ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 14463 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
I. S. A. A. L.
___________________
Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Μ. Κακόψητου (α), για την Κατηγορούσα Αρχή
Α. Μιχαήλ, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδικήματα σχετικά με παρενόχληση, απειλή, άσκηση ψυχολογικής βίας, με αναφορά στη θυγατέρα του, αδικήγματα που φέρονται να διαπράχθηκαν σε εύρος χρόνου από τον Ιούνιο του 2026 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2026, ενώ υπάρχει και κατηγορία σχετικά με παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, από το 2023. Η υπόθεση παρέμεινε για απάντηση την 7.10.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.
Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α), αντίγραφο του ποινικού μητρώου του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο Β), καθώς και μία εκκρεμή ποινική υπόθεση εναντίον του (Τεκμήριο Γ), επιχειρηματολόγως σχετικά με το αίτημα. Η πλευρά της Υπεράσπισης ανέφερε πως δεν έχει ένσταση, επιφυλάσσοντας το δικαίωμά της να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σε κατοπινό στάδιο τυχόν διαφοροποιητικά δεδομένα. Ασχέτως της απουσίας ένστασης, λόγω της φύσης του αιτούμενου διατάγματος, πρέπει να εξεταστεί η συνδρομή των απαιτούμενων προϋποθέσεων.
Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.
Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].
Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Σοβαρότερα εξ αυτών είναι τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στις 4 και 5, τα οποία επαπειλούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης έως και τα πέντε έτη. Συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει, σε περίπτωση καταδίκης, και ποινή στερητική της ελευθερίας. Μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί ορατή πιθανότητα καταδίκης, χωρίς η διατύπωση αυτή να εναντιώνεται στο τεκμήριο αθωότητας του Κατηγορούμενου. Υπάρχει η μαρτυρία της παραπονούμενης που περιγράφει τις πράξεις που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, σε σχέση με τα μηνύματα και το βίντεο που στάλθηκαν μέσω της εφαρμογής What’sApp και το περιεχόμενό τους. Υπάρχει, επίσης, η μαρτυρία μέλους της Αστυνομίας, που αναφέρεται σε συγκεκριμένα δεδομένα, που κατέστησαν μη νόμιμη την παρουσία του Κατηγορούμενου στην Κύπρο. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, στην κατάθεσή του, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Ασφαλώς, δεν αξιολογείται η μαρτυρία και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τεκμαίρεται ως αθώος, μπορεί να προσδοκεί και στην αθώωσή του.
Ο Κατηγορούμενος είναι 49 ετών, αλλοδαπής καταγωγής, από την Ιορδανία. Δεν έχει γνωστή ως σταθερή διεύθυνση διαμονής ή σταθερή εργασία ή περιουσιακά στοιχεία. Δεν βρίσκεται στη Δημοκρατία νόμιμα. Η αλλοδαπή καταγωγή του, αυτή καθαυτή, δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να θεμελιώσει κίνδυνο φυγής. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει σταθερό και ελέγξιμο πλαίσιο εγκατάστασης στη Δημοκρατία, ικανό να λειτουργήσει ως ουσιαστικός ανασχετικός παράγοντας απέναντι στο κίνητρο αποφυγής της δικαστικής διαδικασίας, για τόσο σοβαρά αδικήματα, τυχόν απόδειξη των οποίων μπορεί να οδηγήσει σε φυλάκιση. Έχει γνωστούς δεσμούς με τη χώρα καταγωγής του. Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η πιθανότητα καταδίκης, σε συνάρτηση με τα προσωπικά δεδομένα του Κατηγορουμένου, συνηγορούν στο ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας, της έκτασης που να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους. Δεν τέθηκε, εξάλλου, ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη εγγύηση ή άλλη πραγματική συνθήκη η οποία, λαμβανομένης υπόψη της απουσίας σταθερής διαμονής, εργασίας και νόμιμου καθεστώτος παραμονής, να παρέχει επαρκή διασφάλιση της παρουσίας του. Με τα σημερινά δεδομένα, συνήθεις περιοριστικοί όροι δεν εμφανίζονται ικανοί να περιορίσουν αποτελεσματικά τον διαπιστωθέντα κίνδυνο. Η κράτηση κρίνεται, ως εκ τούτου, αναγκαία και ανάλογη για τη διασφάλιση της παρουσίας του Κατηγορουμένου στη διαδικασία.
Προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος και στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].
Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις, παριλαμβανομένων και υποθέσεων ίδιας φύσης με αυτήν που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στις οποίες επαναλαμβάνονται οι ίδιες αρχές που φαίνονται ως αρχές που έχουν παγιωθεί. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15].
Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη ημερομηνίας 16.2.2018, για απόπειρα φόνου που διαπράχθηκε την 6.7.2017. Είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 9 ετών, η οποία να αρχίζει την 14.7.2017, καταδίκη και ποινή που επικυρώθηκαν από το Εφετείο την 11.9.2019 στην ΠΕ71/2018. Ως ημερομηνία αποφυλάκισης φέρεται η 11.7.2022. Υπάρχει ακόμα μία εκκρεμής υπόθεση, με αρ.4426/2024 Ε.Δ. Λεμεσού, για όμοιας φύσης αδικήματα κατά της πρώην συζύγου του, που φέρονται να διαπράχθηκαν επίσης σε εύρος χρόνου από τον Δεκέμβριο του 2023 μέχρι τον Μάρτιο του 2024. Στην ποινική υπόθεση αρ.4426/2024 Ε.Δ. Λεμεσού τελούσε υπό όρους. Στην υπό εξέταση υπόθεση, αντιμετωπίζει αδικήματα όμοιας φύσης, από τον Ιούνιο του 2026 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2026. Από το 2023 η παραμονή του Κατηγορούμενου στη Δημοκρατία φέρεται να κατέστη παράνομη. Χωρίς να διατυπώνεται οποιαδήποτε κρίση ως προς την ενοχή του Κατηγορουμένου στις εκκρεμείς υποθέσεις, η συγκεκριμένη αλληλουχία δημιουργεί ένα ουσιωδώς διαφορετικό δεδομένο από την απλή ύπαρξη ποινικού ιστορικού. Καταδεικνύει επαναλαμβανόμενη έκθεση σε κατηγορίες συναφούς συμπεριφοράς, σε σχετικά περιορισμένο χρονικό ορίζοντα και μέσα σε στενό διαπροσωπικό και οικογενειακό πλαίσιο. Αυτό ακριβώς προσδίδει στον κίνδυνο επανάληψης πραγματικό και παρόντα χαρακτήρα. Ιδίως, η εκκρεμότητα προηγούμενης συναφούς υπόθεσης δεν φαίνεται, με βάση την εικόνα που σήμερα υπάρχει, να απέτρεψε τη φερόμενη εκδήλωση νέας ανάλογης συμπεριφοράς. Το στοιχείο αυτό περιορίζει ουσιωδώς την πεποίθηση ότι η επιβολή νέων όρων θα ήταν, από μόνη της, ικανή να εξουδετερώσει τον κίνδυνο. Η κρίση δεν στηρίζεται σε γενική υπόθεση περί εγκληματικής ροπής, αλλά στη συγκεκριμένη επανάληψη, στη συνάφεια των περιστατικών, στην εγγύτητά τους στον χρόνο και στο γεγονός ότι η νεότερη φερόμενη συμπεριφορά αναδύεται ενώ ήδη υφίσταται ενεργή ποινική διαδικασία. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται πραγματικός και συγκεκριμένος κίνδυνος διάπραξης περαιτέρω αδικημάτων συναφούς χαρακτήρα, ιδίως έναντι προσώπων του οικογενειακού περιβάλλοντος του Κατηγορουμένου. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, ο κίνδυνος αυτός δεν εμφανίζεται επαρκώς ελέγξιμος με την εκ νέου επιβολή περιοριστικών όρων. Η κράτηση δικαιολογείται και επί της αυτοτελούς αυτής βάσης.
Ο χρόνος μέχρι την 7.10.2026 αλλά και μέχρι την ολοκλήρωση της ακρόασης συνεκτιμάται, και έχοντας υπόψη την έκταση της μαρτυρίας της υπόθεσης, όπως αναφέρεται στο Δικαστήριο μέσα από το Τεκμήριο Α και το κατηγορητήριο της υπόθεσης, με τα επί του παρόντος δεδομένα, δεν καθιστά εκ προοιμίου την κράτηση μέτρο δυσανάλογο.
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση του Κατηγορουμένου, λόγω ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας και κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την 7.10.2026 και διάταγμα προσαγωγής του Κατηγορούμενου την 7.10.2026.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.
[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.
[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.
[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.
[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.
[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.
[7] Memic v. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.
[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.
[11] Clooth v. Belgium (1991).
[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.
[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.
[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.
[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο