ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 11921 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Δ. Σ.
___________________
Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή
Α. Μιχαήλ, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία, για παράνομη κατοχή περιουσίας, που φέρεται να διαπράχτηκε την 8.9.2025. Η υπόθεση είχε καταχωριστεί, με άμεση καταχώριση την 9.9.2025, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο, για να απαντήσει στην κατηγορία, αφού τακτοποιηθεί και η εκπροσώπησή του με νομική αρωγή. Η υπόθεση ορίστηκε για Απάντηση την 25.9.2025 και ο Κατηγορούμενος απολύθηκε, υπό τον όρο υπογραφής προσωπικής εγγύησης. Επίσης, τέθηκε ως όρος να εμφανίζεται μία φορά την εβδομάδα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, κάθε Δευτέρα, μεταξύ των ωρών 18:00-21:00. Έκτοτε, η υπόθεση είχε την πορεία που ακολουθεί:
Την 25.9.2025, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και ζήτησε περαιτέρω χρόνο για να απαντήσει στην κατηγορία, μετά τον διορισμό του δικηγόρου του, με νομική αρωγή. Η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 21.11.2025, και ο Κατηγορούμενος δεσμεύτηκε με την ίδια εγγύηση και τους ίδιους όρους να είναι παρών. Την 21.11.2025, ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να εμφανιστεί. Την 11:05, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του (αρ.2340/2025), και η υπόθεση παρέμεινε για έλεγχο εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης και για Απάντηση, σε περίπτωση που εκτελείτο, την 19.1.2026. Την 14.1.2026, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατόπιν εκτέλεσης του προαναφερόμενου εντάλματος σύλληψης. Ενόψει της μη ύπαρξης εκτενών απουσιών, το Δικαστήριο του έδωσε την ευκαιρία, να συνεχίσει να δεσμεύεται με την ίδια εγγύηση και τους ίδιους όρους. Η ημερομηνία 19.1.2026 ακυρώθηκε και η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 6.2.2026, ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος δεσμεύτηκε να εμφανιστεί με την ίδια εγγύηση και τους ίδιους όρους. Την 6.2.2026, ο Κατηγορούμενος ήταν παρών, η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 6.3.2026, ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος δεσμεύτηκε να εμφανιστεί με την ίδια εγγύηση και τους ίδιους όρους. Την 6.3.2026, ο Κατηγορούμενος ήταν απών. Την 09:45 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του (αρ. 473/2026), η υπόθεση παρέμεινε για έλεγχο εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης και, σε περίπτωση εκτέλεσής του, για Απάντηση, την 22.4.2026. Την 13.3.2026, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατόπιν εκτέλεσης του προαναφερόμενου εντάλματος σύλληψης, και απάντησε «μη παραδοχή». Η ημερομηνία 22.4.2026 ακυρώθηκε, η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση την 21.9.2026 ώρα 11:00, δόθηκαν οδηγίες να κλητευθεί ο Μ3 επί του κατηγορητηρίου, και ο Κατηγορούμενος δεσμεύτηκε να εμφανιστεί με την ίδια εγγύηση και τους ίδιους όρους. Πλην όμως, την 21.9.2026, ο Κατηγορούμενος ήταν απών. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου (αρ. 1595/2026), και η υπόθεση παρέμεινε για έλεγχο εκτέλεσής του και για ακρόαση χωρίς μάρτυρες, ούτε ώστε να επαναπρογραμματιστεί, την 23.10.2026 ώρα 09:00. Την 16.10.2026, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατόπιν εκτέλεσης του προαναφερόμενου εντάλματος σύλληψης. Την ίδια ημέρα, αναφέρθηκε στο Δικαστήριο πως ο Κατηγορούμενος παρέλειπε να εμφανίζεται στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, από την 3.8.2026 μέχρι και σήμερα.
Δεν δόθηκε επαρκής εξήγηση στο Δικαστήριο είτε για την περαιτέρω απουσία του Κατηγορούμενου από το Δικαστήριο είτε για την παρατεταμένη παράλειψή του να τηρεί τον όρο που τέθηκε. Συνακόλουθα, η κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτησή του, μέχρι τη 23.10.2026, που είναι ορισμένη η υπόθεση, ενόψει του κινδύνου φυγοδικίας. Αναφέρθηκε στη σοβαρότητα της κατηγορίας, στη μαρτυρία επί της οποίας βασίζεται η υπόθεση, που είναι η μαρτυρία που αναφέρεται στον τρόπο εντοπισμού του Κατηγορούμενου με την κατοχή των αντικειμένων που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, καθώς και στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, ο οποίος αρχικά αναφέρθηκε ως άστεγος, και ο οποίος δεν μπορεί να εντοπιστεί με ευκολία, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει απρόσκοπτα η ακροαματική διαδικασία. Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.
Η προσωπική ελευθερία, κατοχυρωμένη από το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, αποτελεί την αφετηρία κάθε δικαστικής κρίσης επί αιτήματος κράτησης Κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη. Η κράτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνον εφόσον συγκεκριμένοι και επαρκώς τεκμηριωμένοι λόγοι καθιστούν αναγκαία τη στέρηση της ελευθερίας. Η σχετική διακριτική ευχέρεια ασκείται εξατομικευμένα, με συνεκτίμηση του τεκμηρίου της αθωότητας, της αναλογικότητας και της δυνατότητας αποτελεσματικής αντιμετώπισης των προβαλλόμενων κινδύνων με ηπιότερα μέτρα (A.A.S. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 193/2022, 14.9.2022· Γενικός Εισαγγελέας ν. Corneci, ΠΕ 6/2026, 19.1.2026· Buzadji v. Republic of Moldova [GC], αρ. 23755/07, 5.7.2016, §§ 87–91, 102· Merabishvili v. Georgia [GC], αρ. 72508/13, 28.11.2017, § 222). Ειδικότερα, ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται με αναφορά στη σοβαρότητα των κατηγοριών, στην πιθανότητα καταδίκης, όπως αυτή διαφαίνεται από την κατ' όψη εξέταση του μαρτυρικού υλικού, και στην ποινή που ενδέχεται να επιβληθεί, σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Η διάρκεια και η σταθερότητα της διαμονής, οι οικογενειακοί, επαγγελματικοί και κοινωνικοί δεσμοί, οι οικονομικές συνθήκες, οι ενδεχόμενες διασυνδέσεις με το εξωτερικό και η προηγούμενη συμπεριφορά έναντι των δικαστικών υποχρεώσεων αποτελούν συναφείς παραμέτρους. Η σοβαρότητα των κατηγοριών δεν αρκεί για τη δικαιολόγηση κράτησης, όπως και η ύπαρξη δεσμών με τη Δημοκρατία δεν αποκλείει τον κίνδυνο. Αποφασιστική παραμένει η συνολική αξιολόγηση των συγκεκριμένων περιστάσεων και η δυνατότητα διασφάλισης της εμφάνισης με κατάλληλους όρους (Γενικός Εισαγγελέας ν. Corneci, ανωτέρω· Sanchez i Picanyol and Others v. Spain, 2025, § 280· Merabishvili, ανωτέρω, § 223). Η προηγούμενη δικονομική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου μπορεί να προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, όταν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία μη εμφάνισης ή μη συμμόρφωσης προς όρους που είχαν επιβληθεί για τη διασφάλιση της παρουσίας του. Η σημασία τους εξαρτάται από τη συχνότητα και τις συνθήκες των απουσιών, τις εξηγήσεις που έχουν δοθεί και τη συμπεριφορά που ακολούθησε. Ακόμη και όταν διαφαίνεται κίνδυνος φυγοδικίας, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει κατά πόσον αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με όρους εγγύησης ή με άλλες νόμιμες εξασφαλίσεις (Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48· Idalov v. Russia [GC], αρ. 5826/03, 22.5.2012, § 140).
Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά παράνομη κατοχή περιουσίας, πλημμέλημα, για το οποίο προβλέπεται και ποινή φυλάκισης. Διαφαίνεται πιθανότητα καταδίκης, στον απαιτούμενο για την παρούσα διαδικασία βαθμό. Υπάρχει μαρτυρία για τον τρόπο εντοπισμού του Κατηγορουμένου στην κατοχή των αντικειμένων που περιγράφονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας και για τις περιστάσεις που δημιούργησαν υπόνοια ότι επρόκειτο για κλοπιμαία περιουσία. Η διαπίστωση αυτή περιορίζεται σε προκαταρκτική αξιολόγηση, χωρίς κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή της τελικής στοιχειοθέτησης του αδικήματος. Η προοπτική επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής συνεκτιμάται με τη βαρύτητα που δικαιολογούν η φύση του αδικήματος και το προβλεπόμενο πλαίσιο τιμώρησής του. Ως προς τις προσωπικές του περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης, ηλικίας 50 ετών, χωρίς γνωστές διασυνδέσεις με άλλες χώρες. Αντιμετωπίζει και άλλες ποινικές υποθέσεις, μεταξύ των οποίων την αρ. 2499/2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, για δύο αδικήματα διάρρηξης κτηρίου και κλοπής, που φέρονται να διαπράχθηκαν τον Οκτώβριο του 2024. Η ύπαρξη των εκκρεμοτήτων αυτών δεν συνεπάγεται παραδοχή ενοχής, αλλά αποτελεί μέρος των δεδομένων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του προβαλλόμενου κινδύνου.
Η εμφάνιση ενός Κατηγορουμένου στο Δικαστήριο δεν συνιστά μόνο δικαίωμά του, αλλά και υποχρέωσή του. Η υποχρέωση αυτή, όταν καλείται νομίμως να παρουσιαστεί, είναι συνυφασμένη με την εύρυθμη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιτελέσει τη δικαιοδοτική του λειτουργία. Δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπική προθυμία ή την ευχέρεια του Κατηγορουμένου να ανταποκριθεί, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι παραγνωρίζονται αντικειμενικά κωλύματα ή πραγματικές δυσχέρειες που ενδέχεται να δικαιολογούν την απουσία του. Όταν ο Κατηγορούμενος παραλείπει να εμφανιστεί, οφείλει, εφόσον του είναι αντικειμενικά εφικτό, να γνωστοποιεί εγκαίρως το κώλυμά του και, σε κάθε περίπτωση, να παρέχει, με την πρώτη πρόσφορη ευκαιρία, συγκεκριμένη και επαρκή εξήγηση για την απουσία του. Η εξήγηση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από όσα στοιχεία είναι ευλόγως διαθέσιμα και πρόσφορα για την επιβεβαίωσή της, ανάλογα με τη φύση του επικαλούμενου κωλύματος και τη σοβαρότητα της υποχρέωσης που δεν εκπληρώθηκε. Η απλή επίκληση προσωπικών ή πρακτικών δυσχερειών, χωρίς επαρκή εξειδίκευση, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί, κατά πόσον αυτές εμπόδιζαν πράγματι την προσέλευση, δεν αρκεί πάντοτε, για τη δικαιολόγηση της απουσίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι κάθε ανεπαρκώς δικαιολογημένη απουσία υποδηλώνει πρόθεση φυγοδικίας. Η σημασία της εκτιμάται με αναφορά στις συγκεκριμένες περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της πραγματικής δυνατότητας του Κατηγορουμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, χωρίς να μετατίθεται σε αυτόν το βάρος θεμελίωσης της αναγκαιότητας της κράτησής του.
Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος απουσίασε από τρεις δικασίμους, στις 21.11.2025, 6.3.2026 και 21.9.2026, παρά την προηγούμενη δέσμευσή του με προσωπική εγγύηση. Δεν δόθηκε επαρκής λόγος για οποιαδήποτε από αυτές τις απουσίες του. Σε κάθε περίπτωση, απαιτήθηκε η έκδοση εντάλματος σύλληψης για την εξασφάλιση της παρουσίας του. Η επανεμφάνισή του στο Δικαστήριο δεν υπήρξε αποτέλεσμα οικειοθελούς προσέλευσης, αλλά εκτέλεσης των αντίστοιχων ενταλμάτων, στις 14.1.2026, 13.3.2026 και 16.10.2026. Η πρώτη απουσία δεν οδήγησε σε αυστηροποίηση των όρων ή σε κράτηση. Το Δικαστήριο, αφού συνεκτίμησε τις τότε περιστάσεις, επέτρεψε στον Κατηγορούμενο να συνεχίσει να τελεί υπό την ίδια προσωπική εγγύηση και τους ίδιους περιορισμούς. Παρά την ευκαιρία αυτή, ακολούθησαν δύο ακόμη απουσίες, η τελευταία, μάλιστα, κατά την ημερομηνία που η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η προώθησή της και να απαιτηθεί επαναπρογραμματισμός. Επιπλέον, αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος είχε παύσει να συμμορφώνεται και με τον όρο εβδομαδιαίας παρουσίας στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, από τις 3.8.2026 μέχρι τις 16.10.2026. Η παράμετρος αυτή συνεκτιμάται με την προηγούμενη δικονομική συμπεριφορά του, χωρίς να απαιτείται να αποδοθεί σε κάθε επιμέρους παράλειψη αυτοτελής πρόθεση φυγοδικίας. Δεν πρόκειται για μία μεμονωμένη απουσία ή για περιστασιακή δυσχέρεια συμμόρφωσης. Η διαδοχή των γεγονότων αποτυπώνει επανειλημμένη αδυναμία διασφάλισης της παρουσίας του Κατηγορουμένου με τα ήδη εφαρμοσθέντα μέτρα. Ως προς τις γνωστές προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, η απουσία διασυνδέσεων με το εξωτερικό αποτελεί στοιχείο που περιορίζει την προοπτική διαφυγής σε άλλη χώρα. Δεν εξουδετερώνει, όμως, τον κίνδυνο αποφυγής της δικαστικής διαδικασίας εντός της Δημοκρατίας, ο οποίος έχει ήδη εκδηλωθεί με την επανειλημμένη παράλειψη εμφάνισης. Επιπλέον, η αρχική αναφορά σε έλλειψη σταθερής στέγης παρουσιάζει σημασία στον βαθμό που δεν έχει καταδειχτεί συγκεκριμένο και ελέγξιμο πλαίσιο διαμονής, ικανό να διευκολύνει τον εντοπισμό και την παρουσία του. Η στεγαστική επισφάλεια δεν αποτελεί λόγο κράτησης, ούτε μπορεί να αποδίδεται στον Κατηγορούμενο δυσμενής μεταχείριση εξαιτίας της οικονομικής ή κοινωνικής του κατάστασης. Συναξιολογείται μόνον ως προς την πραγματική δυνατότητα εφαρμογής αποτελεσματικών εναλλακτικών μέτρων. Δεν παραγνωρίζεται, περαιτέρω, ότι η επίδικη κατηγορία αφορά πλημμέλημα παράνομης κατοχής περιουσίας, για το οποίο το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι έξι μήνες. Η περιορισμένη αυτή ποινική απαξία, συγκρινόμενη με σοβαρότερα αδικήματα, μειώνει αντιστοίχως τη βαρύτητα του κινήτρου αποφυγής της δίκης λόγω της ενδεχόμενης ποινής. Αποτελεί, επομένως, σημαντικό παράγοντα κατά την εξέταση της αναλογικότητας της κράτησης. Ωστόσο, το συγκεκριμένο αίτημα δεν στηρίζεται στο κίνητρο που θα μπορούσε να δημιουργεί η προοπτική ποινής. Στηρίζεται στην ήδη καταγεγραμμένη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου κατά την εξέλιξη της διαδικασίας. Η πιθανότητα νέας απουσίας δεν συνάγεται υποθετικά από τη σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά από τις επανειλημμένες προηγούμενες απουσίες και την αποτυχία των όρων που είχαν επιβληθεί για τον ίδιον ακριβώς σκοπό.
Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η παρουσία του θα μπορούσε να διασφαλιστεί με αυστηρότερους ή διαφορετικούς όρους. Η προσωπική εγγύηση, σε συνδυασμό με την υποχρέωση εβδομαδιαίας παρουσίας στην Αστυνομία, δεν απέτρεψε τις επανειλημμένες απουσίες. Η αύξηση του ποσού της εγγύησης ή η συχνότερη παρουσία σε Αστυνομικό Σταθμό θα αποτελούσαν ενδεχόμενες εναλλακτικές λύσεις. Η αποτελεσματικότητά τους, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, όταν η προηγούμενη συμπεριφορά καταδεικνύει ότι ακόμη και οι ηπιότερες υποχρεώσεις δεν τηρήθηκαν. Συνεκτιμάται ότι η επιβολή αυστηρότερων όρων δεν αποκλείεται να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε διαφορετικές περιστάσεις, ιδίως εφόσον συνοδεύεται από νέα και αξιόπιστη εξασφάλιση. Στα συγκεκριμένα δεδομένα, ωστόσο, δεν αναδεικνύεται τέτοια διαφοροποίηση που να επιτρέπει εύλογη προσδοκία ότι η εκ νέου απόλυση του Κατηγορουμένου θα διασφάλιζε την εμφάνισή του. Η επανάληψη ή απλή αυστηροποίηση όρων, των οποίων ο ουσιώδης σκοπός έχει ήδη επανειλημμένα ματαιωθεί, δεν εμφανίζεται επαρκής. Η κράτηση δεν επιβάλλεται ως κύρωση για τις προηγούμενες απουσίες ούτε ως μέσο εξαναγκασμού του Κατηγορουμένου να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Αποβλέπει αποκλειστικά στη διασφάλιση της παρουσίας του στην εκκρεμή ποινική διαδικασία, σκοπός ο οποίος, με βάση το συγκεκριμένο ιστορικό, δεν φαίνεται να μπορεί πλέον να εξυπηρετηθεί αποτελεσματικά με τους διαθέσιμους εναλλακτικούς όρους.
Η κράτηση ζητείται μέχρι τις 23.10.2026. Η ημερομηνία αυτή έχει οριστεί για επαναπρογραμματισμό της ακρόασης, η οποία δεν κατέστη δυνατό να προχωρήσει κατά την προηγούμενη δικάσιμο, λόγω της απουσίας του. Η έκταση της μαρτυρίας είναι μικρή. Το περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν καθιστά συνεκτιμάται με την επανειλημμένη αποτυχία των προηγούμενων εξασφαλίσεων και τη συγκεκριμένη ανάγκη παρουσίας του Κατηγορουμένου για την περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας.
Υπό το σύνολο των περιστάσεων, κρίνεται ότι υφίσταται πραγματικός και συγκεκριμένος κίνδυνος μη εμφάνισης του Κατηγορουμένου στη δικαστική διαδικασία, που δεν είναι εφικτό να ρυθμιστεί επαρκώς με νέα απόλυση υπό όρους, καθιστώντας την κράτηση αναγκαία. Η σχετικά ήπια φύση της επίδικης κατηγορίας επιβάλλει προσοχή, σε οποιαδήποτε ενδεχόμενη παράταση της κράτησης, η αναγκαιότητα της οποίας θα πρέπει να αξιολογηθεί εκ νέου, με βάση τα τότε δεδομένα. Το αίτημα κράτησης εγκρίνεται στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Εκδίδεται διάταγμα κράτησης του Κατηγορουμένου μέχρι τις 23.10.2026 και διάταγμα προσαγωγής του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία αυτή, για την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο