ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. H.S.D.S., Αρ. Υπόθεσης: 3459/2026, 7/8/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. H.S.D.S., Αρ. Υπόθεσης: 3459/2026, 7/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 3459/2026

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

H.S.D.S.

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 7 Αυγούστου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σπηλιωτόπουλος

Κατηγορούμενος παρών.

ΠΟΙΝΗ

 

[Α] Εισαγωγή

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, στο αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (1η κατηγορία), της απειλής (2η κατηγορία), της κοινής επίθεσης (3η και 8η κατηγορία), της άσκησης ψυχολογικής βίας (5η κατηγορία), του τραυματισμού και ανάλογων πράξεων (6η κατηγορία), της αρπαγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του (9η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 16ης και της 22ας Μαρτίου 2026 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στη συμβία του, δηλαδή τη χτύπησε με μία καρέκλα και ένα σκουπόξυλο σε διάφορα μέρη του σώματος της.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3, ο κατηγορούμενος την 23η Μαρτίου στη Λεμεσό, προκάλεσε στην πρώην συμβία του τρόμο απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε λέγοντάς της «i ll kill you» και της επιτέθηκε παράνομα, δηλαδή τη χτύπησε στο κεφάλι με τα χέρια του.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 5η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, μεταξύ 16ης και 23ης Μαρτίου 2026 στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του, η οποία εκφράστηκε με προσπάθεια εξαναγκασμού και ψυχολογικής πίεσης, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της συμβίας του, προκαλώντας της πραγματικό φόβο.

 

Με βάση τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 6η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Απριλίου 2021 στη Λεμεσό, παράνομα τραυμάτισε την πρώην συμβία του.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 8η κατηγορία, την 30.6.2022 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος παράνομα επιτέθηκε κατά της πρώην συμβίας του.

 

Με βάση τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 9η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία εντός του μηνός Απριλίου, στη Λεμεσό, άρπαξε την πρώην συμβία του, με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό της.

 

Σημειώνω, ότι οι κατηγορίες 4, 7, 10 και 11 ανεστάλησαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές.

 

[Β] Γεγονότα

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου, το δε περιεχόμενό του δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 23.3.2026 προσήλθε στα γραφεία του Κλιμακίου Βίας στην Οικογένεια η παραπονούμενη, η οποία κατήγγειλε ότι διαμένει μαζί με τον κατηγορούμενο στην οικία της μητέρας του και μαζί απέκτησαν ένα παιδί τεσσάρων ετών. Ένεκα ωστόσο του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών και παρουσιάζει επιθετική συμπεριφορά, η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελίες εις βάρος του στο παρελθόν και μετακόμισε στην Πάφο μαζί με το παιδί της, όπου και εργαζόταν, ενώ τη βοηθούσε μία φίλη της σχετικά με τη φροντίδα του παιδιού. Ωστόσο, ενόψει του ότι η εν λόγω φίλη της έφυγε από την Κύπρο, περί τον Δεκέμβριο του 2025, επέστρεψε στη Λεμεσό και έμενε μαζί με τον κατηγορούμενο.

 

Μεταξύ των ημερομηνιών 16-22.3.2026, η παραπονούμενη ξύπνησε τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να προσέχει το παιδί, καθώς η ίδια έπρεπε να μεταβεί στην εργασία της. Τότε ο κατηγορούμενος θύμωσε και ενώ βρίσκονταν στο σαλόνι της οικίας πήρε μία καρέκλα και τη χτύπησε στα πόδια και στην πλάτη, ενώ στη συνέχεια, πήρε το σκουπόξυλο και τη χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματός της, με αποτέλεσμα τελικά να μην μπορέσει να πάει στην εργασία της.

 

Λίγες ημέρες προηγουμένως, η μητέρα του κατηγορούμενου ζήτησε όπως της καταβάλει το ποσό των €500 έναντι ενοικίου, κάτι το οποίο δεν άρεσε στην παραπονούμενη και όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο για ποιο λόγο η μητέρα του της ζήτησε χρήματα, αυτός θύμωσε και την απείλησε με τη φράση «i ll kill you» και ακολούθως της επιτέθηκε χτυπώντας την επανειλημμένα στο κεφάλι με τα χέρια του και της ζητούσε να φύγει από το σπίτι. Η παραπονούμενη έφυγε και κατήγγειλε το περιστατικό στην Αστυνομία, ενώ φιλοξενήθηκε σε καταφύγιο θυμάτων βίας στην οικογένεια.

 

Ως επίσης αναφέρεται στο Έγγραφο Α, την 2.7.2021 προσήλθε στα γραφεία του Κλιμακίου της Βίας στην Οικογένεια η παραπονούμενη, η οποία κατήγγειλε ότι τους τελευταίους δέκα μήνες είχε σχέση με τον κατηγορούμενο και διέμενε στην οικία του. Στην πορεία της σχέσης τους, ο κατηγορούμενος άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και περί τον Απρίλιο του 2021, την κλείδωνε μέσα στο υπνοδωμάτιο χωρίς λόγο και με διάφορα μαχαίρια την έκοβε σε διάφορα μέρη του σώματος της, προκαλώντας της επιφανειακά τραύματα. Αυτό το έκανε αφού την ακινητοποιούσε σε μία καρέκλα στο δωμάτιο τους, σφίγγοντας τα πόδια της με τα πόδια του και κρατώντας με το ένα χέρι του τα χέρια της, ενώ με το άλλο χέρι την έκοβε σε διάφορα μέρη του σώματος της. Παράλληλα την απειλούσε ότι αν φωνάξει ή κλάψει, θα την κόψει πιο βαθιά. Αρκετές φορές, την χαστούκιζε σε διάφορα μέρη του σώματος της και την άρπαζε σφικτά από τον λαιμό.

 

Την 30.6.2021 ενώ βρίσκονταν στο υπνοδωμάτιό τους, ο κατηγορούμενος χτύπησε με την παλάμη του το πρόσωπο της παραπονούμενης προκαλώντας της μικρή αιμορραγία στη μύτη. Στη συνέχεια της έδωσε γροθιά στην κοιλιά αναφέροντας ότι δεν θέλει το μωρό τους. Σε ιατρική εξέταση που διενεργήθηκε στην παραπονούμενη την 8.7.2021 διαπιστώθηκε ότι έφερε παλιές επιφανειακές ουλές που δεν μπορεί να διαπιστωθεί η αιτία της πρόκλησής τους.

 

Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι η παραπονούμενη προέβη σε δήλωση, ότι σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης, δεν θα έχει παράπονο από αυτόν.

 

[Γ] Ποινικές Υποθέσεις που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής

 

Με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα της Υπεράσπισης, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθούν υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο και οι υποθέσεις υπ’ αρ. 6863/26 και 2159/24, οι οποίες εκκρεμούν εναντίον του.

 

Προχωρώ σε σύντομη σύνοψη των λεπτομερειών επί των κατηγοριών και των γεγονότων των πιο πάνω υποθέσεων, σημειώνοντας, ότι πρόκειται για ιδίας φύσεως αδικήματα, με το ίδιο παραπονούμενο πρόσωπο.

 

Υπόθεση υπ’ αρ. 6863/2026, Ε.Δ. Λεμεσού

 

Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε επτά κατηγορίες που αφορούν στα αδικήματα του τραυματισμού και ανάλογων πράξεων, της απειλής, της κοινής επίθεσης, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, της ψυχικής βλάβης, της άσκησης ψυχολογικής βίας και της παραμονής στη Δημοκρατία, μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του.

 

Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες, εξαιρουμένης της τελευταίας κατηγορίας που αφορά στην παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, όλα τα αδικήματα  διαπράχθηκαν την 11η Μάϊου του 2023 στη Λεμεσό.

 

Αναφορικά δε με την 7η κατηγορία, σημειώνεται, ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος μεταξύ 26.4.2023 και 11.5.2023 στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος Σρι Λάνκα και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι την 25.4.2023, ημερομηνία κατά την οποία ενημερώθηκε ότι απορρίφθηκε η προσφυγή του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά της πρωτοβάθμιας απόρριψης του αιτήματος του από την Υπηρεσία Ασύλου, παρέμεινε στην Κύπρο χωρίς άδεια.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου, το δε περιεχόμενό του δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

 

Σύμφωνα με τα γεγονότα που αναγράφονται σε αυτό, την 14.5.2023 η παραπονούμενη κατήγγειλε στο Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια ότι διατηρεί σχέση με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο απέκτησαν ένα παιδί και διαμένουν στην οικία της μητέρας του, εδώ και εννέα μήνες.

 

Την 10.5.2023 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην οικία της, παρατήρησε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε διανυκτερεύσει εκεί και την επόμενη μέρα, τον ρώτησε που ήταν όλο το βράδυ. Αυτός δεν απάντησε και ζήτησε από την παραπονούμενη να του φέρει κάτι, πράγμα που αυτή αρνήθηκε να πράξει και του ανέφερε ότι προτίθεται να φύγει. Τότε αυτός εξαγριώθηκε και της επιτέθηκε δίδοντάς της γροθιές στο κεφάλι και στην πλάτη και την άρπαξε με τα χέρια του από τον λαιμό και την έσφιγγε δυνατά, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να μην μπορεί να αναπνεύσει. Ταυτόχρονα την απείλησε με τη φράση «θα σε σκοτώσω και σένα και το μωρό σου και τους δύο θα καταστρέψω τη ζωή μου θα κατακόψω το στομάχι του μωρού για να τα δεις όλα τι έχει μέσα».

 

Εκείνη τη στιγμή η παραπονούμενη άκουσε τη μητέρα του κατηγορούμενου να του λέει «μην τη χτυπάς στο σώμα χτύπα την στο κεφάλι για να μην αφήσει σημάδια». Τότε ο κατηγορούμενος άρπαξε ένα μαχαίρι μήκους 15 εκατοστών περίπου με οδοντωτή λεπίδα και της το κάρφωσε στο πάνω μέρος της αριστερής παλάμης με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να αρχίσει να αιμορραγεί. Η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει και κατάφερε να βγει έξω από την οικία, ενώ ο κατηγορούμενος έριχνε προς το μέρος της τα παιχνίδια του μωρού.

 

Την επομένη, η παραπονούμενη βρήκε ευκαιρία και εισήλθε στην οικία και παρέλαβε το παιδί της. Κατά την έξοδο της από την οικία, αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να την κυνηγά στον δρόμο και της επιτέθηκε εκ νέου δίδοντάς της δυνατή γροθιά στην πλάτη. Εν τέλει η παραπονούμενη κατάφερε να πάει στην Αστυνομία μαζί με το παιδί της και κατόπιν ιατρικών εξετάσεων, διαγνώστηκε ότι έφερε θλαστικό τραύμα στο αριστερό χέρι, οίδημα δείκτη αριστερού χεριού και εκδορά. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου και ο φάκελος της υπόθεσης παρέμεινε σε εκκρεμότητα για δύο χρόνια.

 

Υπόθεση υπ’ αρ. 2159/2024, Ε.Δ. Πάφου

 

Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε πέντε κατηγορίες που αφορούν στα αδικήματα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, της βίας στην οικογένεια, της δημόσιας εξύβρισης και  της άσκησης ψυχολογικής βίας.

 

Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες, όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν  δε την 13.2.2023 στη Λεμεσό.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου, το δε περιεχόμενό του δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

Ως αναφέρεται στο εν λόγω κείμενο γεγονότων, μεταξύ άλλων, η παραπονούμενη κατάγεται από τη Σρι Λάνκα και αφίχθη στη Δημοκρατία το 2012 ως οικιακή βοηθός. Το 2020 γνώρισε τον κατηγορούμενο με τον οποίο απέκτησαν ένα παιδί το 2022 και συζούσαν.

 

Την 13.2.2024 ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει διότι δεν μπορούσε να βρει την κάρτα sim του και γρονθοκόπησε την παραπονούμενη με το χέρι του στο μέτωπο και στην πλάτη. Την ίδια ώρα την εξύβρισε με τη φράση «πουτάνα» στην παρουσία του ανήλικου παιδιού τους και ακολούθως, πήρε ένα κουζινομάχαιρο από την κουζίνα και ξεκίνησε να πηγαίνει προς την παραπονούμενη, λέγοντάς της τη φράση «θα σε σκοτώσω». Η παραπονούμενη φοβήθηκε και έτρεξε με το ανήλικο στην Αστυνομία. Κατόπιν ιατρικής εξέτασης, διαπιστώθηκε ότι έφερε τρεις μώλωπες μετώπου.

 

[Δ] Ποινικό Μητρώο

 

Ο κατηγορούμενος βαρύνεται μία προηγούμενη καταδίκη ημερ. 30.6.2025 στην υπόθεση υπ’ αρ. 16522/22 του Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορούσε σε αδικήματα ιδίας φύσεως, με την ίδια παραπονούμενη, όπου του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη αυτή των οκτώ μηνών, για το αδίκημα των γραπτών απειλών για φόνο, η οποία αναστάλθηκε για τρία χρόνια. Η καταδίκη έγινε παραδεκτή από πλευράς υπεράσπισης.

 

Ως επίσης ανέφερε, μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής, του επιβλήθηκε ποινή σε ορισμένες κατηγορίες και ορισμένες άλλες αναστάλθησαν, λόγω σχετικής δήλωσης της παραπονούμενης, πλην όμως η υπόθεση παρέμεινε σε εκκρεμότητα και ένεκα της διάπραξης των αδικημάτων που αφορά η παρούσα υπόθεση, επανακαταχωρήθηκαν ως μέρος της παρούσας οι κατηγορίες υπ’ αρ. 6, 7 και 8.

 

Ανέφερε επίσης, ότι η παραπονούμενη δήλωσε, πως σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες, δεν θα έχει παράπονο από αυτόν.

 

 

 

[Δ] Μετριασμός Ποινής και Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας

 

Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορουμένου, τον χρόνο κατά τον οποίο τελεί υπό κράτηση, καθώς επίσης και την προσπάθειά του να απεξαρτηθεί από ναρκωτικές ουσίες, χρήση η οποία ήταν η αιτία της τέλεσης των αδικημάτων στα οποία παραδέχθηκε ενοχή.

 

Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ένεκα της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 40 ετών και κατάγεται από τη Σρι Λάνκα. Ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο κατηγορούμενος ήταν δέκα ετών και η μητέρα του εγκαταστάθηκε στην Κύπρο πριν 20 χρόνια και εργάζεται ως καθαρίστρια. Ο κατηγορούμενος εγκαταστάθηκε στην Κύπρο το 2017 για βιοποριστικούς λόγους και συνήψε σχέση με ομοεθνή του με την οποία απέκτησε παιδί 3 ετών σήμερα. Διέκοψαν τη σχέση τους πριν ένα χρόνο ωστόσο ο κατηγορούμενος καταβάλλει χρηματική βοήθεια για τις ανάγκες του παιδιού.

 

Είναι απόφυτος Λυκείου και στη Σρι Λάνκα εργαζόταν ως οδηγός ταξί. Στην Κύπρο εργάστηκε ως φροντιστής ηλικιωμένου ατόμου και από το 2022 μέχρι σήμερα απασχολείται σε διάφορες περιστασιακές χειρωνακτικές εργασίες, λαμβάνοντας περί τα €750 μηνιαίως.

 

[Ε] Νομική Πτυχή

 

Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[1]

 

Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[2] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[3]

 

Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.

 

Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[4] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[5]

 

Ειδικότερα, για τα αδικήματα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της απειλής, τα άρθρα 91Α και 243 προβλέπουν την επιβολή ποινής φυλάκισης τριών ετών, ενώ για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, ο περί  περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 (119(I)/2000), αυξάνει την ποινή φυλάκισης από ένα έτος σε δύο. Πρόκειται δε για αδίκημα το οποίο κατηγοριοποιείται ως αδίκημα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2021 (Ν.115(I)/2021), το αρ. 11 του οποίου, παραθέτει ορισμένες επιβαρυντικές περιστάσεις, τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής, σε τέτοιας φύσεως αδικήματα, ένεκα της σοβαρότητάς τους.

 

Περαιτέρω, για το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, ο Ν. 115(Ι)/2021 προβλέπει επίσης την επιβολή ποινής φυλάκισης πέντε ετών. Σε σχέση δε με το αδίκημα του τραυματισμού και ανάλογων πράξεων, ο Ν.119(I)/2000 αυξάνει την ποινή φυλάκισης από τρία σε πέντε χρόνια, πρόκειται δε για αδίκημα το οποίο κατηγοριοποιείται ως αδίκημα βίας κατά των γυναικών βάσει της κείμενης νομοθεσίας. Τέλος, για το αδίκημα της αρπαγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει επίσης την επιβολή ποινής φυλάκισης επτά ετών.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο  δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορουμένου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[6]

 

Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Για τα αδικήματα βίας στην οικογένεια, σχετικά παραπέμπω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2002) 2 ΑΑΔ 464, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της.  Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος ν. Κούλλουρου & Άλλου (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δε γίνεται ανεκτή.  Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια.»

 

Ως έχει νομολογηθεί, η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7(1) του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του.

 

Η ωμή χρήση βίας, είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της, πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.

 

Πέραν των ανωτέρω, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[7]

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[8]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.

 

Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο.

 

Παράλληλα, λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του άρθρου 11 του Ν.115(Ι)/2021, λαμβάνω υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, το γεγονός ότι διέπραξε τα αδικήματα εις βάρος μελών της οικογένειάς του, ήτοι της πρώην συμβίας του και του ανήλικου παιδιού τους, το στοιχείο της επανάληψης στη διάπραξη των αδικημάτων, το γεγονός ότι τα πλείστα εκ των αδικημάτων διαπράχθηκαν με τη χρήση επικίνδυνου αντικειμένου, τις μόνιμες βλάβες που επέφεραν στην παραπονούμενη, τις συνθήκες που περιέβαλλαν τη διάπραξη των αδικημάτων, ήτοι εντός της οικίας του κατηγορουμένου, υπό το καθεστώς απειλών και εκφοβισμού, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί για αδικήματα ιδίας φύσεως.

 

Παράλληλα, έχοντας κατά νου τις αρχές εξατομίκευσης της ποινής, προς όφελος του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, όπως επίσης και ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει προβλημα εξάρτησης από εξαρτησιογόνες ουσίες, επισημαίνοντας, συγχρόνως, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου δεν μπορεί να υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την προσπάθεια και πρόθεση του κατηγορουμένου για απεξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, ο οποία σύμφωνα με τη νομολογία πρέπει να επικροτείται, την παραδοχή του, έστω και σε αυτό το στάδιο, καθώς επίσης και τη δήλωση της παραπονούμενης.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη και μάλιστα αναφορικά με ομοειδή αδικήματα, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, πλην όμως αποτελεί ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων.

 

Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την DYGDALOWICZ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022:

 

                      «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787

 

Σημειώνω επίσης, ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιόν του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.[9] Παράλληλα, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.[10] 

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω ότι όλοι οι ανωτέρω ελαφρυντικοί παράγοντες, μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δεν μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Όπως έχει άλλωστε νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας.[11]

 

Συνεπακόλουθα, έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

1η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 18 μηνών.

2η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 8  μηνών.

3η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 10 μηνών.

6η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 20 μηνών.

8η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 10 μηνών.

9η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 20 μηνών.

 

Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα.[12]

 

Σε σχέση με την 5η κατηγορία, δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας και του ότι πρόκειται για το σύνολο μίας ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς, από τις δε λεπτομέρειες των κατηγοριών, προκύπτει ότι τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε, χρονικά και τοπικά.

 

Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.

 

Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[13] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[14]

 

Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[15]

 

Ως έχει νομολογηθεί, ανάμεσα στα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, περιλαμβάνεται η η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή, καθώς επίσης και η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.[16]

 

Σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω και δίχως να παραγνωρίζω τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπό του, δεν καταλήγω ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει κατ’ επανάληψη, των επιβαρυντικών παραγόντων που έλαβα υπόψη μου κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής, ως καταγράφονται ανωτέρω, του γεγονότος ότι διέπραξε τα αδικήματα που αφορά η παρούσα ενόσω παρέμεινε σε εκκρεμότητα άλλη υπόθεση με ιδίας φύσεως αδικήματα, αλλά και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα. Διαφορετική κατάληξη, θεωρώ ότι θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία.

 

Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[17]

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Ωστόσο, διατάζεται, όπως μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα ως υπόδικος, δυνάμει του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, δηλαδή από 27.3.2026.

 

Έχοντας καταλήξει ότι η επιβληθείσα ποινή θα είναι άμεση, απομένει για το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης 16522/22 του Ε.Δ. Λεμεσού την 30.6.2025, θα ενεργοποιηθεί, λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του αρ. 4(1) του Ν. 95/72.

 

Επί τούτου, ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε την πάροδο του χρόνου.

 

Για να αποφασιστεί ένα τέτοιο ζήτημα, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τον λόγο της παράβασης των όρων της αναστολής από τον κατηγορούμενο και κατά πόσον η παράβαση αυτή είναι δικαιολογημένη. 

 

Επισημαίνεται, ότι η ομοιότητα του πρώτου αδικήματος και του δεύτερου αδικήματος δεν συνδέεται με την ενεργοποίηση της προηγούμενης ποινής φυλάκισης, ενώ θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο η ενεργοποίηση μέρους ή όλης της προηγούμενης ποινής φυλάκισης, κάτω υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, είναι επιβεβλημένη, ώστε να μην απωλέσει η φυλάκιση με αναστολή το νόημά της και να μην εξασθενίσει ή εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά της ως σωφρονιστικό μέτρο.[18]

 

Ως έχει επίσης νομολογηθεί, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει τους λόγους της αναστολής της ποινής, αλλά θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά πόσον η συνολική τιμωρία είναι υπερβολική, καθώς επίσης και κατά πόσο τυχόν ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης, θα ήταν άδικη υπό τις περιστάσεις.[19]

 

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από τον κατηγορούμενο για την παραβίαση των όρων της αναστολής. Αυτό το οποίο προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης για αδικήματα ιδίας φύσεως, με την ίδια παραπονούμενη, με μέγιστη αυτή των οκτώ μηνών την 30.6.2025 και διαρκούσης της περιόδου της αναστολής, διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα.

Ούτε και τέθηκε ενώπιόν μου οποιοδήποτε γεγονός ή περιστατικό το οποίο να μειώνει τη βαρύτητα της παράβασης ή που να καθιστά άδικη την ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης.

 

Σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι η μη ενεργοποίηση της ποινής της αναστολής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, θα έχει ως αποτέλεσμα, να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητα της αρχικής ποινής φυλάκισης, η οποία αναστάλθηκε.

 

Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσον η ανασταλείσα ποινή θα πρέπει να ενεργοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει, ώστε η συνολική ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο να μην είναι δυσανάλογη, λαμβανομένης υπόψη της όλης συμπεριφοράς του.[20]

 

Για το σκοπό αυτό, λαμβάνω υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, περιλαμβανομένων των περιστατικών της υπόθεσης και τη φύση των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, καθώς επίσης και τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ της πρώτης καταδίκης του και της διάπραξης των αδικημάτων που αφορά η παρούσα.

 

Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις, η ενεργοποίηση μέρους της ανασταλείσας ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, στην Ποινική Υπόθεση υπ’ αρ. 16522/22 Ε.Δ. Λεμεσού και συγκεκριμένα τεσσάρων μηνών, ώστε η συνολική ποινή φυλάκισης που θα πρέπει να εκτίσει να ανέλθει σε 24 μήνες, δεν απολήγει σε υπερβολική ποινή.

 

Ως εκ των άνω, διατάσσεται η ενεργοποίηση μέρους της ανασταλείσας ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο την 30.6.2025 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην Ποινική Υπόθεση υπ’ αρ. 16522/22 και συγκεκριμένα 4 από τους 8 μήνες που είχαν επιβληθεί ως μέγιστη ποινή μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω υπόθεσης.                      

Η πιο πάνω ποινή φυλάκισης των τεσσάρων μηνών που ενεργοποιήθηκε να εκτελεστεί από τον κατηγορούμενο διαδοχικά και μετά την εκτέλεση των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.  

 

Έξοδα €60 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

 

 

(Υπ.) …………………..

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[2] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[3] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[4] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[5] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

 

[7] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

 

[8] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[9] Παντελής Κυριάκου Ιωάννου ν. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 598.

 

[10] Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 257. 

[11] Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540.

 

[12] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.

 

[13] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.

 

[14] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[15] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 

[16] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.

 

[17] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.2017.

[18] Λουκά ν. Αστυνομίας (1986) 2 ΑΑΔ 141, Πέτρος Α. Χριστοφίδης v. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148.

 

[19] Λοϊζου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 546, Ευαγγέλου κ.α. ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 52.

[20] Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 62).

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο