ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 1261/26
Δημοκρατία
ν.
1. Χ.Σ.
2. Ν.Σ.
3. N.K.
4. G.S.
5. I.Z.
6. A.Z.
Κατηγορούμενοι
- - - - - - - - - - - - - -
Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χ’’Κύρου
Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Δ. Τσολακίδης (για να ακούσει ποινή ο κ. Β. Ακάμας)
Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Β. Ακάμας
Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Α. Αλεξάνδρου με κα Ε. Αλεξάνδρου
Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Γ. Λοΐζου
Κατηγορούμενοι 1, 4, 5 και 6 παρόντες
Π Ο Ι Ν Η
(Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1)
Ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, σε κατηγορία κλοπής, ως αυτή έχει τροποποιηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα.
Ειδικότερα, παραδέχθηκε ότι στις 5.10.25, μαζί με άλλα πρόσωπα, «έκλεψαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας MITSUBISHI COLT, χρώματος μπλε, αξίας €4.000, το οποίο περιείχε και άλλη περιουσία αξίας €1.750, ιδιοκτησίας του ιερέα παπά Μιχάλη Περιπίτση» (16η κατηγορία).
Οι λοιπές κατηγορίες που τον αφορούν (1η – 14η κατηγορία) έχουν διακοπεί από την Κατηγορούσα Αρχή.
Τα γεγονότα, ως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, παρατίθενται αυτολεξεί:
«1. Την 05/10/2025, καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον ιερέα του Ι.Ν. Αγίου Αντωνίου στη Λεμεσό, Παπά Μιχάλη Περιπίτση ότι μεταξύ των ωρών 17.15-18.30 της ίδιας μέρας, κλάπηκε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγρ. [ ] μάρκας MITSUBISHI COLT, χρώματος μπλε, αξίας €4.000, ενώ βρισκόταν σταθμευμένο και ξεκλείδωτο πλησίον του προαναφερόμενου Ι.Ν. Ο παραπονούμενος, κατά τον πιο πάνω χρόνο βρισκόταν εντός της εκκλησίας για την λειτουργία του εσπερινού.
2. Εντός του κλαπέντος οχήματος υπήρχε και άλλη περιουσία συνολικής αξίας €1.750 ευρώ, δηλαδή άμφια αξίας €700 ευρώ, πετραχείλι €300 ευρώ, επίχρυσος σταυρός με καδένα €500, εκκλησιαστικά βιβλία €100 και γυαλιά μυωπίας €150.
3. Ο κατηγορούμενος 1 σε προγενέστερο της κλοπής χρόνο, είχε επικοινωνήσει με άλλο πρόσωπο και του ζήτησε να εντοπίσει και να κλέψει ένα αυτοκίνητο για λογαριασμό του. Το άλλο πρόσωπο του ανέφερε για το συγκεκριμένο όχημα του ιερέα επειδή έβλεπε ότι ο παραπονούμενος ιερέας άφηνε τα κλειδιά εκτεθειμένα και ήταν εύκολη λεία και ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να το κλέψει και να του το πάρει. Σε κατοπινό χρόνο, μετά την πρώτη επαφή και πριν την πραγματοποίηση της κλοπής, ο κατηγορούμενος 1 ζητούσε από το άλλο πρόσωπο την κλοπή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και όχι άλλου. Κατά την επίδικη ημερομηνία, 05/10/2025, το άλλο πρόσωπο είχε παρευρεθεί στον εσπερινό και πριν τον τέλος της λειτουργίας, εξήλθε της εκκλησίας και ξεκινώντας το αυτοκίνητο με το κλειδί που είχε ήδη εντοπίσει, απομακρύνθηκε από τον ναό και τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 1.
4. Ο τελευταίος του είπε: “έλα σφαίρα στη Λευκωσία τζιαι φέρτο”. Κανόνισαν να συναντηθούν σε χωράφι πλησίον της Κρατικής Έκθεσης και ο κατηγορούμενος 1, αφού έλαβε το κλειδί και το αυτοκίνητο ως είχε, έδωσε στο άλλο πρόσωπο το ποσό των €300 ευρώ.
5. Σε κατοπινό στάδιο, ο κατηγορούμενος 1 κανόνισε να δοθεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο σε τρίτο πρόσωπο που του είχε ζητήσει να κλέψει ένα αυτοκίνητο και του το παραδώσει.
6. Την 14/10/2025 και περί ώρα 10.30, αστυνομικός εντόπισε σε ανοικτό χώρο έξω από το κοιμητήριο “Σφαλαγγιώτισσα” στην περιοχή Αγίου Αθανασίου στη Λεμεσό, έναντι της Εκκλησίας Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, το εν λόγω αυτοκίνητο μάρκας MITSUBISHI COLT χρώματος μπλε, το οποίο έφερε πινακίδες με αρ. εγγραφής [ ]. Σε έλεγχο που έγινε στον αριθμό πλαισίου του συγκεκριμένου αυτοκινήτου που εντοπίστηκε από την Αστυνομία, διαπιστώθηκε ότι ήταν το κλοπιμαίο αυτοκίνητο του ιερέα με πραγματικούς αριθμούς εγγραφής [ ]. Οι πινακίδες με αρ. εγγραφής [ ] ανήκαν σε όχημα ίδιας μάρκας, μοντέλου και χρώματος με το κλαπέν όχημα, πλην όμως από εξετάσεις που έγιναν, το όχημα που αντιστοιχούσε σε αυτούς τους αριθμούς εγγραφής δεν είχε κλαπεί, ούτε και οι πινακίδες του.
7. Εντός του οχήματος υπήρχαν δύο πλαστικά μπιτόνια κόκκινου χρώματος, τα οποία ήταν κλειστά με μαύρο πώμα και περιείχαν υγρή εύφλεκτη ύλη. Εντός του δεν εντοπίστηκαν τα αντικείμενα που αναφέρονται πιο πάνω, περιουσία του παραπονούμενου ιερέα.
8. Την 10/11/2025 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, ανεκρίθη ο κατηγορούμενος 1 σε σχέση με την κλοπή του οχήματος [ ]. Αυτός, στις ουσιώδεις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε: “Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο”.
9. Ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη την 19/10/2025 και τελεί υπό κράτηση από τότε, ενώ έχει προηγούμενες καταδίκες οι οποίες αναφέρονται σε σχετικό έντυπο που κατατίθεται στο Σεβαστό Δικαστήριο. Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας που πρόκειται να διεξαχθεί.»
Για σκοπούς ποινής λαμβάνεται υπόψη η υπόθεση 9966/26, Ε.Δ. Λεμεσού, στην οποία ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι τον Οκτώβριο 2025 μετέφερε εντός των αστυνομικών κρατητηρίων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού στη Λεμεσό ένα κινητό τηλέφωνο, κατά παράβαση του άρθρου 129Α του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν ενώπιον μας από την Κατηγορούσα Αρχή, όταν ο κατηγορούμενος 1 πληροφορήθηκε ότι θα γίνει έρευνα στο κελί του, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε: «Το πράμα που γυρεύκεται είναι χωσμένο πίσω που την πρίζα». Όταν εντοπίστηκε το κινητό τηλέφωνο και του υποδείχθηκε, απάντησε: «Δεν το χρησιμοποίησα».
Ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες: (α) στην υπόθεση 11207/21, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. καταδίκης 28.2.22, στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 14 μηνών για αδικήματα, μεταξύ άλλων, διάρρηξης, και στην οποία λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις 23954/19, 383/20, 17664/20, 17200/21, 20377/21 και 20481/21, (β) στην υπόθεση 13370/22, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. καταδίκης 7.9.22, στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 20 μηνών για αδικήματα, ανάμεσα σε άλλα, διάρρηξης και στην οποία λήφθηκε υπόψη η υπόθεση 16761/22, και (γ) στην υπόθεση 18487/22, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. καταδίκης 10.2.25, στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 16 μηνών για αδικήματα, ανάμεσα σε άλλα, διάρρηξης και στην οποία λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις 13339/22, 8964/23,166/24, 238/24 και 10951/24 (βλ. Ένδειξη Β).
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1 με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην παραδοχή του, στις προσωπικές του περιστάσεις και στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Λάβαμε υπόψη μας όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μας. Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνει όπου αυτό κριθεί σκόπιμο.
Προς όφελος του κατηγορούμενου 1 λαμβάνουμε υπόψη μας την άμεση παραδοχή του, αμέσως μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, η οποία δείχνει την έμπρακτη μεταμέλειά του και θα αμειφθεί με έκπτωση στην ποινή (Κεσίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2025, ημερ. 8.10.25). Η παραδοχή του συνοδεύτηκε από έκφραση μεταμέλειας, η οποία, μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνήγορού του, ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288, 296 και Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 458, 463). Χωρίς την παραδοχή του, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1 έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις οικογενειακές – προσωπικές του περιστάσεις. Έχει, επίσης, προσκομιστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, με το περιεχόμενο της οποίας ο συνήγορος του συμφώνησε. Τις παραθέτουμε σε γενικές γραμμές:
Ο κατηγορούμενος 1 είναι 30 ετών. Έχασε τον πατέρα του όταν ήταν 2 ετών. Σε ηλικία 11 ετών τη φροντίδα του ανέλαβαν οι παππούδες του. Βίωσε από πολύ μικρή ηλικία, ως ανέφερε ο συνήγορός του, «άσχημα παιδικά χρόνια, χωρίς πατρική φιγούρα και χωρίς αυστηρή οριοθέτηση, βιώματα τα οποία ασφαλώς επίδρασαν αρνητικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του». Κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά όταν ήταν 17 ετών, όμως απαλλάχτηκε από τα καθήκοντά του τρεις μήνες αργότερα, λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Σήμερα είναι πατέρας ενός τέκνου 5 ετών.
Εδώ και ένα χρόνο σχεδόν, βρισκόταν υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης για το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης, για το οποίο εν τέλει απαλλάχθηκε μετά από αναστολή της ποινικής δίωξης. Ο παράγοντας αυτός λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη και θα πρέπει να έχει μετριαστικό παράγοντα στην ποινή (Νταντινάκη v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 3/19, ημερ. 29.3.21). Κατά τη διάρκεια της κράτησής του επιδεικνύει καλή διαγωγή, ευγένεια και άψογη συνεργασία με το προσωπικό των φυλακών και τους συγκατηγορούμενούς του (Γενικός Εισαγγελέας v. Ελευθερίου, Ποινική Έφεση 263/23, ημερ. 20.5.26).
Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής, θα λάβουμε υπόψη μας τα πιο πάνω και ό,τι αφορά στις προσωπικές και άλλες συνθήκες του κατηγορούμενου 1, αφού, όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί, δεν πρέπει να δίδεται η εντύπωση κατά την επιβολή ποινής ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου, παρά το ότι μνημονεύονται, δεν λαμβάνονται υπόψη. Σε σοβαρές υποθέσεις όμως, οι προσωπικές περιστάσεις λαμβάνονται υπόψη, χωρίς να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής (Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 210/18, ημερ. 10.5.19), ECLI:CY:AD:2019:B178. Σε σχέση δε με τα δύσκολα παιδικά χρόνια ενός κατηγορούμενου, επαναλαμβάνουμε τα όσα λέχθηκαν στην Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 77: «η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία».
Όσον αφορά στις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου 1, είναι γνωστή η αρχή ότι ουδείς τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών, σύμφωνα με την νομολογία, έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17). Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγοντας περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Vedat v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787, Γεωργίου ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 565). Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, τα προηγούμενα αδικήματα που ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει, περιόρισαν τα περιθώρια επιείκειας με αποτέλεσμα το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει την έφεσή του. Για τη σημασία και τη βαρύτητα των προηγούμενων καταδίκων, και η οποία, επαναλαμβάνουμε, έχει να κάνει με την επιείκεια, παραπέμπουμε, επίσης, στην πολύ πρόσφατη Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/23, απόφαση ημερ. 28.1.2026.
Στην προκειμένη περίπτωση οι προηγούμενες καταδίκες αφορούν, ανάμεσα σε άλλα, αδικήματα εναντίον της περιουσίας. Η ύπαρξη τριών προηγούμενων καταδικών για ομοειδή αδικήματα με την παρούσα αποτελεί ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου 1 στην τήρηση των νόμων και δεικνύει την ροπή του στη διάπραξη συγκεκριμένης φύσης αδικημάτων.
Η σοβαρότητα του αδικήματος της κλοπής διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη ποινή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 262 του Ποινικού Κώδικα, είναι αυτή της τριετούς ποινής φυλάκισης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, το κίνητρο, τυχόν προσχεδιασμός, η αξία της περιουσίας και τυχόν αποζημίωση ή η επιστροφή της περιουσίας στον ιδιοκτήτη του.
Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης έχει τονιστεί κατ’ επανάληψη από την νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στα όσα σχετικά λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 108/21, ημερ. 15.2.22, ECLI:CY:AD:2022:B62:
«Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785:
“Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής:
“Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92.””
Στην υπόθεση xxx Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 308/2014, ημερ. 24/6/2016, ECLI:CY:AD:2016:B300, που αφορούσε, επίσης, σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:
“Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήριτη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824).»
Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 210/2018 ημερ. 10/5/2018, όπου αναφέρθηκε επίσης ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής”.»
Με κάθε σεβασμό, η θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπήρξε «ιδιαίτερος προσχεδιασμός» ή «στοχοποίηση του θύματος» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σύμφωνα με τα γεγονότα, ως αυτά εκτέθηκαν ενώπιόν μας, ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από άλλο πρόσωπο να εντοπίσει και να κλέψει ένα όχημα για λογαριασμό του. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 1 «ζητούσε από το άλλο πρόσωπο την κλοπή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και όχι άλλου». Και αφού διαπράχθηκε το αδίκημα, ο κατηγορούμενος 1 έδωσε στο άλλο πρόσωπο το ποσό των €300. Βεβαίως, δεν αγνοούμε ότι το όχημα επιστράφηκε στον ιδιοκτήτη του, όχι όμως τα προσωπικά αντικείμενα που ήταν εντός του οχήματος.
Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη μας ώστε να μετριασθεί το αίσθημα αδικίας του κατηγορούμενου 1 ότι ο συνεργός του δεν έχει διωχθεί ποινικά (Κυριάκου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 35/22, ημερ. 25.1.23), ECLI:CY:AD:2023:B24.
Προηγούμενες αποφάσεις του Εφετείου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο διότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαίτερες συνθήκες του παραβάτη (Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123 και Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1).
Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην πολύ πρόσφατη Λυσάνδρου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/25 κ.ά., ημερ. 28.1.26, όπου ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία, ανάμεσα σε άλλα, για την κλοπή ενός οχήματος. Βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες. Για σκοπούς ποινής λήφθηκαν υπόψη άλλες έξι υποθέσεις για διαφορετικής φύσης αδικήματα. Η ποινή των 18 μηνών, η οποία του επιβλήθηκε πρωτοδίκως, επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 98). Η παραδοχή του κατηγορούμενου 1, η μεταμέλειά του, οι προσωπικές του περιστάσεις, καθώς και όλα τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιόν μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης.
Όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κι άλλη υπόθεση, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που θα επέβαλλε αν δεν τη λάμβανε υπόψη (Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 11/21, ημερ. 4.11.22). Παρόλο που σε τέτοια περίπτωση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη αυστηρότητα λόγω της ενδεικτικής συμπεριφοράς του έναντι στο νόμο, η ποινή που θα επιβληθεί δεν πρέπει να διαφοροποιείται δραματικά (Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 138/20, ημερ. 27.4.21), ECLI:CY:AD:2021:B176.
Κρίνουμε, υπό τις περιστάσεις, ως αρμόζουσα την ποινή φυλάκισης των 18 μηνών, την οποία και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο 1 στην 16η κατηγορία, η οποία μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 19.10.25.
Λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση 9966/26, Ε.Δ. Λεμεσού.
Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην ασφαλή φύλαξη της αστυνομίας μέχρι την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας.
(Υπ.) ……..….………………….
Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..….………………….
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) ……..….………………….
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο