ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Δ. Α. κ.α., Υπόθεση αρ. 4470 / 2026, 30/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Δ. Α. κ.α., Υπόθεση αρ. 4470 / 2026, 30/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 4470 / 2026

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

1.   Δ. Α.

2.   Π. Κ.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης για την κατηγορούσα Αρχή

Α. Ιωάννου (κα), για τους Κατηγορούμενους 1 και 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τις κοινές κατηγορίες ότι μεταξύ της 9.4.2026 και της 14.4.2026, στα Κάτω Πολεμίδια, διέρρηξαν και εισήλθαν στα γραφεία της Υπηρεσίας Κοινωνικών Υπηρεσιών, στον 82ο δρόμο, και διέπραξαν κακούργημα μέσα σε αυτό, δηλαδή έκλεψαν έναν φάκελο (box file) με άγνωστο περιεχόμενο εγγράφων [2η Κατηγορία, 3η Κατηγορία, διάρρηξη κτηρίου και κλοπή, άρθρο 294(α) ΠΚ και κλοπή από δημόσιο γραφείο, άρθρο 266(στ)]. Πρόσθετα, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες (κατόπιν τροποποίησης) απόπειρας κλοπής ενός οχήματος μάρκας Mercedes L200, αξίας €4.500, περιουσία του Δ.Π. από τη Λεμεσό, μεταξύ της 14.4.2026 και της 15.4.2026, καθώς και κακόβουλης ζημιάς σε αυτό, αξίας €200 [4η Κατηγορία, 5η Κατηγορία, απόπειρα κλοπής, άρθρα 272(1), 366, 367 ΠΚ, κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, άρθρο 324(1) ΠΚ].

 

Ο Κατηγορούμενος 1 είχε παραδεχθεί εξ αρχής την 4η Κατηγορία και την 5η Κατηγορία. Αρχικά, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν παραδέχτηκαν τις υπόλοιπες κατηγορίες, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία, ακούστηκαν πέντε μάρτυρες, και κατά τη διάρκειας της ακροαματικής διαδικασίας, ζήτησαν άδεια για αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή στη 2η Κατηγορία και στην 3η Κατηγορία, ενώ η 1η Κατηγορία, που αφορούσε συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, με αναφορά στη διάρρηξη του κτηρίου και στην κλοπή από αυτό, διακόπηκε.

 

Για το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου και διάπραξης κακουργήματος σε αυτό, κατά το άρθρο 294(α) (2η Κατηγορία), η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα επτά έτη. Η απαξία της κλοπής της 3ης Κατηγορίας εξαντλείται στο αδίκημα της 2ης Κατηγορίας. Για την απόπειρα κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη, κατά το άρθρο 272(1), και κατά το άρθρο 367, η ποινή είναι η γενική ποινή των πλημμελημάτων, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά (4η Κατηγορία). Για την κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, κατά το άρθρο 324(1), η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα δύο έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις Λ.Κ.1.500, που αντιστοιχεί σε €2.562,90 (5η Κατηγορία).

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατήσουν την επιείκεια του Δικαστηρίου, δηλαδή να λειτουργήσουν επιβαρυντικά. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται αναλογεί με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία, λέγοντας αυτό, είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.

 

Τα γεγονότα που αναφέρθηκαν έχουν ως εξής: Σε σχέση με την 2η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία, την 14.4.2026, περί ώρα 9:15, καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού, από την Υπεύθυνη Αρχείου Κοινωνικών Υπηρεσιών Πολεμιδιών, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 9.4.2026 και 14.4.2026 και των ωρών 13:00-06:30, αντίστοιχα, διαρρήχθηκαν τα γραφεία της Υπηρεσίας, η οποία στεγάζεται στον 82ο δρόμο, στα Κάτω Πολεμίδια. Την σκηνή επισκέφτηκαν οι Αστ.3396 και Αστ.1159 του ΤΑΕ Λεμεσού όπου διενήργησαν επιτόπιες εξετάσεις και επιθεώρησαν το ΚΚΒΠ του κτηρίου. Από τις επιτόπιες εξετάσεις και την επιθεώρηση του ΚΚΒΠ, διαπιστώθηκε αρχικά ότι την 9.4.2026 και ώρα 13:13, ενώ τα γραφεία της Υπηρεσίας ήταν κλειστά, δύο άνδρες πέτυχαν είσοδο και ακολούθως παραβίασαν με σωματική βία την ξύλινη πόρτα κλειδωμένου γραφείου και εισήλθαν εντός αυτού. Αφού παρέμειναν μέσα για περίπου δύο λεπτά, εξήλθαν και ο άλλος άνδρας, που περιγράφεται, κρατούσε στα χέρια του έναν φάκελο, τον οποίο τοποθέτησε στη φόρμα του, στο μπροστινό μέρος, με σκοπό να τον αποκρύψει. Οι δράστες αναγνωρίστηκαν ως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντίστοιχα, εφόσον είχαν απασχολήσει ξανά την Αστυνομία. Συνελήφθησαν και ακολούθησε ανακριτικό έργο. Σε σχέση με την 4η Κατηγορία και την 5η Κατηγορία, που αφορούν τον Κατηγορούμενο 1 αποκλειστικά, την 15.4.2026, περί ώρα 00:00, δόθηκε μήνυμα, από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας, ότι πολίτης είδες ύποπτο πρόσωπο να κινείται στην οδό Δημήτρη Χαραλάμπους αρ.18 ύποπτα, κοντά σε όχημα, εισερχόταν και εξερχόταν από αυτό, προσπαθώντας να το θέσει σε λειτουργία. Περίπολο της ΑΔΕ Λεμεσού μετέβη στο μέρος όπου, περί ώρα 00:10, της ίδιας ημέρας, εντόπισε το αυτοκίνητο που περιγράφεται, μάρκας Mitsubishi L200, να είναι ξεκινημένο και στη θέση του οδηγού να βρίσκεται άγνωστο πρόσωπο. Το γυαλί, στην πόρτα του οδηγού, ήταν σπασμένο, τα πλαστικά κοντά στην κλειδαριά ήταν σπασμένα, ενώ τα σύρματα της κλειδαριάς ήταν κομμένα και ενωμένα. Το πρόσωπο κλήθηκε να εξέλθει του οχήματος, ελέγχθηκαν τα στοιχεία του, ήταν ο Κατηγορούμενος 1. Το όχημα δεν ανήκε στον ίδιο, αλλά σε άλλο πρόσωπο. Ενόψει του ότι δημιουργήθηκαν υποψίες ότι ο Κατηγορούμενος 1 κατείχε το όχημα παράνομα, συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, αλλά στην πορεία παραδέχθηκε πως προσπάθησε να το κλέψει, αναφέροντας πως ήθελε να πηγαίνει για ξύλα στο «χωρκό». Συνελήφθη και ακολούθησε ανακριτικό έργο, στο πλαίσιο του οποίου, μεταξύ άλλων, το όχημα αναγνωρίστηκε από τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος διαπίστωσε και τις ζημιές σε αυτό, αλλά και ότι είχε μετακινηθεί για ελάχιστα μέτρα.

 

Ως προς τη 2η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία, η αντικειμενική σοβαρότητα της συμπεριφοράς εντοπίζεται πρωτίστως στον τρόπο δράσης. Η είσοδος στο κλειδωμένο γραφείο επιτεύχθηκε με άσκηση σωματικής βίας επί της εξωτερικής πόρτας. Ωστόσο, δεν προκύπτει να υπήρξε προσχεδιασμός και επιδεξιότητα, αλλά ήταν έκδηλα ο ερασιτεχνισμός και η επιπολαιότητα. Δεν υπήρξε βία ή απειλή βίας σε πρόσωπα. Ως προς την έκταση της βλάβης, η περιουσία που αφαιρέθηκε περιορίζεται σε έναν φάκελο εγγράφων, του οποίου το περιεχόμενο δεν προσδιορίστηκε. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη χρηματική αξία του φακέλου ή των εγγράφων, ούτε συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει περαιτέρω υλική, λειτουργική ή άλλη ζημία συνεπεία της αφαίρεσής του. Ομοίως, παρά τον βίαιο τρόπο εισόδου, δεν προσδιορίστηκε οποιοδήποτε χρηματικό ύψος ζημίας στις πόρτες ή στο κτήριο. Συνεπώς, η βαρύτητα της πράξης, κατά το μέρος που αφορά το αποτέλεσμα, δεν μπορεί να διευρυνθεί πέραν της πραγματικής απώλειας του φακέλου και της προσβολής της περιουσίας που ήταν αναγκαία για την είσοδο, στον βαθμό που αυτή προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα. Διαφορετική είναι η αντικειμενική εικόνα της 4ης Κατηγορίας και 5ης Κατηγορίας. Η απόπειρα κλοπής του οχήματος είχε προχωρήσει σε ιδιαίτερα προχωρημένο στάδιο. Το παράθυρο της πόρτας του οδηγού είχε σπάσει, τα πλαστικά στην περιοχή της κλειδαριάς είχαν υποστεί ζημιά και τα καλώδια της ανάφλεξης είχαν κοπεί και ενωθεί. Το όχημα είχε τεθεί σε λειτουργία και είχε ήδη μετακινηθεί, έστω για ελάχιστη απόσταση. Επομένως, δεν επρόκειτο για αρχικό ή απομακρυσμένο στάδιο απόπειρας, αλλά για επέμβαση στους μηχανισμούς του οχήματος η οποία είχε ουσιαστικά επιτύχει την ενεργοποίηση και τη δυνατότητα μετακίνησής του. Η πραγματική περιουσιακή βλάβη, εντούτοις, παρέμεινε περιορισμένη. Το όχημα, αξίας €4.500, δεν αφαιρέθηκε οριστικά από την κατοχή του ιδιοκτήτη του και ανακτήθηκε επί τόπου, ενώ η υλική ζημία προσδιορίστηκε στο ποσό των €200. Η έκταση του επελθόντος αποτελέσματος είναι, συνεπώς, σαφώς μικρότερη από εκείνη ολοκληρωμένης κλοπής οχήματος, χωρίς αυτό να αναιρεί ότι ο τρόπος εκτέλεσης της απόπειρας περιέλαβε ουσιώδη και καταστροφική επέμβαση στο όχημα και είχε φτθάσει πολύ κοντά στην ολοκλήρωση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

 

Αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες αναφορικά με αμφότερους τους Κατηγορούμενους 1 και 2, σχετικά πρόσφατες, στις οποίες περιλαμβάνονται και αδικήματα κατά της περιουσίας. Οι προηγούμενες καταδίκες δεν επαυξάνουν τη σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων ούτε λαμβάνονται υπόψη κατά τρόπο που να οδηγεί σε εκ νέου τιμώρηση για προηγούμενη παραβατική συμπεριφορά. Περιορίζουν, όμως, τον βαθμό επιείκειας που θα μπορούσε διαφορετικά να επιδειχθεί.

 

Λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψη όλες οι προσωπικές  περιστάσεις των Κατηγορούμενων 1 και 2, στον βαθμό που καθίστανται γνωστές στο Δικαστήριο και μπορούν να επενεργήσουν στην εξατομίκευση της ποινής χωρίς να εξουδετερώνεται η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη αποτροπής. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας περίπου 50 ετών. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι αρκετά νεαρό άτομο, ηλικίας 23 ετών.

 

Διαφορετική στάθμιση επιβάλλεται ως προς τις παραδοχές. Σε σχέση με τη 2η Κατηγορία και 3η Κατηγορία, η παραδοχή έγινε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού είχαν ήδη ακουστεί πέντε μάρτυρες κατηγορίας. Λαμβάνεται ασφαλώς προς όφελος των Κατηγορούμενων, αφού απέτρεψε την περαιτέρω συνέχιση της δίκης. Δεν μπορεί, όμως, να έχει το ίδιο μετριαστικό βάρος που θα είχε μία παραδοχή πριν από την έναρξη της ακρόασης. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι η αξία της παραδοχής ως παράγοντα μετριασμού συναρτάται και με το στάδιο στο οποίο αυτή γίνεται, χωρίς μια καθυστερημένη παραδοχή να στερείται κάθε ευεργετικής επίδρασης. Διαφορετική είναι η θέση ως προς την 4η Κατηγορία και την 5η Κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος 1 τις παραδέχτηκε εξ αρχής. Η άμεση αυτή παραδοχή λαμβάνεται αυτοτελώς και ουσιαστικά προς όφελός του κατά τον καθορισμό της ποινής που αφορά τα συγκεκριμένα αδικήματα.

 

Έχοντας σταθμίσει τη σοβαρότητα κάθε αδικήματος με βάση τα πραγματικά περιστατικά που το περιβάλλουν, την πραγματική έκταση της βλάβης, την ανάγκη γενικής και, ενόψει των προηγούμενων καταδικών, ειδικής αποτροπής, καθώς και όλους τους παράγοντες που λειτουργούν υπέρ των Κατηγορούμενων, κρίνεται ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης είναι αναγκαία. Όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν ουσιωδώς στην έκτασή της.

 

Υπό το σύνολο των περιστάσεων, και έχοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και το ενδεικτικό μέτρο των ποινών που προκύπτει από τη νομολογία, επιβάλλονται:

 

Στον Κατηγορούμενο 1:

 

2η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 8 μηνών.

3η Κατηγορία: ενόψει της επιβολής ποινής στη 2η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

4η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 4 μηνών.

5η Κατηγορία: η πραγματική της βάση αποτελεί μέρος της ίδιας ενιαίας συμπεριφοράς που οδήγησε στην απόπειρα κλοπής και έχει ήδη ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της ποινής στην 4η Κατηγορία. Για τον λόγο αυτό καμία επιπλέον ποινή.

 

Στον Κατηγορούμενο 2:

 

2η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 8 μηνών.

3η Κατηγορία: ενόψει της επιβολής ποινής στη 2η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

Θα πρέπει να καθοριστεί κατά πόσον οι ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο 1 στη 2η Κατηγορία και στην 4η Κατηγορία θα συντρέχουν ή θα εκτιθούν διαδοχικά. Κατά τη νομολογία, συντρέχουσες ποινές προσήκει κατά κανόνα να επιβάλλονται όταν τα αδικήματα αποτελούν εκφάνσεις μιας ενιαίας έκνομης συμπεριφοράς, με ουσιαστική χρονική, τοπική και πραγματική συνάφεια. Αντίθετα, όταν πρόκειται για διακριτές ενότητες εγκληματικής δράσης, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη διαδοχική έκτιση των ποινών, υπό την επιφύλαξη πάντοτε της αρχής της συνολικότητας, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μην είναι υπέρμετρο ή δυσανάλογο προς τη συνολική ποινική ευθύνη του παραβάτη. Τα δύο αδικήματα που απασχολούν εδώ δεν συνιστούν μία ενιαία εγκληματική συμπεριφορά. Η 2η Κατηγορία αφορά διάρρηξη συγκεκριμένου κτηρίου και αφαίρεση περιουσίας από αυτό, από κοινού με τον Κατηγορούμενο 2. Η 4η Κατηγορία αφορά μεταγενέστερη και αυτοτελή απόπειρα κλοπής διαφορετικής περιουσίας, από διαφορετικό παραπονούμενο, σε διαφορετικό τόπο και με εντελώς διαφορετικό τρόπο εκτέλεσης. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε πραγματική σύνδεση μεταξύ των δύο επεισοδίων ή κοινό σχέδιο που να τα ενοποιεί. Το γεγονός ότι αμφότερα αφορούν, υπό ευρεία έννοια, παραβατικότητα κατά της περιουσίας δεν αρκεί για να τα μετατρέψει σε μία ενιαία ενέργεια. Συνεκτιμάται περαιτέρω ότι η πλήρης συνδρομή των δύο ποινών θα είχε ως αποτέλεσμα η ποινή των 4 μηνών για την 4η Κατηγορία να μην έχει οποιαδήποτε αυτοτελή πρακτική επίδραση, αφού θα είχε απορροφηθεί εξ ολοκλήρου από την ποινή των 8 μηνών της 2ης Κατηγορίας. Υπό τις περιστάσεις, τούτο δεν θα απέδιδε επαρκώς το γεγονός ότι η απόπειρα κλοπής του οχήματος αποτέλεσε ξεχωριστή εγκληματική επιλογή και έφτασε σε ιδιαίτερα προχωρημένο στάδιο εκτέλεσης. Η αρχή της συνολικότητας λειτουργεί και προς την αντίθετη κατεύθυνση, ώστε η συνδρομή των ποινών να μην οδηγεί σε αποτέλεσμα κατά το οποίο ένα αδίκημα επικαλύπτει άλλο και το τελευταίο παραμένει ουσιαστικά χωρίς ποινική συνέπεια. Εξετάζεται, τέλος, το συνολικό αποτέλεσμα της διαδοχικότητας. Η συνολική περίοδος φυλάκισης που προκύπτει είναι 12 μήνες. Κρινόμενη υπό το φως της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου 1, δεν είναι υπέρμετρη ούτε δυσανάλογη. Αντανακλά δύο αυτοτελή περιστατικά, διατηρώντας παράλληλα την πρόσθετη συνέπεια της δεύτερης πράξης σε περιορισμένη έκταση 4 μηνών. Κατά συνέπεια, η ποινή φυλάκισης των 4 μηνών που επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο 1 στην 4η Κατηγορία να εκτιθεί διαδοχικά προς την ποινή φυλάκισης 8 μηνών που επιβάλλεται στη 2η Κατηγορία. Η συνολική ποινή φυλάκισης του Κατηγορούμενου 1 ανέρχεται, επομένως, σε 12 μήνες.

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τελούν υπό προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης από την 21.4.2026. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τελούν σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από την 21.4.2026. Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, η πιο πάνω περίοδος προφυλάκισης προσμετρά στη συνολική περίοδο φυλάκισης των 16 μηνών, η οποία προκύπτει από τη διαδοχική έκτιση των ποινών που επιβλήθηκαν στη 2η Κατηγορία και στην 4η Κατηγορία.

 

Εξετάζεται η εισήγηση που έγινε, για αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε πλέον διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[7]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[8]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[9].

 

Έχουν επανεξεταστεί όλες οι περιστάσεις που ήδη λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση. Περιλαμβάνονται οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι παραδοχές τους, καθώς και κάθε άλλος παράγοντας που λειτουργεί προς όφελός τους. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ήδη επιδράσει ουσιωδώς στον καθορισμό του ύψους των ποινών και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη και για σκοπούς αναστολής. Δεν είναι, όμως, τέτοιας βαρύτητας ώστε να δικαιολογούν την αναστολή. Εξάλλου αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι βαρύνονται με σχετικά πρόσφατες προηγούμενες καταδίκες, στις οποίες περιλαμβάνονται και αδικήματα κατά της περιουσίας. Στο ζήτημα της αναστολής, η επανάληψη παραβατικής συμπεριφοράς κατά της περιουσίας μετά από σχετικά πρόσφατες καταδίκες αποδυναμώνει ουσιωδώς το επιχείρημα ότι η περίπτωση ενδείκνυται για παροχή της «δεύτερης ευκαιρίας» που εννοιολογικά συνδέεται με την αναστολή. Ταυτόχρονα αναδεικνύει εντονότερη ανάγκη ειδικής αποτροπής. Η θέση είναι ακόμη σαφέστερη για τον Κατηγορούμενο 1. Πέραν της κοινής διάρρηξης και κλοπής, αυτός προέβη σε αυτοτελή απόπειρα κλοπής οχήματος. Η άμεση παραδοχή του στις σχετικές κατηγορίες λαμβάνεται εκ νέου και ουσιαστικά προς όφελός του. Δεν αναιρεί, όμως, ούτε τον βαθμό στον οποίο είχε προχωρήσει η απόπειρα ούτε το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσθετη και αυτοτελή εκδήλωση παραβατικής συμπεριφοράς κατά της περιουσίας. Το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψη ότι η συνήθης αντιμετώπιση των αδικημάτων διάρρηξης και κλοπής, όταν οι περιστάσεις τους έχουν την αναγκαία σοβαρότητα, είναι η άμεση φυλάκιση και ότι η νομολογία τονίζει την ανάγκη ουσιαστικής αποτροπής. Η αναστολή δεν αποκλείεται εκ του είδους του αδικήματος· οποιοσδήποτε τέτοιος απόλυτος κανόνας θα ήταν εσφαλμένος. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, η ανάγκη αποτροπής προκύπτει από τον συγκεκριμένο τρόπο δράσης σε συνδυασμό με την επανάληψη της παραβατικότητας παρά τις σχετικά πρόσφατες καταδίκες. Η αναστολή ολόκληρης της επιβληθείσας ποινής, υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν θα απέδιδε επαρκώς ούτε τον τρόπο τέλεσης των αδικημάτων ούτε, ιδίως, την ανάγκη ειδικής αποτροπής που προκύπτει από τις σχετικά πρόσφατες ομοειδείς προηγούμενες καταδίκες. Υπό το σύνολο, επομένως, των περιστάσεων, δεν κρίνεται δικαιολογημένη η αναστολή της εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης, η οποία να είναι άμεση.

 

Έξοδα: €100 να πληρωθούν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, κατά το ήμισυ, όταν θα αποφυλακιστούν.

 

Διαχείριση τεκμηρίων: Όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο να επιστραφούν στην Αστυνομία, δια της κατηγορούσας Αρχής. Το USB με τα πλάνα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης να κατασχεθεί και να καταστραφεί.

 

(Υπ.) ………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο