ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M.Ν., Αρ. Υπόθεσης: 4585/2024, 30/7/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M.Ν., Αρ. Υπόθεσης: 4585/2024, 30/7/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ.

Κ. Ηλία, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 4585/2024

Μεταξύ:

 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

v.

M.Ν.

Κατηγορούμενου

 

Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Τιμοθέου

Για τον Κατηγορούμενο : κ. Δ. Λοχίας

Κατηγορούμενος παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

(H διαδικασία  στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων.)

 

Με βάση το κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες βιασμού (κατηγορίες υπ’ αρ. 1-5), δυο κατηγορίες εξαναγκασμού σε διάπραξη συνουσίας ή άλλων πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα (κατηγορίες υπ’ αρ. 6-7) και μια κατηγορία άσκησης ψυχολογικής βίας (κατηγορία υπ’ αρ. 8).

Οι κατηγορίες υπ’ αρ. 1-5 στηρίζονται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και στα άρθρα 2, 3, 5(α) (Πίνακας – αδίκημα 14) και 11 του περί Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου Ν.115(Ι)/2021. Οι κατηγορίες υπ’ αρ. 6 και 7 στηρίζονται στο άρθρο 146Ε του Κεφ. 154 και στα άρθρα 2, 3, 5(α) (Πίνακας – αδίκημα 19) και 11 του Ν. 115(Ι)/2021, η δε  κατηγορία υπ’ αρ. 8, στα άρθρα 3, 6, 11 του ίδιου Νόμου.

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών υπ’ αρ. 1-5, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις ήλθε σε παράνομη συνουσία με την Ε.Κ. (στο εξής η «Παραπονούμενη») χωρίς την συναίνεση της στη Λεμεσό. Πιο συγκεκριμένα, του αποδίδεται ότι στις 28/3/2024 και σε δυο περιπτώσεις μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 27/3/2024 ήλθε σε παράνομη συνουσία δια στοματικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της (κατηγορίες υπ’ αρ. 1-3), και σε δυο περιπτώσεις κατά το ίδιο διάστημα, ήλθε σε παράνομη συνουσία δια πρωκτικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της (κατηγορίες υπ’ αρ. 4 και 5). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών υπ’ αρ. 6 και 7, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι σε δυο περιπτώσεις μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 28/3/2024 προέβη σε εξαναγκασμό με τη χρήση βίας, απειλής ή φόβου σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα στην Παραπονούμενη, δηλαδή κατέβασε το παντελόνι του και έτριψε το γεννητικό του όργανο στο γεννητικό όργανο και στο στήθος της. Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας υπ’ αρ. 8, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 28/3/2024 στη Λεμεσό, με την συμπεριφορά του, η οποία εκφράστηκε με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της Παραπονούμενης και της προκάλεσε πραγματικό φόβο. 

Σημειώνεται πως κατά τον επίδικο χρόνο, η Παραπονούμενη ήταν ηλικίας 48 ετών. Πρόκειται για άτομο με νοητική στέρηση. Σύμφωνα με την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, τα επίδικα περιστατικά έλαβαν χώρα σε Κέντρο στο οποίο φοιτούν ενήλικα άτομα με ειδικές ανάγκες (στο εξής το «Κέντρο»), μεταξύ των οποίων και η Παραπονούμενη. Εκεί εργοδοτείτο ο Κατηγορούμενος ως ειδικός δάσκαλος και υπεύθυνος ομάδας.

Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία.

Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 14 μάρτυρες κατηγορίας.

Αφού κλήθηκε σε απολογία, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης.  

 

Προσκομισθείσα Μαρτυρία

 

Παραθέτουμε κατωτέρω σύνοψη της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας.

Ο Μ.Κ.1 υπηρετεί στο κλιμάκιο διερεύνησης υποθέσεων Βίας στην Οικογένεια. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή του κατάθεση (βλ. Έγγραφο Α). Όπως εξήγησε, έτυχε ειδικής εκπαίδευσης στην τεχνική συνέντευξης ευάλωτων μαρτύρων. Αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, η οποία αφορούσε στο χειρισμό της συσκευής οπτικογράφησης που βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο απ’ όπου λήφθηκε η κατάθεση της Παραπονούμενης και τις ενέργειες του μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, οι οποίες περιλάμβαναν τον χειρισμό των ψηφιακών δίσκων στους οποίους καταγράφηκε η κατάθεση. Έλαβε, επίσης, παρειακά επιχρίσματα από την Παραπονούμενη.

Αφού λήφθηκε συγκατάθεση από τη λειτουργό – Μ.Κ.8 (βλ. Τεκμήριο 1), η οποία ήταν η συνοδός της Παραπονούμενης, ξεκίνησε η λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Μ.Κ.13.

Κατά τη διάρκεια της λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης, η Παραπονούμενη υποστήριξε ότι κατά την εκσπερμάτωση του Κατηγορούμενου στο στόμα της, μέρος από το υγρό της εκσπερμάτωσης έπεσε πάνω στο σακάκι που φορούσε στις 28/3/2024 το οποίο ο Κατηγορούμενος σκούπισε με χαρτί. Το συγκεκριμένο σακάκι, σύμφωνα με την Παραπονούμενη ήταν αυτό το οποίο φορούσε κατά την διάρκεια της οπτικογραφημένης κατάθεσης, το οποίο η μάρτυρας παρέλαβε και συσκεύασε σε φάκελο (βλ. Τεκμήριο 2).

Ως ο χειριστής της συσκευής οπτικογράφησης κατέθεσε στο Δικαστήριο τους τρεις ψηφιακούς δίσκους (DVDs) με την καταγραμμένη κατάθεση της Παραπονούμενης (βλ.Τεκμήριο 3). Στη συνέχεια κατέθεσε την  απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης της, η οποία ετοιμάστηκε από την Αστ. 4738 (βλ.Τεκμήριο 4) και  η οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα αποδίδει πιστά την κατάθεση της Παραπονούμενης χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση.

Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.

Ο Μ.Κ.2, υπηρετούσε κατά τον επίδικο χρόνο στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (βλ. Έγγραφο Β). Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, στις 29/3/2024, δυνάμει δικαστικού εντάλματος, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο. Αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Είμαι αθώος». (βλ. Τεκμήριο 5). Κατέθεσε, επίσης, δέσμη εγγράφων σε σχέση με τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου σε ιατρική εξέταση, περίθαλψη και παρακολούθηση (βλ. Τεκμήριο 6), το έγγραφο δικαιωμάτων υπόπτων/κατηγορουμένων τα οποία δόθηκαν στον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 8) και την πρώτη ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 30/3/2024 (βλ. Τεκμήριο 9) στην οποία άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Έλαβε επίσης τα παρειακά του επιχρίσματα του κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης  (βλ. Τεκμήριο 7).

Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.

Η Μ.Κ.3, εργάζεται πέραν των 17 ετών ως παιδοκόμος στο Κέντρο. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την γραπτή της κατάθεση (βλ. Έγγραφο Γ).

Σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας του Κέντρου εξήγησε ότι για την καλύτερη απασχόληση τους, τα άτομα που εξυπηρετούνται στο Κέντρο χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Η κάθε ομάδα έχει ένα δάσκαλο και ένα βοηθό. Σε μια εκ των ομάδων αυτών, δάσκαλος ήταν ο Κατηγορούμενος με βοηθό την ίδια.

Στην εν λόγω ομάδα απασχολούνταν 8 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η Παραπονούμενη. Κατά την διάρκεια της ημέρας, ο Κατηγορούμενος απασχολούσε τα άτομα αυτά σε αίθουσα του Κέντρου. Παράλληλα, όπως εξήγησε, βοηθούσε τα άτομα να φάνε, ενώ καθημερινά  μετέφερε κάποια από τα άτομα στο Κέντρο με το λεωφορείο από τα σπίτια τους, μεταξύ αυτών και την Παραπονούμενη. Όταν έφταναν τα άτομα στο Κέντρο, χωρίζονταν στις τάξεις τους μέχρι να έρθει η ώρα για το πρωινό τους. Ειδικότερα σε σχέση με την Παραπονούμενη, αναφέρθηκε πως πριν λάβει το πρωινό της, έπρεπε να λάβει την φαρμακευτική της αγωγή. Μεταξύ των προσώπων τα οποία έδιναν τα φάρμακα στην Παραπονούμενη, ήταν και ο Κατηγορούμενος, τα οποία βρίσκονταν σε ντουλάπι στο ισόγειο του Κέντρου. Για να λάβει η Παραπονούμενη τα φάρμακα της στο χώρο του ισογείου του Κέντρου, την έστελναν οι ίδιοι οι βοηθοί ή την καλούσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ή το ζητούσε η ίδια.

Στις 19/3/2024 και αφού η μάρτυρας είπε 3 - 4 φορές έκτοτε στην Παραπονούμενη να πάει να της δώσει τα χάπια της ο Κατηγορούμενος, αυτή της ανέφερε ότι πλέον τα φάρμακα της θα της τα έδινε «η κυρία Μαρία», χωρίς, όμως, να ρωτήσει τον λόγο. Δεν ζήτησε περαιτέρω διευκρινήσεις από αυτήν, αφού λόγω της κατάστασης της δεν θα ήξερε πως θα ένιωθε ή θα αντιδρούσε σε μια τέτοια ερώτηση.  

Αναφερόμενη στον χρόνο που απαιτείτο γενικά μέχρι η Παραπονούμενη να λάβει τα φάρμακα της, σημείωσε ότι αυτός πάντα είχε την ίδια διάρκεια χωρίς, όμως, να τον προσδιορίσει συγκεκριμένα αφού, όπως εξήγησε, στην τάξη υπήρχαν και άλλα άτομα τα οποία απαιτούσαν την αφοσίωση της.   

Σύμφωνα με την Μ.Κ.3, η Παραπονούμενη είναι άτομο το οποίο τρέμει συχνά, χωρίς, όμως η ίδια να διακρίνει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στην ψυχολογική της κατάσταση μετά την παροχή της φαρμακευτικής της αγωγής από τον Κατηγορούμενο κατά τον τελευταίο μήνα. Ταυτόχρονα δεν παρατήρησε οτιδήποτε ασυνήθιστο στην συμπεριφορά της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου, αλλά ούτε και η Παραπονούμενη της είχε αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Σε σχέση με το μαύρο αμάνικο σακάκι, υποστήριξε ότι ήταν το σακάκι που φορούσε η Παραπονούμενη το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Σε σχέση με την Τουαλέτα, η οποία βρίσκεται στο ισόγειο όροφο του Κέντρου, κοντά στο γραφείο της διευθύντριας / Μ.Κ.9 (στο εξής η «Τουαλέτα»), η Μ.Κ.3 εξήγησε ότι χρησιμοποιείται από όλο το προσωπικό, ενώ τα άτομα που φοιτούν στο Κέντρο  χρησιμοποιούν μόνο τις δικές τους τουαλέτες, αφού γνωρίζουν ότι δεν πρέπει να γίνεται χρήση της Τουαλέτας, πρακτική η οποία και εφαρμόζετο.

Επιπλέον, η μάρτυρας υποστήριξε ότι στην Τουαλέτα δεν υπάρχει κάποιο σκαμνάκι, όμως υπάρχει σκαμνί χρώματος μπεζ στο γραφείο της Μ.Κ.9, το οποίο είναι πάντα ξεκλείδωτο και σε περίπτωση που χρειαστούν σκαμνάκι το παίρνουν από εκεί.

Ειδικότερα σε σχέση με την Παραπονούμενη, η μάρτυρας υποστήριξε ότι είναι άτομο το οποίο αυτοεξυπηρετείται, αφού μπορούσε να χρησιμοποιήσει μόνη της την τουαλέτα και να πλύνει τα χέρια της, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση και του Κατηγορούμενου. Εάν η Παραπονούμενη χρειαζόταν την όποια βοήθεια, την λάμβανε από τους παιδοκόμους του Κέντρου.

Σύμφωνα και πάλι με την μάρτυρα, μόνο οι ίδιοι ως βοηθοί μπορούσαν να μπαίνουν μαζί με τα άτομα στην τουαλέτα, ενώ ο Κατηγορούμενος μπορούσε να βοηθήσει μόνο στην μεταφορά τους μέχρι την τουαλέτα, όταν και εφόσον του το ζητούσαν.

Στην δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι η τάξη τους, στην οποία φοιτούσε και η Παραπονούμενη, βρισκόταν στο υπόγειο του Κέντρου, ενώ με αναφορά στο περιεχόμενο των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 10, περιέγραψε και αναγνώρισε διάφορους χώρους του Κέντρου.

Περιγράφοντας περαιτέρω τα καθήκοντα της ως παιδοκόμος, εξήγησε ότι μεταξύ άλλων είναι να μεταφέρουν στην τουαλέτα τα άτομα που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν. Στην περίπτωση της Παραπονούμενης, αυτή μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί.

Ως προς την σχέση της με τον Κατηγορούμενο, εξήγησε ότι αυτή ήταν άψογη και πως αυτός πάντα βοηθούσε όλους στο Κέντρο. Καλή ήταν και η σχέση της με την Παραπονούμενη.

Αντεξεταζόμενη, συμφώνησε ότι στο ισόγειο του Κέντρου και συγκεκριμένα στο σαλόνι, παραδίδονταν μαθήματα από άλλο δάσκαλο, ενώ η τάξη της οποίας υπεύθυνος ήταν ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο υπόγειο του Κέντρου.

Αναγνώρισε επί του Τεκμηρίου 10 τον συγκεκριμένο χώρο στο ισόγειο, στον οποίο βρισκόταν και η Τουαλέτα, το γραφείο της διευθύντριας και η τραπεζαρία - σαλόνι όπου κάθονταν τα άτομα τα οποία είχε υπό την επίβλεψη του άλλος δάσκαλος. Όπως εξήγησε, πριν λάβουν τα άτομα το πρωινό τους στις 9:00, μαζεύονταν και έκαναν κάποιο μάθημα στις τάξεις τους με τους δασκάλους τους.

Υποστήριξε, επίσης, ότι παρά το γεγονός ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν άτομο το οποίο χρειαζόταν βοήθεια και αυτοεξυπηρετείτο, αυτή έτρεμε, ενώ σπανιότερα παρουσίαζε αστάθεια και έπεφτε.

Η Μ.Κ.4, ήταν η ανακριτής της υπόθεσης και υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την γραπτή της κατάθεση (βλ. Έγγραφο Δ). Εκεί γίνεται αναφορά στις ενέργειες στις οποίες έχει προβεί, μεταξύ των οποίων η απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης που λήφθηκε την 29/3/2024 σε ειδικό διαμορφωμένο δωμάτιο του ΤΑΕ Λεμεσού, την οποία έκανε την 1/4/2024 (βλ. Τεκμήριο 4) και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο στις 2/4/2024 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού στην παρουσία του δικηγόρου του.  Κατέθεσε, επίσης, το ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 29/3/2024 και ώρας 18:50 (βλ. Τεκμήριο 11) το οποίο ετοιμάστηκε από συνάδελφο της. Αυτός επικοινώνησε τηλεφωνικώς με ιατροδικαστή ο οποίος του ανέφερε ότι με βάση τα όσα του αναφέρθηκαν, ότι δηλαδή την προηγούμενη μέρα έλαβε χώρα στοματική διείσδυση, η Παραπονούμενη δεν έχρηζε ιατροδικαστικής εξέτασης μιας και δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί οτιδήποτε βοηθητικό. Επιπλέον, στο εν λόγω ημερολόγιο σημειώνεται η θέση του ιατροδικαστή ότι λόγω του χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει από την κατ’ ισχυρισμό πρωκτική διείσδυση, δεν θα ήταν δυνατός ο εντοπισμός κακώσεων ούτε και σπερματικού υγρού. Περαιτέρω σημειώνεται πως λόγω γυναικολογικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε η Παραπονούμενη πριν από δύο χρόνια, δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί ρήξη παρθενικού υμένα. Στην πορεία και αφού η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε και πρωκτική σεξουαλική επαφή μαζί της, μέλος της αστυνομίας επικοινώνησε εκ νέου με τον ιατροδικαστή ο οποίος του ανέφερε ότι λόγω του χρονικού διαστήματος που παρήλθε, δεν δικαιολογείται η διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης.   

Ακολούθως, η μάρτυρας κατέθεσε το ημερολόγιο (βλ. Τεκμήριο 12) το οποίο ετοίμασε η ίδια και στο οποίο γίνεται αναφορά σε επικοινωνία που υπήρξε με τον ψυχίατρο που παρακολουθεί την Παραπονούμενη, ήτοι τον Μ.Κ.11. Σε αυτό καταγράφονται τα όσα της ανέφερε ο Μ.Κ.11, μεταξύ των οποίων ότι η Παραπονούμενη παρακολουθείται από τον ίδιο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο και είναι άτομο με ιστορικό ψυχωτικής διαταραχής και ήπιας νοητικής στέρησης. Αναφέρεται, επιπλέον, ότι δεν λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή η οποία προκαλεί παραισθήσεις. Η Παραπονούμενη αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και γνωρίζει τι είναι ψέμα και τι είναι αλήθεια. Σε σχέση με την κατάσταση της, από τον Ιανουάριο του 2023 μέχρι και την 16/2/2024, ημερομηνία του τελευταίου ραντεβού, ήταν σταθερή.

Κατατέθηκε, επίσης, το ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 3/4/2024 (βλ. Τεκμήριο 13),  στο οποίο γίνεται αναφορά στην επικοινωνία της με την καθαρίστρια του Κέντρου, από την οποία ενημερώθηκε ότι τα σκουπίδια που ήταν στον κάλαθο της Τουαλέτας στις 28/3/2024, είχαν πεταχτεί στις 29/3/2024.

Επιπλέον, παρουσιάστηκε η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 2/4/2024 (βλ. Τεκμήριο 14) την οποία έλαβε, όπως και τα δικαιώματα υπόπτου που είχαν δοθεί σε αυτόν στις 2/4/2024 (βλ. Τεκμήριο 15).

Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε, διερεύνησε τους ισχυρισμούς του Kατηγορούμενου οι οποιοί περιέχονται στην καταθέση του σε σχέση με το εάν συνοδεύει άτομα στην τουαλέτα για να τα βοηθήσει όταν χρειαστεί, οι οποίοι, όμως, δεν επιβεβαιώθηκαν από την διεύθυνση του Κέντρου. 

Τέλος, η μάρτυρας κατέθεσε δίσκο USB (βλ. Τεκμήριο 16)  στον οποίο περιλαμβάνονται πλάνα τα οποία λήφθηκαν στις 28/3/2024 μεταξύ των ωρών 08:02 μέχρι 08:17 από το Κέντρο και τα οποία προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

Αντεξεταζόμενη, υποστήριξε ότι μετά τις 30/3/2024, όταν πλέον ανέλαβε ως ανακριτής, έδινε τις σχετικές οδηγίες για την διερεύνηση της υπόθεσης και την περισυλλογή μαρτυρίας.

Σε σχέση με τις φωτογραφίες από χώρους του Κέντρου (βλ. Τεκμήριο 10), αυτές λήφθηκαν στις 2/4/2024 από τον φωτογράφο μετά από δικές της υποδείξεις. Την συγκεκριμένη ημερομηνία, ήταν η πρώτη φορά που επισκέφθηκαν το Κέντρο και ήταν εις γνώση της η μαρτυρία της Παραπονούμενης και η εκδοχή της σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και τους χώρους του Κέντρου στους οποίους αυτά κατ’ ισχυρισμό διαδραματίστηκαν.

Αναγνώρισε κάποιες παραλείψεις της Αστυνομίας ως προς το εύρος των φωτογραφιών που έπρεπε να ληφθούν από το Κέντρο και γενικά στην διερεύνηση της υπόθεσης. Ειδικότερα, σε σχέση με το γραφείο της Μ.Κ.9, μέσα στο οποίο η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι ήταν θύμα βιασμού από τον Κατηγορούμενο, εξήγησε ότι όταν η ίδια μετέβη στη σκηνή, το σκίαστρο του γραφείου ήταν κατεβασμένο και όταν η Μ.Κ.9 μετέβηκε στο μέρος, το ανέβασε για να μπει φως. Πρόσθεσε πως δεν υπάρχει  μαρτυρία για το κατά πόσον την ημερομηνία του κατ’ ισχυρισμο του πρωκτικού βιασμού το σκίαστρο του γραφείου ήταν ανεβασμένο ή όχι, ούτε έγινε έλεγχος αν κάποιος μπορούσε ή όχι να δει εντός του παραθύρου ή αν κάποιος μπορεί να βλέπει έξω στο δρόμο.  

Δέχθηκε, επίσης, ότι παρέλειψε να εξετάσει τη θέση της Παραπονούμενης ότι κατά την διάρκεια των κατ’ ισχυρισμό περιστατικών που έγιναν στο εν λόγω γραφείο, ο Κατηγορούμενος κοιτούσε από την κλειδαρότρυπα του γραφείου της Μ.Κ.9 για να μην τους αντιληφθούν, αφού δεν εξέτασε το μέγεθος αυτής έτσι ώστε να διαπιστώσει την ακρίβεια μιας τέτοιας θέσης.  

Όσον αφορά την μαρτυρία που υπήρχε για ύπαρξη χαρτιού με το σπέρμα του Κατηγορούμενου σε κάλαθο του Κέντρου, παραδέχθηκε ότι κάτι τέτοιο ήταν σε γνώση της Αστυνομίας από τις 29/3/2024 το βράδυ, όμως, όπως εξήγησε, τα σκουπίδια που ήταν στον κάλαθο της Τουαλέτας στις 28/3/2024, είχαν πεταχθεί στις 29/3/2024.  Συμφώνησε, παράλληλα, ότι θα μπορούσαν να εντοπίσουν το συγκεκριμένο σακούλι μέσα στο οποίο πιθανότα να βρισκόταν το εν λόγω χαρτί ως η μαρτυρία που είχαν, έστω στις 30/3/2024, αναγνωρίζοντας, ουσιαστικά, ως παράλειψη το γεγονός ότι μετέβησαν στο Κέντρο στις 2/4/2024.   

Ως προς την μη λήψη γενετικού υλικού από διάφορα σημεία του Κέντρου, εξήγησε ότι η σκηνή δεν προστατεύτηκε και συνεπώς δεν θα εξυπηρετούσε πλέον κάτι τέτοιο. Ειδικότερα, όπως εξήγησε, δεν λήφθηκε γενετικό υλικό από τον νιπτήρα της Τουαλέτας, σε σχέση με τον οποίο υπήρχε ο ισχυρισμός ότι η Παραπονούμενη πλύθηκε εκεί, ούτε από το σκαμνάκι στο οποίο αναφέρθηκε η Παραπονούμενη. Ως προς το σακάκι που φορούσε η Παραπονούμενη, αυτό στάληκε για επιστημονικές εξετάσεις παρά το γεγονός ότι η αδελφή της ισχυρίστηκε ότι το είχε πλύνει.

Σε σχέση με τις αναφορές του ιατροδικαστή ως αυτές καταγράφονται επί του Τεκμηρίου 11, η μάρτυρας συμφώνησε ότι αυτές έγιναν πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης, μετά από προφορική ενημέρωση που είχε ο Λοχ. 589 από την Μ.Κ.5, ενώ δεν ακολούθησε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ενημέρωση του ιατροδικαστή, ούτε και μετά την αναφορά της Παραπονούμενης για πρωκτικό βιασμό. Δεν διαπίστωσε, επίσης, στο φάκελο να υπήρχε οποιαδήποτε μεταγνέστερη επικοινωνία με τον ιατροδικαστή, μετά την κατάθεση της Παραπονούμενης.

Σε υπόδειξη του κ. Λοχία πως η Αστυνομία είχε μαρτυρία από την Παραπονούμενη από το βράδυ της 29/3/2024 για πρωκτικό βιασμό, υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει για το τι ακριβώς ενημερώθηκε ο ιατροδικαστής έτσι ώστε αυτός να τοποθετηθεί.

Σε σχέση με τις αναφορές της Παραπονούμενης σε διάφορα πρόσωπα στην κατάθεση της, η μάρτυρας υπέδειξε πως δεν υπάρχει δασκάλα στο Κέντρο με το όνομα Μ.Ν., ούτε ο Κατηγορούμενος έχει αδελφή. 

Τέλος, η μάρτυρας δέχτηκε πως παρέλειψαν να λάβουν κατάθεση από τον δάσκαλο ο οποίος ήταν υπεύθυνος της ομάδας που έκανε μάθημα στον χώρο μπροστά από την Τουαλέτα και το γραφείο της διευθύντριας μεταξύ των ωρών 8:00 – 9:00, όπως ούτε έγινε έλεγχος στο κινητό του Κατηγορούμενου, παρά τις αναφορές της Παραπονούμενης ότι αυτός της υπεδείκνυε πορνογραφικό υλικό.

 Η Μ.Κ.5 υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού από το 2020. Ετοίμασε το ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 29/3/2024 και ώρας 19:15 (βλ. Τεκμήριο 18) κατόπιν συνομιλίας που είχε  με την Παραπονούμενη. Η Παραπονούμενη συνομίλησε προφορικά με την Μ.Κ.5 στο ΤΑΕ Λεμεσού, συνοδευόμενη από την αδελφή της, ενώ κατά την διάρκεια της συνομιλίας τους ήταν αναστατωμένη και έκλαιγε συνεχώς.

Στο εν λόγω ημερολόγιο, αναφέρεται ότι όταν η Παραπονούμενη έφτασε στο Κέντρο, ο Κατηγορούμενος της έδωσε τα φάρμακα της και της ζήτησε να μπει στην Τουαλέτα. Την έπιασε από το μπράτσο και μπήκαν μαζί στην Τουαλέτα. Εκεί, ο Κατηγορούμενος κατέβασε το τζιν παντελόνι που φορούσε και της έβαλε το γεννητικό του όργανο στο στόμα της. Ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να κάτσει στο σκαμνάκι που υπήρχε στην Τουαλέτα και αυτός στεκόταν όρθιος μπροστά της. Επιπλέον, εκείνη την ημέρα ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να της κατεβάσει το παντελόνι της αλλά δεν τα κατάφερε. Μόλις βγήκε από την Τουαλέτα, την βρήκε η διευθύντρια του Κέντρου και την ρώτησε τι έκανε στην Τουαλέτα, αλλά δεν της απάντησε κάτι. Στη συνέχεια η διευθύντρια του Κέντρου είδε και τον Κατηγορούμενο να βγαίνει από την Τουαλέτα. Η Παραπονούμενη ντράπηκε να πει στη διευθύντρια τι έγινε στην Τουαλέτα.

Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να κατεβάσει το παντελόνι της και αυτό έγινε ακόμα μια φορά, αλλά δεν θυμόταν πότε. Το περιστατικό αυτό έγινε στο γραφείο της διευθύντριας όταν αυτή έλειπε σε σεμινάριο, όπου ο Κατηγορούμενος της κατέβασε το παντελόνι, έσκυψε στο γραφείο και έβαλε το γεννητικό του όργανο από πίσω (δείχνοντας τα οπίσθια της), γεγονός που, όπως ανέφερε, της προκάλεσε πόνο. Κατά την εξέλιξη του περιστατικού ο Κατηγορούμενος κοιτούσε από την κλειδαρότρυπα έτσι ώστε να βλέπει κατά πόσον ερχόταν ή όχι κάποιος, ενώ ανέφερε επίσης ότι στο γραφείο της Μ.Κ.9 υπάρχει παράθυρο με κουρτίνα. Κατονόμασε τους δασκάλους του Κέντρου, μεταξύ των οποίων και μια με το όνομα Μ.Ν.

Αντεξεταζόμενη, διευκρίνησε ότι δεν θυμόταν πόση ώρα διήρκησε η συνομιλία της με την Παραπονούμενη, ενώ παραδέχθηκε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής, παρούσα ήταν και η αδελφή της, η οποία, ωστόσο, δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με την ουσία των ισχυρισμών της Παραπονούμενης.  Συγκεκριμένα, η αδελφή της Παραπονούμενης, όταν την συνάντησε, είπε στην μάρτυρα, «θέλει να σας πει κάτι η Ε. για ένα περιστατικό που έγινε στο σχολείο» και τότε η μάρτυρας ξεκίνησε να μιλά με την Παραπονούμενη.

Η Μ.Κ.6 εργάζεται, επίσης, στο Κέντρο. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της ημερομηνίας 2/4/2024 (βλ. Έγγραφο Ε). Ως δασκάλα στο Κέντρο ήταν υπεύθυνη για την μια εκ των τριών ομάδων. Η τάξη της βρίσκεται στον υπόγειο χώρο του Κέντρου, εκεί όπου βρίσκεται και η τάξη του Κατηγορούμενου.

Σε σχέση με την υπόθεση, ανέφερε ότι στις 29/3/2024 το πρωί, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή ήταν εκτός της τάξης του για λόγους εργασίας, μπήκε στη τάξη του και έβαλε κάποιο πρόγραμμα στην τηλεόραση για να παρακολουθήσουν. Εκείνη τη στιγμή στην τάξη εκτός από τα άτομα της ομάδας της ήταν και άτομα της ομάδας του Κατηγορούμενου. Μεταξύ αυτών ήταν και η Παραπονούμενη η οποία κάθισε σε μια καρέκλα και άρχισε να κλαίει. Τότε η Μ.Κ.6 την ρώτησε τον λόγο για αυτή της την συμπεριφορά και η Παραπονούμενη απάντησε ότι ήταν θυμωμένη με τον Κατηγορούμενο. Σε ερώτηση γιατί ήταν θυμωμένη με τον Κατηγορούμενο, αυτή σηκώθηκε, άγγιξε το στήθος της και τα οπίσθια της, χωρίς να της πει τίποτε. Τότε η Μ.Κ.6 το ανέφερε αμέσως στην Μ.Κ.9. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν γνώριζε ότι τέθηκε κάποιο ζήτημα σχετικά με τον Κατηγορούμενο στο Κέντρο.

Είχε καθημερινή επαφή με την Παραπονούμενη παρά το γεγονός ότι δεν ανήκε στην ομάδα της. Πρόκειται, όπως εξήγησε, για λειτουργικό άτομο, το οποίο μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί.

Τέλος, η μάρτυρας ανέφερε ότι τα άτομα που φοιτούσαν στο Κέντρο μπορούσαν να πλυθούν στην κουζίνα η οποία βρισκόταν πλησίον της Τουαλέτας.

Αντεξεταζόμενη, υπέδειξε ότι εκτός από τα καθήκοντα τα οποία έχουν, αναλαμβάνουν και άλλα επιπρόσθετα, όπως να οδηγούν το λεωφορείο του Κέντρου, να βοηθούν τα παιδιά στο φαγητό, αλλά και να βοηθούν τις φροντίστριες όταν χρειαστεί.

Κατά τον επίδικο χρόνο η ίδια μετέβαινε στην εργασία της στο Κέντρο στις 7:00 το πρωί. Εξήγησε ότι οι δάσκαλοι δεν παρεμβαίνουν στο πλύσιμο των χεριών των ατόμων που ήταν λειτουργικά, καθώς αυτά γνωρίζουν που είναι οι τουαλέτες και η κουζίνα και μπορούν να το πράξουν μόνα τους. Διατηρούν, όμως, την εποπτεία του χώρου έτσι ώστε να είναι σίγουροι ότι είτε πήγαν να πλύνουν τα χέρια τους είτε εάν πήγαν πράγματι στην Τουαλέτα.   

Η Μ.Κ.6 έκανε αναφορά και στους δάσκαλους του Κέντρου. Ειδικότερα, η τάξη του τρίτου δασκάλου, Α.Κ, βρισκόταν στην τραπεζαρία του Κέντρου, όπου γινόταν μάθημα και το πρωί μεταξύ 8:00 – 9:00.  Όσον αφορά την Μ.Κ.9, η μάρτυρας ανέφερε πως είχε διαπιστώσει ότι ένιωθε έντονη δυσφορία για τα όσα θεωρούσε ότι έγιναν μεταξύ του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης από τις συζητήσεις που είχαν.

Η Μ.Κ.7 είναι η αδελφή της Παραπονούμενης. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την γραπτή της κατάθεση (βλ. Έγγραφο Στ). Σε αυτή κάνει αναφορά στη νοητική κατάσταση και κατάσταση ψυχικής υγείας της Παραπονούμενης, η οποία παρακολουθείτο από ψυχίατρο, ήτοι τον Μ.Κ.11, και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Η μητέρα της και τα αδέλφια της, μεταξύ των οποίων και η Παραπονούμενη, διέμεναν σε διαμέρισμα στη Λεμεσό και καθημερινώς τους επισκεπτόνταν και τους φροντίζε.  Η Παραπονούμενη τα τελευταία χρόνια φοιτούσε  στο Κέντρο και πήγαινε σε αυτό καθημερινά από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή από τις 7:30 μέχρι τις 13:30. Οι μετακινήσεις από και προς το Κέντρο γίνονταν με λεωφορείο. Οδηγός του λεωφορείου, ήταν ο Κατηγορούμενος.

Στις 29/3/2024, ενώ  η μάρτυρας βρισκόταν στην εργασία της, δέχθηκε τηλεφώνημα από την Μ.Κ.9 η οποία της ζήτησε να μεταβεί στο Κέντρο για να συζητήσουν για ένα σημαντικό θέμα. Ακουγόταν πολύ αναστατωμένη και ως εκ τούτου της ζήτησε να της αναφέρει αμέσως τι συμβαίνει. Τότε, της ανέφερε ότι την προηγούμενη μέρα όταν πήγε στη δουλειά της, είδε την πόρτα της Τουαλέτας να ανοίγει. Από την Τουαλέτα είδε να βγαίνει η Παραπονούμενη και ένα λεπτό μετά ο Κατηγορούμενος. Όταν τους είδε πανικοβλήθηκε και δεν ήξερε πως να συμπεριφερθεί ενώ κάλεσε αμέσως την Παραπονούμενη στο γραφείο της και την ρώτησε τι συνέβη εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή στη Τουαλέτα. Η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ερωτήσεις και πήγε για ξεκούραση. Η Μ.Κ.9 της είπε, επίσης, ότι ρώτησε τον Κατηγορούμενο για ποιό λόγο ήταν η Παραπονούμενη στη Τουαλέτα με κλειστή την πόρτα, με τον ίδιο να αναφέρει ότι απλά την βοηθούσε να πλύνει τα χέρια της.

Επειδή η Μ.Κ.9 δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση του Κατηγορούμενου, κάλεσε τηλεφωνικώς τον ιδιοκτήτη του Κέντρου - Μ.Κ.14 ο οποίος μετέβη στο χώρο και μίλησε ιδιαιτέρως με τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τα όσα της ανέφερε η Μ.Κ.9, ο Κατηγορούμενος δεν άφηνε τον Μ.Κ.14 να μιλήσει, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του λέγοντας «χάθηκαν οι γυναίκες; Είμαι εγώ τέτοιος τύπος;».

Όταν ξύπνησε η Παραπονούμενη, την κάλεσε η Μ.Κ.9 στο γραφείο της και μέσα σε ένα φιλικό κλίμα συζήτησης που είχαν οι δυο τους, «καλοπιάνοντας την», την ρώτησε τι ακριβώς είχε συμβεί στην Τουαλέτα με τον Κατηγορούμενο. Η Παραπονούμενη της έδειξε τον τρόπο με τον οποίο ο Κατηγορούμενος της υπέδειξε πως να τριφτεί στο γεννητικό του όργανο. Κατόπιν, η Μ.Κ.9 έδιωξε τον Κατηγορούμενο από το χώρο εργασίας του.

Αφού η  Μ.Κ.7 έκλεισε το τηλέφωνο με την Μ.Κ.9, έφυγε από την εργασία της ένεκα της αναστάτωσης που της προκλήθηκε και πήγε στο σπίτι της μητέρας της και περίμενε την Παραπονούμενη να επιστρέψει. Όταν έφτασε η Παραπονούμενη περί τις 13:30, κάθισε μαζί της «καλοπιάνοντας» την για να της πει τι έγινε την προηγούμενη ημέρα με τον Κατηγορούμενο στην Τουαλέτα. Εκεί της εκμυστηρεύτηκε κλαίγοντας ότι ο Κατηγορούμενος την έβαλε με το ζόρι στην Τουαλέτα του προσωπικού, ενώ ο όροφος ήταν άδειος, αφού οι υπόλοιποι ήταν στο κάτω όροφο κάνοντας δραστηριότητες. Αφού την θώπευσε, αγγίζοντας την στο στήθος, στα οπίσθια και στο αιδίο της, χωρίς να της αφαιρέσει τα ρούχα της, της έβαλε το γεννητικό του όργανο στο στόμα της. Σύμφωνα με τα όσα της είπε η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος την τράβηξε από το μπράτσο και την έσπρωξε στην Τουαλέτα. Επίσης, της εκμυστηρεύτηκε ότι ακόμα μια φορά προηγουμένως είχε συμβεί κάτι παρόμοιο στον ίδιο όροφο και πάλι χωρίς να υπάρχουν εκείνη τη στιγμή άλλα πρόσωπα στο χώρο, αυτή τη φορά στο γραφείο της διευθύντριας με ακριβώς τον ίδιο τρόπο. Ο Κατηγορούμενος εκείνη τη φορά, έτριψε το γεννητικό του όργανο επάνω στο σημείο του αιδοίου της, εξωτερικά από το εσώρουχο και στο στήθος της. Ο Κατηγορούμενος της κατέβασε το παντελόνι όταν έκανε αυτή την πράξη και από τα λεγόμενα της Παραπονούμενης η ίδια αντιλήφθηκε ότι αυτός βρισκόταν σε στύση. Χρονικά δεν μπορούσε να προσδιορίσει το περιστατικό αυτό.

Σύμφωνα και πάλι με τα όσα της ανέφερε η Παραπονούμενη, o Κατηγορούμενος και στα δυο περιστατικά, της έλεγε συνεχώς να μην το πει πουθενά. Αμέσως μετά από τις αναφορές της αυτές, προχώρησαν σε καταγγελία. Ως, επίσης, ανέφερε, η Παραπονούμενη, και στις δυο περιπτώσεις ο Κατηγορούμενος κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο του, ενώ  την πρώτη φορά την λέρωσε με υγρά από το γεννητικό του όργανο στο μπουφάν το οποίο φορούσε, σκουπίζοντας το στη συνέχεια ο ίδιος.

Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της η Μ.Κ.7 έκανε αναφορά και στην κατάσταση της Παραπονούμενης. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι πάσχει από σχιζοφρένεια από το 2021 και επίσης έχει νοητική αναπηρία εκ γενετής και άνω του 67%. Το μυαλό της, όπως ανέφερε, αντιστοιχεί σε ένα παιδί 9 ετών, με ότι αυτό συνεπάγεται στην αντίληψη, το πνεύμα και την διαύγεια, ενώ έχει μειωμένη αντίληψη κινδύνου. Ως εκ τούτου, λαμβάνει συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή στην οποία έκανε αναφορα. Από το Φεβρουάριο μέχρι το Μάη του 2021 νοσηλεύτηκε μια φορά σε ψυχιατρική κλινική.  Σε περίπτωση έξαρσης της σχιζοφρένειας,  η Παραπονούμενη έχει τάσεις φυγής.

Η μάρτυρας ανέφερε επίσης πως σε παλαιότερη επέμβαση που είχε υποβληθεί η Παραπονούμενη το 2021, διαπιστώθηκε ρήξη παρθενικού υμένα χωρίς να  διευκρινίζεται από τον ιατρό πότε είχε επισυμβεί αυτό.

Σε σχέση με τα ρούχα της Παραπονούμενης που φορούσε κατά τη διάρκεια των  περιστατικών, όπως υποστήριξε, αυτά είχαν πλυθεί.

Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, η Μ.Κ.7 αναφέρθηκε αναλυτικότερα στη νοητική αναπηρία της Παραπονούμενης η οποία έχει μειωμένη αντίληψη με αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνεται τα πράγματα με τον τρόπο που τα αντιλαμβάνεται ο μέσος άνθρωπος σε οποιαδήποτε ηλικία.

Όσον αφορά τη συζήτηση που είχε με την Παραπονούμενη στις 29/3/2024, ανέφερε πως αφού είχε προηγηθεί η τηλεφωνική συνομιλία με την Μ.Κ.9, την κάλεσε πριν πάει να κάνει μπάνιο, ως ήταν το καθημερινό συνηθισμένο της πρόγραμμα, στην κουζίνα για να μιλήσουν. Κάθισε δίπλα της και την ρώτησε εάν είχε συμβεί κάτι στο σχολείο το οποίο θέλει να μοιραστεί μαζί της και εάν την είχε πειράξει κάποιος. Της είπε, επιπλέον, ότι δεν χρειάζεται να φοβάται τίποτα και όλα θα πάνε καλά και θα το αντιμετωπίσουν ως οικογένεια. Τότε, η Παραπονούμενη ξέσπασε σε λυγμούς και της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος «την απομόνωσε στην Τουαλέτα και έβαλε το πουλί του στο στόμα της». Της είπε, επίσης, ότι αυτό είχε συμβεί και άλλες φορές, χωρίς, όμως, να μπορεί να προσδιορίσει ούτε πόσες φορές, ούτε πότε είχε γίνει αυτό. Όπως εξήγησε η μάρτυρας, όταν συμβεί κάτι πολύ άσχημο, η Παραπονούμενη επηρεάζεται και αποσυντονίζεται και δεν μπορεί να προσδιορίσει χρονικά διαστήματα. Μπορεί για παράδειγμα να λέει 5 φορές και να εννοεί 20, ενώ μπορεί να λέει «προχθές» και να εννοεί πριν ένα μήνα.

Μετά τις αναφορές της Παραπονούμενης, κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας μετέβησαν στην Αστυνομία προκειμένου να υποβάλουν καταγγελία. Πριν η Παραπονούμενη δώσει κατάθεση, συνομίλησε με αστυνομικό για 50 λεπτά με ενάμιση ώρα περίπου, ενώ η ίδια βρισκόταν στον ίδιο χώρο, αλλά έξω στο μπαλκόνι.

Αναφερόμενη στα ξεσπάσματα τα οποία είχε Παραπονούμενη ένεκα της σχιζοφρένειας με την οποία διαγνώστηκε, εξήγησε ότι είχε πολύ έντονες μελαγχολικές τάσεις και ξεσπούσε σε κλάματα χωρίς να υπάρχει προφανής αιτία, ενώ παρουσίαζε και τάσεις φυγής, οι οποίες περιορίζονταν στο να βγαίνει από το διαμέρισμα και να κάθεται στα σκαλιά της πολυκατοικίας όπου διέμεναν.

Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι τρεις μήνες μετά το επίδικο συμβάν αναγκάστηκε να ξεκινήσει ινσουλινοθεραπεία, γεγονός το οποίο απέδωσε σε κάποιο ισχυρό σοκ και μια μεγάλη στεναχώρια.

Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στην καθημερινή φροντίδα που προσέφερε στην αδελφή της και την οικογένεια της, τα μέλη της οποίας επίσης αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα υγείας.

Ερωτηθείσα σε σχέση με το μπουφάν (βλ. Τεκμήριο 2) το οποίο και είχε αναγνωρίσει, η μάρτυρας δεν θυμόταν κατά πόσο στις 28/3/2024 αυτό ήταν λερωμένο. Την 29/3/2024 πριν πάει στην δουλειά περί τις 4:00 το πρωί μετέβη και πάλι από το σπίτι της οικογένειας της για να κάνει δουλειές. Δεν θυμόταν κατά πόσο φύλαξε τα ρούχα τα οποία είχε απλώσει ούτε εάν είχαν στεγνώσει τα ρούχα τα οποία είχαν πλυθεί την προηγούμενη ημέρα. Γενικότερα, όμως, εξήγησε πως τα μπουφάν της Παραπονούμενης τα πλένει αν όχι καθημερινά, 4-5 φορές την εβδομάδα.

Στη συνέχεια υποστήριξε ότι δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ειχε πλύνει το μπουφάν στην Παραπονούμενης εκείνη την εβδομάδα, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι τα ρούχα που φορούσε κάθε μέρα η Παραπονούμενη στο σχολείο τα έβαζε να πλυθούν όταν γύριζε απο το σχολείο, όπως έκανε και στις 28/3/2024. Δεν θυμόταν εαν στις 29/3/2024 φορούσε το ίδιο μπουφάν στο σχολείο, ενώ το κατά πόσο θα το έπλενε ή όχι, εξαρτούνταν από το εάν ήταν λερωμένο ή όχι. Δεν θυμόταν, επίσης, εάν την 28/3/2024 αυτό ήταν λερωμένο.

Αντεξεταζόμενη αναφορικά με τη νοσηλεία της Παραπονούμενης, η μάρτυρας διαφώνησε ότι νοσηλεύτηκε τρεις φορές στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζοντας πως νοσηλεύτηκε μόνο μια φορά το 2021, ενώ τόνισε ότι δεν υπήρχαν διαταραχές στην αντίληψη της Παραπονούμενης όταν ήταν σε έξαρση η συμπτωματολογία της σχιζοφρένειας, παρά μόνο ήταν πολύ μελαγχολική.  

Όπως εξήγησε, τα όσα άκουσε από την Μ.Κ.9 της προκάλεσαν τεράστια έκπληξη  καθώς μέχρι τότε δεν περιήλθε στην αντίληψη της οτιδήποτε σχετικό, ούτε είχε ποτέ κάποια ένδειξη ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο.

Ως προς την αδυναμία της Παραπονούμενης να προσδιορίσει με ακρίβεια τα γεγονότα αλλά και το χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα, η μάρτυρας υπέδειξε ότι η Παραπονούμενη είναι σε θέση να προσδιορίσει το «χθες» και περαιτέρω υπέδειξε πως τα περιστατικά που της περιέγραψε η Παραπονούμενη ήταν δυο. 

Τέλος, ερωτηθείσα για τη συζήτηση που η Παραπονούμενη είχε με την αστυνομικό πριν τη λήψη της κατάθεσης από αυτήν, ανέφερε πως η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά την συζήτηση και δεν άκουγε τι έλεγαν, ούτε υπήρξαν περιπτώσεις που μπήκε έστω λίγο μέσα να δει τι γίνεται ή να ακούσει τι έλεγαν. Μετά το πέρας την εν λόγω προφορικής συζήτησης, λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, κατά τη διάρκεια της οποίας βρισκόταν έξω από το δωμάτιο λήψης, χωρίς να έχει οπτική επαφή.

H Μ.Κ.8, εργάζεται ως λειτουργός στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας από το 2018.  Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης την γραπτή της δήλωση ημ. 2/12/2025 (βλ. Έγγραφο Ζ). Εκεί αναφέρει ότι την 29/3/2024, και ενώ ήταν καθήκον αναμονής (on call) πέραν των εργάσιμων ωρών, κλήθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού για να παραστεί στη κατάθεση που θα λαμβανόταν από άτομο με νοητική στέρηση. Όταν μετέβη στην ΑΔΕ Λεμεσού το απόγευμα της ίδιας μέρας, συνάντησε την Παραπονούμενη, η οποία συνοδευόταν από την αδελφή της. Αφού συστήθηκε, ανέφερε το λόγο που βρισκόταν εκεί και της εξήγησε την διαδικασία που θα ακολουθούσε με τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης, παρέχοντας κάθε αναγκαία πληροφορία και επεξήγηση με δεδομένη την κατάσταση της ψυχικής της υγείας και του νοητικού της υπόβαθρου. Η Παραπονούμενη, προέβηκε από μόνη της σε αναφορές σχετικά με τα καταγγελόμενα περιστατικά και η μάρτυρας της εξήγησε ότι θα πρέπει να δοθεί κατάθεση στην Αστυνομία και πως η ίδια δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο.  Πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, της ζητήθηκε από την Αστυνομία να υπογράψει τις σχετικές δηλώσεις που δίνονται λόγω του ότι επρόκειτο για άτομο με νοητική στέρηση. Η μάρτυρας υπέγραψε τα σχετικά έντυπα και ξεκίνησε η οπτικογραφημένη κατάθεση αφού δήλωσε στην αστυνομικό τη σύμφωνη γνώμη της στη λήψη κατάθεσης από την Παραπονούμενη, ως η συνήθης διαδικασία. Όπως εξηγήσε, ο ρόλος της ήταν υποστηρικτικός και συμβουλευτικός προκειμένου να διασφαλιστεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του ευάλωτου προσώπου.

Όπως περαιτέρω εξήγησε κατά την κυρίως εξέταση της, ένεκα του ότι η Παραπονούμενη είναι ένα άτομο χαμηλού νοητικού υποβάθρου, προσπάθησε με απλά λόγια να της εξηγήσει πού εργάζεται, και ποιος ήταν ο σκοπός της εκεί παρουσίας της. Σκοπός της ήταν πρώτα  απ' όλα να αισθανθεί άνετα με την όλη διαδικασία. Της εξήγησε ότι θα τη ρωτήσει η αστυνομικός συγκεκριμένες ερωτήσεις και πως η ίδια  θα πρέπει να απαντήσει. Εάν δεν ένιωθε άνετα ή χρειαζόταν οτιδήποτε άλλο, θα μπορούσε όπως της επεξηγήθηκε, να σταματήσει τη διαδικασία. Σκοπός της δεν ήταν να λάβει η ίδια κατάθεση από την Παραπονούμενη αλλά να την εξοικειώσει με τη διαδικασία και να νιώσει άνετα με την παρουσία της έτσι ώστε να μπορέσει να μιλήσει στα αρμόδια πρόσωπα.

Αναγνώρισε την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου 1, ήτοι την δήλωση ανακριτή προς συνοδό πριν την οπτικογράφηση ενώ υποστήριξε ότι έχει παρευρεθεί αρκετές φορές σε λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από ανήλικους, είτε στα πλαίσια της υπηρεσίας της, είτε στα πλαίσια συνεργασίας που έχει με οικογένειες με ανήλικα πρόσωπα.

Η Παραπονούμενη ένιωσε ασφάλεια μαζί της και ήταν αρκετά διαχυτική, ενώ της κρατούσε το χέρι και ήθελε να είναι κοντά της. Στα πλαίσια αυτής της κατάστασης ένιωσε άνετα μαζί της και την ρώτησε εάν είναι εντάξει να προχωρήσει να πει αυτά που ήθελε να πει.

Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στα προσόντα της. Έχει ολοκληρώσει σπουδές στη Δικανική Ψυχολογία και στη Διοίκηση. Επίσης έχει ολοκληρώσει πρόγραμμα ψυχοθεραπείας. Είναι εγγεγραμμένη πτυχιούχος ψυχολόγος στην Κύπρο και εργάζεται στις Υπηρεσίες Κοινωνική Ευημερίας ως μόνιμο προσωπικό από το 2018.

Δέχθηκε πως δεν είχε δικαίωμα να παρέμβει στις ερωτήσεις που υπέβαλλε στην Παραπονούμενη η αστυνομικός, ούτε στο έργο της. Ο ρόλος της ήταν να βοηθά παθητικά το έργο της Αστυνομίας, χωρίς να παρεμβαίνει. Υποστήριξε ότι δεν  προετοίμασε την Παραπονούμενη οποιοσδήποτε προηγουμένως και λειτούργησε απλώς ως συνοδός της Παραπονούμενης. Δεν είχε υπόψη της εάν υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες σε ό,τι αφορά στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων ευάλωτων προσώπων. Τέλος, δήλωσε ότι δεν θυμόταν εάν της αναφέρθηκε κατά πόσο η Παραπονούμενη ήταν πρόσωπο  ανίκανο να υπογράψει η ίδια την συγκατάθεση για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης, όμως της αναφέρθηκε ότι ήταν ευάλωτο πρόσωπο το οποίο έχριζε της δικής της συνοδείας ως Λειτουργός Κοινωνικής Ευημερίας και ως εκ τούτου υπέγραψε η ίδια την συγκατάθεση.

Η Μ.Κ.9 είναι η Διευθύντρια του Κέντρου στο οποίο φοιτούσε η Παραπονούμενη κατά τον επίδικο χρόνο και κατέχει πτυχίο ψυχολογίας. Για την υπό κρίση υπόθεση έχει δώσει δυο καταθέσεις στην Αστυνομία τις οποίες υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της.

Στην πρώτη της κατάθεση (βλ. Έγγραφο Η1), αναφέρει ότι το Κέντρο λειτουργεί καθημερινά και τα άτομα εκεί απασχολούνται από ειδικούς δασκάλους και ψυχολόγους όπως και από εξωτερικούς συνεργάτες. Τα άτομα αυτά μεταφέρονται στο Κέντρο με λεωφορείο.

 Όπως περαιτέρω αναφέρει, την 28/3/2024 και περί ώρα 8:15 το πρωί μετέβη στο Κέντρο και μόλις άνοιξε την πόρτα είδε μπροστά της την Παραπονούμενη, να βγαίνει από την Τουαλέτα να πηγαίνει προς το σαλόνι για να καθίσει.  Λόγω του ότι στη συγκεκριμένη Τουαλέτα μπαίνει μόνο το προσωπικό του Κέντρου, πράγμα το οποίο γνωρίζει η ίδια και η Παραπονούμενη, η μάρτυρας παραξενεύτηκε και αμέσως την ρώτησε τι κάνει εκεί. Η Παραπονούμενη δεν της απάντησε αλλά η Μ.Κ.9 θεώρησε ότι δεν την άκουσε. Την ίδια στιγμή είδε να βγαίνει από την Τουαλέτα ο Κατηγορούμενος.

Λόγω της σύγχυσης υπό την οποία τελούσε, δεν ρώτησε τον Κατηγορούμενο  οτιδήποτε και βγήκε έξω από το Κέντρο. Όπως αναφέρει, θεώρησε ότι κάτι συμβαίνει αφού δεν είναι στα καθήκοντα του Κατηγορούμενου να συνοδεύει άτομο στο αποχωρητήριο και ειδικά κοπέλα.  Σύμφωνα με την Μ.Κ.9, η Παραπονούμενη δεν χρειαζόταν βοήθεια κατά τη χρήση της τουαλέτας αφού δεν αντιμετώπιζε κανένα κινητικό πρόβλημα και αυτοεξυπηρετείτο. Αμέσως ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Πρόεδρο του Συνδέσμου - Μ.Κ.14, ο οποίος μετέβη στο Κέντρο. Αφού τον ενημέρωσε για το τι ακριβώς αντιλήφθηκε, μετέβησαν σε μια αίθουσα στον πάνω όροφο και κάλεσαν τον Κατηγορούμενο να τον ρωτήσουν γιατί η Παραπονούμενη βρισκόταν στην Τουαλέτα. Τότε ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι του ζήτησε η Παραπονούμενη να πλύνει τα χέρια της και της είπε να μπει στο συγκεκριμένο αποχωρητήριο. Η μάρτυρας τον ρώτησε γιατί ήταν κλειστή η πόρτα και ο Κατηγορούμενος της απάντησε ότι την έκλεισε η Παραπονούμενη αφού κάθε φορά που πίνει τα χάπια της συνηθίζει να κλείνει την πόρτα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος έφυγε από την αίθουσα και κάλεσαν εκεί την Παραπονούμενη η οποία υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος της είπε να μπει στην Τουαλέτα, ενώ δεν θυμόταν ποιός έκλεισε την πόρτα. Η Παραπονούμενη υποστήριξε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος της χαίδεψε τα μαλλιά δείχνοντας τους την κίνηση πάνω στο κεφάλι της. Επειδή την έβλεπε ότι ήταν αναστατωμένη και έτρεμε, η μάρτυρας δεν ήθελε να την πιέσει άλλο και η Παραπονούμενη πήγε και ξάπλωσε στον καναπέ.

Ακολούθως ο Μ.Κ.14 έφυγε και συνάντησε την θεία του Κατηγορούμενου, η οποία είχε άτομο με ειδικές ανάγκες σε άλλο Κέντρο ημέρας το οποίο διαχειρίζεται ο Μ.Κ.14 και την ενημέρωσε για το τι έγινε προηγουμένως με τον Κατηγορούμενο.   Τότε η θεία του Κατηγορούμενου μετέβη στο Κέντρο με σκοπό να ενημερωθεί για το τι είχε συμβεί. Αφού της εξήγησε η Μ.Κ.9, η θεία του Κατηγορούμενου  της ανέφερε ότι δεν πιστεύει ότι ο Κατηγορούμενος θα έκανε κάτι κακό και της ζήτησε να τον καλέσει για να του μιλήσει. Τότε η Μ.Κ.9 τον κάλεσε εκεί, οπότε η θεία του τον ρώτησε αναφορικά με το τι έγινε και αυτός επανέλαβε την θέση του.

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, η Μ.Κ.9 κάλεσε την Παραπονούμενη για να της δώσει η ίδια τα φάρμακα της, όπως συνηθίζεται, και της είπε να μιλήσουν σαν δυο φίλες. Την ρώτησε ξανά γιατί πήγε στο συγκεκριμένο αποχωρητήριο και αυτή της απάντησε ότι της είπε ο Κατηγορούμενος ενώ δεν θυμόταν ποιός έκλεισε την πόρτα. Θυμόταν ότι ο Κατηγορούμενος στεκόταν. Τότε η Μ.Κ.9 σηκώθηκε από την καρέκλα και της ζήτησε να της δείξει τι της έκανε ο Κατηγορούμενος. Η Παραπονούμενη χαίζεψε τα οπίσθια της,  χωρίς να αναφέρει κάτι άλλο. Η Μ.Κ.9 δεν την ρώτησε οτιδήποτε περαιτέρω αφού σοκαρίστηκε και της έδωσε τα φάρμακα της για να πάει κάτω με τους υπόλοιπους.

Την 29/3/2024, η Μ.Κ.9 συναντήθηκε με την θεία του Κατηγορούμενου στο Κέντρο, η οποία της ανέφερε ότι μίλησε ξανά με τον Κατηγορούμενο ο οποίος υποστήριξε ότι δεν είχε κάνει τέτοιο πράγμα. Τότε κάλεσαν την Παραπονούμενη στο γραφείο της  και στην παρουσία της θείας του Κατηγορούμενου και του Μ.Κ.14 ρωτήθηκε τι έγινε στην Τουαλέτα, με την  Παραπονούμενη να κάνει ξανά την ίδια κίνηση χαιδεύοντας τα οπίσθια της. Αφού η Παραπονούμενη έφυγε, κάλεσαν εκ νέου τον Κατηγορούμενο να έρθει στο γραφείο της Μ.Κ.9 και του ζήτησαν να παραιτηθεί, πράγμα το οποίο ζήτησε και η θεία του, με τον ίδιο να το αποδέχεται και να υπογράφει το σχετικό έγγραφο.

Στη συνέχεια η μάρτυρας κάλεσε στο τηλέφωνο την αδελφή της Παραπονούμενης, Μ.Κ.7, όπου της ανέφερε τι είχε γίνει, ενώ της ζήτησε να μιλήσει με την Παραπονούμενη.

Μετά που ο Κατηγορούμενος παραιτήθηκε, η Μ.Κ.9 ζήτησε από την Μ.Κ.6, η οποία επίσης εργάζεται στο Κέντρο να κάνει την διαδρομή του Κατηγορούμενου με το λεωφορείο και να μεταφέρει τα παιδιά. Αμέσως η Μ.Κ.6 την ρώτησε εάν ο λόγος που σταμάτησε ο Κατηγορούμενος είναι για αυτό που της είχε πει η Παραπονούμενη, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος την χαίδεψε στα οπίσθια και στο στήθος.

Επίσης, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας η Μ.Κ.7 της τηλεφώνησε, ενημερώνοντάς την ότι η Παραπονούμενη θα προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία, ενώ της είπε ότι η Παραπονούμενη υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος σε δυο περιπτώσεις «της τον έβαζε στο στόμα και όταν μεγάλωνε της τον έβαζε ανάμεσα στα στήθη της και μετά ανάμεσα στα πόδια της και πήγαινε μπρος πίσω». Ως η Μ.Κ.7 υποστήριξε, η Παραπονούμενη ουδέποτε της ανέφερε κάτι τέτοιο.

Επανέλαβε ότι η Παραπονούμενη είναι άτομο με νοητική καθυστέρηση και παίρνει φαρμακευτική αγωγή λόγω εμμονών που έχει για να είναι ήρεμη. Αντιλαμβάνεται ως ένα βαθμό και μπορεί άνετα κάποιες φορές να συζητήσει λογικά.

Στην δεύτερη της κατάθεση (βλ. Έγγραφο Η2), συμπληρωματικά παρέδωσε το συμβόλαιο εργοδότησης του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθήκοντα υπεύθυνου ομάδας Κέντρου ημέρας ενήλικων ατόμων», όπως και το έντυπο το οποίο φέρει τον τίτλο «Κανονισμοί λειτουργίας κέντρων ημέρας» το οποίο υπογράφεται κάθε χρόνο από όλους όσους εργάζονται στο Κέντρο (βλ. Τεκμήριο 19). Επιπλέον παρέδωσε την επιστολή παραίτησης του Κατηγορούμενου από το Κέντρο (βλ. μέρος Τεκμηρίου 19). Η ίδια είχε ορίσει τον Κατηγορούμενο ως υπεύθυνο να δίνει τα χάπια της Παραπονούμενης κάθε πρωί. Επιπλέον υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν σκαμνάκια στις του τουαλέτες του Κέντρου αλλά μόνο στο γραφείο της, το οποίο ήταν προσβάσιμο σε όλους, ενώ κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης δεν υπάρχει στο εσωτερικό του Κέντρου.

Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης, περίεγραψε την διαρύθμιση του χώρου του Κέντρου με αναφορά, μεταξύ άλλων, στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (βλ. Τεκμήριο 10).

Εξηγώντας τους λόγους που παραξενεύτηκε όταν είδε την Παραπονούμενη να βγαίνει από την Τουαλέτα, υποστήριξε ότι αυτή χρησιμοποιείται μόνο από το προσωπικό του Κέντρου αφού οι εξυπηρετούμενοι του, αναγνωρίζουν ότι ο χώρος αυτός είναι χώρος για το προσωπικό. Υπάρχουν άλλες τέσσερεις τουαλέτες στον χώρο, δύο στον πάνω όροφο και δύο στον κάτω όροφο, δύο ανδρικές και δύο γυναικείες.

Όταν είδε τον Κατηγορούμενο να βγαίνει από την Τουαλέτα, αυτός ήταν ανέκφραστος. Εξήγησε περαιτέρω ότι ο λόγος που σοκαρίστηκε ήταν διότι η πόρτα της Τουαλέτας ήταν κλειστή. Είδε την Παραπονούμενη να βγαίνει, η πόρτα έκλεισε ξανά και ύστερα από κάποια λεπτά βγήκε και ο Κατηγορούμενος. Όταν είδε τον Κατηγορούμενο, στο σημείο ήταν ακόμα μια συνάδελφος της. Στη θέα των πιο πάνω, βγήκε έξω και άρχισε να κλαίει, ενώ στη συνέχεια ειδοποίησε τον Μ.Κ.14 ο οποίος έφτασε στη συνέχεια στο Κέντρο. Όταν έφτασε ο Μ.Κ.14, του εξιστόρησε τα όσα είχε αντιληφθεί με τον ίδιο να αναφέρει ότι θα πρέπει να απολύσουν τον Κατηγορούμενο και να φύγει από το χώρο.  Όπως διαπίστωσε, κατά την συνομιλία του Κατηγορούμενου με τον Μ.Κ.14, αυτός ήταν ανέκφραστος και λίγο αναστατωμένος.

Την 28/3/2024 το μεσημέρι, κάλεσε την Παραπονούμενη για να της ξαναμιλήσει καθώς πίστευε πως θα ήταν πιο ήρεμη και χαλαρή. Όταν ρώτησε την Παραπονούμενη τι έγινε στην Τουαλέτα, αυτή έκανε την κίνηση να χαιδέψει απαλά τα οπίσθια της. Ακολούθως, της έδωσε τα φάρμακα της και της είπε να πάει κάτω στους υπόλοιπους.

Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την επιστολή παραίτησης του και στο ότι μετά την υπογραφή αυτής συνέχισε μέχρι το μεσημέρι κανονικά την εργασία του.

Σύμφωνα με την μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος ομάδας, δεν είχε τα καθήκοντα του παιδοκόμου. Εαν του ζητείτο η βοήθεια του, την έδινε, όμως το να πλένει τα χέρια ενός ατόμου όπως η Παραπονούμενη η οποία αυτοεξυπηρετείτο, δεν ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά. Έτυχε, όμως, όπως εξήγησε, να δει τον Κατηγορούμενο να βοηθά ώστε άτομο το οποίο δεν ήταν αυτοεξυπηρετούμενο να μεταφερθεί στην τουαλέτα ή για αλλαγή πανιού.

Ερωτηθείσα σε σχέση με την Παραπονούμενη, παρατήρησε πως είχε κάποια «κολλήματα», είτε αυτό ήταν αντικείμενο, είτε άτομο. Είχε, επίσης, κάποια θέματα συμπεριφοράς,  όπως για παράδειγμα να έλεγε κάποτε κάποια ψέματα σε σχέση με το εαν ήπιε τα φάρμακα της ή όχι. Παρόλα αυτά, μπορούσε κάποιος να κάνει διάλογο μαζί της, να συζητήσει, όπως και η ίδια  να κάνει πράγματα ή να εκτελέσει εντολές.

Η μάρτυρας αναγώρισε πλάνα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο είναι εγκατεστημένο έξω απο τον χώρο του Κέντρου (βλ. Τεκμήριο 16) αναφέροντας ότι ο χρόνος άφιξης της έξω από το Κέντρο ήταν στις  8:13:17, ενώ ένα λεπτό περίπου μετά,  εξήγησε εισήλθε εντός του Κέντρου. 

Αντεξεταζόμενη, χαρακτήρισε τον Κατηγορούμενο ως καλό και συνεργάσιμο υπάλληλο ο οποίος ήταν πάρα πολύ καλός με τα άτομα που φοιτούσαν στο Κέντρο. Κατά τη διάρκεια της εργοδότητης του ήταν πρόθυμος να κάνει ότι του ζητείτο, συμπεριλαμβανομένων  και κάποιων καθηκόντων όπως τη μεταφορά του αυτοκινήτου για συντήρηση, πλύσιμο κ.λ.π αλλά και φροντίδα του κήπου.   Μέρος των εργασιών που εκτελούσε ο Κατηγορούμενος δεν περιλαμβάνονταν στους όρους εργοδότησης του (βλ. Τεκμήριο 19), ενόψει του ότι αυτά εντάσσονταν στο πλαίσιο των γενικότερων δραστηριοτήτων του Κέντρου.

Η τάξη της οποίας υπεύθυνος ήταν ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στον υπόγειο χώρο του Κέντρου. Υπεύθυνος της τάξης πάνω στο σαλόνι του Κέντρου (έξω από την Τουαλέτα) ήταν άλλος δάσκαλος, ήτοι ο Α.Κ, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο απουσίαζε το εξωτερικό. Τις ημέρες που έλειπε ο συγκεκριμένος δάσκαλος, ήτοι κατά τον επίδικο χρόνο, τον αντικαταστούσε η βοηθός του, πλήν, όμως, τα άτομα  της ομάδας του κάποιες φορές πήγαιναν κάτω στο χώρο που είναι πιο μεγάλος και έμπαιναν στην αίθουσα των άλλων δασκάλων, ήτοι του Κατηγορούμενου ή της Μ.Κ.6.

Όπως εξήγησε, στο χώρο του Κέντρου βρίσκονταν ανά πάσα στιγμή περί τα 33-35 άτομα και το Κέντρο λειτουργούσε από τις 7:00 το πρωί. Η ίδια μετέβαινε συνήθως στη δουλειά περί τις 8:30 - 9:00 και γενικότερα η ώρα άφιξής της δεν ήταν σταθερή. Ο Κατηγορούμενος έφτανε στο χώρο του Κέντρου περί τις 8:00 το πρωί αφού οδηγούσε το λεωφορείο μεταφέροντας στο Κέντρο τα άτομα που φοιτούσαν σε αυτό.

Όπως εξήγησε η μάρτυρας, η συνοδεία οποιουδήποτε ατόμου στην τουαλέτα δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα του Κατηγορούμενου. Βοηθούσε, ωστόσο,  όμως κάποιες φορές εφόσον του το ζητούσαν οι κοπέλες του Κέντρου, αν και κάποιες φορές είτε τις αγνοούσε είτε δεν το έκανε. Η Μ.Κ.9 συμφώνησε ότι ο Κατηγορούμενος συγχαινόταν να εκτελεί αυτή την εργασία, ενώ δεν επιβεβαίωσε συγκεκριμένο περιστατικό το οποίο επικαλέστηκε η Υπεράσπιση, κατά το οποίο κάποιο άτομο λερώθηκε και χρειάστηκαν την βοήθεια του Κατηγορούμενου με τον ίδιο να εκφράζει την θέση ότι συγχαίνετο.  Παράλληλα, η μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή που της τέθηκε και αφορούσε το ότι με δικές τις εντολές ετοιμάστηκε συγκεκριμένο έγγραφο έτσι ώστε να υπογραφεί από τους δασκάλους προκειμένου όλα τα μέλη του προσωπικού να βοηθούν τα άτομα στην τουαλέτα.

Αναφορικά με την σχέση που είχε με την Παραπονούμενη, η μάρτυρας υποστήριξε ότι ήταν από τα άτομα που της είχαν αδυναμία. Αναγνώρισε τα προβλήματα τα οποία είχε αλλά και τα «κολλήματα» τα οποία μπορούσε να έχει η Παραπονούμενη με κάποια πρόσωπα, ενώ πρόσθεσε πως λόγω των φαρμάκων είχε κάποια σκαμπανευάσματα στην συμπεριφορά της. Επίσης, ανέφερε ότι ένας συνομιλητής της μπορούσε, εάν της έκανε ερωτήσεις, να την κατευθύνει και αυτή να συμφωνήσει μαζί του.

Η μάρτυρας επανέλαβε τα όσα αντιλήφθηκε όταν είδε την Παραπονούμενη στις 28/3/2024 να βγαίνει από την Τουαλέτα και το ότι δεν αναποκρίθηκε στην ερώτηση που της έκανε ως προς το τι έκανε εκεί. Η ίδια θεώρησε ότι δεν την άκουσε. Στη συνέχεια εμφανίστηκε στο σαλόνι η βοηθός ομάδας του δασκάλου που απουσίαζε η οποία ερχόταν πάνω με την ομάδα του, η οποία ρώτησε την Παραπονούμενη εάν πήρε τα φάρμακα της, με την Παραπονούμενη να απαντά ότι περιμένει τον Κατηγορούμενο να της τα δώσει. Τότε η μάρτυρας είδε την πόρτα της Τουαλέτας να ανοίγει ξανά, γιατί την είχε κλείσει πίσω της η Παραπονούμενη, από την οποία βγήκε ο Κατηγορούμενος, μετά από κάποια λεπτά, και όχι μετά από μερικά δευτερόλεπτα, ως η θέση της Υπεράσπισης.

Σε σχέση με το σκαμνάκι το οποίο υποστήριξε η Παραπονούμενη ότι βρισκόταν στην Τουαλέτα κατά τον επίδικο χρόνο, ανέφερε ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο να το κρατά. Όπως δέχθηκε, αυτό βρισκόταν μέσα στο γραφείο της, ενώ δεν πρόσεξε, ούτε είδε να ήταν λερωμένη η Παραπονούμενη ή βρεγμένο το σακάκι της όταν βγήκε από την Τουαλέτα.

Η μάρτυρας δέχθηκε πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι είχε συμβεί στην Τουαλέτα ή εαν τελικά έγινε κάτι, ενώ δεν θυμόταν εαν ο Κατηγορούμενος της είπε ότι η Παραπονούμενη έκλεισε την πόρτα της Τουαλέτας λόγω της αστάθειας της.

Όσον αφορά τη συζήτηση που είχε με την Παραπονούμενη το μεσημέρι στις 28/3/2024, η μάρτυρας ανέφερε πως την έπιασε με το φιλότιμο μιλώντας της ήρεμα γιατί δεν ήθελε να της μεταδώσει το άγχος της, να μην την προδιαθέσει ως προς την απάντηση που θα έδινε στο ερώτημα που της έθεσε ως προς τι έγινε στην Τουαλέτα, αφού ως ψυχολόγος γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν έπρεπε να γίνει.

Η Παραπονούμενη, η οποία έδωσε οπτικογραφημένη κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 4) στην Αστυνομία στις 29/3/2024, κατέθεσε ως Μ.Κ.10.  

Στο πλαίσιο της οπτικογραφημένης κατάθεσης της  ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο λόγος που βρισκόταν στην Αστυνομία ήταν διότι έκανε «μήνυση» η αδελφή της και ότι στο Κέντρο δεν περνούσε καλά με τον Κατηγορούμενο και δεν μπορούσε να τον συγχωρέσει για αυτό που της έκανε.

Ειδικότερα υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος «μου’ βαζε στο στόμα μου, το τέτοιο του. Το πουλί του», και ότι αυτό γινόταν κάθε μέρα, ενώ αυτός της έλεγε «μην το πεις πουθενά, αλίμονο σου». Ως ανέφερε στη συνέχεια, αυτό έγινε «μια, δύο, τρείς, τέσσερις, πέντε» φορές, «επάνω. Στην τάξη [τους]». Ερωτούμενη, δε, κατά πόσον πάνω στην τάξη υπήρχαν και άλλα παιδιά, απάντησε πως γινόταν στο γραφείο της Μ.Κ.9.

Στις 28/3/2024, ήτοι ημέρα Πέμπτη, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την πήρε στην Τουαλέτα και «μου έκανε αυτή την, αυτό το κακό πράγμα» και της είπε «να μην πεις τίποτα». Αφού την πήρε από το σπίτι της με το λεωφορείο, έφτασαν στο σχολείο. Το πρωί που πήγε να πάρει τα φάρμακα της, της είπε να μπει στην Τουαλέτα. Ακολούθως, άγγιξε τα οπίσθια της και ανέφερε «και από τον πωπό», διευκρινίζοντας πως το τελευταίο έγινε άλλη μέρα. Περαιτέρω, της είπε «κλείσε την πόρτα» και έβαλε το πέος του στο στόμα της. Η ίδια δεν μπορούσε να αντιδράσει εκείνη τη στιγμή αλλά μετά έτρεμαν τα χέρια και τα πόδια της. Ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος της είπε «να το κάνει» και ερωτούμενη «ποιο πράγμα» κούνησε τα χέρια της μπροστά και πίσω αναφερόμενη στο πέος του. Εκείνη τη στιγμή, ως ανέφερε, η ίδια ήταν καθισμένη και ο Κατηγορούμενος όρθιος, αποδίδοντας την συμπεριφορά του στο ότι την βρήκε «λίγο χαζούλα».

Η ίδια του είπε ότι δεν ήθελε και αυτός της είπε «έλα». Στη συνέχεια, ανέφερε πως «το υγρό» «χύθηκε μέσα στο στόμα [της]» ενώ υπέδειξε το σακάκι που φορούσε (βλ. Τεκμήριο 2), χρώματος μαύρου, λέγοντας πως ήταν λερωμένο και ο Κατηγορούμενος πήρε ένα χαρτί και το σκούπισε. Ερωτούμενη σε σχέση με το χρώμα του μπουφάν που φορούσε, ανέφερε πως ήταν άσπρο και, στη συνέχεια, πως δεν ήξερε τί χρώμα ήταν. Επιπρόσθετα, ανέφερε πως στις 28/3/2024 ο Κατηγορούμενος της έδειξε από το κινητό «αυτές τις γυναίκες που δεν είναι καλές» ρωτώντας την αν της αρέσει.

Το πρωκτικό, ως ανέφερε, έγινε πριν από κάποιο καιρό, «Τρίτη, Τετάρτη» στην Τουαλέτα. Ο Κατηγορούμενος κατέβασε το παντελόνι της και της «έβαλε το πουλί του από πίσω» και πόνεσε. Η ίδια του είπε «δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις, άσε με ήσυχη». Η ίδια είπε πως ήθελε να φύγει, να πάει κάτω στα παιδιά και ο Κατηγορούμενος της είπε «όχι, κάτσε». Ανέφερε, επίσης, ότι πόνεσε, πράγμα που ανέφερε στον Κατηγορούμενο, και αυτός της έλεγε ότι θα σταματούσε, χωρίς, όμως, να το πράξει, ενώ η ίδια του είπε «θα φωνάξω, πρόσεχε». Προσέθεσε ότι το πρωκτικό έγινε δύο φορές και ότι της είπε «βάλ’ το, θα σ’ το βάλω».

Περαιτέρω, ανέφερε ότι εκείνη τη στιγμή δεν αντέδρασε αλλά μετά «έπιασ[ε] μια κυρία και τα λεγ[ε]…τα λεγ[ε]…όλα», διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για την Μ.Κ.6, στην οποία έδειξε τρίψιμο στο στήθος της και, ως συμφώνησε, ανέφερε για την διείσδυση του πέους του Κατηγορούμενου στο στόμα και τον πρωκτό της λέγοντας, επίσης, ότι θα έφευγε από το σχολείο. Η Παραπονούμενη ανέφερε, επίσης, ότι δεν είπε τα όσα συνέβησαν στην Μ.Κ.9 επειδή φοβόταν και ότι το είπε στην Μ.Κ.7.

Κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως στην Τουαλέτα την τράβηξε από το χέρι ο Κατηγορούμενος και ότι δεν απάντησε στην Μ.Κ.9 όταν την είδε να βγαίνει από εκεί επειδή φοβήθηκε τον Κατηγορούμενο.

Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο υπεράσπισης, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιός της είπε να έρθει στο Δικαστήριο, αναφέροντας ότι είναι η πρώτη φορά που έρχεται σε αυτό, ενώ ερωτώμενη εαν γνωρίζει τα άτομα που είναι εδώ στο Δικαστήριο, απάντησε ότι γνωρίζει δέκα.

Ήταν η θέση της ότι δεν μίλησε με κάνεναν πριν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και ότι κανένας δεν της εξήγησε πριν έρθει τι είναι η κατάθεση, ούτε ποιά είναι η διαδικασία στο Δικαστήριο.

Σε ερώτηση ως προς το ποιο ήταν το σχολείο που πήγαινε προηγουμένως, ξέσπασε σε κλάματα αναφέροντας ότι θέλει να πεθάνει, ενώ συνεχίζοντας ανέφερε ότι δεν θέλει να μιλά στον συνήγορο υπεράσπισης. Μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε ονομαστικά στο όνομα του σχολείου στο οποίο φοιτούσε κατά τον επίδικο χρόνο το οποίο, όπως ανέφερε, δεν της άρεσε.

Συμφώνησε ότι πήγε στην Αστυνομία, αλλά δεν ήξερε τι καταγγελία έκανε. Στο εαν θυμάται να έχει γίνει κάτι με τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι δεν τον ξέρει και δεν θυμάται ενώ στις επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις του συνήγορου υπεράσπισης ανέφερε ότι το μόνο που μπορεί να πει είναι ότι έφυγε από εκεί γιατί της είχε «βάλει από πίσω το τέτοιο και πόνεσα. Πόνεσα πολύ».

Ερωτώμενη αν το «τέτοιο» που της έβαλε, έγινε την ημέρα που τους είδε η Μ.Κ.9, ήτοι στις 28/3/2024, να βγαίνουν από την Τουαλέτα, συμφώνησε, καλώντας τον συνήγορο να μην της το θυμίζει αυτό διότι πόνεσε πολύ και ότι την στιγμή που έγινε αυτό βρισκόταν όρθια. Πόνεσε, όπως ανέφερε, πολύ και του έλεγε να σταματήσει. Ένεκα αυτής της συμπεριφοράς σκέφτηκε να πέσει από το μπαλκόνι της Αστυνομίας, πράγμα που, όπως εξήγησε, αποπειράθηκε να κάνει.

Το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό στην Τουαλέτα διήρκησε για μισή ώρα και κατά την διάρκεια της εκεί παρουσίας αντιδρούσε και φώναζε «σταματά, σταμάτα», χωρίς να τους ακούσει κανείς, ενώ ταυτόχρονα ο Κατηγορούμενος της έλεγε να μην φωνάζει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν φώναζε. Κατά την διάρκεια του περιστατικού φορούσε τα ρούχα της.

Στη συνέχεια όσον αφορά το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό που της «έβαλε το πουλί στο στόμα της», αυτό σύμφωνα με την Παραπονούμενη, έγινε άλλη ημέρα, άλλη από την Πέμπτη που τους είδε η Μ.Κ.9, ενώ στη συνέχεια επανέλαβε πολλές φορές ότι δεν θυμάται. Όλα όσα έγιναν με τον Κατηγορούμενο, έγιναν μόνο στην Τουαλέτα.

Ως περαιτέρω προέβαλε, ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο μπουφάν που φορούσε. Ζητώντας της να υποδείξει το ακριβές σημείο, έδειξε τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερή πλευρά από τη μέση και κάτω. Ακολούθως, ανέφερε, ο Κατηγορούμενος πήρε το βετέξ και το καθάρισε, χωρίς να δει που το είχε τοποθετήσει μετά, ενώ η ίδια του είπε «γιατί έχυσες επάνω μου». Ως ανέφερε στη συνέχεια, αυτό συνέβη «εκεί πέρα στην κουζίνα», χωρίς να θυμάται πότε. Συμφώνησε, δε πως όταν βγήκε έξω από την Τουαλέτα η ίδια ήταν βρεγμένη και ανέφερε πως η Μ.Κ.9 δεν ήταν εκεί, «ήτανε άλλη μέρα». Ερωτούμενη κατά πόσο την μέρα που βγήκε από την Τουαλέτα και η Μ.Κ.9 ήταν εκεί, ο Κατηγορούμενος είχε εκσπερματώσει πάνω στο μπουφάν της, απάντησε «μου το καθάρισε, δεν ξέρω πως» και στη συνέχεια ότι «πήγα να το καθαρίσω εγώ, μόνη μου», «δεν πρόλαβα». Σε ό,τι αφορά το περιστατικό κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος διείσδυσε το πέος του στο στόμα της, ανέφερε πως δεν έγινε την ίδια μέρα, συμφωνώντας ότι ήταν «πριν από την Πέμπτη, που…[τους] είδε η [Μ.Κ.9]», ήτοι πριν τις 28/3/2024.

Αναφορικά με τις συζητήσεις που είχε με την Μ.Κ.9 και τον Μ.Κ.14, δεν θυμόταν την αναφορά της περί του ότι πήγε να πλυθεί. Στην δε υποβολή της Υπεράσπισης ότι τους ανέφερε ότι πήγε να πλυθεί στην Τουαλέτα και ότι ο Κατηγορούμενος την χάιδεψε στα μαλλιά επειδή έτσι έγιναν τα πράγματα, ανέφερε πως δεν ήξερε να απαντήσει. Στη συνέχεια, ανέφερε πως όταν η Μ.Κ.9 της είπε να της δείξει τί της έκανε ο Κατηγορούμενος, η Παραπονούμενη της είπε «από πίσω». Περαιτέρω, προέβαλε πως στον Μ.Κ.14 είπε «φοβάμαι, φοβάμαι πολύ», ενώ στη συνέχεια ανέφερε πως στον Μ.Κ.14 δεν μίλησε καθόλου.

Στη συνέχεια της αντεξέτασης της ανέφερε ότι αυτά που συζήτησε με την Μ.Κ.9 τα είπε στην Αστυνομία και σε κανέναν άλλο, ούτε και στην Μ.Κ.7. Ανέφερε, συγκεκριμένα, ότι η ίδια είπε στην Μ.Κ.7 ότι ήθελε να πάει στην Αστυνομία εννοώντας ότι δεν πήγε κατόπιν παρότρυνσης της Μ.Κ.7. Στη συνέχεια, ανέφερε πως δεν συζητά καθόλου τα επίδικα περιστατικά ούτε με την Μ.Κ.7.

Σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά ανέφερε ότι δεν μίλησε με την αδελφή της/Μ.Κ.7 ενώ δεν θυμόταν αν είπε στην Αστυνομία ότι της έδειξε βίντεο ο Κατηγορούμενος. Δεν της έδειξε τίποτα αλλά, ως ανέφερε, και να της έδειξε η ίδια δεν θα το έβλεπε.

O M.K.11 ήταν ο ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής που παρακολουθούσε την Παραπονούμενη. Εργάζεται ως ψυχίατρος από το 2020 στην Κύπρο, ενώ προηγουμένως εργαζόταν άλλα 6 χρόνια, ήτοι από το 2014 στη Γερμανία. Το βιογραφικό του σημείωμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20.

Σε σχέση με την Παραπονούμενη και την παρούσα υπόθεση του ζητήθηκε και συνέταξε  έκθεση (βλ. Τεκμήριο 21), το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Σε αυτό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η Παραπονούμενη είναι άτομο με προηγούμενο ιστορικό από την Ελλάδα όπου και διέμενε, με ήπια νοητική στέρηση και σχιζοφρένεια. Επίσης η Παραπονούμενη έχει διαγνωσθεί με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης, σακχαρώδη διαβήτη, νεφρική δυσλειτουργία και υποθυροειδισμό. Έχει ιστορικό τριών νοσηλειών στην Ψυχιατρική Κλινική Λεμεσού και συγκεκριμένα η πρώτη τον Μαίο του 2021 και οι υπόλοιπες δύο το 2022 λόγω υποτροπών με ψυχωσική συμπτωματολογία, κυρίως διαταραχές αντίληψης με ακουστικές ψευδαισθήσεις και ανησυχία. Στην τελευταία νοσηλεία το 2022 έγινε αναπροσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής με αποτέλεσμα να υπάρχει βελτίωση της κλινικής της εικόνας, ύφεση της συμπτωματολογίας χωρίς άλλες υποτροπές.

Όπως περαιτέρω αναφέρει στο εν λόγω τεκμήριο, από την τελευταία νοσηλεία η Παραπονούμενη παρακολουθείτο από τον ίδιο στα εξωτερικά ιατρεία μέχρι και τις 31/5/2024, οπότε τον επισκέφθηκε για τελευταία φορά. Σε αυτό το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήταν πλήρως συνεργάσιμη, λάμβανε σωστά τη φαρμακευτική αγωγή της και παρουσίαζε γενικά πολύ καλή και σταθερή εικόνα. Η φαρμακευτική αγωγή η οποία λαμβάνει, οδήγησε στη πλήρη ύφεση της ψυχωσικής συμπτωματολογίας και σίγουρα δεν προκαλεί άλλες παραισθήσεις.

Όπως περαιτέρω εξήγησε, οι Υπηρεσίες Ψυχιατρικής Υγείας παρακολουθούν την Παραπονούμενη από το 2021, ενώ ο ίδιος προσωπικά την παρακολουθεί από τον Μάη του 2022.  Αρχικά μετά την νοσηλεία της, ο ίδιος παρακολουθούσε την Παραπονούμενη κάθε 3 με 4 εβδομάδες, όμως μετά την σταθεροποίηση της, οι συναντήσεις τους έγιναν  κάθε τρείς με τέσσερεις μήνες. Ο λόγος που αυτές αραίωσαν, ήταν διότι υπήρξε σταδιακή σταθεροποίηση της ψυχικής νόσου η οποία σύμφωνα με προηγούμενο ιστορικό της Παραπονούμενης από την Ελλάδα στην οποία διέμενε είχε ήπια νοητική στέρηση και/ή σχιζοφρένεια.

Εξήγησε με ποιο τρόπο διαπιστώνεται η ήπια νοητική στέρηση και η σχιζοφρένεια. Ειδικότερα σε σχέση με την ήπια νοητική στέρηση υποστήριξε πως κατά κύριο λόγο αυτή διαπιστώνεται  μέσω της κλινικής εικόνας που εκτιμάται μέσω της ψυχιατρικής εξέτασης. Επίσης, γίνονται διάφορα ψυχομετρικά τεστ, κυρίως από ψυχολόγους και λαμβάνεται, επίσης το ιστορικό του ατόμου αλλά και της οικογένειας του αφού τα θέματα αυτά επηρεάζονται απο κληρονομικούς παράγοντες. Σε σχέση με την διάγνωση της σχιζοφρένειας, υπάρχουν, όπως εξήγησε, συγκεκριμένα κριτήρια για την διάγνωσή της. Υπάρχουν στο σύνολο πέντε τέτοια κριτήρια. Τα τρία από αυτά είναι τα πιο σημαντικά και είναι οι παραληρητικές ιδέες, οι ψευδαισθήσεις και η αποδιοργανωμένη σκέψη και συμπεριφορά. Θα πρέπει, λοιπόν, να υπάρχει ένα από αυτά σε μια περίοδο ενός μήνα.   Υπάρχουν, επίσης, όπως εξήγησε, και κριτήρια, όπως τα λεγόμενα αρνητικά συμπτώματα, όπως αβουλία, απραξία, ανηδονία, κοινωνική απόσυρση. Τα αίτια που μπορούν να προκαλέσουν την σχιζοφρένεια μπορεί να είναι κληρονομικά, περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η χρήση κάνναβης, και νευρολογικοί παράγοντες όπου υπάρχει μια δυσλειτουργία στο σύστημα στο μεσομεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου όπου γίνεται υπερβολική έκκριση της ντοπαμίνης, γεγονός το οποίο οδηγεί σε παραισθήσεις‑ψευδαισθήσεις. Το μεσομεταιχμιακό του εγκεφάλου, είναι ένα σύστημα στο εγκέφαλο που ορίζει τη λειτουργία της σκέψης, συμπεριφοράς και συναισθήματος.

Ως προς την νοητική στέρηση, εξήγησε ότι υπάρχουν τέσσερις διαφαθμίσεις. Η ήπια, μέτρια, βαρία και σοβαρή νοητική στέρηση.  

Σε σχέση με την Παραπονούμενη από την κλινική εικόνα αυτής, θεωρεί πως έχει ήπια προς μέτρια νοητική στέρηση χωρίς, φυσικά, να την κατατάσει στον ορισμό της μέτριας νοητικής στέρησης. Με παραπομπή στο προηγούμενο ιστορικό της Παραπονούμενης από την Ελλάδα, εξήγησε ότι δεν πήρε ως δεδομένη την διάγνωση που έγινε στην Ελλάδα, αλλά έκανε και την δική του διάγνωση όταν είδε την Παραπονούμενη για πρώτη φορά κατά την νοσηλεία της το 2021.

Αναφέρθηκε στα συμπτώματα της σχιζοφρένειας, όπως οι διαταραχές στη σκέψη, στη συμπεριφορά, στο συναίσθημα, οι παραληρητικές ιδέες διάφορων περιεχομένων, οι  ψευδαισθήσεις, η αποδιοργανωμένη συμπεριφορά, η αποδιοργανωμένη σκέψη, απραξία, αβουλία και στη συνέχεια ακόμη και γνωστική έκπτωση. Τα πιο πάνω, όπως εξήγησε, δεν υπάρχουν ως σύνολο σε όλους τους ασθενείς.

Σε σχέση ειδικότερα με την Παραπονούμενη, τον Μάη του 2022 όταν πήγε για πρώτη φορά για νοσηλεία, είχε ως κύριο σύμπτωμα τις ακουστικές ψευδαισθήσεις, την αποδιοργανωμένη συμπεριφορά, την αποδιοργανωμένη σκέψη και την έντονη ψυχοκινητική ανησυχία. Ο λόγος που κρίθηκε αναγκαία η νοσηλεία, ήταν διότι υπήρχε  έντονη συμπτωματολογία. Έκτοτε η Παραπονούμενη ήταν πολύ πιο λειτουργική, υποχώρησαν κυρίως τα συμπτώματα της ψυχοκινητικής ανησυχίας, της αποδιοργανωμένης ομιλίας και σκέψης. Είχαν μειωθεί επίσης και οι ακουστικές ψευδαισθήσεις. Στη συνέχεια υπήρχε πλήρης ύφεση της συμπτωματολογίας ενω πλέον υποχώρησαν και οι ακουστικές ψευδαισθήσεις.

Τον Μάρτιο του 2024, ήτοι κατά τον επίδικο χρόνο, ανέφερε ότι δεν υπήρχε κανένα από τα πιο πάνω χαρακτηριστικά/συμπτώματα.

Ο μάρτυρας εξήγησε πως οι ακουστικές ψευδαισθήσεις τις οποίες παρουσίαζε η Παραπονούμενη, εντοπίζοντας όταν ο ασθενής ακούει ήχους και λέξεις που τον προστάζουν να κάνει κάτι. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι ακουστικές ψευδαισθήσεις μπορεί να υπάρξουν με διαφορετικό περιεχόμενο, όπως απλοί ήχοι, κάποιες λέξεις, κάποιοι σχολιασμοί, ακόμα η ίδια η σκέψη του ατόμου και να την ακούει όμως σε λέξεις.

Αυτές οι υποτροπές, όπως εξήγησε, μπορούν να επέλθουν κυρίως όταν δεν υπάρχει συμμόρφωση στη θεραπεία του ατόμου και πειθαρχεία και επίσης μπορεί να υπάρξουν μετά από κυρίως στρεσογόνους παράγοντες οι οποίοι μπορεί να είναι οτιδήποτε, όπως για παράδειγμα η απώλεια ενός δικού τους ατόμου ή μια επαγγελματική αποτυχία.

Εξήγησε περαιτέρω τους λόγους που έγινε αναπροσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής της Παραπονούμενης μετά το 2022, η οποία, ως ανέφερε, έγινε στη βάση της συχνότητας των υποτροπών που παρουσίασε. Λόγω του ότι είχαν προηγηθεί τα προηγούμενα χρόνια τρεις νοσηλίες της Παραπονούμενης και μη αποτελεσματικής θεραπείας τις προηγούμενες χρονιές, είχε αποφασιστεί από τον ίδιο και την υπόλοιπη ομάδα, αλλάγη στη φαρμακευτική αγωγή η οποία στην πορεία φάνηκε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ότι ήταν και η σωστή, αφού έκτοτε ήταν πλήρως συνεργάσιμη και γενικά παρουσίαζε πολύ καλή και σταθερή εικόνα.  

Σε όλα αυτά βοήθησε και το ότι είχε καλό υποστηρικτικό περιβάλλον από την αδελφή της και το ότι ήταν πάντα πολύ συνεπής στα ραντεβού της. Από τον έλεγχο που ο ίδιος έκανε μέσω του ΓΕ.Σ.Υ., παρατήρησε ότι η Παραπονούμενη λάμβανε μηνιαίως τα φάρμακα της, ενώ από την κλινική της εικόνα διαπίστωνε ότι δεν υπήρχαν τα προαναφερόμενα συμπτώματα. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπήρχαν υποτροπές.

Ερωτώμενος κατά πόσο η Παραπονούμενη είναι σε θέση να διακρίνει την πραγματικότητα από το ιδεατό ή την αλήθεια από το ψέμα, εξήγησε ότι αυτό μπορεί να το διαπιστώσει όταν εξετάσει ένα ασθενή. Σίγουρα, όπως εξήγησε, όταν η Παραπονούμενη βρίσκεται σε υποτροπή δεν μπορεί να αντιλαμβάνεται όσα μπορεί να συμβαίνουν στον περιβάλλοντα της χώρο.  Όταν όμως η συμπτωματολογία είναι σταθερή ή είναι σε ύφεση,  υπάρχει αντίληψη. Στην υπό κρίση περίπτωση θα πρέπει να προσμετρηθεί ότι  υπάρχει και μια νοητική στέρηση, γεγονός το οποίο μπορεί να επηρεάζει σε κάποιο βαθμό, αν και όσο ήταν σε σταθερή κλινική εικόνα μπορούσε να τα διαχωρίσει και η αντίληψή της ήταν ψηλή και μπορούσε να λειτουργήσει στην καθημερινότητά της με την υποστήριξη που είχε στο σπίτι και στο σχολείο.  Ως, επίσης, υπέδειξε, από το 2022 μέχρι το 2024 η κλινική της εικόνα ήταν σταθερή, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε από τις σημειώσεις του,  τις οποίες έχει καταχωρημένες στο ΓΕΣΥ.  

Ως προς τις παρενέργειες τις οποίες μπορούν να έχουν γενικά τα ψυχωτικά φάρμακα, αυτές αφορούν στην αύξηση βάρους, η οποία δεν παρατηρήθηκε στην περίπτωση της Παραπονούμενης,  έκκριση υπερβολικού σάλιου από τα συγκεκριμένα σκευάσματα και δυσκοιλιότητα.  Δεν παρατηρούνται, όπως εξήγησε, συμπεριφεριακές παρενέργειες από τα εν λόγω φάρμακα.

Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως η φαρμακευτική αγωγή της Παραπονούμενης, είχε προσαρμοστεί το 2022 μέσω μερικής αλλαγής στα φάρμακα τα οποία λάμβανε. Η Παραπονούμενη από το 2022, λαμβάνει Seroquel στα 500mg και Aripiprazole στα 7.5mg την ημέρα. Λαμβάνει επίσης την ουσία Clozapine στα 75mg ενώ προηγουμένως ήταν στα 100mg, ενώ το Seroquel είχε μειωθεί, στα 400 ή 300mg. Σε σχέση με τις παρενέργειες του Seroquel, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το μπορεί να προκαλέσει αστάθεια, έννοια στην οποία εμπίπτει και το να τρέμει κάποιο άτομο, υπό προϋποθέσεις, συνήθως σε ψηλές δοσλογίες. Στη δόση των 500mg που λαμβάνει η Παραπονούμενη, «μπορεί, συνήθως όχι». Ανέφερε, δε, ότι είναι πιο πιθανό αστάθεια να προκαλέσει η αριπιπραζόλη που λαμβάνει η Παραπονούμενη. Ο πιο πάνω αναφερόμενος συνδιασμός φαρμάκων είναι συνηθισμένος, ενώ πρόσθεσε πως αυτή την στιγμή βρίσκονται σε διαδικασία μείωσης.  Προηγουμένως η Παραπονούμενη λάμβανε και άλλα φάρμακα  τα οποία μείωσαν σταδιακά.

Αναφερόμενος στην κατάσταση της Παραπονούμενης το, 2024, υποστήριξε ότι είχαν φτάσει σε μια σταθερή κλινική εικόνα και σε μια συγκεκριμένη δοσολογία που βοηθούσε στην ύπαρξη συντηρητικής θεραπείας και γι’ αυτό το λόγο δεν ήταν και τόσο συχνές πλέον οι επισκέψεις την Παραπονούμενης στο ιατρείο του.

Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι αν και τα συμπτώματα της Παραπονούμενης ήταν σε ύφεση, η διάγνωση της σχιζοφρένειας παρέμενε ως δεδομένο και ότι ένα τέτοιο πρόσωπο, μπορεί ανά πάσα στιγμή να υποτροπιάσει κάτω, όμως, από συγκεκριμένες προυποθέσεις. Όπως εξήγησε περαιτέρω, στην επιστήμη, υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι για την υποτροπή. Όταν ένα άτομο είναι σταθερό με σωστή λήψη της φαρμακοθεραπείας, τακτική παρακολούθηση, σωστό υποστηρικτικό πλαίσιο, η πρόγνωση είναι καλή, κυρίως εάν υπάρξει αντιμετώπιση της νόσου από τα αρχικά στάδια, κάτι το οποίο ισχύει σε σχέση με την Παραπονούμενη, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από το χρονικό διάστημα των 4 χρόνων όπου παρουσιάζεται σταθεροποίηση.  

Μετά το Μάιο του 2024 συνεχίζει να παρακολουθεί την Παραπονούμενη ως γιατρός της μέχρι και σήμερα. Μετά την σύνταξη της έκθεσης του τον Μάιο του 2024, ήτοι μεταξύ Αυγούστου – Σεπτεμβρίου 2024 υπήρξε μερική, ήπια έξαρση της συμπωματολογίας η οποία, όμως, αντιμετωπίστηκε νωρίς αυξάνοντας μέρος της φαρμακευτικής αγωγής. Αυτό το οποίο παρουσίασε και αντιμετωπίστηκε εγκαίρως, ήταν περισσότερο συναισθηματική ανησυχία και φόβος.

Κατά τις επισκέψεις της Παραπονούμενης στο ιατρείο του, γίνεται μια ψυχοπαθητική εξέταση που περιλαμβάνει ερωτήσεις, όπως προσανατολισμό, αξιολόγηση της προσοχής, της συγκέντρωσης και των ψυχωσικών συμπτωμάτων, δηλαδή κυρίως της σχιζοφρένειας των ψευδαισθήσεων, των παραληρητικών ιδεών, της κατάστασης της, της σκέψης της, της ευαισθησίας της. Στην εξέταση μαζί της έρχεται πάντοτε και η αδερφή της.

Επανερχόμενος στο Τεκμήριο 21, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι δεν αποτελεί δικανική έκθεση και ότι δεν περιέχει οποιαδήποτε ψυχομετρική αξιολόγηση. Ψυχομετρική αξιολόγηση είχε γίνει μέσω του κέντρου Εξειδικευμένων Αξιολογήσεων με την Μ.Κ.12 και έγινε μετά την νοσηλεία της Παραπονούμενης. Η ψυχομετρική εξέταση, περιλαμβάνει αρκετές ερωτήσεις προς τον ασθενή.

Ο ίδιος όπως εξήγησε δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση υποβολιμότητας της Παραπονούμενης, ήτοι το λεγόμενο «Gudjonsson Suggestibility Scale». Την εν λόγω εξέταση, όπως ανέφερε, την γνωρίζει αλλά δεν την εφαρμόζει αφού κρίνει ότι δεν ήταν αναγκαία για την παροχή των δικών του υπηρεσιών.

Δεν απέκλεισε ότι άτομα με νοητική αναπηρία είναι πιο ευάλωτα στην υποβολιμότητα και γενικά υπάρχει ο κίνδυνος τέτοια άτομα να είναι πιο ευάλωτα σε αυτές τις καταστάσεις.  

Η Μ.Κ.12 είναι κλινική ψυχολόγος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας εδώ και 10 χρόνια. Το βιογραφικό της σημείωμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22. Εργάζεται στο Κέντρο Εξειδικευμένων Αξιολογήσεων Ψυχικής Υγείας που διενεργούνται ψυχολογικές αξιολογήσεις κατόπιν αιτημάτων θεσμικών φορέων, είτε κατόπιν αιτημάτων γιατρών ή ψυχίατρων ή νευρολόγων, με στόχο τη διενέργεια διαφοροδιάγνωσης σε περιπτώσεις ψυχικών ευρημάτων. Επίσης, είναι κλινικός επόπτης στη Διασυνδετική Ψυχική Υγεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και επόπτης Παιδιού των Ειδικευμένων Κλινικών Ψυχολόγων παγκύπρια των Κέντρων Εξειδικευμένων Αξιολογήσεων Ψυχικής Υγείας και στη Λεμεσό της Ψυχιατρικής Κλινικής Λεμεσού του Γενικού Νοσοκομείου.

Για την παρούσα υπόθεση είχε συντάξει έκθεση αναφορικά με την Παραπονούμενη ημερομηνίας 30/5/2024 (βλ. Τεκμήριο 23). Σε αυτή αναφέρεται ότι για σκοπούς της αξιολόγηση

ς πραγματοποιήθηκαν δυο συνταντήσεις με την Παραπονούμενη στις 17/4/2024 και στις 14/5/2024. Λόγω της μετάβασης της Παραπονούμενης στο εξωτερικό δεν ήταν εφικτή η διενέργεια της δεύτερης αξιολογικής συνεδρίας ενωρίτερα. Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την ψυχολογική αξιολόγηση ήταν η ημιδομημένη κλινική συνέντευξη και η διερευνητική παρατήρηση. Επίσης, μελετήθηκε ο φυσικός φάκελος της Παραπονούμενης, όπως αυτός τηρείται στο Αρχείο των Εξωτερικών Ιατρείων των Ψυχιατρικών Υπηρεσιών, καθώς και ιατρικές γνωματεύσεις και ψυχολογική εξέταση που προσκόμισε η αδελφή της Παραπονούμενης.

Δεν διαπιστώθηκαν διαταραχές στην αντίληψη και συγκεκριμένα παραισθήσεις – ψευδαισθήσεις και το περιεχόμενο των σκέψεων της ήταν απαλλαγμένο παραληρητικών και αυτοκαταστροφικών ιδεών.  Ήταν προσανατολισμένη σε εαυτό και τόπο, ωστόσο δεν ήταν προσανατολισμένη σε χρόνο.

Σε σχέση με την υπό διερεύνηση καταγγελία, η εξεταζόμενη αναφέρθηκε σε περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της από λειτουργό του Κέντρου στο οποίο φοιτούσε.  Κατά τις αναφορές της, επέδειξε συγκινησιακή φόρτιση και εξέφρασε συναισθήματα φόβου και αγωνίας, επαναλαμβάνοντας ερωτήματα κατά πόσο έγινε πιστευτή από την Αστυνομία, ζητώντας σχετικές διαβεβαιώσεις, ενώ δεν ήταν σε θέση να προδιορίσει πόσες φορές έγιναν τα καταγγελθέντα περιστατικά, δηλώνοντας διαφορετική συχνότητα και ακολούθως δήλωση πως λόγω της παρόδου του χρόνου δεν μπορούσε να απαντήσει σχετικά. Πρόσθετα, διαφάνηκε η επιθυμία της να μην αναφερθεί περαιτέρω στα καταγγελθέντα περιστατικά, τα οποία της προκαλούν ψυχική αναστάτωση. Από τις αναφορές της σε σχέση με την υπό διερεύνηση καταγγελία, διαπιστώθηκε πως το συναίσθημα της συμβάδιζε με το περιεχόμενο της αφήγησης της.

Στην έκθεση σημειώνεται πως λίγες ημέρες μετά τη διενέργεια της πρώτης αξιολογικής συνεδρίας, απεβίωσε η μητέρα της Παραπονούμενης με την οποία διατηρούσε ισχυρό συναισθηματικό δεσμό και διένυε περίοδο πένθους, καταβάλλοντας προσπάθειες αποδοχής της απώλειας και προσαρμογής στα νέα δεδομένα που επέφερε η εν λόγω απώλεια. Παράλληλα, εξέφρασε την ικανοποίηση της αναφορικά με τη στήριξη και φροντίδα που λαμβάνει από την αδελφή της καθώς και αναφορικά με την υποστηρικτική σχέση που διαφάνηκε πως διατηρεί με τον αδελφό της.

Συμπερασματικά στο Τεκμήριο 23, αναφέρεται ότι η Παραπονούμενη παρουσιάζει νοητική αδυναμία και έχει ιστορικό εκδήλωσης ψυχωσικής διαταραχής, για την αντιμετώπιση της οποία λαμβάνει συστηματικά ψυχιατρική θεραπεία.

Η μάρτυρας εξήγησε ότι η ψυχολογική αξιολόγηση είναι μια οργανωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη διαδικασία κατά την οποία ο κλινικός ψυχολόγος συγκεντρώνει, επεξεργάζεται, αναλύει και σύνθετει δεδομένα που αφορούν τη νοητική και συναισθηματική κατάσταση του εξεταζόμενου προσώπου με στόχο να αξιολογήσει την τρέχουσα ψυχική κατάσταση, το συναίσθημα και τη λειτουργικότητα του ατόμου.

Σε σχέση με τον αριθμό των συναντήσεων που είχε με την Παραπονούμενη, υπέδειξε ότι πραγματοποιήθηκαν δύο κλινικές συναντήσεις διάρκειας μίας ώρας, έκαστης, υποδεικνύοντας πως στη διεθνή κλινική πρακτική υπάρχει καθορισμένος αριθμός συναντήσεων που απαιτείται ώστε να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα

Κατέθεσε, επίσης,  αντίγραφο του ιατρικού φακέλου της Παραπονούμενης, όπως αυτό διαμορφώθηκε και διατηρείται στο Κέντρο Εξειδικευμένων Αξιολογήσεων (βλ. Τεκμήριο 24), στον οποίο η μάρτυρας είχε πρόσβαση. Η μελέτη του εν λόγω φακέλου είναι μια πρακτική που εφαρμόζουν όταν είναι προσβάσιμα τα εν λόγω δεδομένα. Η μελέτη του φακέλου εξυπηρετεί, όπως υποστήριξε, στην καλή διασταύρωση του ιστορικού ενός ατόμου και προσφέρει καλύτερη πληρότητα διότι μειώνει τα σφάλματα και δίνει την δυνατότητα να αξιολογήσει τι είναι χρονικά σταθερό, ποιο σύμπτωμα είναι σταθερό στο χρόνο και εαν έχει αλλάξει κάτι αιφνίδια ή εάν υπάρχει επιδείνωση ή βελτίωση της ψυχικής κατάστασης. Επιπλέον, η μελέτη του φακέλου βοηθά να εντοπιστούν κάποιες ασυνέπειες ή κενά των ασθενών, ειδικά σε περιπτώσεις που μπορεί να υπάρχει χαμηλός βαθμός εναισθησίας.

Ο φάκελος αυτός δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια της αξιολόγησης της Παραπονούμενης, μέσα σε αυτόν συμπυκνώνεται η διαδικασία και τα ευρήματα που απορρέουν μεταξύ των οποίων και οι δυο εκθέσεις τις οποίες προσκόμισε η αδελφή της Παραπονούμενης, Μ.Κ.7. Η μια αφορά γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας και η άλλη είναι η έκθεση με τα αποτελέσματα της νοομετρικής εξέτασης της Παραπονούμενης που έγινε στην Ελλάδα. Όπως περαιτέρω εξήγησε η μάρτυρας, η μελέτη είναι ουσιώδης για τη διεκπεραίωση της αξιολόγησης, καθώς επιτρέπει την κατανόηση της χρονικής πορείας των συμπτωμάτων και τη διάκριση μεταξύ δια βίου δυσκολιών, περιορισμών, είτε προσαρμοστικών είτε νοητικών, και της δυναμικής επιδείνωσης στις δύο περιπτώσεις το 2021 και το 2022, λόγω ψυχιατρικής νόσου και τη διαμόρφωση τεκμηριωμένης γνώμης ως προς την τρέχουσα ψυχική της κατάσταση και τις συναφείς ικανότητές της.

Επιπλέον σε σχέση με την σημασία λήψης του ιστορικού της Παραπονούμενης, τόνισε ότι μπορούν να κατανοηθούν αλλαγές που έχουν συμβεί σε βάθος χρόνου, τα τεκμηριωθεί σε ποια κατάσταση βρισκόταν το εξεταζόμενο πρόσωπο στο παρελθόν, ποιές δυσκολίες είναι μόνιμες στο χρόνο, πότε υπάρχει επιδείνωση και ποιές παρεμβάσεις βοηθούν στην ύφεση των συμπτωμάτων, στοιχεία βοηθητικά στο να διαπιστωθεί εάν όντως ισχυεί μια ψυχιατρική διάγνωση.

Αναφερόμενη στην «ευερεθιστότητα» την οποία παρουσίασε η Παραπονούμενη κατά την διάρκεια της νοσηλείας της, εξήγησε ότι είναι μια κατάσταση κατά την οποία το άτομο έχει χαμηλό κατώφλι για θυμό ή εκνευρισμό, αντιδρά με ευκολία, με έντονη ενόχληση, ακόμη και σε σχετικά μικρά ή ουδέτερα ερεθίσματα. Οι «ακουστικές ψευδαισθήσεις»  είναι ομιλίες κατά τις οποίες το άτομο ακούει φωνές χωρίς να υπάρχει εξωτερική πηγή ήχου. Η Παραπονούμενη είχε παρουσιάσει τα πιο πάνω συμπτώματα σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν από την αδελφή της και την ενημέρωση που έλαβε από τον Μ.Κ.11, σύμφωνα με τον οποίο οι νοσηλείες δεν ήταν δυο αλλά τρείς.

Αναφερόμενη στη διενέργεια της νοομετρικής εξέτασης σημείωσε πως η κλίμακα νοημοσύνης ενηλίκων (wais), ήτοι το τυποποιημένο τεστ νοημοσύνης, χορηγείται σε ενήλικα πρόσωπα και μετρά το συνολικό επίπεδο νοητικής λειτουργικότητας αλλά και επιμέρους δείκτες, όπως ο λόγος, ο αντιληπτικός συλλογισμός, η εργαζόμενη μνήμη και ταχύτητα επεξεργασίας. Σε σχέση με την Παραπονούμενη το εν λόγω τεστ, χορηγήθηκε στην Ελλάδα από άλλο ειδικό.

Η μάρτυρας αναφέρθηκε στη σημασία διενέργειας αυτού του τεστ, καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα να τεκμηριωθεί η νοητική αδυναμία χωρίς τη νοομετρική αξιολόγηση. Εξήγησε ότι όλο και περισσότερο τα νέα διαγνωστικά εγχειρίδια δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην προσαρμοστική λειτουργικότητα και τους περιορισμούς που έχουν στην καθημερινή τους ζωή. Ωστόσο, ο τυπικός δείκτης IQ, ήτοι ο γενικός δείκτης νοημοσύνης, χρειάζεται επικουρικά για να συμβάλει στον προσδιορισμό της ύπαρξης και του βαθμού νοητικής αναπηρίας. Επομένως, δεν γίνεται να δοθεί διάγνωση νοητικής αδυναμίας χωρίς να διενεργηθεί και η νοομετρική αξιολόγηση για να διαπιστωθεί περίπου το επίπεδο της βαρύτητας. Όπως περαιτέρω εξήγησε, δεν ενδείκνυται η επαναχορήγηση του συγκεκριμένου τεστ μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το μικρότερο χρονικό διάστημα που συστήνεται να επαναχορηγηθεί είναι ο ένας χρόνος, αν και τυπικά ενδείκνυται να χορηγηθεί μετά την πάροδο δυο ετών και γι’ αυτό δεν διενήργησε και η ίδια το συγκεκριμένο τέστ στην Παραπονούμενη.

Υποστήριξε περαιτέρω ότι η κλινική εικόνα της Παραπονούμενης συνάδει με τα αποτελέσματα του ψυχομετρικού εργαλείου με λίγο μεγαλύτερη βαρύτητα, κατά τη δική της άποψη, προς μέτρια νοητική. Το αποτέλεσμα του γενικού δείκτη νοημοσύνης είναι 51, τιμή η οποία εμπίπτει και στην ήπια και στη μέτρια νοητική αδυναμία. Εάν όμως, το άτομο μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, να εκπαιδευτεί και να λειτουργήσει αυτόνομα τότε το άτομο κατατάσσεται στην κατηγορία της ήπιας νοητικής αδυναμίας. Όταν, όμως, είναι αναγκαία η συστηματική φροντίδα για να βιοποριστεί, να ζήσει, τότε πρόκειται για μέτρια νοητική αδυναμία. Στην περίπτωση της Παραπονούμενης, δεν υπάρχει η δυνατότητα να ζήσει αυτόνομα, αλλά αντίθετα χρειάζεται συστηματική φροντίδα.

Η κλινική εικόνα της Παραπονούμενης όπως εξήγησε, συνάδει με τα αριθμιτικά  αποτελέσματα, αφού έχει μεγαλύτερη λεκτική ευχέρεια ο αντιληπτικός της συλλογισμός, ο οποίος είναι καλύτερος από την ταχύτητα επεξεργασίας της και τον δείκτη εργαζόμενης μνήμης της. Ο δείκτης λεκτικής κατονόησης, περιλαμβάνει την λεκτική ικανότητα και την δυνατότητα έκφρασης της, ενώ περιλαμβάνει και την μακροχρονη μνήμη, την ακουστική κατανόηση, την αποκρυσταλλωμένη νοημοσύνη, η οποία είναι, όπως εξήγησε, η δεξαμενή όλης της γνώσης που έχει αφομοιώσει. Αφορά ουσιαστικά την δυνατότητα ενός ατόμου  να κατανοεί, να αποκωδικοποιεί, να ερμηνεύει και να επεξεργάζεται τη σημασία γεγονότων, καταστάσεων και εννοιών και να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές. Στην περίπτωση της Παραπονούμενης, οι ικανότητες αυτές είναι καλύτερα ανεπτυγμένες, ενώ διαπιστώνεται μια μεγάλη απόκλιση από τον δείκτη ταχύτητας επεξεργασίας. Οι τιμές αυτές, σύμφωνα με την μάρτυρα, στη βάση του ελληνικού δείγματος στάθμισης εμπίπτουν στο όριο της ήπιας νοητικής αδυναμίας.

Σε σχέση με την τρέχουσα κατάσταση ψυχικής υγείας της Παραπονούμενης, όπως αναφέρεται στην έκθεση, δεν διαπιστώθηκαν διαταραχές στην αντίληψη και συγκεκριμένα ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις, ενώ το περιεχόμενο των σκέψεων της ήταν απαλλαγμένο παραληρητικών και αυτοκαταστροφικών ιδεών, δηλαδή δεν υπήρχαν ενδείξεις ψυχωτικής συμπτωματολογίας. Ειδικότερα, η Παραπονούμενη δεν περιέγραψε, ούτε παρουσίαζε εμπειρία τύπου παραισθήσεων, όπως το να βλέπει ή να ακούει ερεθίσματα χωρίς πραγματική εξωτερική πηγή, ούτε σταθερές εσφαλμένες πεποιθήσεις αποκομμένες από την πραγματικότητα που συνιστούν παραληρητικές ιδέες, όπως ότι κάποιος την καταδιώκει, ή ελέγχει το μυαλό της, χωρίς αντικειμενική βάση. Αυτά μπορούν να διαπιστωθούν με  κλινική συνέντευξη μέσω συγκεκριμένων ερωτημάτων, ενώ στην περίπτωση της Παραπονούμενη δεν διαπιστώθηκε κάτι τέτοιο.

Στο ερώτημα, κατά πόσο με βάση την εμπειρία της, υπήρχε πιθανότητα να προσποιηθεί η Παραπονούμενη και τα πιο πάνω να μην γίνουν αντιληπτά, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο χρόνος κατά τον οποίο υπόκειται σε παρατήρηση και σε συνέντευξη που καλείται να είναι συγκεντρωμένη ενεργητικά, άρα στο διάστημα της μιας ώρας, μειώνεται αυτό το ενδεχόμενο. Επίσης, υπήρχε και η άλλη πηγή πληροφόρησης που είναι η αδελφή της, η οποία επίσης δεν αναφέρει κατά τη διάρκεια των ημερών της περιόδου, να έχει εκδηλώσει τέτοιες συμπεριφορές, τονίζοντας πως, όταν υπήρξε η ψυχική υποτροπή στο παρελθόν σε τρεις περιπτώσεις ήταν εμφανής η υποτροπή αυτή και χρειάστηκε να υπάρξει νοσηλεία.

Σύμφωνα με την Μ.Κ.12, η Παραπονούμενη ήταν προσανατολισμένη σε εαυτό και τόπο αλλά υπήρχε δυσκολία στον χρονικό προσανατολισμό. Κληθείσα να τοποθετηθεί κατά πόσο η Παραπονούμενη ήταν σε θέση να απαντήσει σε ερώτηση κατά πόσον στο παρελθόν είχε συναντήσει συγκεκριμένο πρόσωπο, η μάρτυρας απάντησε πως πιθανόν να υπάρχουν περιορισμοί στο να μπορέσει να θυμηθεί εαν έχει συναντηθεί με κάποιο άτομο. Μπορεί να αναγνωρίσει γνώριμο πρόσωπο, εάν το έχει συναντήσει κάποιες φορές, ενδεχομένως, όμως να παρουσιάζει δυσκολίες στο να προσδιορίσει πότε το συνάντησε ή πόσες φορές το συνάντησε.

Αναφερόμενη στα όσα καταγράφονται στην έκθεση σε σχέση με την αντίδραση της Παραπονούμενης για τα καταγγελλόμενα περιστατικά, η μάρτυρας υπέδειξε πως οι αναφορές σε αυτά τα γεγονότα την φόρτιζαν συναισθηματικά, γεγονός το οποίο  συναντάται σε περιπτώσεις αναφορών τέτοιων περιστατικών, χωρίς αυτό, βέβαια, από μόνο του να αποδεικνύει ότι το γεγονός αυτό συνέβη. Ωστόσο, όπως εξήγησε, το έντονο συναίσθημα της ήταν συμβατό με την περιγραφή του γεγονότος.

Ως προς την αδυναμία της Παραπονούμενης να προσδιορίσει τη συχνότητα των περιστατικών, υποστήριξε ότι όπως προκύπτει και από τα αποτελέσματα του νοομετρικού εργαλείου, διαπιστώνεται ότι δυσκολεύεται γενικά με τις έννοιες του χρόνου και της ποσότητας, κάτι που είναι φυσιολογικό σε περιπτώσεις ατόμου με τέτοιο βαθμό δυσκολίας που επηρεάζει την ικανότητα του να αποτυπώσει με ακρίβεια χρονικές παραμέτρους.

Περαιτέρω, η μάρτυρας έδωσε εξήγηση ως προς την στάση της Παραπονούμενης να μην αναφερθεί περαιτέρω στα επίδικα περιστατικά καθότι της προκαλούσαν ψυχική αναστάτωση. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η Παραπονούμενη ήταν πεπεισμένη ότι η Αστυνομία την έχει πιστέψει και ότι το πρόσωπο που έχει καταγγείλει έχει φυλακιστεί, και της προκαλούσε ουσιαστικά απορία γιατί ερωτάτο ξανά αφού όλα είχαν τελειώσει.     Η ίδια είχε αφήσει πίσω της όλα όσα της προκαλούσαν αναστάτωση και είχε αλλάξει σχολείο και ήταν καλά. Επομένως, το γεγονός ότι αμφισβητείτο, της προκαλούσε αναστάτωση, ενώ όταν η μάρτυρας της εξήγησε ξανά τη διαδικασία που επρόκειτο να ακολουθηθεί και ότι είναι το Δικαστήριο που θα αποφασίσει, κλονίστηκε η πεποίθησή της για το τι είχε συμβεί και σε συνδυασμό με τα γεγονότα που περιέγραφε, τελούσε υπό συναισθηματική φόρτιση και κατ’ επέκταση δεν επιθυμούσε να αναφερθεί στα γεγονότα αυτά.

Σύμφωνα με τη μάρτυρα, τα πιο πάνω, θα ίσχυαν και για την δικαστική διαδικασία και την ανάγκη να παρουσιαστεί ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία θα ήταν μια έντονα συναισθηματική φορτισμένη διαδικασία, δεδομένων και των συναισθημάτων ντροπής που ένιωθε μιλώντας για σεξουαλικά θέματα.

Η μάρτυρας πρόσθεσε πως μετά τον θάνατο της μητέρας της Παραπονούμενης έγιναν προσπάθειες έτσι ώστε να αποδεχθεί την απώλεια και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα εκφράζοντας την ικανοποίηση της αναφορικά με την στήριξη και φροντίδα που λάμβανε από την αδελφή της καθώς και την υποστηρικτική σχέση που είχε με τον αδελφό της. Η απώλεια της μητέρας της  ήταν για την Παραπονούμενη ένα αιφνίδιο περιστατικό το οποίο άλλαξε ριζικά την καθημερινότητα της και της στέρησε την καθημερινή συντροφία της μητέρας της. Το γεγονός ότι το περιβάλλον της ήταν υποστηρικτικό και μπόρεσε να το διαχειριστεί όπως και η ίδια, δεν επηρέασε σημαντικά την κλινική της εικόνα, όπως αυτή παρουσιάστηκε στην συνάντηση τους.

Ερωτηθείσα για την ύπαρξη τυχόν διαφοροποιήσεων μεταξύ των δυο συναντήσεων, ανέφερε πως στη δεύτερη συνάντηση η Παραπονούμενη ήθελε να εστιάσει στην απώλεια της μητέρας της που ήταν πρόσφατη αν και δεν υπήρξαν αλλαγές ώστε να διαφανεί καταθλιπτική συμπτωματολογία.

Σε σχέση με το ιστορικό ψυχωσικής διαταραχής, η μάρτυρας εξήγησε πως η διαταραχή αυτή αποτελεί μια από τις κατηγορίες ψυχικών διαταραχών κατά την εκδήλωση των οποίων, το πρόσωπο χάνει την επαφή με την πραγματικότητα, εκδηλώνοντας, είτε παραισθήσεις, είτε ψευδαισθήσεις, είτε οργανωμένες παραληρητικές ιδέες.  Το ιστορικό αυτό ανήκε στο παρελθόν, αφού όπως ανέφερε, λαμβάνει ψυχιατρική θεραπεία για το ζήτημα αυτό. Παρά το γεγονός ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της αξιολόγησης αναφέρει ότι δεν διαπιστώθηκαν διαταραχές και ψευδαισθήσεις – παραισθήσεις, το ιστορικό αυτό θα πρέπει πάντοτε να μπαίνει στην διαγνωστική εκτίμηση γιατί πρόκειται για μια χρόνια κατάσταση η οποία χρειάζεται συστηματική φροντίδα για την αποτροπή υποτροπής και για να μην υπάρξουν επιπλοκές.

Ανέφερε επιπλέον ότι κατά την αξιολόγηση της, η Παραπονούμενη είχε αντίληψη χωρίς ψευδαισθητικά ή παραισθητικά ενοχλήματα, ούτε παρατηρήθηκαν  στοιχεία αποπροσωποίησης ή αποπραγματοποίησης.  Με απλά λόγια όπως περαιτέρω εξήγησε, δεν υπήρξε συναίσθημα του τύπου «νιώθω σαν να μην είμαι εγώ» ή «νιώθω σαν να είμαι έξω από το σώμα μου και παρατηρώ τον εαυτό μου», ή «τα πράγματα γύρω μου δεν είναι αληθινά». Ούτε διαπιστώθηκαν ιδέες μεγαλείου όπου για παράδειγμα μπορούσε να  νιώθει ότι έχει ένα ιδιαίτερο σκοπό να σώσει τον κόσμο ή έχει μια ιδιαίτερη αποστολή η οποία θα την οδηγήσει στο να κάνει συγκεκριμένα πράγματα με στόχο την επίτευξη τους.

Κληθείσα να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσο η Παραπονούμενη θα μπορούσε να παρουσιάσει ως δεδομένο ένα γεγονός που στην πραγματικότητα δεν έχει συμβεί, η μάρτυρας απάντησε πως υπάρχει η θεωρητική ικανότητα άτομα με νοητική αναπηρία και ιστορικό ψυχωσικής διαταραχής να παρερμηνεύουν γεγονότα ή να πιστεύουν ατράνταχτα πως έχει συμβεί κάτι ή πώς δεν έχει συμβεί ακριβώς όπως το περιγράφουν, είτε λόγω γνωστικών περιορισμών, είτε λόγω ψυχωτικής συμπτωματολογίας. Κατά τον χρόνο εξέτασης της Παραπονούμενης όπως εξήγησε, δεν εντοπίστηκαν ενεργά ψυχωτικά συμπτώματα που να επιτρέπουν να λεχθεί ότι αφηγείτο κάτι που οφείλεται σε ψύχωση. Οι γνωστικοί της περιορισμοί, που αφορούσαν δυσκολίες μνήμης και οργάνωσης, ενδεχομένως να επηρέασαν την ακρίβεια της αφήγησης της. Επομένως, τα  συγκεκριμένα κλινικά δεδομένα δεν μπορούν να αποκλείσουν εντελώς το ενδεχόμενο ανακριβειών ή παρερμηνειών, ούτε, όμως, μπορούν οι αναφορές της να αποδοθούν σε δική της κατασκευή λόγω του ιστορικού της αυτού καθ’ αυτού.

Επιπλέον, η μάρτυρας εξήγησε ότι βάσει του γνωστικού της προφίλ, η ταχύτητα επεξεργασίας δεδομένων είναι χαμηλή, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να κατανοήσει πλήρως μια ερώτηση και ότι ειδικά όταν μια ερώτηση είναι μακροσκελής ή περιλαμβάνει έννοιες ή όρους που δεν τους γνωρίζει, αυτό μπορεί να οδηγήσει στο να μπερδευτεί, να μην απαντήσει κατάλληλα ή να βιαστεί να απαντήσει με κάτι που να μην είναι ακριβές ή να μην απαντά στο ερώτημα που της απευθύνεται.  Όταν δε η νοητική ευκαμψία είναι μειωμένη, υπάρχει δυσκολία στις εναλλαγές των θεμάτων.

Σε σχέση με το επίπεδο γλωσσικής ανάπτυξης της, η μάρτυρας παρατήρησε ότι, το εύρος του λεξιλογίου της είναι περιορισμένο, με αποτέλεσμα, μια λέξη που για ένα άνθρωπο μπορεί να είναι απλή, για την ίδια να μην είναι κατανοητή. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να δώσει μια απάντηση είτε απλά για να αποφύγει την απάντηση, ή να δώσει μια απάντηση, για να ικανοποιήσει εκείνην τη στιγμή τον συνομιλητή. Εξαρτάται από τον τρόπο και τον τόνο που της απευθύνεται το ερώτημα.

Τέλος, ερωτούμενη εάν οι αναφορές της Παραπονούμενης για τα καταγγελλόμενα περιστατικά θα μπορούσαν να είναι υποβόλιμες, η μάρτυρας υπέδειξε πως δεν είχε λεχθεί στην ίδια, τουλάχιστον, ότι μεσολάβησε κάποιος που να λέει στην Παραπονούμενη κάτι για τα επίδικα περιστατικά. 

Αντεξεταζόμενη, συμφώνησε ότι στόχος της δικής της έκθεσης, ήταν η εκτίμηση της τρέχουσας ψυχικής κατάστασης της Παραπονούμενης ώστε να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα της ψυχικής της κατάστασης, των δυνατοτήτων και δυσκολιών της.  H έκθεση ετοιμάστηκε μετά από αίτημα της Αστυνομίας.

Σε σχέση με τον όρο της υποβολιμότητας, συμφώνησε ότι με αυτόν ορίζεται  η επιδεκτικότητα ενός ατόμου σε εξωτερικές επιρροές, υποδείξεις ή πιέσεις, είτε συνειδητές, είτε ασυνείδητες, που μπορούν να επηρεάζουν τις μνήμες, τις αντιλήψεις, τις δηλώσεις ή γενικά τη συμπεριφορά του. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, εξήγησε ότι τα άτομα με νοητική αναπηρία έχουν αυξημένη ευαλωτότητα. Κατέθεσε προς τούτο ενδεικτική έρευνα της Επιτροπής Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (βλ. Τεκμήριο 25), στην οποία αναφέρεται ότι η δια βίου εξάρτηση από ενήλικες και επαγγελματίες φροντίδας, η συμμόρφωση με λειτουργούς, η περιορισμένη κατανόηση των σεξουαλικών ορίων, οι γνωστικές δυσκολίες στην επεξεργασία σύνθετων κοινωνικών καταστάσεων και κοινωνική απομόνωση αναφέρονται ως κεντρικοί μηχανισμοί που αυξάνουν την ευαλωτότητα ατόμων με νοητική αναπηρία σε σεξουαλική εκμετάλλευση από άτομα κύρους ή φροντιστές. Επόμενως, όπως ανέφερε, όταν γίνεται λόγος για υποβολιμότητα, αναφέρεται στην αυξημένη ευαλωτότητα που βιβλιογραφικά τεκμηριώνεται με παρά πολλές πήγες σε διεθνείς μελέτες και έρευνες σε άτομα με νοητική αναπηρία. 

Στο πλαίσιo της αντεξέτασης της, η Μ.Κ.12 συμφώνησε ότι άτομα με νοητική αναπηρία εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερα επίπεδα υποβολιμότητας για διάφορους λόγους, ενώ συμφώνησε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ή να αποκλείσει ότι η αφήγηση της Παραπονούμενης επηρεάστηκε από την οποιαδήποτε υποβολιμαία διαδικασία.

Όπως εξήγησε, η ίδια δεν εξέτασε ποτέ προηγουμένως την Παραπονούμενη. Η Παραπονούμενη κατά την εξέταση της, δεν ήταν σε θέση να υπογράψει την συγκατάθεση της, από φόβο επειδή δεν γνώριζε καθόλου τις διαδικασίες. Δυσκολευόταν να κατανοήσει τον λόγο που βρισκόταν εκεί και τη διαδικασία που έπεται, αφού θεωρούσε ότι το ζήτημα είχε τελειώσει, η Αστυνομία την πίστεψε, αυτός ο άνθρωπος που κατηγόρησε βρίσκεται στη φυλακή και δεν υπήρχε λόγος για την ίδια να βρίσκεται εκεί και να μιλά γι' αυτό το θέμα. Η Παραπονούμενη ήταν σε θέση να καταλάβει οτι η μάρτυρας θα την ρωτούσε πράγματα τα οποία αφορούν την ίδια καθώς επίσης να  να κατανοήσει τη διαδικασία που της είχε περιγράψει.

Σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα για την λήψη ανακριτικών καταθέσεων από ευάλωτα πρόσωπα, είτε αυτά είναι παιδιά είτε άτομα με νοητική αναπηρία, η μάρτυρας έκανε ειδική αναφορά στο Πρωτόκολλο του National Institute of Child Health and Human Development, δηλώνοντας, όμως, ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της δικής της γνώσης. Σε κάθε περίπτωση, συμφώνησε ως προς το πλαίσιο που αυτό θέτει ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να λαμβάνονται καταθέσεις από τέτοια άτομα.

H M.K.13 είναι το πρόσωπο που στις 29/3/2024 και μεταξύ των ωρών 20:04 – 20:35, έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, σχετικά με υπόθεση που διερευνούσε η Αστυνομία στην παρουσία της λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας - Μ.Κ.8. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στην κατάθεση της, την οποία υιοθέτησε (βλ. Έγγραφο Θ), ο Μ.Κ.1, χερίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης που βρίσκεται σε ξεχωριστό δωμάτιο. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 σφράγισε τρεις ψηφιακούς δίσκους (dvd), πάνω στους οποίους καταγράφηκε η κατάθεση της Παραπονούμενης. Η ίδια υπέγραψε τόσο τις ταινίες σφράγισης όσο και τους τρεις ψηφιακούς δίσκους (βλ. Τεκμήριο 3) ενώ αναγνώρισε και την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου 1. Ο λόγος που έλαβαν την συγκατάθεση της Μ.Κ.8, ήταν διότι η Παραπονούμενη ήταν ευάλωτο πρόσωπο και διαγνωσμένο με νοητική στέρηση. Η εμπλοκή της στην υπόθεση, όπως υποστήριξε, αφορούμε μόνο την λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης.

Ως ανέφερε, είχε λάβει ειδική εκπαίδευση για την λήψη τέτοιου είδους καταθέσεων από το Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια στη Λευκωσία.  Πρόσθεσε πως κατά την λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης επαναλάμβανε αναφορές της Παραπονούμενης, λόγω του ότι ήταν άτομο με νοητική στέρηση. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να κάνει πιο αντιληπτό το τι έλεγε η Παραπονούμενη χρησιμοποιώντας τις δικές της απαντήσεις ώστε να συνεχίσει στην επόμενη ερώτηση.

Αντεξεταζόμενη δεν θυμόταν πότε είχε λάβει την εκπαίδευση για την λήψη τέτοιων καταθέσεων όπως, όμως, εξήγησε ασχολείται καθημερινά με το εν λόγω θέμα. Η εκπαίδευση την οποία είχε λάβει αφορούσε γενικά την λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων περιλαμβανομένων και τεχνικών θεμάτων. Δεν θυμόταν κατά πόσο έτυχε εκπαίδευσης στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων στη βάση συγκεκριμένου Πρωτοκόλλου του National Institute of Child and Human Development, όμως ανέφερε πως εφαρμόζονται κάποια πρωτόκολλα στην καθημερινότητα τους, το περιεχόμενο των οποίων θυμόταν.

Ως προς το Πρωτόκολλο το οποίο εφαρμόζει, συμφώνησε ότι 15 λεπτά πριν από την λήψη κατάθεσης από τον κάθε παραπονούμενο, πρέπει να οικοδομηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης. Αυτό γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις και έγινε και με την Παραπονούμενη.  Όταν προσήλθε στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο, είχε μαζί της μία φιλική συζήτηση, ώστε να νιώσει πιο άνετα για να μπορέσει να μιλήσει σε γενικό επίπεδο, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει πόσο διήρκησε η εν λόγω συζήτηση.

Ως περαιτέρω εξήγησε η μάρτυρας, ήταν εις γνώση της ότι έπρεπε να εξηγηθεί στην Παραπονούμενη ότι είχε δικαίωμα να απαντά στις ερωτήσεις που θα της τίθενται με τις φράσεις «δεν ξέρω, δεν θυμάμαι». Παρέπεμψε στην απομαγνητοφώνηση της κατάθεση στην οποία, όπως εξήγησε, φαίνεται ότι έχει ενημερωθεί για το χώρο όπου βρισκόταν και ότι όταν ένιωθε ότι θέλει να ξεκουραστεί, μπορούσε να ζητήσει διάλειμμα. Οι ερωτήσεις και οι ενημερώσεις, όπως υποστήριξε, γίνονταν πάντα σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, όμως ανάλογα πάντα με το άτομο που έχουν απέναντι τους, μπορεί ο ανακριτής να διαμορφώσει ή να αλλάξει το συγκεκριμένο Πρωτόκολλο, αναγνωρίζοντας ότι δεν ανέφερε τα πιο πάνω, αφού σύμφωνα με το Πρωτόκολλο δεν περιλαμβάνονται στις ενημερώσεις που έπρεπε να γίνουν.

Σε υπόδειξη ότι όφειλε να αναφέρει στην Παραπονούμενη ότι για κάτι που δεν ξέρει μπορεί να μην απαντά ή για κάτι που δεν θυμάται να αναφέρει ότι δεν θυμάται, παρέπεμψε στην οπτικογραφημένη κατάθεση στην οποία την ρωτά κατά πόσο γνωρίζει τον λόγο που βρίσκεται εκεί ενώ ανέφερε ότι απέναντι της δεν είχε κάποιο κατηγορούμενο για του εξηγήσει συγκεκριμενα το πιο πάνω αναφερόμενο δικαίωμα. Ως η θέση της, υποστήριξε ότι όταν πρόκειται για Παραπονούμενο πρόσωπο δεν πρέπει να ενημερώνεται για τα πιο πάνω, απορρίπτοντας την θέση της υπεράσπισης ότι το Πρωτόκολλο καθορίζει κάτι διαφορετικό.

Σε σχέση με ερωτήσεις ελεύθερης και ανοικτής αφήγησης, απάντησε ότι δεν γνώριζε για το είδος αυτών, ενώ συμφώνησε ότι δεν πρέπει να γίνονται καθοδηγητικές ερωτήσεις. Σε υποβολή ότι οι καθοδηγητικές ερωτήσεις, πρέπει να είναι κάτω από 5% του συνόλου των ερωτήσεων, δήλωσε άγνοια, ενώ διαφώνησε ότι το 40% των ερωτήσεων που έκανε στην προκειμένη περίπτωση ήταν καθοδηγητικές.

Όσο αφορά συγκεκριμένες ερωτήσεις οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από την Υπεράσπιση ως καθοδηγητικές, η μάρτυρας επανέλαβε ότι είχε απέναντι  της ένα άτομο με το οποίο ήταν πάρα πολύ δύσκολη η συνεννόηση και η επικοινωνία και αναγκαστικά για να μπορέσει να προχωρήσει έπαιρνε έναυσμα από τις ίδιες της απαντήσεις της Παραπονούμενης. Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε, η Παραπονούμενη ήταν πολύ φοβισμένη και προσπαθούσε με τον τρόπο της να την κάνει να μιλήσει. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που γύριζε τρομαγμένη προς την λειτουργό, με την αγωνία κατά πόσο θα την πιστέψουν και αν ο Κατηγορούμενος θα τιμωρηθεί για αυτά που του απέδιδε ότι της έκανε. Ένεκα της πιο πάνω κατάστασης, έπρεπε να την κάνει να νιώσει άνετα.

Αναγνώρισε ότι υπήρχαν επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις, πράγμα που δεν έπρεπε, όμως λόγω της κατάστασης της Παραπονούμενης, έπρεπε αυτές να γίνουν έτσι ώστε να καταλάβει και η ίδια η μάρτυρας εάν ήταν αντιληπτή.

Ο Μ.Κ.14 διαχειρίζεται την λειτουργία κέντρων ημέρας στα οποία απασχολούνται άτομα με αναπηρίες. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 17). Εκεί μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η Παραπονούμενη είναι άτομο με αναπηρίες και έχει κάποια ψυχιατρικά θέματα για τα οποία λαμβάνει κάποια φαρμακευτική αγωγή, την οποία λαμβάνει από το προσωπικό του Κέντρου. Τα τρία χρόνια στα οποία απασχολείται η Παραπονούμενη στο εν λόγω Κέντρο, νοσηλεύτηκε κάποιες φορές στην ψυχιατρική πτέρυγα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Ο ίδιος επισκέπτεται 2-3 φορές την εβδομάδα το Κέντρο όπου γνωρίζει και συνομιλεί με τα άτομα που απασχολούνται εκεί καθώς και το προσωπικό που εργάζεται εκεί. Τον Κατηγορούμενο τον εργοδοτούσαν για 8 χρόνια και ήταν υπεύθυνος ομάδας, μέλος της οποίας ήταν και η  Παραπονούμενη.  Η ομάδα του θεωρείται κάπως πιο δύσκολη αφού περιλαμβάνει άτομα με πιο βαριές αναπηρίες από τους άλλους και οι δραστηριότητες τους αφορούν ενασχόληση με διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια και στη συνέχεια, με άλλες δραστηριότητες όπως χορό, μουσική και γυμναστική. Όλα αυτά τα χρόνια δεν είχαν ποτέ πρόβλημα με τον Κατηγορούμενο, ούτε έδειξε κάποια παράξενη συμπεριφορά.

Την 28/3/2024, έλαβε τηλεφώνημα από την Μ.Κ.9, η οποία του ανέφερε ότι όταν έφτασε στη δουλειά είδε την Παραπονούμενη να βγαίνει από την Τουαλέτα και πίσω της να βγαίνει ο Κατηγορούμενος. Πρόκειται για μια Τουαλέτα που έχει μόνο ένα νιπτήρα και χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το προσωπικό του Κέντρου. Η διευθύντρια ήταν πολύ ανήσυχη όταν του το είπε και μάλιστα έκλαιγε. Αυτό που του ανέφερε του φάνηκε πολύ περίεργο γιατί τα άτομα που απασχολούνται εκεί γνωρίζουν ποιές είναι οι τουαλέτες που πρέπει να επισκέπτονται και ουδέποτε χρησιμοποιούν την Τουαλέτα. Επίσης, η Παραπονούμενη δεν είναι άτομο που χρειάζεται συνοδεία στην Τουαλέτα αλλά ακόμα και να χρειαζόταν υπάρχουν για το σκοπό αυτό οι βοηθοί ομάδας, όπου κατά τον επίδικο χρόνο απασχολούνταν στο Κέντρο τρεις τέτοιοι βοηθοί που είναι γυναίκες ενώ υπάρχει άλλη μια γυναίκα υπεύθυνη ομάδας.

Μόλις ενημερώθηκε για τα πιο πάνω μετέβη αμέσως στο Κέντρο όπου κάλεσε τον Κατηγορούμενο, προκειμένου να τον ρωτήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Ως αυτός ισχυρίστηκε, έδωσε στην Παραπονούμενη τα φάρμακα της και επειδή ήταν τα χέρια της λερωμένα πήγε να τα πλύνει.  Δεν του είπε λεπτομέρειες για το λόγο που πήγαν να πλύνουν τα χέρια της και από τι ήταν λερωμένα, αλλά σε ερώτηση γιατί έκλεισαν την πόρτα της Τουαλέτας, αυτός είπε ότι την έκλεισε η Παραπαρονούμενη μπαίνοντας στην Τουαλέτα και ότι δεν έγινε οτιδήποτε άλλο εκεί.

Μετά κάλεσε την Παραπονούμενη στο γραφείο και εκεί ήταν και η Μ.Κ.9. Ερωτώμενη ως προς το τι έγινε στην Τουαλέτα, ανέφερε ότι έπλυνε τα χέρια της και ο Κατηγορούμενος την χαϊδεψε στα μαλλιά, κάνοντας σχετική κίνηση. Η Παραπονούμενη έτρεμε όταν τα έλεγε αυτά αλλά δεν γνωρίζει αν αυτό ήταν διότι αγχώθηκε ή γιατί έτσι και αλλιώς τρέμει κάποιες φορές, όμως σίγουρα το τρέμουλο της ήταν περισσότερο από άλλες φορές. Δεν ρώτησαν οτιδήποτε άλλο την Παραπονούμενη για μην την πιέσουν και αυτή έφυγε από το γραφείο. Όπως περαιτέρω αναφέρει, δεν ανησύχησε για το χάδι, γιατί αυτά τα άτομα αναζητούν την αγκαλιά και το χάδι, αλλά για το γεγονός ότι πήγαν οι δυο τους στην Τουαλέτα και έκλεισαν την πόρτα και ως εκ τούτου ήθελε να ενημερώσει σχετικά το συμβούλιο, ώστε να δουν κατά πόσο θα συνέχιζε ο Κατηγορούμενος στην δουλειά. 

Στη συνέχεια ενημέρωσε την θεία του Κατηγορούμενου, την οποία γνωρίζει, για τα όσα είχαν περιπέσει στην αντίληψη του. Τότε η θεία του πήγε στο Κέντρο και μίλησε με τον Κατηγορούμενο. Στη συνέχεια τον ενημέρωσε ότι μίλησε με τον Κατηγορούμενο και δεν πιστεύει να έγινε οτιδήποτε στην Τουαλέτα αφού αυτός της το υποσχέθηκε.

Την επόμενη ημέρα, 29/3/2024, πήγε στο Κέντρο το πρωί όπου  συνάντησε την θεία του Κατηγορούμενου, την Παραπονούμενη και την Μ.Κ.9 όπου εκεί τον ενημέρωσε η Μ.Κ.9 ότι η Παραπονούμενη είχε αναφέρει χθές ότι ο Κατηγορούμενος της έπιασε τα οπίσθια της, κάτι για το οποίο δεν είχε ενημερωθεί από την προηγούμενη ημέρα. Τότε εκείνη την στιγμή ρώτησε την Παραπονούμενη αν ισχυεί αυτό και το επιβεβαίωσε. Αυτό έγινε μπροστά στην θεία του Κατηγορούμενου.

Στη συνέχεια ήρθε ο Κατηγορούμενος και υπέβαλε από μόνος του την παραίτηση του. Μετά ειδοποιήθηκε η αδελφή της Παραπονούμενης να έρθει εκεί να την ενημερώσουν για το τι έγινε. Όταν η Μ.Κ.7 μίλησε με την Παραπονούμενη, της είπε και για κάποια άλλα πράγματα που είχαν γίνει με τον Κατηγορούμενο τα οποία δεν είχε αρχικά αναφέρει η Παραπονούμενη. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την έβαλε και του έκανε στοματικό έρωτα και ότι έβαλε το γεννητικό του όργανο στο στήθος της.

Κατά την προφορική του μαρτυρία, υποστήριξε ότι υπέχει θέση προστάτη και πατέρα έναντι όλων των παιδιών, τα οποία τον αγκαλιάζουν και επιζητούν το χάδι του. Τον Κατηγορούμενο, όπως και όλο το προσωπικό, τους είχε σαν παιδιά του.

Όταν συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο κατά την 28/3/2024, η αντίδραση του τελευταίου δεν ήταν διαφορετική από άλλες φορές. Ο μάρτυρας τόνισε ότι το πλύσιμο των χεριών της Παραπονούμενης  δεν ήταν στα καθήκοντα του. Εάν η Παραπονούμενη ήταν λερωμένη  έπρεπε να κληθεί η βοηθός ομάδας να την καθαρίσει και εάν οι βοηθοί ομάδας έλειπαν, δεν θα άφηναν σίγουρα ένα παιδί λερωμένο σύμφωνα με τις οδηγίες του. Την ημέρα εκείνη έλειπε μόνο ένα άτομο από το Κέντρο.

Αντεξεταζόμενος, απέρριψε την θέση της Υπεράσπισης ότι ως συμβούλιο έδωσαν έγγραφο στο προσωπικό για να υπογράψει ώστε να υποχρεούνται να διευθετούν και θέματα καθαριότητας των παιδιών ανεξαρτήτως των καθηκόντων τους. Εξήγησε πως για τον σκοπό αυτό είχαν προσληφθεί δύο άντρες για να καθαρίζουν τα αγόρια και κοπέλες για τα κορίτσια.

Όσον αφορά ειδικότερα την Παραπονούμενη, εξήγησε ότι εάν ήθελε να πλυθεί, θα την έστελνε μονή της να πλυθεί στη τουαλέτα των ατόμων αφού μπορούσε μόνη της να το κάνει και όχι σε αυτήν του προσωπικού. Σε υποβολή ότι ως θέμα κοινής λογικής θα μπορούσε αφού ήταν εκεί να της πουν να πλυθεί στο συγκεκριμένο νιπτήρα, απάντησε ότι δίπλα, μόλις ανεβεί κάποιος δύο σκαλιά υπάρχουν άλλοι νιπτήρες και άλλες δύο τουαλέτες, στον ίδιο οροφό. Σε περαιτέρω υποβολή ότι δεν ήταν παράλογο να της πει να πλυθεί εκεί, απάντησε ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει αν έμπαινε το συγκεκριμένο άτομο μόνο του στην Τουαλέτα αφού η Παραπονούμενη μπορούσε μόνη της να πλύνει τα χέρια της.

Περαιτέρω ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος, δεν του ανέφερε ότι η Παραπονούμενη έκλεισε την πόρτα πάνω στην αστάθεια της.

Ο Κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία, έδωσε ένορκη μαρτυρία. Αναγνώρισε και υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση ημερ. 2/4/2024 (βλ. Τεκμήριο 14). Σε αυτή αναφέρει ότι εργαζόταν στο Κέντρο από το 2017 μέχρι την 29/3/2024. Κατά την πρόσληψη του υπέγραψε συμβόλαιο ενώ κάθε έτος του δινόταν έντυπο στο οποίο αναγράφονταν πιθανές αλλαγές των κανονισμών εργοδότησης του. Με βάση το συμβόλαιο του, θα ήταν υπεύθυνος ομάδας ατόμων που φοιτούν στο Κέντρο και αν χρειαζόταν να συνοδεύσει άτομο στην τουαλέτα για να το βοηθήσει θα έπρεπε να το κάνει. Μεταξύ άλλων, οδηγούσε και το λεωφορείο του Κέντρου, βοηθούσε τα παιδιά να φάνε, καθάριζε την αυλή, το διπλανό πάρκο, μεριμνούσε για την μεταφορά των παιδιών για φυσιοθεραπεία και συνόδευε τα παιδιά σε εξωτερικές δραστηριότητες εντός και εκτός Λεμεσού. Πάντοτε υπήρχε συνοδός μαζί του, εκτός από τις διαδρομές που έκανε από το Κέντρο στα σπίτια των παιδιών και αντίστροφα. Καθημερινά βρισκόταν εκτός του Κέντρου για περίπου τρεις ώρες ένεκα των διαδρομών που έκανε με το λεωφορείο.

Στην ομάδα του ήταν και η Παραπονούμενη, ενώ είχε και βοηθό. Τα καθήκοντα της βοηθού, όπως αναφέρει, ήταν η αλλαγή των πανιών, παροχή βοήθειας στα παιδιά για το φαγητό το πρωί και το μεσημέρι, ενώ έκανε και διαδρομές, με το λεωοφορείο όπως ο ίδιος.

Με την Παραπονούμενη η μόνη σχέση που είχε ήταν αυτή του δασκάλου και μαθήτριας.

Το πρωί για να ξυπνήσει, έπινε καφέ στο σπίτι του. Ξενικούσε την διαδρομή από σπίτι του με το λεωφορείο στις 06:20 και έφτανε στο Κέντρο στις 08:00. Ένεκα του μεγάλου  χρόνου που μεσολαβούσε οδηγώντας το λεωφορείο, όταν έφτανε στο Κέντρο πήγαινε πάντα στην Τουαλέτα. Έδινε επίσης στην Παραπονούμενη τα φάρμακα της καθώς τον είχε ορίσει ως υπεύθυνο η Μ.Κ.9, ενώ της έδινε και το τσιγάρο της.

Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα ημερομηνίας 28/3/2024, στην κατάθεσή του, υποστηρίζει ότι όταν τελείωσε από τη χρήση της τουαλέτας, ήρθε η Παραπονούμενη και τον ρώτησε αν μπορεί να πλύνει τα χέρια της. Όπως εξήγησε, η Παραπονούμενη πίνει πολλά χάπια, τρέμει ολοκλήρη και πολλές φορές έτυχε να πέσει καθώς περπατούσε. Ως εκ τούτου για να μην την βάλει να ανεβεί από τις σκάλες και να πάει σε άλλες τουαλέτες, πράγμα επικίνδυνο για την ίδια αφού μπορούσε να πέσει, έδωσε την συγκατάθεση του για να πλυθεί στην Τουαλέτα.  Μπαίνοντας στην Τουαλέτα η Παραπονούμενη για να πλυθεί, ένεκα της αστάθειας της, έπιασε την πόρτα για να κρατηθεί. Τότε η πόρτα σχεδόν είχε κλείσει, παραμένοντας για λίγο ανοικτή, περί τα δέκα εκατοστά.

Αφού, λοιπόν, πλύθηκε η Παραπονούμενη, βγήκε έξω. Κατά τον εν λόγω χρόνο, έτυχε να μπαίνει η Μ.Κ.9 στο Κέντρο και το μυαλό της, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, αμέσως πήγε στο κακό. Στην Τουαλέτα με την Παραπονούμενη έμειναν μαζί,  ως υποστήριξε, περί τα 15 δευτερόλεπτα.

Το να μπει κάποιο παιδί για να πλυθεί στην Τουαλέτα, δεν ήταν κάτι σπάνιο αλλά ούτε και συνήθες.

Στην συνέχεια της ανακριτικής του κατάθεσης, αναφέρει ότι καθημερινά έδινε τα φάρμακα της Παραπονούμενης στο σαλόνι, στο οποίο δεν υπήρχε πάντα σταθερός αριθμός ατόμων. Κάποιες φορές μπορεί να μην υπήρχε κανένα άτομο και κάποιες φορές μπορεί να υπήρχαν πολλά.

Ως προς το ζήτημα της παραίτησης του από το Κέντρο σημειώνει πως στις  29/3/2024 αποδέχθηκε να το πράξει διότι του το ζήτησε ο εργοδότης του, εννοώντας τον Μ.Κ.14, καθώς δεν ήθελε να τον κατηγορούν για πράγματα για τα οποία είναι αθώος ενώ τον γνώριζαν για μια δεκαετία. Απέρριψε, τέλος, τους ισχυρισμούς που αφορούν τα καταγγελλόμενα περιστατικά λέγοντας πως είναι ψέματα.

Στη συνέχεια της προφορικής του μαρτυρίας, σε σχέση με την συνοδεία παιδιών στην τουαλέτα, υποστήριξε ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο του. Όμως, ως ισχυρίστηκε, όλο το προσωπικό υπέγραψε συγκεκριμένο έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται ότι οφείλουν να συνοδεύουν τα παιδιά στην τουαλέτα σε περίπτωση που χρειαστεί. Ο λόγος που υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο ήταν διότι προηγήθηκε περιστατικό με πρωταγωνιστή τον ίδιο όπου δεν ήταν σε θέση να αλλάξει ένα άτομο το οποίο είχε λερωθεί στην τουαλέτα αφού σιχαινόταν. Ένεκα της άρνησης του είχε γίνει ολόκληρος ντόρος στο συμβούλιο, όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε.  Σύμφωνα με τον ίδιο, παρά το γεγονός ότι στο εν λόγω ισχυριζόμενο περιστατικό δεν είχαν μαζί τους παιδοκόμο, έπρεπε να ενεργήσει με τρόπο έτσι ώστε να καθαρίσει το εν λόγω άτομο παρά το γεγονός ότι σιχαινόταν. Ως εκ τούτου, με βάση τους ισχυρισμούς του, έπρεπε να υπογράψουν το εν λόγω έγγραφο αφού μέχρι τότε δεν περιλαμβανόταν στα καθήκοντα των δασκάλων η καθαριότητα των παιδιών στην τουαλέτα. Ο ίδιος παρά το γεγονός ότι αρνήθηκε αρχικά να το υπογράψει, αναγκάστηκε από την Μ.Κ.9 να το πράξει παρά την δήλωση του ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.  Όπως εξήγησε, το εν λόγω έγγραφο κρατείτο στο Κέντρο και δεν το είχε στην κατοχή του, ενώ σε κάθε περίπτωση, έγγραφα που ήταν στην κατοχή του Συνδέσμου και δεν ήταν πλέον αναγκαία, καταστρέφονταν κάθε πέντε χρόνια.

Δίνοντας την δική του εκδοχή ως προς το τι έγινε την 28/3/2024, εξήγησε ότι έφτασαν το Κέντρο με το λεωφορείο περί τις 8:00, αποβιβάστηκαν τα παιδιά από αυτό, άφησε το φαγητό του στον πάγκο και πήγε στην Τουαλέτα.  Όταν επιχείρησε να βγεί από την Τουαλέτα ήταν εκεί η Παραπονούμενη, η οποία του ζήτησε να πλύνει τα χέρια της. Αφού ο ίδιος βρισκόταν μέσα στην Τουαλέτα συμφώνησε να την αφήσει να τα πλύνει εκεί. Καθώς έμπαινε μέσα η Παραπονούμενη, πάνω στην αστάθεια της, άρπαξε το χερούλι της πόρτας για να κρατηθεί και τότε η πόρτα τραβήχτηκε παραμένοντας ανοικτή μόνο περί τα 10 εκατοστά.  

Στη συνέχεια η Παραπονούμενη πλύθηκε στο νιπτήρα, σκουπίστηκε και γύρισε προς την πόρτα. Ο ίδιος την άγγιξε στο κεφάλι σαν προτροπή λέγοντας της «άτε αγάπη μου πάμε έξω». Ανοίγοντας την πόρτα να βγει έξω η Παραπονούμενη, μπήκε την ίδια ώρα η Μ.Κ.9 μέσα στο Κέντρο. Η Παραπονούμενη συνέχισε να περπατά και να πηγαίνει στον καναπέ και κάτι της είπε χωρίς να ακούσει τί. Ο ίδιος γύρισε να δει εάν ήταν καθαρά και βγήκε έξω και ο ίδιος.

Καθώς έβγαινε έξω από την Τουαλέτα, την ίδια ώρα έβγαινε και μια παιδοκόμος από τον ανελκιστήρα. Καλημερίστηκε τόσο με την παιδοκόμο όσο και με την Μ.Κ.9 και πήγε στο γραφείο της για να δώσει το τσιγάρο της Παραπονούμενης. Η Μ.Κ.9 αμέσως του είπε ότι θα της το δώσει η ίδια. Της έδωσε τότε το τσιγάρο η Μ.Κ.9, έπιασε τα φάρμακα, πήγε η Παραπονούμενη, έβαλε νερό στο ποτήρι, της έδωσε νερό, έλαβε τα φάρμακα της και πήγαν κάτω να κάνουν μάθημα.

Μετά την πάροδο περίπου μισής ώρας προς το μέσο του μαθήματος, τον κάλεσε ο Μ.Κ.14 στην πάνω τάξη όπου εκεί τον ρώτησε εαν έγινε κάτι με την Παραπονούμενη. Ο Κατηγορούμενος του είπε ότι ήρθε η Παραπονούμενη για να πλύνει τα χέρια της τα έπλυνε και στην συνέχεια της άγγιξε το κεφάλι και της είπε να πάνε έξω.

Ο Μ.Κ.14 του είπε ότι θα καλέσουν και την Παραπονούμενη και ο ίδιος συμφώνησε. Τότε πήγε η Μ.Κ.9 και έφερε την Παραπονούμενη στην τάξη όπου έμειναν ο Μ.Κ.14, η Μ.Κ.9 και η Παραπονούμενη. Όταν βγήκε έξω ο Μ.Κ.14, ο ίδιος τον  ρώτησε εαν λύθηκε η παρεξήγηση και αυτός απάντησε πως θα τον ενημερώσει η Μ.Κ.9.  Όταν είδε την Μ.Κ.9 να βγαίνει την ρώτησε εάν το ζήτημα τέλειωσε και από την απάντηση της αντιλήφθηκε ότι έληξε το θέμα και να πάει στην τάξη του, όπως και έπραξε.

Στη συνέχεια ο Μ.Κ.14 συνάντησε την θεία του Κατηγορούμενου την οποία γνωρίζει και η οποία ήρθε στο Κέντρο, στο γραφείο της Μ.Κ.9.  Τον κάλεσαν και πάλι να πει τι έγινε, και ο ίδιος επανέλαβε τα όσα είχε πει στον Μ.Κ.14.  Τότε η θεία του Κατηγορούμενου επικοινώνησε εκ νέου με τον Μ.Κ.14 και του είπε «μίλησα με τον Μιχάλη τον έχω δει στα μάτια, καταλαβαίνω πότε μου λέει ψέματα ο Μιχάλης και δεν είναι τώρα που τον ξέρω», «και τον καταλαμβαίνω ότι μου λέει αλήθεια και δεν έγινε τίποτα». Στη συζήτηση που είχε η θεία του με τον Μ.Κ.14, τέθηκε και το θέμα της απόλυσης του.

Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος συνέχισε κανονικά την ημέρα του και πήρε όλα τα άτομα, περιλαμβανομένης και της Παραπονούμενης στο σπίτι τους κανονικά.

Την 29/3/2024 έκανε ξανά την ίδια διαδρομή και παρέλαβε με το λεωφορείο όλα τα παιδιά, περιλαμβανομένης της Παραπονούμενης. Στο Κέντρο ήταν η θεία του, η Μ.Κ.9 και ο Μ.Κ.14 και μπήκαν στο γραφείο της Μ.Κ.9. Καθώς ήταν στην τάξη του, κάλεσε την Παραπονούμενη να πάει πάνω στο γραφείο και στην συνέχεια τον ίδιο χωρίς την παρουσία της Παραπονούμενης. Τον ρώτησαν ξανά τι έγινε με την Παραπονούμενη, ενώ του είπαν ότι η Παραπονούμενη είπε ότι εκτός από το κεφάλι της έπιασε και τον “ποπό”. Ο ίδιος το αρνήθηκε και εκεί τέθηκε εκ νέου το θέμα της απόλυσης του. Όπως ισχυρίστηκε, ο ίδιος δεν ήθελε να αποχωρήσει διότι αγαπούσε πολύ την δουλειά του αφού θεωρούσε ότι προσέφερε στα παιδιά χαρά και όλα τα παιδιά τον αγαπούσαν. Ο Μ.Κ.14 επέμενε και έτσι  μετά από παρότρυνση και της θείας του, υπέγραψε το σχετικό έγγραφο που ήταν ήδη έτοιμο. Παρά το ότι η θεία του ήθελε να φύγουν αμέσως, ο ίδιος έμεινε και ολοκλήρωσε την εργασία του, ενώ το μεσημέρι  έκανε την διαδρομή με λεωφοροείο κανονικά.

Αναφερόμενος στα γεγονότα της 28/3/2024, ανέφερε πως μετά την άφιξη του, παρέμεινε στην Τουαλέτα για περίπου 5 λεπτά. Δεν πρόσεξε εαν τα χέρια της Παραπονούμενης ήταν όντως λερωμένα, ενώ ο λόγος που έμεινε μαζί της στην Τουαλέτα ήταν, όπως εξήγησε, γιατί κινδύνευε να πέσει πάλι και να χτυπήσει, ενώ τον ανησυχούσε και το ότι  στο ντουλάπι της Τουαλέτας υπήρχαν διάφορα καθαριστικά, τα οποία δεν μπορούσε να ξέρει πως θα τα χειριζόταν η Παραπονούμενη.

Σε σχέση με τις τουαλέτες που χρησιμοποιούν τα παιδιά, υποστήριξε ότι τέτοιες τουαλέτες, υπάρχουν στον κάτω και τον πάνω όροφο του Κέντρου. Για να κατεβεί κάποιος στον κάτω όροφο από το ισόγειο, υπάρχουν 14 σκαλιά ενώ και για να ανεβούν στον πάνω όροφο από το ισόγειο, περίπου 3-4 σκαλιά. Αναγνώρισε ότι θα μπορούσε να έστελνε στο υπόγειο την Παραπονούμενη, αλλά θα έπρεπε να την περιμένει να κατεβεί σιγά – σιγά, με αποτέλεσμα να απωλέσουν χρόνο από το μάθημα και να κινδυνεύει να πέσει από τις σκάλες να χτυπήσει και να μείνει παράλυτη. Η στάση του, όπως τόνισε, δεν θα ήταν η ίδια εάν η Παραπονούμενη του ζητούσε να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα και στην περίπτωση αυτή θα ζητούσε να έρθει κάποια παιδοκόμος.

Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε, επίσης, ότι από το παράθυρο που βρίσκεται στην Τουαλέτα μπορεί κάποιος που βρίσκεται έξω στο πλατίσκαλο να δει τι συμβαίνει μέσα στην Tουαλέτα.  Περαιτέρω πως κάποιες φορές μπορεί να μην υπήρχε κανένας στο χώρο του σαλονιού, καθώς και άλλες όπου βρίσκονταν κάποια παιδιά τα οποία  περίμεναν τον δάσκαλό τους, αφού στο σαλόνι έξω από την Tουαλέτα γινόταν μάθημα. Συνεπώς, υπήρχε κόσμος που κινείτο συνεχώς τον χώρο αυτό.

Απέδωσε τα όσα υποστήριξε η Παραπονούμενη στο ότι την ρωτούσαν συνέχεια τι έγινε μαζί του στην Τουαλέτα αλλά και στο ότι η Μ.Κ.9 φαινόταν αναστατωμένη και έκλαιγε, επηρεάζοντας την με αυτό τον τρόπο.

Κατά την αντεξέταση του, αμφισβητήθηκαν έντονα οι αναφορές του. Ειδικότερα αμφισβήτησης έτυχε η αναφορά του ότι υποχρεώθηκε να υπογράψει άλλο έγγραφο πέραν του συμβολαίου του σε σχέση τα επιπλέον καθήκοντα που τους ανατέθηκαν, ήτοι της μεταφοράς των παιδιών στην τουαλέτα. Ως προς τον όρο 25 του Τεκμηρίου 19, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι εκεί αναφέρεται ότι τα καθήκοντα τροποποιούνται σε συνεννόηση με τον ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Υποστήριξε ότι παρά την έντονη διαφωνία του με το θέμα καθώς συγχαινόταν να κάνει κάτοιο τέτοιο, υποχρεώθηκε να το υπογράψει μετά τις πιέσεις που δέχθηκε από την διευθύντρια του Κέντρου και του κινδύνου που υπήρχε να χάσει την δουλειά του. Η Μ.Κ.9 του είπε ότι σε περίπτωση που δεν υπέγραφε, θα αναγκάζονταν να τον διώξουν.  Δεν είχε στην κατοχή του το εν λόγω  έγγραφο, ενώ σε σχέση με τις  θέσεις που προέβαλε στη μαρτυρία του και δεν περιλαμβάνονται στην κατάθεση του, επικαλέστηκε την σύγχυση και τις δύσκολες στιγμές που περνούσε κατά τον χρόνο που κατέθετε, ενώ επικαλέστηκε το γεγονός ότι δεν είναι δικηγόρος και δεν γνώριζε την δυνατότητα να δώσει συμπληρωματική κατάθεση.

Δεν είπε στην Παραπονούμενη να πλυθεί στο νεροχύτη που υπήρχε στην κουζίνα, πλησίον της Τουαλέτας καθώς δεν υπήρχε σαπούνι για τα χέρια αλλά σαπούνι για πλύσιμο πιάτων. Σε κάθε περίπτωση, όπως υποστήριξε, ο ίδιος στεκόταν στην πόρτα της Τουαλέτας και ακριβώς έξω από την πόρτα στεκόταν η Παραπονούμενη.  Τόνισε ότι η Παραπονούμενη έπλυνε τα χέρια της στο νιπτήρα της Τουαλέτας μόνο και δεν έκανε χρήση της λεκάνης της τουαλέτας ένεκα του ότι τα παιδιά δεν χρησιμοποιούν την Τουαλέτα.

Ισχυρίστηκε, επιπλέον, ότι κάθε μέρα υπήρχαν άτομα που φοιτούσαν στο Κέντρο τα οποία έμπαιναν στην Τουαλέτα και καθάριζαν τον κάλαθο που υπήρχε εκεί και πολλές φορές έπλεναν τα χέρια τους εκεί.

Σε σχέση με το γεγονός ότι η Τουαλέτα είχε πολύ μικρό μέγεθος, εξήγησε ότι ως σωστός δάσκαλος, ένεκα του ότι υπήρχε ο κίνδυνος να πέσει να χτυπήσει, έπρεπε να σταθεί μαζί της μέσα. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ότι καθώς έμπαινε η Παραπονούμενη στην Τουαλέτα και ενώ αυτός ήταν ήδη μέσα, έκανε ένα βήμα πίσω εντός του χώρου της Τουαλέτας για να περάσει να πλυθεί. Τότε η Παραπονούμενη πάνω στην αστάθεια της έκλεισε την πόρτα αρπάζοντας το χερούλι της πόρτας. Αφού σταθεροποιήθηκε, ο ίδιος έκρινε ότι θα έπρεπε να μην βγει έξω και να την αφήσει μόνη.

Ερωτηθείς αναφορικά με τις σχέσεις του με τη Μ.Κ.9, συμφώνησε ότι ήταν αδελφικές και μοιράζονταν προσωπικές στιγμές και συναισθήματα.

Σε σχέση με το σκαμνάκι που φαίνεται στη φωτογραφία 8 του Τεκμηρίου 10 το οποίο υπήρχε ισχυρισμός ότι το πήρε στην Τουαλέτα και το χρησιμοποιήσε, υποστήριξε ότι αυτό βρισκόταν μέσα στο γραφείο της Μ.Κ.9.

Σε υπόδειξη ότι η Παραπονούμενη δεν είχε λόγο να πει ψέματα αφού ήταν άτομο το οποίο δεν είχε ποτέ σεξουαλική επαφή προηγουμένως και δεν θα περιέγραφε τέτοια περιστατικά, την χαρακτήρισε ως παρανοικό άτομο υποστηρίζοντας πως η σχιζοφρένεια με την οποία έχει διαγνωστεί η Παραπονούμενη είναι χειρότερη από την παράνοια.

Ο Μ.Υ.1 είναι κλινικός ψυχολόγος. Κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα (βλ. Τεκμήριο 28) ενώ σε σχέση με τα προσόντα του δηλώθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτά δεν αμφισβητούνται. Όπως εξήγησε, του ζητήθηκε από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Κατηγορούμενο να ετοιμάσει μια έκθεση στην οποία να αναφέρει ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες ατόμων με νοητική στέρηση και ποιες είναι οι καλές πρακτικές όταν τέτοια άτομα είναι σε διαδικασία κατάθεσης. Προς τούτο ετοίμασε σχετική έκθεση με τίτλο ''Ευάλωτοι μάρτυρες και δικανική συνέντευξη'' (βλ. Τεκμήριο 29)

Στην Έκθεση του υποστηρίζει ότι οι ευάλωτοι μάρτυρες αποτελούν ειδική κατηγορία που απαιτεί προσαρμοσμένες διαδικασίες κατά τη λήψη καταθέσεων αφού παρουσιάζουν περιορισμούς στην ικανότητα τους να παρέχουν ακριβείς και αξιόπιστες καταθέσεις. Οι περιορισμοί αυτοί απορρέουν τόσο από γνωστικούς παράγοντες όσο και από ψυχολογικά χαρακτηριστικά που επξηρεάζουν την ποιότητα της μαρτυρίας τους.   Περαιτέρω, η νοητική υστέρηση χαρακτηρίζεται από σημαντικούς περιορισμούς τόσο στη νοητική λειτουργία όσο και στην προσαρμοστική συμπεριφορά. Αυτοί οι περιορισμοί επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα του ατόμου να λειτουργήσει ως αξιόπιστος μάρτυρας στο δικαστικό σύστημα.

Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, τα άτομα με ήπια νοητική υστέρηση παρουσιάζουν συγκεκριμένους γνωστικούς περιορισμούς που επηρεάζουν την διαδικασία της κατάθεσης τους. Συγκεκριμένα, παρουσιάζουν δυσκολία στην άμεση ανάκληση πληροφοριών και λεπτομερειών γεγονότων που συνέβησαν πρόσφατα. Απαιτείται η χρήση απλών, σύντομων ερωτήσεων για την αποτελεσματική επικοινωνία και τη λήψη ακριβών απαντήσεων. Επίσης, παρουσιάζουν δυσκολία κατανόησης αφηρημένων εννοιών, χρονικών προσδιορισμών και λογικών σχέσεων αιτίου – αποτελέσματος και προβλήματα στην οργάνωση και παρουσίαση γεγονότων σε χρονική σειρά, γεγονός που επηρεάζει την συνοχή της μαρτυρίας.

Πέραν από τους γνωστικούς περιορισμούς, τα άτομα με νοητική αναπηρία εμφανίζουν συγκεκριμένα ψυχολογικά χαρακτηριστικά που αυξάνουν την ευαλωτότητα τους κατά τη διαδικασία της συνέντευξης. Συγκεκριμένα παρατηρείται έντονη τάση να απαντήσουν καταφατικά ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της ερώτησης, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα. Η αντίληψη του εξεταστή ως φορέα εξουσίας οδηγεί σε προσπάθεια παροχής «σωστών» απαντήσεων, ακόμα και όταν δεν είναι βέβαιοι για την ακρίβεια τους. Επιπλέον, προτιμούν να μαντέψουν ή να δώσουν κάποια απάντηση αντί να παραδεχτούν άγνοια ή αδυναμία ανάκλησης, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο παροχής ανακριβών πληροφοριών. Περαιτέρω, τα άτομα αυτά εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα υποβολιμότητας σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, με τάση να δέχονται και να ενσωματώνουν πληροφορίες που προέρχονται από άλλους κατά την διάρκεια της συνέντευξης. Παράγοντες όπως επιθυμία αποδοχής, αυξημένο άγχος, επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις, πίεση χρόνου για απαντήσεις, αρνητική ανατροφοδότηση, αυξάνουν την ετοιμότητα ενσωμάτωσης πληροφοριών στην αφήγηση τους.

Επιπλέον στην έκθεση του ο Μ.Υ.1 κάνει αναφορά στην έννοια της Υποβολιμότητας (Suggestibility), η οποία ορίζεται ως η τάση ενός ατόμου να δέχεται πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και να τις ενσωματώνει στις αναμνήσεις του, ανεξάρτητα απο την αρχική του εμπειρία. Αυτό το φαινόμενο αποτελεί κρίσιμο παράγοντα που επηρεάζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας, ιδιαίτερα σε ευάλωτους μάρτυρες. Σύμφωνα επίσης με την Έκθεση, υπάρχουν δυο τύποι υποβολιμότητας που εκδηλώνονται διαφορετικά κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας. Αφενός η ενδοτικότητα η οποία αναφέρεται στην τάση του ατόμου να αλλάζει τις αρχικές του απαντήσεις μετά από αρνητική ανατροφοδότηση ή πίεση από τον εξεταστή. Το άτομο, αντιλαμβανόμενο την αρνητική ανατροφοδότηση ως ένδειξη λάθους, τροποποιεί την αρχική του απάντηση, ακόμα και αν αυτή ήταν ακριβής. Αφετέρου, η μετατόπιση η οποία αφορά την τάση αλλαγής απαντήσεων μετά από επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις για το ίδιο θέμα. Όταν η ίδια ερώτηση τίθεται πολλές φορές, το άτομο ερμηνεύει την επανάληψη ως ένδειξη ότι η προηγούμενη απάντηση του ήταν εσφαλμένη, οδηγώντας σε αλλαγή της απάντησης ακόμα και με απουσία ρητής αρνητικής ανατροφοδότησης.

Ως αναφέρεται στην έκθεση, το «Gudjonsson Suggestibility Scale», αποτελεί το πιο ευρέως αναγνωρισμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο εργαλείο μέτρησης της υποβολιμότητας σε δικανικό πλαίσιο. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στους παράγοντες που αυξάνουν την υποβολιμότητα, όπως η νοητική αναπηρία, η χαμηλή αυτοπεποίθηση, η ψυχολογική πίεση που προκαλεί η διαδικασία της συνέντευξης  και η ανάγκη για έγκριση και αποδοχή από τον εξεταστή η οποία οδηγεί σε αυξημένη συμμόρφωση με υπονοούμενες προσδοκίες.

Επιπλέον οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγεται η λήψη της μαρτυρίας  παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό. Όταν ο εξεταστής εκλαμβάνεται ως φιγούρα εξουσίας, αυξάνεται η πιθανότητα συμμόρφωσης με υπονοούμενες απαντήσεις, ενώ η επανάληψη των ίδιων ερωτήσεων δημιουργεί την εντύπωση ότι οι προηγούμενες απαντήσεις ήταν ανεπαρκείς ή εσφαλμένες.  Περαιτέρω, σχόλια που υπονοούν λάθη ή ανακρίβειες προκαλούν άμεση αλλαγή στις απαντήσεις. Επίσης η επιβολή χρονικών περιορισμών ή ή ένδειξη ανυπονομησίας αυξάνει το άγχος και κατά συνέπεια την υποβολιμότητα.

Στην έκθεση γίνεται λόγος και για τις ψευδείς μνήμες, οι οποίες ορίζονται ως αναμνήσεις γεγονότων που είτε δεν συνέβησαν ποτέ είτε συνέβησαν με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που θυμάται το άτομο. Έρευνες έχουν επιδείξει την ευπλαστότητα  της ανθρώπινης μνήμης και την ευκολία με την οποία μπορούν να δημιουργηθούν ψευδείς αναμνήσεις μέσω κατάλληλων τεχνικών. Όπως περαιτέρω υποστηρίζεται, οι ψευδείς μνήμες δεν αποτελούν απλώς λάθη ή παραλείψεις, αλλά πραγματικές, ζωντανές αναμνήσεις που το άτομο πιστεύει ειλικρινά ότι είναι αληθινές.  Αυτό καθιστά την ανίχνευσή τους ιδιαίτερα προβληματική στο πλαίσιο δικαστικών καταθέσεων.  Ως μηχανισμοί δημιουργίας ψευδών μνήμων καθορίζεται η παραπληροφόρηση, οι επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις και η κοινωνική πίεση. 

Το φαινόμενο της Παραπληροφόρησης (Misinformation Effect), αναφέρεται στην εισαγωγή λανθασμένης πληροφορίας μετά από ένα γεγονός, η οποία στη συνέχεια ενσωματώνεται στην αρχική μνήμη του ατόμου.  Μελέτη στην οποία γίνεται αναφορά  έδειξε πως η διατύπωση μιας ερώτησης μπορεί να αλλάξει τη μνήμη των μαρτύρων.   Αυτό το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα σημαντικό στις δικανικές συνεντεύξεις, όπου καθοδηγητικές ερωτήσεις μπορούν να εισάγουν ψευδείς πληροφορίες που στη συνέχεια ενσωματώνονται στην αφήγηση του μάρτυρα ως γνήσιες αναμνήσεις.  Γίνεται, επίσης, αναφορά ότι η σύγχυση της πηγής της πληροφορίας αποτελεί έναν άλλο σημαντικό μηχανισμό δημιουργίας ψευδών μνημών.  Τα άτομα μπορεί να μη θυμούνται από πού προέρχεται μια συγκεκριμένη πληροφορία αν την απέκτησαν από προσωπική εμπειρία ("το είδα") ή από δευτερογενή πηγή ("μου το είπαν").

Στο πλαίσιο της συνέντευξης, πληροφορία που παρέχεται από τον εξεταστή μπορεί με την πάροδο του χρόνου να θυμηθεί ως προσωπική εμπειρία του μάρτυρα, φαινόμενο το οποίο είναι ιδιαίτερα έντονο σε άτομα με νοητική αναπηρία, λόγω των περιορισμών τους στην ικανότητα ελέγχου πηγής.

Σε σχέση με τις επαναλαμβανόμενες ρωτήσεις (repeated questioning), έρευνα στην οποία γίνεται αναφορά έχει δείξει ότι επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις για το ίδιο γεγονός, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπαινιγμοί για το τι θα έπρεπε να έχει συμβεί, μπορούν να δημιουργήσουν ψευδείς μνήμες. Η συνεχής επανάληψη δημιουργεί την αίσθηση ότι το γεγονός πρέπει να έχει συμβεί, ακόμα και αν δεν υπάρχει πραγματική μνήμη για αυτό.  Αυτό το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα προβληματικό σε μαρτυρίες παιδιών και ευάλωτων ατόμων, όπου πολλαπλές συνεδρίες συνέντευξης με επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική παραμόρφωση της μνήμης.

Επιπλέον αναφορά γίνεται και στην κοινωνική πίεση από φιγούρες εξουσίας όπου αυτό μπορεί να οδηγήσει σε δημιουργία ψευδών μνημών μέσω της διαδικασίας της συμμόρφωσης. Όταν ο εξεταστής εκφράζει βεβαιότητα για ένα γεγονός ("Είμαστε σίγουροι ότι συνέβη αυτό..."), το άτομο μπορεί να αρχίσει να "θυμάται" το γεγονός για να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες της εξουσίας. Άτομα με νοητική αναπηρία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα σε αυτού του είδους την πίεση λόγω της αυξημένης επιθυμίας τους να ευχαριστήσουν φιγούρες εξουσίας και της χαμηλής αυτοπεποίθησης τους.

Επίσης αναφέρεται ότι άτομα με  νοητική αναπηρία αποτελούν ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα στη δημιουργία ψευδών μνημών. Η έρευνα έχει τεκμηριώσει ότι παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο λόγω αυξημένης υποβολιμότητας, περιορισμένης ικανότητας ελέγχου πηγής, δυσκολίας διάκρισης πραγματικότητας από φαντασία και επιθυμίας να ευχαριστήσουν.

Στην έκθεση γίνεται αναφορά και στα διεθνή πρότυπα που αφορούν τη διαδικασία λήψης συνέντευξης με συγκεκριμένη αναφορά στο NICHD Protocol, το οποίο αποτελεί το πιο εκτενώς αξιολογημένο και διεθνώς αναγνωρισμένο δομημένο πρωτόκολλο για δικανικές συνεντεύξεις, ιδιαίτερα με παιδιά και ευάλωτους μάρτυρες. Η αποτελεσματικότητά του έχει τεκμηριωθεί σε πολυάριθμες μελέτες, που δείχνουν ότι βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα και την πληροφοριακή αξία των καταθέσεων.  Σε σχέση με τα όσα υποστηρίζονται από το εν λόγω πρωτόκολλο, ο μάρτυρας προέβη σε εκτενή ανάλυση των φάσεων που πρέπει να ακολουθηθούν (σχετικές οι σελίδες 6 – 9 της Έκθεσης).

Αναφορά γίνεται και στις συνέπειες που προκύπτουν από μια λανθασμένη διαδικασία συνέντευξης, με επιδράσεις στην αξιοπιστία και την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας. Η υπερβολική χρήση καθοδηγητικών ερωτήσεων και οι επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις για το ίδιο γεγονός έχουν αρνητικές επιπτώσεις, όπως και η απουσία δομημένου πρωτοκόλλου με τον τρόπο που επεξηγείται στις σελίδες 9 και 10 της έκθεσης.

Στη προφορική του μαρτυρία ο Μ.Υ.1 εξήγησε περαιτέρω τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του. Ειδικά σε σχέση με την Παραπονούμενη, υποστήριξε ότι με δεδομένο ότι πρόκειται για ενήλικο άτομο με ήπια νοητική στέρηση, θα έπρεπε υποχρεωτικά να είχε διερευνηθεί σε ποιό βαθμό μπορεί να κάνει νοητικές διεργασίες. Όπως εξήγησε, όλα τα άτομα που έχουν νοητική στέρηση δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες ή ίδιες ικανότητες και η λειτουργικότητα τους είναι διαφορετική. Επομένως, είναι αναγκαίο να γίνει αντιληπτό σε ποια πλαίσια και όρια κινείται το κάθε άτομο, διεργασία που μπορεί να γίνει μέσω ερωτηματολογίου.

Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε ότι ένα άτομο που ανήκει στην κατηγορία των ευάλωτων μαρτύρων δεν σημαίνει ότι αυτομάτως κάθε συνέντευξη που λαμβάνεται από αυτόν είναι καθοδηγούμενη και υπέδειξε πως άτομα που είναι ευάλωτοι μάρτυρες μπορούν υπό κατάλληλες συνθήκες να παρέχουν χρήσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες. Θα πρέπει, όμως, όπως εξήγησε, να ακουλουθούνται πρωτόκολλα έτσι ώστε να μειώνονται οι κίνδυνοι στο ελάχιστο.  

Σε σχέση με το NICHD Protocol στο οποίο κάνει αναφορά στην έκθεση του, συμφώνησε οτι αυτό αναγνωρίζει ότι στην πράξη ιδίως όταν εξετάζονται ευάλωτοι μάρτυρες με περιορισμένες λεκτικές ή γνωστικές ικανότητες χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά και πιο άμεσες ή κλειστές ερωτήσεις για λόγους κατανόησης χωρίς αυτό από μόνο του να καθιστά τη συνέντευξη ως υποβλητική, διευκρινίζοντας, όμως, ότι αυτό δεν μπορεί να γίνεται σε εκτεταμένη μορφή, αναλόγως της κάθε περίπτωσης.

Κατά την ετοιμασία της έκθεσης του δεν είχε στη διάθεση του την οπτικογραφημένη  κατάθεση της Παραπονούμενης, παρά μόνο τις ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών που την παρακολουθούσαν.  Δεν είδε ποτέ την οπτικογραφημένη κατάθεση, ούτε γνωρίζει τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, όπως ούτε και τις απαντήσεις που έδωσε.

Στην υποβολή της κας Τιμοθέου πως δεν μπορεί με επιστημονική βεβαιότητα να πει ότι η κατάθεση της Παραπονούμενης είναι προΐον υποβολής, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι εαν λαμβάνετο υπόψη ο βαθμός κατανόησης και υποβολιμότητας της Παραπονούμενης, θα μπορούσε κάποιος να τοποθετηθεί κατά πόσο οι απαντήσεις της προέρχονταν από απλές γνωστικές δυσκολίες ή εαν το είδος ή το πλαίσιο των απαντήσεων προέκυψε λόγω του τρόπου με τον οποίο ερωτήθηκε.

Τέλος,ο μάρτυρας συμφώνησε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει εάν κατά την οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης παραβιάστηκαν οποιαδήποτε πρότυπα σε βαθμό που να αλλοιώνεται η μαρτυρία και πως  στην έκθεση του γίνεται αναφορά στο θεωρητικό μοντέλο που πρέπει να ακολουθείται γενικότερα.

 

Παραδεκτή και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία

 

Προτού προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας, κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε πως στη βάση της μαρτυρίας που είτε έχει δηλωθεί ως παραδεκτή και εγκριθεί από το Δικαστήριο, είτε παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, προκύπτουν τα πιο κάτω:

Ο Κατηγορούμενος εργαζόταν στο Κέντρο ως υπεύθυνος ομάδας και είχε τα καθήκοντα που περιγράφονται στο Τεκμήριο 19. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ήταν ο Μ.Κ.14 και διευθύντρια του Κέντρου η Μ.Κ.9. Στο Κέντρο απασχολούνταν ενήλικα άτομα, χωρισμένα σε ομάδες. Ο Κατηγορούμενος ήταν ο υπεύθυνος της μιας εκ των τριών ομάδων και σε αυτήν συμμετείχαν περί τα 8 άτομα, μεταξύ των οποίων η Παραπονούμενη. Κάθε ομάδα υποστηριζόταν από βοηθό, η οποία στην περίπτωση του Κατηγορουμένου ήταν η Μ.Κ.3. Πέραν από τα καθήκοντα του ως υπεύθυνος ομάδας, ο Κατηγορούμενος μετέφερε καθημερινά άτομα από και προς το Κέντρο με το λεωφορείο, μεταξύ των οποίων την Παραπονούμενη. Επίσης, κατόπιν ανάθεσης από την Μ.Κ.9, με την άφιξη τους στο Κέντρο, ο Κατηγορούμενος κάθε μέρα έδινε στην Παραπονούμενη τη φαρμακευτική αγωγή της.

Το Κέντρο αποτελούνταν από δύο ορόφους, οι οποίοι ενώνονταν με κλιμακοστάσιο. Στον κάτω όροφο, υπήρχαν δύο τάξεις. Στη μια εξ αυτών υπεύθυνος ήταν ο Κατηγορούμενος και στην άλλη η Μ.Κ.6. Στον πάνω όροφο, βρισκόταν η κύρια είσοδος του Κέντρου, το γραφείο της Μ.Κ.9, ένα σαλόνι και η Τουαλέτα. Η Τουαλέτα, ήταν σε όλους γνωστό ότι χρησιμοποιούνταν από το προσωπικό του Κέντρου και όχι από τα άτομα που εξυπηρετούνταν εκεί αφού για αυτά υπήρχαν άλλες, ξεχωριστές τουαλέτες. Στον ίδιο όροφο φυλασσόταν και η φαρμακευτική αγωγή της Παραπονούμενης σε επιτοίχιο κουτί και εκεί ήταν που κάθε πρωί την λάμβανε. Σχετικές είναι οι φωτογραφίες, Τεκμήριο 10, οι οποίες κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Στο σαλόνι, στον πάνω όροφο, λειτουργούσε μια τρίτη τάξη, υπεύθυνος της οποίας ήταν ο Α.Κ., ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο απουσίαζε στο εξωτερικό. Κατά την απουσία του, τον αντικαθιστούσε η βοηθός του, Κ., η οποία σε κατάθεση που της λήφθηκε ανέφερε πως δεν γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση. Κάποιες φορές τα άτομα της ομάδας αυτής συμμετείχαν στις τάξεις που διεύθυναν οι άλλοι υπεύθυνοι στον κάτω όροφο. Ανεβαίνοντας από τον πάνω όροφο μερικά σκαλιά, υπήρχε ένα άλλο επίπεδο στο οποίο στεγαζόταν μια ψυχολόγος, η οποία επισκεπτόταν το Κέντρο τρεις φορές την εβδομάδα. Τουαλέτες για τα εξυπηρετούμενα άτομα υπήρχαν τόσο στον κάτω όροφο όσο και στο υπερυψωμένο επιπέδο του πάνω ορόφου.

Η Παραπονούμενη γεννήθηκε στις 29/9/1976. Σύμφωνα με διάγνωση που της δόθηκε στην Ελλάδα, είναι άτομο με ήπια νοητική στέρηση και πάσχει από σχιζοφρένεια. Κατά τον επίδικο χρόνο δεν παρουσίαζε ενεργή ψυχωσική συμπτωματολογία. Διέμενε σε διαμέρισμα με την μητέρα της, η οποία στη συνέχεια απεβίωσε, και τον αδελφό της ενώ η αδελφή της, Μ.Κ.7, τους επισκεπτόταν και τους φρόντιζε καθημερινά.

Κατόπιν επιστημονικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, μεταξύ 5/4/2024 και 4/6/2024, σε επίπεδο γενετικού υλικού δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον Κατηγορούμενο με τα αντικείμενα της υπόθεσης από τα οποία απομονώθηκε γενετικό υλικο, του οποίου το προφίλ ήταν κατάλληλο για συγκρίσεις και συγκεκριμένα με το Τεκμήριο 2.

Για όλα τα πιο πάνω προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας

 

Έχοντας σκιαγραφήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία σημειώνουμε ότι έχουμε διεξέλθει με μεγάλη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν.  Με μεγάλη προσοχή έχουμε, επίσης, μελετήσει το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων.  Δεν θεωρούμε ότι θα εξυπηρετούσε, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, η επανάληψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων.  Άλλωστε, τα θέματα αυτά είναι που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στη συνέχεια, ενώ δεδομένη παραμένει πάντοτε η νομολογιακή αρχή ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτήν το Δικαστήριο, αφού μορφώσει άποψη για την αξιοπιστία των μαρτύρων, θα διαμορφώσει την κρίση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματα του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση.  Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας, σε σύγκριση και με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 177/2017, ημερ. 20.12.2018 και Rana ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489). 

Έχουμε δε κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας πως το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 307 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 1).

Αποτελεί, επίσης, νομολογιακή αρχή ότι μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν πλήττουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά, πολλές φορές, την ενδυναμώνουν γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού (βλ. Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 353, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (20100) 2 Α.Α.Δ. 345 και Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68).

Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Σιβιτανίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 166 όπου υποδείχθηκε πως ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική αφή των πραγμάτων (βλ. Στυλιανίδη ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1056 και Μουζάκης ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 220).

Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου.  Είχαμε, επίσης, την ευκαιρία, ως αναφέρεται πιο πάνω, να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των τεκμηρίων. 

Ξεκινούμε το έργο της αξιολόγησης από τη μαρτυρία των αστυνομικών μαρτύρων, (Μ.Κ.1, 2, 4, 5 και 13) η οποία, ως αναφέρεται και στη γραπτή αγόρευση του κ. Λοχία, δεν αμφισβητείται. Εν πάση περιπτώσει έχουμε και εμείς σχηματίσει θετική εντύπωση και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους.

Ειδικότερα, οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση τους και διαπιστώνουμε ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο προκειμένου να καταθέσουν τα όσα έπραξαν στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, πράγμα που έπραξαν με σαφήνεια και πληρότητα. Υπενθυμίζουμε πως ο Μ.Κ.1 ήταν ο χειριστής του συστήματος λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη και πως δεν αμφισβητήθηκε ούτε η σχετική εκπαίδευση του αλλά ούτε και ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε. Ο Μ.Κ.2 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήρια 5 και 6) και έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 9).

Η Μ.Κ.4, ανακρίτρια της υπόθεσης, έλαβε από τον Κατηγορούμενο δεύτερη ανακριτική κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 14) και προέβη στην απομαγνωτοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Παραπονούμενης (βλ. Τεκμήριο 4). Αντεξετάστηκε σε σχέση με τις, κατά την Υπεράσπιση, παραλείψεις στο ανακριτικό στάδιο, δεχόμενη με εντιμότητα και ειλικρίνεια ότι κάποια από τα όσα της τέθηκαν δεν διενεργήθηκαν κατά τρόπο ώστε η στάση της να καταδεικνύει την αντικειμενικότητα της. Οι ενέργειες στις οποίες προέβη δεν αμφισβητήθηκαν, όπως  ούτε και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε. Συγκεκριμένα, κατέθεσε το Τεκμήριο 11 σε σχέση με τους λόγους που δεν διενεργήθηκε ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης. Ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της κατά πόσον ο ιατροδικαστής πληροφορήθηκε ότι υπήρχε μαρτυρία για πρωκτικό βιασμό της Παραπονούμενης στις 28/3/2024, γεγονός που η Μ.Κ.4 έντιμα και ειλικρινά ανέφερε πως δεν γνώριζε. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένο και μη αμφισβητούμενο παραμένει το ότι τέτοια εξέταση δεν διενεργήθηκε. Κατέθεσε, επίσης, το Τεκμήριο 12 σε σχέση με τη συνομιλία της με τον Μ.Κ.11 και το Τεκμήριο 13 σε σχέση με την επικοινωνία της με την καθαρίστρια του Κέντρου. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε προσπάθεια ευνοϊκής μεταχείρισης της Παραπονούμενης ή δυσμενούς χειρισμού του Κατηγορουμένου και δεχόμαστε τη μαρτυρία της αξιόπιστη.

Η Μ.Κ.5 συνομίλησε με την Παραπονούμενη πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης και κατέγραψε το περιεχόμενο της συνομιλίας τους στο Τεκμήριο. 18. Η μαρτυρία της ήταν σαφής και σταθερή και ουδέν τέθηκε ενώπιον μας που να μας οδηγεί βάσιμα στο συμπέρασμα ότι η Μ.Κ.5 δεν κατέγραψε ορθώς και με ακριβή τρόπο όσα της αναφέρθηκαν από την Παραπονούμενη. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18 δεν αμφισβητήθηκε από μέρους της Υπεράσπισης, όπως ούτε και η θέση της Μ.Κ.5 πως κατά την εν λόγω συζήτηση παρούσα ήταν και η Μ.Κ.7 χωρίς να παρεμβαίνει. Αντίθετη, ήταν η μαρτυρία της Μ.Κ.7 η οποία προέβαλε πως δεν ήταν παρούσα. Για τους λόγους που εξηγούμε πιο κάτω και λαμβάνοντας υπόψη πως η Μ.Κ.5 ήταν αποστασιοποιημένη από τα γεγονότα της υπόθεσης και τα εμπλεκόμενα μέρη και δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον ως προς την έκβαση της υπόθεσης, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της.

Η Μ.Κ.13 έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη. Ως αναφέρεται στην αγόρευση του κ. Λοχία, οι ενέργειες στις οποίες προέβη δεν αμφισβητούνται και ούτε τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μας που να οδηγεί στην απόρριψη της επί τούτου μαρτυρίας της.

Η Μ.Κ.13 αντεξετάστηκε, όμως, σφοδρά ως προς το κατά πόσο ο τρόπος με τον οποίο έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση και ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίον ερωτούνταν η Παραπονούμενη ήταν ο ενδεδειγμένος. Προς τούτο, της υποδείχθηκαν μέρη του Τεκμηρίου 4 και αντεξετάστηκε σε συνάρτηση με τους κανόνες λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, κατηγορία στην οποία δεν αμφισβητείται ότι εμπίπτει η Παραπονούμενη. Η Μ.Κ.13 εξέφρασε τις δικές της θέσεις. Επί του σημείου αυτού σχετική ήταν και η μαρτυρία της Μ.Κ.12 και του Μ.Υ.1, οι οποίοι αναφέρθηκαν στο πρωτόκολλο του National Institute of Child Health and Human Development, το οποίο, ως αναφέρεται στην έκθεση του τελευταίου, Τεκμήριο 29, με αναφορά σε σχετική βιβλιογραφία και δεν αμφισβητείται, «αποτελεί το πιο εκτενώς αξιολογημένο και διεθνώς αναγνωρισμένο δομημένο πρωτόκολλο για δικανικές συνεντεύξεις, ιδιαίτερα με παιδιά και ευάλωτους μάρτυρες». Τόσο η Μ.Κ.12 όσο και ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκαν στο περιεχόμενο του εν λόγω πρωτοκόλλου και στους κινδύνους που διατρέχει η μη τήρηση του, χωρίς, όμως, να εκφράσουν οποιαδήποτε γνώμη ως προς το κατά πόσο τηρήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Εν τέλει, το ζήτημα δεν χρήζει περαιτέρω ανάλυσης ενόψει της θέσης του κ. Λοχία στη γραπτή του αγόρευση πως δεν συνιστά κρίσιμο θέμα, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες που υπήρχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στη ό,τι αφορά τη Μ.Κ.8, λειτουργό των Κοινωνικών Υπηρεσιών, σημειώνουμε τη θετική εικόνα που μας άφησε και τη μη αμφισβήτηση της μαρτυρίας της από μέρους της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.8 υπέγραψε την συγκατάθεση για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη (βλ. Τεκμήριο 1) και αναφέρθηκε στις ενέργειες της, μεταξύ άλλων, αναφορικά με την επεξήγηση της διαδικασίας στην Παραπονούμενη και τον ρόλο της κατά την διάρκεια της κατάθεσης της αναγνωρίζοντας, έντιμα και ειλικρινά, πως δεν έχει υπόψη της οποιεσδήποτε κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο λήψης κατάθεσης από ευάλωτα άτομα. Αποδεχόμαστε, λοιπόν, τη μαρτυρία της.  

Στρεφόμαστε, τώρα, στους μάρτυρες που κατέθεσαν επί των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση.

Ξεκινώντας από την Μ.Κ.3, σημειώνουμε πως η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ως ανέφερε, εργαζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Κέντρο ως παιδοκόμος και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η βοηθός του Κατηγορούμενου. Η μαρτυρία της ήταν σαφής και περιορίστηκε στα όσα η ίδια θυμόταν, είδε και αντιλήφθηκε. Ως ανέφερε, διατηρούσε άψογη σχέση με τον Κατηγορούμενο και είχε καλή σχέση με την Παραπονούμενη. Δεν μας άφησε, όμως, οποιαδήποτε ένδειξη ή υπόνοια μεροληψίας ή πρόθεσης να μαρτυρήσει προς υποβοήθηση της θέσης της Παραπονούμενης ή παραποίησης των γεγονότων υπέρ του Κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της σημειώνοντας τα όσα ανέφερε σε σχέση με την οργάνωση και διαρρύθμιση του Κέντρου, την ύπαρξη αποχωρητηρίων αφενός για τα άτομα που εκεί εξυπηρετούνται και, αφετέρου, για το προσωπικό, καθώς και την μη ύπαρξη σκαμνιού στην Τουαλέτα. Σημειώνουμε, επίσης, τις αναφορές της σε σχέση με τα θέματα υγείας της Παραπονούμενης κρίνοντας ότι η καθημερινή επαφή που είχε μαζί της, ως παιδοκόμος στην τάξη που η Παραπονούμενη ήταν ενταγμένη, της έδωσε την δυνατότητα να αντιληφθεί τα όσα ανέφερε και, ειδικότερα, το ότι η Παραπονούμενη γενικά έτρεμε και σπανιότερα παρουσίαζε αστάθεια και έπεφτε καθώς και το ότι ήταν άτομο που μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε την δυνατότητα να πλύνει μόνη της τα χέρια της.

Σε σχέση με την αναφορά της Μ.Κ.3 πως σε συζήτηση που είχε με την Παραπονούμενη σε απροσδιόριστο χρόνο, η τελευταία της ανέφερε ότι από τις 19/3/2024 θα της έδινε πλέον την φαρμακευτική αγωγή της η Μ.Κ.9 και όχι ο Κατηγορούμενος χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά ή εξήγηση, σημειώνουμε, πως το κατ’ ισχυρισμό γεγονός αυτό δεν διασυνδέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο με τα επίδικα περιστατικά είτε από την Παραπονούμενη ή από οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα και εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται πως στις 28/3/2024 το πρωί ήταν ο Κατηγορούμενος που έδωσε τα φάρμακα στην Παραπονούμενη κατόπιν ανάθεσης από την Μ.Κ.9. Ούτε η Μ.Κ.9 ερωτήθηκε ή ανέφερε οτιδήποτε επί του σημείου αυτού.

Η Μ.Κ.6 είναι μια εκ των υπευθύνων ομάδας που εργάζονταν κατά τον επίδικο χρόνο στο Κέντρο. Η μάρτυρας μας άφησε θετική εντύπωση αφού η μαρτυρία της ήταν σαφής και σταθερή ενώ οι αναφορές της επί της ουσίας δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Απαντούσε με αμεσότητα και φυσικότητα δίδοντας την εντύπωση ότι παρουσίαζε στο Δικαστήριο τα γεγονότα ως η ίδια τα βίωσε και αντιλήφθηκε. Παρά το ότι γνώριζε την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο, δεν άφησε οποιαδήποτε ένδειξη ή υπόνοια ότι πρόθεση της ήταν να μαρτυρήσει για να υποβοηθήσει τη θέση της Παραπονούμενης ή του Κατηγορούμενου. Κρίνουμε τη μαρτυρία της αξιόπιστη και στο πλαίσιο αυτό αποδεχόμαστε τα όσα ανέφερε σε σχέση με την συζήτηση της με την Παραπονούμενη στις 29/3/2024, ότι δηλαδή η Παραπονούμενη έκλαιγε και της είπε ότι ήταν θυμωμένη με τον Κατηγορούμενο ενώ στη συνέχεια σηκώθηκε και άγγιξε το στήθος και τα οπίσθια της χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Προς τούτο σημειώνουμε πως αμέσως μετά το εν λόγω περιστατικό, η Μ.Κ.6 ενημέρωσε σχετικά την Μ.Κ.9 και μέχρι εκείνη τη στιγμή η Μ.Κ.6 δεν γνώριζε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την υπόθεση. Αποδεχόμαστε, επίσης, τα όσα ανέφερε σε σχέση με την Παραπονούμενη, τα οποία γνώριζε ενόψει της καθημερινής επαφής της με αυτή, ότι δηλαδή ήταν λειτουργικό άτομο και μπορούσε να πάει μόνη της στην τουαλέτα και να πλύνει τα χέρια της. Αποδεκτή κρίνεται και η θέση της Μ.Κ.6 ότι τα λειτουργικά άτομα, όπως η Παραπονούμενη, μπορούσαν να πλυθούν στην κουζίνα, η οποία βρισκόταν στον ίδιο όροφο με την Τουαλέτα, ενώ οι ίδιοι, ως υπεύθυνοι, είχαν εποπτεία του χώρου, όπως, επίσης, και η θέση της ότι γενικότερα μεταξύ των ωρών 8:00 και 9:00 στην τραπεζαρία, στον ίδιο όροφο με την Τουαλέτα, γίνονταν μάθημα από τρίτο δάσκαλο.

Σε σχέση με την Μ.Κ.9 και τον Μ.Κ.14, η εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν θετική. Σημειώνουμε καταρχάς ότι η σχέση της Μ.Κ.9 με τον Κατηγορούμενο, ως ανέφερε, ήταν πολύ στενή. Αντίστοιχη ήταν και η σχέση με τον Μ.Κ.14, αφού, ως ο τελευταίος ανέφερε, είχε τον Κατηγορούμενο ως παιδί του, όπως όλο το προσωπικό, και, επιπλέον, διατηρούσε με την θεία του πολύ στενή σχέση. Από την άλλη, ο Μ.Κ.14 ήταν ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Κέντρου, το οποίο λειτουργούσε υπό την διεύθυνση της Μ.Κ.9. Προκύπτει, επομένως, ότι αμφότεροι υπείχαν υπεύθυνη θέση σε σχέση με την ομαλή λειτουργία του Κέντρου και την προστασία των ατόμων που φοιτούσαν εκεί, μεταξύ των οποίων και της Παραπονούμενης. Περαιτέρω, ως η Μ.Κ.9 ανέφερε, η Παραπονούμενη της είχε αδυναμία και ο Μ.Κ.14 αναφέρθηκε στην ιδιαίτερη σχέση που η τελευταία είχε μαζί του. Αποτιμώντας τη μαρτυρία τους σε αυτό το πλαίσιο, δεν θεωρούμε ότι οι Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14 προσπάθησαν εσκεμμένα να υποστηρίξουν τη μια ή την άλλη πλευρά. Αντίθετα, αποκομίσαμε την εντύπωση ειλικρινών ατόμων που ευθέως κατέθεσαν σε σχέση με τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη τους και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Για τους λόγους, λοιπόν, και στην έκταση που εξηγούμε πιο κάτω, η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή.

Αποτέλεσε θέση τόσο της Μ.Κ.9 όσο και του Μ.Κ.14 ότι δεν ενέπιπτε στα καθήκοντα του Κατηγορούμενου η συνοδεία ατόμων στην τουαλέτα. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στον όρο υπ’ αρ. 10 του εκατέρωθεν υπογεγραμμένου εγγράφου με τίτλο «Καθήκοντα Υπευθύνου Ομάδας» (βλ. Τεκμηρίο 19), ο Κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση να «εποπτεύει την καθαριότητα των ατόμων που φοιτούν στο Κέντρο Ημέρας και των χώρων που χρησιμοποιεί.». Οι βοηθοί ομάδας, σύμφωνα με τον όρο υπ’ αρ. 2 του αντίστοιχου εγγράφου αναφορικά με τα καθήκοντα τους (βλ. Τεκμήριο 26), αναλάμβαναν τη φροντίδα των ατόμων που εξυπηρετούνται στο Κέντρο, η οποία περιλαμβάνει «διατροφή, λούσιμο, ντύσιμο, τουαλέτα κτλ». Η Μ.Κ.9 υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν γενικά καλός και συνεργάσιμος και παρ’ όλο που δεν είχε καθήκοντα βοηθού / φροντιστή, εάν οι βοηθοί του ζητούσαν οτιδήποτε, τους βοηθούσε, ακόμα κι αν αυτό περιλάμβανε να συνοδεύει άτομα στην τουαλέτα. Ανέφερε, ωστόσο, πως ο Κατηγορούμενος «κάποιες φορές έπαιρνε άτομα, κάποιες φορές ή αγνοούσεν τες [τις βοηθούς] ή δεν τους το έκανε» και δέχτηκε ότι σιχαινόταν. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.14 προβάλλοντας κατηγορηματικά τη θέση ότι την ευθύνη για το πλύσιμο των εξυπηρετούμενων ατόμων την είχαν οι βοηθοί, ανέφερε σχετικά ότι προσέλαβαν και δύο άνδρες ώστε τα άτομα να καθαρίζονται από άτομα του ιδίου φύλου.  Από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.14 προκύπτει ότι ο κανόνας αυτός δεν ήταν ανελαστικός αφού, ως ανέφερε, στις περιπτώσεις που απουσίαζαν οι βοηθοί δεν θα έπρεπε να αφηνόταν ένα άτομο λερωμένο και πως ακόμα και ο ίδιος θα το καθάριζε. Επομένως, σε αυτές τις περιπτώσεις, οι υπεύθυνοι ομάδας, ακόμα και άντρες, όπως ο ίδιος, θα μπορούσαν να βοηθήσουν ένα οποιοδήποτε εξυπηρετούμενο άτομο. Διευκρινίζεται, δε, ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.14 κινήθηκε σε επίπεδο κανόνων, δηλαδή του τί έπρεπε να γίνεται, χωρίς να έχει προσωπικά ιδία γνώση του τί πράγματι γινόταν, ενώ η μαρτυρία της Μ.Κ.9 αφορούσε στο τί πράγματι λάμβανε χώρα στο Κέντρο.  Από τη μαρτυρία αμφοτέρων προκύπτει ότι ούτε η Μ.Κ.9 αλλά ούτε ο Μ.Κ.14 απέκλεισαν την εμπλοκή των υπευθύνων ομάδας στην καθαριότητα των εξυπηρετούμενων ατόμων. Η ουσία της μαρτυρίας τους επί του προκειμένου, σε συνάρτηση με τον όρο υπ’ αρ. 10, πιο πάνω, συνίσταται στο ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν εντελώς αμέτοχος στην φροντίδα και την υγιεινή των εξυπηρετούμενων ατόμων, αλλά, αντίθετα, είχε ρόλο επόπτη, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις καλούνταν να συνδράμει τους βοηθούς. Όταν, μάλιστα, δεν υπήρχε διαθέσιμος βοηθός, σύμφωνα με τις οδηγίες του Μ.Κ.14, θα έπρεπε να αναλάβει ο ίδιος την καθαριότητα κάποιου ατόμου που το χρειαζόταν, όπως και έπραττε κάποιες φορές. Αναφορικά με τις επί του προκειμένου θέσεις που προωθήθηκαν από την Υπεράσπιση, σημειώνουμε πως η Μ.Κ.9 αρνήθηκε ότι έδωσε οδηγίες στην γραμματέα του Συνδέσμου για να ετοιμάσει έγγραφο το οποίο θα υπέγραφαν όλα τα μέλη του προσωπικού σχετικά με την υποχρέωση τους να βοηθούν τα παιδιά στην τουαλέτα ανεξαρτήτως καθηκόντων. Στο ίδιο πλαίσιο, και ο Μ.Κ.14 αρνήθηκε κατηγορηματικά την ετοιμασία τέτοιου εγγράφου. Περαιτέρω, ουδείς εξ αυτών θυμούνταν περιστατικό σε εκδρομή κατά το οποίο κάποιο άτομο είχε ατύχημα σε σχέση με τη χρήση της τουαλέτας και δημιουργήθηκε αναστάτωση που αφορούσε την μη εμπλοκή του Κατηγορούμενου στην καθαριότητα του. Εν πάση περιπτώσει, όπως θα διαφανεί και πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, το εν λόγω περιστατικό και η ύπαρξη του αναφερόμενου έγγραφου δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Σε σχέση με την Παραπονούμενη, η Μ.Κ.9 αναφέρθηκε στην κατάθεση της, Έγγραφο Η1, σε εμμονές, αναφορικά με τις οποίες εξήγησε κατά την κυρίως εξέταση της πως η Παραπονούμενη είχε κάποια «κολλήματα», δηλαδή «μπορούσε να κολλήσει με κάτι συγκεκριμένο, είτε αντικείμενο, είτε άτομο», δίδοντας σχετικό παράδειγμα κατά την αντεξέταση της. Συμφώνησε, δε, ότι «θα μπορούσε…να μπει κάτι στο μυαλό της και δύσκολα να βγει» ενώ ανέφερε πως κάποιες φορές μπορούσε να συζητήσει κάποιος λογικά με την Παραπονούμενη, αλλά όχι πάντα. Ερωτούμενη σε σχέση με την υποβολιμότητα της, η Μ.Κ.9 ανέφερε πως «αν τώρα μιλούσες με την Ε. και έλεγες της κάποια πράγματα, δηλαδή να της έκαμνα μια ερώτηση και να την κατεύθυνα, μπορούσε και να συμφωνήσει». Δεδομένης της καθημερινης επαφής με την Παραπονούμενη και της υπεύθυνης θέσης που κατείχε η Μ.Κ.9 στο Κέντρο, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη πως, ως η ίδια ανέφερε, είναι πτυχιούχος ψυχολογίας, θεωρούμε ότι η Μ.Κ.9 ήταν σε θέση να διαπιστώσει τα όσα ανέφερε, χωρίς να διακρίνουμε οποιοδήποτε στοιχείο υπερβολής στην μαρτυρία της. Άλλωστε οι θέσεις της αυτές, συνάδουν με τα όσα ανέφεραν οι Μ.Κ.11, Μ.Κ. 12 και Μ.Υ.1.

Η Μ.Κ.9 ανέφερε, επίσης, ότι η Παραπονούμενη αυτοεξυπηρετείται προσθέτοντας ο Μ.Κ.14 πως δεν χρειάζεται κάποιος να την συνοδεύει στην τουαλέτα. Ο Μ.Κ.14 ανέφερε, ωστόσο, πως η Παραπονούμενη γενικά είχε τρέμουλο ενώ τις μέρες που ακολούθησαν των επίδικων περιστατικών ήταν πιο ανήσυχη. Ίδια, βασικά, ήταν και η θέση της Μ.Κ.3, η οποία, ως αναφέρεται και πιο πάνω, υποστήριξε ότι η Παραπονούμενη τρέμει συχνά, κάποιες φορές έντονα, ενώ σπανιότερα είχε αστάθεια και έπεφτε. Την γενική κατάσταση της Παραπονούμενης, άλλωστε, είχαμε και εμείς τη δυνατότητα να την διαπιστώσουμε κατά τη ζωντανή παρουσίαση της στο Δικαστήριο και δεν θεωρούμε ότι οι μάρτυρες αυτοί είχαν οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ώστε να παραποιήσουν την πραγματική κατάσταση της Παραπονούμενης, την οποία αντιλήφθηκαν κατά τις επαφές μαζί της.

Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, ως αναφέρεται στην κατάθεση της Μ.Κ.9, Έγγραφο Η2, στις 28/3/2024 η ίδια εισήλθε στο Κέντρο από την κεντρική είσοδο περίπου 10 λεπτά μετά που μπήκε ο Κατηγορούμενος. Ακριβέστερα, από το Τεκμήριο 16, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, σε συνάρτηση με τα όσα η Μ.Κ.9 ανέφερε, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είχε φθάσει στην πλαϊνή είσοδο του Κέντρου στις 8:06. Ως η Μ.Κ.9 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, σε μεταγενέστερο χρόνο ενημερώθηκε ότι εκείνη τη στιγμή ο Κατηγορούμενος είπε στις κοπέλες του Κέντρου να φωνάξουν την Παραπονούμενη για να πάει πάνω να της δώσει τα φάρμακα της και, έπειτα, εισήλθε στο Κέντρο. Η Μ.Κ.9 έφθασε στην πλαϊνή είσοδο στις 8:13 και, έπειτα, εισήλθε στο Κέντρο από την κύρια είσοδο, ως ανέφερε, στις 8:15. Κρίνουμε ότι η αναφορά της Μ.Κ.9 σε διάστημα περίπου δέκα λεπτών μεταξύ της εισόδου του Κατηγορούμενου στο Κέντρου και της δικής της εισόδου δεν είναι υπερβολική, εκτιμώντας πως συνιστά περί το μέγιστο χρονικό διάστημα και ως τέτοια την αποδεχόμαστε.

Όταν η Μ.Κ.9 εισήλθε στο Κέντρο, είδε την Παραπονούμενη να βγαίνει από την Τουαλέτα, η πόρτα της οποίας ήταν κλειστή, και να πηγαίνει προς το σαλόνι για να καθίσει. Την ρώτησε τί έκανε στην Τουαλέτα και αυτή δεν της απάντησε. Στη συνέχεια βγήκε από την Τουαλέτα και ο Κατηγορούμενος. Ως η Μ.Κ.9 ανέφερε, δεν υπήρχε σκαμνάκι στην Τουαλέτα.

Σημείο αντιπαράθεσης αποτέλεσαν κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.9, πρώτον, το κατά πόσο η πόρτα της Τουαλέτας ήταν κλειστή, και, δεύτερον, ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι να βγει ο Κατηγορούμενος από την Τουαλέτα, μετά την Παραπονούμενη.

Σε σχέση με το κατά πόσο η πόρτα της Τουαλέτας ήταν κλειστή όταν μπήκε στο Κέντρο,  η Μ.Κ.9 επέμεινε κατά την αντεξέταση της ότι ήταν πράγματι κλειστή. Ανέφερε, όμως, ότι και 5 εκατοστά να ήταν ανοικτή, δεν θα την χαρακτήριζε «λίγο ανοικτή», ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης, αλλά κλειστή. Ο Κατηγορούμενος προέβαλε σχετικά πως η εν λόγω πόρτα ήταν περίπου 10 εκατοστά ανοικτή. Η ουσία είναι πως η πόρτα ήταν κατά βάση κλειστή, στοιχείο που αποδεχόμαστε, έχοντας υπόψη και τα όσα ο Κατηγορούμενος προέβαλε.

Όσον αφορά το δεύτερο θέμα, στην κατάθεση της, Έγγραφο Η1, η Μ.Κ.9 ανέφερε πως ήταν «την ίδια στιγμή» που είδε τον Κατηγορούμενο να βγαίνει από την Τουαλέτα διευκρινίζοντας κατά την κυρίως εξέταση της πως μετά που βγήκε η Παραπονούμενη, η πόρτα έκλεισε ξανά και μετά από «κάποια λεπτά» βγήκε ο Κατηγορούμενος. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Κατηγορούμενος βγήκε μερικά δευτερόλεπτα αφότου βγήκε η Παραπονούμενη με τον ίδιο να αναφέρει κατά την ένορκη μαρτυρία του πως βγήκε 3 δευτερόλεπτα μετά την Παραπονούμενη. Ως ήταν λογικό, η Μ.Κ.9, όπως και ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν σε θέση με ακρίβεια να προσδιορίσουν τον επακριβή χρόνο που μεσολάβησε, πλην, όμως, η Μ.Κ.9 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα εκείνη τη στιγμή λέγοντας τα εξής:

«Βγαίνει η [Ε.] από την Τουαλέτα, τη ρωτώ «[Ε.] μου, τι έκανες στην Τουαλέτα», δεν μου απάντησε και πήγε και κάθισε στην τραπεζαρία που είδαμε στην καρέκλα που ήταν στην άκρια, χωρίς να μου δώσει απάντηση. Εγώ θεώρησα ότι δεν με άκουσε η [Ε.]. Βγαίνει η [Κ.] πάνω, μια από τις βοηθούς της κοπέλας, έρχεται πάνω για να έρθει με την ομάδα του [Α.] που απουσίαζε, λέει της «[Ε.] μου πήρες τα φάρμακά σου» και λέει μου «όχι περιμένω τον κύριο [Μ.]» και εγώ έκανα κλικ και βλέπω την πόρτα να ανοίγει ξανά, την συρόμενη, γιατί την είχε κλείσει πίσω της η Ειρήνη, βγαίνει ο [Μ.] και τζιαμέ έπαθα ένα σοκ και φωνάζω της [Κ.] και λέω της «το και το, δεν ξέρω τι να κάνω». Εβγήκα έξω στο πάρκινγκ…»

Από τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.9, προκύπτει ότι ο χρόνος που μεσολάβησε ήταν, όντως, πολύ σύντομος, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια.

Ένα άλλο σημείο που απασχόλησε την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.9 ήταν το κατά πόσο η Παραπονούμενη έκλεισε την πόρτα μετά που βγήκε από την Τουαλέτα. Η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι δεν πρόσεξε την Παραπονούμενη να κλείνει την πόρτα και, απορρίπτοντας την υποβολή ότι η πόρτα έμεινε ανοικτή, ανέφερε ότι είδε τον Κατηγορούμενο να την ανοίγει για να βγει. Προκύπτει, επομένως, ότι μετά που βγήκε η Παραπονούμενη, η πόρτα της Τουαλέτας έκλεισε χωρίς να διευκρινίζεται ποιος την έκλεισε.

Ουσιωδώς, σε σχέση με το κατά πόσο η Παραπονούμενη, όταν βγήκε από την Τουαλέτα, ήταν λερωμένη ή βρεγμένη, η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι δεν πρόσεξε κάτι.

Σε εκείνο το στάδιο, ως η Μ.Κ.9 δέχτηκε, η ίδια ήταν έκδηλα αναστατωμένη και φορτισμένη και αμέσως μετά βγήκε έξω, έκλαιγε και τηλεφώνησε στον Μ.Κ.14 ενημερώνοντας τον για το τί είδε και ζητώντας του να μεταβεί στο Κέντρο. Την εμφανή αναστάτωση της Μ.Κ.9 επιβεβαίωσε και ο Μ.Κ.14 κατά τη μαρτυρία του. Ως η ίδια δήλωσε δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί την κατάσταση για την οποία, ως δέχθηκε, «μπορεί να έβαλ[ε] κάτι με το μυαλό [της]». Ωσαύτως, ο Μ.Κ.14 επιβεβαίωσε την καχυποψία της Μ.Κ.9 αφού, ως ανέφερε, «με αυτό που είδε…σίγουρα ο νους της πήγε στο κακό». Σε γενικότερο πλαίσιο, ως η ίδια δέχτηκε, εκείνη τη μέρα, ήτοι στις 28/3/2024, ήταν αναστατωμένη και συναισθηματικά φορτισμένη σε μεγάλο βαθμό.

Ακολούθως, ο Μ.Κ.14, ως και ο ίδιος δέχεται, μετέβη στο Κέντρο και αφού η Μ.Κ.9 τον ενημέρωσε σχετικά, κάλεσαν τον Κατηγορούμενο. Ως αναφέρεται στην κατάθεση της Μ.Κ.9, Έγγραφο Η1, ο Κατηγορούμενος ρωτήθηκε τί έγινε στην Τουαλέτα και αυτός ανέφερε πως η Παραπονούμενη πήγε να πλύνει τα χέρια της, δηλαδή ότι η Παραπονούμενη του ζήτησε να πλύνει τα χέρια της και της είπε να μπει στο συγκεκριμένο αποχωρητήριο, καθώς και ότι ήταν η Παραπονούμενη που έκλεισε την πόρτα. Συναφώς, στην κατάθεση του Μ.Κ.14, Τεκμήριο 17, αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος προέβαλε ότι τα χέρια της Παραπονούμενης ήταν λερωμένα και «πήγε να της τα πλύνει». Σε ερώτηση του Μ.Κ.14 γιατί έκλεισαν την πόρτα της Τουαλέτας, ο Κατηγορούμενος είπε πως «την έκλεισε πίσω της η Ε. μπαίνοντας στην Τουαλέτα και ότι δεν έγινε οτιδήποτε άλλο στην Τουαλέτα». Ο Μ.Κ.14 αντεξετάστηκε επισταμένα ως προς το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι πήγε να πλύνει τα χέρια της Παραπονούμενης, ήτοι ότι το πλύσιμο προέκυψε κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, ή κατά πόσο ανέφερε ότι η Παραπονούμενη πήγε να πλύνει τα χέρια της, ως και η Μ.Κ.9 ανέφερε, ήτοι ότι προέκυψε κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας, εμμένοντας στα όσα ανέφερε στην κατάθεση του. Αξιολογώντας τα όσα προέβαλαν οι Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14 και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των δηλώσεων που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, δεν θεωρούμε ότι προκύπτει με σαφήνεια ουσιώδης διάσταση στην επί του προκειμένου μαρτυρία τους, λαμβάνοντας υπόψη πως στο ευρύτερο πλαίσιο της σχέσης φροντιστή και φροντιζόμενου δεν συνάγεται απαρέγκλιτα πως η αναφορά ότι «της έπλυνε τα χέρια» αποκλείει το να του ζήτησε η ίδια να πλύνει τα χέρια της.

Αμέσως μετά, αφού ο Κατηγορούμενος αποχώρησε, η Μ.Κ.9 και ο Μ.Κ.14 κάλεσαν την Παραπονούμενη και τόσο ο Μ.Κ.14 όσο και η Μ.Κ.9 την ρώτησαν τι έγινε στην Τουαλέτα. Η Μ.Κ.9 ανέφερε στην κατάθεση της, Έγγραφο Η1, πως η Παραπονούμενη τους ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της χάιδεψε τα μαλλιά, δείχνοντας τους την κίνηση πάνω στο κεφάλι της. Δέχτηκε, περαιτέρω, ότι τους είπε και ότι έπλυνε τα χέρια της, ως η σχετική αναφορά του Μ.Κ.14 στην κατάθεση του, Τεκμήριο 17. Σημειώνουμε ως στοιχείο ουσιώδους σημασίας πως τίποτε δεν τέθηκε ενώπιον μας περί προηγούμενης ενημέρωσης της Παραπονούμενης ως προς το τι είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος στους Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14 κατά την αμέσως προηγούμενη συνάντηση τους.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, η Μ.Κ.9 κάλεσε την Παραπονούμενη στο γραφείο της και καλοπιάνοντας την, όπως είπε, δηλαδή μιλώντας της ήπια και χωρίς θυμό, και δίνοντας της, ίσως, τσιγάρο, της ζήτησε να μιλήσουν σαν δύο φίλες και την ρώτησε ξανά γιατί πήγε στην Τουαλέτα. Τότε, η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που της είπε να πάει στην Τουαλέτα, ότι ο Κατηγορούμενος στεκόταν και ότι δεν θυμόταν ποιος έκλεισε την πόρτα. Εκείνη τη στιγμή, η Μ.Κ.9 σηκώθηκε και ζήτησε από την Παραπονούμενη να της δείξει τί της έκανε ο Κατηγορούμενος. Η Παραπονούμενη χάιδεψε τα οπίσθια της χωρίς να της αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Η Μ.Κ.9, ως δέχθηκε κατά την αντεξέταση της, ήταν ακόμα φορτισμένη, πλην, όμως, λιγότερο σε σχέση με την κατάσταση της το πρωί και δεν έκλαιγε, ενώ δέχτηκε πως ίσως να ήταν λάθος που σηκώθηκε καθότι υπήρχε ο κίνδυνος να κατευθύνει την απάντηση της Παραπονούμενης, ενόψει και του ότι, ως και πάλι δέχθηκε, προσέγγισε το ζήτημα ως διευθύντρια, ήτοι άτομο σε θέση εξουσίας και ευθύνης έναντι της Παραπονούμενης.

Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.9, η Παραπονούμενη επανέλαβε την ίδια κίνηση και την επομένη μέρα το πρωί, στις 29/3/2024, στην παρουσία της ίδιας, της θείας του Κατηγορούμενου και του Μ.Κ.14. Αφού η Παραπονούμενη αποχώρησε από την εν λόγω συνάντηση, ως ανέφερε η Μ.Κ.9, κάλεσαν τον Κατηγορούμενο και του ζήτησαν να παραιτηθεί, πράγμα το οποίο ζήτησε και η θεία του στις 28/3/2024. Αυτός δέχτηκε και υπέγραψε το σχετικό έγγραφο (βλ. Τεκμήριο 19). Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση,  οι παρευρισκόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο Μ.Κ.14, συμφώνησαν όπως ο Κατηγορούμενος παραιτηθεί και εκείνη τη στιγμή η ίδια δακτυλογράφησε το σχετικό έγγραφο και ο Κατηγορούμενος το υπέγραψε. Προσέθεσε, μάλιστα, κατά την αντεξέταση της ότι ο Κατηγορούμενος και η θεία του πήγαν στις 29/3/2024 αποφασισμένοι για να δώσει παραίτηση και να αποχωρήσει από το Κέντρο από το πρωί, αλλά η Μ.Κ.9 και ο Μ.Κ.14 τους παρότρυναν να περιμένει μέχρι το μεσημέρι προκειμένου να μην δοθεί διάσταση στο ζήτημα και να αναστατωθεί το πρόγραμμα του σχολείου, πράγμα που ο Κατηγορούμενος έπραξε. Ως προκύπτει από την κατάθεση της Μ.Κ.9, Έγγραφο Η1, την παραίτηση του Κατηγορούμενου την σκέφτηκαν εξ αρχής με τον Μ.Κ.14. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.9 ανέφερε πως όταν στις 28/3/2024 το πρωί τηλεφώνησε στον Μ.Κ.14 και του ανέφερε αυτά που είδε, ο Μ.Κ.14 της είπε «να τον απολύσουμε τώρα, να φύγει από τον χώρο τώρα». Εξ ου και το απόγευμα της 28/3/2024, μετά που η Παραπονούμενη της έδειξε ότι ο Κατηγορούμενος χάιδεψε τα οπίσθια της, η ίδια αποφάσισε να μιλήσει με τον Μ.Κ.14 και να προχωρήσουν ζητώντας από τον Κατηγορούμενο να παραιτηθεί «όπως ήταν και η αρχική [τους] σκέψη όταν έγινε το περιστατικό» (βλ. Έγγραφο Η1, σ. 2). Σε σχέση με τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος υπέβαλε παραίτηση επειδή του το ζήτησε η Μ.Κ.9 και ο Μ.Κ.14, η θέση της Μ.Κ.9 ήταν ουσιαστικά ότι ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την παραίτηση με τη θέληση του, θεωρώντας ότι ήταν το σωστό, κατόπιν και παρότρυνσης από την θεία του, ενώ, ως η Μ.Κ.9 ανέφερε περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος «έπρεπε να υπογράψει το χαρτί για να [ήταν και οι ίδιοι] καλυμμένοι». Από το σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Κ.9 προκύπτει, επομένως, ότι η παραίτηση του Κατηγορούμενου ήταν επιθυμία τόσο της ίδιας και του Μ.Κ.14, όσο και του Κατηγορούμενου και της θείας του, προκειμένου το ζήτημα να μην λάμβανε περαιτέρω διαστάσεις.

Ο Μ.Κ.14, από την άλλη, υποστήριξε πως ο ίδιος, ως πρόεδρος του Συνδέσμου, δεν ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να παραιτηθεί και πως το έγγραφο της παραίτησης δεν ετοιμάστηκε στην παρουσία του, αλλά του το έδωσε ο Κατηγορούμενος υπογραμμένο κατά την συνάντηση τους στις 29/3/2024. Σύμφωνα με τα όσα ο Μ.Κ.14 ανέφερε, το ίδιο βράδυ συγκάλεσε συνέλευση του Συμβουλίου και, κατόπιν σχετικής απόφασης, ενημέρωσαν τον Κατηγορούμενο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι η παραίτηση του δεν γινόταν αποδεκτή και ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα μέχρι την αποπεράτωση της υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 27). Το καθεστώς διαθεσιμότητας του Κατηγορουμένου αναφέρθηκε και από την Μ.Κ.9. Ουσιωδώς, όμως, ο Μ.Κ.14 συμφώνησε ότι η θεία του Κατηγορούμενου τον παρότρυνε να υπογράψει την παραίτηση του ενώ δέχθηκε ότι είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη προς τον Κατηγορούμενο. Από πλευράς του, ο Κατηγορούμενος προέβαλε ότι ο Μ.Κ.14, στην παρουσία της Μ.Κ.9 και της θείας του, επέμενε να παραιτηθεί και ο ίδιος ήταν στεναχωρημένος με αυτά που του έλεγαν. Συναφώς, υποστήριξε πως πείστηκε να υπογράψει την παραίτηση του μετά και από παρότρυνση της θείας του. Συγκεκριμένα, ως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του «…δεν ήθελα να φύγω, όμως επέμενε ο κύριος Ι. και επειδή ήμουν και στεναχωρημένος με αυτά που μου έλεγαν με προέτρεψε η θεία μου η Τ. μου λέει ‘δεν φεύγεις αφού έτσι και αλλιώς κλονίστηκε η εμπιστοσύνη μας; Δεν φεύγεις να ηρεμήσεις να βρεις άλλη δουλειά;’ και τελικά με έπεισε και είχαν εκεί έτοιμη την παραίτηση μου σε ένα φυλλάδιο…την είχαν ήδη έτοιμη και υπέγραψα». Βασικά, ο Κατηγορούμενος προέβαλε θέσεις που συνάδουν με τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.9.

Κοινή συνισταμένη των πιο πάνω, λοιπόν, συνιστούν, πρώτον, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ, αφενός, της Μ.Κ.9 και του Μ.Κ.14, και, αφετέρου, του Κατηγορούμενου, δεύτερον, η παρότρυνση της θείας του Κατηγορούμενου προς τον ίδιο για να υποβάλει την παραίτηση του, και, τρίτον, το καθεστώς διαθεσιμότητας στο οποίο τελεί έκτοτε ο Κατηγορούμενος. Το γεγονός, ως προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία της Μ.Κ.9 όσο και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.14, ότι το διοικητικό συμβούλιο του Κέντρου έθεσε τον Κατηγορούμενο σε διαθεσιμότητα υποδηλώνει ότι ούτε οι ίδιοι επιθυμούσαν την συνέχιση της εκτέλεσης των καθηκόντων του Κατηγορούμενου. Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι σε περίπτωση που δεν ήταν επιθυμία και του Κέντρου ο Κατηγορούμενος να αποχωρούσε άμεσα από την εργασία του, θα μπορούσαν, άλλωστε, να ζητήσουν την παροχή ειδοποίησης από μέρους του Κατηγορούμενου, ως προνοείται στον όρο υπ’ αρ. 24 των «Καθηκόντων Υπευθύνου Ομάδας» (βλ. Τεκμηρίο 19), όπου αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής: «Σε περίπτωση αποχώρησης από την εργασία πρέπει να δώσει προθεσμία τουλάχιστον δεκαπέντε εργάσιμων ημερών, για να δοθεί χρόνος στο Συμβούλιο να βρει αντικαταστάτη.». Δεν διαφαίνεται οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο το Κέντρο να μην εξασκούσε αυτό του το δικαίωμα, δηλαδή να απαιτούσε προειδοποίηση «τουλάχιστον δεκαπέντε εργάσιμων ημερών», εάν και η διοίκηση του Κέντρου δεν επιθυμούσε την άμεση αποχώρηση του Κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας, δε, υπόψη ότι τουλάχιστον η Μ.Κ.9, διευθύντρια του Κέντρου, σύμφωνα με τα όσα η ίδια ανέφερε, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να παραιτηθεί, θεωρούμε ήσσονος σημασίας το κατά πόσο και ο Μ.Κ.14 ζήτησε προσωπικά από τον Κατηγορούμενο να το πράξει.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, τα πιο πάνω, αποδεχόμαστε επί τη βάσει της μαρτυρίας της Μ.Κ.9 και του Μ.Κ.14 ότι υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Κατηγορούμενος ασχολούνταν με την καθαριότητα και την υγιεινή των ατόμων που εξυπηρετούνταν στο Κέντρο, ότι η Παραπονούμενη μπορούσε να κατευθυνθεί ως προς τις απαντήσεις της και παρουσίαζε κάποια «κολλήματα», ότι ήταν αυτοεξυπηρετούμενο άτομο και γενικά δεν χρειαζόταν να την συνοδεύσει κάποιος τρίτος στην τουαλέτα καθώς και ότι γενικά είχε τρέμουλο. Δεχόμαστε, επίσης, τα όσα η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι είδε εισερχόμενη στο Κέντρο στις 28/3/2024, σημειώνοντας ότι εκείνη τη στιγμή η πόρτα της Τουαλέτας ήταν κατά βάση κλειστή, ότι ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της εξόδου της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου από την Τουαλέτα ήταν πολύ σύντομος και ότι, μετά που βγήκε η Παραπονούμενη από την Τουαλέτα, η πόρτα έκλεισε, χωρίς να διευκρινίζεται ποιος την έκλεισε. Δεχόμαστε, επίσης, ότι, όταν η Παραπονούμενη βγήκε από την Τουαλέτα, η Μ.Κ.9 δεν προσεξε να ήταν λερωμένη ή βρεγμένη. Περαιτέρω, δεχόμαστε ότι κατά την συνάντηση του Κατηγορούμενου με τους Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14 στις 28/3/2024, ο τελευταίος ανέφερε ότι ο λόγος που η Παραπονούμενη βρισκόταν στην Τουαλέτα ήταν το πλύσιμο των χεριών της, αναφορά που επανέλαβε και η Παραπονούμενη αμέσως μετά, αφού ο Κατηγορούμενος αποχώρησε και χωρίς να καταδειχθεί η όποια επαφή ή προσυνεννόησή τους στο μεσοδιάστημα. Δεχόμαστε, επίσης, ότι η Παραπονούμενη προέβη στις περαιτέρω αναφορές που οι Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14 ανέφεραν. Σε σχέση με την παραίτηση του Κατηγορούμενου, δεχόμαστε ότι την υπέβαλε οικειοθελώς, δηλαδή δεν εξαναγκάστηκε να υπογράψει το σχετικό έγγραφο, και ότι υπήρχε και από μέρους του Κέντρου ίδια επιθυμία.

Πέραν των πιο πάνω, κατόπιν αντιπαραβολής με τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.7, αποδεχόμαστε και τα όσα η Μ.Κ.9 ανέφερε σε σχέση με την τηλεφωνική επικοινωνία της με την Μ.Κ.7. Η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι στις 29/3/2024, περί τις 10:40, τηλεφώνησε στην Μ.Κ.7, και της ανέφερε τί έγινε. Κατά την ίδια επικοινωνία, διευθέτησαν, επίσης, συνάντηση στις 2/4/2024 ώστε να μιλήσουν και στην παρουσία του Μ.Κ.14. Σε αυτό το πλαίσιο, η M.K.9, ως ανέφερε, ζήτησε από την Μ.Κ.7 όπως το τριήμερο που ακολουθούσε μιλήσει και η ίδια με την Παραπονούμενη. Κατά την αντεξέταση της, τονίζοντας ότι θυμόταν πολύ καλά τί διεμήφθη κατά την εν λόγω τηλεφωνική συνομιλία, η Μ.Κ.9 υποστήριξε ότι ανέφερε στη Μ.Κ.7 αυτά που η ίδια είδε, χωρίς να αναφερθεί σε «όργανα». Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι η Μ.Κ.7 πήρε το ζήτημα πολύ χαλαρά λέγοντας της πως δεν υπήρχε πρόβλημα και πως θα μιλούσε και η ίδια με την Παραπονούμενη.

Η Μ.Κ.7 ήταν η αδελφή της Παραπονούμενης και, ως ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, επισκεπτόταν το διαμέρισμα όπου διέμενε η Παραπονούμενη με τα λοιπά μέλη της οικογένειας της καθημερινά, «πρωί, μεσημέρι, απόγευμα», και τους φρόντιζε. Ως χαρακτηριστικά υποστήριξε κατά την αντεξέταση της, η Παραπονούμενη, ο αδελφός και η μητέρα της εξαρτούνταν από την ίδια για το «ό,τι έχει να κάνει με τη διαβίωση ενός ανθρώπου». Προκύπτει, συνεπώς, πως η σχέση της Μ.Κ.7 με την Παραπονούμενη, πέραν από αδελφική, ήταν πολύ στενή σε βαθμό που η Παραπονούμενη εξαρτούνταν από την Μ.Κ.7 για τη διαβίωση της.

Τα όσα η Μ.Κ.7 προέβαλε σε σχέση με το περιεχόμενο της πιο πάνω τηλεφωνικής συνομιλίας της με την Μ.Κ.9 δεν ταυτίζονται με τα όσα ανέφερε η τελευταία. Υποστήριξε, συγκεκριμένα, πως όταν της τηλεφώνησε η Μ.Κ.9, η ίδια φοβήθηκε και ένοιωσε τεράστια έκπληξη καθώς και ότι η Μ.Κ.9 της ζήτησε να μεταβεί στο Κέντρο για να μιλήσουν για ένα πολύ σημαντικό θέμα ενώ η ίδια ζήτησε να ενημερωθεί αμέσως για το τί συνέβαινε. Η Μ.Κ.7 υποστήριξε ότι η Μ.Κ.9, μεταξύ άλλων, της ανέφερε πως την πρώτη φορά που κάλεσε την Παραπονούμενη για να την ρωτήσει τί συνέβη στην Τουαλέτα, η τελευταία δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ερωτήσεις. Κατηγορηματικά, δε, κατά την αντεξέταση της υποστήριξε πως η Μ.Κ.9 δεν της ανέφερε ότι η Παραπονούμενη της είχε πει ότι πήγε για να πλυθεί. Σε εκείνο το στάδιο, η Μ.Κ.7, ως ανέφερε, αναστατώθηκε πάρα πολύ και δεν θυμόταν τι απάντησε ή αν απάντησε οτιδήποτε στην Μ.Κ.9. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι η Μ.Κ.9 της ανέφερε ότι σε σχετική συνάντηση ο Κατηγορούμενος δεν άφηνε τον Μ.Κ.14 να μιλήσει προσπαθώντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του και ότι το μεσημέρι της 28/3/2024 η Παραπονούμενη «της έδειξε τον τρόπο με τον οποίο ο Μ. της υπέδειξε πως να τριφτεί στο γεννητικό του όργανο». Ανέφερε, επίσης, πως η Μ.Κ.9 της είπε ότι έδιωξε τον Κατηγορούμενο από το Κέντρο, αναφορά που η Μ.Κ.9 κατά τη μαρτυρία της δεν θυμόταν, ότι η Μ.Κ.9 της απολογήθηκε αρκετές φορές που δεν την είχε ενημερώσει από τις 28/3/2024 και ότι της είπε πως ήταν πάρα πολύ αναστατωμένη και όλο το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί και έκλαιγε. Προκύπτει ξεκάθαρα από τα πιο πάνω ότι τα όσα η Μ.Κ.7 ανέφερε συνιστούν κατά πολύ πιο επιβαρυντικές περιστάσεις σε σχέση με τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.9.

Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.7 ανέφερε πως την ίδια μέρα (29/3/2024), όταν η Παραπονούμενη μετέβη στην οικία της μετά το Κέντρο, την καλόπιασε και την ρώτησε τί έγινε την προηγούμενη μέρα στην Τουαλέτα με τον Κατηγορούμενο. Ανέφερε, συγκεκριμένα, ότι την ρώτησε εάν είχε συμβεί κάτι στο σχολείο που ήθελε να μοιραστεί μαζί της, εάν την πείραξε κάποιος, εάν κάποιος έκανε κάτι το οποίο έπρεπε να πει, ότι δεν χρειάζεται να φοβάται τίποτε, ότι όλα θα πάνε καλά καθώς και ότι είναι οικογένεια και όλα τα αντιμετωπίζουν μαζί. Τότε, σύμφωνα με την Μ.Κ.7, η Παραπονούμενη της εκμυστηρεύτηκε με κλάματα ότι ο Κατηγορούμενος την τράβηξε από το μπράτσο και την έσπρωξε στην Τουαλέτα και «αφού την θώπευσε, δηλαδή την άγγιξε στο στήθος της, στον πισινό της και στο αιδοίο της χωρίς να της αφαιρέσει τα ρούχα της, της έβαλε το πουλί του στο στόμα της» (βλ. Έγγραφο Στ’). Επίσης, της εκμυστηρεύτηκε ότι ακόμα μια φορά προηγουμένως, στο γραφείο της διευθύντριας με ακριβώς την ίδια διαδικασία, ο Κατηγορούμενος «έτριψε το γεννητικό του όργανο επάνω στο σημείο του αιδοίου, εξωτερικά από το εσώρουχο και στο στήθος της» και κατέβασε το παντελόνι της Παραπονούμενης όταν έκανε αυτή την πράξη (βλ. Έγγραφο Στ’). Ως η Μ.Κ.7 ανέφερε, από τα λεγόμενα της Παραπονούμενης η ίδια κατάλαβε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν σε στύση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Παραπονούμενη της έλεγε συνεχώς πως και στα δύο περιστατικά ο Κατηγορούμενος της έλεγε να μην πει πουθενά τί έγινε, ότι κατέβασε ο ίδιος το παντελόνι και το εσώρουχο του καθώς και ότι «την πρώτη φορά η [Παραπονούμενη της] είπε ότι ο [Κατηγορούμενος] την λέρωσε με υγρά που έβγαλε από το πουλί του, στο μπουφάν που φορούσε». Ως η Μ.Κ.7 ανέφερε, η ίδια αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε και μετά τα σκούπισε ο ίδιος.

Κατά την κυρίως εξέταση της, η Μ.Κ.7 προέβαλε πως, πέραν των πιο πάνω, η Παραπονούμενη της είπε ότι «είχε συμβεί και άλλες φορές» και όταν την ρώτησε πόσες φορές, «δεν μπορούσε να προσδιορίσει ούτε τις φορές, ούτε το χρονικό διάστημα στο οποίο έγιναν», πράγμα που ανέφερε ότι συμβαίνει συνήθως όταν είναι πολύ αναστατωμένη. Για παράδειγμα, ανέφερε, «μπορεί να λέει 5 φορές και να εννοεί 20». Κατά την αντεξέταση της, δέχθηκε ότι στην κατάθεση της, Έγγραφο Στ’, ανέφερε ότι η Παραπονούμενη της είπε για μόνο δύο περιστατικά λέγοντας πως «όταν είναι αναστατωμένη το 2 μπορεί να είναι 20, οπόταν δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον αριθμό που θέλει να πει», θέση που συνάδει με τα όσα η Μ.Κ.12 υποστήριξε σε σχέση με την αδυναμία της Παραπονούμενης στον χρονικό προσδιορισμό. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται πιο κάτω.

Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Κ.7, θεωρούμε ότι έκδηλα προβάλλει το  στοιχείο της υπερβολής, ακόμα και για στοιχεία που δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Ως η Μ.Κ.7 ανέφερε στην κατάθεση της, η Παραπονούμενη «πάσχει από σχιζοφρένεια από το 2021 όταν και έγινε το ξέσπασμα» και πως «όταν έχει εξάρσεις σχιζοφρένειας», παρουσιάζει «τάσεις φυγής» (βλ. Έγγραφο Στ). Σε σχέση με το ξέσπασμα, το οποίο οδήγησε στη διάγνωση της εν λόγω ασθένειας, η Μ.Κ.7 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι η Παραπονούμενη «είχε πολύ έντονες μελαγχολικές τάσεις, την έπιαναν συνέχεια τα κλάματα χωρίς να υπάρχει κάποια προφανής αιτία». Αυτό, ως ανέφερε, ήταν κάτι που δεν είχαν συνηθίσει στην Παραπονούμενη και έτσι επισκέφθηκαν ψυχίατρο και έγινε η διάγνωση. Οι τάσεις φυγής, εξήγησε, «είναι να βγαίνει από το διαμέρισμα και να κλείνει την πόρτα και να κάθεται στα σκαλάκια της πολυκατοικίας». Κατά την αντεξέταση της, δεν δέχτηκε ότι κατά την έξαρση της συμπτωματολογίας η Παραπονούμενη παρουσίαζε διαταραχές στην αντίληψη της επιμένοντας ότι ήταν μόνο πολύ μελαγχολική.

Αυτές οι αναφορές της, απέχουν κατά πολύ από τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.11 ψυχιάτρος σε σχέση με τα ενεργά συμπτώματα που παρουσιάζονται σε άτομα που υποφέρουν από την εν λόγω ασθένεια. Η εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Κ.11 ως ειδικού ψυχιάτρου δεν αμφισβητήθηκε και, σε αντίθεση με την Μ.Κ.7, ουδόλως υποστηρίχθηκε ή τέθηκε ενώπιον μας οτιδήποτε που να αναιρεί την διαπιστωθείσα αντικειμενικότητα και αποστασιοποίηση του από την υπόθεση και τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε αυτή. Ως ο Μ.Κ.11 ανέφερε, προκειμένου να γίνει διάγνωση σχιζοφρένειας, «υπάρχουν διάφορα συγκεκριμένα κριτήρια με βάση το διαγνωστικό εγχειρίδιο το DSM-5 αλλά και τη διεθνή ταξινόμηση, το ICD Level, ….υπάρχουν πέντε κριτήρια και κυρίως τα πρώτα τρία, που είναι οι παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις και η αποδιοργανωμένη σκέψη και συμπεριφορά που πρέπει να πληρείται τουλάχιστον ένα από αυτά τα τρία, εντός ενός μηνού. Υπάρχουν επίσης και κριτήρια, όπως τα λεγόμενα αρνητικά συμπτώματα, όπως αβουλία, απραξία, ανηδονία, κοινωνική απόσυρση.».

Στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μας, αναμφίβολα «οι παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις και η αποδιοργανωμένη σκέψη και συμπεριφορά» επηρεάζουν την αντίληψη ενός ατόμου και με βάση την κοινή λογική τα συμπτώματα αυτά καθίστανται αντιληπτά από ένα υγιές άτομο, το οποίο έχει, μάλιστα στενή σχέση με το άτομο που υποφέρει. Δεν θεωρούμε, λοιπόν, ότι η Μ.Κ.7 ήταν ειλικρινής λέγοντας ότι η Παραπονούμενη παρουσίαζε μόνο «πολύ έντονες μελαγχολικές τάσεις», αφού οι μελαγχολικές τάσεις δεν συγκαταλέγονται στα τρία κριτήρια που μπορούν να οδηγήσουν στην διάγνωση σχιζοφρένειας. Ούτε και θεωρούμε ότι λέγοντας «τάσεις φυγής» αυτό που αντικειμενικά περιγράφεται είναι να βγαίνει κάποιος έξω από το σπίτι του και να κάθεται στα σκαλιά. Η συμπεριφορά αυτή συνάδει, μάλλον, με την κοινωνική απόσυρση στην οποία αναφέρθηκε ο Μ.Κ.11, πλην, όμως, ως δευτερεύον σύμπτωμα για τη διάγνωση σχιζοφρένειας.  

Έτι περαιτέρω, η Μ.Κ.7 ανέφερε πως η Παραπονούμενη νοσηλεύτηκε για ψυχιατρικούς λόγους μόνο μια φορά το 2021. Ως αναφέρεται στην έκθεση του Μ.Κ.11, Τεκμήριο 21, η Παραπονούμενη νοσηλεύτηκε ακόμα δύο φορές το 2022 «λόγω υποτροπών με ψυχωσική συμπτωματολογία κυρίως διαταραχές της αντίληψης με ακουστικές ψευδαισθήσεις και ανησυχία. Στην τελευταία νοσηλεία το 2022 έγινε αναπροσαρμογή της φαρμακευτικής της αγωγής με αποτέλεσμα στη σημαντική βελτίωση της κλικινικής της εικόνας, ύφεση της συμπτωματολογίας και χωρίς άλλες υποτροπές». Ως, δε, εξήγησε περαιτέρω κατά την μαρτυρία του, τον Μάη του 2022 η Παραπονούμενη είχε ως κύριο σύμπτωμα τις ακουστικές ψευδαισθήσεις, την αποδιοργανωμένη συμπεριφορά, την αποδιοργανωμένη σκέψη και την έντονη ψυχοκινητική ανησυχία σε βαθμό, μάλιστα, που «ήταν τόσο έντονη η συμπτωματολογία που χρειάστηκε νοσηλεία». Θεωρούμε εντελώς παράλογο το άτομο που επί καθημερινής βάσης φρόντιζε την Παραπονούμενη,  για ό,τι αφορούσε την διαβίωση της, και, επιπρόσθετα, τύγχανε αδελφή της, να μην θυμόταν τις δύο αυτές νοσηλείες. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την έκθεση της Μ.Κ.12, Τεκμήριο 23, η τελευταία έλαβε πληροφορίες από την Μ.Κ.7 αναφορικά με το ιστορικό της Παραπονούμενης και «αναφέρθηκαν νοσηλείες της εξεταζόμενης στην Ψυχιατρική Κλινική Λεμεσού κατά τα έτη 2021 και 2022, λόγω εκδήλωσης ανησυχίας, ευερεθιστότητας και ακουστικών ψευδαισθήσεων». Δεν αισθανόμαστε, συνεπώς, ότι μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία της Μ.Κ.7 και δεν έχουμε πειστεί ότι αμερόληπτα και αντικειμενικά ανέφερε στο Δικαστήριο όλα όσα γνώριζε.

Επιπρόσθετα, σε σχέση με τα όσα διεμήφθησαν στην Αστυνομία στις 29/3/2024, όπου η Μ.Κ.7 πήγε με την Παραπονούμενη μετά από παρότρυνση της ίδιας (της Μ.Κ.7), η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι κατά τη συνάντηση της Παραπονούμενης με την αστυνομικό, Μ.Κ.5 (βλ. Τεκμήριο 18), η ίδια δεν ήταν παρούσα και ούτε άκουγε τί έλεγε η Παραπονούμενη με την Μ.Κ.5. Αντίθετη, όμως, ήταν η μαρτυρία της Μ.Κ.5, η οποία ανέφερε ότι η Μ.Κ.7, ήταν παρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης με την Παραπονούμενη, αν και δεν επενέβη με οποιοδήποτε τρόπο.

Ένα άλλο ζήτημα που απασχόλησε κατά την μαρτυρία της Μ.Κ.7, αφορά στο μπουφάν που φορούσε η Παραπονούμενη στις 28/3/2024 και κατά πόσο αυτό πλύθηκε την ίδια ημέρα. Στην κατάθεση της, Έγγραφο Στ’, η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι τα ρούχα που φορούσε η Παραπονούμενη στις 28/3/2024, πλύθηκαν την ίδια μέρα. Κατά την κυρίως εξέταση της, διευκρίνισε ότι το Τεκμήριο 2 ήταν το μπουφάν που φορούσε η Παραπονούμενη κατά την εν λόγω ημερομηνία και ότι περιλαμβανόταν στα ρούχα που πλύθηκαν. Κατά την αντεξέταση της, όμως, δεν θυμόταν κατά πόσο στις 29/3/2024 είχαν στεγνώσει τα ρούχα που έπλυνε την προηγούμενη. Δεν θυμόταν, επίσης, πότε ήταν η τελευταία φορά που έπλυνε το μπουφάν της Παραπονούμενης, έχοντας πει προηγουμένως ότι γενικά πλένει τα μπουφάν της οικογένειας, εάν όχι καθημερινά, 4-5 φορές τη βδομάδα. Δεν θυμόταν ούτε αν η Παραπονούμενη στις 29/3/2024 φορούσε το ίδιο μπουφάν. Ερωτούμενη κατά πόσο θα το έπλενε σε περίπτωση που το φορούσε, απάντησε πως αυτό εξαρτούνταν από το εάν το είχε λερώσει ή όχι ενώ δεν θυμόταν κατά πόσο στις 28/3/2024 ήταν λερωμένο. Τέλος, δεν θυμόταν κατά πόσο η Παραπονούμενη, πριν μεταβούν στην Αστυνομία στις 29/3/2024, πρόλαβε να κάνει μπάνιο και να αλλάξει ρούχα.

Κατά την κρίση μας, πέραν του στοιχείου της υπερβολής, η μαρτυρία της Μ.Κ.7 υπολείπεται της ποιότητας, της καθαρότητας και της σταθερότητας που θα παρείχε την ασφάλεια για να γίνει αποδεκτή. Τούτη η κρίση μας συμπαρασύρει και το μέρος της μαρτυρίας σε σχέση με τις ισχυριζόμενες αναφορές της Παραπονούμενης προς την ίδια, αν και η Υπεράσπιση δεν την αντεξέτασε σχετικά. Δεν έχουμε πειστεί για την ειλικρίνεια της και την ακρίβεια των θεσεων της και ως εκ τούτου δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της επί των αμφισβητούμενων πτυχών της υπόθεσης.

Στρεφόμαστε, τώρα, στην μαρτυρία των Μ.Κ.11, Μ.Κ.12 και Μ.Υ.1 οι οποιοί κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες.

Η προσέγγιση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα έχει αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ 984) και συνοψίστηκε πολύ πρόσφατα στην Robert Keith Stark κ.ά. ν. David Marsland κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ 233/2019, ημερ. 6.5.2025.

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές 2014 στη σελίδα 276, προκειμένου να καταθέσει κανείς ως πραγματογνώμονας πρέπει να καταδείξει ότι η μαρτυρία του είναι αναγκαία για την υπόθεση και ότι κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα για κάτι τέτοιο. Αυτό αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και εξέτασης των γνώσεων και εμπειρίας του μάρτυρα στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει.

Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία.

Όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα νομολογία, για να κριθεί ένας μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας, απαιτείται να έχει τα αναγκαία επιστημονικά προσόντα που να τον καταστούν ικανό έτσι ώστε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Είναι σημαντικό να αποδειχθεί ότι ο εμπειρογνώμονας, έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών, είτε λόγω εμπειρίας, επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ 110).

Όπως έχει προσφάτως λεχθεί στην Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 111/2017, απόφαση ημερ. 13.3.2024, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αξιολογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες. Ως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή (2011) 1 Α.Α.Δ. 2298, αποτελεί βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, πλην του ότι, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, εμπειρογνώμονες δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσής τους. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 814,  Cybarco Ltd. ν. Kovascik (2001) 1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή (πιο πάνω)). 

Ως λέχθηκε πιο πάνω, η εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Κ.11 ως ειδικού ψυχιάτρου δεν αμφισβητήθηκε, όπως ούτε και η εμπειρογνωμοσύνη της Μ.Κ.12 ως κλινικής ψυχολόγου. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανέφεραν και τα όσα καταγράφονται στα βιογραφικά σημειώματα τους, Τεκμήρια 20 και 22 αντίστοιχα, ικανοποιούμαστε ότι κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα και δεχόμαστε ότι είναι εμπειρογνώμονες στους πιο πάνω τομείς. Συναφής με τη μαρτυρία των Μ.Κ.11 και Μ.Κ.12 ήταν η μαρτυρία του Μ.Υ.1, κλινικού ψυχολόγου, τα προσόντα και η εμπειρία του οποίου, σύμφωνα με δήλωση της Κατηγορούσας Αρχής, δεν αμφισβητούνται. Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρονται στο βιογραφικό του σημείωμα, Τεκμήριο 28, δεχόμαστε ότι και ο Μ.Υ.1 κατέχει τα απαραίτητα προσόντα ώστε να καθίσταται εμπειρογνώμονας στο πεδίο της κλινικής ψυχολογίας.

Ο Μ.Κ.11 είναι ο θεράπων ψυχίατρος της Παραπονούμενης από το 2022 ενώ ήταν παρών και κατά τη νοσηλεία της το 2021 (βλ. Τεκμήριο 21). Η Μ.Κ.12 διενήγησε την ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και ετοίμασε σχετική έκθεση (βλ. Τεκμήριο 23). Ο Μ.Υ.1 παρουσίασε ως Τεκμήριο 29 έκθεση που ετοίμασε κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης, η οποία αναλύει τις ιδιαιτερότητες που υπάρχουν όταν άτομα με νοητική στέρηση βρίσκονται σε διαδικασία κατάθεσης ή συνέντευξης και τις καλές πρακτικές που θα πρέπει να ακολουθούνται.

Τόσο ο Μ.Κ.11 όσο και η Μ.Κ.12 αναφέρθηκαν στην νοητική κατάσταση της Παραπονούμενης. Σε σχέση με την διάγνωση της σχιζοφρένειας, αποτελεί κοινό έδαφος της μαρτυρίας τους ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Παραπονούμενη δεν παρουσίαζε ενεργή ψυχωσική συμπτωματολογία, όπως παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, παραληρητικές και αυτοκαταστροφικές ιδέες, και η συμπτωματολογία ήταν σε πλήρη ύφεση. Η εικόνα, δηλαδή, που παρουσίαζε ήταν καλή και σταθερή χωρίς διαταραχές στην αντίληψη. Η αντίληψη της, όμως, ως κατέστη αντιληπτό, περιοριζόταν από την έτερη διάγνωση, δηλαδή τη νοητική στέρηση, αναφορά στην οποία γίνεται πιο κάτω.

Ο Μ.Κ.11 αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του στην φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε η Παραπονούμενη, η οποία αναφέρθηκε και στην κατάθεση της Μ.Κ.7, Έγγραφο Στ’, ήτοι Seroquel, Aripiprazole και Clozapine (Leponex). Αυτό που κατ’ ουσία διερεύνησε η Υπεράσπιση ήταν το κατά πόσο η εν λόγω φαρμακευτική αγωγή προκαλούσε αστάθεια. Ο Μ.Κ.11 ανέφερε ότι το Seroquel, το οποίο η Παρπονούμενη λάμβανε σε ημερήσια δόση 500mg, προκαλεί αστάθεια, στην οποία περιλαμβάνεται και το τρέμουλο, πλην, όμως, υπό προϋποθέσεις εξηγώντας πως οι παρενέργειες συνήθως παρουσιάζονται σε ψηλές δοσολογίες ενώ «με τα 500mg μπορεί, συνήθως όχι». Ο Μ.Κ.11 εξέφρασε τη γνώμη, όμως, πως αστάθεια «μπορεί περισσότερο να προκαλέσει το aripiprazole (αριπιπραζόλη)», το οποίο η Παραπονούμενη λάμβανε σε ημερήσια δόση 7,5mg. Η εν λόγω θέση συνάδει με τα όσα ανέφεραν η Μ.Κ.3 και ο Μ.Κ.14, αλλά και ο Κατηγορούμενος, σε σχέση με το τρέμουλο και την γενικότερα αστάθεια που παρουσιάζει η Παραπονούμενη.

Σε ό,τι αφορά τη νοητική στέρηση, τόσο ο Μ.Κ.11 όσο και η Μ.Κ.12 συμφώνησαν ότι η διάγνωση που η Παραπονούμενη έλαβε από την Ελλάδα ήταν «ήπιας νοητικής στέρησης». Ειδικότερα, η Μ.Κ.12 αναφέρθηκε τόσο στην έκθεση της, Τεκμήριο 23, όσο και κατά τη μαρτυρία της σε νοομετρική εξέταση της Παραπονούμενης που διενεργήθηκε στην Ελλάδα τον Μάιο 2024 (βλ. Τεκμήριο 24). Ως εξήγησε, πρόκειται για τυποποιημένο εργαλείο μέσω του οποίου διαπιστώνεται η ύπαρξη και ο βαθμός νοητικής αναπηρίας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ως καταγράφονται στην έκθεση της Μ.Κ.12, Τεκμήριο 23, βάσει των επιδόσεων της Παραπονούμενης, «τόσο ο Γενικός Δείκτης Νοημοσύνης, όσο και οι επιμέρους Δείκτες του τεστ – Δείκτης Αντιληπτικού Συλλογισμού, Λεκτικής Κατανόησης, Εργαζόμενης Μνήμης και Ταχύτητας Επεξεργασίας αντιστοιχούσαν στο επίπεδο της Ήπιας Νοητικής Αδυναμίας». Εντούτοις, και ο Μ.Κ.11 και η Μ.Κ.12, στη βάση των δικών τους εξετάσεων, θεώρησαν ότι η κατάσταση της Παραπονούμενης ήταν πιο σοβαρής μορφής. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.11 υποστήριξε ότι η κλινική εικόνα της Παραπονούμενης παρέπεμπε σε ήπια προς μέτρια νοητική στέρηση. Ομοίως και η Μ.Κ.12, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στον παράγοντα της προσαρμοστικής λειτουργικότητας, ο οποίος ως ανέλυσε δεν συνεκτιμήθηκε, κατά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 24, εξέφρασε την άποψη ότι η κλινική εικόνα της Παραπονούμενης συνήδε με τα αποτελέσματα του ψυχομετρικού εργαλείου (βλ. Τεκμήριο 24) αλλά με λίγο μεγαλύτερη βαρύτητα. Ως αναλυτικά και πειστικά υποστήριξε, τα αποτελέσματα της Παραπονούμενης ήταν στο μεταίχμιο της ήπιας και της μέτριας νοητικής στέρησης. Ανέφερε, συναφώς, ότι στις περιπτώσεις που το άτομο «χρειάζεται συστηματική φροντίδα για να βιοποριστεί, να ζήσει, τότε δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ήπια νοητική αδυναμία, άρα μιλάμε για μέτρια.» Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι η περίπτωση της Παραπονούμενης εντάσσεται στη μέτρια νοητική αναπηρία, αφού δεν είχε τη δυνατότητα να ζήσει αυτόνομα με απλή καθοδήγηση και χρειαζόταν συστηματική φροντίδα. Είναι υπό αυτο το πρίσμα, λοιπόν, που γίνονται αντιληπτές οι αναφορές περί του ότι η Παραπονούμενη ήταν λειτουργική.

Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Μ.Κ.12, ως καταγράφονται στο Τεκμήριο 23, η Παραπονούμενη ήταν προσανατολισμένη σε εαυτό και τόπο αλλά δεν ήταν προσανατολισμένη σε χρόνο. Ως εξήγησε κατά τη μαρτυρία της, η Παραπονούμενη «δεν μπορούσε να πει με σαφήνεια ποια μέρα είναι, ποιος μήνας είναι, ποιο έτος έχουμε ή περίπου πότε συνέβησαν διάφορα γεγονότα». Ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 23, η Παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσες φορές συνέβησαν τα καταγγελθέντα περιστατικά δηλώνοντας αρχικά διαφορετική συχνότητα και, ακολούθως, πως λόγω της παρόδου του χρόνου δεν μπορούσε να απαντήσει σχετικά. Η Μ.Κ.12 παραπέμποντας και στα αποτελέσματα του νοομετρικού εργαλείου, Τεκμήριο 24, υποστήριξε πως η Παραπονούμενη λόγω του χαμηλού νοητικού της επιπέδου και των γνωστικών προβλημάτων της, δυσκολεύεται γενικά με τις έννοιες του χρόνου και της ποσότητας εφόσον τα πιο πάνω επηρεάζουν την ικανότητα αποτύπωσης χρονικών παραμέτρων με ακρίβεια. Ίδια ήταν και η θέση του Μ.Υ.1 στην έκθεση του (βλ.  Τεκμήριο 29), όπου αναφέρεται ότι άτομα με ήπια νοητική υστέρηση παρουσιάζουν συγκεκριμένους γνωστικούς περιορισμούς που δημιουργούν δυσκολία στη χρονολογική αφήγηση και στην οργάνωση και παρουσίαση γεγονότων σε χρονική σειρά.

Επίσης, όπως η Μ.Κ.12, έτσι και ο Μ.Υ.1 υποστήριξε πως τα άτομα με νοητική στέρηση παρουσιάζουν περιορισμένη βραχυπρόθεσμη μνήμη, ήτοι δυσκολία στην άμεση ανάκληση πληροφοριών και λεπτομερειών γεγονότων που συνέβησαν πρόσφατα.

Σε ό,τι αφορά την αφήγηση των επίδικων περιστατικών κατά την κλινική αξιολόγηση της Παραπονούμενης, η Μ.Κ.12 αναφέρει στην έκθεση της, Τεκμήριο 23, πως η Παραπονούμενη «επέδειξε συγκινησιακή φόρτιση και εξέφρασε συναισθήματα φόβου και αγωνίας, επαναλαμβάνοντας ερωτήματα για το κατά πόσο έγινε πιστευτή από την Αστυνομία, ζητώντας σχετικές διαβεβαιώσεις». Επιπρόσθετα,  αναφέρει πως διαφάνηκε η επιθυμία της να μην αναφερθεί περαιτέρω στα καταγγελθέντα περιστατικά, τα οποία της προκαλούσαν ψυχική αναστάτωση (βλ. και Τεκμήριο 24). Ως η Μ.Κ.12 εξήγησε, η Παραπονούμενη ήταν πεπεισμένη ότι η Αστυνομία την είχε πιστέψει και ότι το πρόσωπο που κατήγγειλε είχε φυλακιστεί. Ως εκ τούτου, εκλάμβανε τις ερωτήσεις της Μ.Κ.12 και το ότι επρόκειτο να ακολουθήσει η διεξαγωγή δικαστικής διαδικασίας ως αμφισβήτηση των όσων η ίδια πίστευε με αποτέλεσμα να της προκαλείται περαιτέρω αναστάτωση. Αυτή η αναστάτωση σε συνδυασμό με τη συναισθηματική φόρτιση που της προκαλούσαν τα όσα περιέγραφε, συνέβαλαν στην επιθυμία της να μην αναφερθεί στα επίδικα περιστατικά λέγοντας «δεν θυμάμαι, εγώ τώρα αυτά τα έχω ξεχάσει».

Η πιο πάνω στάση, ως η Μ.Κ.12 ανέφερε, σε συνδυασμό και με τα συναισθήματα ντροπής που βίωνε η Παραπονούμενη μιλώντας για σεξουαλικής φύσης θέματα, δικαιολογούνταν και κατά την δικαστική διαδικασία, στην οποία, έτι περαιτέρω, θα έπρεπε να μιλήσει ενώπιον πολλών άλλων προσώπων. Το συναίσθημα της Παραπονούμενης, ωστόσο, συμβάδιζε με το περιεχόμενο της αφήγησης της. Ως η Μ.Κ.12 εξήγησε κατά τη μαρτυρία της, η ψυχολογική της εικόνα χαρακτηριζόταν από έντονο άγχος, ψυχική αναστάτωση και φαινόταν ότι επρόκειτο για ζητήματα για τα οποία ντρεπόταν να συζητήσει με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η ικανότητα της να αφηγηθεί οργανωμένα τί συνέβη. Ως περαιτέρω ανέφερε η Μ.Κ.12, η συναισθηματική φόρτιση κατά τις αναφορές σε τραυματικά γεγονότα είναι κάτι που συναντάται, «χωρίς αυτό βέβαια από μόνο του να αποδεικνύει ότι το γεγονός αυτό συνέβη». Η Μ.Κ.12 ανέφερε εντούτοις πως δεν εντοπίστηκε άλλου είδους συμπτωματολογία, όπως διαταραχή μετατραυματικού στρες.

Συγκεκριμένα, σε σχέση με τις αναφορές της Παραπονούμενης στα επίδικα περιστατικά, η Μ.Κ.12, ερωτούμενη κατά την αντεξέταση της, ανέφερε πως στην πρώτη τους συνεδρία, στις 17/4/2024, η Παραπονούμενη είπε πως η διευθύντρια άνοιξε την πόρτα του Κέντρου και την είδε να βγαίνει από την Τουαλέτα με τον Κατηγορούμενο χωρίς να αναφερθεί σε σεξουαλική κακοποίηση. Ανέφερε, επίσης, ότι η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε από την Μ.Κ.7 και ότι είχε «σταμπούλλα» στο μπουφάν και το πήραν για εξετάσεις. Στη δεύτερη συνεδρία τους, στις 14/5/2024, σύμφωνα με την Μ.Κ.12, η Παραπονούμενη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος της έλεγε να μην το πει, ότι της «έβαλε το πουλί του στο στόμα και [της] έκανε και από πίσω και [της] έπιασε το στήθος της (δείχνοντας)». Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσες φορές έγινε το περιστατικό ενώ αρχικά είπε 4 φορές. Ανέφερε, επίσης, ότι έγινε μέσα στην Τουαλέτα, ότι βγήκε πρώτα ο Κατηγορούμενος και μετά η ίδια, ότι της είπε η διευθύντρια «τί κάνεις εδώ;» και ότι φοβήθηκε να απαντήσει στη διευθύντρια, μήπως δεν την καταλάβαινε, καθώς και ότι «[φοβόταν] που [της] είπε αυτός να μην το [πει]». Περαιτέρω, η Παραπονούμενη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος «πήγε να το κάνει και σε μια άλλη κοπέλα του κέντρου ημέρας, σε κάποια Μαρία, αλλά δεν το έκανε γιατί η Μαρία του είπε ‘πάρε το χέρι σου από εκεί’ και η ίδια ήταν μπροστά».

Σε ό,τι αφορά τη δικαστική διαδικασία, η Μ.Κ.12 εισηγήθηκε όπως παρασχεθεί στην Παραπονούμενη «κατάλληλη καθοδήγηση, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς που παρουσιάζει στην κατανόηση σύνθετων ερωτήσεων και εννοιών» (βλ. Τεκμήριο 23). Ως εξήγησε κατά τη μαρτυρία της, βάσει του γνωστικού προφίλ της Παραπονούμενης και της χαμηλής ταχύτητας επεξεργασίας δεδομένων, η Παραπονούμενη χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να κατανοήσει πλήρως μια ερώτηση, ειδικά σε περίπτωση που είναι μακροσκελής ή περιλαμβάνει έννοιες ή όρους που δεν γνωρίζει. Αυτό μπορεί να την οδηγήσει στο να μπερδευτεί, να μην απαντήσει κατάλληλα ή να βιαστεί να απαντήσει κάτι που δεν είναι ακριβές ή να μην απαντά στο ερώτημα που της απευθύνεται. Ομοίως, ο Μ.Υ.1 ανέφερε στην έκθεση του, Τεκμήριο 29, με αναφορά σε σχετική βιβλιογραφία, ότι τα άτομα με νοητική στέρηση παρουσιάζουν δυσκολία στην κατανόηση σύνθετων ερωτήσεων και, ως εκ τούτου, απαιτείται η χρήση απλών, σύντομων ερωτήσεων για την αποτελεσματική επικοινωνία και τη λήψη ακριβών απαντήσεων. Η Μ.Κ.12, επεσήμανε σχετικά ότι η νοητική ευκαμψία της Παραπονούμενης είναι μειωμένη δημιουργώντας της δυσκολία κατά την εναλλαγή των θεμάτων και, επίσης, ότι το εύρος του λεξιλογίου της είναι περιορισμένο. Ανέφερε, περαιτέρω, πως η Παραπονούμενη μπορούσε να δώσει μια απάντηση είτε για να αποφύγει είτε για να ικανοποιήσει τον συνομιλητή της τη δεδομένη στιγμή. Ως ανέφερε, «εξαρτάται από τον τρόπο και τον τόπο που της απευθύνεται το ερώτημα». Όταν, δε, αισθάνεται κίνδυνο ή στρεσάρεται, θα μπορούσε να αντιδράσει με ένταση ή να παγώσει συναισθηματικά («fight or flight») ενώ κατά τις συναντήσεις τους διαπίστωσε πως όταν αγχωνόταν πολύ, μπορούσε να αντιδράσει έντονα και να θυμώσει. Στο ίδιο πλαίσιο, η επίκληση στα θεία σηματοδοτεί την αναζήτηση συναισθηματικής στήριξης και ανακούφισης από την ψυχική αναστάτωση. Όπως η Μ.Κ.12, έτσι και ο Μ.Υ.1, επεσήμανε, την δυσκολία ατόμων με νοητική αναπηρία στην αφηρημένη σκέψη (βλ. Τεκμήριο 29).

Το ζήτημα, που απασχόλησε ιδιαίτερα την Υπεράσπιση, αφορούσε στην υποβολιμότητα της Παραπονούμενης. Αποτέλεσε κοινό τόπο στη μαρτυρία τόσο της Μ.Κ.12 όσο και του Μ.Κ.11 πως άτομα με νοητική αναπηρία είναι ευάλωτα στην υποβολιμότητα, θέση που υποστήριξε και ο Μ.Υ.1. Η Μ.Κ.12 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της πως δεν είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση περί εμπλοκής τρίτου προσώπου «που να της λέει κάτι για αυτό». Η εισήγηση της Υπεράσπισης, όμως, ως φάνηκε τόσο μέσα από τις θέσεις της προς τους Μ.Κ.11 και Μ.Κ.12 όσο και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν αφορούσε σε άμεσο τρόπο υποβολής κάποιων αναφορών τις οποίες η Παραπονούμενη επαναλάμβανε, αλλά σε έμμεσο επηρεασμό της, κυρίως, μέσα από τον τρόπο που ερωτούνταν και τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν. Εξ ου και η Μ.Κ.12 δέχτηκε ως ορθή τη θέση ότι η υποβολιμότητα ορίζεται ως «η επιδεκτικότητα ενός ατόμου σε εξωτερικές επιρροές, υποδείξεις ή πιέσεις, είτε συνειδητές, είτε ασυνείδητες, που μπορούν να επηρεάσουν τις μνήμες, τις αντιλήψεις, τις δηλώσεις ή γενικά τη συμπεριφορά του ατόμου». Στο ίδιο πλαίσιο, ο Μ.Υ.1, στην έκθεση του, Τεκμήριο 23, με αναφορά σε σχετική βιβλιογραφία, όρισε την υποβολιμότητα ως την «τάση ενός ατόμου να δέχεται πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και να τις ενσωματώνει στις αναμνήσεις του, ανεξάρτητα από την αρχική του εμπειρία», διακρίνοντας δύο τύπους υποβολιμότητας: την ενδοτικότητα, ήτοι την τάση του ατόμου να αλλάζει τις αρχικές του απαντήσεις μετά από αρνητική ανατροφοδότηση ή πίεση, και την μετατόπιση, ήτοι την τάση αλλαγής απαντήσεων μετά από επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις για το ίδιο θέμα. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε, περαιτέρω, πως παράγοντες όπως η επιθυμία αποδοχής, το αυξημένο άγχος, οι επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις, η πίεση του χρόνου για απαντήσεις και η αρνητική ανατροφοδότηση, αυξάνουν την ετοιμότητα ενσωμάτωσης πληροφοριών στην αφήγηση. Επιπρόσθετα, με σχετικές βιβλιογραφικές παραπομπές, ανέφερε πως άτομα με νοητική αναπηρία παρουσιάζουν τάση συμφωνίας με τον εξεταστή ανεξαρτήτως του περιεχομένου της ερώτησης, κυρίως όταν αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα ή επιθυμία να ευχαριστήσουν τον εξεταστή, ιδιαίτερα στην περίπτωση που γίνεται αντιληπτός ως φορέας εξουσίας, αυξάνοντας, έτσι, την πιθανότητα συμμόρφωσης τους με υπονοούμενες απαντήσεις. Οι παράγοντες αυτοί, σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, αυξάνουν την ευαλωτότητα τους. Παρουσιάζουν, επίσης, δυσκολία παραδοχής άγνοιας ή αδυναμίας ανάκλησης.

Ως γίνεται αντιληπτό από την έκθεση του Μ.Υ.1, σε αυτό το πλαίσιο, δημιουργούνται ψευδείς μνήμες, ήτοι «αναμνήσεις γεγονότων που είτε δεν συνέβησαν ποτέ είτε συνέβησαν με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που θυμάται το άτομο», τις οποίες, όμως, το άτομο πιστεύει ειλικρινά ως αληθινές. Συναφώς, η Μ.Κ.12 ανέφερε ότι τα άτομα με νοητική αναπηρία και ιστορικό ψυχωτικής διαταραχής έχουν την «θεωρητική ικανότητα να παρερμηνεύσουν γεγονότα ή να πιστέψουν ατράνταχτα πως έχει συμβεί κάτι ή πως δεν έχει συμβεί, ακριβώς όπως το περιγράφει».

Ως ο Μ.Κ.11 ανέφερε, όμως, η υποβολιμότητα ενός ατόμου, με την έννοια του να αλλάζει τη θέση του αναλόγως της ερώτησης ή της ανατροφοδότησης του συνομιλητή του, εξαρτάται από πολλούς και διάφορους παράγοντες, όπως την κατάσταση του ατόμου, το πώς θα ερωτηθεί, τη ψυχολογική του κατάσταση τη δεδομένη στιγμή, τη σοβαρότητα, τη θέση αυτού που ρωτά και την νοητική αναπηρία. Εν ολίγοις, ο Μ.Κ.11 δέχτηκε ότι γενικά μπορεί η υποβολιμότητα να υπάρξει ως κίνδυνος, χωρίς, ωστόσο, να συμμερίζεται την απόλυτη τοποθέτηση πως «ως σύμπτωμα…όλα τα άτομα με νοητική αναπηρία είναι υποβόλιμα». Προκύπτει, επομένως, από τη μαρτυρία του, σε συνάφεια με τα όσα προκύπτουν από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, ότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται ξεχωριστά. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μ.Κ.11 δέχτηκε πως προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει ο κίνδυνος υποβολιμότητας ή όχι σε συγκεκριμένη περίπτωση, διενεργείται σχετικός έλεγχος μέσω εξειδικευμένου εργαλείου.

Η Υπεράσπιση αναφέρθηκε, συγκεκριμένα, στο «Gudjonsson Suggestibility Scale», το οποίο, ως αναφέρεται στην έκθεση του Μ.Υ.1, Τεκμήριο 29, και δεν αμφισβητήθηκε, «αποτελεί το πιο ευρέως αναγνωρισμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο εργαλείο μέτρησης της υποβολιμότητας σε δικανικό πλαίσιο». Ούτε ο Μ.Κ.11 αλλά ούτε και η Μ.Κ.12 εφάρμοσαν το εργαλείο αυτό στην Παραπονούμενη ή οποιοδήποτε άλλο εργαλείο με την ίδια στόχευση. Σε ό,τι αφορά τον Μ.Κ.11, ως δέχτηκε, η χορήγηση του εργαλείου αυτού δεν ήταν αναγκαία για τη προσφορά των δικών του υπηρεσιών, οι οποίες αφορούσαν στην συμπτωματολογία που παρουσίαζε η Παραπονούμενη και την θεραπεία της. Η Μ.Κ.12 υποστήριξε, χωρίς να αμφισβητηθεί, πως δεν ενέπιπτε στη δική της αρμοδιότητα, ως κλινική ψυχολόγος, η χορήγηση του εργαλείου αυτού καθότι, ως ανέφερε, δεν είναι δικανικός ψυχολόγος. Ως υποστήριξε, «καμία έκθεση κλινικού ψυχολόγου δεν μπορεί να εξετάσει δικανικά ζητήματα», όπως η υποβολιμότητα, εξ ου και, ως δέχτηκε, δεν γνώριζε τί έγινε με την Παραπονούμενη πριν πάει στην Αστυνομία για να καταγγείλει το επίδικο συμβάν και το περιεχόμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης της. Συναφώς, στην υποβολή της Υπεράσπισης ότι η ίδια εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει ότι η αφήγηση της Παραπονούμενης επηρεάστηκε από την οποιαδήποτε «υποβολιμαία διαδικασία», η Μ.Κ.12 απάντησε πως «βεβαίως δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω αυτό».

Ο Μ.Υ.1, κλινικός ψυχολόγος και ο ίδιος, δέχθηκε κατά την αντεξέταση του πως δεν εξέτασε ποτέ την Παραπονούμενη, ότι στην έκθεση του, Τεκμήριο 29, παρατίθενται γενικές βιβλιογραφικές αναφορές και ότι δεν είναι κάθε συνέντευξη που λαμβάνεται από ευάλωτο μάρτυρα καθοδηγούμενη, προσθέτοντας πως η τήρηση των πρωτοκόλλων μειώνει τους κινδύνους στο ελάχιστον. 

Βασικά, η θέση της Υπεράσπισης, ως εκφράστηκε μέσα και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ήταν ότι στο πλαίσιο διερεύνησης των ισχυρισμών της Παραπονούμενης θα έπρεπε να εκτιμηθεί, αφενός, ο βαθμός στον οποίο μπορούσε να κατανοήσει και να λειτουργήσει σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, δηλαδή το επίπεδο των γνωστικών της ικανοτήτων, εξέταση που ως προκύπτει έγινε, και, αφετέρου, το κατά πόσο και σε ποιο βαθμό οι αναφορές της ενδεχομένως να επηρεάστηκαν από εξωγενείς παράγοντες, ήτοι ο βαθμός υποβολιμότητας της, εξέταση που ως προκύπτει δεν έγινε. Η θέση του Μ.Υ.1 ήταν πως σε περίπτωση που δεν διερευνήθηκαν τα πιο πάνω, δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει αν οι ενδεχόμενες ανακρίβειες στην κατάθεση ενός μάρτυρα είναι προϊόν των γνωστικών του δυσκολιών ή κατά πόσο το είδος των ερωτήσεων και το πλαίσιο υποβοήθησε στο να απαντήσει προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η Κατηγορούσα Αρχή με υποβολή της προς τον Μ.Υ.1 δέχτηκε ότι τα όσα διατύπωσε στην έκθεση του αφορούν «κυρίως ένα θεωρητικό μοντέλο όπως θα πρέπει κανονικά, ιδανικά να γίνεται η εξέταση ευάλωτων μαρτύρων». Ο Μ.Υ.1 δέχτηκε, προφανώς, ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάστηκαν τα αναφερθέντα πρότυπα και μάλιστα σε βαθμό που να αλλοιώνεται η μαρτυρία της Παραπονούμενης. Σε αυτό το πλαίσιο, επεσήμανε πως έθεσε το θεωρητικό πλαίσιο προκειμένου το Δικαστήριο «να μπορέσει να διευκρινίσει αν έγιναν τα πράγματα όπως πρέπει να γίνουν [ή] όχι και τί έχει συμβεί στο ενδιάμεσο».

Δεν έχουμε αμφιβολία ότι τόσο ο Μ.Κ.11 όσο και η Μ.Κ.12 παρουσίασαν άρτια, με αντικειμενικότητα, λογική και την απαιτούμενη αποστασιοποίηση τα όσα διαπίστωσαν τόσο κατά την παροχή των υπηρεσιών τους στην Παραπονούμενη όσο και κατά την εκτίμηση της κατάστασης της. Εξάλλου, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τις θέσεις τους αλλά διερεύνησε κυρίως το ζήτημα της υποβολιμότητας χωρίς να διαπιστώνουμε επί της ουσίας αμφισβήτηση των όσων προέβαλαν. Συνάδουν, εξάλλου, με τα όσα και ο Μ.Υ.1 υποστήριξε και ανέπτυξε περαιτέρω, χωρίς επί της ουσίας να αμφισβητείται η εγκυρότητα των όσων προέβαλε. Δεχόμαστε, λοιπόν, τη μαρτυρία του Μ.Κ.11 και της Μ.Κ.12 και αναγάγουμε τα συμπεράσματα τους σε δικά μας αυτοτελή ευρήματα.

Ομοίως, αποδεκτή κρίνουμε και τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, σημειώνοντας, ωστόσο το περιορισμένο εύρος της υπό το φως των όσων έχουμε επεξηγήσει πιο πάνω. Ως ο Μ.Υ.1 δέχτηκε, ούτε εξέτασε την Παραπονούμενη αλλά ούτε και είχε υπόψη του οποιεσδήποτε αναφορές της προκειμένου να τις αξιολογήσει. Προσέφερε στο Δικαστήριο το θεωρητικό υπόβαθρο προκειμένου το ίδιο να κρίνει κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε σε σχέση με τις διάφορες συνεντεύξεις στις οποίες υποβλήθηκε η Παραπονούμενη επηρέασαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή βαθμό την εγκυρότητα των όσων ανέφερε. Τα όσα θεωρητικά ανέφερε συνάδουν, εξάλλου, ως λέχθηκε και πιο πάνω, με τα όσα οι Μ.Κ.11 και Μ.Κ.12 υποστήριξαν.

Πηγή για τα επίδικα περιστατικά, ως τέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, παραμένει η Παραπονούμενη / Μ.Κ.10.

Είναι γνωστός ο κανόνας πρακτικής που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις σεξουαλικής φύσης αδικημάτων ότι για να επιτευχθεί καταδίκη απαιτείτο ενισχυτική μαρτυρία, ασχέτως αν κάτι τέτοιο προνοείτο νομοθετικά. Παρά ταύτα όμως, το Δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει σε καταδίκη με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης, αφού πρώτα προειδοποιούσε τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει σε μια τέτοια περίπτωση.

 Στην Σάββα v. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 258, σελ. 269 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: 

 «Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονουμένης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής v. Δημοκρατίας (1967) 2 Α.Α.Δ. 31, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου (1972) 2 Α.Α.Δ. 81, Πετεινός v. Αστυνομίας (1961) Α.Α.Δ. 330). 

 Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. Θεοδώρου v. Αστυνομίας (1971) 2 Α.Α.Δ. 245) αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. R v. Henery and Manning (1969) Cr. App. R. (C.A.) 150).»

 

Ωστόσο, ο πιο πάνω κανόνας πρακτικής που ίσχυε στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων έχει καταργηθεί με κάποια νομοθετήματα στα οποία προβλέπεται πλέον ρητά ότι δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία. Το άρθρο 29 του Ν. 115(Ι)/2021, ο οποίος εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση δυνάμει του άρθρου 5 αυτού, προνοεί ότι «για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας.».

Έχει διασαφηνιστεί νομολογιακά, όμως, ότι ο πιο πάνω κανόνας δεν είναι απόλυτος. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου η μαρτυρία παρουσιάζει αδυναμίες, είναι επιθυμητό να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία και αν δεν υπάρχει τότε να γίνεται η σχετική, ανάλογα με την περίπτωση, αυτοπροειδοποίηση (βλ. Ε.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/2018, ημερ. 19.11.2019).  

 Στην Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 97/2022 κ.α. 16/11/2022 η οποία αφορούσε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως τα οποία εδράζονταν τόσο στο Ποινικό Κώδικα όσο και στο Νόμο 91(Ι)/2014, αναφέρθηκαν τα εξής:

 «Η υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας προκύπτει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος.»

 Απόλυτα σχετικό, επίσης, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 147/2016, ημερ. 20.11.2019:

 «Το ζητούμενο είναι το δικαστήριο να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως το αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζόμενου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου.»

Στην Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 99/2021, ημερ. 11/5/2022, λέχθηκαν τα εξής:

«Το ζητούμενο, σε όλες τις περιπτώσεις, είναι κατά πόσο από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, είτε αυτό συνίσταται σε ένορκη μαρτυρία, είτε ανώμοτη κατάθεση, με ή χωρίς ενίσχυση, το εκδικάζον δικαστήριο αισθάνεται τη βεβαιότητα ότι είναι ασφαλές να καταδικάσει. Κρίνει δηλαδή κατά πόσο αξιόπιστη μαρτυρία είναι της ποιότητας εκείνης που του σεπιτρέπει να προχωρήσει σε ευρήματα γεγονότων στη βάση της, χωρίς ενίσχυση ή ότι, παρά το αξιόπιστο της, εγγενή χαρακτηριστικά της δεν του επιτρέπουν να αισθάνεται την αναγκαία προς τούτο ασφάλεια. Απόφαση καθοριστική για την έκβαση κάθε τέτοιας υπόθεσης, που πρέπει να αιτιολογείται δεόντως. Όπως αναφέρεται στη Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.147-148/2016, ημερ.20.11.2019, «Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζομένου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου».

Επομένως, με βάση τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες δεν απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για την αποδοχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου προσώπου όταν αισθάνεται τη βεβαιότητα να καταδικάσει, λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας του. Διατηρεί, όμως, διακριτική ευχέρεια να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία ή να αυτοπροειδοποιηθεί σε κατάλληλες περιπτώσεις και όταν το κρίνει ορθό. 

Στην Ε.Α. ν. Δηµοκρατίας (πιο πάνω), δίδεται καθοδήγηση και παραδείγματα για το πότε προκύπτει η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή απαιτείται η αυτοπροειδοποίηση. Λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριµενοποιηθεί. Προκειµένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής µαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισµα στη συγκεκριµένη µαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η µαρτυρία του συγκεκριµένου µάρτυρα δυνατόν να µην είναι αξιόπιστη. Έχουµε ήδη αναφερθεί στο παράδειγµα του καθυστερηµένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα µπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούµενης αντιφατικής δήλωσης του µάρτυρα. Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόποενδεικτικό: «The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness’s evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury.»

Αφ’ ης στιγµής το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική µαρτυρία και τέτοια µαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα µε τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόµενα θέµατα, το περιεχόµενο και την ποιότητα της µαρτυρίας του συγκεκριµένου µάρτυρα. ∆εν απαιτείται προδιαγεγραµµένος τύπος.».

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την συγκεκριμένη περίπτωση, στο σύγγραμμα Ηλιάδη & Σάντη (πιο πάνω), Β’ έκδοση, σ. 550 αναφέρονται τα εξής:

«Όταν η μόνη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής προέρχεται από μάρτυρα που ως εκ της διανοητικής του κατάστασης και σύνδεσης με το επίδικο αδίκημα ικανοποιεί κριτήρια ανάλογα με εκείνα που συνηγορούν σε πλήρη δικαστική αυτοπροειδοποίηση, ο Δικαστής πρέπει να αυτοπροειδοποιείται σχετικώς για τους κινδύνους καταδίκης βάσει μιας τέτοιας μη ενισχυμένης μαρτυρίας. Έστω και αν, τούτο, δεν φαίνεται να αναφύεται επιτακτικώς από τη νομολογία η οποία, απεναντίας, καθορίζει ότι το είδος και έκταση της αυτοπροειδοποίησης αποφασίζεται με ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναλόγως των γεγονότων και συνθηκών της κάθε περίπτωσης (R v Blasiak (2010) EWCA Crim 2620, R v Causley (1999) Crim LR 572).»

 

Έχοντας, λοιπόν, υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας, προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης. Σε αυτό το πλαίσιο επαναλαμβάνουμε πως με βάση τη μαρτυρία των ειδικών, κατά τον επίδικο χρόνο και κατα τον χρόνο που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η Παραπονούμενη δεν παρουσίαζε ενεργή ψυχωσική συμπτωματολογία. Επιπλέον, σημείο που χρήζει αναφοράς είναι το ότι μετά τα επίδικα περιστατικά της 28/3/2024, η Παραπονούμενη σταμάτησε τη φοίτηση της στο Κέντρο.

Σύμφωνα με το Τεκμήριο 18, στις 29/3/2024, πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, η Παραπονούμενη ανέφερε στην Μ.Κ.5 ότι την προηγούμενη μέρα, ήτοι στις 28/3/2024, όταν έφτασαν στο σχολείο, ο Κατηγορούμενος της έδωσε και ήπιε τα χάπια της και της ζήτησε να μπει στην Τουαλέτα. Την έπιασε από το μπράτσο και μπήκαν μαζί. Εκεί, ο Κατηγορούμενος κατέβασε το παντελόνι που φορούσε και «έβαλε το πουλί του στο στόμα της». Της ζήτησε να κάτσει στο σκαμνάκι που υπάρχει στην Τουαλέτα και ο ίδιος στεκόταν όρθιος μπροστά της. Ανέφερε, επίσης, ότι εκείνη τη μέρα ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να κατεβάσει και το παντελόνι της ίδιας αλλά δεν τα κατάφερε. Μόλις η Παραπονούμενη βγήκε από την Τουαλέτα, την βρήκε η Μ.Κ.9 και την ρώτησε τί έκανε στην Τουαλέτα αλλά δεν απάντησε επειδή ντράπηκε να της πει τί έγινε, ενώ η Μ.Κ.9 είδε και τον Κατηγορούμενο που βγήκε από την Τουαλέτα. Η Παραπονούμενη ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να κατεβάσει το παντελόνι της. Αυτό έγινε ακόμα μια φορά, χωρίς να θυμάται πότε. Την προηγούμενη φορά, ο Κατηγορούμενος της κατέβασε το παντελόνι και, ως ανέφερε, έσκυψε στο γραφείο της Μ.Κ.9 και «έβαλε το πουλί του πίσω», δείχνοντας τον πρωκτό της, πράγμα που της προκάλεσε αρκετό πόνο. Ως ανέφερε, κατά το εν λόγω περιστατικό το γραφείο της Μ.Κ.9 ήταν ξεκλείδωτο και η ίδια έλειπε σε σεμινάριο. Κατ’ εκείνη τη μέρα, ο Κατηγορούμενος έβλεπε από την κλειδαρότρυπα μήπως ερχόταν κάποιος. Η Παραπονούμενη κατονόμασε τους δασκάλους της και ανέφερε πως στο Κέντρο εργάζεται, μεταξύ άλλων, κάποια Μαρία Νικολαΐδου.

Αξιολογώντας το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφορών, σημειώνουμε πως η Μ.Κ.9 δέχθηκε κατά τη μαρτυρία της ότι δεν υπήρχε ποτέ άτομο στο προσωπικό του Κέντρου με το όνομα Μαρία Νικολαΐδου και ούτε τέθηκε ενώπιον μας οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό αυτό. Έτι περαιτέρω και ουσιωδώς, σε σχέση με το αναφερόμενο σκαμνάκι, η Μ.Κ.9 ανέφερε πως «σκαμνιά…δεν υπάρχουν στις τουαλέτες, αλλά στο γραφείο μου» (βλ. Έγγραφο Η2) και πως κατά τον επίδικο χρόνο «το σκαμνάκι ήταν στο γραφείο [της]».

Ακολούθως, στην οπτικογραφημένη κατάθεση που λήφθηκε λίγο αργότερα την ίδια μέρα, 29/3/2024 (βλ. Τεκμήριο 4), η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος «έβαζε το πουλί του στο στόμα της», ότι αυτό γινόταν κάθε μέρα και της έλεγε «μην το πεις πουθενά, αλίμονο σου». Ως ανέφερε στη συνέχεια, αυτό έγινε «μια, δύο, τρείς, τέσσερις, πέντε» φορές, «επάνω. Στην τάξη [τους]». Ερωτούμενη, δε, κατά πόσο πάνω στην τάξη υπήρχαν και άλλα παιδιά («πάνω στην τάξη δεν είχε και άλλα παιδιά;»), απάντησε πως αυτό γινόταν στο γραφείο της Μ.Κ.9.

Στη συνέχεια ανέφερε πως στις 28/3/2024 ο Κατηγορούμενος την πήρε στην Τουαλέτα και της είπε «να μην πεις τίποτα». Ακολούθως, η Παραπονούμενη άγγιξε τα οπίσθια της και ανέφερε «και από τον πωπό», διευκρινίζοντας πως το τελευταίο έγινε άλλη μέρα. Στις 28/3/2024 ο Κατηγορούμενος της είπε «κλείσε την πόρτα» και έβαλε το πέος του στο στόμα της. Ως ανέφερε, η ίδια δεν μπορούσε να αντιδράσει εκείνη τη στιγμή αλλά μετά έτρεμαν τα χέρια και τα πόδια της. Ο Κατηγορούμενος της είπε «να το κάνει» και ερωτούμενη «ποιο πράγμα» κούνησε τα χέρια της μπροστά και πίσω αναφερόμενη στο πέος του. Εκείνη τη στιγμή, ως ανέφερε, η ίδια ήταν καθισμένη και ο Κατηγορούμενος όρθιος. Η ίδια του είπε ότι δεν ήθελε και αυτός της είπε «έλα». Στη συνέχεια, ανέφερε πως «το υγρό» «χύθηκε μέσα στο στόμα [της]» ενώ υπέδειξε το σακάκι που φορούσε (βλ. Τεκμήριο 2), χρώματος μαύρου, λέγοντας πως ήταν λερωμένο και πως ο Κατηγορούμενος πήρε ένα χαρτί και το σκούπισε. Ερωτούμενη σε σχέση με το χρώμα του μπουφάν που φορούσε εκεινη την μέρα, ανέφερε πως ήταν άσπρο και, στη συνέχεια, πως δεν ήξερε τί χρώμα ήταν. Επιπρόσθετα, ανέφερε πως στις 28/3/2024 ο Κατηγορούμενος της έδειξε από το κινητό «αυτές τις γυναίκες που δεν είναι καλές» ρωτώντας την αν της αρέσει.

Το πρωκτικό, ως ανέφερε, έγινε πριν από κάποιο καιρό στην Τουαλέτα σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε στο Τεκμήριο 18 περί του ότι έλαβε χώρα στο γραφείο της Μ.Κ.9. Ο Κατηγορούμενος κατέβασε το παντελόνι της και της «έβαλε το πουλί του από πίσω» και πόνεσε. Η ίδια του είπε «δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις, άσε με ήσυχη» και  συμφώνησε στο ότι είχε βγάλει πάλι «το υγρό» καθώς και στο ότι ο Κατηγορούμενος  της είπε να σκύψει μπροστά ενώ ο ίδιος ήταν όρθιος πίσω της. Η ίδια είπε πως ήθελε να φύγει, να πάει κάτω στα παιδιά και ο Κατηγορούμενος της είπε «όχι, κάτσε». Ανέφερε, επίσης, ότι πόνεσε, πράγμα που ανέφερε στον Κατηγορούμενο, και αυτός της έλεγε ότι θα σταματούσε, χωρίς, όμως, να το πράξει, ενώ η ίδια του είπε «θα φωνάξω, πρόσεχε». Προσέθεσε ότι το πρωκτικό έγινε δύο φορές και ότι της είπε «βάλ’ το, θα σ’ το βάλω». Περαιτέρω, ανέφερε ότι εκείνη τη στιγμή δεν αντέδρασε αλλά μετά «έπιασ[ε] μια κυρία και τα λεγ[ε]…τα λεγ[ε]…όλα», διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για την Μ.Κ.6, στην οποία, ως ανέφερε, έδειξε τρίψιμο στο στήθος της. Συμφώνησε, επισης, ότι ανέφερε στη Μ.Κ.6  για την διείσδυση του πέους του Κατηγορούμενου στο στόμα και τον πρωκτό της λέγοντας της, επίσης, ότι θα έφευγε από το σχολείο. Η εν λόγω θέση δεν επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.6, η οποία ανέφερε ότι η Παραπονούμενη της είπε πως ήταν θυμωμένη με τον Κατηγορούμενο και άγγιξε το στήθος και τα οπίσθια της, χωρίς να της πει οτιδήποτε άλλο (βλ. Έγγραφο Ε’). Η Παραπονούμενη ανέφερε, επίσης, ότι δεν είπε τα όσα συνέβησαν στην Μ.Κ.9 επειδή φοβόταν, αλλά τα είπε στην Μ.Κ.7.

Αξιοσημείωτες είναι, επίσης, οι αντιφάσεις που εντοπίζονται σε σχέση με τον αριθμό των ισχυριζόμενων περιστατικών, αν και δεν διαφεύγει της προσοχής μας η δυσκολία της Παραπονούμενης σε σχέση με τον ποσοτικό προσδιορισμό, ως η Μ.Κ.12 υποστήριξε. Αφενός, στο Τεκμήριο 18, η Παραπονούμενη προέβαλε ότι στις 28/3/2024 έλαβε χώρα στοματικός βιασμός της και σε μια άλλη προηγούμενη περίπτωση πρωκτικός βιασμός. Αφετέρου, στην οπτικογραφημένη κατάθεση προέβαλε ότι ο στοματικός βιασμός έγινε πολλές φορές («μια, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε») και ο πρωκτικός βιασμός δύο φορές ενώ κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι «κάθε μέρα γινόταν».

Κατά την κυρίως εξέταση της, στο πλαίσιο της προφορικής της μαρτυρίας, η Παραπονούμενη ανέφερε πως στην Τουαλέτα την τράβηξε από το χέρι ο Κατηγορούμενος και ότι δεν απάντησε στην Μ.Κ.9 επειδή φοβήθηκε τον Κατηγορούμενο.

Κατά την αντεξέταση της, οι αναφορές της στα επίδικα περιστατικά δεν συνάδουν με τα όσα είχε αναφέρει στην Αστυνομία. Συγκεκριμένα, ενώ τόσο στο Τεκμήριο 18 όσο και στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ανέφερε ότι στις 28/3/2024 ο Κατηγορούμενος έβαλε το πέος του στο στόμα της, κατά την αντεξέταση της υποστήριξε πως την ημέρα που τους είδε η Μ.Κ.9, ήτοι στις 28/3/2024, «μου είχε βάλει από πίσω το τέτοιο και πόνεσα…πολύ». Ως περαιτέρω ανέφερε κατά την αντεξετάση της, το περιστατικό αυτό διήρκησε μισή ώρα, η ίδια είπε «σταμάτα, σταμάτα» και ο Κατηγορούμενος σταμάτησε. Ακολούθως ανέφερε ότι φώναζε και αντιδρούσε και ο Κατηγορούμενος της είπε να μην φωνάζει. Στη συνέχεια, όμως, ανέφερε πως εν τέλει ο Κατηγορούμενος «δεν σταμάτησε» και η ίδια δεν φώναξε. Σημειώνουμε πως οι θέσεις που προέβαλε σε σχέση με την αντίδραση της αντιφάσκουν με τη θέση που προέβαλε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, ότι δηλαδή στις 28/3/2024 δεν αντέδρασε. Επίσης, η αναφορά της Παραπονούμενης ότι το περιστατικό στις 28/3/2024 διήρκησε μισή ώρα δεν επιβεβαιώνεται αλλά αναιρείται από τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 16 και τη μαρτυρία της Μ.Κ.9. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη ανέφερε πως όταν έγινε αυτό το περιστατικό φορούσε το παντελόνι της καθώς και ότι πρώτα βγήκε από την Τουαλέτα ο Κατηγορούμενος και μετά η ίδια, θέση που είναι αντίθετη με τα όσα η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι είδε και αποτελούν κοινό τόπο με τα όσα ανέφερε η Υπεράσπιση.

Ως η Παραπονούμενη περαιτέρω προέβαλε, ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο μπουφάν που φορούσε. Ζητώντας της να υποδείξει το ακριβές σημείο, έδειξε τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερή πλευρά του Τεκμηρίου 2 από τη μέση και κάτω, καλύπτοντας σημαντική έκταση, ενώ, ως η Μ.Κ.12 ανέφερε, κατά τις συναντήσεις τους η Παραπονούμενη αναφέρθηκε σε «σταμπούλα». Ακολούθως, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος «πήρε το βετέξ» και το καθάρισε, χωρίς να δει πού είχε τοποθετήσει μετά το εν λόγω αντικείμενο, ενώ η ίδια του είπε «γιατί έχυσες επάνω μου». Ως ανέφερε στη συνέχεια, αυτό συνέβη «εκεί πέρα στην κουζίνα», χωρίς να θυμάται πότε. Ανέφερε, δε, πως όταν βγήκε έξω από την Τουαλέτα ήταν βρεγμένη και πως η Μ.Κ.9 δεν ήταν εκεί, «ήτανε άλλη μέρα». Ερωτούμενη κατά πόσο, την μέρα που βγήκε από την Τουαλέτα και η Μ.Κ.9 ήταν εκεί, ο Κατηγορούμενος είχε εκσπερματώσει πάνω στο μπουφάν της, απάντησε «μου το καθάρισε, δεν ξέρω πως» και στη συνέχεια ότι «πήγα να το καθαρίσω εγώ, μόνη μου», «δεν πρόλαβα». Σε ό,τι αφορά το περιστατικό κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος διείσδυσε το πέος του στο στόμα της, ανέφερε πως δεν έγινε την ίδια μέρα, συμφωνώντας ότι ήταν «πριν από την Πέμπτη, που…[τους] είδε η [Μ.Κ.9]», ήτοι πριν τις 28/3/2024.

Αναφορικά με τις συζητήσεις που είχε με την Μ.Κ.9 και τον Μ.Κ.14, η Παραπονούμενη δεν θυμόταν να τους είπε ότι πήγε να πλυθεί. Στην δε υποβολή της Υπεράσπισης ότι τους ανέφερε ότι πήγε να πλυθεί στην Τουαλέτα και ότι ο Κατηγορούμενος την χάιδεψε στα μαλλιά επειδή έτσι έγιναν τα πράγματα, προέβαλε πως δεν ήξερε να απαντήσει. Στη συνέχεια, ανέφερε πως όταν η Μ.Κ.9 της είπε να της δείξει τί της έκανε ο Κατηγορούμενος, η ίδια της είπε «από πίσω», ενώ η Μ.Κ.9 ανέφερε πως της έδειξε χάιδεμα στα οπίσθια. Περαιτέρω, προέβαλε πως στον Μ.Κ.14 είπε «φοβάμαι, φοβάμαι πολύ», αναφορά που δεν επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο, ενώ στη συνέχεια ανέφερε πως στον Μ.Κ.14 δεν μίλησε καθόλου.

Στη συνέχεια της αντεξέτασης της ανέφερε ότι αυτά που συζήτησε με την Μ.Κ.9 τα είπε στην Αστυνομία και σε κανέναν άλλο, ούτε και στην Μ.Κ.7, θέση που αντιφάσκει με τη θέση που προέβαλε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 4). Ανέφερε, επίσης, ότι ήταν η ίδια που είπε στην Μ.Κ.7 ότι ήθελε να πάει στην Αστυνομία ενώ στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ανέφερε ότι ο λόγος που βρισκόταν εκεί ήταν επειδή έκανε «μήνυση» η αδελφή της.

Σε αντίθεση με την αναφορά στην οπτικογραφημένη κατάθεση της περί του ότι ο Κατηγορούμενος της έδειξε «γυναίκες που δεν είναι καλές», αντεξεταζόμενη ανέφερε πως «δεν μου έδειξε τίποτα και να μου έδειξε εγώ δεν βλέπω». Ανέφερε, περαιτέρω, ότι στην Αστυνομία έβαλε το πόδι της έξω από το μπαλκόνι για να πέσει κάτω, θέση που δεν επιβεβαιώθηκε από οποιοδήποτε άλλη μαρτυρία.

Από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει μεγάλος αριθμός αντιφάσεων στη μαρτυρία της Παραπονούμενης σε ουσιώδη, μάλιστα, στοιχεία που περιβάλλουν τα επίδικα περιστατικά, με κύριο άξονα το τί είχε συμβεί στις 28/3/2024, και τούτο χωρίς να παραγνωρίζουμε τις δυσκολίες της σε σχέση με τον χρονικό προσανατολισμό και την χρονολογική αφήγηση. Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με τις δυσκολίες της, ιδιαίτερα από την Μ.Κ.12, αλλά και τον Μ.Υ.1, ακόμα κι αν παραγνωρίζαμε τις αντιφάσεις σε σχέση με τις χρονικές παραμέτρους, τον αριθμό και τη σειρά των ισχυριζόμενων περιστατικών, δεν θεωρούμε ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης απαντά με την απαιτούμενη ποιότητα, πειστικότητα, ασφάλεια και σταθερότητα στο τί έγινε, αν έγινε όντως κάτι. Ακόμα κι αν δεχτούμε τα όσα προέβαλε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, ότι δηλαδή στις 28/3/2024 έλαβε χώρα η στοματική διείσδυση και τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος, μετά που εκσπερμάτωσε στο μπουφάν της, το καθάρισε, είτε με χαρτί είτε με το «βετέξ», το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να υπήρχε κάποιος λεκές όταν η Παραπονούμενη βγήκε από την Τουαλέτα έχοντας υπόψη την αναφορά της πως ο Κατηγορούμενος λέρωσε κατά την εκσπερμάτωση του σε μεγάλη έκταση το μπουφάν που φορούσε. Αυτό, βασικά, το ενδεχόμενο διερεύνησε και η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.7 και της Μ.Κ.9. Ούτε η Μ.Κ.9 αλλά ούτε και η Μ.Κ.7 ανέφεραν θετικά ότι στις 28/3/2024 είδαν την Παραπονούμενη λερωμένη ενώ αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου επί του Τεκμήριου 2.

Παράλληλα, ουσιώδεις αντιφάσεις θεωρούμε ότι υπάρχουν και σε σχέση με το περιστατικό της πρωκτικής διείσδυσης, κυρίως ως προς την αντίδραση της Παραπονούμενης. Οι αντιφάσεις επί του σημείου αυτού είναι κατά την κρίση μας ουσιώδεις επειδή αγγίζουν το κατά πόσο τα όσα λάμβαναν χώρα θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, έχοντας υπόψη ότι στο χώρο του Κέντρου βρίσκονταν και άλλα άτομα. Ως η Μ.Κ.9 ανέφερε, στο χώρο του Κέντρου, το οποίο λειτουργούσε καθημερινά από τις 7:00, βρίσκονταν ανά πάσα στιγμή 33-35 άτομα ενώ η παρουσία έστω κάποιων εξ αυτών στις 28/3/2024, ενώ λάμβανε χώρα το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό, επιβεβαιώνεται από το σύνολο της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας. Η δε ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης δεν κρίθηκε αναγκαία και δεν διενεργήθηκε (βλ. Τεκμήριο 11).

Επίσης, ουσιώδεις θεωρούμε τις αντιφάσεις σε σχέση με τον χώρο του Κέντρου όπου τα περιστατικά φέρεται να έλαβαν χώρα, στοιχείο ολωσδιόλου αφηρημένο, αλλά, αντίθετα, απτό και πραγματικό. Τονίζεται, δε, ότι ο χώρος του Κέντρου ήταν πολύ οικείος στην Παραπονούμενη, αφού τον επισκεπτόταν καθημερινά, ενώ ουδεμία μαρτυρία ειδικού τέθηκε ενώπιον μας για τυχόν δυσκολίες της Παραπονούμενης να προσδιορίσει τόπο, χωρίς, βεβαίως, να μας διαφεύγουν οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε ως άτομο με νοητική στέρηση.  Σε ατό το πλαίσιο σημειώνουμε τη διαπίστωση της Μ.Κ. 12 πως η Παραπονούμενη ήταν προσανατολισμένη σε τόπο.  Ενώ στην οπτικογραφημένη κατάθεση η Παραπονούμενη αναφέρθηκε και σε άλλους χώρους, πέραν της Τουαλέτας, ήτοι στην τάξη και στο γραφείο της Μ.Κ.9, κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως τα επίδικα περιστατικά έγιναν μόνο μέσα στην Τουαλέτα. Την εκεί ύπαρξη σκαμνιού, το οποίο αποτέλεσε σημαντικό αντικείμενο στην εξιστόρηση της, όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε, αλλά αντέκρουσε η Μ.Κ.9, ενώ η Παραπονούμενη στην αντεξέταση της δεν την θυμόταν καν.

Πέραν των πιο πάνω, προέβαλε έντονα κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης η άρνηση της να απαντήσει και να αναφερθεί στα επίδικα περιστατικά («δεν ξέρω», «δεν θυμάμαι»). Ειδικότερα, σε μεγάλο αριθμό ερωτήσεων του συνηγόρου Υπεράσπισης απαντούσε ότι δεν θυμόταν και σε πολλές άλλες δεν απαντούσε καν. Ενδεικτικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα:

«E.       Ειρήνη μου, θα σε ξαναρωτήσω. Θυμάσαι γιατί σταμάτησες από το σχολείο το Αικατερίνειο;

A.       Ναι, ξέρω.

E.       Ποιος ήταν ο λόγος;

A.       Θα πω την αλήθεια τώρα, θα πω, δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι να σας απαντήσω, δεν θυμάμαι.

E.       Δεν θυμάσαι, Ειρήνη μου, ό, τι και αν σε ρωτήσω; Τούτο μου λες;

A.       Δεν θυμάμαι. (Η μάρτυρας κτυπά το χέρι της στο εδώλιο δύο φορές.)

Δικαστήριο: Να κάνουμε ακόμη ένα διάλειμμα 10 λεπτών.».

Μεταξύ άλλων, οι ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν αφορούσαν στο σκαμνάκι στην Τουαλέτα και στις αναφορές της ίδιας της Παραπονούμενης προς τον Μ.Κ.14, την Μ.Κ.5 και την Μ.Κ.12 σε σχέση με το τί διεμήφθη κατά τα επίδικα περιστατικά. Αφορούσαν, δηλαδή, σε σημαντικά ζητήματα για την αξιοπιστία της και όχι παρεμφερείς ή ασήμαντες λεπτομέρειες. Ιδιαίτερα η αντεξέταση της σε σχέση με τις προηγούμενες αναφορές της προς τον Μ.Κ.14, αλλά και τη Μ.Κ.9, ενέχουν κατά την κρίση μας ιδιαίτερη σημασία αφού από αυτές προκύπτει ότι κατά την πρώτη αναφορά στα επίδικα περιστατικά, αρχικά ο Κατηγορούμενος και αμέσως μετά η Παραπονούμενη, προέβαλαν ξεχωριστά την ίδια αθώα εκδοχή χωρίς να καταδειχθεί η όποια προσυνεννόηση τους. Εν πάση περιπτώσει, η μη παροχή από μέρους της Παραπονούμενης οποιασδήποτε εξήγησης για το θέμα αυτό αφήνει κατά την κρίση μας βάσιμα και σημαντικά ερωτηματικά που πλήττουν την αξιοπιστία της.

Σημειώνουμε, δε, ότι ο τρόπος που η Παραπονούμενη αντεξετάστηκε από την Υπεράσπιση ήταν συμβατός με τα όσα η Μ.Κ.12 ανέφερε αφού οι ερωτήσεις που της τέθηκαν ήταν απλές και δεν περιλάμβαναν σύνθετους όρους ή μεταφορικές έννοιες, οι λέξεις που χρησιμοποιούνταν ήταν κατανοητές στην Παραπονούμενη και της παρεχόταν χρόνος να σκεφτεί προτού απαντήσει, κατά τρόπο που η δυνατότητα της να απαντήσει κατά τρόπο ακριβή δεν εμποδιζόταν.  

Στο πλαίσιο αυτό δεν μας διαφεύγουν, αλλά αντιλαμβανόμαστε και λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τα όσα υποστήριξε σχετικά η Μ.Κ.12 περί των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η Παραπονούμενη, πλην, όμως, η πιο πάνω στάση της, λαμβανομένης υπόψη και της έκτασης αλλά και των θεμάτων επί των οποίων ερωτήθηκε, κατέστησε, ουσιαστικά, αναποτελεσματικό τον έλεγχο των θέσεων της, στοιχείο που άπτεται του δίκαιου χαρακτήρα της δίκης (βλ. Τρύφωνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 41/2019, ημερ. 8.4.2020).

Πέραν τούτου, η πιο πάνω στάση της Παραπονούμενης άφησε μετέωρες τις προηγούμενες αντιφατικές δηλώσεις της. Ούτε και εξηγήθηκε γιατί ο αναφερθείς φόβος της για τον Κατηγορούμενο, ο οποίος κατ’ ισχυρισμό της τής έλεγε να μην το πει πουθενά, εξακολουθούσε να την αποτρέπει από την αποκάλυψη των όσων κατ’ ισχυρισμό της βίωσε όταν πλέον ερωτήθηκε τόσο από την Μ.Κ.9 όσο και από τον Μ.Κ.14, οι οποίοι πέραν της πολύ οικείας σχέσης που είχαν μαζί της, ήταν προϊστάμενοι του Κατηγορουμένου, γεγονός που προφανώς η Παραπονούμενη γνώριζε. Σημειώνουμε, δε, τα πιο πάνω χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι η Παραπονούμενη αναφέρθηκε άλλοτε σε ντροπή και άλλοτε σε φόβο.

Γενικά, η στάση της Παραπονούμενης στο Δικαστήριο χαρακτηριζόταν από έκδηλη αναστάτωση, συναισθηματική φόρτιση και έντονο θυμό και σε κάποιες περιπτώσεις από φόβο και ανάγκη για στήριξη, εξ ου και η επίκληση των θείων. Παραπέμπουμε ενδεικτικά στο ότι σε διάφορες περιπτώσεις κτυπούσε τα χέρια της στο εδώλιο, κτυπούσε το κεφάλι της βγάζοντας κραυγή και έκλαιγε. Είναι γεγονός ότι επρόκειτο για μια μάρτυρα με ιδιαιτερότητες και αδυναμίες. Οι αδυναμίες αυτές μας επεξηγήθηκαν εν εκτάσει, ως αναφέρουμε πιο πάνω, και καθίστανται πλήρως αντιληπτές χωρίς ολοσδιόλου να υποτιμάται η σημασία τους, στοιχείο που έχουμε σοβαρά κατά νου. Εξετάσαμε, λοιπόν, τη μαρτυρία της Παραπονούμενης συνυπολογίζοντας όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σε σχέση με τις γνωστικές αδυναμίες της προσπαθώντας ακριβοδίκαια να εξακριβώσουμε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Σκοπός εξάλλου της αξιολόγησης είναι η ανάλυση της μαρτυρίας διαλεκτικά και με αναφορά στο πλαίσιο που την αφορά αποκλείοντας κάθε μηχανιστική ή τυποποιημένη προσέγγιση.

Σε αυτό το πλαίσιο, κρίνουμε ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες που μας αποτρέπουν από το να την αποδεκτούμε ως αξιόπιστη. Δεν θεωρούμε, δηλαδή, ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και την ποιότητα εκείνη που θα μας οδηγούσε με ασφάλεια να βασιστούμε σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με τις αμφισβητούμενες πτυχές της υπόθεσης. Κατά την κρίση μας, η μαρτυρία της Παραπονούμενης επί βασικών σημείων των προβαλλόμενων ισχυρισμών ελέγχεται ακροσφαλής αφού απουσιάζει η όποια συνεκτικότητα και σταθερότητα στα όσα προέβαλε ενώ, παράλληλα, οι συνεχείς αμφιταλαντεύσεις της, η άρνηση της να απαντήσει σε διάφορες ερωτήσεις και η ασυνεπής στάση της πλήττουν την πειστικότητα των όσων προέβαλε. Ούτε και θεωρούμε ότι η θέση της Μ.Κ.12 ότι το συναίσθημα της Παραπονούμενης κατά τις αναφορές της προς την ίδια συνήδε με τα όσα περιέγραφε μπορεί, αφ’ εαυτής να οδηγήσει σε αποδοχή της μαρτυρίας της Παραπονούμενης. Ως και η Μ.Κ.12 ορθώς ανέφερε, οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις της ίδιας δεν μπορούν να απαντήσουν το ερώτημα κατά πόσο τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε η Παραπονούμενη έλαβαν χώρα ή όχι, έργο που ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390).

Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη και το ζήτημα της υποβολιμότητας της Παραπονούμενης. Ως προκύπτει από τα όσα λέχθηκαν πιο πάνω, άτομα με νοητική αναπηρία διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να κατασκευάσουν μνήμες που δεν ανταποκρίνονται στα βιώματα τους, τις οποίες αποκτούν μέσω ερωτήσεων ή ανατροφοδότησης από τρίτα άτομα. Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσήχθη από την Κατηγορούσα Αρχή, παρατηρούμε, πρώτον, πως η Παραπονούμενη ερωτηθηκε ουκ ολίγες φορές σε σχέση με το τί συνέβη στην Τουαλέτα μεταξύ της ίδιας και του Κατηγορούμενου, δεύτερον, ότι ερωτήθηκε από πρόσωπα που γίνονταν αντιληπτά από την ίδια ως φορείς εξουσίας, ήτοι την Μ.Κ.9 και τον Μ.Κ.14, και αργότερα στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης από τις αστυνομικούς Μ.Κ.5 και Μ.Κ.13, και την Μ.Κ.12, και, τρίτον, ότι προοδευτικά οι αναφορές της γίνονταν όλο και πιο σοβαρές, ενώ η πρώτη της αναφορά συνάδει με τα όσα και ο Κατηγορούμενος υποστήριξε, απορρίπτοντας τα όσα του αποδίδονται, χωρίς μάλιστα να έχει καταδειχθεί η όποια προσυνεννόηση τους. Σε αυτό το πλαίσιο, την σημασία της έχει και η θέση της Μ.Κ.9, με την οποία η Παραπονούμενη είχε καθημερινή επαφή, ότι οι απαντήσεις της μπορούσαν να κατευθυνθούν μέσω των ερωτήσεων που της υποβάλλονταν. Στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μας σε σχέση με τη νοητική κατάσταση της Παραπονούμενης, θεωρούμε, υπό το φως των πιο πάνω, ότι ο έλεγχος της υποβολιμότητας της, ως ο όρος εξηγήθηκε, θα ήταν βοηθητικός προκειμένου να καταστεί εφικτή η ολοκληρωμένη παρουσίαση της προσωπικότητας και κατ’ επέκταση η αυθεντικότητα των αναφορών της. Τέτοιος έλεγχος στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε.

Για όλους τους πιο πάνω λόγους και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, δεν θεωρούμε ότι θα ήταν ασφαλές να την αποδεκτούμε ως αξιόπιστη. Και τούτο, επαναλαμβάνουμε, χωρίς να μας διαφεύγουν οι δυσκολίες της και οι γνωστικοί περιορισμοί της, στους οποίους αποδώσαμε τη δέουσα βαρύτητα. Η περίπτωση της Bejandi v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 935, στην οποία μας παρέπεμψε η κα Τιμοθέου, δεν θεωρούμε ότι προσομοιάζει με την εδώ κρινόμενη περίπτωση αφού εκεί διαπιστώθηκε πως «έχοντας υπόψη το φτωχό διανοητικό της επίπεδο, η παραπονούμενη ομίλησε και βεβαίωσε τα ουσιώδη γεγονότα της 30.4.2012, ημέρα κατά την οποία κατάγγειλε στην Αστυνομία τον Σύρο φίλο της «έστω και με την δυσκολία που την χαρακτήριζε στο χρονικό συσχετισμό των επιμέρους ενεργειών της». Η μαρτυρία της Παραπονούμενης, κατά την κρίση μας, πόρρω απέχει.

Ακόμα, όμως, και αν κρίναμε ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης ήταν κατ’ αρχήν αξιόπιστη, σε σχέση έστω με το περιστατικό στοματικής διείσδυσης στις 28/3/2024, οι εγγενείς δυσκολίες που παρουσιάζει η μαρτυρία της δεν θα μας επέτρεπαν να προχωρήσουμε σε τελική κρίση αξιοπιστίας της ελλείψει ενισχυτικής μαρτυρίας. Ωστόσο, από όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία που θα μπορούσε να παρέχει ενίσχυση στα όσα η Παραπονούμενη προέβαλε (βλ. Παρμαξής v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 224, Meitanis v. The Republic (1967) 2 C.L.R. 31).

Περνώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρία του Κατηγορούμενου, σημειώνουμε καταρχάς ότι πολλά ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και συνάδουν με τη μαρτυρία που προσήγαγε, ως αναλύεται πιο πάνω.

Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 14, προέβαλε ότι κάθε μέρα, όταν φτάνει στο Κέντρο, πηγαίνει στην Τουαλέτα και η Παραπονούμενη μεταβαίνει στον πάνω όροφο για να της δώσει τα φάρμακα της, θέση που δεν αμφισβητήθηκε. Στις 28/3/2024, όταν τελείωσε από την Τουαλέτα,  η Παραπονούμενη πήγε εκεί και τον ρώτησε αν μπορούσε να πλύνει τα χέρια της και ο ίδιος της είπε «έλα, πλύθου δαμέ». Ο λόγος που της επέτρεψε να πλυθεί στην Τουαλέτα, ως προέβαλε, ήταν επειδή η Παραπονούμενη «τρέμει ολόκληρη τζαι πολλές φορές έτυχε να πέσει χαμέ σαν περπατά, τζιαι για να μην την βάλω να ανέβει από τις σκάλες και να πάει στις τουαλέτες για να πλύνει τα χέρια της γιατί ήταν επικίνδυνο να πέσει». Την ώρα που η Παραπονούμενη μπήκε μέσα, πάνω στην αστάθεια της, έπιασε την συρόμενη πόρτα, η οποία εκείνη τη στιγμή ήταν «κράνοιχτη», για να κρατηθεί και η πόρτα έκλεισε, μένοντας «περίπου δέκα πόντους ανοιχτή». Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε μαζί με την Παραπονούμενη στην Τουαλέτα «δεκαπέντε δευτερόλεπτα». Όταν η Παραπονούμενη πλύθηκε και πήγε να βγει έξω, έτυχε να μπαίνει η Μ.Κ.9 στο Κέντρο και τους είδε.

Κατά την ένορκη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την πιο πάνω εκδοχή προσθέτοντας ότι όταν η Παραπονούμενη πήγε στην Τουαλέτα, ο ίδιος ήταν ήδη μέσα, έχοντας την πόρτα κλειδωμένη. Όταν πήγε να βγει από την Τουαλέτα, η Παραπονούμενη στεκόταν έξω ακριβώς από την πόρτα, του έδειξε τα χέρια της και τον ρώτησε «κ. Μ., να πλύνω τα χέρια μου;». Ως ανέφερε, δεν πρόσεξε κάτι συγκεκριμένο στα χέρια της αλλά δεν θεώρησε λογικό να της αρνηθεί, αφού ήθελε να πλυθεί. Προσέθεσε ότι έμεινε μαζί με την Παραπονούμενη μέσα στην Τουαλέτα για ασφάλεια, αφού εκεί υπήρχαν διάφορα χημικά καθαριστικά. Αφού η Παραπονούμενη πλύθηκε και σκουπίστηκε, ο Κατηγορούμενος της άγγιξε το κεφάλι και της είπε «πάμε έξω». Ο ίδιος βγήκε τρία δευτερόλεπτα μετά την Παραπονούμενη και μετά που η Μ.Κ.9 είπε κάτι σε αυτήν, διότι γύρισε πίσω ώστε να βεβαιωθεί για την καθαριότητα του χώρου. Ως διαπιστώνεται, τα όσα προέβαλε ο Κατηγορούμενος συνάδουν με τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό της 28/3/2024 στη Μ.Κ.9 και τον Μ.Κ.14.

Ο Κατηγορούμενος αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο ήταν στα καθήκοντα του η βοήθεια ατόμων στην τουαλέτα εμμένοντας στα όσα προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση του. Ανέφερε, δηλαδή, ότι τους έβαλαν και υπέγραψαν «ένα χαρτί, όλο το προσωπικό ότι θα πρέπει να συνοδεύσουμε τα παιδιά στην τουαλέτα σε περίπτωση που χρειαστεί» και εξήγησε ότι αυτό έγινε διότι σε μια έξοδο σε κάποιο κτήμα ένα άτομο τα έκανε πάνω του και ο ίδιος, επειδή σιγχαίνεται πάρα πολύ, θέση που επιβεβαίωσε η Μ.Κ.9, ζήτησε τη βοήθεια άλλων δύο δασκάλων. Η γραμματέας του Συνδέσμου άκουσε ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να καθαρίσει το εν λόγω άτομο και στην επόμενη συνέλευση του Συμβουλίου έγινε ντόρος ως προς το ότι «ναι μεν δεν είχαμε παιδοκόμο μαζί μας όμως έπρεπε να μπει να καθαρίσει και δεν έχει σημασία αν σιχαίνεται ή όχι πρέπει να μπει να καθαρίσει». Έτσι, αποφάσισαν ότι έπρεπε να συντάξουν «αυτό το χαρτί» για να το υπογράψουν όλοι. Το εν λόγω έγγραφο, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, διελάμβανε ότι «πρέπει, αν χρειαστεί, να μπούμε να βοηθήσουμε στις τουαλέτες». Ο ίδιος αρνούνταν να το υπογράψει και τον ανάγκασε σχετικά η Μ.Κ.9 ενώ της είπε πως «θα το υπογράψω, αλλά δεν μπορώ να μπω». Για κάποιο διάστημα μετά, δεχόταν πίεση από μια παιδοκόμο για να καθαρίζει. Ως ανέφερε, δεν είχε αυτό το «χαρτί» στην κατοχή του επειδή «το κρατούσαν στο σχολείο… στον σύνδεσμο, είχαν πολλά χαρτιά και για να μην γίνεται τεράστιο το αρχείο τους κάθε 5 χρόνια έβλεπαν ποια χρειάζονται ή όχι, και αυτά που ίσχυαν ή δεν τα χρειάζονταν τα πέταγαν».

Αξιολογώντας τα όσα προέβαλε, θα πρέπει να λεχθεί καταρχάς ότι η θέση του Κατηγορούμενου δεν ήταν ότι στις 28/3/2024 συνόδευσε την Παραπονούμενη στην Τουαλέτα. Η θέση του ήταν ότι της επέτρεψε για λόγους ασφάλειας και βολικότητας να πλυθεί εκεί. Εξ ου και κατά την αντεξέταση του επέμεινε πως δεν θα ήταν ίδια η στάση του αν η Παραπονούμενη του ζητούσε να χρησιμοποιήσει το αποχωρητήριο, και όχι τον νιπτήρα. Υπό το πρίσμα της θέσης του αυτής, λοιπόν, το κατά πόσο ήταν στα καθήκοντα του να συνοδεύει άτομα στην τουαλέτα για τις φυσικές τους ανάγκες, είναι ζήτημα παρεμφερές.

Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουμε πως δεν έχουμε πειστεί για το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό στο κτήμα και την ύπαρξη του αναφερόμενου «χαρτιού». Σε σχέση με το τελευταίο, όχι μόνο οι Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14 αρνήθηκαν εντελώς την ύπαρξη του, αλλά ούτε και παρουσιάστηκε συγκεκριμένη μαρτυρία περί καταστροφής του. Ο σχετικός, δε, ισχυρισμός του Κατηγορούμενου περί της διαχείρισης του αρχείου του Κέντρου προβλήθηκε παντελώς γενικά και αόριστα. Αόριστα ήταν και τα όσα προβλήθηκαν αναφορικά με την ετοιμασία και υπογραφή του ισχυριζόμενου εγγράφου. Δεν διαφεύγει, εντούτοις, της προσοχής μας πως η ουσία των επί του προκειμένου θέσεων του Κατηγορούμενου ήταν πως θα έπρεπε να βοηθήσει κάποιο άτομο στην τουαλέτα αν χρειαζόταν, στην απουσία κάποιου παιδοκόμου ή βοηθού, στα καθήκοντα των οποίων ενέπιπτε η συνοδεία παιδιών στην τουαλέτα. Υπό αυτό το πρίσμα, η θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος δεν διαφέρει από τα όσα υποστήριξαν οι Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14, ως αναλύεται πιο πάνω.

Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος αντεξετάστηκε σε σχέση με τον λόγο που δεν είπε στην Παραπονούμενη να πλυθεί στο νεροχύτη που υπήρχε στην κουζίνα του ίδιου ορόφου, την ύπαρξη του οποίου δέχτηκε. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως «στη βούρνα δεν έχει σαπούνι να πλύνει τα χέρια της, με τί να τα πλύνει; Με τζιείνο που πλυνίσκουμε τα πιάτα;», τονίζοντας πως «δεν είναι την τουαλέτα που χρησιμοποίησε, είναι τα χέρια της που έπλυνε». Σχετική με το θέμα αυτό ήταν η θέση της Μ.Κ.6 πως αν κάποιο παιδί βρισκόταν στον εν λόγω χώρο και ήθελε να πλυθεί, θα μπορούσε να το πράξει στην κουζίνα, η οποία δεν αφμισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της. Ενόψει, λοιπόν, της δυνατότητας που παρεχόταν για να πλυθεί η Παραπονούμενη στην κουζίνα, ερώτημα παραμένει γιατί, στη βάση των όσων ο Κατηγορούμενος προέβαλε, η Παραπονούμενη ζήτησε από τον ίδιο να πλυθεί στην Τουαλέτα αντί να πάει στην κουζίνα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τουαλέτα ήταν εκείνη την στιγμή κατειλημμένη. Δεν υπάρχουν ενώπιον μας, ωστόσο, θέσεις από μέρους της Παραπονούμενης για τα θέματα αυτά, ενόψει των όσων αναφέρουμε πιο πάνω σε σχέση με τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν κατά την αντεξέταση της, χωρίς να παραγνωρίζουμε τα όσα άλλα προέβαλε. Σημειώνουμε, όμως, πως στην πρώτη της αναφορά προς τους Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14 ανέφερε ότι πήγε στην Τουαλέτα για να πλυθεί. Εν πάση περιπτώσει, ο Κατηγορούμενος έδωσε τη δική του εξήγηση στα όσα του τέθηκαν, την οποία δεν κρίνουμε παράλογη, ακόμη και χωρίς να δίδουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στους ισχυρισμούς που προέβαλε αντεξεταζόμενος περί του ότι κάποια από τα άτομα που εξυπηρετούνταν στο Κέντρο έμπαιναν κάθε μέρα στην Τουαλέτα για να μαζέψουν τα σκουπίδια και έπλεναν τα χέρια τους εκεί, εφόσον τέτοιες θέσεις δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας. Ενόψει, δε, της δυνατότητας για πλύσιμο στην κουζίνα του ιδίου ορόφου, τα όσα ο Κατηγορούμενος προέβαλε περί δυσκολιών της Παραπονούμενης να μεταβεί σε άλλο όροφο για να πλυθεί, αν και βρίσκουμε ότι ήταν υπερβολικά, καθίστανται επουσιώδη.

Ζήτημα τέθηκε, επίσης, ως προς τον λόγο που ο Κατηγορούμενος παρέμεινε μέσα στην Τουαλέτα μαζί με την Παραπονούμενη, ενόσω, κατά τον Κατηγορούμενο, η ίδια πλενόταν. Σύμφωνα με τα όσα η Μ.Κ.6 ανέφερε κατά την αντεξέταση της, δεν χρειαζόταν η παρέμβαση των υπευθύνων αναφορικά με τα λειτουργικά άτομα, όπως η Παραπονούμενη, κατά το πλύσιμο των χεριών τους, αλλά γενικά επέβλεπαν και είχαν εποπτεία του χώρου. Τα όσα η Μ.Κ.6 ανέφερε συνάδουν και με τον όρο 10 των «Καθηκόντων Υπεύθυνου Ομάδας», Τεκμήριο 19. Στη βάση της εκδοχής του Κατηγορούμενου, λοιπόν, και σε συνάφεια με τα όσα η Μ.Κ.6 προέβαλε, ο ίδιος είχε εποπτεία του χώρου κατά το ισχυριζόμενο πλύσιμο χεριών της Παραπονούμενης, πράγμα που, ως προκύπτει, είχε υποχρέωση να πράξει. Εφόσον επρόκειτο για υποχρέωση του, η ενασχόληση με τους ισχυρισμούς περί καθαριστικών εντός της Τουαλέτας καθίσταται περιττή και αχρείαστη.

Ως προς τον λόγο που ο ίδιος έμεινε μέσα στην Τουαλέτα και δεν επέβλεπε απ’ έξω, ο Κατηγορούμενος προέβαλε πως ήταν «ήδη μέσα την Τουαλέτα και όπως άνοιξα την πόρτα ήταν απ' έξω μπροστά από την είσοδο ακριβώς και μου ζητά να πλύνει τα χέρια της, εγώ κάνω ένα βήμα πίσω και πάει να πλυθεί». Ο ισχυρισμός αυτός συνάδει με το ότι ο χώρος της Τουαλέτας, ως προκύπτει από τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 10, είναι σχετικά μικρός, ενώ θέση της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου ήταν πως «ήταν πολύ μικρή η Τουαλέτα». Ο Κατηγορούμενος περιέγραψε τα όσα κατά τη θέση του επεσυνέβηκαν εκείνη τη στιγμή ως εξής:

«...ήμουν πίσω και έκανα ένα βήμα να μπει μέσα, όπως έκανε βήμα να μπει μέσα γύρισε και είδε με, πάνω στην αστάθειά της πήγε να γύρει προς τα πίσω και άρπαξε το χερούλι της πόρτας. Όταν σταθεροποιήθηκε, εγώ θα βγω έξω να την αφήσω μονή της που ξέρω ότι μπορεί να πέσει κάτω να χτυπήσει;».

Έχοντας υπόψη όλα όσα λέχθηκαν πιο πάνω σε σχέση με την γενικότερη κατάσταση της Παραπονούμενης, δεν θεωρούμε ότι τα όσα ο Κατηγορούμενος προέβαλε στερούνται λογικής, αν και σημειώνουμε πως στους Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14 ο Κατηγορούμενος, όταν ερωτήθηκε σχετικά αμέσως μετά το περιστατικό, δεν ανέφερε ούτε το ότι ήταν ήδη μέσα στην Τουαλέτα όταν τον προσέγγισε η Παραπονούμενη αλλά ούτε και το ότι η πόρτα έκλεισε επειδή στηρίχθηκε σε αυτή «πάνω στην αστάθεια της».

Τέλος, ως προς τη διαφωνία του Κατηγορούμενου με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η πόρτα της Τουαλέτας ήταν κλειστή όταν ήταν μέσα με την Παραπονούμενη, λέγοντας πως ήταν «περίπου δέκα πόντους ανοιχτή», σχετικά είναι τα όσα αναφέρουμε πιο πάνω αποδεχόμενοι πως η πόρτα ήταν κατά βάση κλειστή.

Λαμβάνοντας λοιπόν, υπόψη, τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος κατά την ένορκη μαρτυρία του, σε συνάρτηση με όσα αναφέρονται στην κατάθεση του, Τεκμήριο 14, δεν διαπιστώνουμε ουσιώδεις παραλείψεις που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα όσα προέβαλε στο Δικαστήριο συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Στοιχείο ιδιαίτερης σημασίας κρίνουμε πως αποτελεί το ότι ο Κατηγορούμενος προέβαλε από την πρώτη στιγμή, αμέσως μετά τα επίδικα περιστατικά, την ουσία της εκδοχής του, ότι δηλαδή αυτό που έγινε στην Τουαλέτα ήταν το πλύσιμο των χεριών της Παραπονούμενης. Τούτο ακριβώς ανέφερε και η Παραπονούμενη κατά την πρώτη της αναφορά, χωρίς, επαναλαμβάνουμε, να υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον μας που να καταδεικνύει την οποιαδήποτε προσυνεννόηση τους ή έστω τη γνώση της για τη θέση του Κατηγορούμενου, η οποία εκφράστηκε αμέσως προηγουμένως. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, λοιπόν, κρίνουμε ότι τα όσα επί του προκειμένου προέβαλε ο Κατηγορούμενος χαρακτηρίζονται από συνοχή και σταθερότητα και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτά.

 

Ευρήματα του Δικαστηρίου

 

Πέραν των όσων ανωτέρω σημειώνονται, τα ευρήματα μας, ως προκύπτουν από την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, συνοψίζονται ως ακολούθως:

Η Παραπονούμενη ήταν άτομο που αυτοεξυπηρετούνταν, δηλαδή δεν χρειαζόταν βοήθεια για να πάει στην τουαλέτα ή να πλύνει τα χέρια της. Γενικά έτρεμε και, σπανιότερα, παρουσίαζε αστάθεια και έπεφτε.

Τα λειτουργικά άτομα που εξυπηρετούνταν στο Κέντρο, όπως η Παραπονούμενη, μπορούσαν να πλυθούν στην κουζίνα, η οποία βρισκόταν στον ίδιο όροφο με την Τουαλέτα ενόσω οι υπεύθυνοι ομάδας είχαν εποπτεία του χώρου.

Ο Κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος ομάδας, είχε ρόλο επόπτη σε σχέση με την καθαριότητα των εξυπηρετούμενων ατόμων και σε κάποιες περιπτώσεις καλούνταν να συνδράμει τους βοηθούς, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον της καθαριότητας των εν λόγω ατόμων. Όταν, δε, δεν υπήρχε διαθέσιμος βοηθός, σύμφωνα με τις οδηγίες του Μ.Κ.14, θα έπρεπε να αναλάβει ο ίδιος την καθαριότητα κάποιου ατόμου που το χρειαζόταν.

Στις 28/3/2024, ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην Τουαλέτα, η Παραπονούμενη εισήλθε σε αυτή προκειμένου να πλύνει τα χέρια της. Η πόρτα έκλεισε και μετά που η Παραπονούμενη πλύθηκε, βγήκε έξω.

Εκείνη τη στιγμή, περίπου δέκα λεπτά το μέγιστον μετά που μπήκε ο Κατηγορούμενος στο Κέντρο, εισήλθε η Μ.Κ.9 από την κύρια είσοδο και είδε την Παραπονούμενη να βγαίνει από την Τουαλέτα, η πόρτα της οποίας ήταν κατά βάση κλειστή. Η Παραπονούμενη πήγε προς το σαλόνι για να καθίσει, χωρίς η Μ.Κ.9 να προσέξει εάν ήταν βρεγμένη ή λερωμένη. Η Μ.Κ.9 την ρώτησε τί έκανε στην Τουαλέτα και η Παραπονούμενη δεν της απάντησε. Μετά από πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, βγήκε και από την Τουαλέτα ο Κατηγορούμενος. Στην Τουαλέτα δεν υπήρχε σκαμνάκι.

Η Μ.Κ.9 αναστατώθηκε και φορτίστηκε συναισθηματικά σε μεγάλο βαθμό. Αμέσως μετά ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Μ.Κ.14 για το τί είδε και αφού ο τελευταίος μετέβη στο Κέντρο, είχαν ξεχωριστές συναντήσεις πρώτα με τον Κατηγορούμενο και έπειτα με την Παραπονούμενη ρωτώντας τους τί έγινε στην Τουαλέτα. Αμφότεροι αναφέρθηκαν στο πλύσιμο των χεριών της Παραπονούμενης. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, η Μ.Κ.9 κάλεσε την Παραπονούμενη στο γραφείο της και καλοπιάνοντας την της ζήτησε να μιλήσουν σαν δύο φίλες και την ρώτησε ξανά γιατί πήγε στην Τουαλέτα. Έπειτα, η Μ.Κ.9 σηκώθηκε και ζήτησε από την Παραπονούμενη να της δείξει τί της έκανε ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη κλήθηκε να αναφέρει τί έγινε στην Τουαλέτα και την επόμενη μέρα το πρωί, 29/3/2024, στην παρουσία της Μ.Κ.9, της θείας του Κατηγορούμενου και του Μ.Κ.9. Στις 29/3/2024, η Μ.Κ.9 ενημέρωσε τηλεφωνικώς την Μ.Κ.7 για αυτά που περιήλθαν στην αντίληψη της.

Ο Κατηγορούμενος υπέβαλε την παραίτηση του από το Κέντρο στις 29/3/2024,  κατόπιν παρότρυνσης από την θεία του και την Μ.Κ.9. Έκτοτε τελεί σε διαθεσιμότητα.

Η Παραπονούμενη, πέραν των Μ.Κ.9 και Μ.Κ.14, αναφέρθηκε στα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά σε συζητήσεις που είχε με την Μ.Κ.6 στις 28/3/2024, με την Μ.Κ.5 στις 29/3/2024 (βλ. Τεκμήριο 18), στην οπτικογραφημένη κατάθεση της και στις συναντήσεις που είχε με την Μ.Κ.12 σε μεταγενέστερο χρόνο. Η Μ.Κ.12 διαπίστωσε ότι το συναίσθημα της συνήδε με τις αναφορές της, χωρίς να διαπιστωθεί άλλου είδους συμπτωματολογία, όπως διαταραχή μετατραυματικού στρες. Οι αναφορές της Παραπονούμενης περιέγραφαν προοδευτικά σοβαρότερες περιστάσεις κακοποίησης της.

Σύμφωνα με τους Μ.Κ.11 και Μ.Κ.12, η περίπτωση της Παραπονούμενης ήταν βαρύτερης μορφής από την ήπια νοητική στέρηση (βλ. Τεκμήριο 24) και κατατασσόταν προς μέτρια ή ως μέτρια νοητική στέρηση.

Τα άτομα με νοητική αναπηρία είναι γενικά ευάλωτα στην υποβολιμότητα και τη δημιουργία ψευδών μνημών, τις οποίες πιστεύουν ως πραγματικές, μέσω επαναλαμβανόμενων καθοδηγητικών ερωτήσεων ή ανατροφοδότησης ιδιαίτερα από τρίτα άτομα που αντιλαμβάνονται ως φορείς εξουσίας. Η υποβολημότητα μετριέται με εξειδικευμένα εργαλεία, μεταξύ των οποίων το «Gudjonsson Suggestibility Scale», τα οποία δεν εφαρμόστηκαν στην περίπτωση της Παραπονούμενης. 

 

Νομική Πτυχή

 

Το αδίκημα του βιασμού στο οποίο αφορούν οι κατηγορίες υπ’ αρ. 1 εως 5 προβλέπεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, ως τροποποιήθηκε, έχει ως εξής:

«144. Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήματος που καλείται βιασμός και υπόκειται στην ποινή φυλάκισης διά βίου.»

Προκειμένου να αποδειχθεί το αδίκημα του βιασμού, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήλθε σε παράνομη συνουσία, διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, είτε χωρίς τη συναίνεση του προσώπου αυτού είτε με τη συναίνεση του, η οποία όμως δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου. 

Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει διείσδυση με τους τρόπους που αναφέρονται ανωτέρω, ενώ πέραν από την απόδειξη της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, απαιτείται και η απόδειξη την ένοχης διάνοιας του Κατηγορουμένου ο οποίος προχωρεί ενώ γνωρίζει ότι η ενέργεια του αυτή δεν έχει την συγκατάθεση του παραπονούμενου προσώπου ή αδιαφορεί αν υπάρχει ή όχι συγκατάθεση από μέρους του. Το εάν το παραπονούμενο πρόσωπο έχει συγκατατεθεί ή όχι, είναι πάντοτε πραγματικό ζήτημα ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Δεν απαιτείται όπως αυτό επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον Κατηγορούμενο την έλλειψη συγκατάθεσης του, ούτε απαιτείται να αποδειχθεί οποιαδήποτε αντίσταση από μέρους του.

Όπως προκύπτει στην παρούσα υπόθεση, το αμφισβητούμενο στοιχείο που αφορά τις πρώτες 5 κατηγορίες είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ήρθε πράγματι σε παράνομη συνουσία με την Παραπονούμενη δια κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου.

Τα αδικήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες υπ’ αρ. 6 και 7, εδράζονται στο άρθρο 146Ε του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει ότι:

«146Ε. Όποιος εξαναγκάζει άλλον µε τη χρήση βίας, απειλής ή φόβου σε διάπραξη συνουσίας ή άλλων πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.»

Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι η στοιχειοθέτηση αδικήματος στη βάση αυτού απαιτεί την απόδειξη εξαναγκασμού με τη χρήση βίας, απειλής ή φόβου για τη διενέργεια πράξεων που έχουν σεξουαλικό χαρακτήρα και όχι μόνο συνουσίας.

Αναφορικά, τώρα, με το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας ως η κατηγορία υπ’ αρ. 8, σχετικά είναι τα άρθρα 3, 6 και 11 του Ν. 115(Ι)/2021.

Το άρθρο 6 του πιο πάνω Νόμου προνοεί τα εξής:

«Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές».

Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος είναι τα εξής :

1.    Οποιαδήποτε συμπεριφορά προσώπου εναντίον γυναίκας

2.    Η οποία να εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές

3.    Η οποία πλήττει σοβαρά την ψυχολογική της ακεραιότητα ή της προκαλεί πραγματικό φόβο.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «γυναίκα» σημαίνει πρόσωπο θηλυκού βιολογικού φύλου ή θηλυκής ταυτότητας φύλου και περιλαμβάνει τέτοιο πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του. Εν προκειμένω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η παραπονούμενη εντάσσεται εντός της πιο πάνω έννοιας του νόμου και ότι είναι γυναίκα.

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «εξαναγκασμός» σημαίνει (α) την κάμψη της ελεύθερης βούλησης προσώπου με τη χρήση βίας ή απειλών ή κατά κατάχρηση ή εκμετάλλευση σχέσης εμπιστοσύνης ή εξουσίας ή επιρροής ή/και ευάλωτης θέσης ή με τη χρήση άλλων μέσων απαγορευμένων διά Νόμου, με σκοπό την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βλάβης ή πόνου ή της αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας του στον δημόσιο ή ιδιωτικό βίο ή τη σύναψη αναγκαστικού γάμου».

 

Συμπεράσματα

 

Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μας, προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. μεταξύ άλλων Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας(1971) 2 C.L.R. 40, Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71). Δεν θα επαναλάβουμε το θεμελιακό αξίωμα ότι δεν είναι ο Κατηγορούμενος που αποδεικνύει την αθωότητα του αλλά η Κατηγορούσα Αρχή την ενοχή του στον πιο πάνω βαθμό. 

Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα ευρήματα μας πιο πάνω, ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία υπάρχει που να θεμελιώνει και να αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος με αποτέλεσμα οι αντίστοιχες κατηγορίες να παραμένουν έκθετες σε απόρριψη. Η μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία ήταν η μόνη μάρτυρας κατηγορίας που είχε γνώση και μαρτύρησε ως προς το τι έγινε μέσα στην Τουαλέτα, έχει απορριφθεί, ενώ ουδεμία άλλη μαρτυρία υπάρχει που να επιβεβαιώνει ή να ενισχύει τις θέσεις που προέβαλε. Πέραν τούτου, ούτε από το παραδεκτό υπόβαθρο αλλά ούτε και από την αποδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου προκυπτουν οποιαδήποτε ενοχοποιητικά για τον ίδιο στοιχεία ή οποιαδήποτε παραδοχή.

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μας, θεωρούμε περιττό και αχρείαστο να ασχοληθούμε με την εισήγηση της Υπεράσπισης περί του ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ήταν πλημμελής.

 

Κατάληξη

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στον απαιτούμενο βαθμό.

 

Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

                                 (Υπ.) .................................................

                                         Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

                      (Υπ.) ..............................................

                                                     Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ.

                                 (Υπ.) .................................................

                                                          Κ. Ηλία, Ε.Δ.

 Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο