ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Ι., Αρ. Υπόθεσης: 10013/2024, 29/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Ι., Αρ. Υπόθεσης: 10013/2024, 29/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 10013/2024

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

Α.Ι.

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σπηλιωτόπουλος

Ο κατηγορούμενος είναι παρών.

 

Π Ο Ι Ν Η

[I] Εισαγωγή

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του στις κατηγορίες της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (1η κατηγορία), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (2η κατηγορία), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (3η κατηγορία), της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (4η κατηγορία) και του καπνίσματος φυτού καννάβεως (5η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών της οικείας νομοθεσίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου αναφορικά με τις πιο πάνω κατηγορίες, ο κατηγορούμενος, την 30η Μάϊου 2023 στη Λεμεσό είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλ. 12,5 γραμμάρια κοκαΐνης και μία ζυγαριά ακριβείας με ίχνη κοκαΐνης χωρίς άδεια, ελεγχόμενο φάρμακο το οποίο είχε στην κατοχή του με σκοπό να προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα.

 

Αποδίδεται περαιτέρω στον κατηγορούμενο, ότι την 28η Μάϊου 2023 στη Λεμεσό είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλ. άγνωστη ποσότητα φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς άδεια του Υπουργού και ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Τέλος, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι την 29η Μάϊου στη Λεμεσό, παράνομα χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, δηλ. κοκαΐνη.

 

[II] Γεγονότα

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε και το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου ως Έγγραφο Α.

 

Σύμφωνα με το κείμενο γεγονότων, ο κατηγορούμενος υπέδειξε σε μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, τα οποία διενεργούσαν έρευνα, δύο τεμάχια νάιλον σακουλάκια εντός των οποίων υπήρχε ποσότητα άσπρης σκόνης κοκαΐνης, τα οποία βρίσκονταν σε ράφι δίπλα από το κρεβάτι του υπνοδωματίου του, λέγοντάς τους ότι ήταν δικά του και ότι είναι χρήστης. Στο ίδιο ράφι, εντοπίστηκε και μία ζυγαριά ακριβείας πάνω στην οποία υπήρχαν ίχνη άσπρης ουσίας, με τον κατηγορούμενο να αναφέρει ότι είναι δική του. Σύμφωνα με επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν, η άσπρη σκόνη είναι κοκαΐνη συνολικού βάρους 12,5 γραμμαρίων, ενώ τα ίχνη άσπρης σκόνης είναι ίχνη κοκαΐνης.

 

[III] Υπόθεση που θα ληφθεί υπόψη στην παρούσα για σκοπούς επιβολής ποινής

 

Με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα της Υπεράσπισης, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθεί υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο και η υπόθεση υπ’ αρ. 23032/2022 που εκκρεμεί εναντίον του.

Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (1η κατηγορία), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (2η κατηγορία), της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (3η κατηγορία) και του καπνίσματος φυτού καννάβεως, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (4η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών της οικείας νομοθεσίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες, ο κατηγορούμενος, την 26η Οκτωβρίου 2021 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλ. 4,85 γραμμάρια κοκαΐνης, καθώς επίσης και ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλ.4,44 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια. Επιπρόσθετα, την 25η Οκτωβρίου 2026 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος παράνομα χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλ. κοκαΐνη και κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε και το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου ως Έγγραφο Β.

 

Σύμφωνα με το κείμενο γεγονότων, την 26.10.2021, το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ανακόπηκε για έλεγχο από Αστυφύλακα και ενόψει της έγερσης υπονοιών, διενεργήθηκε έρευνα σε αυτό, η οποία οδήγησε στον εντοπισμό ενός νάιλον σακουλιού εντός του οποίου υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη και δύο νάιλον σακούλια εντός των οποίων υπήρχε άσπρη σκόνη ομοιάζουσα με κοκαΐνη. Καθ’ υπόδειξή τους στον κατηγορούμενο, αυτός απάντησε ότι επρόκειτο για χόρτο και κοκαΐνη τα οποία είχε για δική του χρήση. Κατόπιν διενέργειας επιστημονικών εξετάσεων σε σχέση με το περιεχόμενο των εν λόγω σακουλιών, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για κάνναβη βάρους 4,44 γραμμαρίων και κοκαϊνη βάρους 3,91 γραμμαρίων και 0,94 γραμμαρίου αντίστοιχα. Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Α και Β.

 

[IV] Ποινικό Μητρώο Κατηγορουμένου

 

Ως αναφέρθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου αναφορικά και με τις δύο αναφερόμενες υποθέσεις.

 

[V] Μετριασμός Ποινής

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ο  ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του τον χρονο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων, εντός του οποίου ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε οποιαδήποτε άλλα αδικήματα, το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, την παραδοχή και συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, εισηγούμενος, όπως τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας, ανασταλεί.

 

[VI] Έκθεση Γραφείου Ευημερίας

 

Ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, έχει τεθεί ενώπιόν μου Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας λαμβάνω υπόψη μου. Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι 24 ετών, γεννήθηκε στη Ρωσία και οι γονείς του είναι διαζευγμένοι από τότε που αυτός ήταν δύο ετών, όταν η μητέρα του μετακόμισε στην Κύπρο. Εργάζεται ως κατ’ οίκον διανομέας φαγητού, είναι άγαμος και διαμένει μόνος του σε ενοικιαζόμενη κατοικία, ενώ έχει δύο ανήλικα αδέρφια από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του. Ο βιολογικός του πατέρας διαμένει στη Ρωσία και διατηρεί επικοινωνία μαζί του, ενώ δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία.

 

Σε ηλικία τεσσάρων ετών αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας και επέστρεψε στη Ρωσία για ιατρικούς λόγους και χρειάστηκε να υποβληθεί σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις. Παρέμεινε εκεί μέχρι την ηλικία των 10 ετών και υποβλήθηκε σε δέκα επεμβάσεις, ενώ στη συνέχεια επέστρεψε στην Κύπρο, όπου υποβλήθηκε σε άλλες τέσσερις επεμβάσεις.

 

Ολοκλήρωσε την Στ’ Τάξη του Δημοτικού στην Κύπρο και στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο. Ακολούθως αποφοίτησε από το Τμήμα Μηχανικών Αυτοκινήτων της Α’ Τεχνικής Σχολής Λεμεσού. Διατηρεί αρμονικές σχέσεις με την οικογένεια του, ενώ λόγω του προβλήματος υγείας του, απαλλάχθηκε από την Εθνική Φρουρά. Από την ηλικία των 16 ετών άρχισε να κάνει περιστασιακά χρήση κάνναβης και πριν από δύο χρόνια εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο δεν ολοκλήρωσε.

 

[VII] Νομική Πτυχή

 

Η επιβολή ποινής αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, βάσει των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης. Στόχος του Δικαστηρίου, είναι η δίκαιη επιβολή ποινής, στη βάση τόσο της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος, όσο και της αναγκαιότητας εξατομίκευσης της ποινής, δηλαδή η επιβολή τέτοιας ποινής η οποία να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[1]

 

Η εξατομίκευση της ποινής, δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα.[2] Παράλληλα, η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[3]

Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών στις οποίες ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[4] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[5]

 

Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, η σχετική νομοθεσία προβλέπει ποινή φυλάκισης δώδεκα ετών, για τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 4 και 5, προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου, ενώ για το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τα οκτώ 8 έτη.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, συμφώνως των προνοιών του εδαφίου (2) του άρθρου 30 του Ν.29/77, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορουμένου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική του σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[6]

 

Ως έχει επίσης νομολογηθεί, το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής αντανακλά την αγωνία της κοινωνίας για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, τα οποία αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και επηρεάζουν όχι μόνο το πρόσωπο που τα διαπράττει, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.[7]

 

 

 

Διαφωτιστικό, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100, 109:

 

«Τα ναρκωτικά αποτελούν τη μάστιγα μιας σύγχρονης κοινωνίας, ιδιαιτέρως σε μια χώρα όπως την Κύπρο η οποία έχει ιδιαίτερα προβλήματα τα οποία ανάγονται στην κατοχή μέρους της χώρας μας από τα τουρκικά στρατεύματα και της αναγκαιότητας στήριξης της νεολαίας.  Τα ναρκωτικά, ως επί το πλείστον, έχουν στόχο νεαρά πρόσωπα. Η αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της μορφής, αντανακλάται από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, που για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης 8 χρονών, και για το αδίκημα της κατοχής ιδίας φύσεως, με σκοπό την προμήθεια προς τρίτα πρόσωπα, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση δια βίου. Αυτό καταδεικνύει την αγωνία της κοινωνίας και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου για αδικήματα αυτής της μορφής.  Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας αυτής των ναρκωτικών.  Βλ. Hadavand v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359.»

 

Σε σχέση με τους παράγοντες που το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, σχετικό είναι το αρ. 30(4) του Ν. 29/1977. Παράγοντες οι οποίοι καθιστούν, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το αδίκημα λιγότερο σοβαρό, είναι οι εξής:

 

(i) Η ηλικία του κατηγορουμένου˙

 

(ii) το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σ’ αυτόν˙

 

(iii) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών˙

 

(iv) το βαθμό της εξάρτησης του κατηγορουμένου από ναρκωτικά˙

 

(v) την αποδεδειγμένη μεταμέλεια του κατηγορουμένου η οποία μεταξύ άλλων μαρτυρείται από τη συνεργασία του με τις αρχές για τη δίωξη των προμηθευτών και την προθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση˙

 

(vi) το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του˙

 

(vii) το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που αναφέρονται στο (α)(i)-(vi) πιο πάνω.

 

Παράγοντες οι οποίοι καθιστούν το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό, είναι οι ακόλουθοι:

 

(i) Την ανάμειξη στη διάπραξη του αδικήματος οργανωμένης ομάδας εγκληματιών στην οποία ο κατηγορούμενος ανήκει˙

 

(ii) την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες˙

 

(iii) την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε άλλες παράνομες δραστηριότητες οι οποίες διευκολύνονται με τη διάπραξη του αδικήματος˙

 

(iv) τη χρήση βίας, πυροβόλων όπλων ή επιθετικών όπλων ή αντικειμένων κατά τη διάπραξη του αδικήματος˙

 

(v) το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέχει δημόσιο αξίωμα ή θέση και το αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σχετίζεται με το εν λόγω αξίωμα ή θέση˙

 

(vi) τη θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή διανοητικώς ή λόγω ψυχικής νόσου πασχόντων˙

 

(vii) το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις φυλακές ή σε κρατητήριο της Αστυνομίας ή στέγη ή ίδρυμα υπό τον έλεγχο, επίβλεψη ή φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή πλησίον τέτοιων στεγών ή ιδρυμάτων ή σε άλλους χώρους όπου συχνάζουν μαθητές ή φοιτητές για εκπαιδευτικές, αθλητικές, κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες˙

 

(viii) το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε σε χώρο εντός εκπαιδευτικού ιδρύματος ή σε χώρους εκδηλώσεων για ανηλίκους, συμπεριλαμβανομένων παιδότοπων και άλλων οργανωμένων χώρων συνάθροισης παιδιών ή σε αθλητικούς χώρους ή σε απόσταση που δεν υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) μέτρα από την είσοδο ή την έξοδο ή την περίφραξή τους.

 

Αναφορικά με τον παράγοντα της ηλικίας που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός, σχετικό είναι το αρ. 30(2) του Ν.29/1977, σύμφωνα με το οποίο σε άτομα 25 και κάτω, που δεν έχουν προηγούμενη καταδίκη δυνάμει του εν λόγω νομοθετήματος, για την χρήση, κατοχή ή μεταφορά ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προσωπική χρήση προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι δύο έτη.

 

Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 24 ετών. Ωστόσο, το εν λόγω ευεργέτημα της νομοθεσίας δεν αφορά στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Είναι συνεπώς πρόδηλη η πρόθεση του νομοθέτη όπως σε περιπτώσεις εμπορίας, το νεαρό της ηλικίας να μην αποτελεί τέτοιο μετριαστικό παράγοντα, ώστε η ποινή να μην αντανακλά τη σοβαρότητα του αδικήματος και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να τη διέπει.

 

Σχετικά παραπέμπω στην Ποινική Έφεση με αρ. 22/2015, Leandro Soares De Almeida ν. Δημοκρατίας ημερ. 7.7.2017, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβολή 10ετούς ποινής φυλάκισης σε 23χρονο κατηγορούμενο με σύζυγο και μικρό παιδί, ο οποίος είχε παραδεχθεί ότι ενήργησε ως εισαγωγέας 2.831,9 γραμμαρίων κοκαΐνης από τη Βραζιλία προς την Κύπρο και ως διακινητής του εν λόγω ναρκωτικού φαρμάκου στην Κύπρο. Συνεπώς, οι προσωπικές περιστάσεις, σε υποθέσεις ναρκωτικών, δεν υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για επιβολή ποινής αποτρεπτικής, χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει ότι δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Όπως άλλωστε λέχθηκε στην Νικόλαος Γιαννακάκη ν. Αστυνομίας:[8]

 

«Η εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών και η νομολογία που θέλει τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου να έχουν πολύ περιορισμένο ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής σε  υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών, δεν είναι άκαμπτη».

 

Επιπρόσθετα, η νομολογία διακρίνει τις περιπτώσεις που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών φαρμάκων από τις περιπτώσεις που αφορούν σε κατοχή και χρήση και επιβάλλει την επιβολή ιδιαίτερα αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στις περιπτώσεις εμπορίας ναρκωτικών φαρμάκων.[9] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Afroughi v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 174:

 

«Και για τους χρήστες ναρκωτικών, οι οποίοι δηλητηριάζουν την ύπαρξή τους και διανοίγουν το δρόμο για τους εμπόρους ναρκωτικών, αρμόζουν αποτρεπτικές ποινές, όχι, όμως της ίδιας έντασης με αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους, εκείνους που καθιστούν επάγγελμά τους τη διασπορά του θανάτου. Για τους εμπόρους, είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα μετριασμού. Για τους χρήστες υπάρχει κάποιο περιθώριο, που, ομολογουμένως, με το χρόνο στενεύει· το περιθώριο εκείνο που σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου».

 

Στην Moustafa κ.α. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 801, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής ρητίνης κάνναβης βάρους 947 γρ. με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτα πρόσωπα. Επρόκειτο για νεαρά πρόσωπα, με λευκό ποινικό μητρώο.

 

Στην Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 171/2020, 8/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:B287, επικυρώθηκαν από το Εφετείο οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, κατόπιν παραδοχής, με μεγαλύτερη αυτήν των 8 ετών, για αδικήματα που αφορούσαν στην κατοχή κάνναβης 996,8 γραμμαρίων με σκοπό την προμήθεια, την προμήθεια από άλλο πρόσωπο, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την αντίσταση κατά οργάνου τήρησης της τάξης, Σημειώνεται, ότι ο Εφεσείων βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες.

 

Στην χχχχ Ελενοδώρου Κυριάκου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. ΑΡ. 68/2020 ημερ. 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B180 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 810,44 γραμμαρίων κάνναβης και 6 ετών για 100,35 γραμμάρια κοκαΐνης.  Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες για ιδίας φύσεως αδικήματα.

 

Στην Μαυρόλουκα κ.α. ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ. 74/2021 κ.α. ημερ. 31.10.2023, επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλάκισης 15 ετών στις κατηγορίες της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 286,2 γραμμαρίων κοκαΐνης και 10 κιλών και 938,1 γραμμαρίων κάνναβης, με το Εφετείο να επισημαίνει ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου σε υποθέσεις ναρκωτικών, ιδιαίτερα όπου υπάρχει το στοιχείο της εμπορίας, είναι ήσσονος σημασίας, ένεκα της ανάγκης επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Ως επίσης λέχθηκε από το Εφετείο, μεταξύ άλλων: «η σημασία της εξατομίκευσης της ποινής εξασθενεί μπροστά στην ανάγκη  προστασίας του κοινωνικού συνόλου».

 

Στην Αντρέου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 204/21, ημερ. 21.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B490,  επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών κατόπιν παραδοχής για κατοχή με σκοπό την προμήθεια κοκαϊνης συνολικού βάρους 854,26 γραμμαρίων, με το Εφετείο να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην τρομακτική έξαρση που παρουσιάζουν στη χώρα μας τα εγκλήματα που αφορούν σε ναρκωτικά, τα οποία επιφέρουν την εξαθλίωση και τον θάνατο των συνανθρώπων μας. Ενόψει δε του ότι η επιβολή ήδη αυστηρών ποινών από τα Δικαστήριο δεν φαίνεται να αποτρέπει τη διάπραξη εγκλημάτων που αφορούν σε ναρκωτικές ουσίες, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών.

 

Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 231, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης εννέα ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 389,36 γραμμαρίων κοκαΐνης, σε πατέρα δυο παιδιών με λευκό ποινικό μητρώο, ο οποίος δεν αποκόμισε κανένα οικονομικό όφελος, τονίζοντας ότι η κοκαΐνη αποτελεί σκληρό ναρκωτικό (βλ. Saremi v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 251).

 

Παραπέμπω επίσης στην Χρήστος Γρηγορίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 281/2022, ECLI:CY:AD:2023:B111 ημερ. 27.3.2023, όπου, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, το Εφετείο επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης 10 μηνών στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 33,69 γρ. ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ως επισήμανε το Εφετείο, μεταξύ άλλων, στην εν λόγω υπόθεση:

 

«…παραμένει η αρχή ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν σε ναρκωτικά δεν πρέπει να υποβαθμίζεται όταν η ποσότητα των ναρκωτικών δεν είναι μεγάλη, όπως εν προκειμένω. Ιδιαίτερα, όταν από τα γεγονότα προκύπτει το στοιχείο της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα…».  

 

Τέλος, στην Craig Michael Barnett ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 108/2025 ημερ. 9.7.2026, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή 36 μηνών άμεσης φυλάκισης, επικυρώθηκε. Επρόκειτο για τα αδικήματα της καλλιέργειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, συνολικού βάρους 269 γραμμαρίων. Ο εφεσείων ήταν 69 ετών, λευκού ποινικού μητρώου και προέβη σε άμεση παραδοχή. Ως τονίστηκε από το Εφετείο, σε σοβαρά αδικήματα, η επιβολή αποτρεπτικών ποινών αποτελεί σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη, οι δε προσωπικοί ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, ωστόσο είναι μειωμένης σημασίας και έρχονται σε δεύτερη μοίρα.[10]

 

Πέραν των ανωτέρω, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[11]

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[12]

 

Επισημαίνεται, ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιόν του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.[13]

 

Επανερχόμενη στην παρούσα, σημειώνω εν πρώτοις, ότι τα γεγονότα, ως εκτέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αποκαλύπτουν ότι συντρέχει οποιοσδήποτε από τους επιβαρυντικούς παράγοντες του αρ. 30(4) του Ν. 29/1977. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος δεν περιγράφηκε ως μέλος οργανωμένης ομάδας εμπορίας ναρκωτικών ή διεθνούς οργάνωσης, ή αναμεμειγμένος με άλλες παράνομες δραστηριότητες, ούτε με τη χρήση βίας ή με κατοχή όπλων ή επιθετικών οργάνων, ούτε να διαπράττει τα αδικήματα κατά τον τρόπο που περιγράφονται στην εν λόγω νομοθετική διάταξη.

 

Ως καθιστώντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό, κατά τα διαλαμβανόμενα του αρ. 30(4) του Ν. 29/1977, λαμβάνω υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου, τη σχετικά μικρή ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν προκύπτει, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, να συντρέχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που αναφέρονται στο αρ. 30(4)(α)(i)-(vi) του Ν. 29/77.

 

Προς όφελος του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό του μητρώο, το οποίο επιτρέπει στο Δικαστήριο να τον μεταχειριστεί με την επιείκεια που αρμόζει σε πρόσωπο το οποίο είναι για πρώτη φορά παραβάτης,[14] το νεαρό της ηλικίας του, καθώς επίσης και τις προσωπικές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ιδιαίτερα δε τα προβλήματα υγείας που έχει αντιμετωπίσει από πολύ μικρή ηλικία, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω την αρχή ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών σε τέτοιας φύσεως αδικήματα.[15]

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, τα οποία σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, διαπράχθηκαν μεταξύ 28.5.2023 - 30.5.2023, η δε ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε την 12.7.2024. Το Δικαστήριο, καλείται να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή περίπου τρία και πλέον χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, διάστημα εντός του οποίου, σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα.

Ως έχει νομολογηθεί, η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης ενός αδικήματος, εκτός από τις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη.[16] Παράλληλα, η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής.[17]

 

Όπως επίσης προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές, παράγοντα τον οποίο επίσης λαμβάνω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα του επιβληθεί.[18]

 

Σε ότι αφορά στην παραδοχή του κατηγορουμένου, η οποία σημειώθηκε την 11.6.2025 κατόπιν αλλαγής απάντησης, δεν παραγνωρίζω ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών, αυτή δεν πρέπει να υπερτιμάται.[19] Εντούτοις, εμπεριέχει το στοιχείο της μεταμέλειας και σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, πρέπει να αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, διότι προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης.[20]

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω ότι αυτοί μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Συνεπώς, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

-           Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

 

-           Για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

 

Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Καμία ποινή στις κατηγορίες 1, 4 και 5, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και του ότι επρόκειτο για μία ενιαία εγκληματική συμπεριφορά.

 

Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.

 

Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[21] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[22]

 

Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[23]

 

Ως έχει νομολογηθεί, ανάμεσα στα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, περιλαμβάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή, καθώς επίσης και η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.[24]

 

Επανερχόμενη στην παρούσα, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, δεν δύναμαι να καταλήξω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί.

 

Επισημαίνεται, ότι όλα τα πιο πάνω δεδομένα και οι ελαφρυντικοί παράγοντες έχουν ληφθεί υπόψη στον καθορισμό του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, περιλαμβανομένου του νεαρού της ηλικίας του, των προσωπικών του περιστάσεων, της παραδοχής, του λευκού ποινικού του μητρώου και του διαρρεύσαντος χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων.

 

Όλοι αυτοί οι παράγοντες ωστόσο, δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα του αδικήματος της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, έστω και αν δεν επρόκειτο για ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα.

 

Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών καθιστά τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων περιθωριακής σημασίας παράγοντα, ιδιαίτερα εκεί όπου υπάρχει το στοιχείο της εμπορίας, χάριν προστασίας του κοινωνικού συνόλου.[25]

 

Σχετικά παραπέμπω στην Π.Ε. με Αρ. 11/2016 Παρασκευά Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας ημερ. 17.10.2016, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αναστείλει την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αναφέροντας τα ακόλουθα:

 

«Κρίνουμε από το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων της υπόθεσης συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών συνθηκών του Εφεσείοντα ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής.  Το αδίκημα που διέπραξε ο Εφεσείων είναι πολύ σοβαρό και καθημερινά παρατηρείται η διάπραξη του με τους κινδύνους που το περιβάλλουν και εγκυμονούν, να είναι ορατοί για την κοινωνία.  Διαφορετική μεταχείριση του Εφεσείοντα θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σ΄ άλλους επίδοξους παραβάτες και θα υπονόμευε τον  αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβληθείσας ποινής.  Τα ναρκωτικά είναι μια μάστιγα για την κοινωνία μας και τα Δικαστήρια οφείλουν, στις κατάλληλες περιπτώσεις, να την καταπολεμήσουν με το μόνο όπλο που διαθέτουν, τις αποτρεπτικές ποινές».

 

Ως εκ των άνω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Ωστόσο διατάζεται, δυνάμει του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα, δηλαδή από 21.9.2026.

 

Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

Για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα λήφθηκε υπόψη η υπόθεση υπ’ αρ. 23032/2022.

 

 

(Υπ.)……………………

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[2] Βλ. μεταξύ άλλων, Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[3] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[4] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[5] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

[7] Σίμκαση ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 22 

[8] Νικόλαος Γιαννακάκη ν. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 177/2015 ημερ. 21.4.2016.

 

[9] Π.Ε. Αρ. 6/2014 ημερ. 21.11.2014 Ελ Χαπιρ Ναζίρ ν. Αστυνομίας και Νικόλαος Γιαννακάκη ν. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 177/2015 ημερ. 21.4.2016.

 

[10] Μάριος Παρπαρίνος ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 255/233 ημερ. 19.2.2025.

 

[11] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

 

[12] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[13] Παντελής Κυριάκου Ιωάννου ν. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 598.

 

[14] Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 14 .

 

[15] Κώστας Προεστού ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ. 17/2016 ημερ. 22.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:D183.

 

[16] Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου, (1991) 2 Α.Α.Δ. 5 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβραμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355.

 

[17] Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 623 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252.

 

[18] Κιλινκαρίδης ν Δημοκρατίας (2015) 2 ΑΑΔ 277.

 

[19] Firat ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 402.

 

[20] Βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, όπου κρίθηκε ότι η άμεση παραδοχή και η προσπάθεια συμμόρφωσης εμπεριέχει το στοιχείο της έμπρακτης μεταμέλειας και είναι κατάλληλο να αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, εφόσον διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και εξυπηρετεί το έργο της απονομής δικαιοσύνης.

 

[21] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.

 

[22] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[23] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 

[24] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.

 

[25] Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 400, Ρεσλάν ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 127.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο