ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Μ., Υπόθεση αρ. 13421 / 2026, 2/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Μ., Υπόθεση αρ. 13421 / 2026, 2/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 13421 / 2026

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

Α. Μ.

 

___________________

 

 

Ημερομηνία: 2 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Μ. Κακόψητου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 18 κατηγορίες, για αδικήματα σχετικά με βία στην οικογένεια και ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές, που φέρονται να διαπράχθηκαν σε ένα ευρύ χρονικό διάστημα, από τον Ιούνιο του 2026 μέχρι και τον Αύγουστο του 2026. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 5.10.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.

 

Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α) καθώς και δύο εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις (Τεκμήριο Β) και μία προς καταχώριση ποινική υπόθεση (Τεκμήριο Γ). Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.

 

Νομικές πτυχές και εξέταση

 

Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.

 

Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].

 

Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Συνήθης ποινική μεταχείριση, σε περίπτωση καταδίκης, περιλαμβάνει και ποινή στερητική της ελευθερίας. Μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί ορατή πιθανότητα καταδίκης, που βασίζεται στην κατάθεση των παραπονουμένων, οι οποίες περιέχουν λεπτομέρειες σε σχέση με τα περιστατικά που ανάγονται στις υπό εξέταση κατηγορίες, υπάρχουν στιγμιότυπα μηνυμάτων που φέρονται να στάλθηκαν από τον Κατηγορούμενο, με περιεχόμενο που φέρεται ως απειλητικό, μαρτυρία σχετική με ηχητικά μηνύματα με τέτοιο περιεχόμενο, τα απαγορευτικά διατάγματα που έχουν εκδοθεί στις υποθέσεις 6172/2026 Ε.Δ. Λεμεσού την 20.5.2026 και 7291/2026 Ε.Δ. Λεμεσού την 18.6.2026, που φέρονται σε ισχύ και με όρους σαφείς. Ο Κατηγορούμενος, κατά το στάδιο της ανάκρισης, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν αξιολογείται η μαρτυρία αυτή, αλλά, στην όψη της, δίδει πιθανότητα καταδίκης, επαρκή για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, χωρίς η διατύπωση αυτή να εναντιώνεται στο τεκμήριο της αθωότητας του Κατηγορούμενου με βάση το οποίο ο Κατηγορούμενος μπορεί να προσδοκά εύλογα και στην αθώωσή του.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι 30 ετών, Κύπριος, χωρίς γνωστό δεσμό με άλλη χώρα και χωρίς ενδείξεις ότι η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει είναι τέτοια που να μπορεί να τον ωθήσει στο να φυγοδικήσει. Δεν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις παρά και το γεγονός ότι αντιμετωπίζει δύο ακόμα παρόμοιες υποθέσεις. Κρίνεται ότι το αίτημα δεν μπορεί να επιτύχει σε αυτή τη βάση.

 

Προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος και στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].

 

Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15].  Σε σχέση με αδικήματα της φύσης των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στην Ε.Α.Β.Ο. v. Αστυνομίας, ΠΕ. 133/24, 11.07.2024 όπου ο εφεσιβάλλων αντιμετώπιζε αδικήματα κατά συζύγου, απειλή, παρενόχληση θύματος βίας, ψυχολογική βία, ψυχικής βλάβη, παραβίαση διατάγματος αποκλεισμού ενώ εναντίον του εκκρεμούσαν και άλλες δύο ποινικές υποθέσεις για ίδιας ή παρόμοιας φύσης αδικήματα κατά της πρώην συζύγου του, η κράτηση επικυρώθηκε λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του ότι υπήρχε παλαιότερο διάταγμα αποκλεισμού το οποίο δεν φαινόταν να είχε λειτουργήσει αποτρεπτικά. Αντίθετα, στη Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.03.2024, που αφορούσε αδικήματα βίας στην οικογένεια, καθώς και φερόμενης παράβασης όρων υφιστάμενου διατάγματος αποκλεισμού, εκδοθέντος σε παλαιότερη υπόθεση που εκκρεμούσε για παρόμοια αδικήματα, οικογενειακής βίας, ψυχολογικής βίας, απειλής και κακόβουλης ζημιάς, δεν δικαιολογείτο η κράτηση γιατί εκεί είχε προηγηθεί τήρηση του διατάγματος για 14 μήνες, ομαλή συνεργασία των δύο και το σύνολο της μαρτυρίας (που αφορούσε μια συνάντηση) δεν προκαλούσε την απαιτούμενη ισχυρή εντύπωση περί μελλοντικής διάπραξης άλλων αδικημάτων. Όπως προκύπτει από τη Γεωργίου v. Αστυνομίας, ΠΕ 131/21, 01.09.2021 θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός της καταγγελίας και ότι η συμπεριφορά στην οποία γίνεται αναφορά στη μαρτυρία αφορά σε χρόνους πριν από την καταγγελία. Η συμπεριφορά του κατ' εξακολούθηση παραβάτη, που ενδεχομένως αισθάνεται ότι μπορεί να ενεργεί εκτός των πλαισίων του νόμου, ενδέχεται να διαφοροποιείται μετά την καταγγελία, δεδομένου ότι το θύμα του έχει ξεπεράσει τα όρια αντοχής, ανοχής ή και ενδοιασμούς στο να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπου θύτης και θύμα είναι του ιδίου περιβάλλοντος ή συγγενικά πρόσωπα. Ο θύτης, αν είχε αδικοπραγήσει όπως του καταλογίζεται, νομίζοντας ότι η συμπεριφορά του θα γινόταν ανεχτή ή ότι δεν θα υπήρχε η βούληση για να καταγγελθεί, έχει τώρα υπόψη του νέα δεδομένα και το Δικαστήριο, πέραν των όρων που μπορούν να επιβληθούν μπορεί και θα έπραττε ορθά να επιστήσει τη προσοχή του στο ότι σε περίπτωση αδικοπραγίας ή και παράβασης των όρων που τίθενται, θα μπορούσε να συλληφθεί και η υπόθεση του θα μπορούσε να τεθεί αμέσως ενώπιον του για να διαταχτεί ενδεχομένως η κράτηση του. Το νόημα, που επαναλήφθηκε στην Φ.Φ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ171/2024, 02.08.2024, είναι ότι σε τέτοια περίπτωση, που η φερόμενη παρανομία είναι συγκεκριμένη, τότε, για σκοπούς προφύλαξης, δύναται να εξυπηρετήσει η επιβολή εναλλακτικών μέτρων (αντί κράτησης) προς αποτροπή του κινδύνου επανάληψης αδικημάτων. Η αναφορά στη νομολογία είναι ενδεικτική και δεν εξαντλεί το εύρος της.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, τα δεδομένα είναι εγγύτερα προς την Ε.Α.Β.Ο. (ανωτέρω). Εκκρεμούν ακόμα δύο υποθέσεις για παρόμοιας φύσης αδικήματα, οι υποθέσεις 6172/2026 και 7921/2026 αμφότερες Ε.Δ. Λεμεσού, στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν περιοριστικά διατάγματα και είχαν επιβληθεί όροι. Η αδικηματική δράση που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο, σε εκείνες τις υποθέσεις, ανατρέχει επίσης στον Μάιο του 2026 και στον Ιούνιο του 2026. Εκκρεμεί προς καταχώριση μία ακόμα υπόθεση που αφορά την κατοχή και χρήση κάνναβης, μικρής ποσότητας. Η βαρύτητα της τελευταίας υπό καταχώριση υπόθεσης δεν είναι τέτοια που να προσμετρά, ως τέτοια, πλην του να αποκαλύπτει πως υφίσταται και συμπεριφορά που ενδεχομένως να συνυφαίνεται με τη χρήση ουσιών. Προκύπτει, από αυτό το ιστορικό, ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συμπεριφοράς, που σχετίζεται με αδικήματα που ενέχουν βία εναντίον προσώπων που φέρονται ως μέλη της οικογένειας του Κατηγορούμενου. Έγινε αναφορά στην πρόθεση του Κατηγορούμενου να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης και σε προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, με αναφορά τόσο στη ψυχική υγεία όσο και στη σωματική υγεία. Παρεμβάλλεται πως δεν προσκομίστηκε κάποια ιατρική βεβαίωση ότι πρόκειται για προβλήματα τα οποία δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν υπό συνθήκες κράτησης. Τα προβλήματα αυτά υφίσταντο και πριν από την καταχώριση της υπό εξέταση υπόθεσης και δεν φαίνεται να αντιμετωπίστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο. Τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Κατηγορουμένου δεν συνηγορούν προς αναχαίτιση ενός τέτοιου κινδύνου, που αναδεικνύει το υφιστάμενο ιστορικόˑ τον ενισχύουν. Δεν έχει οποιαδήποτε σημασία ό,τι αναφέρθηκε από την Υπεράσπιση, ότι οι κατηγορίες αφορούν απειλές που δεν υλοποιήθηκαν και κατ’ επέκταση λεκτική βία. Φέρονται ως επαναλαμβανόμενες και το νόημα της πρόληψης είναι να μην υλοποιηθούν. Ο κίνδυνος δεν φαίνεται να μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά με την ύπαρξη όρων, εφόσον τέτοιοι όροι υπήρχαν ήδη στο πλαίσιο των εκκρεμών υποθέσεων και όσοι αναφέρθηκαν δεν σχετίζονται με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων και με τη δυνατότητα ελέγχου του. Αλλά και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί πλέον απλώς στη βούληση ή στην υπόσχεση του Κατηγορούμενου ότι θα ακολουθήσει κάποια θεραπεία και ότι, εάν αφεθεί ελεύθερος, θα υλοποιήσει μία τέτοια επιθυμία και δεν θα διαπραχθούν οποιαδήποτε αδικήματα ενέχουν βία εναντίον των ιδίων μελών της οικογένειάς του, έναντι στην προστασία των οποίων κλίνει, στο παρόν στάδιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Εξάλλου, τυχόν επιθυμία του Κατηγορούμενου για απεξάρτηση δεν αποκλείεται να εξυπηρετηθεί και ενόσω τελεί υπό κράτηση.

 

Ο χρόνος μέχρι την ακρόαση, δηλαδή μέχρι την 5.10.2026, συνεκτιμάται και δεν καθιστά την κράτηση μέχρι τότε δυσανάλογη.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση του Κατηγορουμένου, λόγω ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα κράτησης του Κατηγορούμενου μέχρι την 5.10.2026 και διάταγμα προσαγωγής του κατά την 5.10.2026 για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας. Εάν κατά τη διάρκεια της κράτησής του ο Κατηγορούμενος χρειαστεί οποιαδήποτε ιατρική βοήθεια, νοείται ότι θα πρέπει να του παρασχεθεί.

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.

[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.

[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.

[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.

[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.

[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.

[7] Memic v. ΔημοκρατίαςΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.

[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.

[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.

[11] Clooth v. Belgium (1991).

[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.

[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.

[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.

[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο