ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 13040 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Α. Α.
_________________
Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή
Κ. Λούτσιου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ομολογίας ενοχής, σε 24 κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, που περιλαμβάνουν απειλή, κοινή επίθεση, δημόσια εξύβριση, οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, μαχαιροφορία και άσεμνη πράξη που αναφέρεται σε έκθεση των γεννητικών του οργάνων και των οπίσθιων του σε τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα.
Τα αδικήματα διαπράχθηκαν την 23.7.2024 και την 24.7.2024. Τα γεγονότα που ανάγονται σε αυτά είναι τα εξής, στη σύνοψή τους: O Αστ.744 ήταν εκτός καθηκόντων. Πήγε στην οικία των γονιών του. Ο Κατηγορούμενος εξήλθε της δικής του οικίας και ξεκίνησε να υβρίζει τον παραπονούμενο με όσα αναφέρονται στην 3η Κατηγορία, που αφορούν ιδιότητά του, ως μέλος της Αστυνομίας. Η εξύβριση έλαβε χώρα ενώπιον άλλων ατόμων. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να σταματήσει να εξυβρίζει, αλλά πέταξε ένα περιοδικό και απείλησε τον παραπονούμενο με τις φράσεις που περιέχονται στην 1η Κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για τα αδικήματα που διέπραττε, και απάντησε «να πάεις να γ*******», πληροφορήθηκε πως είναι υπό σύλληψη, μπήκε στο σπίτι του και έκλεισε την πόρτα. Στο τμήμα Μικροπαραβάσεων, στη συνέχεια, μετέβη και περίοικος, που ήταν παρών, ο οποίος, σε γραπτή του κατάθεση, επιβεβαίωσε τα όσα είχε αναφέρει ο Αστ.744 και ότι, με την αποχώρηση του Αστ.744 από το σημείο, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να εξυβρίζει, απευθυνόμενος προς τον ίδιο, επίσης, τον απείλησε με τις φράσεις που αναφέρονται στις λοιπές κατηγορίες. Υπήρξε κατάθεση και από άλλο πρόσωπο, που ήταν στο μέρος, που επίσης αναφέρθηκε στο περιστατικό, που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των υπόλοιπων κατηγοριών της ίδιας ημέρας, ως επίσης και σε γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί την επόμενη ημέρα, δηλαδή την 24.7.2026, με το ίδιο πρόσωπο. Επίσης, στις καταθέσεις των παραπονουμένων αναφέρονται γεγονότα για τις κατηγορίες των άσεμνων επιθέσεων, ως περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Συνελήφθη, ο Κατηγορούμενος, δυνάμει δικαστικού εντάλματος, ακολούθησε ανακριτικό έργο. Στο πλαίσιο της ανάκρισης, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως δεν θυμάται τα γεγονότα, όμως παραδέχεται πως κατείχε μαχαίρι. Σε έρευνα στην οικία του, εντοπίστηκε το εν λόγω μαχαίρι. Ανέφερε, επίσης, πως ήταν μεθυσμένος.
Σοβαρότερες, από την άποψη της προβλεπόμενης στον νόμο ποινής, είναι οι απειλές, που, κατά το άρθρο 91 ΠΚ, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, καθώς τα υπόλοιπα αδικήματα επαπειλούνται με χαμηλότερες ποινές, ενώ για το αδίκημα της μαχαιροφορίας, κατά το άρθρο 82 § 2 ΠΚ προβλέπεται και ελάχιστη ποινή έξι μηνών, από την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποκλίνει, εάν κρίνει ότι δικαιολογείται τέτοια απόκλιση.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατούν την επιείκεια που δύναται να επιδειχθεί, δηλαδή να λειτουργούν ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Ως προς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, λαμβάνεται υπόψη η χρονική διάρκεια και η ένταση του επεισοδίου, που διήρκησε, στο σύνολό του, δύο ημέρες, ότι ήταν απρόκλητο και έγινε χρήση οργάνου κατά την 23.7.2025, με τη συνοδεία των απειλών, καθώς και ότι θυματοποιήθηκαν, μέσα στο διήμερο, διαφορετικά πρόσωπα. Δεν υπήρξε προσχεδιασμός, οργανωμένη δράση, ενώ πέρα τον φόβο και την αναστάτωση των παραπονουμένων, δεν προκλήθηκε κάποιος τραυματισμός ή υλική ζημιά. Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Κατηγορούμενος δεν άφηνε περιθώριο να εδραιωθεί ο τρόμος, στους παραπονούμενος, ότι θα υλοποιήσει τις απειλές. Η πιο πάνω στάθμιση γίνεται αποκλειστικά για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής σοβαρότητας των συγκεκριμένων αδικημάτων και, συνακόλουθα, της ανάλογης ποινικής μεταχείρισης. Κάθε επιμέρους αναφορά θεωρείται μόνο μέσα στο σύνολο των περιστάσεων και σε συνάρτηση με τα λοιπά δεδομένα που συνεκτιμήθηκαν. Κανένα από τα στοιχεία αυτά μπορεί να αποκοπεί από το συγκεκριμένο πραγματικό και δικανικό του πλαίσιο και να προσλάβει διαφορετική σημασία για άλλο σκοπό και δεν συνιστά υποβάθμιση, κανονικοποίηση ή δικαιολόγηση της επιθετικής συμπεριφοράς. Κάθε μορφή βίας, περιλαμβανομένης της απειλής βίας μέσω επιθετικής συμπεριφοράς, είναι έντονα καταδικαστέα. Ο Κατηγορούμενος νοσηλεύτηκε, μετά από το προαναφερόμενο επεισόδιο, στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη, σε επίπεδο εξατομίκευσης της ποινής, η απολογία που εκφράστηκε.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στο ότι δεν υπάρχουν προηγούμενες διαθέσιμες καταδίκες, συνθήκη δεν εξετάζεται αποσπασματικά, αλλά σε συνάρτηση με τις προσωπικές του Κατηγορούμενου.
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διαχρονικά προβλήματα ψυχικής υγείας, που πιστοποιούνται στα έγγραφα του Τεκμηρίου Α, ενώ είναι πρόσωπο με ήδη υφιστάμενη επαφή με τις υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας. Είναι ηλικίας περίπου 44 ετών. Η κατάσταση της ψυχικής υγείας του, σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, βρίσκεται σε έδαφος ελαφριάς νοητικής υστέρησης. Είχε τύχει απαλλαγής και από την Εθνική Φρουρά, λόγω ακαταλληλότητας, ενώ δεν εργάστηκε οποτεδήποτε. Νοσηλεύτηκε αρκετές φορές σε κλειστή μονάδα ψυχικής υγείας. Ο πατέρας του είχε αποβιώσει όταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ήταν σε μικρή ηλικία, έχοντάς τον, όμως, μυήσει, πριν από τον θάνατό του, στην κατάχρηση αλκοόλ και στην ενασχόλησή του με τα τυχερά παίγνια. Λαμβάνει κρατικό επίδομα, λόγω σοβαρής ψυχικής αναπηρίας.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη και η παραδοχή που έγινε στο Δικαστήριο, στο στάδιο που έγινε.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν κρίνεται ότι η περίπτωση είναι πρόσφορη ούτε για εξάντληση της αυστηρότητας του Δικαστηρίου ούτε για εγκλεισμό του Κατηγορουμένου προς εξυπηρέτηση σκοπών τιμωρίας, παραδειγματισμού ή σωφρονισμού. Η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του δεν παραγνωρίζεται, πλην όμως η προσήκουσα μεταχείριση πρέπει να είναι όχι μόνον ανάλογη προς τη βαρύτητα των αδικημάτων, αλλά και πρόσφορη να περιορίσει τον κίνδυνο επανάληψής τους. Το άρθρο 5 § 1 του Ν. 46(Ι)/1996 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να θέσει τον αδικοπραγούντα υπό την επιτήρηση κηδεμονικού λειτουργού και να επιβάλει τους αναγκαίους όρους για την καλή διαγωγή του και την αποτροπή νέας παραβατικότητας. Η κηδεμονία δεν αποτελεί ανεπιφύλακτη επιείκεια, αλλά θεσμοθετημένη και ελεγχόμενη μορφή μεταχείρισης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, η περιορισμένη αυτονομία του, το μακροχρόνιο ιστορικό ψυχικής ευαλωτότητας, η κοινωνική και επαγγελματική του αδράνεια και η ήδη υφιστάμενη επαφή του με κρατικές υπηρεσίες καταδεικνύουν την ανάγκη σταθερής εξωτερικής εποπτείας, καθοδήγησης και ελέγχου. Σε αυτό το πλαίσιο, η κηδεμονία υπηρετεί πληρέστερα την ειδική πρόληψη. Η φυλάκιση θα περιόριζε προσωρινά τη δυνατότητα επανάληψης της συμπεριφοράς, χωρίς να προκύπτει ότι θα αντιμετώπιζε τους παράγοντες που συνδέονται με την απορρύθμιση του Κατηγορουμένου. Η κηδεμονευτική επιτήρηση επιτρέπει συνεχή παρακολούθηση και έγκαιρη παρέμβαση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Η δε παραβίαση των όρων του διατάγματος ή νέα παραβατική συμπεριφορά συνεπάγεται τις προβλεπόμενες από τον Νόμο συνέπειες. Ως προς τη μαχαιροφορία, το Δικαστήριο έχει υπόψη το προβλεπόμενο κατώτατο όριο φυλάκισης έξι μηνών, καθώς και τη ρητή νομοθετική δυνατότητα επιβολής μικρότερης ποινής ή έκδοσης άλλου διατάγματος, αφού συνεκτιμηθούν οι περιστάσεις της υπόθεσης και οι προσωπικές ελαφρυντικές περιστάσεις. Ενόψει ιδίως της απουσίας προηγούμενων διαθέσιμων καταδικών, της μη πρόκλησης σωματικής βλάβης, της απουσίας προσχεδιασμού, της παραδοχής, της απολογίας και των ιδιαίτερων προσωπικών και ψυχικών συνθηκών του Κατηγορουμένου, κρίνεται δικαιολογημένη η άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας και η έκδοση κηδεμονευτικού διατάγματος αντί της επιβολής βραχείας ποινής φυλάκισης.
Εξηγείται στον Κατηγορούμενο, σε γλώσσα καταληπτή, ότι η έκδοση του παρόντος διατάγματος κηδεμονίας δεν αναιρεί την καταδίκη για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Υπάρχει η καταδίκη.
Εξηγείται, περαιτέρω, ότι οφείλει, καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος του διατάγματος, να συμμορφώνεται με όλους τους όρους του. Αν περιέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου επιτήρησης κατάλληλη πληροφορία ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με οποιονδήποτε από τους όρους του διατάγματος, είναι δυνατό να εκδοθεί κλήση για την εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου ή, στις περιπτώσεις που προβλέπει ο Νόμος, ένταλμα σύλληψης. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πράγματι υπήρξε παράβαση όρου, είναι δυνατό είτε να επιβάλει τη χρηματική ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είτε να ακυρώσει το διάταγμα και να μεταχειριστεί τον Κατηγορούμενο, για τα αδικήματα για τα οποία εκδόθηκε το διάταγμα, με τον τρόπο που θα μπορούσε να τον μεταχειριστεί αν είχε μόλις καταδικαστεί γι’ αυτά.
Εξηγείται επίσης ότι, αν κατά τη διάρκεια της περιόδου κηδεμονίας διαπράξει άλλο αδίκημα και καταδικαστεί γι’ αυτό, δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, να κληθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και να τύχει περαιτέρω μεταχείρισης και για τα αδικήματα για τα οποία εκδίδεται σήμερα το παρόν διάταγμα.
Τέλος, εξηγείται ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα δύναται να το ακυρώσει, να το τροποποιήσει ή να το αναθεωρήσει, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης του ιδίου ή του Κηδεμονικού Λειτουργού.
Για όλες τις κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, εκδίδεται διάταγμα κηδεμονίας, σύμφωνα με τον Ν. 46(Ι)/1996, με τους ακόλουθους όρους:
1. Η περίοδος κηδεμονίας ορίζεται σε 24 μήνες από σήμερα.
2. Ο Κατηγορούμενος θα εξακολουθήσει να διαμένει στη διεύθυνση που αναφέρεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στην Επαρχία Λεμεσού. Οποιαδήποτε πρόθεση αλλαγής της διεύθυνσης διαμονής του θα γνωστοποιείται εκ των προτέρων στον Κηδεμονικό Λειτουργό.
3. Κατά τη διάρκεια ισχύος του διατάγματος, ο Κατηγορούμενος οφείλει:
(α) να συμμορφώνεται με τις νόμιμες οδηγίες του Κηδεμονικού Λειτουργού σε σχέση με τη διαγωγή και τον τρόπο διαβίωσής του,
(β) να παρουσιάζεται ενώπιον του Κηδεμονικού Λειτουργού όταν καλείται προς τούτο,
(γ) να δέχεται τις επισκέψεις του Κηδεμονικού Λειτουργού, όταν αυτές κρίνονται αναγκαίες για σκοπούς εφαρμογής και παρακολούθησης του διατάγματος, και
(δ) να γνωστοποιεί αμέσως οποιαδήποτε αλλαγή της διεύθυνσης διαμονής του.
4. Ο Κατηγορούμενος, μέσω της δικηγόρου του, να επικοινωνήσει, εντός πέντε εργάσιμων ημερών από σήμερα, με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας Λεμεσού για σκοπούς έναρξης της εφαρμογής του παρόντος διατάγματος.
5. Ο Κηδεμονικός Λειτουργός να υποβάλλει στο Δικαστήριο έκθεση αναφορικά με την πορεία εφαρμογής του διατάγματος και τη διαγωγή του Κατηγορουμένου ανά έξι μήνες. Ο Κηδεμονικός Λειτουργός δύναται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να υποβάλει συμπληρωματική έκθεση σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο κατά τη διάρκεια ισχύος του διατάγματος.
Αντίγραφο του παρόντος διατάγματος να διαβιβαστεί αμέσως από τον Πρωτοκολλητή στον Κηδεμονικό Λειτουργό που είναι αποσπασμένος στο Δικαστήριο, για τις περαιτέρω ενέργειες που προβλέπονται από τον Νόμο. Αντίγραφο να δοθεί και στον Κατηγορούμενο.
Έξοδα: €20 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: το μαχαίρι να κατασχεθεί και να καταστραφεί.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο