ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Χ. Δ., Υπόθεση αρ. 15871/2026, 19/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Χ. Δ., Υπόθεση αρ. 15871/2026, 19/10/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ.     15871   / 2026

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

Χ. Δ.

 

___________________

 

 

Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Κλεοβούλου, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 11 κατηγορίες, για αδικήματα που περιλαμβάνουν γραπτές απειλές για φόνο και αδικήματα σχετικά με βία προς την παραπονούμενη, πρώην συμβία του. Πρόκειται για αδικήματα που φέρονται να διαπράχτηκαν σε εύρος χρόνου, από τον Ιούλιο του 2026 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2026. Η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση την 16.11.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.

 

Η πλευρά της κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α), εκκρεμείς υποθέσεις (Τεκμήρια Β και Γ) και το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο Δ).

 

Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.

 

Νομικές πτυχές

 

Η προσωπική ελευθερία, κατοχυρωμένη από το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, αποτελεί την αφετηρία κάθε δικαστικής κρίσης επί αιτήματος κράτησης Κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη. Η κράτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνον εφόσον συγκεκριμένοι και επαρκώς τεκμηριωμένοι λόγοι καθιστούν αναγκαίο τον περιορισμό της ελευθερίας. Το Δικαστήριο καλείται να σταθμίσει τους προβαλλόμενους κινδύνους υπό το πρίσμα του τεκμηρίου αθωότητας, της αναλογικότητας και της δυνατότητας αποτελεσματικής αντιμετώπισής τους με ηπιότερα μέτρα. Η σχετική διακριτική ευχέρεια ασκείται εξατομικευμένα, στη βάση των ενώπιόν του στοιχείων, χωρίς γενικεύσεις ή παραδοχές που ανάγουν τη σοβαρότητα των κατηγοριών σε αυτοτελή λόγο κράτησης (A.A.S. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 193/2022, 14.9.2022· Γενικός Εισαγγελέας ν. Corneci, ΠΕ 6/2026, 19.1.2026· Buzadji v. Republic of Moldova [GC], αρ. 23755/07, 5.7.2016, §§ 87–91, 102· Merabishvili v. Georgia [GC], αρ. 72508/13, 28.11.2017, § 222).

 

Ο κίνδυνος φυγοδικίας αποτελεί αναγνωρισμένο λόγο κράτησης και εκτιμάται μέσα από τη συνδυαστική αξιολόγηση της σοβαρότητας των αποδιδόμενων αδικημάτων, της πιθανότητας καταδίκης, όπως αυτή διαφαίνεται από την κατ' όψη εξέταση του μαρτυρικού υλικού, και της ποινής που ενδέχεται να επιβληθεί. Η εξέταση αυτή δεν εκτείνεται στην αξιοπιστία των μαρτύρων ούτε προδικάζει την ουσία της υπόθεσης. Η σοβαρότητα των κατηγοριών και η προοπτική αυστηρής ποινής ενδέχεται να ενισχύουν το κίνητρο αποφυγής της δίκης, χωρίς να αρκούν, άνευ ετέρου, για τη δικαιολόγηση της κράτησης. Απαιτείται συνεκτίμηση των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου, της διάρκειας και σταθερότητας της διαμονής του, των οικογενειακών, επαγγελματικών και κοινωνικών δεσμών του, των οικονομικών του συνθηκών, των διασυνδέσεών του με το εξωτερικό και κάθε άλλου δεδομένου που επηρεάζει ουσιωδώς την πιθανότητα εμφάνισής του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ύπαρξη δεσμών με τη Δημοκρατία δεν αποκλείει τον κίνδυνο, όπως και η απουσία τους δεν τον καθιστά δεδομένο. Αποφασιστική παραμένει η πραγματική επίδραση των περιστάσεων αυτών στην προοπτική φυγοδικίας και η δυνατότητα διασφάλισης της παρουσίας με κατάλληλους όρους (Γενικός Εισαγγελέας ν. Corneci, ανωτέρω· Sanchez i Picanyol and Others v. Spain, 2025, § 280· Merabishvili, ανωτέρω, § 223).

 

Ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων συνιστά, επίσης, αυτοτελή λόγο κράτησης. Η εκτίμησή του έχει αναγκαστικά προγνωστικό χαρακτήρα και δεν προϋποθέτει βεβαιότητα για μελλοντικές πράξεις. Απαιτείται, ωστόσο, το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων να δημιουργεί ισχυρή εντύπωση ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Στην αξιολόγηση, υπεισέρχονται το ποινικό μητρώο, η ύπαρξη εκκρεμών ή υπό καταχώριση υποθέσεων, η φύση, η συχνότητα και η χρονική εγγύτητα της αποδιδόμενης συμπεριφοράς, ο τρόπος της φερόμενης τέλεσης και οι ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δύναται να προσλάβει η φερόμενη επανάληψη αδικημάτων, ενόσω ο Κατηγορούμενος τελούσε ήδη υπό περιοριστικούς όρους. Δεν υφίσταται, πάντως, προκαθορισμένος αριθμός προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων που να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της σχετικής πιθανολόγησης. Ούτε η απουσία προηγούμενων καταδικών αποκλείει τη διαπίστωση κινδύνου. Κρίσιμη είναι η ουσιαστική σημασία των στοιχείων, η μεταξύ τους συνάφεια και η δυνατότητά τους να στηρίξουν συμπέρασμα για μελλοντική συμπεριφορά, χωρίς να αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ενοχή για πράξεις που δεν έχουν δικαστικώς αποδειχτεί (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.5.2025· Ignatova ν. Αστυνομίας, ΠΕ 268/2025, 14.10.2025· Ντεμλόζ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 173/2026, 15.7.2026· Clooth v. Belgium, αρ. 12718/87, 12.12.1991, § 40).

 

Η πιθανολόγηση αυτή δεν εξαντλείται στη διαπίστωση προηγούμενης παραβατικότητας. Οφείλει να συνδέεται με υπαρκτές, κατά τον χρόνο της απόφασης, συνθήκες που προσδίδουν στον κίνδυνο συγκεκριμένο περιεχόμενο. Παλαιότερες καταδίκες, εκκρεμείς κατηγορίες ή μεμονωμένα περιστατικά αξιολογούνται με αναφορά στη φύση τους, στη χρονική τους απόσταση και στα υπόλοιπα διαθέσιμα δεδομένα. Η αποτίμησή τους υπηρετεί αποκλειστικά τον προληπτικό σκοπό της διαδικασίας και δεν αποτελεί κρίση επί της ποινικής ευθύνης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025· Dhiab ν. Αστυνομίας, ΠΕ 252/2025, 16.10.2025· Dereci v. Turkey, αρ. 77845/01, 24.5.2005, § 38).

 

Στις υποθέσεις βίας στην οικογένεια, ή και ευρύτερα, σε κοινή εγκηματικότητα που φέρεται να απορρέει από την έντονη διασάλευση διαπροσωπικών σχέσεων, η εκτίμηση του κινδύνου απαιτεί προσεκτική εξέταση της συγκεκριμένης διαπροσωπικής σχέσης και των συνθηκών μέσα στις οποίες φέρεται να εκδηλώθηκε η συμπεριφορά. Η επαναληπτικότητα ή η κλιμάκωση των περιστατικών, η ύπαρξη απειλών, εκφοβισμού ή συμπεριφορών ελέγχου, η προηγούμενη αντίδραση σε αστυνομικές ή δικαστικές παρεμβάσεις, η πρόσβαση στο παραπονούμενο πρόσωπο και η αποτελεσματικότητα τυχόν διαταγμάτων προστασίας αποτελούν πρόσφορα στοιχεία αξιολόγησης. Η φερόμενη παραβίαση υφιστάμενου διατάγματος ενδέχεται να αποκτά ιδιαίτερη σημασία, χωρίς να οδηγεί ευθέως σε συμπέρασμα περί αναγκαιότητας της κράτησης. Αντίστοιχα, η προηγούμενη συμμόρφωση, η μεταβολή των συνθηκών μετά την καταγγελία ή η δυνατότητα αποτελεσματικού αποκλεισμού της επικοινωνίας και προσέγγισης του παραπονούμενου προσώπου ενδέχεται να επηρεάζουν ουσιωδώς τη σχετική κρίση (Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024· Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 47/2024, 11.3.2024· Φ.Φ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 171/2024, 2.8.2024).

 

Η καταγγελία, ως νέα συνθήκη στη σχέση των εμπλεκομένων, δύναται να επηρεάζει την προοπτική επανάληψης της συμπεριφοράς, χωρίς να επιτρέπει εκ προοιμίου συμπέρασμα είτε περί εξάλειψης είτε περί επιδείνωσης του κινδύνου. Ομοίως, η μεταγενέστερη διαφοροποίηση της στάσης του παραπονούμενου προσώπου ή η απόσυρση παραπόνου δεν καθορίζει από μόνη της την εκτίμηση της επικινδυνότητας. Το Δικαστήριο οφείλει να διαμορφώνει αυτοτελή κρίση, από το σύνολο των περιστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις προστασίας των προσώπων που ενδέχεται να εκτίθενται σε περαιτέρω βία (Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/2021, 1.9.2021· Ντεμλόζ, ανωτέρω· Kurt v. Austria [GC], αρ. 62903/15, 15.6.2021, §§ 164–169). Η υποχρέωση προστασίας των ενδεχόμενων θυμάτων δεν αναιρεί, πάντως, την αυτοτελή υποχρέωση αιτιολόγησης της κράτησης.

 

Η διαπίστωση κινδύνου δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, την αναγκαιότητα της κράτησης. Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον οι σκοποί της διαδικασίας και, όπου ανακύπτει σχετικό ζήτημα, η προστασία συγκεκριμένων προσώπων μπορούν να εξυπηρετηθούν αποτελεσματικά με όρους εγγύησης, περιορισμούς επικοινωνίας ή προσέγγισης, διατάγματα αποκλεισμού ή άλλα πρόσφορα και νόμιμα μέτρα. Η αξιολόγηση της επάρκειάς τους συνδέεται με τη φύση και την ένταση του διαπιστωμένου κινδύνου, την προηγούμενη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τη δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής τους. Εάν τα διαθέσιμα μέτρα δεν επαρκούν, η κράτηση δύναται να δικαιολογείται, εφόσον αιτιολογείται ειδικά η αναγκαιότητά της. Η δε διάρκεια του περιορισμού παραμένει ουσιώδης παράμετρος, καθώς κάθε περίοδος κράτησης απαιτεί επαρκή δικαιολόγηση και ιδιαίτερη επιμέλεια ως προς την πρόοδο της διαδικασίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Νέστορος, ΠΕ 15/2026, 4.2.2026· Idalov v. Russia [GC], αρ. 5826/03, 22.5.2012, § 140· Merabishvili, ανωτέρω, § 234).

 

Η τελική κρίση ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο σταθμίζει αυτοτελώς τους προβαλλόμενους λόγους κράτησης, τους παράγοντες που τους ενισχύουν ή τους αποδυναμώνουν και την επάρκεια εναλλακτικών μέτρων. Η αναγκαιότητα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να προκύπτει από τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης και να αποτυπώνεται με αιτιολογία ανάλογη προς τη βαρύτητα του μέτρου.

 

Εξέταση

 

Κίνδυνος φυγοδικίας

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες, για αδικήματα για τα οποία, σε περίπτωση καταδίκης, υφίσταται πραγματική προοπτική επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Η φύση των αποδιδόμενων πράξεων και οι προβλεπόμενες ποινές αποτελούν ουσιώδεις παραμέτρους για την εκτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας, χωρίς να αρκούν για τη δικαιολόγηση κράτησης.

 

Μέσα από το Τεκμήριο Α, προκύπτουν τα εξής: Η παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος συμβίωναν για περίπου 11 χρόνια. Από τη συμβίωσή τους, απέκτησαν και ένα παιδί. Η παραπονούμενη έχει ακόμα δύο μεγαλύτερα παιδιά. Διαμένει με τη γιαγιά της και με τα παιδιά της. Πριν από περίπου μία εβδομάδα, από τον χρόνο κατά τον οποίο προέβη στην καταγγελία της, την 27.9.2026, δηλαδή περί την 20.9.2026, χώρισαν με τον Κατηγορούμενο και σταμάτησαν να διαμένουν μαζί. Εκείνος μένει, όμως, στη διπλανή πολυκατοικία, μόνος του. Όπως η παραπονούμενη κατήγγειλε την 27.9.2026, ο Κατηγορούμενος, εδώ και πολλά χρόνια, της ασκούσε σωματική βία, ενώ η ίδια φοβόταν να τον καταγγείλει. Αποφάσισε, όμως, να το πράξει, καθότι δεν άντεχε άλλο. Από τότε, ο Κατηγορούμενος άρχισε να της στέλνει διάφορα γραπτά μηνύματα, τηλεφωνικώς ή και μέσω του Messenger, αναφέροντάς της ότι δεν αποδέχεται την απόφασή της να χωρίσουν και ότι θα πάθει χειρότερα από αυτά που έπαθε εκείνος. Την 27.9.2026, ενώ η παραπονούμενη ήταν έξω, με φιλικά της πρόσωπα, γιατί ήταν τα γενέθλια της, γύρω στις 03:16, ο Κατηγορούμενος άρχισε να της τηλεφωνεί μέσω του Messenger. Εκείνη ήταν σε club και δεν τον άκουγε. Την 03:17, της έστειλε μήνυμα, λέγοντάς της «poutana tha pethanis poutana exi ora pou efies polio». Ακολούθως, ώρα 03:18, της έστειλε άλλο μήνυμα, γράφοντάς της «opou se kopso penis telos». Την 04:00, επέστρεψε στο σπίτι και βρήκε τον Κατηγορούμενο να κάθεται στην κουζίνα. Τον ρώτησε, τι κάνει στο σπίτι της, ζητώντας του να φύγει. Εκείνος, σηκώθηκε, πήγε προς το μέρος της, και άρχισε να την σπρώχνει με τα χέρια της. Του είπε να σταματήσει. Ωστόσο, συνέχισε, πήγε μέσα στο πρόσωπό της, εκτός εαυτού, και την απείλησε, λέγοντάς της «έννα σε σκοτώσω». Την άρπαξε από τα μαλλιά, εκείνη πανικοβλήθηκε, άρχισε να φωνάζει στον γιο της, να πάρει τηλέφωνο την Αστυνομία. Της έδωσε τέσσερις γροθιές πίσω στο κεφάλι, ζαλίστηκε, έχασε την ισορροπία της και έπεσε στον καναπέ. Συνήλθε λίγο, πήρε ένα κηροπήγιο και του το πέταξε, πετυχαίνοντάς τον στην πλάτη. Ακολούθως, βγήκε έξω να ξεφύγει, ταυτόχρονα, μιλώντας με την Αστυνομία. Κρύφτηκε πίσω από ένα αυτοκίνητο, στη γειτονιά. Με τη συνοδεία της Αστυνομίας, μετέβη στον Σταθμό, έλαβε οδηγίες να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Ανέφερε πως είχε προηγηθεί και άλλο επεισόδιο την 16.7.2026, όπου, μετά από έντονη συζήτηση, την εξύβρισε, αποκαλώντας την «πουτάνα» και λέγοντάς της «εν τζιαι γλιτώνεις έννα σε σκοτώσω». Όταν εκείνη αντέδρασε, την έσπρωξε, τραυματίστηκε κάτω από το αριστερό μάτι, και άρχισε να αιμορραγεί, δέχτηκε τέσσερις ραφές στο πρόσωπο από εκείνη την ημέρα, τραύμα επί του οποίου κράτησε και φωτογραφίες. Παρουσίασε στην Αστυνομία τα μηνύματα και τις φωτογραφίες. Η παραπονούμενη επισκέφτηκε το ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού την 27.9.2026, όπου έτυχε ιατρικής εξέτασης. Διαγνώστηκε με άλγος αυχένα, εκχυμώσεις και μώλωπα αριστερής πηχαιοκαρπικής ραχιαίας επιφάνειας και απολύθηκε, με οδηγίες. Εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, δυνάμει του οποίου συνελήφθη την 14.10.2026. Κατά το ανακριτικό στάδιο, τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αστ.1260, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, η παραπονούμενη ήταν φοβερά αναστατωμένη και είχε εμφανή σημάδια ξυλοδαρμού και στο χέρι της κρατούσε τούφα από τεχνητά μαλλιά.

 

Από την κατ' όψη εξέταση του μαρτυρικού υλικού, διαφαίνεται πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου, στον απαιτούμενο για την παρούσα διαδικασία βαθμό. Η κατάθεση της παραπονούμενης περιλαμβάνει συγκεκριμένη περιγραφή δύο περιστατικών, στις 16.7.2026 και 27.9.2026, με αναφορά στις συνθήκες εκδήλωσής τους, στις πράξεις που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο και στις συνέπειες που η ίδια αναφέρει ότι υπέστη. Το περιεχόμενό της δεν περιορίζεται σε γενικές αιτιάσεις περί κακοποιητικής συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης συμβίωσής τους, αλλά περιλαμβάνει προσδιορισμένες πράξεις σωματικής βίας και απειλές κατά της ζωής της, ορισμένες από τις οποίες φέρονται να αποτυπώνονται και σε γραπτά μηνύματα. Ως προς το περιστατικό της 27.9.2026, η παραπονούμενη αναφέρεται σε δύο διαδοχικά απειλητικά μηνύματα, τα οποία φέρεται να έλαβε μέσω Messenger, λίγο πριν επιστρέψει στην κατοικία της, όπου, κατά τους ισχυρισμούς της, βρήκε τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως, περιγράφει νέα απειλή κατά της ζωής της, σπρωξίματα, τράβηγμα των μαλλιών και επανειλημμένα κτυπήματα στο πίσω μέρος της κεφαλής της, εξαιτίας των οποίων ζαλίστηκε και έχασε την ισορροπία της. Η αναφορά της ότι, αφού δέχτηκε την επίθεση, πέταξε προς τον Κατηγορούμενο ένα κηροπήγιο αποτελεί μέρος της ίδιας περιγραφής των γεγονότων και δεν επιτρέπει, στο παρόν στάδιο, εξαγωγή συμπεράσματος ως προς τις ακριβείς συνθήκες άσκησης βίας από οποιονδήποτε εμπλεκόμενο. Η καταγγελία αυτή δεν εμφανίζεται μεμονωμένη. Από την ιατρική εξέταση που διενεργήθηκε την ίδια ημέρα, προκύπτουν άλγος αυχένα, εκχυμώσεις και μώλωπας στην αριστερή πηχαιοκαρπική περιοχή. Περαιτέρω, ο Αστ. 1260 περιγράφει την παραπονούμενη, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ως ιδιαίτερα αναστατωμένη, με εμφανή σημάδια σωματικού τραυματισμού, ενώ κρατούσε τούφα τεχνητών μαλλιών. Τα αναφερόμενα ως ιατρικά ευρήματα δεν αποδεικνύουν τον τρόπο πρόκλησης των τραυματισμών ή την ταυτότητα του προσώπου που τους προκάλεσε. Ούτε παρουσιάζουν κατ' ανάγκην πλήρη ανατομική αντιστοιχία με κάθε κτύπημα που περιγράφει η παραπονούμενη. Παρέχουν, ωστόσο, αντικειμενικά στοιχεία τα οποία συνάδουν, σε ουσιώδεις πτυχές, με την καταγγελλόμενη άσκηση σωματικής βίας. Η χρονική εγγύτητα της ιατρικής εξέτασης και οι άμεσες παρατηρήσεις του αστυνομικού προσδίδουν πρόσθετη σημασία στη συνολική εικόνα. Ως προς το προηγούμενο περιστατικό της 16.7.2026, η παραπονούμενη περιγράφει απειλή κατά της ζωής της και σπρώξιμο, συνεπεία του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς της, τραυματίστηκε κάτω από το αριστερό μάτι και χρειάστηκε τέσσερις ραφές. Στο διαθέσιμο υλικό, γίνεται αναφορά σε φωτογραφίες του τραυματισμού, τις οποίες παρουσίασε στην Αστυνομία. Δεν καταγράφεται αντίστοιχη ιατρική έκθεση της συγκεκριμένης ημερομηνίας, ώστε να θεωρηθεί ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο το σύνολο των περιγραφόμενων συνεπειών. Η φωτογραφική μαρτυρία, πάντως, συνεκτιμάται με την κατάθεση της παραπονούμενης, χωρίς να απαιτείται, στην παρούσα διαδικασία, οριστική κρίση για τη γνησιότητα, την προέλευση ή την τελική αποδεικτική της βαρύτητα. Σε σχέση με τις γραπτές απειλές, το περιεχόμενο των μηνυμάτων που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο είναι συγκεκριμένο και περιλαμβάνει ευθείες αναφορές σε θάνατο και περαιτέρω βλάβη της παραπονούμενης. Η τελευταία φέρεται να τα παρουσίασε στην Αστυνομία. Δεν παρατίθενται ειδικότερα δεδομένα τεχνικής εξακρίβωσης της προέλευσής τους, γεγονός που παραμένει σχετικό με την τελική αποδεικτική τους αξιολόγηση. Η απουσία, όμως, τέτοιας εξακρίβωσης από το υλικό που περιγράφεται δεν αναιρεί την κατ' όψη σημασία τους, ιδίως όταν συνεκτιμώνται με την άμεση αναφορά της παραπονούμενης στο περιεχόμενο και στις συνθήκες λήψης τους. Το ότι η παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος είχαν διακόψει πρόσφατα τη μακρόχρονη συμβίωσή τους αποτελεί, επίσης, στοιχείο του πραγματικού πλαισίου μέσα στο οποίο τοποθετούνται οι καταγγελλόμενες πράξεις. Δεν συνιστά ένδειξη ενοχής ούτε επιτρέπει συμπεράσματα για την προσωπικότητα ή την προδιάθεση του Κατηγορουμένου. Συμβάλλει, όμως, στην κατανόηση της χρονικής ακολουθίας και των περιστάσεων που η παραπονούμενη επικαλείται. Δεν παραγνωρίζεται ότι η ουσία της μαρτυρίας παραμένει η κατάθεση της ίδιας της παραπονούμενης. Η αξιοπιστία της, η ακρίβεια της περιγραφής των γεγονότων, η προέλευση των τραυματισμών και των μηνυμάτων, καθώς και οποιαδήποτε υπερασπιστική εκδοχή αποτελούν ζητήματα που θα κριθούν κατά την ακρόαση. Η άσκηση του δικαιώματος σιωπής από τον Κατηγορούμενο δεν χρησιμοποιείται προς ενίσχυση της κατηγορίας. Στο παρόν στάδιο, ωστόσο, η εξέταση δεν εκτείνεται σε τελικές διαπιστώσεις γεγονότων ή αξιολόγηση αξιοπιστίας. Η λεπτομερής κατάθεση της παραπονούμενης, οι καταγγελλόμενες γραπτές απειλές, τα αναφερόμενα ιατρικά ευρήματα, η φωτογραφική μαρτυρία και οι παρατηρήσεις του αστυνομικού, συνεκτιμώμενα, παρέχουν επαρκή βάση για τη διαπίστωση ορατής πιθανότητας καταδίκης, ιδίως ως προς τις αποδιδόμενες απειλές και πράξεις σωματικής βίας. Η διαπίστωση αυτή αφορά τα αδικήματα που υποστηρίζονται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, κατά την περιορισμένη έννοια της σχετικής νομολογίας. Δεν συνιστά διαπίστωση ότι στοιχειοθετούνται όλες ανεξαιρέτως οι έντεκα κατηγορίες, των οποίων οι επιμέρους λεπτομέρειες και νομοθετικές προϋποθέσεις δεν παρατίθενται στο διαθέσιμο υλικό. Υπό το σύνολο των δεδομένων, κρίνεται ότι η πιθανότητα καταδίκης, ως παράμετρος εκτίμησης του κινδύνου φυγοδικίας, διαφαίνεται επαρκώς. Η κατάληξη αυτή δεν προδικάζει την ενοχή του Κατηγορουμένου ούτε αρκεί για τη δικαιολόγηση της κράτησής του, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται από τη συνδρομή και την εξατομικευμένη αξιολόγηση των προβαλλόμενων λόγων κράτησης.

 

Έχοντας διαπιστώσει ότι, από την όψη του διαθέσιμου μαρτυρικού υλικού, διαφαίνεται πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορούμενου, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η σοβαρότητα των κατηγοριών, η προοπτική επιβολής αυστηρής ποινής και οι προσωπικές περιστάσεις του δημιουργούν κίνδυνο αποφυγής της δίκης, ο οποίος να δικαιολογεί την κράτησή του. Η ενδεχόμενη επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής αποτελεί σημαντικό κίνητρο φυγής. Δεν αρκεί, όμως, η διαπίστωση ενός τέτοιου κινήτρου, χωρίς εκτίμηση της πραγματικής του επίδρασης στον συγκεκριμένο Κατηγορούμενο. Ούτε οι δεσμοί με τη Δημοκρατία λειτουργούν ως αμάχητο αντεπιχείρημα. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον οι συνθήκες που διαπιστώνονται καθιστούν αναγκαία την κράτηση, αντί της διασφάλισης της εμφάνισης με όρους.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης, ηλικίας 46 ετών, χωρίς γνωστές διασυνδέσεις με άλλες χώρες. Διαθέτει βεβαρημένο ποινικό μητρώο, με προηγούμενες καταδίκες για αδικήματα της περιόδου 2012–2016, ενώ εναντίον του εκκρεμούν δύο περαιτέρω ποινικές υποθέσεις, των ετών 2024 και 2026, για αδικήματα διαφορετικής φύσης. Δεν αναφέρθηκε προηγούμενη φυγοδικία ή αποφυγή εμφάνισης στις εκκρεμείς διαδικασίες. Το ποινικό ιστορικό δεν παραγνωρίζεται. Οι προηγούμενες καταδίκες και η ύπαρξη πρόσθετων ποινικών εκκρεμοτήτων αποτελούν στοιχεία προς συνεκτίμηση, δεν οδηγούν, όμως, χωρίς ειδικότερη σύνδεση, σε συμπέρασμα περί τάσης αποφυγής της δικαιοσύνης. Ιδίως οι παλαιότερες καταδίκες, που αφορούν πράξεις προ δεκαετίας περίπου ή και περισσότερο, δεν επιτρέπουν αυτοτελή συναγωγή τέτοιου κινδύνου. Ούτε η ύπαρξη δύο εκκρεμών υποθέσεων υποδηλώνει πρόθεση φυγοδικίας. Αντίθετα, η απουσία αναφοράς σε προηγούμενη αποφυγή δικαστικής διαδικασίας δεν παρέχει στοιχείο ενισχυτικό του προβαλλόμενου κινδύνου, χωρίς τούτο να ισοδυναμεί με θετική διαπίστωση αδιάλειπτης δικονομικής συνέπειας. Συνεκτιμάται, περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος διατηρούσε επί ένδεκα περίπου έτη συμβίωση με την παραπονούμενη, με την οποία απέκτησαν κοινό παιδί. Η σχέση τους έχει πρόσφατα διακοπεί, πλην, όμως, ο ίδιος εξακολουθεί να διαμένει στην περιοχή της οικογενειακής κατοικίας. Οι περιστάσεις αυτές υποδηλώνουν προσωπική και οικογενειακή σύνδεση με τον τόπο, χωρίς να έχουν τεθεί ειδικότερα στοιχεία για την επαγγελματική ή οικονομική του κατάσταση ή για την έκταση των υφιστάμενων οικογενειακών του υποχρεώσεων. Ο πρόσφατος χωρισμός συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί, χωρίς περαιτέρω δεδομένα, να θεωρηθεί ότι εξασθενεί τους δεσμούς του με τη Δημοκρατία, σε βαθμό που να ενισχύει τον κίνδυνο φυγοδικίας. Απέναντι στα στοιχεία αυτά, βρίσκεται η σοβαρότητα των αποδιδόμενων αδικημάτων, ιδίως των απειλών κατά της ζωής και των καταγγελλόμενων πράξεων σωματικής βίας, καθώς και η ορατή πιθανότητα καταδίκης, η οποία στηρίζεται σε μαρτυρικό υλικό που δεν περιορίζεται στην κατάθεση της παραπονούμενης. Η προοπτική επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι πραγματική και προσδίδει βαρύτητα στον προβαλλόμενο κίνδυνο. Ωστόσο, η σοβαρότητα αυτή συνεκτιμάται με την κυπριακή υπηκοότητα, τη γνωστή διαμονή και τους προσωπικούς δεσμούς του Κατηγορουμένου με τη χώρα, την απουσία γνωστών διασυνδέσεων με το εξωτερικό και την έλλειψη συγκεκριμένων δεδομένων προηγούμενης αποφυγής της δικαιοσύνης. Δεν προκύπτουν περιστάσεις προετοιμασίας φυγής ή άλλη συμπεριφορά που να υποδηλώνει πρόθεση μη εμφάνισής του στη δίκη. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, δεν κρίνεται ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας αποκτά τέτοια ένταση, ώστε η κράτηση να αποτελεί αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση της παρουσίας του Κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, το αίτημα κράτησης δεν δικαιολογείται στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Η κατάληξη αυτή δεν προδικάζει την εξέταση του αυτοτελώς προβαλλόμενου κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, για τον οποίο το ποινικό ιστορικό, οι εκκρεμείς υποθέσεις και οι ειδικότερες περιστάσεις των καταγγελλόμενων πράξεων αποκτούν διαφορετική σημασία.

 

Κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων

 

Στο ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο Δ, περιλαμβάνονται οι ακόλουθες καταδίκες:

·        Υπόθεση αρ.13061/2016 Ε.Δ. Λεμεσού: καταδίκη ημερομηνίας 16.2.2018, για μεταφορά πυροβόλου όπλου, παράνομη συνδρομή στη διάπραξη αδικήματος και παροχή συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος, αδικήματα που διαπράχτηκαν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2016-31.12.2016. Λήφθηκαν υπόψη ακόμα επτά υποθέσεις. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με ευρύτερη εκείνη των 3 ετών. Ως ημερομηνία αποφυλάκισης, αναφέρεται η 31.12.2019.

·        Υπόθεση αρ.13506/2016 Ε.Δ. Λεμεσού: καταδίκη ημερομηνίας 16.2.2018, για κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός και μεταφορά επιθετικού όπλου, αδικήματα που διαπράχτηκαν την 30.3.2015. Λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αρ.13061/2016 Ε.Δ. Λεμεσού.

·        Υπόθεση αρ.20050/2016 Ε.Δ. Λεμεσού: καταδίκη ημερομηνίας 16.2.2018, για παράνομη κατοχή περιουσίας, που διαπράχτηκε στο χρονικό διάστημα μεταξύ της 27.9.2013 και 1.10.2013. Λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αρ.13061/2016 Ε.Δ. Λεμεσού.

·        Υπόθεση αρ.18804/2016 Ε.Δ. Λεμεσού: καταδίκη ημερομηνίας 16.2.2018, κακόβουλη ζημιά σε περιουσία και διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, αδικήματα που διαπράχτηκαν το χρονικό διάστημα από 1.9.2013 μέχρι 4.9.2013. Λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αρ.13061/2016 Ε.Δ. Λεμεσού.

·        Υπόθεση αρ.20361/2016 Ε.Δ. Λεμεσού: καταδίκη ημερομηνίας 16.2.2018, για κλεπταποδοχή, που διαπράχτηκε το χρονικό διάστημα από την 1.5.2013 μέχρι την 31.5.2013. Λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αρ.13061/2016 Ε.Δ. Λεμεσού.

·        Υπόθεση αρ.977/2017 Ε.Δ. Λεμεσού: καταδίκη ημερομηνίας 16.2.2018, για κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός, μεταφορά μάχαιρας, αλήτες και περιπλανώμενοι, αδικήματα που διαπράχτηκαν την 1.7.2014. Λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αρ.13061/2016 Ε.Δ. Λεμεσού.

·        Υπόθεση αρ.24367/2016 Ε.Δ. Λεμεσού: καταδίκη ημερομηνίας 16.2.2018, για κλεπταποδοχή, που διαπράχτηκε το χρονικό διάστημα από 13.12.2016 μέχρι 14.12.2016. Λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αρ.13061/2016 Ε.Δ. Λεμεσού.

·        Υπόθεση αρ.9737/2016 Ε.Δ. Λεμεσού: καταδίκη ημερομηνίας 16.2.2018, για μεταφορά αμφίστομου μάχαιρας, παράνομη κατοχή περιουσίας, μεταφορά επιθετικού όπλου, μεταφορά μάχαιρας, αδικήματα που διαπράχτηκαν την 31.8.2012. Λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αρ.13061/2016 Ε.Δ. Λεμεσού.

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την ποινική υπόθεση αρ.19738/2024 Ε.Δ. Λεμεσού, όπου κατηγορείται, μαζί με άλλα δύο πρόσωπα, για συμπλοκή, που φέρεται να διαπράχθηκε την 30.7.2024 (Τεκμήριο Β). Επίσης, αντιμετωπίζει την ποινική υπόθεση αρ.394/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, όπου, με άλλο πρόσωπο, κατηγορείται για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή κλοπής, για κλοπή, από ένα όχημα, της μπαταρίας του, για κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία με αναφορά στην μπροστινή γρίλια του ιδίου αυτοκινήτου, και για μαχαιροφορία (Τεκμήριο Γ).

 

Οι προηγούμενες καταδίκες, παρότι αριθμητικά περισσότερες, δεν αντιπροσωπεύουν αντίστοιχο αριθμό αυτοτελών καταδικαστικών περιστάσεων σε διαφορετικούς χρόνους. Επιβλήθηκαν την ίδια ημερομηνία, με τη συνεκτίμηση περισσότερων υποθέσεων κατά την επιμέτρηση της ποινής στην υπόθεση αρ. 13061/2016. Αφορούν, πάντως, σειρά πράξεων που εκτείνονται από το 2012 μέχρι το 2016, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αδικήματα σχετικά με πυροβόλο όπλο, επιθετικά όπλα και μαχαίρια, διαρρήξεις, κλοπές και κακόβουλη πρόκληση ζημιάς. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, με μεγαλύτερη διάρκεια τα τρία έτη, αντανακλά τη σοβαρότητα της τότε εγκληματικής δραστηριότητας. Η χρονική απόσταση των πράξεων αυτών είναι σημαντική. Δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες μεταγενέστερες καταδίκες, ενώ η αναφερόμενη ημερομηνία αποφυλάκισης είναι η 31.12.2019. Δεν θα ήταν ορθό να συναχθεί, αποκλειστικά από το παλαιότερο ποινικό μητρώο, ότι εξακολουθεί να υφίσταται η ίδια τάση παραβατικότητας, ούτε ότι ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει ειδική ροπή προς άσκηση βίας σε διαπροσωπικές σχέσεις. Η διαχρονική απόσταση και η διαφορετική φύση των αδικημάτων περιορίζουν την προγνωστική σημασία των καταδικών, χωρίς να την εκμηδενίζουν. Οι δύο εκκρεμείς υποθέσεις προσθέτουν νεότερα στοιχεία στην εικόνα. Η πρώτη, αρ. 19738/2024, αφορά φερόμενη συμμετοχή σε συμπλοκή την 30.7.2024. Η δεύτερη, αρ. 394/2026, περιλαμβάνει κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κλοπής, κλοπή, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά τη νύκτα, κακόβουλη ζημιά σε περιουσία και μαχαιροφορία. Δεν πρόκειται για υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, ούτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο της μαρτυρίας τους. Η συνεκτίμησή τους περιορίζεται, επομένως, στη σημασία που μπορούν να έχουν οι εκκρεμείς κατηγορίες κατά την παρούσα προγνωστική εξέταση, χωρίς οποιαδήποτε παραδοχή ότι οι αποδιδόμενες πράξεις έχουν τελεστεί. Παρουσιάζει, εντούτοις, συνάφεια το ότι η εκκρεμής υπόθεση του 2024 αφορά συμπλοκή, ενώ εκείνη του 2026 περιλαμβάνει εκ νέου αδίκημα σχετικό με μαχαίρι, στοιχείο που απαντά και στο παλαιότερο ποινικό ιστορικό. Η συνάφεια αυτή δεν αρκεί για να διαπιστωθεί αδιάλειπτη εγκληματική συμπεριφορά, ενόψει και της χρονικής απόστασης των προηγούμενων καταδικών. Συνεκτιμάται, όμως, μαζί με τα πρόσφατα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κατά την εξέταση της πιθανότητας νέων αξιόποινων ενεργειών.

 

Βαρύτητα έχει και η φύση των τελευταίων αυτών περιστατικών. Η παραπονούμενη, με την οποίαν ο Κατηγορούμενος διατηρούσε συμβίωση επί ένδεκα περίπου έτη και απέκτησε κοινό παιδί, καταγγέλλει μακροχρόνια άσκηση σωματικής βίας και περιγράφει ειδικότερα δύο επεισόδια, στις 16.7.2026 και 27.9.2026. Η μαρτυρία αφορά επανειλημμένες απειλές κατά της ζωής της και πράξεις σωματικής βίας, ορισμένες από τις οποίες, κατά τα ήδη εξετασθέντα, υποστηρίζονται από ιατρικά ευρήματα, φωτογραφίες, γραπτά μηνύματα και τις άμεσες παρατηρήσεις αστυνομικού. Η επανάληψη απειλών κατά της ζωής, η συγκεκριμένη περιγραφή σωματικής επίθεσης και η χρονική εγγύτητα των περιστατικών προσδίδουν σημασία στον εκτιμώμενο κίνδυνο. Δεν πρόκειται αποκλειστικά για γενική καταγγελία προηγούμενης κακοποιητικής συμπεριφοράς, αλλά για πρόσφατες, προσδιορισμένες πράξεις, οι οποίες φέρονται να εκδηλώθηκαν σε συνθήκες έντονης διατάραξης της προσωπικής σχέσης. Η χρονική συγκυρία του τελευταίου περιστατικού παρουσιάζει πρόσθετο ενδιαφέρον. Η μακρόχρονη συμβίωση είχε διακοπεί μόλις λίγες ημέρες προηγουμένως. Κατά την παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος δεν αποδεχόταν τον χωρισμό και της απέστελλε μηνύματα με απειλητικό περιεχόμενο. Το επεισόδιο της 27.9.2026 φέρεται να εκδηλώθηκε μετά την επιστροφή της στην κατοικία, όπου τον βρήκε, παρά τη διακοπή της συμβίωσής τους. Η ίδια περιγράφει απειλή θανάτου, τράβηγμα των μαλλιών και επανειλημμένα κτυπήματα στο κεφάλι, εξαιτίας των οποίων ζαλίστηκε και έχασε την ισορροπία της. Δεν προβαίνει, το Δικαστήριο, σε οποιαδήποτε διαπίστωση ότι τα περιστατικά συνέβησαν όπως καταγγέλλονται. Η μαρτυρία αξιολογείται αποκλειστικά για τον περιορισμένο προληπτικό σκοπό της παρούσας διαδικασίας. Η φύση της, ωστόσο, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία, παρέχει συγκεκριμένο έρεισμα για την εκτίμηση πιθανότητας επανάληψης σοβαρής αξιόποινης συμπεριφοράς.

 

Συνεκτιμάται ότι ο Κατηγορούμενος εξακολουθεί να διαμένει στην αμέσως γειτονική πολυκατοικία από την κατοικία της παραπονούμενης. Η εγγύτητα αυτή δεν αποτελεί, αυτοτελώς, ένδειξη μελλοντικής παρανομίας. Καθιστά, όμως, ευχερή την πρόσβαση στο συγκεκριμένο πρόσωπο, ιδίως υπό τις συνθήκες του πρόσφατου χωρισμού και της ύπαρξης κοινού παιδιού. Τα στοιχεία αυτά έχουν σημασία όταν εξετάζονται σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των αποδιδόμενων απειλών και τη σωματική βία που καταγγέλλεται. Στην παρούσα περίπτωση, ο εκτιμώμενος κίνδυνος δεν αναφέρεται αόριστα στη δυνατότητα τέλεσης οποιουδήποτε αδικήματος. Προσλαμβάνει συγκεκριμένο περιεχόμενο, συνδεόμενο, κυρίως, με τη δυνατότητα νέων απειλών ή πράξεων βίας εναντίον της ίδιας παραπονούμενης. Το παλαιότερο ποινικό ιστορικό και οι εκκρεμείς υποθέσεις ενισχύουν τη συνολική εικόνα, στον βαθμό που προεκτέθηκε, χωρίς να αποτελούν το αποφασιστικό της στοιχείο. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνεται ότι δημιουργείται η απαιτούμενη ισχυρή εντύπωση πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων, ιδίως κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της προσωπικής ασφάλειας της παραπονούμενης.

 

Η διαπίστωση, όμως, τέτοιου κινδύνου δεν ολοκληρώνει την εξέταση του αιτήματος κράτησης. Η νομολογία επιβάλλει να εξετάζεται αυτοτελώς κατά πόσον η ανάγκη προστασίας του συγκεκριμένου προσώπου μπορεί να εξυπηρετηθεί αποτελεσματικά με ηπιότερα μέτρα. Όταν ο κίνδυνος αφορά προσδιορισμένο πρόσωπο και συγκεκριμένες μορφές συμπεριφοράς, η επιβολή όρων απαγόρευσης επικοινωνίας, προσέγγισης ή επίσκεψης σε ορισμένους χώρους ενδέχεται να αποτελέσει επαρκή εναλλακτική λύση. Δεν απαιτείται οι όροι να εξαλείφουν πλήρως κάθε ενδεχόμενο παραβίασής τους (Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω· Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νέστορος, ανωτέρω). Συνεκτιμάται, συναφώς, το γεγονός της καταγγελίας προς την Αστυνομία. Η ενεργοποίηση της ποινικής διαδικασίας αποτελεί νέα συνθήκη, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει τη μελλοντική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Τα καταγγελλόμενα περιστατικά ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της καταγγελίας της 27.9.2026 και δεν έχουν τεθεί συγκεκριμένα στοιχεία για μεταγενέστερη τέλεση αδικημάτων ή παραβίαση δικαστικών περιορισμών. Η παράμετρος αυτή λαμβάνεται υπόψη και δεν επιτρέπεται να προεξοφλείται ότι ο Κατηγορούμενος θα παραβιάσει οποιονδήποτε όρο του επιβληθεί. Ωστόσο, η ίδια η καταγγελία δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι ο κίνδυνος έχει εκλείψει ή περιοριστεί σε βαθμό που καθιστά επαρκείς οποιουσδήποτε προστατευτικούς όρους. Απαιτείται εκτίμηση της πραγματικής τους δυνατότητας να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο που προκύπτει από τα συγκεκριμένα περιστατικά.

 

Εν προκειμένω, ιδιαίτερη σημασία έχει η συνύπαρξη σοβαρών απειλών κατά της ζωής με καταγγελλόμενες πράξεις σωματικής βίας, η πρόσφατη διακοπή της μακρόχρονης συμβίωσης και η διατήρηση της κατοικίας του Κατηγορουμένου σε άμεση γειτνίαση με εκείνην της παραπονούμενης. Δεν έχει τεθεί, με τα διαθέσιμα στοιχεία, συγκεκριμένη εναλλακτική ρύθμιση διαμονής του Κατηγορουμένου ή άλλο πρακτικά προσδιορισμένο πλαίσιο προστασίας που να απομακρύνει ουσιωδώς τη δυνατότητα άμεσης επαφής μεταξύ τους. Η απαγόρευση επικοινωνίας και προσέγγισης ασφαλώς θα δημιουργούσε νομικά δεσμευτικό πλαίσιο συμπεριφοράς. Υπό τις ιδιαίτερες, όμως, περιστάσεις της υπόθεσης, η λειτουργία του θα στηριζόταν, κυρίως, στη μελλοντική συμμόρφωση του Κατηγορουμένου, χωρίς να περιορίζεται ουσιωδώς, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, η πρακτική δυνατότητα πρόσβασης στην παραπονούμενη. Η αστυνομική επιτήρηση ή η περιοδική παρουσία σε Αστυνομικό Σταθμό θα μπορούσε να ενισχύσει τον έλεγχο της συμμόρφωσης, δεν θα παρείχε, όμως, συνεχή προστασία από την εκδήλωση αιφνίδιας αξιόποινης συμπεριφοράς. Η κρίση αυτή δεν στηρίζεται σε παραδοχή ότι ο Κατηγορούμενος είναι βέβαιο πως θα παραβιάσει δικαστικό διάταγμα. Ούτε προϋποθέτει πλήρη εξάλειψη του κινδύνου ως προϋπόθεση απόλυσης. Στηρίζεται στη φύση των συγκεκριμένων απειλών, στην καταγγελλόμενη χρήση σωματικής βίας, στην πρόσφατη ένταση της προσωπικής σχέσης και στις υφιστάμενες συνθήκες άμεσης πρόσβασης στο παραπονούμενο πρόσωπο. Συναφώς, η περίπτωση διαφοροποιείται, ως προς τα πραγματικά της δεδομένα, από εκείνην της Γεωργίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου ιδιαίτερη σημασία είχε, μεταξύ άλλων, η απουσία προηγούμενων καταδικών και η δυνατότητα συγκεκριμένης προστασίας του παραπονούμενου με όρους. Εν προκειμένω, πέραν της ιδιαίτερης φύσης των πρόσφατων καταγγελιών, υπάρχει προηγούμενο σοβαρό ποινικό ιστορικό και νεότερες εκκρεμείς υποθέσεις, οι οποίες, χωρίς να αποδεικνύουν ενοχή, αποτελούν πρόσθετα στοιχεία της συνολικής προγνωστικής εκτίμησης.

 

Συνεκτιμάται, τέλος, ότι η υπόθεση έχει οριστεί για ακρόαση στις 16.11.2026. Η σχετικά σύντομη περίοδος μέχρι την ορισθείσα ημερομηνία δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο κράτησης. Αποτελεί, όμως, συναφή παράμετρο κατά την εξέταση της αναλογικότητας του μέτρου, υπό την προϋπόθεση ότι η διαδικασία θα προωθηθεί με την απαιτούμενη επιμέλεια.

 

Κατά τη συνολική στάθμιση, κρίνεται ότι ο συγκεκριμένος κίνδυνος διάπραξης περαιτέρω σοβαρών αδικημάτων δεν μπορεί, υπό τα υφιστάμενα δεδομένα, να αντιμετωπιστεί επαρκώς με τους διαθέσιμους περιοριστικούς όρους. Η κράτηση δικαιολογείται, επομένως, ως αναγκαίο προσωρινό μέτρο για την αποτροπή του διαπιστωμένου κινδύνου, χωρίς οποιαδήποτε προκατάληψη της ενοχής του Κατηγορουμένου.

 

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που προηγήθηκαν, το αίτημα της κατηγορούσας Αρχής εγκρίνεται στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα κράτησης του Κατηγορουμένου μέχρι τις 16.11.2026 και διάταγμα προσαγωγής του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία αυτή.

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο