ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 20615 / 2023
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
MITKO STOYCHEV
__________________________
Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Μ. Κακόψητου (κα) και Π. Αβρααμίδης για την κατηγορούσα Αρχή
Καμία εμφάνιση, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: απών
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Κατόπιν διαπίστωσης ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, στην ακόλουθη κατηγορία:
1η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος, μεταξύ της 3.3.2023 και της 5.3.2023, στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Μ.Α., με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτήν, δηλαδή έκλεψε από αυτήν τα αντικείμενα που αναφέρονται στον Πίνακα Α, όλα συνολικής αξίας €15.195, περιουσία της παραπονούμενης [διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, άρθρα 292(α) και 255 ΠΚ.]
Για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα επτά έτη.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατήσουν την επιείκεια του Δικαστηρίου, δηλαδή να λειτουργήσουν επιβαρυντικά. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται αναλογεί με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία, λέγοντας αυτό, είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.
Τα γεγονότα είναι όπως έχουν καταγραφεί στην απόφαση του Δικαστηρίου. Μεταξύ της 3.3.2023 και της 5.3.2023, παραβιάστηκε η κατοικία της Μ.Α. στη Λεμεσό. Η είσοδος στο εσωτερικό της οικίας επιτεύχθηκε από τη δυτική αλουμινένια παραθυρόπορτα, η οποία είχε παραβιαστεί στο σημείο ασφάλισής της. Στο εσωτερικό της οικίας επικρατούσε εκτεταμένη ακαταστασία, με αντικείμενα από ερμάρια και συρτάρια να έχουν αφαιρεθεί και σκορπιστεί στους χώρους. Η Α.Π., η οποία είχε την ευθύνη να ελέγχει την οικία κατά την απουσία της ιδιοκτήτριας στο εξωτερικό, μετέβη εκεί περί ώρα 10:00 και διαπίστωσε την παραβίαση. Παρατήρησε, μεταξύ άλλων, ότι το εσωτερικό «shutter» του παραθύρου της κουζίνας βρισκόταν σε διαφορετική θέση από εκείνη στην οποία το είχε δει κατά την προηγούμενη επίσκεψή της, ότι υπήρχαν σημάδια παραβίασης και ότι η συρόμενη πόρτα του υπνοδωματίου ήταν απασφαλισμένη και σπασμένη στο σημείο ασφάλισης. Ακολούθως ενημέρωσε την παραπονούμενη και την Αστυνομία. Η Μ.Α., όταν επέστρεψε στην Κύπρο, διαπίστωσε και η ίδια την κατάσταση της οικίας και προέβη σε καταγραφή των αντικειμένων που έλειπαν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν ασημένια και χάλκινα αντικείμενα, μπρούντζινοι ανθώνες και κηροπήγια, φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής HP, τσάντα, δεύτερο κλειδί οχήματος Mercedes B160, καθώς και νομίσματα και χαρτονομίσματα από διάφορες χώρες. Την 5.3.2023, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στη σκηνή. Ο Αστ.4720 διαπίστωσε ότι η είσοδος ή έξοδος είχε επιτευχθεί από τη δυτική αλουμινένια παραθυρόπορτα, η οποία είχε παραβιαστεί. Ο Αν/Λοχ.316 προέβη σε εξέταση της σκηνής, εντόπισε ίχνη αποτυπωμάτων, τα συνέλεξε, τα συσκεύασε και τα σφράγισε και ακολούθως τα παρέδωσε στον ΜΚ1. Ο ΜΚ1 παρέλαβε τον σφραγισμένο φάκελο με τις αποσπάσεις αποτυπωμάτων και τον διαβίβασε, μέσω του Ε/Αστ.5545, στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Παράλληλα, λήφθηκαν, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης, τα δακτυλικά αποτυπώματα του Κατηγορουμένου και καταρτίστηκε το σχετικό δακτυλοσκοπικό δελτίο. Από την επιστημονική εξέταση των αποτυπωμάτων που συλλέχθηκαν από τη σκηνή διαπιστώθηκε ταύτιση αποτυπώματος με εκείνο του Κατηγορουμένου. Η ταύτιση αυτή καταγράφηκε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΥΠ.ΕΓ.Ε. με αριθμό αναφοράς 2986/2023 και βεβαιώθηκε απόλυτα με τη μεταγενέστερη έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αριθμό αναφοράς 7452/2023. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο προβαίνει σε εύρημα πως, ως γεγονός, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εντός της κατοικίας της Μ.Α. κατά τον χρόνο που συνδέεται με τη διάρρηξη και ότι άφησε στη σκηνή το αποτύπωμά του. Περαιτέρω, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, από την οικία αφαιρέθηκαν τα αντικείμενα που καταγράφηκαν από την παραπονούμενη.
Ως προς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, επιβαρυντική είναι η ίδια η φύση και ο τρόπος της επέμβασης στην κατοικία. Η είσοδος δεν υπήρξε περιστασιακή ή χωρίς πρόκληση ζημιάς, αλλά επιτεύχθηκε με παραβίαση της δυτικής αλουμινένιας παραθυρόπορτας και θραύση του σημείου ασφάλισής της. Ακολούθησε εκτεταμένη έρευνα του εσωτερικού της οικίας, όπως καταδεικνύεται από την ακαταστασία στους χώρους και την αφαίρεση και διασπορά του περιεχομένου ερμαριών και συρταριών. Πρόκειται, συνεπώς, για ουσιώδη επέμβαση στον προστατευόμενο χώρο της κατοικίας και όχι για περιορισμένη ή στιγμιαία παραβίασή του. Επιβαρυντική είναι επίσης η έκταση της περιουσιακής προσβολής. Δεν αφαιρέθηκε ένα μεμονωμένο αντικείμενο, αλλά σημαντικός αριθμός αντικειμένων διαφορετικής φύσης και από διαφορετικούς χώρους της κατοικίας, περιλαμβανομένων ασημένιων, χάλκινων και μπρούντζινων αντικειμένων, φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή, τσάντας, δεύτερου κλειδιού οχήματος, καθώς και χρημάτων. Η έκταση της έρευνας των χώρων και το εύρος της αφαιρεθείσας περιουσίας προσδίδουν αυξημένη βαρύτητα στον τρόπο δράσης και στο περιουσιακό αποτέλεσμα. Από την άλλη, ως στοιχεία που περιορίζουν την αντικειμενική βαρύτητα, δεν προκύπτει χρήση βίας ή απειλής κατά προσώπου, ούτε οποιαδήποτε σωματική βλάβη ή άμεση αντιπαράθεση με ένοικο της κατοικίας. Περαιτέρω, πέραν της παραβίασης του σημείου εισόδου και της αναστάτωσης του εσωτερικού, δεν προκύπτει εκτεταμένη καταστροφή της οικίας ή πρόκληση πρόσθετων υλικών ζημιών. Συνεκτιμώντας αποκλειστικά τον τρόπο τέλεσης και την έκταση της βλάβης, η αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος κρίνεται αυξημένη. Τούτο προκύπτει από την παραβίαση κατοικίας, την εκτεταμένη έρευνα των εσωτερικών της χώρων και το εύρος της περιουσίας που αφαιρέθηκε. Δεν βρίσκεται, ωστόσο, στο ανώτατο φάσμα σοβαρότητας τέτοιων περιπτώσεων, εφόσον απουσιάζουν στοιχεία βίας ή απειλής κατά προσώπων, σωματικής βλάβης ή εκτεταμένης καταστροφής του υποστατικού.
Αναφέρθηκε λευκό ποινικό μητρώο κατά τον ουσιώδη χρόνο, που λαμβάνεται υπόψη, χωρίς ωστόσο η επίδρασή του να είναι δραστική, όταν το στοιχείο αυτό αντιπαραβάλλεται με τη φύση του αδικήματος και την έξαρση στην οποία βρίσκονται αδικήματα αυτής της φύσης, συνακόλουθα με την ανάγκη για αποτροπή.
Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, που μπορούν να καταστούν γνωστές μέσω του κατηγορητηρίου. Είναι ηλικίας περίπου 31 ετών.
Έχοντας σταθμίσει στο σύνολό τους τη σοβαρότητα και τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, την έκταση της περιουσιακής προσβολής, την ανάγκη γενικής και ειδικής αποτροπής, αλλά και όλους τους παράγοντες που λειτουργούν και προς όφελος του Κατηγορούμενου, κρίνεται ότι η ποινή φυλάκισης είναι αναπόφευκτη. Όσα προαναφέρθηκαν επιδρούν στην έκτασή της.
Υπό το σύνολο των περιστάσεων και έχοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και τις ποινές που έχουν επιβληθεί σε συγκρίσιμες αλλά και διαφοροποιούμενες υποθέσεις[7], κρίνεται δικαιολογημένη η επιβολή ποινής φυλάκισης 24 μηνών.
Επιβάλλεται:
Στον Κατηγορούμενο:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 24 μηνών.
Εξετάστηκε αυτοτελώς κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή της ποινής. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου αποτελεί παράγοντα που λειτουργεί υπέρ του. Δεν έχουν, όμως, τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε άλλες προσωπικές περιστάσεις προς συνεκτίμηση, λόγω της ηθελημένης αποχής του από τη διαδικασία. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, και ιδίως ενόψει της αυξημένης αντικειμενικής σοβαρότητας της διάρρηξης κατοικίας, του τρόπου εισόδου, της έκτασης της έρευνας των εσωτερικών χώρων, της σημαντικής περιουσιακής προσβολής και της ανάγκης αποτελεσματικής αποτροπής, η άμεση έκτιση της ποινής κρίνεται αναγκαία και δεν δικαιολογείται η αναστολή της.
Έξοδα: €20 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.
Διαχείριση τεκμηρίων: Αποτυπώματα και δακτυλοσκοπικά δελτία κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.
[7] Κώστα ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 122, Xiaojin κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2006) 2 ΑΑΔ 104, Piliev ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 587, Ilie κ.ά ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 280, Huseyin ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 787, Γενικός Εισαγγελέας ν. Sheh Housein, Π.Ε. 268/2024, 13.11.2025.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο