ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 392 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
__________________________
Ημερομηνία: 2 Οκτωβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης για την κατηγορούσα Αρχή
Ν. Καλλής, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, σε οκτώ κατηγορίες που αντιμετωπίζει, στη βάση του ιδίου πλέγματος γεγονότων. Ότι μεταξύ του έτους 2011 και της 31.12.2016, στον Ασώματο, ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός, ήτοι ο Κοινοτάρχης, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €45.278,46, περιουσία του κοινοτικού συμβουλίου [1η Κατηγορία, κλοπή υπό δημοσίου υπαλλήλου, άρθρα 255, 267 ΠΚ]ˑ ότι καταχράστηκε εξουσία που αναγόταν στα καθήκοντά του και ενήργησε αυθαίρετη πράξη που παραβλάπτει τα δικαιώματα της Δημοκρατίας, δηλαδή έκλεψε το προαναφερόμενο ποσό [2η Κατηγορία, κατάχρηση εξουσίας, άρθρα 105, 35 ΠΚ]ˑ για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με αναφορά στο ίδιο ποσό [3η Κατηγορία, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, άρθρα 4(1)(iii)(2), 5(α) Ν.188(Ι)/2007]ˑ για παράλειψη τήρησης συνεδριάσεων του κοινοτικού συμβουλίου κατόπιν σύγκλισης συνεδριάσεων με τα μέλη του συμβουλίου μία φορά κάθε μήνα για κάθε ξεχωριστό έτος [4η Κατηγορία, παράλειψη τήρησης συνεδριάσεων του κοινοτικού συμβουλίου, άρθρα 2, 41, 116 Ν.86(Ι)/1999, άρθρο 243 ΚΔΠ 294/2002]ˑ για παράλειψη τήρησης επικύρωσης των πρακτικών των συνεδριάσεων και κοινοποίησης στον Έπαρχο [5η Κατηγορία, παράλειψη τήρησης και επικύρωσης πρακτικών, άρθρα 2, 42, 116 Ν.86(Ι)/1999]ˑ για παράλειψη κατάθεσης του ιδίου χρηματικού ποσού σε τράπεζα ή συνεργατικό ίδρυμα ή ταμιευτήριο [6η Κατηγορία, άρθρα 2, 68, 118 Ν.86(Ι)/1999]ˑ για κλοπή ενός μπλοκ διπλότυπων αποδείξεων υδατοπρομήθειας με τα στοιχεία που αναφέρονται, αξίας €5, περιουσίας του κοινοτικού συμβουλίου [7η Κατηγορία, κλοπή, άρθρα 255, 262 ΠΚ]ˑ και για κλοπή, την 21.10.2015, του ποσού των €1.076, εκδίδοντας απόδειξη είσπραξης υδατοπρομήθειας με τα στοιχεία που αναφέρονται, περιουσίας του ιδίου συμβουλίου [8η Κατηγορία, κλοπή, άρθρα 255, 262 ΠΚ]. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες αυτές.
Η κλοπή από δημόσιο λειτουργό συνιστά αδίκημα που, κατά το άρθρο 267 ΠΚ, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη. Με φυλάκιση μέχρι 14 έτη τιμωρείται και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όταν συντρέχει γνώση κατά την περίπτωση (α) του άρθρου 4(1) του Ν.188(Ι)/2007. Για το τελευταίο αδίκημα, προβλέπεται, εναλλακτικά, χρηματική ποινή, μέχρι €500.000 ή η επιβολή και των δύο ποινών σωρευτικά. Τα υπόλοιπα αδικήματα του κατηγορητηρίου επισύρουν ελαφρύτερες ποινές.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατήσουν την επιείκεια του Δικαστηρίου, δηλαδή να λειτουργήσουν επιβαρυντικά. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται αναλογεί με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα έχουν καταγραφεί πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας και, στον βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, συνοψίζονται ως ακολούθως: Κατά τη διαδικασία παράδοσης και παραλαβής της περιουσίας του Κοινοτικού Συμβουλίου, μετά την αλλαγή θητείας, ζητήθηκε έρευνα από τη διάδοχο του Κατηγορούμενου στην προεδρία του Συμβουλίου, στο πλαίσιο της οποίας διαπιστώθηκε ότι το χρηματικό ποσό που παραδόθηκε ως διαθέσιμο σε μετρητά υπολειπόταν σημαντικά εκείνου που, με βάση τη σχετική κατάσταση που είχε υποβληθεί από τον λογιστή του Συμβουλίου προς την Ελεγκτική Υπηρεσία και τις οικονομικές του καταστάσεις, αναμενόταν να υφίσταται. Ο έλεγχος που ακολούθησε κατέδειξε έλλειμμα στο ύψος που προσδιορίζεται στις λεπτομέρειες των σχετικών κατηγοριών. Διαπιστώθηκε, επίσης, η απουσία βιβλιαρίου αποδείξεων που αφορούσε εισπράξεις υδατοπρομήθειας. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε το έλλειμμα, το οποίο προέκυψε από τις επιμέρους λογιστικές πράξεις, και προθυμοποιήθηκε να συνεργαστεί για να το αποπληρώσει, κάτι που δεν κατέστη κατορθωτό μέχρι σήμερα. Σε έρευνα που διεξήχθη στην οικία του Κατηγορούμενου, δεν διαπιστώθηκε οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση. Ακολούθησε περαιτέρω ανακριτικό έργο, στο πλαίσιο του οποίου ο λογιστής του Συμβουλίου είχε αναφέρει πως γνώριζε τη διαφορά, ενημέρωνε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος διαβεβαίωνε πως θα το διευθετούσε. Το ανακριτικό έργο κατέδειξε και τον τρόπο με τον οποίο γίνονταν οι εισπράξεις από τους καταναλωτές, στο γραφείο του Κατηγορούμενου, χωρίς εκείνοι να λαμβάνουν τις σχετικές αποδείξεις. Όταν σε κατοπινό στάδιο κλήθηκαν οι καταναλωτές να καταβάλουν αργοπορημένες οφειλές, είχε διαπιστωθεί το όλο πρόβλημα. Ο Κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση, στην οποία παραδέχτηκε εξ αρχής και ανέλαβε την ευθύνη, αναφέροντας ως αιτία την προσπάθειά του να καλύψει άλλο έλλειμμα του γραφείου του, χωρίς, όμως, κάτι τέτοιο είτε να βεβαιώνεται είτε να δικαιολογεί τον όποιο χειρισμό.
Για τη στάθμιση της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, ιδιαίτερο βάρος έχει, κατ’ αρχάς, η ιδιότητα του Κατηγορουμένου. Το λειτούργημα του Κοινοτάρχη αποτελεί αιρετό δημόσιο αξίωμα, η άσκηση του οποίου θεμελιώνεται στην εμπιστοσύνη της τοπικής κοινωνίας και περιλαμβάνει ευθύνη για τη διαχείριση υποθέσεων και περιουσίας του Κοινοτικού Συμβουλίου. Η διάπραξη περιουσιακού αδικήματος υπό αυτήν την ιδιότητα δεν εξαντλείται, επομένως, στην οικονομική απώλεια που προκαλεί. Εμπεριέχει και παραβίαση της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που απορρέει από την ανάθεση και άσκηση του συγκεκριμένου δημόσιου αξιώματος. Αυτό προσδίδει αυξημένη απαξία στη συμπεριφορά. Η χρονική διάσταση είναι, επίσης, ουσιώδης. Η περίοδος που αποδίδεται στις κατηγορίες εκτείνεται από το 2011 μέχρι το τέλος του 2016 και συμπίπτει, ουσιαστικά, με ολόκληρη τη συγκεκριμένη θητεία του Κατηγορουμένου. Η διάρκεια αυτή αποκλείει την αντιμετώπιση της συμπεριφοράς ως ενός μεμονωμένου, παρορμητικού ή στιγμιαίου περιστατικού. Δεν οδηγεί, όμως, και στο συμπέρασμα ότι υπήρξε οργανωμένο ή προσχεδιασμένο εγκληματικό εγχείρημα. Η χρονική έκταση και ο βαθμός οργάνωσης είναι διαφορετικές παράμετροι. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει χρήση σύνθετων χρηματοοικονομικών μηχανισμών, πολυεπίπεδων συναλλαγών ή εξεζητημένων μεθόδων απόκρυψης και συγκάλυψης παράνομων εσόδων. Το στοιχείο αυτό διαφοροποιεί την υπόθεση από περιπτώσεις οικονομικής εγκληματικότητας στις οποίες η πολυπλοκότητα του μηχανισμού τέλεσης αποτελεί από μόνη της πρόσθετη ένδειξη οργανωμένης και συστηματικής εγκληματικής δράσης[6]. Ομοίως, δεν προκύπτουν στοιχεία που να επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς ως προϊόντος εκ των προτέρων καταρτισμένου, σύνθετου και μεθοδικά εφαρμοζόμενου εγκληματικού σχεδίου. Η απουσία τέτοιων χαρακτηριστικών έχει σημασία κατά τη διαβάθμιση της σοβαρότητας, δεδομένου ότι ο προσχεδιασμός, η μεθοδικότητα και η οργανωμένη εκτέλεση αναγνωρίζονται νομολογιακά ως στοιχεία που δύνανται να επιβαρύνουν την αποτίμηση[7]. Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν απομονώνεται από τη χρονική διάρκεια της συμπεριφοράς. Το γεγονός ότι δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα σύνθετη μεθόδευση δεν μετατρέπει μια συμπεριφορά που εκτείνεται επί σειρά ετών σε περιστασιακή εκτροπή, ούτε εξαλείφει την απαξία που απορρέει από την επανάληψη ή τη χρονική της συνέχεια. Ανάλογη είναι η προσέγγιση και ως προς το οικονομικό αντικείμενο. Το ποσό που αποτελεί αντικείμενο των κατηγοριών και η συνακόλουθη περιουσιακή ζημία είναι ουσιώδη, και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως περιορισμένης σημασίας. Πρόκειται, επιπλέον, για περιουσία Κοινοτικού Συμβουλίου, γεγονός που προσδίδει στη ζημία δημόσια διάσταση. Από την άλλη, το ύψος του ποσού δεν προσεγγίζει εκείνο που απαντά σε ορισμένες από τις βαρύτερες υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος της νομολογίας, όπου η αξία του παράνομου οφέλους ή της ζημίας ανερχόταν σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ή και περισσότερο. Η σύγκριση αυτή δεν γίνεται για να υποβαθμίσει τη συγκεκριμένη ζημία, αλλά για να τοποθετήσει την υπόθεση, κατά τρόπο αναλογικό, μέσα στο ευρύτερο φάσμα σοβαρότητας της ομοειδούς εγκληματικότητας. Οι διατυπώσεις που γίνονται για σκοπούς διαβάθμισης της σοβαρότητας δεν διαβάζονται αποσπασματικά, ως εάν κάθε επιμέρους στοιχείο να οδηγούσε αυτοτελώς είτε σε επιβάρυνση είτε σε ελάφρυνση. Αποτελούν παραμέτρους μιας ενιαίας αξιολόγησης, σκοπός της οποίας είναι να προσδιοριστεί, όσο το δυνατόν ακριβέστερα, η πραγματική θέση της συγκεκριμένης εγκληματικής συμπεριφοράς στην κλίμακα σοβαρότητας.
Λαμβάνεται υπόψη η πάροδος του χρόνου, που υπερβαίνει τη δεκαετία. Η σημαντική χρονική απόσταση μεταξύ της τέλεσης του αδικήματος και της επιβολής της ποινής αναγνωρίζεται νομολογιακά ως στοιχείο που δύναται να λειτουργήσει προς όφελος του Κατηγορουμένου κατά την επιμέτρησή της. Ιδιαίτερη σημασία μπορεί να προσλάβει το στοιχείο αυτό όταν, στο διάστημα που μεσολάβησε, έχουν διαφοροποιηθεί ουσιωδώς οι προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη, ιδίως σε περιπτώσεις όπου, λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του αδικήματος, τίθεται ζήτημα επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Η αρχή αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος του Κατηγορουμένου, όταν η καθυστέρηση στην πρόοδο ή η ολοκλήρωση της διαδικασίας οφείλεται στον ίδιο[8]. Στην παρούσα υπόθεση, η ποινική διαδικασία κινήθηκε με την καταχώριση του κατηγορητηρίου στις 15.1.2020. Παράλληλα, ο τρόπος με τον οποίον είχαν διατυπωθεί οι κατηγορίες, με υπερκαθορισμό των σχετικών ισχυρισμών, δεν φαίνεται να διευκόλυνε τον Κατηγορούμενο να αξιολογήσει εγκαίρως το ενδεχόμενο της παραδοχής. Παράλληλα, έγινε χρήση της επιβάρυνσης που το Δικαστήριο είχε στο πρόγραμμά του. Ανεξαρτήτως τούτου, η σημαντική χρονική απόσταση που έχει μεσολαβήσει έκτοτε δεν μπορεί να παραγνωριστεί κατά την επιμέτρηση της ποινής, αφού επηρεάζει, πλέον, και τη στάθμιση των επιδιωκόμενων σκοπών της.
Λαμβάνεται υπόψη, επίσης, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος διαθέτει λευκό ποινικό μητρώο, έχοντας διάγει έναν πολυετή έντιμο βίο. Η απουσία προηγούμενων καταδικών αποτελεί, κατά τη νομολογία, στοιχείο που προσμετρά υπέρ του, κατά την επιμέτρηση της ποινής, και δικαιολογεί την επίδειξη της ανάλογης επιείκειας από το Δικαστήριο[9].
Λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψη όλες οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, ο οποίος είναι, πλέον, σε προχωρημένη ηλικία, με προβλήματα υγείας. Παρεμβάλλεται, βεβαίως, ότι σε υποθέσεις σοβαρής εγκληματικότητας, οι προσωπικές περιστάσεις λαμβάνονται μεν υπόψη, πλην όμως δεν πρέπει να αποδυναμώνουν σε τέτοιο βαθμό την ποινή, ώστε να αναιρείται η βαρύτητα του αδικήματος και ο επιβαλλόμενος αποτρεπτικός της χαρακτήρας[10].
Αναφέρθηκε, επίσης, ότι εκφράστηκε πρόθεση επιστροφής προς το Συμβούλιο μέρους του επίδικου ποσού, πλην όμως η σχετική πρόταση δεν έγινε αποδεκτή. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη ως ένδειξη πρόθεσης για μερική αποκατάσταση, χωρίς να μπορεί να εξομοιωθεί με πραγματική επανόρθωση της περιουσιακής ζημίας.
Λαμβάνονται υπόψη η απολογία του Κατηγορουμένου και η άμεση παραδοχή του ενώπιον των Αρχών. Η αρχική αυτή στάση, ωστόσο, δεν βρίσκεται σε πλήρη συνέπεια με τη μεταγενέστερη δικονομική του συμπεριφορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παραδοχή ενοχής στο Δικαστήριο δεν έγινε κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας, αλλά σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, πριν μεν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, πλην, όμως, όταν αυτή ήταν πλέον άμεσα επικείμενη και το Δικαστήριο είχε προηγουμένως ενημερώσει ότι δεν θα μπορούσε να δει θετικά, με βάση το πρόγραμμά του, τυχόν επαναπρογραμματισμό της ακρόασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να της αποδοθεί η ίδια ελαφρυντική βαρύτητα που θα είχε μία έγκαιρη και ανεπιφύλακτη παραδοχή από την αρχή. Παρά ταύτα, η παραδοχή εξακολουθεί να λειτουργεί προς όφελος του Κατηγορουμένου, ιδίως στον βαθμό που απέτρεψε τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας και εξοικονόμησε σημαντικό δικαστικό χρόνο, λαμβανομένης υπόψη και της έκτασης της μαρτυρίας που διαφορετικά θα έπρεπε να παρουσιαστεί. Δεν μπορεί, όμως, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, να θεωρηθεί ότι αντανακλά στον ίδιο βαθμό την έγκαιρη ανάληψη ευθύνης και τη μεταμέλεια που κατά κανόνα συνδέονται με μία άμεση παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου.
Όταν η παρανομία συνδέεται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας ή καθήκοντος και αποβλέπει στην εξασφάλιση οικονομικού οφέλους, η βλάβη δεν εξαντλείται στην περιουσιακή της διάσταση. Επεκτείνεται στη δημόσια λειτουργία και, κατ’ επέκταση, στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Η νομολογία έχει κατ’ επανάληψη υπογραμμίσει ότι πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί δημόσια ευθύνη υπέχουν αυξημένο καθήκον εντιμότητας και πιστής άσκησης των καθηκόντων τους, ενώ η παραβίαση της εμπιστοσύνης αυτής δικαιολογεί αποτελεσματική και αποτρεπτική ποινική αντιμετώπιση[11].
Σε αυτό το πλαίσιο, στη Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 14, ο εφεσιβάλλων, δικαστικός επιδότης, καταδικάστηκε για κλοπή συνολικού ποσού Λ.Κ.15.000. Πριν ακόμη του προσαφθεί κατηγορία, είχε επιστρέψει ολόκληρο το ποσό. Κατά την επιμέτρηση, συνεκτιμήθηκαν, μεταξύ άλλων, το λευκό ποινικό του μητρώο, η απώλεια της εργασίας του και των συναφών συνταξιοδοτικών ωφελημάτων, οι επιπτώσεις στην υγεία του, το άμεμπτο μέχρι τότε παρελθόν του και συγκεκριμένα περιστατικά προηγούμενης έντιμης συμπεριφοράς. Μετά από ακρόαση, του επιβλήθηκε φυλάκιση 18 μηνών, η οποία κατ’ έφεση μειώθηκε σε 12 μήνες.
Στην Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 219, ο 31χρονος εφεσιβάλλων, υπάλληλος Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας και πατέρας τριών μικρών παιδιών, είχε οικειοποιηθεί ποσό Λ.Κ.36.000. Η αποκάλυψη του αδικήματος είχε ως συνέπεια την απόλυσή του και τον τερματισμό της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, ενώ το ποσό είχε στο μεταξύ αποκατασταθεί, με μεταβίβαση περιουσίας αντίστοιχης αξίας. Κατόπιν παραδοχής του, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2μισι ετών, την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε σε 18 μήνες, αφού συνεκτίμησε το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων και των λοιπών συνεπειών που είχαν ήδη επέλθει.
Στην Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 519, ο εφεσιβάλλων, ηλικίας 50 ετών και γραμματέας της Σ.Π.Ε. Πολεμίου, κρίθηκε ένοχος για σειρά αδικημάτων που περιλάμβαναν κλοπή ποσού περί τις Λ.Κ.82.000. Η παρανομία εκδηλώθηκε μέσω κατάχρησης της θέσης και της εμπιστοσύνης που αυτή συνεπαγόταν και εντασσόταν σε σχεδιασμένη δραστηριότητα η οποία εκτεινόταν από το 2001 έως το 2003. Υπέρ του, συνεκτιμήθηκαν η παραδοχή, η μετέπειτα συνεργασία του με την Αστυνομία, το λευκό ποινικό μητρώο, η επιστροφή ποσού Λ.Κ.25.000, προβλήματα υγείας και η πάροδος περίπου τριών ετών. Λήφθηκαν, επίσης, υπόψη ακόμη 14 υποθέσεις. Η ποινή φυλάκισης 5 ετών επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 22, 60χρονος κοινοτάρχης χωριού της επαρχίας Πάφου καταδικάστηκε, μετά από ακρόαση, για σειρά αδικημάτων που συνδέονταν, μεταξύ άλλων, με κατάχρηση εξουσίας και παράνομα έσοδα, έχοντας αποκομίσει όφελος της τάξης των Λ.Κ.130.000. Κατά την ποινή, συνεκτιμήθηκαν το λευκό ποινικό μητρώο και η πάροδος σημαντικού χρονικού διαστήματος, ενώ εκδόθηκε και διάταγμα δήμευσης για Λ.Κ.179.498. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης από 15 μήνες μέχρι 3 έτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο τις επικύρωσε και, υπό το πρίσμα της σοβαρότητας της εγκληματικής συμπεριφοράς, τις χαρακτήρισε επιεικείς.
Στη Στυλιανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 646, ο εφεσιβάλλων, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 25 ετών και υπηρετούσε ως γραμματέας της Σ.Π.Ε. Πάνω Πλατρών, καταδικάστηκε, μετά από ακρόαση, για κλοπή ποσού Λ.Κ.56.993 και συναφή αδικήματα. Η εγκληματική συμπεριφορά εκτεινόταν κατά την περίοδο 1.1.2003–3.5.2004. Κατά την επιμέτρηση, λήφθηκαν ουσιαστικά υπόψη οι προσωπικές του περιστάσεις, περιλαμβανομένων των ψυχολογικών προβλημάτων που τεκμηριώνονταν σε σχετική έκθεση, καθώς και η χρονική απόσταση σχεδόν τριών ετών από την εγκληματική συμπεριφορά μέχρι την επιβολή της ποινής. Επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, φυλάκιση 2μισι ετών, με τις ποινές να συντρέχουν, και η έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε.
Στην Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 113, η υπόθεση αφορούσε την υπεξαίρεση συνολικού ποσού Λ.Κ.453.140 από Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία. Ο εφεσιβάλλων είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εγκληματική δραστηριότητα και καρπώθηκε το μεγαλύτερο μέρος του ποσού, περί τις Λ.Κ.402.150, ενώ το υπόλοιπο συνδεόταν με τη συγκατηγορούμενή του. Μετά από ακρόαση, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με βαρύτερη εκείνη των 6 ετών. Η έφεση απορρίφθηκε και οι ποινές παρέμειναν σε ισχύ.
Στην Παναγιώτης Κώστα Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 19, ο 36χρονος εφεσιβάλλων, εργαζόμενος ως λογιστής σε ιδιωτική εταιρεία, εκμεταλλεύτηκε τη θέση του και, σε χρονικό διάστημα περίπου τριών ετών, απέσπασε συνολικά €604.572,14, χωρίς να επιστρέψει οποιοδήποτε μέρος του ποσού. Προέβη από την αρχή σε παραδοχή 90 κατηγοριών. Συνεκτιμήθηκαν το λευκό ποινικό μητρώο και ο πρότερος έντιμος βίος του, οι οικογενειακές του συνθήκες, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας του ανήλικου τέκνου του, καθώς και η δυσχερής οικονομική κατάσταση που τον είχε οδηγήσει σε τοκογλυφικό δανεισμό. Για τα αδικήματα κλοπής επιβλήθηκε φυλάκιση 4 ετών, ενώ για άλλες κατηγορίες επιβλήθηκαν μεγαλύτερες συντρέχουσες ποινές, μέχρι 5μισι έτη. Οι ποινές επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην Αδάμου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 494, ο εφεσιβάλλων, υπάλληλος της Α.Τ.Η.Κ. με καθήκοντα υπευθύνου αποθήκης, καταδικάστηκε για συστηματική αφαίρεση καλωδίων, η οποία καλυπτόταν με εικονικές καταχωρίσεις και ανακριβή στοιχεία στα σχετικά έντυπα. Η συνολική αξία των καλωδίων που αφαιρέθηκαν κατά την περίοδο 15.1.2010–30.11.2010 ανήλθε σε €973.983,40, χωρίς ουσιαστική αποκατάσταση της ζημίας, ενώ από τη δραστηριότητα αυτή ο ίδιος είχε αποκομίσει περί τις €60.000. Είχε προβεί σε άμεση παραδοχή τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου και διέθετε λευκό ποινικό μητρώο. Για τις κατηγορίες κλοπής, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών και για τη νομιμοποίηση εσόδων μικρότερη συντρέχουσα ποινή. Η εξαετής ποινή επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στην Καλλής Θεοκλής ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 633, ο εφεσιβάλλων, γραμματέας της Σ.Π.Ε. Αγίου Αμβροσίου, παραδέχθηκε σε πρώιμο στάδιο της ακρόασης δύο περιπτώσεις κλοπής, συνολικού ύψους €34.038,28. Η συμπεριφορά κρίθηκε δόλια και σχεδιασμένη, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ουσιαστική αποκατάσταση της ζημίας δεν είχε επέλθει. Ως μετριαστικά στοιχεία συνεκτιμήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι πιέσεις που του είχαν ασκηθεί από άλλο πρόσωπο, το λευκό ποινικό μητρώο, η παραδοχή, η καλή συμπεριφορά μετά την τέλεση των αδικημάτων, οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, οι επιπτώσεις στην οικογένειά του, η καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης σε συνδυασμό με τη μεταβολή των προσωπικών του συνθηκών, καθώς και το γεγονός ότι άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν διώχθηκαν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε, επιπρόσθετα, δεχθεί προς όφελός του ότι ήταν άνεργος και συντηρείτο από δημόσιο βοήθημα. Επιβλήθηκαν δύο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 16 μηνών, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.
Στη Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 40/2015, 25.11.2016, ο 58χρονος τότε Γενικός Διευθυντής του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου παραδέχθηκε αδικήματα δεκασμού δημόσιου λειτουργού και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το συνολικό παράνομο όφελος ανερχόταν σε €498.000, προερχόμενο από οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις σε χρονικό ορίζοντα περίπου δέκα ετών. Κατά την επιμέτρηση, συνεκτιμήθηκαν, μεταξύ άλλων, η παραδοχή και συνεργασία του, οι προσωπικές του περιστάσεις, προβλήματα υγείας και οι ιδιαίτερες οικογενειακές του υποχρεώσεις έναντι των δύο ανήλικων τέκνων του, για τα οποία είχε την κύρια φροντίδα. Για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Τέλος, στις Βασιλείου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 12–17/2015, 4.7.2017, οι οποίες αφορούσαν την υπόθεση καταδολίευσης του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων της Α.Τ.Η.Κ., επιβλήθηκαν ιδιαίτερα αυστηρές ποινές για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Τ.Η.Κ., ο οποίος είχε λάβει €300.000, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών, η οποία παρέμεινε αμετάβλητη κατ’ έφεση. Στον τότε Γενικό Γραμματέα συντεχνίας εργαζομένων της Α.Τ.Η.Κ., ο οποίος είχε λάβει €450.000, η πρωτόδικη ποινή των 9 ετών μειώθηκε σε 7. Ως προς άλλο πρόσωπο, που κρίθηκε ένοχος για τη συγκεκριμένη κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων, η ποινή των 6μισι ετών μειώθηκε σε 4μισι έτη, ώστε να αποδοθεί ποινικά η διαφοροποίηση του δικού του ρόλου σε σχέση με εκείνον των λοιπών καταδικασθέντων.
Η πιο πάνω νομολογία, χωρίς ασφαλώς να εξαντλεί την περιπτωσιολογία, αποτυπώνει ένα ενδεικτικό εύρος ποινών. Στο χαμηλότερο άκρο, εντοπίζονται υποθέσεις όπως οι Χαραλάμπους, Πέτρου και Καλλής, όπου οι τελικά επιβληθείσες ποινές κινήθηκαν μεταξύ 12 και 18 μηνών φυλάκισης. Στον αντίποδα, στις Αδάμου, Μαληκκίδη και Βασιλείου κ.ά., οι ποινές ανήλθαν σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα, φτάνοντας, ανάλογα με τον ρόλο, τη διάρκεια της εγκληματικής δραστηριότητας, το ύψος του παράνομου οφέλους και τα λοιπά επιβαρυντικά στοιχεία, μέχρι και τα 8 έτη φυλάκισης. Ενδιάμεσα, τοποθετούνται οι λοιπές αποφάσεις, οι οποίες καταδεικνύουν ότι το ύψος της ποινής δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά από το χρηματικό ποσό ή τον νομικό χαρακτηρισμό του αδικήματος, αλλά από τη συνολική αποτίμηση της βαρύτητας της συμπεριφοράς και των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υπόθεσης.
Έχοντας σταθμίσει τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτές προκύπτουν από τα συγκεκριμένα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, την έκταση της περιουσιακής βλάβης, την παραβίαση της εμπιστοσύνης που ενείχε η ιδιότητα του Κατηγορουμένου και την ανάγκη γενικής αποτροπής, αλλά συγχρόνως το σύνολο των παραγόντων που ενεργούν υπέρ του, κρίνεται ότι η ποινή φυλάκισης είναι η αρμόζουσα κατ’ είδος ποινή για την 1η Κατηγορία. Η περίπτωση, λόγω της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί είτε με πρόστιμο είτε με εναλλακτική ποινή. Η ποινή που επιβάλλεται στην 1η Κατηγορία κρίνεται ότι αποτυπώνει επαρκώς τη συνολική απαξία της συμπεριφοράς για την οποία ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί και εξυπηρετεί, στο αναγκαίο μέτρο, τους σκοπούς της τιμωρίας και της αποτροπής. Η επιβολή πρόσθετης ποινής στις υπόλοιπες κατηγορίες δεν θα προσέθετε, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, ουσιώδες περιεχόμενο, αλλά θα οδηγούσε σε περιττή σώρευση ποινών, για αλληλένδετες όψεις της ίδιας συνολικής συμπεριφοράς.
Ως προς την έκταση της ποινής, η επιμέτρηση καταλήγει και η νομολογία που προαναφέρθηκε παρέχει χρήσιμο μέτρο σύγκρισης, χωρίς βεβαίως να μετατρέπει την επιμέτρηση σε αριθμητική αντιστοίχιση ποσών και ποινών. Η κάθε υπόθεση διατηρεί τα δικά της χαρακτηριστικά και το ζητούμενο είναι η τοποθέτηση της συγκεκριμένης εγκληματικής συμπεριφοράς, ως συνολικής πραγματικότητας, μέσα στο εύρος που αναδεικνύεται ως αναλογικό. Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει στοιχεία που την απομακρύνουν από το χαμηλότερο άκρο του πιο πάνω νομολογιακού εύρους. Η συμπεριφορά συνδέθηκε άμεσα με την άσκηση αιρετού δημόσιου αξιώματος και αφορούσε περιουσία του ίδιου του Κοινοτικού Συμβουλίου, τη διαχείριση και προστασία των συμφερόντων του οποίου ο Κατηγορούμενος είχε αναλάβει. Η παραβίαση της εμπιστοσύνης, που ήταν σύμφυτη με το αξίωμα, προσδίδει αυξημένη απαξία στην πράξη. Περαιτέρω, η χρονική περίοδος που καλύπτεται εκτείνεται ουσιαστικά σε ολόκληρη τη συγκεκριμένη θητεία, ώστε η συμπεριφορά να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα μεμονωμένο ή στιγμιαίο επεισόδιο. Το ποσό των €45.278,46 είναι ουσιώδες, ιδίως στο πλαίσιο ενός Κοινοτικού Συμβουλίου, χωρίς όμως να προσεγγίζει τα οικονομικά μεγέθη των βαρύτερων υποθέσεων που εξετάστηκαν πιο πάνω. Ούτε προκύπτει ο βαθμός σχεδιασμού, η σύνθετη μεθόδευση, η οργανωμένη εκτέλεση ή η εξεζητημένη συγκάλυψη που χαρακτήρισαν ορισμένες από εκείνες τις περιπτώσεις. Οι παράγοντες αυτοί τοποθετούν την υπόθεση χαμηλότερα στην κλίμακα σοβαρότητας από υποθέσεις στις οποίες επιβλήθηκαν πολυετείς ποινές φυλάκισης. Ταυτόχρονα, όμως, δεν συντρέχουν, στον ίδιο βαθμό, όλα τα στοιχεία που οδήγησαν τη νομολογία στις χαμηλότερες ποινές των 12 έως 18 μηνών. Ιδίως, σε ορισμένες από τις υποθέσεις εκείνες, είχε υπάρξει πλήρης αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας ή συνδυασμός ιδιαίτερα ισχυρών μετριαστικών περιστάσεων, ενώ η χρονική έκταση της εγκληματικής συμπεριφοράς ήταν μικρότερη. Η θέση του Κατηγορουμένου ως αιρετού δημόσιου λειτουργού και η διάρκεια της συμπεριφοράς αποτελούν, εν προκειμένω, ουσιώδη διαφοροποιητικά στοιχεία. Από την άλλη, σημαντική βαρύτητα, προς την αντίθετη κατεύθυνση, έχουν το λευκό ποινικό μητρώο, η άμεση παραδοχή στις ανακριτικές Αρχές, η τελική παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και, κυρίως, η εξαιρετικά μεγάλη χρονική απόσταση που χωρίζει, πλέον, τα αδικήματα από την επιβολή της ποινής. Έχοντας σταθμίσει όλα τα προαναφερόμενα, κρίνεται ότι η ποινή φυλάκισης των 2 ετών, στην 1η Κατηγορία, αντανακλά αναλογικά τη συνολική σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς, χωρίς να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. Η ποινή αυτή λαμβάνει υπόψη και τη συνολική εγκληματικότητα που αποτυπώνεται στις συναφείς κατηγορίες. Για τον λόγο αυτόν, και προς αποφυγή δυσανάλογης σωρευτικής ποινικής μεταχείρισης για διαφορετικές νομικές όψεις του ίδιου πλέγματος γεγονότων, δεν κρίνεται αναγκαία η επιβολή πρόσθετης ποινής στις λοιπές κατηγορίες.
Επιβάλλεται:
1η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 2 ετών.
Στις υπόλοιπες κατηγορίες, ενόψει της πιο πάνω συνολικής προσέγγισης και της ποινής που επιβλήθηκε στην 1η Κατηγορία, δεν επιβάλλεται πρόσθετη ποινή.
Εξετάζεται η εισήγηση που έγινε, για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα 3 έτη. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει, πλέον, διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[12]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σε αυτούς[13]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[14].
Η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη γενικής αποτροπής έχουν ήδη αποτυπωθεί στην επιλογή ποινής στερητικής της ελευθερίας και στο ύψος της, που καθορίστηκε στα 2 έτη. Διαφορετικό είναι το ζήτημα του κατά πόσον, υπό τις σημερινές περιστάσεις, οι σκοποί της ποινής απαιτούν και την άμεση έκτισή της. Στη στάθμιση αυτή, ιδιαίτερη σημασία έχουν η πολύ μεγάλη χρονική απόσταση από την τέλεση των αδικημάτων, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και, κυρίως, η απουσία οποιασδήποτε μεταγενέστερης εγκληματικής συμπεριφοράς, κατά το εκτεταμένο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε. Τα δεδομένα αυτά περιορίζουν αισθητά την ανάγκη ειδικής αποτροπής. Συνεκτιμώνται, περαιτέρω, η σημερινή ηλικία και η κατάσταση της υγείας του, καθώς και η παραδοχή και η απολογία του. Υπό τη συνολική θεώρηση, η άμεση έκτιση της ποινής δεν προκύπτει ως αναγκαία για την επίτευξη πρόσθετου ουσιαστικού σωφρονιστικού ή αποτρεπτικού αποτελέσματος. Η ίδια η ποινή φυλάκισης των 2 ετών εξακολουθεί να εκφράζει τη σοβαρότητα της καταδίκης και τη γενική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς. Η αναστολή αφορά αποκλειστικά τον τρόπο της εκτέλεσής της και δεν μεταβάλλει ούτε το είδος ούτε το ύψος της ποινής που κρίθηκε προσήκον. Κρίνεται ότι οι σκοποί της ποινής μπορούν να υπηρετηθούν επαρκώς και χωρίς την άμεση στέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου και τον εγκλεισμό του σε σωφρονιστικό ίδρυμα, προς αποκοπή του από το κοινωνικό σύνολο. Η αναστολή διατηρεί ακέραιη την αποτρεπτική λειτουργία της καταδίκης, θέτοντας συγχρόνως την εκτέλεση της ποινής υπό την προϋπόθεση της μελλοντικής σύννομης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Για τους λόγους αυτούς, διατάσσεται όπως η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης των 2 ετών ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα.
[εξηγείται η αναστολή]
Έξοδα: €60 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.
Διαχείριση τεκμηρίων: Τα τεκμήρια να επιστραφούν στο Κοινοτικό Συμβούλιο Ασωμάτου μέσω της Μ1 επί του κατηγορητηρίου.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 19.
[7] Χριστοφής ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 71· Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά. (2000) 2 ΑΑΔ 304.
[8] Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου (2004) 2 ΑΑΔ 223, Τσιόλης v. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 154 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 617. Βλ. και Αβραάμ v. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365.
[9] Γεωργίου v. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, ΠΕ121/2017, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311.
[10] Xiaojin και άλλος ν. Δημοκρατίας (2006) 2 ΑΑΔ 104· Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας· Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 57· Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζαννέτου (2001) 2 ΑΑΔ 438· Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575· Χρυσοστόμου «Κανάρη» ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 18· Σωκράτους ν. Δημοκρατίας (1994) 2 ΑΑΔ 132· Μ.Θ. ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 174.
[11] Ενδεικτικά μόνον Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 14· Polydorou v. The Police (1984) 2 CLR 48· Georghiou v. The Republic (1984) 2 CLR 65.
[12] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[13] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο