ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. A. W. S. κ.α., Υπόθεση αρ. 7239 / 2026, 2/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. A. W. S. κ.α., Υπόθεση αρ. 7239 / 2026, 2/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

 

Υπόθεση αρ. 7239 / 2026

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

ν.

 

 

1.   A. W. S.

2.   A. A. D.

 

___________

Ημερομηνία: 2 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης με Μ. Κακόψητου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Α. Μιχαήλ, για τον Κατηγορούμενο 1

Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, στις ακόλουθες κοινές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2:

 

2η Κατηγορία: ότι μεταξύ της 28.3.2026 και της 6.6.2026, στη Λεμεσό, διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία του Κ.Κ., με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτή, δηλαδή έκλεψαν ένα ποδήλατο μάρκας SPEEDPURE χρώματος άσπρου, αξίας €300, περιουσία της E.G. από τη Ρωσία [διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, άρθρα 292(α), 255, 20, 21 ΠΚ.]

 

3η Κατηγορία: ότι μεταξύ της 28.3.2026 και της 6.6.2026, στη Λεμεσό, είχαν στην κατοχή τους διαρρηκτικά όργανα εν καιρώ νυκτός, δηλαδή μία σιγάτσα με ξύλινη χειρολαβή, ένα cutter μάρκας «stanley», ένα cutter άγνωστης μάρκας, ένα φανάρι κεφαλής, μία οδοντωτή λεπίδα, ένα φανάρι χρώματος μαύρο και μία λεπίδα χρώματος μαύρου, χωρίς νόμιμη δικαιολογία [κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, άρθρα 296(γ), 20 ΠΚ.]

 

5η Κατηγορία: ότι μεταξύ της 28.3.2026 και της 6.6.2026, στη Λεμεσό, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά στα συστήματα κλιματισμού, σε πάγκους της κουζίνας και στα συστήματα των νεροχυτών καθώς επίσης κατέστρεψαν έναν καναπέ, στην οικία στην οδό που αναφέρεται, συνολικού ύψους €10.000, περιουσία του Κ.Κ. [κακόβουλη ζημιά, άρθρα 324(1), 20, 21 ΠΚ.]

 

Για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα επτά έτηˑ για την κατοχή οργάνων διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα πέντε έτηˑ ενώ για την κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, η προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα δύο έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.500 που αντιστοιχεί σε €2.562,90.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατήσουν την επιείκεια του Δικαστηρίου, δηλαδή να λειτουργήσουν επιβαρυντικά. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται αναλογεί με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία, λέγοντας αυτό, είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.

 

Τα γεγονότα είναι όπως έχουν καταγραφεί πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας. Καταγγέλθηκε από τον παραπονούμενο Μ1 επί του κατηγορητηρίου, ιδιοκτήτη της εταιρείας στην οποία ανήκει η αναφερόμενη οικία, η οποία είναι ακατοίκητη, ότι, σύμφωνα με ενημέρωση που έλαβε από γειτόνισσά του, παραπονούμενη Μ2, υπήρχαν δύο άτομα μέσα στην οικία του. Μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν για εξετάσεις στην εν λόγω οικία όπου εντόπισαν, στο πίσω μέρος της αυλής, τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Ανακρινόμενοι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 προφορικά, ανέφεραν πως μετέβησαν στο μέρος για να κοιμηθούν. Ο Κατηγορούμενος 1 είχε αποφυλακιστεί προσφάτως. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε πως ήταν παραβιασμένο ένα εξωτερικό ρολό σκίασης, στην πίσω συρόμενη μπαλκονόπορτα, ενώ υπήρχε και ένα σπασμένο γυαλί αλουμινένιου παραθύρου, συρόμενου, στο πλάι της οικίας. Στο εσωτερικό της οικίας υπήρχε μεγάλη ακαταστασία και στο έδαφος υπήρχαν αποσυναρμολογημένα κλιματιστικά, εργαλεία όπως σιγάτσα, cutter, ενώ σε σακούλες εντοπίστηκαν διάφορα καλώδια, κομμάτια χαλκού και μεταλλικά πόμολα πορτών. Ακολούθησε η σύλληψη των Κατηγορούμενων 1 και 2 και ανακριτικό έργο. Στην ίδια οικία, έλαβε χώρα ακόμα ένα περιστατικό, την 28.5.2026. Η παραπονούμενη Μ2 τοποθέτησε το ποδήλατο του υιού της μέσα στο σπίτι του παραπονούμενου Μ1, το οποίο ελέγχει, στον διάδρομο. Την 28.5.2026, έχοντας βγει από το σπίτι της, στην αυλή, είδε το «shutter» στην κεντρική σκάλα του διπλανού σπιτιού, του παραπονούμενου Μ1, κλειστό, ενώ προηγουμένως ήταν ανοικτό. Παραξενεύτηκε και πήγε να ελέγξει, με τα κλειδιά που έχει. Όταν μπήκε και άνοιξε τη θύρα της κεντρικής εισόδου, είδε μεγάλη ακαταστασία και στον διάδρομο έναν κομπρεσόρο και ένα κλιματιστικό στο πάτωμα, πρίζες σπασμένες και καλώδια που είχαν αφαιρεθεί, κομμένες σωλήνες στις βρύσες, ενώ έλειπε και το ποδήλατο. Πήγε στην κουζίνα και είδε ανοικτό το αλουμινένιο παράθυρο της μπαλκονόπορτας και σπασμένο το αλουμινένιο «shutter». Τηλεφώνησε στον παραπονούμενο Μ1, ο οποίος της είπε να ασφαλίσει το σπίτι, για να μην μπει κανείς, πράγμα που έπραξε, με τη βοήθεια του συζύγου της. Επίσης, είχε ανοίξει το «shutter» στην κεντρική σκάλα, όπως αρχικά ήταν. Την 6.6.2026, ενώ ήταν στην αυλή, είδε το «shutter» να κατεβαίνει σιγά-σιγά και τότε κάλεσε ξανά τον παραπονούμενο Μ1, ο οποίος ειδοποίησε την Αστυνομία. Όταν εισήλθαν στο σπίτι, μαζί με την Αστυνομία, πρόσεξε πως είχαν αφαιρεθεί και άλλα κλιματιστικά, ορισμένα ήταν αποσυναρμολογημένα και άλλα δεν είχαν προλάβει να τα αποσυναρμολογήσουν, ενώ υπήρχαν και εργαλεία που δεν υπήρχαν την προηγούμενη φορά και μία σακούλα με διάφορα χερούλια πορτών και σωλήνες. Στο σαλόνι, υπήρχαν δύο τηλεοράσεις στο πάτωμα. Το παράθυρο στο σαλόνι ήταν σπασμένο και η σκάλα στην κουζίνα μετακινημένη. Εντόπισαν και το ποδήλατο που είχε κλαπεί την προηγούμενη φορά, μέσα στους θάμνους. Ο παραπονούμενος Μ1 κατέθεσε αναφορικά με τις ζημιές που προκλήθηκαν στην οικία. Ο Κατηγορούμενος 1, στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, ανέφερε πως αποφυλακίστηκε πρόσφατα, την 28.5.2026, και δεν έχει χρήματα για να πληρώσει ενοίκιο. Είναι φίλοι με τον Κατηγορούμενο 2. Πήγαν στην εν λόγω οικία, για να κοιμηθούν. Δεν μπήκαν μέσα στο σπίτι και δεν έκαναν οτιδήποτε. Τα εργαλεία δεν είναι δικά του, ενώ το ποδήλατο, θεωρεί πως είναι του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος το οδηγούσε την προηγούμενη νύχτα. Ο Κατηγορούμενος 2, στις δικές του καταθέσεις, ανέφερε ότι είδαν πως δεν κατοικείται η συγκεκριμένη οικία και θεώρησαν ότι μπορούν να πάνε εκεί για να κοιμηθούν, αλλά ότι δεν μπήκαν μέσα στο σπίτι, ότι δεν είναι δικά του τα εργαλεία, ενώ το ποδήλατο το είχε βρει την προηγούμενη ημέρα στα σκουπίδια, έξω από ένα σκιπ και το πήρε και το τοποθέτησε εκεί όπου βρέθηκε από την Αστυνομία. Και ο ίδιος βρισκόταν στη φυλακή προηγουμένως, για τροχαία αδικήματα.

 

Από τα γεγονότα αυτά, επισημαίνεται ότι δεν επρόκειτο για μία στιγμιαία ή περιορισμένη προσβολή ξένης περιουσίας. Διαπιστώθηκε παραβίαση εξωτερικού ρολού σκίασης και θραύση παραθύρου, ενώ στο εσωτερικό της οικίας υπήρξε εκτεταμένη επέμβαση σε σταθερές εγκαταστάσεις και εξοπλισμό. Κλιματιστικά είχαν αφαιρεθεί ή αποσυναρμολογηθεί, πρίζες είχαν σπάσει, καλώδια αφαιρεθεί, σωλήνες κοπεί και εξαρτήματα αποσπαστεί. Οι ζημιές επεκτάθηκαν στα συστήματα κλιματισμού, στους πάγκους της κουζίνας, στα συστήματα των νεροχυτών και σε καναπέ, με συνολική αποτίμηση €10.000. Το ύψος αυτό, ιδίως σε αντιπαραβολή με την ανώτατη ποινή της κακόβουλης ζημιάς, προσδίδει στην πράξη ουσιώδη αντικειμενική βαρύτητα. Επιβαρυντική είναι επίσης η έκταση της υλικής επέμβασης. Η εικόνα αποσυναρμολόγησης κλιματιστικών, κοπής καλωδίων και σωληνώσεων και αφαίρεσης μεταλλικών εξαρτημάτων καταδεικνύει, αντικειμενικά, επέμβαση σε πολλαπλά σημεία και εγκαταστάσεις του ακινήτου και όχι μία εντοπισμένη πράξη φθοράς. Η παρουσία σακουλιών με καλώδια, κομμάτια χαλκού, πόμολα και σωλήνες αποτελεί μέρος της πραγματικής έκτασης της αποξήλωσης που είχε ήδη συντελεστεί. Όλα αυτά τα γεγονότα δεν εμφανίζονται ως ένα και μόνο στιγμιαίο επεισόδιο, μίας ημέρας. Στις 28.5.2026 διαπιστώθηκαν ήδη παραβίαση της οικίας, εκτεταμένη ακαταστασία, αποσυναρμολόγηση εξοπλισμού, κομμένα ή αφαιρεμένα στοιχεία των εγκαταστάσεων και η απουσία του ποδηλάτου. Η οικία ακολούθως ασφαλίστηκε. Στις 6.6.2026 διαπιστώθηκε νέα παρουσία εντός ή στον χώρο της οικίας και περαιτέρω μεταβολή της κατάστασής της, με πρόσθετα κλιματιστικά να έχουν αφαιρεθεί ή αποσυναρμολογηθεί και εργαλεία και αντικείμενα να βρίσκονται εκεί τα οποία δεν υπήρχαν προηγουμένως. Η αντικειμενική αυτή ακολουθία γεγονότων αυξάνει τη σοβαρότητα της προσβολής, αφού υπερβαίνει τα χαρακτηριστικά μιας μεμονωμένης, περιορισμένης εισβολής. Σε σχέση με την 3η Κατηγορία, επιβαρυντική είναι η φύση και ο αριθμός των αντικειμένων που βρίσκονταν στον χώρο, σιγάτσα, δύο cutter, οδοντωτή λεπίδα, άλλη λεπίδα και δύο μέσα φωτισμού. Η ποικιλία τους και, κυρίως, η λειτουργική τους συνάφεια με την κοπή, την αποσυναρμολόγηση και την εργασία σε συνθήκες περιορισμένου φωτισμού προσδίδουν στην κατοχή τους αυξημένη αντικειμενική σοβαρότητα. Ως προς τη διάρρηξη και την κλοπή, η αντικειμενική απαξία της πράξης ενισχύεται περισσότερο από τον τρόπο και το πλαίσιο της αφαίρεσης παρά από την οικονομική αξία του ίδιου του αντικειμένου. Στην ελαφρυντική πλευρά, σε ό,τι αφορά αποκλειστικά την αντικειμενική σοβαρότητα, λαμβάνεται υπόψη ότι η οικία ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο ακατοίκητη και δεν υπήρξε αιφνίδια εισβολή σε κατοικία στην οποία βρίσκονταν ένοικοι ούτε πραγματική αντιπαράθεση με πρόσωπα εντός αυτής. Η διάσταση αυτή περιορίζει τη συγκεκριμένη προσβολή της προσωπικής ασφάλειας και της οικιακής γαλήνης σε σύγκριση με διάρρηξη κατειλημμένης κατοικίας, χωρίς βεβαίως να αναιρεί την ιδιαίτερη προστασία που ο νόμος αποδίδει στην κατοικία. Δεν καταγράφεται, επίσης, χρήση ή απειλή βίας, τραυματισμός οποιουδήποτε προσώπου ή οποιαδήποτε άλλη σωματική βλάβη. Η υπόθεση παραμένει, ως προς τις πραγματικές συνέπειές της, στο πεδίο της προσβολής της περιουσίας. Περαιτέρω, η αξία του κλαπέντος ποδηλάτου ήταν περιορισμένη, ανερχόμενη σε €300. Το γεγονός αυτό συγκρατεί την αντικειμενική βαρύτητα της κλοπής αυτής καθαυτής. Επιπλέον, το ποδήλατο εντοπίστηκε στις 6.6.2026 μέσα σε θάμνους και ανακτήθηκε. Ως εκ τούτου, ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο, δεν προέκυψε οριστική περιουσιακή απώλεια αντίστοιχη της αξίας του. Ομοίως, από τα γεγονότα δεν προκύπτει ότι αφαιρέθηκαν τελικά οι δύο τηλεοράσεις που βρέθηκαν στο πάτωμα ούτε ότι ολοκληρώθηκε η απομάκρυνση όλων των κλιματιστικών. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο ως προς την πραγματική έκταση της επελθούσας περιουσιακής βλάβης. Από τα γεγονότα, δεν συνάγεται σαφής διαφοροποίηση στον ρόλο των Κατηγορουμένων 1 και 2. Το γεγονός ότι δεν βρέθηκε γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 2 μέσα στην οικία δεν λέει κάτι από μόνο του.

 

Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1, αναφέρθηκε μία προηγούμενη καταδίκη το 2026 για παράνομη είσοδο σε ξένη περιουσία και για κλοπή κινητού τηλεφώνου και μοτοποδηλάτου, στα οποία την 5.5.2026 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τριών μηνών, με τριετή αναστολή. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 δεν αναφέρθηκε προηγούμενη καταδίκη. Η προηγούμενη καταδίκη συγκρατεί την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, το λευκό ποινικό μητρώο λαμβάνεται υπόψη, χωρίς ωστόσο η επίδρασή του να είναι ουσιώδης, όταν το στοιχείο αυτό αντιπαραβάλλεται με τη φύση των αδικημάτων και την έξαρση στην οποία βρίσκονται αδικήματα αυτής της φύσης, συνακόλουθα με την ανάγκη για αποτροπή.

 

Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε από τους Κατηγορούμενους 1 και 2.

 

Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις εκάστου των Κατηγορουμένων, όπως αυτές έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας περίπου 39 ετών και ο Κατηγορούμενος 2 περίπου 23 ετών. Αμφότεροι κατάγονται από την Παλαιστίνη και τη Συρία, αντίστοιχα, και μετέβησαν στην Κύπρο υπό δυσμενείς συνθήκες, συνεπεία των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν στις χώρες προέλευσής τους. Ήρθαν στην Κύπρο για ένα καλύτερο μέλλον. Οι συνθήκες διαβίωσής τους στην Κύπρο ωστόσο παραμένουν δυσχερείς. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, αντιμετωπίζουν επισφαλή στέγαση, ανεργία και περιορισμένη κοινωνική στήριξη, στοιχεία που επηρεάζουν ουσιωδώς τη δυνατότητα σταθερού βιοπορισμού και κοινωνικής ένταξης. Οι περιστάσεις αυτές δεν μειώνουν την ποινική τους ευθύνη, αποτελούν συναφές προσωπικό και κοινωνικό υπόβαθρο, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την εξατομίκευση της ποινής.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή που έγινε στο Δικαστήριο, υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα. Η αμεσότητά της λειτουργεί προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2.

 

Έχοντας σταθμίσει στο σύνολό τους τη σοβαρότητα και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, την έκταση της περιουσιακής προσβολής, την ανάγκη γενικής και ειδικής αποτροπής, αλλά και όλους τους παράγοντες που λειτουργούν προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2, περιλαμβανομένης ιδιαίτερα της άμεσης παραδοχής τους, της απολογίας που εκφράστηκε και των προσωπικών τους περιστάσεων, κρίνεται ότι η ποινή φυλάκισης είναι αναπόφευκτη. Όσα προαναφέρθηκαν επιδρούν στην έκτασή της.

 

Θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης μόνο στη 2η Κατηγορία, ως τη σοβαρότερη από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, λαμβανομένης υπόψη, κατά την επιμέτρησή της, και της εγκληματικής συμπεριφοράς που αποτυπώνεται στις λοιπές κατηγορίες, μόνο στον βαθμό που η απαξία της δεν καλύπτεται ήδη από τη 2η Κατηγορία, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε διπλή προσμέτρηση των ίδιων πραγματικών περιστατικών.

 

Αναφορικά με την έκταση της ποινής,  ως προς τον Κατηγορούμενο 1, η επιείκεια που διαφορετικά θα δικαιολογούσαν οι προσωπικές του περιστάσεις και η έγκαιρη παραδοχή περιορίζεται ουσιωδώς από την εξαιρετικά πρόσφατη προηγούμενη καταδίκη του για συναφή αδικήματα κατά της περιουσίας. Η προηγούμενη αυτή καταδίκη δεν χρησιμοποιείται για να επαυξήσει την αντικειμενική σοβαρότητα των παρόντων αδικημάτων, αλλά αποτελεί στοιχείο που περιορίζει το περιθώριο εξατομικευμένης επιείκειας. Υπάρχει η χρονική εγγύτητα μεταξύ της προηγούμενης καταδίκης και της παρούσας παραβατικής συμπεριφοράς. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, η απουσία προηγούμενων καταδικών αποτελεί αυτοτελές στοιχείο υπέρ του, χωρίς όμως, υπό το φως της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης αποτροπής, να δικαιολογεί ποινή διαφορετικού είδουςˑ δικαιολογεί, ωστόσο, μετρήσιμη διαφοροποίηση στην έκτασή της. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, δικαιολογείται η επιβολή στον Κατηγορούμενο 1, στην 2η Κατηγορία, ποινής φυλάκισης 18 μηνών και στον Κατηγορούμενο 2, στην ίδια Κατηγορία, ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι ποινές αυτές αντανακλούν, αφενός, την κοινή αντικειμενική σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς και, αφετέρου, τη διαφοροποίηση που επιβάλλουν τα ιδιαίτερα στοιχεία που αφορούν κάθε Κατηγορούμενο, χωρίς να αποδίδεται δυσανάλογη σημασία ούτε στο προηγούμενο του Κατηγορουμένου 1 ούτε στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 2 ή στις λοιπές προσωπικές συνθήκες. Η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης για τη σοβαρότερη κατηγορία είναι μέχρι τα επτά χρόνια, επομένως αφενός η ποινή που επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα αυστηρή, αλλά ούτε και η διάστασή της από την ποινή που επιβάλλεται στον πρωτόπειρο και αρκετά νεαρότερο Κατηγορούμενο 1 ιδιαίτερα μεγάλη.

 

Επιβάλλονται:

 

Στον Κατηγορούμενο 1:

 

2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

3η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή (λήφθηκε υπόψη στη 2η Κατηγορία)

5η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή (λήφθηκε υπόψη στη 2η Κατηγορία)

 

Στον Κατηγορούμενο 2:

 

2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

3η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή (λήφθηκε υπόψη στη 2η Κατηγορία)

5η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή (λήφθηκε υπόψη στη 2η Κατηγορία)

 

Η ποινή φυλάκισης, για τους Κατηγορούμενους 1 και 2, να αρχίσει να προσμετρά από την 12.6.2026, που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τελούν υπό κράτηση, στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης.

 

Έγινε εισήγηση για αναστολή εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος, Ν. 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[7]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[8]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[9].

 

Υπέρ αμφοτέρων των Κατηγορουμένων 1 και 2 προσμετρούν η άμεση παραδοχή, η απολογία τους και οι ιδιαίτερα δυσχερείς προσωπικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες υπό τις οποίες διαβιούν. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2 προστίθενται η νεαρή ηλικία του και, ιδίως, το λευκό ποινικό του μητρώο. Τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη και, ιδίως ως προς τον τελευταίο, έθεσαν πραγματικά το ζήτημα κατά πόσο η παρούσα περίπτωση μπορούσε να αντιμετωπισθεί ως περίπτωση παροχής δεύτερης ευκαιρίας. Δεν μπορούν, όμως, να απομονωθούν από τη φύση και τις συγκεκριμένες περιστάσεις της εγκληματικής συμπεριφοράς. Όπως προαναφέρθηκε, δεν πρόκειται για μία στιγμιαία ή περιορισμένη προσβολή ξένης περιουσίας. Η διάρρηξη συνοδεύθηκε από κατοχή σειράς διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύκτας και από εκτεταμένη επέμβαση στις εγκαταστάσεις της οικίας, με αποσυναρμολόγηση κλιματιστικών, αφαίρεση καλωδίων και εξαρτημάτων και πρόκληση κακόβουλης ζημιάς συνολικού ύψους €10.000. Η πραγματική εικόνα που αναδύεται είναι σοβαρότερη από την οικονομική αξία του κλαπέντος ποδηλάτου, το οποίο, πράγματι, ήταν αξίας €300 και ανακτήθηκε. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ότι η οικία ήταν ακατοίκητη, δεν χρησιμοποιήθηκε βία ή απειλή εναντίον προσώπου και δεν προκλήθηκε σωματική βλάβη. Οι παράγοντες αυτοί συγκρατούν την αντικειμενική σοβαρότητα και έχουν ήδη αποτυπωθεί στο ύψος των ποινών που επιβλήθηκαν. Δεν αρκούν, όμως, ώστε η μη εκτέλεση των ποινών να εξακολουθεί να αντανακλά επαρκώς τη συνολική απαξία της συμπεριφοράς και την ανάγκη αποτροπής αδικημάτων της συγκεκριμένης φύσης. Ειδικά ως προς τον Κατηγορούμενο 2, το λευκό ποινικό μητρώο και η ηλικία του προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην εισήγηση για αναστολή. Πέραν των ήδη ληφθέντων υπόψη ελαφρυντικών παραγόντων, που διαφοροποίησαν και αισθητά την ποινή του Κατηγορούμενου 2 από εκείνην που επιβλήθηκε τον Κατηγορούμενο 1 που είναι ηλικιακά μεγαλύτερος με βεβαρημένο ποινικό μητρώο, δεν εντοπίζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο το οποίο να παρέχει ασφαλή βάση για την κρίση ότι η εκτέλεση της ποινής πρέπει να ανασταλεί. Δεν έχει τεθεί, για παράδειγμα, συγκεκριμένη μεταβολή των συνθηκών ζωής, σταθεροποίηση της διαβίωσης, αποκατάσταση της ζημιάς ή άλλη έμπρακτη συμπεριφορά μετά τη διάπραξη των αδικημάτων που να ενισχύει ουσιωδώς την αναμορφωτική προοπτική της αναστολής. Δηλαδή, πώς ακριβώς θα αξιοποιηθεί τέτοια αναστολή; Υπό αυτές τις περιστάσεις, η νεαρή ηλικία και το λευκό μητρώο του Κατηγορούμενου 2, όσο σημαντικά και αν είναι, δεν υπερκαλύπτουν την αντικειμενική σοβαρότητα της υπόθεσης. Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, η θέση είναι ακόμη σαφέστερη. Βαρύνεται με εξαιρετικά πρόσφατη προηγούμενη καταδίκη για συναφή αδικήματα κατά της περιουσίας, για τα οποία του επιβλήθηκε, στις 5.5.2026, ποινή φυλάκισης με τριετή αναστολή. Η ευκαιρία συμμόρφωσης που ενυπάρχει σε μία ανασταλείσα ποινή του είχε ήδη παρασχεθεί. Η νέα συναφής εγκληματική συμπεριφορά, σε τόσο μικρή χρονική απόσταση, δεν παρέχει βάση για την παραχώρηση νέας αναστολής· καταδεικνύει ότι η προηγούμενη δεν επέδρασε αποτρεπτικά κατά τον τρόπο που αναμενόταν. Σταθμίζοντας εκ νέου όλους τους παράγοντες και χωρίς ασφαλώς να υποβαθμίζονται οι δυσχερείς προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, κρίνεται ότι η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς ούτε θα εξυπηρετούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τους σκοπούς της ειδικής και γενικής αποτροπής. Η ποινή φυλάκισης να είναι άμεση για τους Κατηγορούμενους 1 και 2.

 

Παραμένει προς εξέταση κατά πόσο θα ενεργοποιηθεί η προηγούμενη ανασταλείσα ποινή φυλάκισης τριών μηνών που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 1, στις 5.5.2026, στο πλαίσιο της Ποινικής Υπόθεσης αρ. 874/2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν εντός της περιόδου εφαρμογής του προηγούμενου διατάγματος αναστολής και είναι τιμωρούμενα με φυλάκιση. Ενεργοποιούνται, συνεπώς, οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Ν.95/1972. Η νομοθετική αφετηρία είναι η εκτέλεση της προηγούμενης ανασταλείσας ποινής για ολόκληρη την περίοδο για την οποία αυτή επιβλήθηκε. Απόκλιση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η πλήρης ενεργοποίηση θα ήταν άδικη, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από την αναστολή της ποινής και εκείνες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το νέο αδίκημα.

 

Καθοριστική είναι, καταρχάς, η εξαιρετικά μικρή χρονική απόσταση μεταξύ της προηγούμενης καταδίκης και της νέας εγκληματικής συμπεριφοράς. Η ανασταλείσα ποινή επιβλήθηκε στις 5.5.2026. Ο Κατηγορούμενος 1 αποφυλακίστηκε στις 28.5.2026 και τα αδικήματα για τα οποία επιβάλλεται σήμερα ποινή ανάγονται σε χρόνο αμέσως μεταγενέστερο. Δεν μεσολάβησε, επομένως, οποιαδήποτε ουσιώδης περίοδος συμμόρφωσης με τον νόμο. Σημαντική είναι και η συνάφεια των αδικημάτων. Η προηγούμενη καταδίκη αφορούσε παράνομη είσοδο σε ξένη περιουσία και κλοπή κινητού τηλεφώνου και μοτοποδηλάτου. Τα παρόντα αδικήματα αφορούν εκ νέου σοβαρή προσβολή ξένης περιουσίας, διάρρηξη κατοικίας και κλοπή ποδηλάτου, σε συνδυασμό με κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύκτας και εκτεταμένη κακόβουλη ζημιά. Η νέα συμπεριφορά δεν είναι ούτε άσχετη ούτε παρεμπίπτουσα σε σχέση με εκείνη για την οποία είχε προηγουμένως παρασχεθεί το ευεργέτημα της αναστολής. Η χρονική εγγύτητα και η ουσιαστική ομοιότητα της νέας εγκληματικής συμπεριφοράς καταδεικνύουν ότι η ευκαιρία που ενυπήρχε στην αναστολή δεν αξιοποιήθηκε. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως από τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες επιχειρήθηκε η επανένταξη του Κατηγορουμένου 1. Ο λόγος για την επισφαλή στέγαση, την ανεργία και την απουσία ουσιαστικής κοινωνικής στήριξης. Οι συνθήκες αυτές δεν αίρουν την προσωπική ποινική ευθύνη ούτε δικαιολογούν τη νέα παραβατική συμπεριφορά. Αποτελούν μέρος του πραγματικού κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο καλείται να αξιολογηθεί κατά πόσον η προηγούμενη αναστολή συνοδεύθηκε από πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής επανένταξης. Η αποχή από το έγκλημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την απειλή εκτέλεσης μιας ποινής, αλλά επηρεάζεται και από τη δυνατότητα του καταδικασθέντος να εξασφαλίσει στοιχειώδεις όρους νόμιμης και σταθερής διαβίωσης. Η απουσία τέτοιων όρων δεν μεταθέτει την ευθύνη για το αδίκημα στην Πολιτεία, αλλά περιορίζει την ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα αίτια για τα οποία η προηγούμενη ευκαιρία δεν απέδωσε. Για τον λόγο αυτό, η ενεργοποίηση της προηγούμενης ποινής δεν θεμελιώνεται σε αξιολογική κρίση ότι ο Κατηγορούμενος «απέτυχε» να αξιοποιήσει την ευκαιρία που του δόθηκε. Θεμελιώνεται στο αντικειμενικό γεγονός ότι, εντός εξαιρετικά σύντομου χρονικού διαστήματος και κατά τη διάρκεια της αναστολής, διαπράχθηκαν νέα, συναφή και σοβαρότερα αδικήματα. Οι κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες αυτό συνέβη συνεκτιμώνται, χωρίς όμως, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, να καθιστούν άδικη την ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής. Δεν συντρέχει λόγος ούτε για ενεργοποίηση μέρους μόνο της προηγούμενης ποινής ούτε για τροποποίηση του προηγούμενου διατάγματος ούτε για μη λήψη μέτρου. Οποιαδήποτε τέτοια επιλογή θα αποδυνάμωνε, στις συγκεκριμένες περιστάσεις, το ίδιο το περιεχόμενο και τη λειτουργία της ανασταλείσας ποινής. Διατάσσεται, ως εκ τούτου, η ενεργοποίηση ολόκληρης της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 1 στις 5.5.2026, στην Ποινική Υπόθεση αρ. 874/2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.

 

Παραμένει το ζήτημα του τρόπου έκτισής της. Η ενεργοποιούμενη ποινή αφορά την προηγούμενη καταδίκη και όχι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Οι δύο εγκληματικές συμπεριφορές είναι αυτοτελείς και δεν αποτελούν μέρος ενιαίου περιστατικού. Κρίνεται, συνεπώς, ότι η ενεργοποιηθείσα ποινή πρέπει να εκτιθεί διαδοχικά της ποινής φυλάκισης των 18 μηνών που επιβλήθηκε σήμερα. Έχει, συναφώς, εξεταστεί η αρχή της συνολικότητας. Η συνολική περίοδος φυλάκισης που προκύπτει, ήτοι 21 μήνες, δεν είναι υπερβολική ούτε δυσανάλογη προς τη συνολική ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου 1 και δεν επιβάλλει οποιαδήποτε προσαρμογή της ενεργοποιούμενης ποινής. Η ποινή φυλάκισης των 3 μηνών στην Ποινική Υπόθεση αρ. 874/2026 διατάσσεται να εκτελεστεί μετά την έκτιση της ποινής φυλάκισης των 18 μηνών που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση.

 

Διαχείριση τεκμηρίων: Τα διαρρηκτικά εργαλεία και τα υπόλοιπα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

(Υπ.) ………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο