ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 10777 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
1. G. S.
2. T. K. T. K.
3. P. P.
__________________________
Ημερομηνία: 12 Αυγούστου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Γ. Αποστόλου (κα), για Κατηγορούμενο 1
Δ. Χριστοδούλου (κα), για Κατηγορούμενη 2
Ε. Μαρκουλλή (κα), για Κατηγορούμενη 3
Κατηγορούμενοι: παρόντες
ΠΟΙΝΗ
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, ως εξής:
1η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος 1, την 16.7.2026, στη Λεμεσό, εργοδότησε αλλοδαπές, δηλαδή τις Κατηγορούμενες 2 και 3, χωρίς την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια [παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, άρθρο 14Β(1)(2)(3) Κεφ.105.]
2η Κατηγορία: ότι η Κατηγορούμενη 2, την 16.7.2026, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπή, δηλαδή υπήκοος από την Ινδία, διεξήγαγε επάγγελμα σαν υπάλληλο στο ταχυφαγείο που κατονομάζεται, υπό την εργοδότηση του Κατηγορούμενου 1, χωρίς την απαιτούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [διεξαγωγή επαγγέλματος χωρίς γραπτή άδεια, άρθρο 19(1)(κ) Κεφ.105.]
3η Κατηγορία: ότι η Κατηγορούμενη 2, την 16.7.2026, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπή, δηλαδή υπήκοος από την Ινδία, βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός μέχρι την 12.7.2025, παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, άρθρο 19(λ) Κεφ.105.]
4η Κατηγορία: ότι η Κατηγορούμενη 3, την 16.7.2026, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπή, δηλαδή υπήκοος από την Ινδία, διεξήγαγε επάγγελμα σαν υπάλληλο στο ταχυφαγείο που κατονομάζεται, υπό την εργοδότηση του Κατηγορούμενου 1, χωρίς την απαιτούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [διεξαγωγή επαγγέλματος χωρίς γραπτή άδεια, άρθρο 19(1)(κ) Κεφ.105.]
5η Κατηγορία: ότι η Κατηγορούμενος 3, μεταξύ 12.7.2026 και 16.7.2026, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπή, δηλαδή υπήκοος από την Ινδία και βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια παραμονής ως οικιακή βοηθός μέχρι τις 11.7.2026, παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, άρθρο 19(λ) Κεφ.105.]
Για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης (1η Κατηγορία), η προβλεπόμενη στον νόμο[1] ποινή είναι μέχρι τα 5 έτη φυλάκισης ή και οι €20.000. Το Δικαστήριο μπορεί, πρόσθετα, να εκδώσει ορισμένα διατάγματα. Ο νομοθέτης, με τον τροποποιητικό ν.46(Ι)/2021, είχε αυξήσει την προβλεπόμενη ποινή, που μέχρι τότε ήταν η φυλάκιση μέχρι τα 3 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις Λ.Κ.5.000,00. Η επαύξηση ήταν της έκτασης που δίδει ξεκάθαρα το μήνυμα, ότι απαιτείται η επιβολή αυστηρότερων ποινών για την αποτροπή του φαινομένου της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης (2η Κατηγορία, 4η Κατηγορία), και το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (3η Κατηγορία, 5η Κατηγορία), η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τους 12 μήνες ή και η χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.000 που αντιστοιχεί σε €1.708,60[2].
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές επιμέτρησης των ποινών, όπως συντίθενται με βάση τη νομολογία. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[3], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Έπειτα, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατούν την επιείκεια. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία, για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο, συνηθέστερα, καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής, όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης, όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την κατηγορούσα Αρχή είναι ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών και πληρέστερα αναφέρονται στα πρακτικά της διαδικασίας. Περιγράφουν τον τρόπο εντοπισμού των Κατηγορούμενων 2 και 3 στο ταχυφαγείο του Κατηγορούμενου 1 και τις ανακριτικές ενέργειες που ακολούθησαν. Από τα γεγονότα, προκύπτει ότι η επιχείρηση του Κατηγορούμενου 1 είναι ένα ταχυφαγείο και συνιστά επιχείρηση μικρής κλίμακας. Η απασχόληση των Κατηγορουμένων 2 και 3 δεν εντασσόταν μεν σε κάποιο οργανωμένο ή συστηματικό σχέδιο εκμετάλλευσης της παράνομης εργασίας, ήταν όμως εν γνώσει των ιδίων και μετέπειτα του Κατηγορούμενου 1 η εκκρεμότητα σχετικά με τη διευθέτηση των απαιτούμενων εγγράφων, για την υποβολή των αναγκαίων αιτήσεων, σχετικά με το καθεστώς παραμονής των αλλοδαπών. Δεν διαπιστώθηκε πρόθεση αποκόμισης αθέμιτου οικονομικού οφέλους από αδήλωτη εργασία, ωστόσο ούτε και η αναφορά σε «δοκιμαστική» εργασία μπορεί να δικαιολήσει την ενέργεια της απασχόλησης των αλλοδαπών. Η παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών, έστω και περιορισμένης έκτασης, και ανεξαρτήτως πρόθεσης, προσβάλλει τη νομιμότητα της αγοράς εργασίας και δημιουργεί αντικειμενικές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες. Σε χώρους εστίασης, υπάρχουν και πρόσθετοι κίνδυνοι. Η ευθύνη του εργοδότη να ελέγχει ο ίδιος το καθεστώς παραμονής και απασχόλησης των αλλοδαπών εργαζομένων του, σε συνεχή βάση, μέσω των αρμοδίων Αρχών, είναι αυξημένη και δεν αναιρείται από κάποια εσφαλμένη αντίληψη, άγνοια, λανθασμένη πληροφόρηση από τους ίδιους τους απασχολούμενους ή από αμέλεια, ούτε από το γεγονός ότι η απασχόληση είναι πρόσκαιρη ή έκτακτη ή «δοκιμαστική». Τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται μεν υπόψη, προς διαφοροποίηση της περίπτωσης από περιπτώσεις όπου υπάρχει πρόσθετα και πρόθεση καταστρατήγησης της νόμιμης εργασίας ή συστηματική και οργανωμένη δράση, χωρίς να αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Σε σχέση με τις Κατηγορούμενες 2 και 3, ασχέτως του περιορισμένου της εργοδότησής τους στον Κατηγορούμενο 1, η συνέχιση της παραμονής τους στην Κυπριακή Δημοκρατία και μετά τη λήξη της άδειας παραμονής τους και η συνακόλουθη ανάγκη για άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, για τα προς το ζην, συνιστούν σοβαρή παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Η περίοδος παραμονής της Κατηγορούμενης 2 χωρίς άδεια ήταν μεγαλύτερη, από την 12.7.2025, ενώ η περίοδος παραμονής της Κατηγορούμενης 3 χωρίς άδεια ήταν από την 11.7.2026, δηλαδή πολύ λίγες ημέρες πριν τον εντοπισμό της στο ταχυφαγείο του Κατηγορούμενου 1. Αμφότερες εισήλθαν νόμιμα στη Δημοκρατία, για να εργαστούν ως οικιακοί βοηθοί, και σήμερα, επίσης, θεωρούνται νόμιμες, λόγω μετέπειτα διαβημάτων που έγιναν για χορήγηση πολιτικού ασύλου, με τη βοήθεια των δικηγόρων τους (Τεκμήρια Α και Β).
Πρόσθετα, λαμβάνονται υπόψη, για όλους τους Κατηγορούμενους:
Η απολογία και η συνεργασία με τις Αρχές, στον βαθμό που υπήρχε, και υπό τις περιστάσεις που υπήρξεˑ
το λευκό ποινικό μητρώο, για τον καθένα ξεχωριστά, στον βαθμό που μπορεί να ληφθεί υπόψη, για τέτοιας φύσης αδικήματαˑ
οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν για τον καθένα ξεχωριστά και περιλαμβάνουν τις ηλικίες, τις οικογενειακές και κοινωνικές περιστάσεις. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 1 κατάγεται από την Ελλάδα, είναι ηλικίας 53 ετών, οικογενειάρχης, πατέρας παιδιών που σπουδάζουν, δραστηριοποιείται επαγγελματικά με τη λειτουργία ενός μικρού ταχυφαγείου. Η Κατηγορούμενη 2 είναι ηλικίας 29 ετών, με καταγωγή από την Ινδία. Η κατηγορούμενη 3 είναι ηλικίας 23 ετών, με καταγωγή από την Ινδία.
Λαμβάνεται υπόψη, για τον κάθε ένα από τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3, και η άμεση παραδοχή στο Δικαστήριο, η οποία συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.
Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη η κάθε περίοδος που οι Κατηγορούμενες 2 και 3 τέλεσαν υπό κράτηση. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη 2 από την 17.7.2026 μέχρι την 10.8.2026 και η Κατηγορούμενη 3 από την 17.7.2026 μέχρι την 30.7.2026.
Η νομολογία έχει διαμορφώσει καθοδήγηση ως προς την ποινική μεταχείριση των αδικημάτων παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, με ουσιώδες σημείο αναφοράς, μεταξύ άλλων, το καθεστώς παραμονής του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνο της παράνομης απασχόλησης. Στις περιπτώσεις όπου ο αλλοδαπός βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε διότι εισήλθε παράνομα είτε διότι, ενώ εισήλθε νόμιμα, στη συνέχεια κατέστη παράνομα διαμένων, η νομολογία καταδεικνύει ότι η ενδεικνυόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι η ποινή φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μονιάτη (2000) 2 ΑΑΔ 553 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μιχαήλ (2001) 2 ΑΑΔ 74). Αντίθετα, όπου ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη Δημοκρατία αλλά απασχολείται χωρίς την απαιτούμενη άδεια ή κατά παράβαση των όρων του καθεστώτος παραμονής του, η νομολογία καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλεται χρηματική ποινή (βλ. Lin Qinlong v. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 501, καθώς και Mohamad Samer v. Αστυνομίας, ΠΕ 218/2023, 4.6.2026). Η πιο πάνω διάκριση επαναβεβαιώθηκε πολύ πρόσφατα στην Tamang v. Αστυνομίας, ΠΕ146/2026, 30.6.2026. Στην υπόθεση εκείνη η εφεσείουσα είχε εισέλθει νόμιμα στη Δημοκρατία ως οικιακή βοηθός, πλην όμως, μετά την αποδέσμευσή της από την προηγούμενη εργοδότρια και την παρέλευση της προθεσμίας που της είχε δοθεί για εξεύρεση νέου εργοδότη, κατέστη παράνομα διαμένουσα. Το Εφετείο, παραπέμποντας στις Μιχαήλ (ανωτέρω) και Μονιάτη (ανωτέρω), επανέλαβε ότι στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία η ποινή που ενδείκνυται να επιβάλλεται στους εργοδότες είναι η φυλάκιση. Στον εργοδότη στην εκεί πρωτόδικη υπόθεση είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τριών μηνών, με αναστολή της εκτέλεσής τους. Η ορθότητα, όμως, της ποινής του εργοδότη δεν αποτελούσε αντικείμενο της έφεσης στην Tamang (ανωτέρω), η οποία αφορούσε την ποινική μεταχείριση της αλλοδαπής εργαζομένης, αναφορικά με την ποινή φυλάκισης της οποίας δεν είχε επιτραπεί, αντίστοιχα, η αναστολή της εκτέλεσης. Συναφώς, η πιο πάνω νομολογιακή κατεύθυνση έχει τη βάση της στη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η παράνομη εργοδότηση και στην αυξημένη ευθύνη που φέρει ο εργοδότης, συγκριτικά με τον παρανόμως διαμένοντα ή εργαζόμενο. Στις Μονιάτη (ανωτέρω) και Μιχαήλ (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η βαρύτερη ποινή που προβλέπεται νομοθετικά για τον εργοδότη, σε σύγκριση με εκείνην που προβλέπεται για τον παρανόμως διαμένοντα ή εργαζόμενο αλλοδαπό, εκφράζει την εντονότερη αποδοκιμασία της συμμετοχής του εργοδότη στο εν λόγω φαινόμενο. Στη Μιχαήλ (ανωτέρω), ειδικότερα, η αλλοδαπή εργαζόμενη παρέμενε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειάς της και εργαζόταν στο εστιατόριο του εφεσίβλητου. Ενώ σε εκείνην είχε επιβληθεί άμεση φυλάκιση, στον εργοδότη είχε επιβληθεί πρόστιμο. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν ουσιαστικά διαφοροποιητικά στοιχεία που να δικαιολογούν τέτοια διαφορετική ποινική μεταχείριση και ότι, υπό τα δεδομένα εκείνης της υπόθεσης, η ποινή φυλάκισης ήταν αναπόφευκτη και για τον εργοδότη. Η ίδια προσέγγιση απαντάται σε σειρά αποφάσεων που ακολούθησαν. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 285, το πρόστιμο που είχε επιβληθεί σε ιδιοκτήτη εστιατορίου για παράνομη εργοδότηση τριών αλλοδαπών αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Υπογραμμίστηκε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να εξουδετερώνει την ανάγκη αποτροπής και ότι, όταν απαιτείται αποτρεπτική ποινή, η βαρύτητα των προσωπικών περιστάσεων περιορίζεται. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304, παρά τη σχετικά περιορισμένη απασχόληση του αλλοδαπού και τις προσωπικές περιστάσεις του εργοδότη, η χρηματική ποινή αντικαταστάθηκε επίσης με φυλάκιση. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αθανασίου (2001) 2 ΑΑΔ 311, ο εφεσίβλητος επικαλέστηκε έκτακτη ανάγκη της συγκεκριμένης ημέρας, κατά την οποία προσέλαβε τον αλλοδαπό, καθώς και το λευκό ποινικό του μητρώο και την παραδοχή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά δεν διαφοροποιούσαν ουσιωδώς την υπόθεση από εκείνες στις οποίες η χρηματική ποινή είχε αντικατασταθεί κατ’ έφεση με φυλάκιση και, συγκεκριμένα, διέκρινε την περίπτωση από την Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πιρίκκη (2001) 2 ΑΑΔ 279. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γραμματικού (2001) 2 ΑΑΔ 467, εξάλλου, παρά το ότι η εργοδότηση χαρακτηριζόταν μεμονωμένη και περιστασιακή, το πρόστιμο που είχε επιβληθεί στον εργοδότη αντικαταστάθηκε με άμεση φυλάκιση δύο μηνών. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο ότι ο παρανόμως διαμένων αλλοδαπός είχε ήδη τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης, με το Ανώτατο Δικαστήριο να επαναλαμβάνει ότι η επιβολή φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει, κατά κανόνα, να συνοδεύεται από ανάλογη ποινική μεταχείριση του εργοδότη. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζαννέττου (2001) 2 ΑΑΔ 438. Το Δικαστήριο έχει πλήρη επίγνωση της πιο πάνω νομολογιακής γραμμής. Ως εκ τούτου, η περιορισμένη διάρκεια μιας παράνομης εργοδότησης, η απουσία προηγούμενων καταδικών, η παραδοχή ή οι προσωπικές περιστάσεις του εργοδότη δεν μπορούν, από μόνες τους, να θεωρηθούν τέτοια ουσιώδη διαφοροποιητικά στοιχεία ώστε να μεταβάλλουν τη νομολογιακά ενδεικνυόμενη επιλογή της ποινής. Τα στοιχεία αυτά παραμένουν ασφαλώς σχετικά για σκοπούς εξατομίκευσης, δεν μπορούν όμως να προσλάβουν τέτοια βαρύτητα ώστε να εξουδετερώνουν τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη αποτροπής. Χρήσιμη, μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο και όχι ως έκφραση διαφορετικής νομολογιακής γραμμής, είναι και η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πιρίκκη (2001) 2 ΑΑΔ 279. Εκεί ο αλλοδαπός είχε εισέλθει νόμιμα ως επισκέπτης, αλλά παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και, ως εκ τούτου, κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε παράνομα. Στον ίδιο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δύο μηνών, ενώ στον εφεσίβλητο χρηματική ποινή £400. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα κατά της χρηματικής ποινής ως δήθεν έκδηλα ανεπαρκούς. Η κατάληξη στην Πιρίκκη (ανωτέρω) συνδεόταν, όμως, άμεσα με ιδιαίτερα και ουσιώδη πραγματικά δεδομένα. Ο εφεσίβλητος δεν ήταν ο πραγματικός εργοδότης και οικονομικός ωφελούμενος από την απασχόληση, αλλά επιστάτης εργοληπτικής εταιρείας, ο ρόλος του οποίου χαρακτηρίστηκε δευτερεύων. Δεν γνώριζε ότι ο αλλοδαπός βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία, ενώ η εταιρεία, η οποία ήταν ο πραγματικός εργοδότης και προς το οικονομικό συμφέρον της οποίας έγινε η πρόσληψη, δεν είχε διωχθεί. Ήταν υπό το σύνολο αυτών των ιδιαίτερων περιστάσεων, μαζί με το λευκό ποινικό μητρώο και τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, που κρίθηκε ότι το πρόστιμο δεν ήταν έκδηλα ανεπαρκές. Η περιορισμένη εμβέλεια της Πιρίκκη (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα στην Αθανασίου (ανωτέρω), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τη διέκρινε ρητά και επέβαλε φυλάκιση. Η Πιρίκκη (ανωτέρω), επομένως, δεν αποδυναμώνει την αρχή ότι, όταν ο εργοδοτούμενος βρίσκεται παράνομα στη Δημοκρατία, η φυλάκιση αποτελεί την ενδεικνυόμενη ποινή για τον εργοδότη. Καταδεικνύει, όμως, ότι η νομολογιακή αυτή καθοδήγηση εφαρμόζεται επί των πραγματικών δεδομένων κάθε υπόθεσης και δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από το καθήκον εξέτασης τυχόν ουσιωδών διαφοροποιητικών περιστάσεων. Το είδος και το ύψος της ποινής παραμένουν πρωτίστως ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει να επιβάλει ποινή που να βρίσκεται εντός του νομολογιακού πλαισίου αλλά συγχρόνως να είναι και ανάλογη προς την πραγματική σοβαρότητα της συγκεκριμένης εγκληματικής συμπεριφοράς.
Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο εκκινεί από τη νομολογιακή θέση ότι η φυλάκιση αποτελεί την ενδεικνυόμενη ποινή για την παράνομη εργοδότηση προσώπων που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διαμένουν παράνομα στη Δημοκρατία. Οι Κατηγορούμενες 2 και 3 βρίσκονταν στη Δημοκρατία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς ισχύουσα άδεια παραμονής και εργασίας. Δεν παραγνωρίζεται πως το χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει από τη λήξη της προηγούμενης άδειας παραμονής της Κατηγορούμενης 3 ήταν έξι ημέρες, ενώ το χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει από τη λήξη της προηγούμενης άδειας παραμονής της Κατηγορούμενης 2 ήταν σημαντικό παρά πρόσκαιρη ή ολιγοήμερη παρατυπία. Αυτά τα δεδομένα συνεκτιμώνται με το γεγονός ότι μεταγενέστερα έγιναν ενέργειες για τη νομιμοποίηση του καθεστώτος παραμονής αμφότερων των Κατηγορουμένων 2 και 3 και σήμερα θεωρούνται νόμιμα ευρισκόμενες στη Δημοκρατία. Η μεταγενέστερη εξέλιξη του μεταναστευτικού καθεστώτος των Κατηγορουμένων 2 και 3 δεν μεταβάλλει μεν τον παράνομο χαρακτήρα της παραμονής και απασχόλησής τους κατά τον ουσιώδη χρόνο ούτε μειώνει την υποχρέωση του εργοδότη να εξακριβώνει προηγουμένως τη νομιμότητα της παραμονής και της εργασίας προσώπου που απασχολεί. Αυτή η διοικητική μεταβλητότητα αποτελεί, όμως, στοιχείο της συνολικής εικόνας κατά την επιμέτρηση. Στην Tamang (ανωτέρω), το Εφετείο χαρακτήρισε ως διαφοροποιητικό γεγονός τη μεταγενέστερη υποβολή και έγκριση αίτησης για άδεια παραμονής και εργασίας και του απέδωσε ουσιαστική σημασία κατά την ποινική μεταχείριση, έστω στο πλαίσιο της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Η μεταγενέστερη δρομολόγηση του καθεστώτος των Κατηγορουμένων 2 και 3 συνεκτιμάται, εν προκειμένω, ως ένα από τα στοιχεία που αφορούν τη σημερινή ανάγκη ειδικής αποτροπής και την αναλογικότητα της συνολικής ποινικής μεταχείρισης. Στο ίδιο πλαίσιο, με την προσθήκη και του γεγονότος ότι η απασχόληση των Κατηγορουμένων 2 και 3 στο ταχυφαγείο δεν συνιστούσε οργανωμένο ή συστηματικό σχέδιο αξιοποίησης της παράνομης εργασίας, και δεν υπήρχε το στοιχείο της εκμετάλλευσης της μεταναστευτικής ή οικονομικής θέσης των αλλοδαπών υπό συνθήκες αδήλωτης εργασίας, αλλά και του γεγονότος ότι δεν προκύπτει και η αναντιστοιχία που αποτέλεσε το ιδιαίτερο στοιχείο στις Μονιάτη (ανωτέρω), Μιχαήλ (ανωτέρω), Γραμματικού (ανωτέρω) και σε άλλες αποφάσεις της ίδιας γραμμής, και έχοντας πρόσθετα υπόψη τους υπόλοιπους ελαφρυντικούς παράγοντες, δεν προκύπτει ως αναπόφευκτη και συνεπώς αναγκαία η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινή, για την επίτευξη των σκοπών της τιμωρίας και της αποτροπής. Δεν θεωρείται, εξάλλου, ότι η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης επιβάλλει διαφορετική κατάληξη. Η επιλογή της αρμόζουσας κατά το είδος ποινής και η μεταγενέστερη εξέταση κατά πόσο η εκτέλεση ποινής φυλάκισης πρέπει να ανασταλεί αποτελούν διακριτά στάδια. Δεν θα ήταν ορθό να επιλεγεί ποινή φυλάκισης με εξ αρχής προσανατολισμό στην αναστολή της εκτέλεσής της, εφόσον το Δικαστήριο, κατόπιν της απαιτούμενης στάθμισης, δεν την κρίνει αναπόφευκτη ως είδος ποινής.
Σημειώνεται πως διαφορετική θα ήταν η αντιμετώπιση από το Δικαστήριο εάν δεν γίνονταν ή δεν θα μπορούσαν αντικειμενικά να καρποφορήσουν οποιεσδήποτε ενέργειες για νομιμοποίηση του καθεστώτος παραμονής των Κατηγορούμενων 2 και 3 στη Δημοκρατία ή ακόμα κι αν υπήρχε εξ αρχής σχεδιασμός ή έμμεση υποβοήθηση της παράνομης παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία, με στοιχείο αδιαφορίας για τη νομιμότητα, ως στην Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. I.P., αρ. υπόθεσης 1754/2024 Ε.Δ. Πάφου, 29.10.2024, στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών.
Η ανάγκη αποτροπής, πάντως, παραμένει έντονη και πρέπει να αποτυπώνεται απτά στην ποινή του Κατηγορούμενου 1. Για τον λόγο αυτό, η αυξημένη ευθύνη του ως εργοδότη και η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στο αδίκημα αντανακλώνται σε χρηματική ποινή ουσιωδώς υψηλότερη από εκείνες που επιβάλλονται στους εργαζομένους, σε συνδυασμό με την υποχρέωση υπογραφής εγγύησης ύψους €5.000 για περίοδο δύο ετών για την τήρηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Διαφοροποίηση υφίσταται και μεταξύ των Κατηγορουμένων 2 και 3, λόγω του μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος που η Κατηγορούμενη 3 παρέμεινε υπό κράτηση, σε συνάρτηση με το πρόσκαιρο της δικής της παράνομης παραμονής, συγκριτικά με την Κατηγορούμενη 2.
Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
Για τον Κατηγορούμενο 1:
1η Κατηγορία: Χρηματική ποινή €2.000 πλέον η υπογραφή εγγύησης ύψους €5.000 για την τήρηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105, για περίοδο δύο ετών από σήμερα.
Για την Κατηγορούμενη 2:
2η Κατηγορία: Χρηματική ποινή €400 πλέον η υπογραφή εγγύησης ύψους €500 για την τήρηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105, για περίοδο δύο ετών από σήμερα.
3η Κατηγορία: Λόγω της επιβολής ποινής στην 2η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
Για την Κατηγορούμενη 3:
4η Κατηγορία: Χρηματική ποινή €200 πλέον η υπογραφή εγγύησης ύψους €500 για την τήρηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105, για περίοδο δύο ετών από σήμερα.
5η Κατηγορία: Λόγω της επιβολής ποινής στην 4η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
Οι χρηματικές ποινές που επιβλήθηκαν στις Κατηγορούμενες 2 και 3 να πληρωθούν από τις εγγυήσεις που κατατέθηκαν στο δικαστήριο την 30.7.2026, αρ. απόδειξης 501454 (Κατηγορούμενη 3) και την 10.8.2026 αρ. απόδειξης 501463 (Κατηγορούμενη 2), και τα υπόλοιπα να επιστραφούν στις Κατηγορούμενες 2 και 3.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] άρθρο 14Β Κεφ.105.
[2] άρθρο 19 Κεφ.105.
[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο