ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Χ. κ.α., Υπόθεση αρ. 15719/2026, 19/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Χ. κ.α., Υπόθεση αρ. 15719/2026, 19/10/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ.     15719   / 2026

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

1. Α. Χ.

2. Λ. Χ.

 

___________________

 

 

Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Α. Χρήστου, για τους Κατηγορούμενους 1 και 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν, από κοινού, ποινικά αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή εμπρησμού [1η Κατηγορία, άρθρα 371, 315(α), 20, 21 ΠΚ], και του αυτού εμπρησμού, ενός οχήματος [2η Κατηγορία, άρθρα 315(α), 20, 21 ΠΚ], που φέρονται να διαπράχτηκαν την 14.9.2026.

 

Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο, το οποίο συνεδριάζει την 10.12.2026.

 

Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2 μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, πρόσθετα, στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.

 

Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α), ημερολόγια ενεργειών (Τεκμήριο Β). Επίσης, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, το ποινικό του μητρώο (Τεκμήριο Γ), δύο εκκρεμείς υποθέσεις (Τεκμήρια Δ και Ε) και υπό διερεύνηση υποθέσεις (Τεκμήρια ΣΤ - Θ).

 

Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.

 

Νομικές πτυχές

 

Η προσωπική ελευθερία, κατοχυρωμένη από το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, αποτελεί την αφετηρία κάθε δικαστικής κρίσης επί αιτήματος κράτησης Κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη. Η κράτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνον εφόσον συγκεκριμένοι και επαρκώς τεκμηριωμένοι λόγοι καθιστούν αναγκαίο τον περιορισμό της ελευθερίας. Το Δικαστήριο καλείται να σταθμίσει τους προβαλλόμενους κινδύνους υπό το πρίσμα του τεκμηρίου αθωότητας, της αναλογικότητας και της δυνατότητας αποτελεσματικής αντιμετώπισής τους με ηπιότερα μέτρα. Η σχετική διακριτική ευχέρεια ασκείται εξατομικευμένα, στη βάση των ενώπιόν του στοιχείων, χωρίς γενικεύσεις ή παραδοχές που ανάγουν τη σοβαρότητα των κατηγοριών σε αυτοτελή λόγο κράτησης (A.A.S. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 193/2022, 14.9.2022· Γενικός Εισαγγελέας ν. Corneci, ΠΕ 6/2026, 19.1.2026· Buzadji v. Republic of Moldova [GC], αρ. 23755/07, 5.7.2016, §§ 87–91, 102· Merabishvili v. Georgia [GC], αρ. 72508/13, 28.11.2017, § 222).

 

Ο κίνδυνος φυγοδικίας αποτελεί αναγνωρισμένο λόγο κράτησης και εκτιμάται μέσα από τη συνδυαστική αξιολόγηση της σοβαρότητας των αποδιδόμενων αδικημάτων, της πιθανότητας καταδίκης, όπως αυτή διαφαίνεται από την κατ' όψη εξέταση του μαρτυρικού υλικού, και της ποινής που ενδέχεται να επιβληθεί. Η εξέταση αυτή δεν εκτείνεται στην αξιοπιστία των μαρτύρων ούτε προδικάζει την ουσία της υπόθεσης. Η σοβαρότητα των κατηγοριών και η προοπτική αυστηρής ποινής ενδέχεται να ενισχύουν το κίνητρο αποφυγής της δίκης, χωρίς να αρκούν, άνευ ετέρου, για τη δικαιολόγηση της κράτησης. Απαιτείται συνεκτίμηση των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου, της διάρκειας και σταθερότητας της διαμονής του, των οικογενειακών, επαγγελματικών και κοινωνικών δεσμών του, των οικονομικών του συνθηκών, των διασυνδέσεών του με το εξωτερικό και κάθε άλλου δεδομένου που επηρεάζει ουσιωδώς την πιθανότητα εμφάνισής του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ύπαρξη δεσμών με τη Δημοκρατία δεν αποκλείει τον κίνδυνο, όπως και η απουσία τους δεν τον καθιστά δεδομένο. Αποφασιστική παραμένει η πραγματική επίδραση των περιστάσεων αυτών στην προοπτική φυγοδικίας και η δυνατότητα διασφάλισης της παρουσίας με κατάλληλους όρους (Γενικός Εισαγγελέας ν. Corneci, ανωτέρω· Sanchez i Picanyol and Others v. Spain, 2025, § 280· Merabishvili, ανωτέρω, § 223).

 

Ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων συνιστά, επίσης, αυτοτελή λόγο κράτησης. Η εκτίμησή του έχει αναγκαστικά προγνωστικό χαρακτήρα και δεν προϋποθέτει βεβαιότητα για μελλοντικές πράξεις. Απαιτείται, ωστόσο, το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων να δημιουργεί ισχυρή εντύπωση ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Στην αξιολόγηση, υπεισέρχονται το ποινικό μητρώο, η ύπαρξη εκκρεμών ή υπό καταχώριση υποθέσεων, η φύση, η συχνότητα και η χρονική εγγύτητα της αποδιδόμενης συμπεριφοράς, ο τρόπος της φερόμενης τέλεσης και οι ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δύναται να προσλάβει η φερόμενη επανάληψη αδικημάτων, ενόσω ο Κατηγορούμενος τελούσε ήδη υπό περιοριστικούς όρους. Δεν υφίσταται, πάντως, προκαθορισμένος αριθμός προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων που να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της σχετικής πιθανολόγησης. Ούτε η απουσία προηγούμενων καταδικών αποκλείει τη διαπίστωση κινδύνου. Κρίσιμη είναι η ουσιαστική σημασία των στοιχείων, η μεταξύ τους συνάφεια και η δυνατότητά τους να στηρίξουν συμπέρασμα για μελλοντική συμπεριφορά, χωρίς να αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ενοχή για πράξεις που δεν έχουν δικαστικώς αποδειχτεί (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.5.2025· Ignatova ν. Αστυνομίας, ΠΕ 268/2025, 14.10.2025· Ντεμλόζ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 173/2026, 15.7.2026· Clooth v. Belgium, αρ. 12718/87, 12.12.1991, § 40).

 

Η πιθανολόγηση αυτή δεν εξαντλείται στη διαπίστωση προηγούμενης παραβατικότητας. Οφείλει να συνδέεται με υπαρκτές, κατά τον χρόνο της απόφασης, συνθήκες που προσδίδουν στον κίνδυνο συγκεκριμένο περιεχόμενο. Παλαιότερες καταδίκες, εκκρεμείς κατηγορίες ή μεμονωμένα περιστατικά αξιολογούνται με αναφορά στη φύση τους, στη χρονική τους απόσταση και στα υπόλοιπα διαθέσιμα δεδομένα. Η αποτίμησή τους υπηρετεί αποκλειστικά τον προληπτικό σκοπό της διαδικασίας και δεν αποτελεί κρίση επί της ποινικής ευθύνης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025· Dhiab ν. Αστυνομίας, ΠΕ 252/2025, 16.10.2025· Dereci v. Turkey, αρ. 77845/01, 24.5.2005, § 38).

 

Στις υποθέσεις βίας στην οικογένεια, ή και ευρύτερα, σε κοινή εγκληματικότητα που φέρεται να απορρέει από την έντονη διασάλευση διαπροσωπικών σχέσεων, η εκτίμηση του κινδύνου απαιτεί προσεκτική εξέταση της συγκεκριμένης διαπροσωπικής σχέσης και των συνθηκών μέσα στις οποίες φέρεται να εκδηλώθηκε η συμπεριφορά. Η επαναληπτικότητα ή η κλιμάκωση των περιστατικών, η ύπαρξη απειλών, εκφοβισμού ή συμπεριφορών ελέγχου, η προηγούμενη αντίδραση σε αστυνομικές ή δικαστικές παρεμβάσεις, η πρόσβαση στο παραπονούμενο πρόσωπο και η αποτελεσματικότητα τυχόν διαταγμάτων προστασίας αποτελούν πρόσφορα στοιχεία αξιολόγησης. Η φερόμενη παραβίαση υφιστάμενου διατάγματος ενδέχεται να αποκτά ιδιαίτερη σημασία, χωρίς να οδηγεί ευθέως σε συμπέρασμα περί αναγκαιότητας της κράτησης. Αντίστοιχα, η προηγούμενη συμμόρφωση, η μεταβολή των συνθηκών μετά την καταγγελία ή η δυνατότητα αποτελεσματικού αποκλεισμού της επικοινωνίας και προσέγγισης του παραπονούμενου προσώπου ενδέχεται να επηρεάζουν ουσιωδώς τη σχετική κρίση (Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024· Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 47/2024, 11.3.2024· Φ.Φ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 171/2024, 2.8.2024).

 

Η καταγγελία, ως νέα συνθήκη στη σχέση των εμπλεκομένων, δύναται να επηρεάζει την προοπτική επανάληψης της συμπεριφοράς, χωρίς να επιτρέπει εκ προοιμίου συμπέρασμα είτε περί εξάλειψης είτε περί επιδείνωσης του κινδύνου. Ομοίως, η μεταγενέστερη διαφοροποίηση της στάσης του παραπονούμενου προσώπου ή η απόσυρση παραπόνου δεν καθορίζει από μόνη της την εκτίμηση της επικινδυνότητας. Το Δικαστήριο οφείλει να διαμορφώνει αυτοτελή κρίση, από το σύνολο των περιστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις προστασίας των προσώπων που ενδέχεται να εκτίθενται σε περαιτέρω βία (Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/2021, 1.9.2021· Ντεμλόζ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω· Kurt v. Austria [GC], αρ. 62903/15, 15.6.2021, §§ 164–169). Η υποχρέωση προστασίας των ενδεχόμενων θυμάτων δεν αναιρεί, πάντως, την αυτοτελή υποχρέωση αιτιολόγησης της κράτησης.

 

Η διαπίστωση κινδύνου δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, την αναγκαιότητα της κράτησης. Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον οι σκοποί της διαδικασίας και, όπου ανακύπτει σχετικό ζήτημα, η προστασία συγκεκριμένων προσώπων μπορούν να εξυπηρετηθούν αποτελεσματικά με όρους εγγύησης, περιορισμούς επικοινωνίας ή προσέγγισης, διατάγματα αποκλεισμού ή άλλα πρόσφορα και νόμιμα μέτρα. Η αξιολόγηση της επάρκειάς τους συνδέεται με τη φύση και την ένταση του διαπιστωμένου κινδύνου, την προηγούμενη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τη δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής τους. Εάν τα διαθέσιμα μέτρα δεν επαρκούν, η κράτηση δύναται να δικαιολογείται, εφόσον αιτιολογείται ειδικά η αναγκαιότητά της. Η δε διάρκεια του περιορισμού παραμένει ουσιώδης παράμετρος, καθώς κάθε περίοδος κράτησης απαιτεί επαρκή δικαιολόγηση και ιδιαίτερη επιμέλεια ως προς την πρόοδο της διαδικασίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νέστορος, ΠΕ 15/2026, 4.2.2026· Idalov v. Russia [GC], αρ. 5826/03, 22.5.2012, § 140· Merabishvili, ανωτέρω, § 234).

 

Η τελική κρίση ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο σταθμίζει αυτοτελώς τους προβαλλόμενους λόγους κράτησης, τους παράγοντες που τους ενισχύουν ή τους αποδυναμώνουν και την επάρκεια τυχόν εναλλακτικών μέτρων. Η αναγκαιότητα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να προκύπτει από τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης και να αποτυπώνεται με αιτιολογία ανάλογη προς τη βαρύτητα του μέτρου.

 

Εξέταση

 

Κίνδυνος φυγοδικίας

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν σοβαρές κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και εμπρησμού οχήματος, αδικήματα για τα οποία, σε περίπτωση καταδίκης, υφίσταται πραγματική προοπτική επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Η φύση των αποδιδόμενων πράξεων και οι προβλεπόμενες ποινές αποτελούν ουσιώδεις παραμέτρους για την εκτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας, χωρίς να αρκούν για τη δικαιολόγηση κράτησης.

 

Αμφισβητήθηκε, ειδικότερα, η πιθανότητα καταδίκης των δύο Κατηγορουμένων. Η σχετική εξέταση θα γίνει με αναφορά στο διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό και στις περιστάσεις που αναδύονται από αυτό, με διάκριση της μαρτυρικής σύνδεσης καθενός με τα επίδικα αδικήματα. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν ο ανακριτικός φάκελος της υπόθεσης (Τεκμήριο Α), τα ημερολόγια ενεργειών (Τεκμήριο Β), το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 2 (Τεκμήριο Γ), στοιχεία δύο εκκρεμών ποινικών υποθέσεων εναντίον του (Τεκμήρια Δ και Ε), καθώς και στοιχεία άλλων υπό διερεύνηση υποθέσεων και καταγγελιών (Τεκμήρια ΣΤ - Θ). Το γεγονός ότι μέρος των στοιχείων αυτών προσκομίστηκε αυτοτελώς, χωρίς να έχει περιληφθεί στον ανακριτικό φάκελο της παρούσας υπόθεσης, δεν συνεπάγεται, από μόνο του, αδυναμία συνεκτίμησής τους. Το Δικαστήριο εξετάζει όσα τέθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του, υπό την προϋπόθεση ότι η Υπεράσπιση είχε δυνατότητα γνώσης και τοποθέτησης επ' αυτών. Η μη ένταξή τους στον ανακριτικό φάκελο δεν τα καθιστά εκ προοιμίου άσχετα, ούτε, αντιστρόφως, η προσκόμισή τους προσδίδει στις καταχωρισμένες πληροφορίες χαρακτήρα αποδεδειγμένων γεγονότων. Διαχωρίζονται τα στοιχεία που αφορούν την ίδια την επίδικη πράξη, εκείνα που διαφωτίζουν το προηγούμενο ιστορικό και τις πιθανές συνθήκες τέλεσής της και όσα σχετίζονται κυρίως με τον αυτοτελώς προβαλλόμενο κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Ιδίως το ποινικό μητρώο και η ύπαρξη εκκρεμών ποινικών διαδικασιών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατο μαρτυρίας συμμετοχής στον συγκεκριμένο εμπρησμό. Δύνανται, ωστόσο, οι περιστάσεις στις οποίες αναφέρονται οι σχετικές καταγγελίες, να έχουν αυτοτελή συνάφεια με το επίδικο συμβάν, εφόσον τούτο προκύπτει από το περιεχόμενό τους. Με αυτή την προσέγγιση, εξετάζεται το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων.

 

Από την κατάθεση της Μ.Α., παραπονούμενης, προκύπτει ότι η ίδια και ο Κατηγορούμενος 2 διατηρούσαν προσωπική σχέση από το καλοκαίρι του 2024 μέχρι τις αρχές του 2025. Μετά τη διακοπή της σχέσης, προέκυψαν, κατά τους ισχυρισμούς της, επανειλημμένες προστριβές και περιστατικά επιθετικής και απειλητικής συμπεριφοράς, για τα οποία απευθύνθηκε στην Αστυνομία. Τον Οκτώβριο του 2025 επανασυνδέθηκαν, πλην, όμως, η σχέση τους διακόπηκε εκ νέου τον Απρίλιο του 2026, με πρωτοβουλία της παραπονούμενης. Κατά τα αναφερόμενά της, ο Κατηγορούμενος 2 δεν αποδέχτηκε τη διακοπή της σχέσης και συνέχισε να επιδιώκει επικοινωνία και επανασύνδεση. Της απέστελλε λουλούδια και μηνύματα, μετέβαινε επανειλημμένα έξω από το διαμέρισμά της, κτυπούσε επίμονα το κουδούνι και φώναζε. Σε μία από τις συναντήσεις τους, φέρεται να την απείλησε ότι θα της έκαιγε το κατάστημα και το αυτοκίνητο, χρησιμοποιώντας τη φράση «εν να σου κρούσω το μαγαζί τζιαι το αυτοκίνητο». Η παραπονούμενη περιγράφει, επίσης, περιστατικό της 27.5.2026, όταν ο Κατηγορούμενος 2 μετέβη στην πατρική της κατοικία και εισήλθε σε αυτήν μετά το άνοιγμα της πόρτας από τη μητέρα της. Κατά την ίδια, της ζητούσε συγγνώμη και επιχειρούσε να την προσεγγίσει σωματικά, χωρίς η ίδια να ανταποκρίνεται. Την επομένη, 28.5.2026, φέρεται να μετέβη στο κατάστημά της, να ανέβηκε στο μεσοπάτωμα όπου εκείνη βρισκόταν και να την εμπόδισε να κατέβει τη σκάλα, επιμένοντας να συνομιλήσουν. Όταν επιχείρησε εκ νέου να απομακρυνθεί, φέρεται να την τράβηξε από τα μαλλιά. Η ίδια αναφέρει ότι κατάφερε να διαφύγει προς το αυτοκίνητό της, ενώ εκείνος την ακολούθησε και προσπάθησε να την παρεμποδίσει. Για τα περιστατικά αυτά, καταχωρίστηκε εναντίον του Κατηγορουμένου 2 η ποινική υπόθεση αρ. 6738/2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Τεκμήριο Δ), ενώ η σχετική κατάθεση της παραπονούμενης βρίσκεται και στον ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης του εμπρησμού (Τεκμήριο Α). Εναντίον του Κατηγορούμενου 2 εκκρεμεί, επίσης, η ποινική υπόθεση αρ. 11025/2026 του ίδιου Δικαστηρίου (Τεκμήριο Ε), η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για γραπτές απειλές θανάτου, απειλή δημοσίευσης υλικού σεξουαλικού περιεχομένου χωρίς συγκατάθεση, παρενοχλητική συμπεριφορά και παρακολούθηση, παραβίαση απαγορευτικού διατάγματος επικοινωνίας και άσκηση ψυχολογικής βίας. Η υπόθεση αυτή συνδέεται με μηνύματα που φέρεται να απέστειλε ο Κατηγορούμενος 2 στην παραπονούμενη την 8.7.2026, μέσω των εφαρμογών WhatsApp και Viber. Το περιεχόμενό τους περιλαμβάνει ευθείες απειλητικές εκφράσεις, όπως «i ora 5 en isoun esso tha SE dialiasooo etimastou» και «isa na se telisoo», καθώς και αναφορές σε επικείμενες ενέργειες εναντίον της. Τα ανωτέρω αποτελούν αντικείμενο αυτοτελών ποινικών διαδικασιών, στις οποίες ο Κατηγορούμενος 2 εξακολουθεί να τεκμαίρεται αθώος. Εντούτοις, η μαρτυρία για την προγενέστερη συγκεκριμένη απειλή εμπρησμού του καταστήματος και του οχήματος έχει ιδιαίτερη συνάφεια με τη χρονική εξέλιξη των γεγονότων που ακολούθησαν.

 

Πράγματι, την 21.8.2026, περί ώρα 03:08, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο κατάστημα πώλησης γυναικείων ειδών της παραπονούμενης, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές. Από τις αστυνομικές εξετάσεις, εξασφαλίστηκε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία δύο άγνωστα νεαρά πρόσωπα προσέγγισαν το υποστατικό με μοτοσικλέτα μικρού κυβισμού. Ο ένας αποβιβάστηκε, κρατώντας πλαστικό μπιτόνι, θρυμμάτισε τη γυάλινη πρόσοψη και έθεσε φωτιά στο εσωτερικό του καταστήματος. Ακολούθως, επιβιβάστηκε εκ νέου στη μοτοσικλέτα, ο οδηγός της οποίας ανέμενε σε μικρή απόσταση, και αμφότεροι απομακρύνθηκαν. Οι υποψίες της παραπονούμενης στράφηκαν προς τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τελούσε υπό κράτηση. Ανακρίθηκε σχετικά στις 23.8.2026, χωρίς να παραδεχτεί εμπλοκή (Τεκμήριο ΣΤ). Μεταξύ 29.8.2026 και 8.9.2026 η παραπονούμενη προέβη σε περαιτέρω καταγγελίες για μηνύματα που λάμβανε μέσω Facebook και Messenger από λογαριασμούς με ψευδή στοιχεία. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν οι φράσεις «καλά να περάσεις το ταξίδι σου κούκλα μου, θα τα πούμε σύντομα», «έχουμε μεγάλο δρόμο κούκλα μου» και «με υποτίμησες σαν άντρα [...] να προσέχεις». Η ίδια εξέφρασε επανειλημμένα την υποψία ότι πίσω από τους λογαριασμούς βρισκόταν ο Κατηγορούμενος 2, μολονότι εκείνος εξακολουθούσε να βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές. Στο πλαίσιο της διερεύνησης, δόθηκαν οδηγίες για έρευνα στον χώρο κράτησής του, προς διαπίστωση ενδεχόμενης κατοχής και χρήσης κινητού τηλεφώνου (Τεκμήριο Ζ).

 

Ακολούθησε, την 14.9.2026, ο εμπρησμός του οχήματος της ίδιας παραπονούμενης, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, η παραπονούμενη είχε επιστρέψει στην πατρική κατοικία της περί ώρα 00:30 και είχε σταθμεύσει το όχημά της σε μικρή απόσταση. Περί ώρα 02:30, αντιλήφθηκε θόρυβο στον δρόμο και, κοιτάζοντας από το παράθυρο του υπνοδωματίου της, είδε μικρή εστία φωτιάς κοντά στο απέναντι πεζοδρόμιο και έναν άνδρα με μαύρο ρουχισμό και καλυμμένο πρόσωπο, ο οποίος φαινόταν να ασχολείται με κάτι στο σημείο. Ο άνδρας απομακρύνθηκε πεζός. Όταν η παραπονούμενη κατέβηκε και εξήλθε στην αυλή, διαπίστωσε ότι το όχημά της καιγόταν και ειδοποίησε τις αρμόδιες υπηρεσίες. Η μητέρα της, η οποία, επίσης, αντιλήφθηκε το περιστατικό, αναφέρει ότι είδε έναν ψηλό, λεπτό, μαυροφορεμένο άνδρα να τρέχει, χωρίς να μπορέσει να τον αναγνωρίσει ή να διαπιστώσει την τελική κατεύθυνσή του. Από τις επιτόπιες εξετάσεις της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, διαπιστώθηκε ότι η φωτιά είχε τεθεί κακόβουλα. Η έκθεση της Πυροσβεστικής περιγράφει εμπρηστική λωρίδα μήκους περίπου δύο μέτρων, που εκτεινόταν από την αυλή της κατοικίας προς το πίσω δεξιό μέρος του οχήματος. Από τη σκηνή, περισυνελέγησαν διάφορα αντικείμενα για επιστημονικές εξετάσεις, μεταξύ των οποίων πλαστικός αναπτήρας (ΑΚ1), μερικώς καμένα πλαστικά τεμάχια (ΑΚ2), πώμα και υπολείμματα πλαστικού μπουκαλιού (ΑΚ3Α και ΑΚ3Β), μαύρο τμήμα γαντιού (ΑΚ4), μερικώς καμένα μαύρα πλαστικά τεμάχια (ΑΚ5) και μαύρο γάντι από το οποίο απουσίαζε μέρος του παράμεσου δακτύλου (ΑΚ6). Σημειώνεται, επίσης, η ανεύρεση γαντιού και μερικώς καμένου πλαστικού μπουκαλιού που ανέδιδαν έντονη οσμή πετρελαιοειδών. Εξασφαλίστηκαν, περαιτέρω, πλάνα κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης από την κατοικία της παραπονούμενης και άλλες κατοικίες της περιοχής. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των αστυνομικών που τα επιθεώρησαν, περί ώρα 02:26, καταγράφεται πρόσωπο με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του να εισέρχεται στην αυλή, να περιλούζει το όχημα με υγρό και να του θέτει φωτιά. Από τη συνδυαστική επιθεώρηση πλάνων δέκα οικιών, καταγράφηκε η προηγούμενη και μεταγενέστερη πορεία του δράστη, ο οποίος φαίνεται ότι είχε παραμείνει για κάποιο χρονικό διάστημα σε παρακείμενο χωράφι πριν επιστρέψει στο σημείο του εμπρησμού. Το πρόσωπο εμφανίζεται με μαύρο ρουχισμό, ανοικτόχρωμα υποδήματα και καλυμμένο πρόσωπο, μεταφέροντας πλαστικές φιάλες. Τα χαρακτηριστικά του δεν διακρίνονται σε βαθμό που να επιτρέπουν αναγνώρισή του από τα πλάνα (Τεκμήρια Α και Β).

 

Η παραπονούμενη, τόσο κατά την αρχική αναφορά της προς την Αστυνομία όσο και στη γραπτή κατάθεσή της, εξέφρασε υποψίες εναντίον του Κατηγορουμένου 2, αναφερόμενη στην προηγούμενη απειλή ότι θα της έκαιγε το κατάστημα και το αυτοκίνητο, στις μεταξύ τους εκκρεμείς υποθέσεις και στα απειλητικά μηνύματα που εξακολουθούσε να λαμβάνει. Οι καταγγελίες για απειλητικά μηνύματα συνεχίστηκαν και μετά τον εμπρησμό του οχήματος. Την 24.9.2026 η παραπονούμενη κατήγγειλε μηνύματα της προηγούμενης ημέρας, στα οποία περιλαμβάνονταν απειλές πρόκλησης σοβαρής σωματικής βλάβης και καταστροφής περιουσίας, όπως «θέλω να σε παίξω στο πόδι και να σε αφήσω ανάπηρη», «είσαι υπό παρακολούθηση και θα πληρώσεις» και «θα σας καταστρέψω για πάντα ό,τι αγαπάς». Τα μηνύματα φέρονται να προήλθαν από αριθμό του εξωτερικού. Η παραπονούμενη υποψιάστηκε εκ νέου τον Κατηγορούμενο 2, με αναφορά στον τρόπο διατύπωσης και στο περιεχόμενό τους (Τεκμήριο Η). Στις 27.9.2026, καταγγέλθηκε η λήψη μηνύματος μέσω WhatsApp από ισπανικό τηλεφωνικό αριθμό, με απειλητική αναφορά στην παραμόρφωση του προσώπου της παραπονούμενης με οξύ. Την επομένη, λήφθηκε νέο μήνυμα από τον ίδιο αριθμό, στο οποίο περιλαμβανόταν αναφορά σε «ολική καταστροφή, σπίτια, αυτοκίνητα, διαμερίσματα, τα πάντα» και η φράση «ξεκινά πόλεμος». Και στις δύο περιπτώσεις, η παραπονούμενη εξέφρασε υποψίες εναντίον του Κατηγορουμένου 2 (Τεκμήριο Ζ).

 

Στο μεταξύ, την 2.10.2026 περιήλθε στην Αστυνομία πληροφορία από πληροφοριοδότη με τον οποίο συνεργάζεται, σύμφωνα με την οποία στον εμπρησμό του οχήματος ενέχονταν ο Κατηγορούμενος 1 και άλλο πρόσωπο αλβανικής καταγωγής, αγνώστων λοιπών στοιχείων, οι οποίοι φέρονται να ενήργησαν κατόπιν υπόδειξης του Κατηγορουμένου 2. Στην ίδια πληροφορία, γίνεται αναφορά σε φιλικές σχέσεις μεταξύ των δύο Κατηγορουμένων (Τεκμήριο Β). Την ίδια ημέρα, ο Κατηγορούμενος 1 συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος που είχε εκδοθεί στις 29.9.2026 για άλλα αδικήματα, φερόμενα ως διαπραχθέντα τον Απρίλιο του 2025. Στην κατοχή του, βρέθηκε κινητό τηλέφωνο, για το οποίο ανέφερε ότι δεν λειτουργούσε και ότι περιείχε ισπανική κάρτα. Μεταξύ των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν, περιλαμβάνεται συσκευή με κάρτα SIM της Vodafone-ES (Τεκμήριο Α). Την 3.10.2026 η παραπονούμενη κατήγγειλε εκ νέου τη λήψη μηνυμάτων μέσω WhatsApp από αριθμό του εξωτερικού. Για τη διερεύνηση των τηλεφωνικών συνδέσεων, αναφέρεται εμπλοκή της Interpol, σύμφωνα με το επιπρόσθετο υλικό που περιγράφεται ως Τεκμήριο Θ.

 

Καθοριστική εξέλιξη στην έρευνα αποτέλεσε η επιστημονική εξέταση αντικειμένων που περισυνελέγησαν από τη σκηνή του εμπρησμού. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που γνωστοποιήθηκαν την 9.10.2026, ο Κατηγορούμενος 1 συνδέθηκε γενετικά, ως κύριος δότης του γενετικού προφίλ, τόσο με το μαύρο τμήμα γαντιού (ΑΚ4) όσο και με το μαύρο γάντι από το οποίο απουσίαζε τμήμα του παράμεσου δακτύλου (ΑΚ6). Τα σωματικά δείγματα του Κατηγορουμένου 1 λήφθηκαν κατόπιν δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 6.10.2026, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αστυνομίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2004, τη νομιμότητα του οποίου η Υπεράσπιση αμφισβητεί. Οι δύο Κατηγορούμενοι, κατά τη λήψη ανακριτικών καταθέσεων, άσκησαν το δικαίωμα σιωπής. Ο Κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε, επίσης, να υποβληθεί σε ιατροδικαστική εξέταση, προς αναζήτηση τυχόν εγκαυμάτων.

 

Η προεκτεθείσα μαρτυρία δεν αντιμετωπίζεται ως σύνολο αποδεδειγμένων γεγονότων. Οι καταγγελίες αποτυπώνουν όσα αποδίδονται στους εμπλεκομένους, τα ημερολόγια ενεργειών καταγράφουν την ανακριτική πορεία και οι επιστημονικές εξετάσεις παρέχουν τα αποτελέσματα που αναφέρονται σε αυτές. Η αξιολόγησή τους, στην παρούσα διαδικασία, έχει συγκεκριμένο και περιορισμένο αντικείμενο, το κατά πόσον διαφαίνεται πιθανότητα καταδίκης για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει καθένας από τους Κατηγορουμένους. Το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει εάν η μαρτυρία θα γίνει τελικά αποδεκτή, ούτε να καθορίσει την αποδεικτική βαρύτητα κάθε στοιχείου μετά από εξέταση και αντεξέταση των μαρτύρων. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο εκείνου της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και επιτρέπει τη συνεκτίμηση και εξ ακοής μαρτυρίας. Ακόμη και η ύπαρξη εύλογης προοπτικής αθώωσης δεν αποκλείει τη διαπίστωση πιθανότητας καταδίκης. Η εξέταση, πάντως, οφείλει να παραμένει πραγματική και όχι τυπική, ώστε να διαπιστώνεται ότι το διαθέσιμο υλικό παρέχει κάποιαν ουσιαστική μαρτυρική σύνδεση του συγκεκριμένου Κατηγορουμένου με την επίδικη πράξη.

 

Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, το σημαντικότερο στοιχείο είναι η γενετική του σύνδεση με τα δύο ευρήματα από τη σκηνή του εμπρησμού. Το μαύρο γάντι και το αποκομμένο τμήμα του περισυνελέγησαν κατά τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν μετά την πυρκαγιά, από σημεία κοντά στην κατοικία της παραπονούμενης και στο όχημα. Το ότι γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου 1 εντοπίστηκε και στα δύο αντικείμενα, σε συνδυασμό με τη φύση, τη θέση και τις συνθήκες ανεύρεσής τους, δημιουργεί συγκεκριμένη μαρτυρική σύνδεση με τη σκηνή. Δεν παραγνωρίζεται ότι η ανεύρεση γενετικού υλικού δεν αποδεικνύει και τον χρόνο, τον τρόπο ή τις περιστάσεις εναπόθεσής του. Ούτε τεκμηριώνει, από μόνη της, ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι το πρόσωπο που απεικονίζεται στα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης. Τα ζητήματα αυτά, όπως και όσα έθεσε η Υπεράσπιση, καθώς και η δυνατότητα διαφορετικής εξήγησης της παρουσίας του γενετικού υλικού, ανήκουν στην ουσιαστική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η θέση και η φύση των ευρημάτων, ωστόσο, δεν επιτρέπουν να θεωρηθεί το επιστημονικό αποτέλεσμα αδιάφορο ή αποσυνδεδεμένο από την εγκληματική ενέργεια. Σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, για τις συνθήκες τέλεσης του εμπρησμού, παρέχει επαρκή βάση για την περιορισμένη πιθανολόγηση που απαιτείται στο παρόν στάδιο.

 

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτείται στην ένσταση της Υπεράσπισης ως προς τη νομιμότητα του διατάγματος της 6.10.2026, δυνάμει του οποίου λήφθηκε γενετικό υλικό από τον Κατηγορούμενο 1. Η θέση που προβάλλεται είναι ότι το διάταγμα ενδέχεται να ακυρωθεί, με συνέπεια να καταστεί μη αξιοποιήσιμη η επιστημονική μαρτυρία που προέκυψε από τη λήψη του και, κατ' επέκταση, να αποστερηθεί η κατηγορούσα Αρχή το σημαντικότερο στοιχείο σύνδεσης του Κατηγορουμένου 1 με τον επίδικο εμπρησμό. Η εισήγηση δεν στερείται νομικής σημασίας. Η νομιμότητα της καταναγκαστικής λήψης γενετικού υλικού υπόκειται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις, περιλαμβανομένης της αναγκαιότητας και αναλογικότητας του μέτρου, όπως επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Πολιτική Αίτηση 122/2025, 21.1.2026). Η ενδεχόμενη ακύρωση του διατάγματος θα μπορούσε, αναλόγως των λόγων της και της νομικής βάσης στην οποία θα στηριζόταν, να επηρεάσει ουσιωδώς τη δυνατότητα αποδεικτικής αξιοποίησης των αποτελεσμάτων των γενετικών εξετάσεων. Εκείνο, όμως, που τίθεται προς κρίση, στην παρούσα διαδικασία, δεν είναι η ενδεχόμενη μελλοντική αποδεικτική κατάσταση, αλλά κατά πόσον το υφιστάμενο μαρτυρικό υλικό, εκτιμώμενο στην όψη του, παρέχει επαρκή βάση πιθανολόγησης καταδίκης. Το διάταγμα λήψης γενετικού υλικού εκδόθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο. Δεν προκύπτει ότι έχει ακυρωθεί, ούτε ότι έχει εκδοθεί δεσμευτική δικαστική κρίση περί παράνομης απόκτησης ή αποκλεισμού της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Η προβαλλόμενη δυνατότητα ακύρωσής του δεν έχει την ίδια δυναμική με κάποια διαπιστωμένη παρανομία. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, να θεωρήσει ως ήδη επελθούσα μια έννομη συνέπεια που εξακολουθεί να εξαρτάται από μελλοντική δικαστική κρίση. Δεν παραγνωρίζεται ότι η γενετική μαρτυρία αποτελεί τον σημαντικότερο αντικειμενικό σύνδεσμο του Κατηγορουμένου 1 με τη σκηνή. Ενδεχόμενος αποκλεισμός της θα διαφοροποιούσε ουσιωδώς τη μαρτυρική εικόνα και θα επέβαλλε επανεκτίμηση της πιθανότητας καταδίκης, στη βάση των στοιχείων που θα απέμεναν. Η δυνατότητα τέτοιας εξέλιξης, ωστόσο, δεν επιβάλλει τον προκαταβολικό παραμερισμό της μαρτυρίας, εφόσον δεν έχει διαπιστωθεί, κατά τον παρόντα χρόνο, νομικό κώλυμα συνεκτίμησής της. Ως εκ τούτου, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, λαμβάνεται υπόψη η αναφερόμενη επιστημονική σύνδεση του Κατηγορουμένου 1 με τα περισυλλεγέντα αντικείμενα, χωρίς να αποφαίνεται, το Δικαστήριο, επί της νομιμότητας του διατάγματος, της τελικής δεκτότητας ή της αποδεικτικής αξίας του γενετικού αποτελέσματος. Τα ζητήματα αυτά παραμένουν ανοικτά προς κρίση από το αρμόδιο Δικαστήριο, εφόσον τεθούν ενώπιόν του, με την προσήκουσα διαδικασία.

 

Όσον αφορά την κατοχή κινητού τηλεφώνου με ισπανική κάρτα SIM, παρουσιάζει ενδιαφέρον, λόγω της προηγηθείσας λήψης απειλητικών μηνυμάτων από ισπανικό τηλεφωνικό αριθμό. Δεν έχει, εντούτοις, προσκομιστεί, κατά τα διαθέσιμα στοιχεία, αποτέλεσμα τηλεπικοινωνιακής εξέτασης που να συνδέει τη συγκεκριμένη κάρτα με τον αριθμό αποστολής των μηνυμάτων ή με οποιαδήποτε επικοινωνία του Κατηγορουμένου 1 με τον Κατηγορούμενο 2. Η σχετική περίσταση συνεκτιμάται, χωρίς να της αποδίδεται αποδεικτικό περιεχόμενο, πέραν εκείνου που αντικειμενικά διαθέτει. Η πληροφορία του αστυνομικού πληροφοριοδότη παρουσιάζει, επίσης, συνάφεια με την εξεταζόμενη πράξη, καθόσον κατονομάζει τον Κατηγορούμενο 1 ως ένα από τα πρόσωπα που φέρονται να ενέχονται στην εκτέλεση του εμπρησμού. Δεν είναι γνωστή η πηγή γνώσης του πληροφοριοδότη, ούτε οι περιστάσεις υπό τις οποίες εξασφαλίστηκε η πληροφορία. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για εξακριβωμένη μαρτυρία συμμετοχής. Δεν μπορεί, όμως, να παραγνωριστεί ότι η μεταγενέστερη γενετική σύνδεση του Κατηγορουμένου 1 με αντικείμενα από τη σκηνή προσδίδει στην πληροφορία ένα αντικειμενικό σημείο συσχέτισης. Το επιστημονικό εύρημα δεν επιβεβαιώνει το σύνολο του περιεχομένου της, αλλά παρέχει ανεξάρτητο στοιχείο ως προς τη φερόμενη εμπλοκή του συγκεκριμένου προσώπου.

 

Όσον αφορά τη συνωμοσία, απαιτείται συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων για την επιδίωξη παράνομου σκοπού. Η συμφωνία δεν είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία, αλλά μπορεί να συναχθεί από περιστάσεις, συντονισμένες ενέργειες και τη συνολική συμπεριφορά των εμπλεκομένων (Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 53/2017 κ.ά., 15.12.2017· Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 633). Στην προκειμένη περίπτωση, η πληροφορία περί δράσης του Κατηγορουμένου 1 από κοινού με άλλο πρόσωπο, κατόπιν υπόδειξης του Κατηγορουμένου 2, δεν παραμένει εντελώς ασύνδετη με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενόψει της επιστημονικής σύνδεσης του Κατηγορουμένου 1 με τη σκηνή και των περιστάσεων που προηγήθηκαν του εμπρησμού. Το κατά πόσον τα στοιχεία αυτά θα οδηγήσουν τελικά σε διαπίστωση συνωμοτικής συμφωνίας, αποτελεί ζήτημα της δίκης. Στο παρόν στάδιο, επαρκούν, για να καταστήσουν ορατή την πιθανότητα καταδίκης και για τη σχετική κατηγορία.

 

Η άσκηση του δικαιώματος σιωπής από τον Κατηγορούμενο 1 δεν προσμετράται ως ενοχοποιητικό στοιχείο. Ούτε η άρνησή του να υποβληθεί σε ιατροδικαστική εξέταση αντιμετωπίζεται, χωρίς περαιτέρω νόμιμη βάση, ως απόδειξη ότι έφερε εγκαύματα ή ότι ενέχεται στην πράξη. Υπό το σύνολο των ανωτέρω, κρίνεται ότι η μαρτυρία, εξεταζόμενη στην όψη της, παρέχει επαρκή βάση πιθανολόγησης καταδίκης του Κατηγορουμένου 1 για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Η κατάληξη στηρίζεται, κυρίως, στην επιστημονική σύνδεση με τα αντικείμενα της σκηνής και, επικουρικά, στα λοιπά συναφή στοιχεία, χωρίς να περιλαμβάνει τελική κρίση ως προς την ενοχή ή την αποδεικτική επάρκεια οποιασδήποτε μαρτυρίας.

 

 

Η περίπτωση του Κατηγορουμένου 2 διαφοροποιείται ως προς τη φύση της μαρτυρικής σύνδεσης. Δεν υπάρχει επιστημονικό εύρημα που να τον συνδέει με τη σκηνή, ούτε μαρτυρία φυσικής παρουσίας του κατά την τέλεση του εμπρησμού. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές. Η περίσταση αυτή δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Δεν αποκλείει, ωστόσο, την ενδεχόμενη συμμετοχή του μέσω συνεννόησης, υποκίνησης ή υπόδειξης προς τρίτα πρόσωπα. Το κατά πόσον υπάρχει μαρτυρική βάση για τέτοια συμμετοχή, πρέπει να εξεταστεί από το σύνολο των περιστάσεων, και όχι αποκλειστικά από την αδυναμία φυσικής παρουσίας του στη σκηνή.

 

Αφετηρία αποτελεί η συγκεκριμένη απειλή που η παραπονούμενη αποδίδει στον Κατηγορούμενο 2, ότι θα της έκαιγε το κατάστημα και το όχημα. Η σημασία της δεν έγκειται απλώς στο απειλητικό της περιεχόμενο ή στην προηγούμενη ένταση της προσωπικής τους σχέσης, αλλά, ιδίως, στο ότι οι δύο περιουσίες που κατονομάστηκαν στην απειλή αποτέλεσαν, μεταγενέστερα, στόχο δύο χωριστών εμπρηστικών ενεργειών. Η αντιστοιχία μεταξύ της απειλής και όσων ακολούθησαν είναι συγκεκριμένη, τόσο ως προς τη φύση της απειλούμενης πράξης όσο και ως προς τα αντικείμενά της. Δεν περιορίζεται σε κάποια γενική αναφορά πρόκλησης βλάβης, ούτε σε απροσδιόριστη εχθρική διάθεση. Πρόκειται για φερόμενη απειλή εμπρησμού δύο συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία, στη συνέχεια, πράγματι, υπέστησαν εμπρησμό. Το γεγονός αυτό αποτελεί ουσιώδη περιστατική μαρτυρία κατά την εξέταση ενδεχόμενης εμπλοκής του Κατηγορουμένου 2. Δεν αποδεικνύει, από μόνο του, ότι εκείνος οργάνωσε τις ενέργειες, προσδίδει, όμως, ειδικότερο περιεχόμενο στο ενδεχόμενο κίνητρο και καθιστά τη μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων συναφή με την προηγούμενη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Η μαρτυρία αυτή εντάσσεται σε ευρύτερη χρονική ακολουθία. Είχαν προηγηθεί επανειλημμένες καταγγελίες της παραπονούμενης, εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, φερόμενες απειλές και περιστατικά παρενοχλητικής συμπεριφοράς. Ακολούθησε ο εμπρησμός του καταστήματος, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 τελούσε υπό κράτηση, και στη συνέχεια ο εμπρησμός του οχήματος, υπό το ίδιο καθεστώς.

 

Η ύπαρξη των εκκρεμών υποθέσεων ή διερευνήσεων δεν αντιμετωπίζεται ως απόδειξη προηγούμενης εγκληματικής συμπεριφοράς. Εκείνο που παρουσιάζει σημασία είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας για συγκεκριμένες προηγηθείσες απειλές και η συνάφειά τους με όσα ακολούθησαν. Ούτε το γεγονός της κράτησης του Κατηγορουμένου 2 μπορεί να οδηγήσει, χωρίς άλλη εξέταση, σε αποκλεισμό της πιθανότητας συμμετοχής του μέσω τρίτων προσώπων. Προστίθενται τα απειλητικά μηνύματα που η παραπονούμενη καταγγέλλει ότι λάμβανε από λογαριασμούς με ψευδή στοιχεία και αριθμούς τηλεφώνων του εξωτερικού. Το περιεχόμενο ορισμένων παρουσιάζει θεματική συνάφεια με τις προηγούμενες απειλές, με αναφορές σε παρακολούθηση, εκδίκηση, πρόκληση σωματικής βλάβης και καταστροφή περιουσίας. Ιδιαίτερα, τα μηνύματα του Σεπτεμβρίου 2026 περιλαμβάνουν απειλές για καταστροφή κατοικιών, αυτοκινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, ενώ κάποια προήλθαν από ισπανικό τηλεφωνικό αριθμό. Η κατοχή ισπανικής κάρτας SIM από τον Κατηγορούμενο 1 αποτελεί πρόσθετη περίσταση, η οποία παρουσιάζει ενδιαφέρον στη συνδυαστική εξέταση της υπόθεσης.

 

Η ταυτότητα των αποστολέων δεν έχει εξακριβωθεί. Η παραπονούμενη εκφράζει υποψίες εναντίον του Κατηγορουμένου 2, χωρίς να καταγράφεται μέχρι στιγμής επιστημονική ή τηλεπικοινωνιακή επιβεβαίωσή τους. Ούτε έχει διαπιστωθεί ότι η ισπανική κάρτα που βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1 αντιστοιχεί στον αριθμό από τον οποίο στάλθηκαν τα σχετικά μηνύματα. Η κοινή αναφορά σε ισπανική τηλεφωνική σύνδεση δεν αποτελεί ταυτοποίηση. Τα δεδομένα αυτά δεν μπορούν, επομένως, να στηρίξουν αυτοτελή διαπίστωση ότι τα μηνύματα στάλθηκαν από οποιονδήποτε από τους Κατηγορουμένους. Συνεκτιμώνται, όμως, ως μέρος της συνολικής μαρτυρικής εικόνας, με την επιφύλαξη της περιορισμένης αποδεικτικής τους σημασίας στο παρόν στάδιο.

 

Περαιτέρω, η πληροφορία που περιήλθε στην Αστυνομία την 2.10.2026 συνδέει ευθέως τον Κατηγορούμενο 2 με τον επίδικο εμπρησμό. Σύμφωνα με αυτήν, η πράξη εκτελέστηκε από τον Κατηγορούμενο 1 και άλλο πρόσωπο, κατόπιν υπόδειξης του Κατηγορουμένου 2. Η πληροφορία αυτή διαφέρει από μία γενική αναφορά περί εμπλοκής ή από την απλή έκφραση υποψίας. Αποδίδει συγκεκριμένο τρόπο συμμετοχής του Κατηγορουμένου 2, διακρίνοντας μεταξύ εκείνου που φέρεται να υπέδειξε την πράξη και εκείνων που φέρονται να την εκτέλεσαν. Παραμένει, βεβαίως, εξ ακοής πληροφορία, της οποίας δεν έχουν καταστεί γνωστές η βάση γνώσης και οι περιστάσεις εξασφάλισης. Δεν μπορεί να θεωρηθεί εξακριβωμένο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 έδωσε οποιαδήποτε υπόδειξη, ούτε ότι υφίστατο συμφωνία μεταξύ των κατονομαζόμενων προσώπων. Η αξιοπιστία της πηγής και η αποδεικτική δυνατότητα αξιοποίησης του περιεχομένου της θα αποτελέσουν ζητήματα της δίκης. Ωστόσο, η πληροφορία δεν εξετάζεται απομονωμένα. Η μεταγενέστερη επιστημονική σύνδεση του Κατηγορουμένου 1 με αντικείμενα της σκηνής παρέχει εξωτερικό στοιχείο που συνάδει με ένα ουσιώδες μέρος της, δηλαδή τη φερόμενη εμπλοκή ενός από τα πρόσωπα τα οποία κατονομάζει. Το στοιχείο αυτό δεν επιβεβαιώνει την αποδιδόμενη υπόδειξη από τον Κατηγορούμενο 2. Εμποδίζει, όμως, να αντιμετωπιστεί η πληροφορία ως εντελώς αποκομμένη από τα αντικειμενικά δεδομένα της έρευνας.

 

Η μαρτυρική σημασία των περιστάσεων αυτών αναδεικνύεται από τη μεταξύ τους συνάφεια. Η προηγηθείσα συγκεκριμένη απειλή εμπρησμού, η μεταγενέστερη καταστροφή ακριβώς των δύο περιουσιακών στοιχείων που είχαν κατονομαστεί, τα περαιτέρω απειλητικά μηνύματα, η πληροφορία περί υπόδειξης της πράξης από τον Κατηγορούμενο 2 και η επιστημονική σύνδεση του Κατηγορουμένου 1 με τη σκηνή συνιστούν στοιχεία που, παρά τις επιμέρους αβεβαιότητές τους, αποκτούν πρόσθετη σημασία, όταν εξετάζονται στο σύνολό τους. Δεν απαιτείται, στο παρόν στάδιο, να αποδειχτεί ο τρόπος με τον οποίον ο Κατηγορούμενος 2, ενόσω τελούσε υπό κράτηση, ενδεχομένως επικοινώνησε με τους φυσικούς αυτουργούς. Ούτε να διαπιστωθεί ποιος απέστειλε καθένα από τα καταγγελλόμενα μηνύματα ή υπό ποιες ακριβώς συνθήκες καταρτίστηκε η φερόμενη συμφωνία. Απαιτείται να υπάρχει επαρκής μαρτυρική βάση, ώστε η πιθανότητα συμμετοχής του στα επίδικα αδικήματα να μην παραμένει απλή εικασία. Το σύνολο των προαναφερθέντων στοιχείων παρέχει τέτοια βάση. Η συγκεκριμένη απειλή, η μετέπειτα πραγματοποίηση των απειλούμενων ενεργειών και η πληροφορία περί ανάθεσης της πράξης σε τρίτα πρόσωπα, μέρος της οποίας συνδέεται με αντικειμενικό επιστημονικό εύρημα, δημιουργούν μαρτυρική εικόνα από την οποία διαφαίνεται ορατή πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου 2.

 

Η ίδια προσέγγιση ισχύει και για την κατηγορία της συνωμοσίας. Η φερόμενη υπόδειξη προς τρίτους, σε συνδυασμό με την επακολουθήσασα πράξη και τις υπόλοιπες περιστάσεις, παρέχει, στο παρόν στάδιο, επαρκή βάση πιθανολόγησης συνεννόησης για την τέλεση του εμπρησμού. Δεν απαιτείται να προκύπτει ήδη άμεση μαρτυρία ρητής συμφωνίας ή να έχει εξακριβωθεί το ακριβές περιεχόμενο της επικοινωνίας μεταξύ των φερόμενων εμπλεκομένων. Η κατάληξη δεν παραγνωρίζει τα κενά και τις αβεβαιότητες της μαρτυρίας. Η ταυτότητα των αποστολέων των μηνυμάτων παραμένει ανεξακρίβωτη, και η πληροφορία του πληροφοριοδότη χρήζει ουσιαστικής δοκιμασίας, ενώ δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 2 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 1 για τον επίδικο εμπρησμό. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να έχουν καθοριστική σημασία κατά την εκδίκαση, όπου η κατηγορούσα Αρχή θα φέρει το βάρος απόδειξης της ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν είναι, όμως, το κριτήριο αυτό που απασχολεί επί του παρόντος. Η ύπαρξη ελλείψεων ή η δυνατότητα διαφορετικής ερμηνείας ορισμένων περιστάσεων δεν εξαλείφει αναγκαστικά κάθε πιθανότητα καταδίκης. Η παρούσα διαπίστωση περιορίζεται στο ότι, από την όψη και τη συνδυαστική θεώρηση της μαρτυρίας, η ενδεχόμενη συμμετοχή του Κατηγορουμένου 2 στα επίδικα αδικήματα έχει συγκεκριμένο μαρτυρικό έρεισμα. Κρίνεται, συνεπώς, ότι πληρούται και για τον Κατηγορούμενο 2 η εξεταζόμενη παράμετρος της πιθανότητας καταδίκης, χωρίς οποιαδήποτε προκατάληψη της τελικής κρίσης ως προς την ενοχή ή την αθωότητά του.

 

Έχοντας διαπιστώσει ότι, από την όψη του διαθέσιμου μαρτυρικού υλικού, διαφαίνεται πιθανότητα καταδίκης αμφοτέρων των Κατηγορουμένων, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η σοβαρότητα των κατηγοριών, η προοπτική επιβολής αυστηρής ποινής και οι προσωπικές περιστάσεις καθενός δημιουργούν κίνδυνο αποφυγής της δίκης, ο οποίος να δικαιολογεί την κράτησή τους. Η ενδεχόμενη επιβολή πολυετούς στερητικής της ελευθερίας ποινής αποτελεί σημαντικό κίνητρο φυγής. Δεν αρκεί, όμως, η διαπίστωση ενός τέτοιου κινήτρου, χωρίς εκτίμηση της πραγματικής του επίδρασης στον συγκεκριμένο Κατηγορούμενο. Ούτε οι δεσμοί με τη Δημοκρατία λειτουργούν ως αμάχητο αντεπιχείρημα. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον οι συνθήκες που διαπιστώνονται καθιστούν αναγκαία την κράτηση, αντί της διασφάλισης της εμφάνισης με όρους.

 

 

 

 

Κατηγορούμενος 1

 

Ο Κατηγορούμενος 1 είναι Κύπριος πολίτης, ηλικίας 28 ετών. Δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου διασυνδέσεις του με άλλη χώρα, ούτε προηγούμενες ποινικές καταδίκες. Υπάρχει αναφορά σε σύλληψή του δυνάμει δικαστικού εντάλματος, εκδοθέντος για άλλα υπό διερεύνηση αδικήματα, χωρίς να προκύπτει, από την αναφορά αυτή, προηγούμενη φυγοδικία, παραβίαση όρων εγγύησης ή αποφυγή δικαστικής διαδικασίας. Δεν έχουν προσκομιστεί ειδικότερα στοιχεία για την επαγγελματική, οικογενειακή ή περιουσιακή του κατάσταση, ώστε να αποτιμηθούν συγκεκριμένοι δεσμοί, πέραν όσων ευλόγως συνδέονται με την ιδιότητά του ως Κύπριου πολίτη. Η έλλειψη τέτοιων πληροφοριών δεν επιτρέπει να θεωρηθούν δεδομένοι ισχυροί προσωπικοί δεσμοί. Δεν δικαιολογεί, όμως, ούτε το αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή στερείται ουσιαστικής σύνδεσης με τη χώρα. Απέναντι στις περιστάσεις αυτές τίθενται η ιδιαίτερη σοβαρότητα του εμπρησμού, η δυνατότητα επιβολής αυστηρής στερητικής της ελευθερίας ποινής και η μαρτυρία που, στο παρόν στάδιο, συνδέει τον Κατηγορούμενο 1 με την πράξη. Ιδίως η γενετική σύνδεση με αντικείμενα της σκηνής αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της πιθανολόγησης καταδίκης, με τις επιφυλάξεις που ήδη εκτέθηκαν σχετικά με την αμφισβητούμενη νομιμότητα του διατάγματος λήψης DNA. Τα στοιχεία αυτά δεν υποτιμώνται. Παρέχουν αντικειμενική βάση ανησυχίας ότι ο Κατηγορούμενος 1, αντιμέτωπος με τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας καταδίκης, θα μπορούσε να επιδιώξει την αποφυγή τους. Ωστόσο, δεν έχει καταδειχτεί προηγούμενη συμπεριφορά του που να υποδηλώνει πρόθεση αποφυγής της δικαιοσύνης, προετοιμασία διαφυγής, πρόσβαση σε διασυνδέσεις του εξωτερικού ή οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο δεδομένο που να ενισχύει ουσιωδώς την ανησυχία αυτή. Η σοβαρότητα των κατηγοριών και η πιθανότητα καταδίκης δεν αντιμετωπίζονται απομονωμένα. Συνεκτιμώνται με την απουσία προηγούμενων καταδικών, την έλλειψη γνωστών διασυνδέσεων με άλλες χώρες και το γεγονός ότι δεν διαπιστώνεται προηγούμενη συμπεριφορά αποφυγής δικαστικής διαδικασίας. Με τα δεδομένα αυτά, κρίνεται ότι το ενδεχόμενο φυγοδικίας, παρότι δεν μπορεί να αποκλειστεί, δεν εμφανίζει τέτοια ένταση, ώστε να καθιστά αναγκαία τη στέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου 1. Η παρουσία του μπορεί να διασφαλιστεί επαρκώς με αυστηρούς και κατάλληλα διαμορφωμένους όρους εγγύησης, απαγόρευση εξόδου από τη Δημοκρατία, παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων και τακτική παρουσία σε αστυνομικό σταθμό.

 

Κατηγορούμενος 2

 

Ο Κατηγορούμενος 2 είναι Κύπριος πολίτης, ηλικίας 29 ετών, χωρίς γνωστές διασυνδέσεις με άλλες χώρες. Διαθέτει ποινικό ιστορικό και αντιμετωπίζει περαιτέρω εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις. Δεν έχουν τεθεί ειδικότερα στοιχεία για την οικογενειακή, επαγγελματική ή οικονομική του κατάσταση. Οι περιστάσεις του διαφοροποιούνται από εκείνες του Κατηγορουμένου 1. Η προσωπική του σχέση με την παραπονούμενη έχει διακοπεί πρόσφατα, ενώ, κατά τις καταγγελίες της, η διακοπή ακολουθήθηκε από επίμονες προσπάθειες επικοινωνίας, απειλές και περαιτέρω περιστατικά που αποτέλεσαν αντικείμενο ποινικών διαδικασιών. Τα στοιχεία αυτά έχουν σημασία για την εξέταση της συμπεριφοράς του και, ιδίως, του αυτοτελούς κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Δεν παρέχουν, όμως, από μόνα τους ένδειξη προετοιμασίας φυγής ή πρόθεσης αποφυγής της δίκης. Η διατάραξη μιας προσωπικής σχέσης δεν αποτελεί, χωρίς συγκεκριμένη περαιτέρω σύνδεση, παράγοντα που να αυξάνει την πιθανότητα φυγοδικίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, στις υπόλοιπες εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, ο Κατηγορούμενος 2 δεν φυγοδίκησε. Η προηγούμενη αυτή δικονομική συμπεριφορά αποτελεί συγκεκριμένο στοιχείο υπέρ της προοπτικής συμμόρφωσής του προς την υποχρέωση εμφάνισης. Δεν εξουδετερώνει, βεβαίως, άνευ ετέρου, τον κίνδυνο που ενδέχεται να δημιουργείται από τις σοβαρότερες κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης και την προοπτική αυστηρής ποινής. Το ποινικό ιστορικό του συνεκτιμάται. Ωστόσο, χωρίς ειδικότερα δεδομένα ως προς τη φύση των προηγούμενων καταδικών, δεν μπορεί να του αποδοθεί συγκεκριμένη σημασία για την τάση αποφυγής της δικαστικής διαδικασίας. Ομοίως, η ύπαρξη περισσότερων εκκρεμών υποθέσεων δεν αποτελεί, από μόνη της, ένδειξη φυγοδικίας, ιδίως όταν η προηγούμενη παρουσία του στις σχετικές διαδικασίες δεν αμφισβητείται. Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και η ορατή πιθανότητα καταδίκης δημιουργούν, αναμφίβολα, κίνητρο αποφυγής των συνεπειών της ποινικής διαδικασίας. Ωστόσο, συνεκτιμώντας την κυπριακή υπηκοότητα, την απουσία γνωστών διασυνδέσεων με το εξωτερικό και, προεχόντως, την προηγούμενη συνεπή εμφάνιση στις εκκρεμείς υποθέσεις, δεν διαπιστώνεται ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας είναι τέτοιος, ώστε να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλους όρους. Το αίτημα κράτησης του Κατηγορουμένου 2 δεν δικαιολογείται, επομένως, αποκλειστικά στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Η κατάληξη αυτή δεν εξαντλεί την εξέταση του αιτήματος της κατηγορούσας Αρχής, το οποίο στηρίζεται, ειδικά για τον Κατηγορούμενο 2, και στον αυτοτελή κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων.

 

Κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων

 

Η εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν προϋποθέτει απόδειξη των πράξεων που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο εκκρεμών ή υπό διερεύνηση ποινικών υποθέσεων. Ούτε επιβάλλει παρεμπίπτουσα εξέταση της μαρτυρίας καθεμιάς από αυτές. Αντικείμενο της κρίσης είναι κατά πόσον το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, εκτιμώμενο κατά τη φύση και τη σημασία του, δημιουργεί ισχυρή εντύπωση πιθανότητας μελλοντικής παραβατικής συμπεριφοράς (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 130· Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 47/2024, 11.3.2024· Ντεμλόζ ν. Αστυνομίας, ανωτέρω).

 

Στο Τεκμήριο Γ, καταγράφεται η καταδίκη του Κατηγορουμένου 2, στις 22.2.2023, στην υπόθεση αρ. 18293/2022 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και έξι μηνών, άμεσης ισχύος, για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια και προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 3.10.2022. Προκύπτει, επίσης, ότι αποφυλακίστηκε επ' αδεία με ειδικούς όρους, κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου Αποφυλακίσεως Επ' Αδεία. Η προηγούμενη καταδίκη αφορά σοβαρή εγκληματική δραστηριότητα, διαφορετικής φύσης από την επίδικη. Δεν τεκμηριώνει ειδική τάση άσκησης βίας εναντίον της παραπονούμενης, ούτε επιτρέπει να συναχθεί ότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε τους όρους της αποφυλάκισής του. Δεν έχει διευκρινιστεί, άλλωστε, αν οι όροι αυτοί εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά τον χρόνο των καταγγελλόμενων περιστατικών. Αποτελεί, ωστόσο, συναφές στοιχείο του ποινικού του ιστορικού, το οποίο δεν μπορεί να παραγνωριστεί κατά την εκτίμηση της συνολικής εικόνας.

 

Περαιτέρω, τα στοιχεία των εκκρεμών και υπό διερεύνηση υποθέσεων (Τεκμήρια Δ – Θ) αποτυπώνουν σειρά καταγγελιών της ίδιας παραπονούμενης, σε διαφορετικούς χρόνους, για απειλές, παρενόχληση, ανεπιθύμητη προσέγγιση, ψυχολογική βία και παραβίαση διατάγματος απαγόρευσης επικοινωνίας. Οι σχετικές αναφορές δεν περιορίζονται στην απαρίθμηση νομικών χαρακτηρισμών, αλλά περιλαμβάνουν, σε σημαντικό μέρος τους, περιγραφή περιστατικών, συγκεκριμένες ημερομηνίες και το περιεχόμενο απειλών που καταγγέλθηκαν. Η ύπαρξη κατηγορίας για παραβίαση προστατευτικού διατάγματος συνεκτιμάται, χωρίς να θεωρείται διαπιστωμένη η παράβαση. Το Δικαστήριο δεν διαθέτει, στην παρούσα διαδικασία, το σύνολο της μαρτυρίας της σχετικής υπόθεσης, ώστε να διαμορφώσει κρίση περί τέλεσής της. Τούτο δεν αποκλείει τη συνεκτίμηση της καταγγελίας, αποτρέπει, όμως, την απόδοση σε αυτήν βαρύτητας ισοδύναμης με διαπιστωμένη προηγούμενη ανυπακοή. Συναφής είναι η Νέστορος ν. Αστυνομίας, ανωτέρω.

 

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παρούσας υπόθεσης αποτελεί η συγκεκριμένη απειλή εμπρησμού του καταστήματος και του οχήματος της παραπονούμενης, την οποίαν εκείνη αποδίδει στον Κατηγορούμενο 2. Ακολούθησαν, σε διαφορετικές ημερομηνίες, εμπρησμοί ακριβώς των δύο αυτών περιουσιακών στοιχείων. Η αντιστοιχία δεν αποδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος 2 προκάλεσε ή οργάνωσε τις ενέργειες. Αποτελεί, όμως, ουσιώδη περίσταση, η οποία προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην προηγηθείσα απειλή και στην εκτίμηση της ενδεχόμενης συνέχισης της καταγγελλόμενης συμπεριφοράς. Συνεκτιμάται, επίσης, η πληροφορία που περιήλθε στην Αστυνομία περί εμπλοκής του Κατηγορουμένου 2 μέσω υπόδειξης της πράξης σε τρίτα πρόσωπα. Η πληροφορία αυτή δεν έχει εξακριβωθεί στο σύνολό της. Η επιστημονική σύνδεση του Κατηγορουμένου 1 με αντικείμενα της σκηνής παρέχει, πάντως, στοιχείο συσχέτισης με μέρος του περιεχομένου της, χωρίς να αποδεικνύει την αποδιδόμενη στον Κατηγορούμενο 2 υπόδειξη.

 

Τα μεταγενέστερα απειλητικά μηνύματα αντιμετωπίζονται με ανάλογη επιφύλαξη. Η ταυτότητα των αποστολέων δεν έχει εξακριβωθεί και δεν επιτρέπεται να αποδοθούν στον Κατηγορούμενο 2, απλώς επειδή η παραπονούμενη τον υποψιάζεται. Ούτε το γεγονός ότι ορισμένα μηνύματα φέρονται να στάλθηκαν ενόσω εκείνος τελούσε υπό κράτηση αρκεί για συμπέρασμα ότι είχε δυνατότητα παράνομης επικοινωνίας με τρίτους. Το περιεχόμενό τους, ωστόσο, αποτελεί μέρος του ιστορικού των καταγγελιών και της διερεύνησης των περιστατικών που αφορούν την παραπονούμενη.

 

Η εκτίμηση δεν στηρίζεται ούτε στον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων ούτε στην παραδοχή ότι οι καταγγελλόμενες πράξεις έχουν τελεστεί. Η σημασία τους αναζητείται στη χρονική αλληλουχία, στη συνάφεια της αποδιδόμενης συμπεριφοράς, στην επαναλαμβανόμενη αναφορά στο ίδιο παραπονούμενο πρόσωπο και, κυρίως, στη συγκεκριμένη απειλή που ακολουθήθηκε από εμπρησμούς των περιουσιακών στοιχείων στα οποία αφορούσε. Η προηγούμενη σοβαρή καταδίκη προσθέτει ένα διαφορετικό δεδομένο ποινικής συμπεριφοράς, χωρίς να συγχέεται με την ειδικότερη εκτίμηση του κινδύνου σε βάρος της παραπονούμενης. Το δε γεγονός ότι οι επίδικοι εμπρησμοί εκδηλώθηκαν ενόσω ο Κατηγορούμενος 2 βρισκόταν υπό κράτηση δεν αποδεικνύει ότι εκείνος ενεχόταν σε αυτούς, καθιστά, όμως, αναγκαία την εξέταση και της καταγγελλόμενης δυνατότητας έμμεσης συμμετοχής του σε αξιόποινες ενέργειες. Υπό τα δεδομένα αυτά, το σύνολο των στοιχείων δημιουργεί την απαιτούμενη ισχυρή εντύπωση πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων, με ειδικότερη αναφορά στον κίνδυνο περαιτέρω αξιόποινων ενεργειών σε βάρος της ίδιας παραπονούμενης. Η κρίση διαμορφώνεται χωρίς οποιαδήποτε παραδοχή ενοχής για τις εκκρεμείς υποθέσεις και χωρίς να προδικάζεται η τελική αποδεικτική αξία των σχετικών καταγγελιών.

 

Απομένει η εξέταση της δυνατότητας αντιμετώπισης του κινδύνου με ηπιότερα μέτρα. Η συγκεκριμενοποίηση του προσώπου έναντι του οποίου εκτιμάται ότι ενδέχεται να εκδηλωθεί η παραβατική συμπεριφορά αποτελεί παράγοντα υπέρ της δυνατότητας επιβολής προστατευτικών όρων. Η απαγόρευση επικοινωνίας και προσέγγισης, σε συνδυασμό με άλλους πρόσφορους περιορισμούς, μπορεί, αναλόγως των περιστάσεων, να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον κίνδυνο. Δεν απαιτείται οι όροι να εξαλείφουν κάθε θεωρητική πιθανότητα νέου αδικήματος (Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Εν προκειμένω, η ανησυχία δεν περιορίζεται σε ενδεχόμενη ανεπιθύμητη προσωπική προσέγγιση. Αφορά καταγγελλόμενη συμπεριφορά που περιλαμβάνει ιδιαίτερα σοβαρές απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητας και της περιουσίας, ενώ ακολούθησαν δύο εμπρησμοί των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων. Επιπλέον, η μαρτυρική εικόνα περιλαμβάνει πληροφορία για φερόμενη συμμετοχή του Κατηγορουμένου 2 μέσω τρίτων προσώπων, η οποία, κατά την περιορισμένη αξιολόγηση της παρούσας διαδικασίας, δεν στερείται αντικειμενικού σημείου συσχέτισης. Δεν θεωρείται αποδεδειγμένη κάποια προηγούμενη παραβίαση προστατευτικού διατάγματος, ούτε η κρίση περί ανεπάρκειας όρων στηρίζεται σε τέτοια παραδοχή. Εντούτοις, η φύση και η ένταση του συγκεκριμένου κινδύνου, όπως αναδύεται από τη συνολική μαρτυρική εικόνα, υπερβαίνουν εκείνες που μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς με την απλή απαγόρευση προσωπικής επικοινωνίας ή προσέγγισης. Η προσθήκη όρων εγγύησης και αστυνομικής επιτήρησης συνεκτιμάται, χωρίς, υπό τις περιστάσεις αυτές, να παρέχει επαρκή διασφάλιση έναντι του κινδύνου περαιτέρω σοβαρών αξιόποινων ενεργειών. Η κράτηση δεν εξαλείφει κάθε δυνατότητα παράνομης συμπεριφοράς. Ούτε απαιτείται τέτοια βεβαιότητα για την επιβολή της. Κρίνεται, όμως, ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο προσωρινού περιορισμού της δυνατότητας εκδήλωσης του διαπιστωμένου κινδύνου.

 

Έχοντας συνεκτιμήσει την ηλικία του Κατηγορουμένου 2, τα γνωστά προσωπικά του δεδομένα, την προηγούμενη ποινική του καταδίκη, τις εκκρεμείς και υπό διερεύνηση υποθέσεις, το περιεχόμενο και τη χρονική εξέλιξη των καταγγελιών, τη φύση του κινδύνου και τη δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών μέτρων, κρίνεται δικαιολογημένη την κράτησή του μέχρι την ορισθείσα ημερομηνία εμφάνισης ενώπιον του Κακουργιοδικείου, την 10.12.2026.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που προηγήθηκαν, το αίτημα κράτησης του Κατηγορουμένου 1 δεν δικαιολογείται. Η σοβαρότητα των κατηγοριών, η πιθανότητα καταδίκης και η προοπτική επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής συνεκτιμήθηκαν με τις γνωστές προσωπικές του περιστάσεις, χωρίς να προκύπτει ότι η εμφάνισή του ενώπιον του Κακουργιοδικείου δεν μπορεί να διασφαλιστεί με κατάλληλους όρους.

 

Εξετάστηκαν οι όροι που εισηγήθηκε η Υπεράσπιση, περιλαμβανομένης της αναφοράς σε οικονομική αδυναμία του Κατηγορουμένου 1. Η οικονομική κατάσταση αποτελεί ουσιώδη παράμετρο και κατά τον καθορισμό προσωπικής εγγύησης, η οποία, μολονότι δεν προϋποθέτει άμεση χρηματική καταβολή, οφείλει να έχει πραγματικό εξασφαλιστικό περιεχόμενο. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, το ύψος της εγγύησης εκτιμάται σε συνάρτηση με τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ώστε η ενδεχόμενη κατάπτωσή της να λειτουργεί ως ουσιαστικό αντικίνητρο φυγοδικίας. Συναφώς, αναγνωρίζεται υποχρέωση του Κατηγορουμένου να παρέχει καλόπιστα επαρκείς και, εφόσον χρειαστεί, επαληθεύσιμες πληροφορίες για την οικονομική του κατάσταση, προς διευκόλυνση του πρόσφορου καθορισμού της εγγύησης (Iwańczuk v. Poland, αρ. 25196/94, 15.11.2001, § 66· Mangouras v. Spain [GC], αρ. 12050/04, 28.9.2010, §§ 78–80· Gafà v. Malta, αρ. 54335/14, 22.5.2018, § 70). Εν προκειμένω, πέραν της γενικής επίκλησης οικονομικής αδυναμίας, δεν παρασχέθηκαν συγκεκριμένες πληροφορίες για τα εισοδήματα, την περιουσία ή τις οικονομικές υποχρεώσεις του Κατηγορουμένου 1. Η έλλειψη αυτή δεν επιτρέπει την ακριβή αποτίμηση της οικονομικής του δυνατότητας, δεν επιβάλλει, όμως, και την ανεπιφύλακτη αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού, ούτε εμποδίζει τον καθορισμό προσωπικής εγγύησης με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα. Συναφώς, συνεκτιμάται η νεαρή ηλικία του, χωρίς να έχουν τεθεί στοιχεία περί περιορισμένης ικανότητας προς εργασία, περιστάσεις που δεν αποδεικνύουν μεν συγκεκριμένη εισοδηματική ευχέρεια, δεν παρέχουν, όμως, ούτε έρεισμα για παραδοχή πλήρους αδυναμίας ανάληψης προσωπικής εγγυητικής υποχρέωσης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, λαμβανομένων υπόψη της σοβαρότητας των κατηγοριών, της πιθανότητας καταδίκης, της προοπτικής επιβολής αυστηρής ποινής και των γνωστών προσωπικών δεδομένων του Κατηγορουμένου 1, κρίνεται πρόσφορη η υπογραφή προσωπικής εγγύησης ύψους €10.000, χωρίς απαίτηση άμεσης χρηματικής καταβολής. Το ποσό δεν καθορίζεται ως οικονομικό αντίστοιχο της βαρύτητας των αδικημάτων, αλλά προς διασφάλιση της εμφάνισής του στη δίκη. Ελλείψει πληρέστερης οικονομικής εικόνας, η αποτρεπτική επίδραση της συγκεκριμένης εγγύησης δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Συνεκτιμάται, συνεπώς, με τις λοιπές εξασφαλίσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν την παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, την απαγόρευση εξόδου από τη Δημοκρατία και την υποχρέωση καθημερινής παρουσίας στην Αστυνομία. Η καθημερινή παρουσία σε Αστυνομικό Σταθμό κρίνεται πρόσφορη για την αποτελεσματική παρακολούθηση της συμμόρφωσης του Κατηγορουμένου 1 και τη διασφάλιση της παρουσίας του ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Η συχνότητα της υποχρέωσης δικαιολογείται από τη σοβαρότητα των αποδιδόμενων αδικημάτων, την προοπτική επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής και το χρονικό διάστημα μέχρι την ορισθείσα εμφάνισή του. Η δυνατότητα επιλογής Αστυνομικού Σταθμού και προσέλευσης εντός καθορισμένου τρίωρου διαστήματος μετριάζει την πρακτική επιβάρυνση του όρου, διατηρώντας την αποτελεσματικότητά του. Οι όροι αυτοί, εξεταζόμενοι συνολικά και υπό το φως της φύσης και της έντασης του εκτιμώμενου κινδύνου, κρίνονται επαρκείς και αναλογικοί για τη διασφάλιση της εμφάνισης του Κατηγορουμένου 1 στη δίκη, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η κράτησή του.

 

Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος 1 να αφεθεί ελεύθερος, υπό τους ακόλουθους όρους:

 

(α) Να παραδώσει στην Αστυνομία όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα που κατέχει.

 

(β) Το όνομά του να περιληφθεί στον κατάλογο προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία (Stop List).

 

(γ) Να μην διέλθει από οποιοδήποτε οδόφραγμα και να μην μεταβεί, με οποιονδήποτε τρόπο, σε περιοχές της Δημοκρατίας που δεν τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχό της.

 

(δ) Να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €10.000, προς διασφάλιση της εμφάνισής του ενώπιον του Κακουργιοδικείου κατά την ορισθείσα ημερομηνία και σε κάθε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον απαιτηθεί.

 

(ε) Να παρουσιάζεται καθημερινά, περιλαμβανομένων Σαββάτων, Κυριακών και δημόσιων αργιών, μεταξύ των ωρών 18:00 και 21:00, σε Αστυνομικό Σταθμό τον οποίο θα επιλέξει και θα δηλώσει κατά την εκτέλεση των όρων απόλυσής του. Αλλαγή του δηλωθέντος Σταθμού θα επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου.

 

Οι όροι θα ισχύουν μέχρι νεότερου διατάγματος του αρμόδιου Δικαστηρίου. Ο Κατηγορούμενος 1 οφείλει να εμφανιστεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 10.12.2026. Η απόλυσή του δυνάμει της παρούσας απόφασης δεν επηρεάζει οποιοδήποτε άλλο νόμιμο καθεστώς κράτησης στο οποίο τυχόν υπόκειται.

 

Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, το αίτημα κράτησης δεν δικαιολογείται στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Εγκρίνεται στη βάση του αυτοτελώς προβαλλόμενου κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη, αφού κρίθηκε ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί επαρκώς με ηπιότερα μέτρα. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα κράτησης του Κατηγορουμένου 2 μέχρι τις 10.12.2026 και διάταγμα προσαγωγής του ενώπιον του Κακουργιοδικείου κατά την ημερομηνία αυτή.

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο