχή 12.87 γρ. μεθαμφεταμίνης, 6 μηνών για κατοχή 0.55 γρ. κάνναβης, 6 μηνών για την κατοχή ίχνων κάνναβης που ανευρέθηκαν επί ζυγαριά ακριβείας, 16 μηνών για το αδίκημα της νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο αφορούσε το ποσό των €4.975 που γνώριζε ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων της κατοχής και προμήθειας ελεγχόμενων φαρμάκων, και 8 μηνών για κατοχή 1.82 γρ. ρητίνης κάνναβης. Περαιτέρω, στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψιν δύο υποθέσεις, οι οποίες αφορούσαν (α) παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών και παράνομη προπαρασκευή για νομισματοκοπία, και (β) παράνομη κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Α’ και Β’, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια και παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β. Επικυρώνοντας τις πιο πάνω ποινές, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η εγκληματική δράση του εφεσείοντα δεν ήταν αμελητέα και υπογράμμισε πως η αποτροπή ήταν το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. 

 

Στην υπόθεση Ahmed κ.α.  ν. Δημοκρατία,  Ποιν.  Έφ. Αρ. 27/2011 κ.α., ημερ. 27.11.2012, το Κακουργιοδικείο είχε επιβάλει στους εφεσείοντες, για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, ποινή φυλάκισης 6 ετών. Η υπόθεση αφορούσε ρητίνη κάνναβη, συνολικού βάρους περίπου 947 γραμμαρίων. Οι εφεσείοντες ήταν όλοι πρόσωπα νεαρής ηλικίας και λευκού ποινικού μητρώου και η καταδίκη τους ήταν το αποτέλεσμα της δικής τους παραδοχής μετά από μερική ακρόαση. Όλοι, ενεργούσαν σχετικά με την διακίνηση των ναρκωτικών, κατόπιν οδηγιών τρίτου προσώπου.

 

Στην Soleimani v. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 476  επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών για το αδίκημα της κατοχής σχεδόν ενός κιλού ρητίνης κάνναβης, ήτοι 977.7691 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο. Ο Εφεσείων, 26 ετών και χωρίς προηγούμενες καταδίκες, παρέλαβε τα ναρκωτικά από τρίτο πρόσωπο για να τα παραδώσει έναντι χρηματικής αμοιβής. Λήφθηκε, επίσης, υπόψη ότι ήλθε στην Κύπρο από το Ιράν, ζήτησε πολιτικό άσυλο και εν τούτοις ανέλαβε εγκληματική δραστηριότητα.

 

Πολύ πρόσφατα, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ποϊρατζίδη, Ποιν. Εφ. Αρ. 60/2023, ημ. 28/1/2026, η οποία αφορούσε κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα 994,1 γραμμαρίων κάνναβης, κατόπιν παραδοχής, επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 27 μηνών, η οποία αναστάληκε. Κατ’ έφεση, αν και ως σημειώθηκε παρήλθαν 4 χρόνια από την τέλεση των αδικημάτων, στοιχείο που λήφθηκε υπόψη, επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης για περίοδο 3,5 ετών.

 

Στην Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100 ο εφεσείων καταδικάστηκε κατόπιν ακρόασης για  κατοχή 1 κιλού και 4,28 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης και κατοχή της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα και παραδέχτηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων την κατηγορία της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι 3 χαπιών Μ-Xλωροφενίλ-Πιπεραζίνη (M-CPP) και επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών. Κατ’ έφεση, έχοντας υπόψη ότι ο εφεσείων εναπόθεσε σε απόμερο μέρος μια τσάντα με 1 κιλό και 4,28 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης, απομακρύνθηκε από τη σκηνή και σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν έδειξε να μεταμελείται, κρίθηκε ότι η επιβληθείσα ποινή δεν ήταν με κανένα τρόπο υπερβολική αλλά μάλλον επιεικής.

 

Στη Faal v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 203/2020, ημερ. 4.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B373, ο εφεσείων καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’ (2η κατηγορία), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’ (3η κατηγορία) και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (4η κατηγορία). Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών στην 1η κατηγορία και 6 ετών στις κατηγορίες 2 και 4, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση. Σύμφωνα με τα γεγονότα που συνέθεταν την καταδίκη, ο εφεσείων συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο να εισαγάγουν ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β’, ήτοι κάνναβη, και παράνομα εισήγαγε στη Δημοκρατία μέσω του ταχυδρομείου 1 κιλό και 41,9 γρ. κάνναβης, την οποία είχε στην κατοχή του με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο. Λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, το λευκό ποινικό μητρώο του, οι προσωπικές του περιστάσεις και το μεμονωμένο του περιστατικού.

 

Στην Κατσαπάου v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318 επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη αυτή των 8 ετών. Η ανευρεθείσα ποσότητα ανερχόταν σε 1 κιλό και 481 γραμμάρια ξηρής φυτικής κάνναβης. Διαπιστώθηκε οργάνωση και επαγγελματισμός στην διακίνηση των ναρκωτικών. Ειδικότερα, για το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ σε άλλο πρόσωπο, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών, ενώ για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών.

 

Στην υπόθεση Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/2018, ημερ. 27.11.2019, η οποία αφορούσε 1,415 γραμμάρια κάνναβης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 5 ετών, που το Κακουργιοδικείο, επέβαλε, μεταξύ άλλων, στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου και εκτός της άμεσης παραδοχής του ενώπιον του πρωτοδικου Δικαστηρίου, υπήρχε και η άμεση συνεργασία του με την Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, στοιχείο που επίσης προσμέτρησε προς όφελος του.

 

Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).

 

Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής, σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557).  Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).

 

Ως προκύπτει τόσο από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής όσο και από μέρους των συνηγόρων Υπεράσπισης και δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε ο Κατηγορούμενος 2 αλλά ούτε και ο Κατηγορούμενος 3 ήταν ιδιοκτήτες της επίδικης ποσότητας κάνναβης, αλλά ενήργησαν κατόπιν οδηγιών τρίτων προσώπων. Αν και ουδείς εξ αυτών είχε ηγετικό ρόλο στο σύστημα εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών, ο ρόλος και η εμπλοκή τους, κατά την κρίση μας, διαφοροποιείται.

 

Η εμπλοκή του  Κατηγορούμενου 2 έγκειται στην κατοχή και μεταφορά της επίδικης ποσότητας κάνναβης και ακολούθως στην εναπόθεση της σε σημείο και με τρόπο που του υποδείχθηκε. Από όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, δεν προκύπτει ο Κατηγορούμενος 2 να γνώριζε εξ αρχής τον λόγο που το τρίτο πρόσωπο, τις οδηγίες του οποίου εκτέλεσε, του ζήτησε να εισέλθει στο όχημα του και τον σκοπό της εκεί εναπόθεσης της σακούλας, ο οποίος παρέμεινε άγνωστος. Ως προκύπτει, η δράση του Κατηγορούμενου 2 ήταν καθοδηγούμενη, περιορισμένη και χρονικά πολύ σύντομη. Η ανεύρεση, δε, γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου 2 στον σπαστήρα δεν προκύπτει να συνδέεται με την επίδικη ποσότητα κάνναβης ή να υποδηλώνει οποιαδήποτε περαιτέρω εμπλοκή του στο σύστημα διακίνησης και εμπορίας των ναρκωτικών ή χρήση τέτοιων ουσιών. Σημειώνουμε προς τούτο ότι ο σπαστήρας εντοπίστηκε σε σωματική έρευνα που διενεργήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 κατά τη σύλληψη του, μετά την εναπόθεση της κάνναβης στο σημείο όπου εντοπίστηκε, και η θέση της κας Μαππουρίδου ότι περιήλθε στην κατοχή του με σκοπό να τον παραδώσει σε τρίτο πρόσωπο, στο οποίο ανήκε, δεν αμφισβητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά.

 

Σημειώνουμε πως η θεση της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 2 πως αυτός διέπραξε τα αδικήματα που αφορούν στην κάνναβη παρασυρόμενος από πρόσωπο που δύνατο να ασκήσει επιρροή σε αυτόν (βλ. α.30(4)(β)(ιι)) δεν αμφισβητήθηκε απο την Κατηγορούσα Αρχή και ως τέτοια την αποδεχόμαστε αφού, σε κάθε περίπτωση, από τα γεγονότα τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μας δεν προκύπτει οτιδήποτε που να αναιρεί τη θέση αυτή. Επομένως, λαμβάνουμε υποψη, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, πως ο Κατηγορούμενος 2 ενήργησε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω έχοντας λάβει οδηγίες να επιβαστεί εντός του Οχήματος που οδηγούσε τρίτο προσωπο, και όταν έφτασαν στο συγκεκριμένο σημείο, λίγο πριν την γέφυρα, του υπέδειξε όπως τοποθετήσει την κάνναβη πίσω από το κιγκλίδωμα, σε σημείο όπου υπήρχε άγρια βλάστηση. Ουδόλως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε ή είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με την κάνναβη μέχρι την εκεί μετάβαση του.

 

Η εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3 ήταν πιο ενεργή αφού, ως ο συνήγορος του ανέφερε, μετέφερε την επίδικη ποσότητα κάνναβης από ένα πρόσωπο σε ένα άλλο, ενώ προηγουμένως είχε αλλάξει τα σακούλια μέσα στα οποία ήταν τοποθετημένη, πράξεις που διενήργησε εκουσίως και με πλήρη συνείδηση. Εναργώς προκύπτει από τα πιο πάνω η συνεργασία του με άλλα πρόσωπα, η οποία επιτείνει τη σοβαρότητα των πράξεων του αφού καταδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος 3 συνιστούσε, ουσιαστικά, μέλος μιας ομάδας η οποία στόχο είχε τη διακίνηση των ναρκωτικών. Το γεγονός, δε, ότι άλλαξε τις συσκευασίες της κάνναβης σαφώς καταδεικνύει τον σχεδιασμό πίσω από τις πράξεις του και τον βαθμό της εμπλοκής του. Συνολικά, ο Κατηγορούμενος 3 είχε στην κατοχή του την επίδικη ποσότητα για διάστημα περίπου 10 ωρών, στοιχείο που συνυπολογίζεται, συμβάλλοντας ενεργά τόσο στη συσκευασία όσο και στη διακίνηση της κάνναβης, προφανέστατα γνωρίζοντας ότι τελικός σκοπός ήταν η εμπορία της. Η εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3 στο συσκεύασμα ναρκωτικών ουσιών καταμαρτυρείται και από την επιστημονική σύνδεση του μέσω γενετικού υλικού με δύο ζυγαριές ακριβείας πάνω στις οποίες υπήρχαν ίχνη κάνναβης, οκτώ πλαστικά σακουλάκια εντός των οποίων υπήρχαν ίχνη κάνναβης, ένα νάιλον σακούλι και δύο διαφανή νάιλον σακούλια εντός των οποίων υπήρχαν άλλα σακούλια με ίχνη κάνναβης. Έτι περαιτέρω, η εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3 δεν περιορίστηκε στην κάνναβη αλλά είχε στην κατοχή του και ποσότητα κοκαϊνης, η οποία εντοπίστηκε σε νάιλον διαφανές σακούλι, το οποίο ήταν κλειστό δια καψίματος, σε υποστατικό τρίτου προσώπου.

 

Δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι ο Κατηγορούμενος 3 ενήργησε υπό καθεστώς πίεσης. Η επί του προκειμένου θέση που προβλήθηκε από μέρους του συνηγόρου του επικεντρώθηκε στο ότι λόγω της εξάρτησης του από τα ναρκωτικά, ο Κατηγορούμενος 3 είχε δημιουργήσει μεγάλο χρέος προς τον προμηθευτή από τον οποίο εξασφάλιζε την δόση του με αποτέλεσμα να εμπλακεί στην υπόθεση, δηλαδή να συνδράμει στις παράνομες δραστηριότητες του, προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος του μερικώς. Χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι ο βαθμός εξάρτησης του Κατηγορουμένου 3 από τα ναρκωτικά καθιστά τα αδικήματα που διέπραξε λιγότερο σοβαρά (βλ. α. 30(4)(β)(iv)), δεδομένο είναι ότι ο Κατηγορούμενος 3 συμμετείχε ενεργά στην συσκευασία και διακίνηση της κάνναβης με σκοπό την εμπορία της. Διαπράττοντας, δηλαδή, τα σοβαρά αυτά αδικήματα προσπάθησε να μετριάσει τις συνέπειες που επέφερε η διάπραξη άλλου αδικήματος, ήτοι η χρήση ναρκωτικών. Δεν μπορούμε, επομένως, να δεχτούμε ότι η διάπραξη σοβαρών αδικημάτων με σκοπό την αντιμετώπιση συνεπειών που επέφερε η διάπραξη άλλου αδικήματος μπορεί βάσιμα να συνιστά λόγο που να καθιστά τα αδικήματα που διέπραξε λιγότερο σοβαρά. Η χρήση ναρκωτικών ως λόγος για τη διάπραξη αδικημάτων θα μπορούσε να τα καθιστά λιγότερο σοβαρά αν ο Κατηγορούμενος 3 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών (βλ. α. 30(4)(β)(ιιι)), πράγμα που, ως εξηγούμε πιο πάνω, δεν ισχύει στην περίπτωση του.

 

Ο διαφορετικός βαθμός και έκταση της εμπλοκής των Κατηγορουμένων 2 και 3 υπαγορεύει την διαφορετική μεταχείριση τους αναφορικά με το ύψος της επιβληθησόμενης ποινής.

 

Ο Κατηγορούμενος 3, κατ’ ουσία, αποτέλεσε αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών. Χωρίς την ανάμειξη του, δεν θα επιτελούνταν ο παράνομος σκοπός, δηλαδή η διάδοση των ναρκωτικών με όλες τις ολέθριες συνέπειες που επιφέρει, ή έστω θα καθίστατο πιο δύσκολη η διοχέτευση τους στους χρήστες (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466, Valdez ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.144/2016 και 145/2016, ημερ. 21.2.2017).

 

Τα ίδια επισημάνθηκαν και πιο πρόσφατα στην Παπανικόλα (πιο πάνω) όπου λέχθηκε πως η απαξία της πράξης έγκειται στη συμμετοχή στην αλυσίδα διακίνησης και διάδοσης των ναρκωτικών, η οποία είναι άκρως απαραίτητη στους μεγαλεμπόρους αφού χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή η διάθεση του παράνομου προϊόντος τους, ήτοι της μάστιγας των ναρκωτικών. Προς  την ίδια κατεύθυνση θεωρήθηκαν και τα λεχθέντα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βαρδάκη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 186/21, ημ. 14/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:B302

 

«Δεν είναι δυνατό να αναζητηθεί μέσα από τη νομολογία αριθμητική αντιστοιχία των παραμέτρων αυτών με το εύρος των ποινών φυλάκισης που επιβάλλονται.  Η δε εμφάνιση ενώπιον των Δικαστηρίων υποθέσεων που αφορούν σε πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τα τελευταία χρόνια, δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποβάθμιση της σοβαρότητας των υποθέσεων με μικρότερες ποσότητες.  Αντίθετα, αναδεικνύεται το τεράστιο πρόβλημα και η ανάγκη καταπολέμησης της διάδοσης των ναρκωτικών σε κάθε της έκφανση».

 

Ως περαιτέρω υποδείχθηκε στην Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 207/21, ημ. 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, η νομολογία αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Τούτο δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η συνδρομή που παρέχει ένας ενδιάμεσος προμηθευτής στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών είναι ήσσονος σημασίας. Εν τέλει, είναι δια μέσω αυτών των ενδιάμεσων διακινητών που επιτυγχάνεται ο τελικός εγκληματικός στόχος, ήτοι η μόλυνση της κοινωνίας και το παράνομο κέρδος. Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Salaryand v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541:

 

«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.

 

Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του».

 

Ιδιαίτερα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, τονίζεται ότι η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δεν διαφέρει, αφού κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο, δηλαδή, η μόλυνση της κοινωνίας και το κέρδος (βλ. Κωνσταντίνου  ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και  Salaryand v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541). Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Sarayland:

 

«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.

 

Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του».

 

Στρεφόμενοι τόσο στον Κατηγορούμενο 2 όσο και στον Κατηγορούμενο 3 θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών (βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Αυτό διότι, όπως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή, η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Ως υποδείχθηκε, δε, στην υπόθεση Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 400, «η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για την μεταφορά των ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου.». Καθίσταται σαφές, συνεπώς, ότι η προσφυγή στο έγκλημα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί στη βάση προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων (βλ. Kiev ν. ΔημοκρατίαςΠοιν. Έφ. 218/2016, ημερ. 18.1.2018Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 154 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466). 

 

Συνυπολογίζουμε, βεβαίως, ότι η κάνναβη που κατείχαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατατάσσεται στην τάξη Β’ και δεν αποτελεί «σκληρό ναρκωτικό», σε αντίθεση με την κοκαϊνη που κατείχε ο Κατηγορούμενος 3  σε πολύ μικρή ποσότητα (βλ. Chokami ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 189). Στοιχείο που επίσης συνυπολογίζεται αποτελεί και η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, η οποία αν και δεν είναι τεράστια, εντούτοις δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μικρή.

 

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για αυστηρή τιμωρία του Κατηγορούμενου 2 και, ιδιαίτερα, του Κατηγορούμενου 3, με σκοπό την πάταξη της διακίνησης και εμπορίας των ναρκωτικών και την αντιμετώπιση των σοβαρών συνεπειών που προκύπτουν από αυτή (βλ. Λαζάρου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633 και Γλυκερίου v. Δημοκρατίας (πιο πάνω)).

 

Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 λαμβάνουμε υπόψη μας τις υποθέσεις που τέθηκαν ενώπιον μας έχοντας υπόψη μας όλα όσα προβάλλει σχετικά ο κ. Κορέλλης στην αγόρευση του. Αντικειμενικά, όμως, από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας προκύπτει η καθ’ έξιν ενασχόληση του Κατηγορούμενου 3 με την κατοχή ναρκωτικών ουσιών, τόσο κάνναβης όσο και κοκαϊνης, με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτα πρόσωπα και μάλιστα για μεγάλη χρονική περίοδο, δηλαδή από το 2018 μέχρι το 2026. Αρχικά, το 2018 ενεπλάκη στη συσκευασία 298,05 γρ. κάνναβης (13698/21), το 2022 είχε στην κατοχή του 22,5 γρ. κοκαϊνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα (11125/25), το 2024 είχε στην κατοχή του 3,3 γρ. φυτού κάνναβης (10467/25) και το 2026 εντοπίστηκε να περιεργάζεται χόρτα φορώντας γάντια, σε σημείο όπου εντοπίστηκαν 102 γρ κάνναβης, τα οποία παραδέχθηκε ότι είχε στην κατοχή του με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, ενώ ταυτόχρονα είχε στην κατοχή του και 9 γρ. κοκαϊνης για τον ίδιο σκοπό (2138/26). Σε ό,τι δε αφορά τα 298,05 γρ. κάνναβης, τα 22,5 γρ. κοκαϊνης και τα 3,3 γρ. φυτού κάνναβης, αυτά εντοπίστηκαν σε υποστατικά άλλων προσώπων, στοιχείο που καταδεικνύει τη συνεργασία του Κατηγορούμενου 3 με τα άλλα πρόσωπα. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη και την ποινή 12 μηνών φυλάκισης που επιβλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο στην οικία του οποίου εντοπίστηκαν τα 298,05 γρ. κάνναβης στην υπόθεση με αρ. 13698/21.

 

Τα αδικήματα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς άδεια κατά παράβαση του α. 19(1)(κ), Κεφ. 105 και της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής κατά παράβαση του α. 19(1)(λ), Κεφ. 105, τα οποία παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος 2 (βλ. κατηγορίες υπ’ αρ. 14 και 15), τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα μήνες ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ των Λ.Κ. 1,000 ή και  με τις δυο ποινές.

 

Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης διαμονής αντανακλάται στις επιπτώσεις που προκαλεί στην Κυπριακή κοινωνία και οικονομία αλλά και στην υπονόμευση του σεβασμού που πρέπει να επιδεικνύεται στους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τη συχνότητα με την οποία τέτοια αδικήματα διαπράττονται, καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών. Σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Tabrizi v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 421,  τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του Νόμου, οφείλουν να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές για την πάταξη του φαινομένου της παράνομης παραμονής αλλοδαπών στο έδαφος της Δημοκρατίας, καθώς επίσης και για ευρύτερη προστασία της κυπριακής κοινωνίας από τις επιπτώσεις που παρατηρούνται (βλ. επίσης  Nazari ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 231).

 

Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείων είχε καταδικαστεί κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του α. 19(1)(λ), Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.96. Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.96. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. 

 

Στην Tabrizi (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 4 μηνών για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, επανέλαβε τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη που υπάρχει για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών.

 

Αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν στην παράνομη διεξαγωγη επαγγέλματος και παραμονή του Κατηγορούμενου 2 στη Δημοκρατία, λαμβάνουμε υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, την περίοδο τέλεσης των εν λόγω  αδικημάτων σημειώνοντας πως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σύντομη και αναχαιτίστηκε χάρη στην παρέμβαση της Αστυνομίας. Σε ό,τι δε αφορά την κατηγορία υπ’ αρ. 14, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 2 διεξήγαγε επάγγελμα χωρίς άδεια ενόσω η άδεια παραμονής του είχε λήξει και συνεπώς βρισκόταν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας.

 

Προς όφελος των Κατηγορουμένων 2 και 3 λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές  και οικογενειακές τους περιστάσεις, ως προκύπτουν από τις εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας από τους συνηγόρους τους, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων στην προσωπική τους ζωή (βλ. Shail v. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 657). Έχουμε, βέβαια, υπόψη τη γενική αρχή της νομολογίας ότι σε σχέση με αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και απαιτείται αυστηρή αντιμετώπιση, οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη μόνο σημασία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ελευθερίου, Ποιν. Έφ. 263/2023, ημερ. 20.5.2026).

 

Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 2 και 3, σε συνδυασμό με την απολογία τους, ως αυτή εκφράσθηκε μέσω των συνηγόρων τους, καταδεικνύει τη συνείδηση των πράξεων τους καθώς και τη μεταμέλεια τους (σχετικό και το άρθρο 30(4)(β)(v) του Ν. 29/77). Ως υπογραμμίστηκε στην  Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 163/2015, ημερ. 11.7.2016, «… η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Παράλληλα, με την παραδοχή των Κατηγορουμένων 2 και 3 περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος τους κατά την επιμέτρηση της ποινής.

 

Ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Inhoo v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 441, η παραδοχή και η μεταμέλεια αποτελούν μεν μετριαστικό παράγοντα, πλην, όμως, όταν η μαρτυρία για απόδειξη του αδικήματος είναι συντριπτική, η παραδοχή είναι μικρής σημασίας έως και ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η παραδοχή του Κατηγορούμενου 2 αποτιμάται με αναφορά στο ότι κατά την τέλεση των αδικημάτων που αφορούν στην κάνναβη παρακολουθούνταν από την Αστυνομία και στη συνέχεια αναγνωρίστηκε ως το πρόσωπο που τα διέπραξε. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 3, λαμβάνουμε υπόψη ότι η ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον του συνίστατο στην ανεύρεση του γενετικού του υλικού σε διάφορα τεκμήρια της υπόθεσης και δη στις συσκευασίες της κάνναβης και της κοκαϊνης, στοιχείο, όμως, αρκετά ισχυρό. Συνυπολογίζουμε, λοιπόν, την παραδοχή τους σε αυτό το πλαίσιο και αποδίδουμε σε αυτή ανάλογη βαρύτητα (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318 και Παύλου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130). Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 με την παραδοχή τους καταδεικνύουν έμπρακτα την μεταμέλεια τους και περισώζεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που συνυπολογίζεται (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/2019, 3.7.2020 και Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/2022, ημερ. 1.12.2022).

 

Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, προβλήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθεί προς όφελος του η συνεργασία του με την Αστυνομία. Ως σημειώθηκε στην Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 202/2020, ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B356, η συνεργασία έχει επαυξημένη αξία στις περιπτώσεις του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος, όπου αυτός που συνεργάζεται με την Αστυνομία θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του ιδίου και ενδεχομένως και της οικογένειας του (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 746). Αναφορά στον παράγοντα αυτό έγινε και πιο πρόσφατα στην Γιαννακού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/2023 κ.ά., ημερ. 19.7.2024, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Είναι γεγονός ότι η  συνεργασία με την Αστυνομία συγκαταλέγεται στους ελαφρυντικούς παράγοντες κατά την επιμέτρηση ποινής. Γεγονός όμως είναι επίσης ότι υφίσταται διαβάθμιση στη  συνεργασία που δυνατόν να παρατηρηθεί σε διάφορες υποθέσεις. Στην καταγραφείσα και από το Κακουργοδικείο υπόθεση Mbakoup (ανωτέρω) η αναφορά ήταν σε «έμπρακτη συνεργασία» με την Αστυνομία, η οποία «θεωρείται άλλωστε πάντοτε από τη νομολογία ως μετριαστικός παράγων». Στη δε υπόθεση Gani  v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 242 αφενός επανατονίστηκε η διαχρονική νομολογιακή αρχή ότι είναι επιθυμητή η ενθάρρυνση της συνεργασίας με τις Αρχές, ως αναγκαίας μεθόδου για την καταπολέμηση του εγκλήματος, με τον έμπρακτο τρόπο της μείωσης της ποινής (που κατά τα άλλα θα επιβαλλόταν) και αφετέρου, κατ' εφαρμογήν της εν λόγω αρχής, κρίθηκε πως η ασυνήθιστα «ολοκληρωτική  συνεργασία» με την Αστυνομία, πράγμα το οποίο κατέστησε δυνατή τη σύλληψη των υπολοίπων κατηγορουμένων, έπρεπε να οδηγήσει σε μικρότερη ποινή (με παραπομπή στη Marco  vRepublic  (1987) 2 C.L.R. 188).

 

Όπως ευσύνοπτα εξηγείται στο σύγγραμμα Sentencing and Criminal Justice, Andrew Ashworth, 6η έκδοση, σ. 189: «...a person who assists the prosecution by giving evidence to the police and/or evidence in court which enables the detection and conviction of other offenders can expect credit for this at common law...». Σύμφωνα δε με την αγγλική υπόθεση R.  v.  and B (1991) 1 Cr.  AppR. (S.) 52 ιδίως χρήσιμη κρίνεται η συνεργασία ή βοήθεια η οποία οδηγεί στην καταδίκη άλλου κατηγορούμενου για την υπόθεση ή προκαλεί την παραδοχή του (βλ. και «Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα», Α. Καπαρδής & Η. Στεφάνου, 2020, σ. 270).

 

Βέβαια, το κατά πόσον θα υπάρξει συνεργασία και σε ποιο βαθμό, (αν θα είναι μερική ή ολοκληρωτική κ.λπ.), είναι ζήτημα το οποίο εξαρτάται από την επιθυμία του κάθε κατηγορούμενου και δεν υπάρχει τρόπος να υποχρεωθεί να το πράξει. Μάλιστα, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Mpakoub(ανωτέρω), σε περίπτωση άρνησης προσώπου που κατέχει σημαντικές πληροφορίες να  συνεργαστεί, είναι σοφό να αποφεύγονται σχόλια για την επιλογή του κατηγορούμενου, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παρουσιάζεται σε κάθε στάδιο αποστασιοποιημένο και κατ' επέκταση να είναι αλλά και να φαίνεται αντικειμενικό. Στην περίπτωση όμως που υπάρχει συνεργασία απόκειται στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει και να αποδώσει την πρέπουσα σημασία κατά την επιβολή της ποινής.».

 

Το Εφετείο παρέπεμψε, μάλιστα, και στην Φραγκίσκου  v. Δημοκρατίας  (2015) 2(Β) Α.Α.Δ. 833, η οποία είναι ιδιαίτερα σχετική με την παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση εκείνη μία εκ των συνεργών αντιμετωπίστηκε επιεικέστερα αφού όχι μόνο συμμετείχε στην ελεγχόμενη παράδοση παρανόμων ουσιών αλλά κατονόμασε το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου είχαν εισαχθεί τα ναρκωτικά και δήλωσε έτοιμη να καταθέσει ενόρκως προς τεκμηρίωση της ενοχής όλων των εμπλεκομένων. Εν όψει της στάσης της αυτής κρίθηκε δικαιολογημένη η καταλυτική επίδραση της συνεργασίας της στη διαφοροποίηση της ποινής της από εκείνη του εφεσείοντος. Λέθηκαν σχετικά τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο:

 

«Η πλήρης διαλεύκανση εγκληματικών δραστηριοτήτων οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ιδίως η προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης των προσώπων που διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην εγκληματική αυτή συμπεριφορά, είναι έργο δύσκολο και πολύπλοκο. Στις πλείστες των περιπτώσεων είναι αναγκαία η αναζήτηση μαρτυρίας από πρόσωπα που εμπλέκονται στις έκνομες αυτές δραστηριότητες. Πρόσωπα που συνήθως είναι απρόθυμα να συνδράμουν τις προσπάθειες των διωκτικών αρχών. Ο φόβος τόσο για τη δική τους ασφάλεια όσο και γι' αυτή του στενού οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος λειτουργεί αποτρεπτικά. Ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν ως αποτέλεσμα της απόφασής τους να συνεργαστούν με την Αστυνομία, σε συνάρτηση με το βαθμό συνεργασίας και την έκταση και φύση των πληροφοριών που παρέχουν, θα πρέπει να συνεκτιμούνται από τα  Δικαστήρια κατά το στάδιο της επιβολής ποινής στα πρόσωπα αυτά. Όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος και όσο πολυτιμότερη είναι η συνδρομή τόσο περισσότερο θα πρέπει αυτό να αντανακλάται στο ύψος της ποινής που επιβάλλεται».

 

Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος 2 αμέσως μετά τη σύλληψη του προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία αναφέρθηκε στις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων αλλά και στην ευρύτερη εμπλοκή του τρίτου προσώπου από το οποίο έλαβε οδηγίες. Δήλωσε, δε, την πρόθεση και προθυμία του να δώσει ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο. Έχοντας αυτά υπόψη, κρίνουμε ότι υπάρχει στην παρούσα περίπτωση πλήρης συνεργασία του Κατηγορούμενου 2 και ως εκ τούτου αποδίδουμε ανάλογη βαρύτητα στον παράγοντα αυτό κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα του επιβληθεί έχοντας υπόψη ότι η έκπτωση στην ποινή θα πρέπει να είναι ουσιαστική.

 

Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας στον οποίο αναφέρθηκαν αμφότεροι οι συνήγοροι ήταν το λευκό ποινικό μητρώο. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου. Με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου, συνιστά σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής εφόσον αποτελεί ένδειξη της στάσης του και του σεβασμού του κατηγορούμενου προς τους Νόμους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1).

 

Αντίθετα, όμως, δεν θεωρούμε ότι τα ίδια μπορούν να ισχύουν και για τον Κατηγορούμενο 3. Ως δέχθηκε και ο συνήγορος του, ο Κατηγορούμενος 3 καταδικάστηκε στις 3/7/2025 για αδικήματα παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ και Β’, παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ και κάπνισμα φυτού κάνναβης και του επιβλήθηκε χρηματικό πρόστιμο, ενώ λήφθηκαν υπόψη και άλλες τρείς υποθέσεις για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Τα αδικήματα τελέστηκαν μεταξύ της 11/2/2017 και της 13/6/2024.

 

Ως λέχθηκε στην Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, «εάν η διάπραξη ενός αδικήματος λάβει χώραν πριν από τη διάπράξη του δεύτερου αδικήματος και η καταδίκη για το αδίκημα αυτό ολοκληρώθηκε πριν τη δεύτερη καταδίκη, η πρώτη καταδίκη αποτελεί προηγούμενο που μπορεί να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στη δεύτερη υπόθεση. Ασφαλώς εάν δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία και δεν έχει καταδικαστεί ένας κατηγορούμενος σε τέτοια περίπτωση ισχύει το τεκμήριο της αθωώτητας και επομένως καίτοι εκκρεμεί η υπόθεση δεν πρέπει αυτή να ληφθεί υπόψη ως προηγούμενο εφόσον δεν υπάρχει και καταδίκη

 

Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε ως ορθή στην Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 282 στην οποία η εφεσείουσα καταδικάστηκε σε υπόθεση για αδικήματα που διέπραξε ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της υπόθεσης στην οποία της επιβλήθηκε ποινή και καταδικάστηκε για αυτά διαρκούσης της ακρόασης, η οποία οδήγησε στην νέα καταδίκη της. Επικυρώθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έλαβε υπόψη κατά την επιβολή ποινής την προηγενέστερη καταδίκη.

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, αναφίβολα τα γεγονότα που οδήγησαν στην επιβολή ποινής στην προηγούμενη υπόθεση που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος 3 προηγούνται των εδώ επίδικων γεγονότων, όπως και η καταδίκη του της εδώ παραδοχής του και επιβολής ποινής. Έπεται, επομένως, ότι ο Κατηγορούμενος 3 βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα υπόθεση.

 

Σύμφωνα με τις πάγιες αρχές της νομολογίας, οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου δεν λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να τιμωρηθεί εκ νέου για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών έγκειται στην μείωση της επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων, επισημαίνοντας κατά πόσον είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306, τονίστηκε πως οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας που θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες. Σχετική είναι και η υπόθεση Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565 στην οποία λέχθηκε ότι ως γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία θα είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο. Η επιείκεια, σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17, μειώνεται «σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται».  Οι πιο πάνω αρχές επαναδιατυπώθηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/2023, ημερ. 28.1.2026 (βλ. επίσης Κεσίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 5/2025, ημερ. 13.11.2025).   

 

Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος 3 καταδικάστηκε σε ίδιας φύσεως αδικήματα και έτι περαιτέρω λήφθηκαν υπόψη άλλες τρείς υποθέσεις, οι οποίες και πάλι αφορούσαν παρόμοιας φύσης αδικήματα. Το στοιχείο αυτό μειώνει το περιθώριο επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί σε αυτόν αφού καταδεικνύει την κατ’ εξακολούθηση μη συμμόρφωση με τους Νόμους.

 

Αφενός, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2 και η συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, και, αφετέρου, το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 3, οδηγούν σε περαιτέρω διαφοροποίηση του ύψους της ποινής που θα τους επιβληθεί.

 

Προβλήθηκε, περαιτέρω, ότι θα πρέπει να συνυπολογιστεί ως μετριαστικός παράγοντας η ηλικία του Κατηγορουμένου 3. Κατά την διάπραξη των αδικημάτων ήταν 27 ετών και δεν θεωρούμε ότι πρόκεται για ένα ιδιαίτερα νεαρό άτομο. Εν πάση περιπτώσει, η ηλικία συγκαταλέγεται στους παράγοντες που καθιστούν τα αδικήματα που προκύπτουν από τον Ν. 29/77 λιγότερο σοβαρά (βλ. α. 30(4)(β)(i)), πλην, όμως, ως το Εφετείο επεσήμανε στην Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 15/2024, ημερ. 20.5.2025, το νεαρό της ηλικίας δεν θα πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα από τις υπόλοιπες περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του άρθρου 30(4), ήτοι «(iii) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών˙ και (vi) το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του». Στην προκειμένη περίπτωση, η ηλικία του Κατηγορούμενου 3 λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση, όμως, με την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών που κατείχε και την εμπλοκή του στην εμπορία και διακίνηση τους. Αντίστοιχα, λαμβάνουμε υπόψη και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 την ηλικία του, υπό το φως της εμπλοκής του, ως περιγράφεται πιο πάνω.

 

Ως λέχθηκε και πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 την εξάρτηση του από ναρκωτικές ουσίες (α. 30(β)(iv)). Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα τις προσπάθειες του για απεξάρτηση αφού δεικνύουν προσπάθεια για αλλαγή στάσης ζωής και ενισχύουν τη μεταμέλεια του (βλ. Έγγραφο Α1). Η σημασία του παράγοντα αυτού, όμως, περιορίζεται σε περιπτώσεις μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών (βλ. Γεωργίου (πιο πάνω)), εφόσον σε τέτοιες υποθέσεις προέχει η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών (βλ. Μαυρολουκά (πιο πάνω)).

 

Οι υποθέσεις στις οποίες η απεξάρτηση αποκτά καταλυτική σημασία στην επιμέτρηση της ποινής αφορούν σε πολύ μικρές ποσότητες ναρκωτικών. Η Καρακάννας ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 463, αφορούσε κατοχή 6 χαπιών έκσταση και 5 τεμαχίων από το ίδιο είδος χαπιών, συνολικού βάρους 2,5 γραμμαρίων, η Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 513 κατοχή ηρωίνης βάρους 3,6422 γραμμαρίων, η Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), κατοχή με σκοπό τη προμήθεια ηρωϊνης βάρους 48.0943 γραμμαρίων, η Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 333 κατοχή κάνναβης βάρους 59,3521 γραμμαρίων και η Γιαννάκης ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 364, εισαγωγή και κατοχή με σκοπό τη προμήθεια κοκαΐνης συνολικού βάρους 51,8558 γραμμαρίων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην Ναζίπ ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), η νομολογία έχει σταθερά αναδείξει όχι μόνο την ίδια την προσπάθεια απεξάρτησης από τις ναρκωτικές ουσίες, αλλά ιδιαίτερα την επιτυχία της προσπάθειας αυτής, ως ένα ιδιαίτερο μετριαστικό παράγοντα που βοηθά στην ομαλή επανένταξη του αδικοπραγούντος στην κοινωνία και την απελευθέρωση του ιδίου του  ατόμου από την ενασχόληση του με ουσίες θανάτου.

 

Η περίπτωση του Κατηγορούμενου 3 διαφοροποιείται από τις πιο πάνω περιπτώσεις αφού η ποσότητα κάνναβης που παραδέχθηκε ότι είχε στην κατοχή του με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα είναι σημαντικά μεγαλύτερη και έτι περαιτέρω κατείχε, επίσης, ποσότητα κοκαϊνης. Χωρίς να υποβιβάζουμε τη σημασία της απεξάρτησης, ως παράγοντα που ενισχύει τη μεταμέλεια και καταδεικνύει πράγματι προσπάθεια για αναμόρφωση, αποτιμούμε την προσπάθεια του Κατηγορούμενου 3 στο πλαίσιο των γεγονότων που συνθέτουν τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα τους.

 

Τέλος, σε σχέση με αμφότερους τους Κατηγορουμένους λαμβάνουμε υπόψη την καλή διαγωγή που επιδεικνύουν στις Κεντρικές Φυλακές, αν και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε βεβαίωση (βλ. Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας (2015) 2Α.Α.Δ. 277).

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσης, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Κρίνουμε πως οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Όλα τα ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν θεωρούμε ότι είναι τέτοια ώστε να διαφοροποιούν το είδος της  αρμόζουσας ποινής, πλην, όμως, διαδραματίζουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα τους επιβληθεί.

 

 

Επιβάλλουμε, λοιπόν, τις ακόλουθες ποινές:

 

Στον Κατηγορούμενο 2:

-       Στην 6η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 7η κατηγορία.

-       Στην 7η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2,5 ετών.

-       Στην 14η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

-       Στην 15η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 5 μηνών.

 

Στον Κατηγορούμενο 3:

 

-       Στην 16η κατηγορία, καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 17η κατηγορία.

-       Στην 17η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4,5 ετών.

-       Στην 18η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Στις πιο πάνω ποινές να ληφθεί υπόψη ο χρόνος κράτησης του Κατηγορούμενου 2 από τις 15/4/2025 μέχρι σήμερα και του Κατηγορούμενου 3 κατά την περίοδο 25/6/2025-29/7/2025 και από τις 20/2/2026 μέχρι σήμερα.

 

Τα τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.

 

Επαναλαμβάνουμε πως κατά την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 3 λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπ’ αρ. 2138/26, 10467/25, 11125/25 και 13698/21.

 

Σε σχέση με την ποιν. υπ’ αρ. 2138/26, τα τεκμήρια, ήτοι τεμάχιο νάιλον διαφανούς σακουλιού, τεμάχιο αλουμινόχαρτου, μια ζυγαριά ακριβείας, ένα ρολό νάιλον διαφανών σακουλιών, ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια, παρειακά επιχρίσματα και δακτυλοσκοπικό δελτίο, να καταστραφούν μετά την παρέλευση του χρόνου καταχώρισης έφεσης, σε περίπτωση που τέτοιο δικαίωμα δεν ασκηθεί. Το ποσό των 905 ευρώ να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο του.

 

Σε σχέση με την ποιν. υπ’ αρ. 10467/25, τα τεκμήρια, ήτοι τα παρειακά επιχρίσματα, το δακτυλοσκοπικό δελτίο και το νάιλον σακουλάκι τύπου zip lock cannabis flower που περιέχει ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, να καταστραφούν μετά την παρέλευση του χρόνου καταχώρισης έφεσης, σε περίπτωση που τέτοιο δικαίωμα δεν ασκηθεί.

 

Σε σχέση με την ποιν. υπ’ αρ. 11125/25, τα τεκμήρια, ήτοι τα παρειακά επιχρίσματα, το δακτυλοσκοπικό δελτίου και οι ναρκωτικές ουσίες, να καταστραφούν μετά την παρέλευση του χρόνου καταχώρισης έφεσης, σε περίπτωση που τέτοιο δικαίωμα δεν ασκηθεί.

 

Σε σχέση με την ποιν. υπ’ αρ. 13698/21, τα τεκμήρια, ήτοι τα παρειακά επιχρίσματα, το δακτυλοσκοπικό δελτίο, ένα μαύρο τσαντάκι μέσης, τα τεμάχιο νάιλον σακουλιών, μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας και οι ναρκωτικές ουσίες, να καταστραφούν μετά την παρέλευση του χρόνου καταχώρισης έφεσης, σε περίπτωση που τέτοιο δικαίωμα δεν ασκηθεί.

 

 

           

 

                                                                   (Υπ.)…………………………….………

                                                                                    Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. 

 

                            

                                                                (Υπ.)…………………………….………

                                                                                       Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

                                                      

   

                                                               (Υπ.)…………………………….………

Κ. Ηλία, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο