Αναφορικά με τον Α. Π., Αίτηση Προσωποκράτησης αρ.: 297 / 2026, 18/8/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τον Α. Π., Αίτηση Προσωποκράτησης αρ.: 297 / 2026, 18/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Αίτηση Προσωποκράτησης αρ.:  297 / 2026

 

 

Αναφορικά με τον Α. Π. και την αίτηση της Αστυνομίας ημερομηνίας 18.8.2026 για προσωποκράτηση

 

 

____________

 

 

Ημερομηνία:  18 Αυγούστου 2026

Εμφανίσεις:

Χρ. Κυριακίδου (κα) με Μ. Μανιώρη για την Αστυνομία

Γ. Χατζηιωάννου, για τον ύποπτο

Ύποπτος: παρών

 

 

____________

 

 

Η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών, δεν επιτρέπεται η δημοσίευση οποιουδήποτε μέρους της απόφασης, κατά τρόπο ώστε να παραπέμπει στην ταυτότητα του θύματος, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(ex tempore)

 

Με αίτηση της Αστυνομίας, που υποβάλλεται μέσω του Υπαστυνόμου Δημήτρη Δημητρίου, η Αστυνομία ζητά την κράτηση του φερόμενου ως υπόπτου που κατονομάζεται στην αίτηση, για τη διευκόλυνση των ανακρίσεων σχετικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στην αίτηση:

 

§    Βιασμός [άρθρο 144 ΠΚ]

§    Επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης [άρθρο 243 ΠΚ, ν. 115(Ι)/2021, ν.119(Ι)/2000]

§    Κοινή επίθεση [άρθρο 242 ΠΚ, ν.115(Ι)/2021, ν.119(Ι)/2000]

§    Άσκηση ψυχολογικής βίας [ν.119(Ι)/2000, ν.115(Ι)/2021]

§    Άσκηση οικονομικής βίας [ν.115(Ι)/2021]

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από τον όρκο του Αστ.4580 Μιχάλη Δημοσθένους, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο σε έγγραφη μορφή (Τεκμήριο Α), υιοθετήθηκε και μαζί με τις απαντήσεις που έδωσε ο μάρτυρας κατά την ακροαματική διαδικασία συνιστά το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Έχει ακουστεί επίσης η επιχειρηματολογία που εκτέθηκε σε σχέση με το υπό εξέταση αίτημα.

 

Νομικές αρχές

 

Όπως προκύπτει από τον νόμο[1] και από πάγια νομολογία, ο σκοπός της κράτησης είναι η διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων για το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία έγινε η σύλληψη και αναφέρονται στην αίτηση[2]. Η έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης επηρεάζει την ελευθερία του ατόμου. Διατάγματα τέτοιας φύσης πρέπει πάντοτε να αιτιολογούνται δικαστικά. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ύποπτου για διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων είναι οι εξής[3]:

 

§    Να υπάρχει μαρτυρία η οποία να αποκαλύπτει πως έχει διαπραχθεί αδίκημα·

§    η υφιστάμενη μαρτυρία να δημιουργεί εύλογη και γνήσια υπόνοια περί του ότι ο ύποπτος εμπλέκεται στη διάπραξη του·

§    οι ανακρίσεις να ευρίσκονται σε εξέλιξη· και

§    η κράτηση να είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση των ανακρίσεων

 

Οι προαναφερόμενες αρχές συνιστούν προϋποθέσεις τη συνδρομή των οποίων πρέπει να αποδεικνύει η Αστυνομία σωρευτικά. Όσο αφορά το εύλογο της υπόνοιας ή υποψίας, η τελική απόφαση συναρτάται με την ύπαρξη στοιχείων στην κατοχή της Αστυνομίας, τέτοιων που να τείνουν κατά λογική προέκταση να καταδείξουν τη διάπραξη του αδικήματος ή των αδικημάτων και να συνδέσουν τον ύποπτο με αυτό ή με αυτά. Δεν αξιολογείται στο στάδιο αυτό η μαρτυρία ως προς την αποδεικτική της αξία ή τη δραστικότητά της[4]. Δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας που να αποδεικνύει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτε μαρτυρία που να καταδεικνύει σε άλλο βαθμό και επίπεδο τη σύνδεση του ύποπτου με τη διάπραξη του αδικήματος ή των αδικημάτων. Ο λόγος είναι περί εύλογης υπόνοιας ή υποψίας. Η υπόνοια, για να είναι εύλογη, δεν θα πρέπει να είναι εντελώς θεωρητική ή υποθετική αλλά να είναι συνδεδεμένη με συγκεκριμένο πραγματικό πλαίσιο. Το ζητούμενο είναι να εξισορροπηθεί, από τη μια, η προστασία της ελευθερίας του ατόμου, και από την άλλη η αναγκαιότητα να δίδεται λογική ευκαιρία στις ανακριτικές αρχές να διαλευκάνουν αποτελεσματικά το έγκλημα. Ειδικότερα, ως προς το επίπεδο των στοιχείων που μπορούν να δημιουργήσουν το εύλογο της υποψίας, εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ο περιορισμός που επιτρέπεται υπό το άρθρο 5 ΕΣΔΑ και αντίστοιχα από το άρθρο 11 του Συντάγματος, που περιλαμβάνει και την προσωποκράτηση για σκοπούς διευκόλυνσης των ανακρίσεων, δεν προϋποθέτει όπως η Αστυνομία έχει στοιχεία με τέτοιον βαθμό επάρκειας για να απαγγείλει και κατηγορίες[5]. Εάν είχε τέτοια στοιχεία, δεν θα χρειαζόταν και τη διερεύνηση. Θα πρέπει οπωσδήποτε όμως να έχει επαρκή στοιχεία για σκοπούς διερεύνησης. Η επάρκεια για σκοπούς διερεύνησης συνυφαίνεται ακριβώς με την αναγκαιότητα η υποψία ή υπόνοια για την εμπλοκή του υπόπτου στη διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων να είναι εύλογη (reasonable). Το αντικείμενο της ανάκρισης, κατά τη διάρκεια της αιτούμενης κράτησης νοείται πως είναι ακριβώς η προώθηση της εγκληματολογικής έρευνας μέσω της επιβεβαίωσης ή και της διάλυσης της συγκεκριμένης υποψίας που στηρίζει τη σύλληψη[6]. Το εύλογο της υποψίας στην οποία πρέπει να βασίζεται μια σύλληψη, κατ’ επέκταση και η προσωποκράτηση για σκοπούς διερεύνησης, αποτελεί ουσιαστικό μέρος του περιορισμού του ατομικού δικαιώματος και προσεγγίζεται με ανάλογη αυστηρότητα και στενότητα[7]. Το γεγονός ότι υπάρχει καλόπιστη υποψία δεν αρκεί από μόνο του[8]. Θα πρέπει να είναι και εύλογη. Η εύλογη υποψία προϋποθέτει την ύπαρξη γεγονότων ή πληροφοριών που θα ικανοποιούσαν έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι ο ύποπτος διέπραξε το αδίκημα ή τα αδικήματα[9]. Αυτή η διαδικασία προϋποθέτει αναγκαστικά και ενός βαθμού έλεγχο από πλευράς της Αστυνομίας, εάν είναι εφικτός, της εκ πρώτης όψεως βασιμότητας της καταγγελίας ή της μαρτυρίας για τη διάπραξη των αδικημάτων ή του αδικήματος, ως προς τα βασικά γεγονότα που την συνθέτουν. Κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον ικανοποιείται το ελάχιστο πρότυπο για το εύλογο μιας υπόνοιας ή υποψίας, το Δικαστήριο οφείλει, με βάση και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, να λαμβάνει υπόψη το γενικό πλαίσιο των γεγονότων της συγκεκριμένης περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένης της ιδιότητας του υπόπτου, της σειράς των γεγονότων, του τρόπου με τον οποίον διενεργήθηκαν οι έρευνες και τη συμπεριφορά των Αρχών[10]. Είναι νομολογημένο και σε εγχώρια νομολογία ότι, για τους σκοπούς διαπίστωσης του κατά πόσον η υποψία εναντίον ενός υπόπτου είναι εύλογη ή όχι, η Αστυνομία δεν είναι υποχρεωμένη να αποκαλύπτει είτε ονόματα μαρτύρων είτε άλλες πληροφορίες, αν αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην πορεία των αστυνομικών ανακρίσεων[11]. Ενδεικτικά, στη Συμιλλίδης v. Αστυνομίας (Αρ.2) (1997) 2 ΑΑΔ 165, υποδείχθηκε πως η προσαγωγή των καταθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου που εξετάζει αίτημα για προσωποκράτηση, είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσει ή να εξουδετερώσει, για ευνόητους λόγους, τον σκοπό της αστυνομικής ανάκρισης. Σε περίπτωση που η αίτηση της Αστυνομίας αφορά σε περισσότερα από ένα αδικήματα, το Δικαστήριο δεν οφείλει σε αυτή τη διαδικασία να προβεί σε ξεχωριστή σύνδεση του υπόπτου με έκαστο των αδικημάτων με μικροσκοπική εξέταση[12]. Σε ότι αφορά το γνήσιο της υποψίας, έχει την έννοια ότι αυτή δεν θα πρέπει να αναδύεται από κατάχρηση εξουσίας ή να προσβλέπει προς μια τέτοια κατεύθυνση, δηλαδή σε κράτηση για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους επιτρέπεται τέτοιου είδους περιορισμός της ελευθερίας. Αναφορικά με την αναγκαιότητα της κράτησης, το ζήτημα εξετάζεται πρόσθετα και σε συνάρτηση με τη φύση του ανακριτικού έργου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί κίνδυνος επηρεασμού είτε μαρτύρων είτε καταστροφής τεκμηρίων η εν γένει οιοσδήποτε επηρεασμός, τότε δικαιολογείται η κράτηση. Δεν χρειάζεται να θεμελιωθεί με μαρτυρία ότι πράγματι ο ύποπτος επηρέασε ήδη ή προσπάθησε να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει τεκμήρια. Κριτήριο αποτελεί το κατά πόσον υπάρχουν πιθανοί κίνδυνοι και λογικά δικαιολογημένος φόβος να επηρεαστεί το ανακριτικό έργο[13]. Αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της κράτησης, αυτή μπορεί να συναρτηθεί άμεσα και μόνο με το εναπομείναν ανακριτικό έργο. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τον όγκο του εναπομείναντος έργου και το είδος των ανακριτικών πράξεων· αυτό όχι προς αντιπαραβολή ή ελάττωση της υποχρέωσης των ανακριτικών Αρχών για γρήγορη διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου, που εκείνο είναι που θα οδηγήσει και στο ξεκαθάρισμα της θέσης του ύποπτου. Το σύνολο των αρχών έχει επαναληφθεί και σε πρόσφατη εγχώρια νομολογία, χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση.

 

 

 

Εξέταση

 

Η αίτηση για προσωποκράτηση πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις και μπορεί γι’ αυτό να τύχει ουσιαστικής εξέτασης.

 

Από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προς υποστήριξη της αίτησης, προκύπτουν τα εξής, σε συνάρτηση με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις:

 

Υπάρχει μαρτυρία η οποία αποκαλύπτει πως έχουν διαπραχθεί τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Ειδικότερα, υπήρξε επίσημη καταγγελία που φέρει επαρκή λεπτομέρεια ως προς τα περιστατικά που τη συνθέτουν, που καταλαμβάνουν μακρά χρονική περίοδο, ώστε να πρέπει να τύχει διερεύνησης, αναγόμενη στα αδικήματα που αναφέρονται στην αίτηση. Τα καταγγελλόμενα ανάγονται στα υπό διερεύνηση αδικήματα, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το Δικαστήριο προβαίνει σε έλεγχο επικάλυψης των συστατικών στοιχείων του καθενός από τα αδικήματα ξεχωριστά, διαδικασία που δεν εφαρμόζεται σε αυτό το στάδιο. Δεν αναφέρονται στην απόφαση αυτή του Δικαστηρίου οι επιμέρους λεπτομέρειες και περιγραφές του τρόπου με τον οποίον αναφέρθηκε πως διαπράχθηκαν τα υπό διερεύνηση αδικήματα, λόγω και της φύσης των υπό διερεύνηση αδικημάτων, είναι όμως υπόψη του Δικαστηρίου ως ακριβώς έχουν εκτεθεί στο Τεκμήριο Α.

 

Δόθηκε έμφαση, κατά την αντεξέταση, στον χρόνο στον οποίον ανατρέχουν ορισμένες από τις καταγγελλόμενες συμπεριφορές και ιδίως όσον αφορά τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό, που αγγίζει αρκετά παλαιά χρονική περίοδο. Υποβλήθηκε, στη βάση αναφορών στον όρκο που βάσισε την έκδοση του εντάλματος σύλληψης του υπόπτου (Τεκμήριο Γ), πως δεν εξετάζεται πράγματι και το αδίκημα του βιασμού. Δεν υπεισέρχεται το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας της καταγγέλλουσας. Υπάρχει μαρτυρία στη διάθεση της Αστυνομίας που αφορά μεταξύ άλλων και το αδίκημα του βιασμού, ως αυτό αναδύεται με βάση επί του παρόντος δεδομένα, και η οποία θα πρέπει να διερευνηθεί και σαφώς όχι να αγνοηθεί στη βάση κάποιας προκατειλημμένης αντιμετώπισης της καταγγέλλουσας. Αν κατά τη διερεύνηση, και με τη συμμετοχή του υπόπτου ή και των λοιπών μαρτύρων, προκύπτει ότι εν τέλει δεν υφίσταται επαρκής πραγματική βάση και για ποινική κατηγορία βιασμού, αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Έγινε αναφορά σε διαφοροποίηση της νομικής βάσης του άρθρου 144 ΠΚ σε σχέση με τον χρόνο που με βάση τη μαρτυρία φέρεται να διαπράχθηκε βιασμός, με τη θέση ότι κατά τον χρόνο που φέρεται ως ουσιώδης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βιασμός η καταγγελλόμενη πράξη. Είναι ζήτημα που θα εξεταστεί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τις θέσεις του υπόπτου, ως θα προβληθούν, δεν εκδικάζεται η υπόθεση σε αυτή τη διαδικασία. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, υπάρχει μαρτυρία στην κατοχή της Αστυνομίας που φέρεται να δικαιολογεί τη διερεύνηση της διάπραξης και του αδικήματος του βιασμού, με τη βάση που υφίστατο κατά τον χρόνο που φέρεται, στην κάθε περίπτωση, ως ο ουσιώδης χρόνος.

 

Σε σχέση με το κατά πόσον η υφιστάμενη μαρτυρία δημιουργεί εύλογη και γνήσια υπόνοια ότι ο ύποπτος εμπλέκεται στη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, πρόκειται για καταγγελία συγκεκριμένα εναντίον του υπόπτου και για αδικήματα που φέρονται να έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της συζυγικής σχέσης του υπόπτου με την καταγγέλλουσα.

 

Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ότι ο ύποπτος αρνείται τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Η άρνησή του αποτελεί δεδομένο που λαμβάνεται υπόψη· δεν είναι όμως, στο παρόν στάδιο, έργο του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσον η εκδοχή οποιουδήποτε είναι αληθής ή ψευδής ούτε να επιλύσει οριστικά τυχόν αντιφάσεις ή να αξιολογήσει την αξιοπιστία των επιμέρους μαρτυρικών στοιχείων, όπως θα συνέβαινε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα στοιχεία που βρίσκονται σήμερα στην κατοχή της Αστυνομίας, θεωρούμενα αντικειμενικά και σωρευτικά, είναι ικανά να δημιουργήσουν εύλογη και γνήσια υπόνοια για εμπλοκή του στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Κρίνεται ότι το όριο αυτό ικανοποιείται.

 

Οι ανακρίσεις βρίσκονται σε εξέλιξη. Αυτό, ως γεγονός, δεν έχει αμφισβητηθεί. Γίνεται δε λεπτομερής περιγραφή του ανακριτικού έργου στη μαρτυρία, η οποία αξιοποιείται και αξιολογείται για σκοπούς ελέγχου των λοιπών προϋποθέσεων.

 

Ως προς την αναγκαιότητα της κράτησης, δεν αρκεί για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ούτε η σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων ούτε από μόνη της η διαπίστωση ότι το ανακριτικό έργο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Απαιτείται να προκύπτει ότι συγκεκριμένες ανακριτικές πράξεις που εκκρεμούν είναι τέτοιας φύσης ώστε η διενέργειά τους να ενδέχεται ευλόγως να επηρεαστεί εάν ο ύποπτος αφεθεί ελεύθερος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι εκκρεμεί ουσιώδες και ουσιαστικό ανακριτικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο Β, μεταξύ άλλων, τη λήψη αριθμού καταθέσεων από πρόσωπα που με βάση όσα αναφέρθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία σχετίζονται με τις υπό διερεύνηση περιστάσεις, αλλά και λήψη των πλάνων από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που βρίσκεται τοποθετημένο σε χώρο που μπορεί να προσεγγιστεί από τον ύποπτο, με ή χωρίς την ύπαρξη απαγορευτικού διατάγματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, μεταξύ των προσώπων από τα οποία αναμένεται να ληφθούν καταθέσεις υπάρχουν πρόσωπα τα οποία ο ύποπτος έχει τη δυνατότητα να προσεγγίσει αλλά και να επηρεάσει ως προς την εκδοχή τους για τα γεγονότα. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο κίνδυνος επηρεασμού συνδέεται με συγκεκριμένο και μη ολοκληρωμένο μέρος της έρευνας. Δεν απαιτείται, όπως ήδη αναφέρθηκε, να αποδειχθεί ότι επιχειρήθηκε πράγματι επηρεασμός μάρτυρα. Αρκεί η ύπαρξη πραγματικού και εύλογα δικαιολογημένου κινδύνου να παραβλαφθεί το ανακριτικό έργο. Κρίνεται ότι τέτοιος κίνδυνος υφίσταται.  

 

Με δεδομένη την εστίαση, από την Υπεράσπιση του υπόπτου, στην πάροδο οκτώ ημερών από την αρχική προφορική καταγγελία και την αναφορά σε «κωλυσιεργεία» που κατά την Υπεράσπιση υπήρξε από πλευράς της Αστυνομίας, παρεμβάλλεται πως ο κίνδυνος που δημιουργείται, σχετικά με τον επηρεασμό του ανακριτικού έργου, συνυφαίνεται με το γεγονός της καταγγελίας από την παραπονούμενη, που δεν αμφισβητείται, ως γεγονός, πως έλαβε χώρα προ ημερών, αλλά ιδίως με το γεγονός της σύλληψης του υπόπτου που έγινε την 17.8.2026 ώρα 10:40. Το εναντίον του υπόπτου ένταλμα εκδόθηκε την 15.8.2026. Στο πλαίσιο αυτό, και έχοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων, αφενός, δεν έχει οποιαδήποτε σημασία εάν ορισμένες από τις καταγγελλόμενες πράξεις ανατρέχουν στο μακρύ παρελθόν, αφετέρου, δεν διαπιστώνεται «κωλυσιεργεία», με τον τρόπο που αναπτύχθηκε ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης. Συναφώς το Δικαστήριο, εξετάζοντας τη στάση των Αρχών, δεν καθορίζει το ίδιο τη σειρά των ανακριτικών πράξεων, που οι ανακριτικές Αρχές έπρεπε ή πρέπει να διενεργήσουν, με βάση τη ροή των ενώπιον τους αποκαλύψεων. Δεν υφίσταται πάροδος χρόνου ανεκμετάλλευτος, της φύσης ή της έκτασης που να μεταφράζεται σε καταχρηστικότητα του αιτήματός της να τεθεί υπό κράτηση ο ύποπτος, προκειμένου να διεξαχθεί απρόσκοπτα το ανακριτικό έργο που απομένει. Σε τέτοιο συμπέρασμα, δηλαδή σε συμπέρασμα περί καταχρηστικότητας, δεν καταλήγει το Δικαστήριο ούτε μόνο εκ της θέσης της πλευράς του υπόπτου ότι ο ίδιος γνώριζε για την καταγγελία από την πρώτη στιγμή και παρόλα αυτά δεν επηρέασε ήδη το ανακριτικό έργο. Ο κίνδυνος επηρεασμού παραμένει εύλογος, ως αντικειμενικά υφιστάμενος, και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική στάση ή τη βούληση ή την καλή διάθεση του ιδίου του υπόπτου. Η συνεργασία του υπόπτου για τη διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου λαμβάνεται φυσικά υπόψη στον βαθμό που σχετίζεται με ανακριτικό έργο που εξαρτάται από μία τέτοια δική του στάση.

 

Ως προς τη χρονική διάρκεια της αιτούμενης κράτησης, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των 8 ημερών που ζητείται συνδέεται εύλογα και αναλογικά με το ανακριτικό έργο που απομένει να διεκπεραιωθεί. Η διάρκεια της κράτησης δεν μπορεί να καθορίζεται με αναφορά μόνο στη σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων ούτε να εγκρίνεται αυτομάτως επειδή οι ανακρίσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Πρέπει να δικαιολογείται από τον όγκο, τη φύση και τις πρακτικές απαιτήσεις των συγκεκριμένων ανακριτικών ενεργειών που εξακολουθούν να εκκρεμούν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι απομένει ουσιώδες ανακριτικό έργο. Μεταξύ άλλων, που αναλυτικά αναφέρονται στο Τεκμήριο Β, αναμένεται να ληφθούν συνολικά 17 καταθέσεις, ενώ παράλληλα εκκρεμούν και οι λοιπές ανακριτικές ενέργειες. Λαμβάνεται υπόψη ότι η λήψη των καταθέσεων απαιτεί εύλογο χρόνο για τον εντοπισμό και την εξέταση των προσώπων από τα οποία αυτές θα ληφθούν. Το ενδεχόμενο μη εντοπισμού τους λόγω της θερινής περιόδου δεν είναι κάτι που επενεργεί στην κρίση του Δικαστηρίου. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη πως τα πλάνα από το κλειστό κύκλωμα μπορούν να ληφθούν σε άμεσο χρόνο. Δεν παραγνωρίζεται ότι κάθε ημέρα κράτησης αποτελεί αυτοτελή περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος του υπόπτου στην προσωπική του ελευθερία. Για τον λόγο αυτό, το αιτούμενο χρονικό διάστημα εξετάζεται αυστηρά και όχι ως χρόνος που παρέχεται στην Αστυνομία χάριν ευχέρειας ή απλώς για την ολοκλήρωση της διερεύνησης με άνεση. Το κρίσιμο είναι κατά πόσο, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι 8 ημέρες αποτελούν εύλογο χρόνο για την προώθηση των συγκεκριμένων ανακριτικών ενεργειών για τις οποίες η κράτηση κρίθηκε αναγκαία. Έχοντας υπόψη τον αριθμό των καταθέσεων που απομένει να ληφθούν, συνολικά 17, σε συνδυασμό με τη φύση αυτής της ανακριτικής ενέργειας, δηλαδή της λήψης καταθέσεων, και την έκταση του λοιπού ανακριτικού έργου που περιγράφηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι το διάστημα των 5 ημερών, αντί του αιτούμενου των 8 ημερών, δεν είναι, υπό τις παρούσες περιστάσεις, δυσανάλογο προς τις ανάγκες της έρευνας, και δικαιολογείται για την προώθηση των συγκεκριμένων ανακριτικών ενεργειών. Και η έγκριση, όμως, και του μικρότερου αυτού χρονικού διαστήματος των 5 ημερών, δεν παρέχει στην Αστυνομία ανεπιφύλακτα ολόκληρη την περίοδο ανεξάρτητα από την πρόοδο των ανακρίσεων. Παραμένει καθήκον των ανακριτικών Αρχών να ενεργούν με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα και επιμέλεια και, εάν το ανακριτικό έργο για το οποίο κρίθηκε αναγκαία η κράτηση ολοκληρωθεί νωρίτερα ή εκλείψει η αναγκαιότητά της, η συνέχιση της στέρησης της ελευθερίας του υπόπτου δεν θα δικαιολογείται για μόνο τον λόγο ότι δεν έχει εκπνεύσει ακόμη η χρονική περίοδος που καθορίζεται με το παρόν διάταγμα.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, επειδή με βάση τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ικανοποιείται, στον απαιτούμενο βαθμό, η διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων από τον ύποπτο, όπως περιγράφονται στην αίτηση, το εύλογο και γνήσιο της υποψίας αναφορικά με την εμπλοκή του, η μη ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου και η αναγκαιότητα της κράτησης, και επειδή ο χρόνος των 5 ημερών, με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαιολογείται, και σταθμίζοντας από τη μία το δικαίωμα του υπόπτου στην προσωπική ελευθερία του και το δημόσιο συμφέρον στη διερεύνηση των συγκεκριμένων αδικημάτων, που είναι σοβαρά αδικήματα, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει στο παρόν στάδιο υπέρ της έγκρισης της αίτησης για το χρονικό διάστημα των 5 ημερών και γι’ αυτό η αίτηση εγκρίνεται για το χρονικό διάστημα των 5 ημερών.

 

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο  ύποπτος παραπέμπεται σε αστυνομική κράτηση έκαστος για περίοδο 5 ημερών.

 

(Υπ.) ................................

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[2] Sletkeviciute v. Αστυνομίας, ΠΕ 171/23, 04.07.2024, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 120/2024 κ.ά., 28.05.2024, Ιγνατίου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 502.

[3] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοφή, ΠΕ 18/2025, 04.02.2025, Sletkeviciute v. Αστυνομίας, ΠΕ 171/23, 04.07.2024, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 120/2024 κ.ά., 28.05.2024, Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 104/24 κ.ά, 02.05.2024, Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 111/24 κ.ά, 14.05.2024, Yordanova v. Αστυνομίας, ΠΕ 22/24, 19.02.2024, Αριστοδήμου v. Αστυνομίας (2014) 2(Β) ΑΑΔ 667, Ζαννέτου v. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 652, Mahapini v. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 330, Stamataris v. The Police (1983) 2 CLR 107.

[4] Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ. 1) (1997) 2 ΑΑΔ 160, Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 240.

[5] Petkov and Profirov v. Bulgary, 2014, § 52· Erdagöz v. Turkey, 1997, § 51.

[6] Mehmet Hasan Altan ν. Τurkey, 2018, § 125ˑ Brogan and Others v. the United Kingdom, 1988, §§ 52-54ˑ Labita ν. Italy [GC], 2000, § 155ˑ O'Hara v. The United Kingdom, 2001, § 36.

[7] Selahattin Demirtaş v. Turkey (no. 2) [GC], 2020, § 314ˑ Mehmet Hasan Altan v. Turkey, 2018, § 124ˑ Fernandes Pedroso v. Portugal, 2018, § 87.

[8] Sabuncu and Others v. Turkey, 2020, § 145.

[9]  Selahattin Demirtaş v. Turkey (no. 2) [GC], 2020, § 314· Ilgar Mammadov v. Azerbaijan, 2014, § 88ˑ Erdagöz ν. Turkey, 1997, § 51ˑ Fox, Campbell and Hartley ν. The United Kingdom, 1990, § 32.

[10]  Ibrahimov and Mammadov ν. Azerbaijan, 2020, §§ 113-131.

[11] Ι.Μ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 40/2023, ECLI:CY:AD:2023:B120, 04.04.2023, Tsirides v. Police (1973) 2 CLR 204.

[12] Ζανέτου  v. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 652.

[13] Πέτρου ν Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 679.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο