ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 2499 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Δ. Σ.
___________________
Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, για διάρρηξη κτηρίου και κλοπή, αδικήματα που στρέφονται εναντίον διαφορετικών παραπονούμενων, σε διαφορετικές περιοχές, που φέρονται να διαπράχτηκαν τον Οκτώβριο του 2024. Εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης, που εκκρεμούσε εναντίον του, και υποβλήθηκε, από την κατηγορούσα Αρχή, αίτημα για την κράτησή του, μέχρι την ημερομηνία που είναι ορισμένη η υπόθεση, λόγω της παρατηρούμενης τάσης και κατ’ επέκταση του κινδύνου περαιτέρω φυγοδικίας. Το αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση της Υπεράσπισης. Ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.
Κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης. Η υπόθεση καταχωρίστηκε την 4.3.2026, και ορίστηκε την 15.4.2026, και μετέπειτα, για επίδοση, την 19.5.2026. Την 19.5.2026, ο Κατηγορούμενος, στον οποίον έγινε προσωπική επίδοση την 30.4.2026, ήταν απών. Ενόψει της πληροφόρησης πως τελούσε υπό κράτηση στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης, η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 2.6.2026 και εκδόθηκε διάταγμα προσαγωγής του για εκείνη την ημέρα. Την 2.6.2026, ο Κατηγορούμενος ήταν παρών, κατόπιν της προσαγωγής του. Ζήτησε χρόνο για να απαντήσει στις κατηγορίες. Η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 1.7.2026, με οδηγίες, σε περίπτωση που εξακολουθεί να τελεί υπό κράτηση, να προσαχθεί. Την 1.7.2026, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος, στο μεταξύ, είχε απολυθεί, παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψής του, ώρα 13:00, και η υπόθεση παρέμεινε για έλεγχο εκτέλεσης του εντάλματος και για Απάντηση, σε περίπτωση εκτέλεσής του, την 7.10.2026. Την 13.7.2026, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε, κατόπιν ειδοποίησής του. Την ίδια ημέρα υπέβαλε αίτηση για νομική αρωγή, που εγκρίθηκε την 23.7.2026. Η υπόθεση παρέμεινε για Απάντηση την 7.10.2026, δήλωσε στο Δικαστήριο συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής του, και δεσμεύτηκε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο την 7.10.2026, με προσωπική εγγύηση. Πλην, όμως, την 7.10.2026, ο Κατηγορούμενος, και πάλι, ήταν απών, συνεπώς εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του (αρ.1806/2026), και η υπόθεση παρέμεινε για έλεγχο εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης και για Απάντηση, σε περίπτωση εκτέλεσής του, την 19.11.2026. Την 16.10.2026 εκτελέστηκε το προαναφερόμενο ένταλμα σύλληψης και ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, μη δίδοντας επαρκή εξήγηση για την απουσία του. Όπως προβλήθηκε στο Δικαστήριο, φυγοδικία παρουσιάστηκε και στο πλαίσιο της εναντίον του εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης αρ.11921/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, όπου, επίσης, υπήρχε όρος να εμφανίζεται τακτικά σε Αστυνομικό σταθμό, και δεν το έπραττε.
Ο συνήγορος της κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε στη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στη μαρτυρία επί της οποίας βασίζεται η υπόθεση, που είναι γενετική μαρτυρία που τον συνδέει με τις αδικηματικές πράξεις, καθώς και στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, ο οποίος, αρχικά, αναφέρθηκε ως άστεγος, μετέπειτα δήλωσε μία διεύθυνση όπου δεν μπορούσε να εντοπιστεί, και ο οποίος, ως φάνηκε, δεν μπορεί να εντοπιστεί και με ευκολία, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει απρόσκοπτα η ακροαματική διαδικασία. Η πλευρά της Υπεράσπισης αντέτεινε πως μπορούν να επιβληθούν αυστηρότεροι όροι. Δεν διαφαίνεται η δυνατότητα χρηματικής επιβάρυνσης.
Η προσωπική ελευθερία, κατοχυρωμένη από το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, αποτελεί την αφετηρία κάθε δικαστικής κρίσης επί αιτήματος κράτησης Κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη. Η κράτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνον εφόσον συγκεκριμένοι και επαρκώς τεκμηριωμένοι λόγοι καθιστούν αναγκαία τη στέρηση της ελευθερίας. Η σχετική διακριτική ευχέρεια ασκείται εξατομικευμένα, με συνεκτίμηση του τεκμηρίου της αθωότητας, της αναλογικότητας και της δυνατότητας αποτελεσματικής αντιμετώπισης των προβαλλόμενων κινδύνων με ηπιότερα μέτρα (A.A.S. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 193/2022, 14.9.2022· Γενικός Εισαγγελέας ν. Corneci, ΠΕ 6/2026, 19.1.2026· Buzadji v. Republic of Moldova [GC], αρ. 23755/07, 5.7.2016, §§ 87–91, 102· Merabishvili v. Georgia [GC], αρ. 72508/13, 28.11.2017, § 222). Ειδικότερα, ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται με αναφορά στη σοβαρότητα των κατηγοριών, στην πιθανότητα καταδίκης, όπως αυτή διαφαίνεται από την κατ' όψη εξέταση του μαρτυρικού υλικού, και στην ποινή που ενδέχεται να επιβληθεί, σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Η διάρκεια και η σταθερότητα της διαμονής, οι οικογενειακοί, επαγγελματικοί και κοινωνικοί δεσμοί, οι οικονομικές συνθήκες, οι ενδεχόμενες διασυνδέσεις με το εξωτερικό και η προηγούμενη συμπεριφορά έναντι των δικαστικών υποχρεώσεων αποτελούν συναφείς παραμέτρους. Η σοβαρότητα των κατηγοριών δεν αρκεί για τη δικαιολόγηση κράτησης, όπως και η ύπαρξη δεσμών με τη Δημοκρατία δεν αποκλείει τον κίνδυνο. Αποφασιστική παραμένει η συνολική αξιολόγηση των συγκεκριμένων περιστάσεων και η δυνατότητα διασφάλισης της εμφάνισης με κατάλληλους όρους (Γενικός Εισαγγελέας ν. Corneci, ανωτέρω· Sanchez i Picanyol and Others v. Spain, 2025, § 280· Merabishvili, ανωτέρω, § 223). Η προηγούμενη δικονομική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου μπορεί να προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, όταν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία μη εμφάνισης ή μη συμμόρφωσης προς όρους που είχαν επιβληθεί για τη διασφάλιση της παρουσίας του. Η σημασία τους εξαρτάται από τη συχνότητα και τις συνθήκες των απουσιών, τις εξηγήσεις που έχουν δοθεί και τη συμπεριφορά που ακολούθησε. Ακόμη και όταν διαφαίνεται κίνδυνος φυγοδικίας, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει κατά πόσον αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με όρους εγγύησης ή με άλλες νόμιμες εξασφαλίσεις (Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48· Idalov v. Russia [GC], αρ. 5826/03, 22.5.2012, § 140).
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορούν διάρρηξη κτηρίου και κλοπή. Πρόκειται για σοβαρά περιουσιακά αδικήματα, για τα οποία, σε περίπτωση καταδίκης, υπάρχει πραγματική προοπτική επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Οι πράξεις φέρονται να τελέστηκαν τον Οκτώβριο του 2024, σε διαφορετικές περιοχές, και εις βάρος διαφορετικών παραπονουμένων. Η σοβαρότητα των κατηγοριών συνεκτιμάται με την προβλεπόμενη τιμωρία και τη μαρτυρική βάση της υπόθεσης, χωρίς να δημιουργεί συμπέρασμα περί αναγκαιότητας της κράτησης. Υπάρχει γενετική μαρτυρία που, κατά τα τεθέντα από την κατηγορούσα Αρχή, συνδέει τον Κατηγορούμενο με τις καταγγελλόμενες διαρρήξεις. Η μαρτυρία αυτή αποτελεί συγκεκριμένο στοιχείο σύνδεσής του με τα διερευνώμενα περιστατικά. Η ακριβής αποδεικτική της βαρύτητα εξαρτάται, βεβαίως, από τις συνθήκες ανεύρεσης του γενετικού υλικού, τη θέση και τη φύση των σχετικών δειγμάτων και τη σχέση τους με τις αποδιδόμενες πράξεις. Τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να επιλυθούν οριστικά στο παρόν στάδιο, ούτε η ανεύρεση γενετικού υλικού ταυτίζεται με απόδειξη συμμετοχής στη διάρρηξη ή στην κλοπή. Για τους περιορισμένους, όμως, σκοπούς της εξέτασης του αιτήματος, η μαρτυρία που έχει εκτεθεί παρέχει ορατή πιθανότητα καταδίκης, χωρίς να προδικάζεται η τελική αξιολόγησή της. Η προοπτική επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής αποτελεί παράγοντα ικανό να δημιουργήσει κίνητρο αποφυγής της δίκης. Η πραγματική σημασία του εξετάζεται, ωστόσο, σε συνάρτηση με τις γνωστές προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και, ιδίως στην προκειμένη περίπτωση, με τη συμπεριφορά του κατά την εξέλιξη των εκκρεμών δικαστικών διαδικασιών. Ο Κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης, ηλικίας 50 ετών, χωρίς γνωστές διασυνδέσεις με άλλες χώρες. Η υπηκοότητα και η απουσία τέτοιων διασυνδέσεων αποτελούν στοιχεία προς συνεκτίμηση υπέρ της διατήρησης των δεσμών του με τη Δημοκρατία. Δεν αποκλείουν, όμως, την πιθανότητα αποφυγής της δικαστικής διαδικασίας με παραμονή σε άγνωστο τόπο, εντός της χώρας, ιδίως όταν υπάρχουν συγκεκριμένα δεδομένα προηγούμενης μη εμφάνισης. Ως προς τη διαμονή του Κατηγορούμενου, αναφέρθηκε, αρχικά, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν άστεγος. Στις 13.7.2026, ο ίδιος δήλωσε συγκεκριμένη διεύθυνση, στην οποία, κατά τα αναφερθέντα από την κατηγορούσα Αρχή, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του.
Η εμφάνιση ενός Κατηγορουμένου στο Δικαστήριο δεν συνιστά μόνο δικαίωμά του, αλλά και υποχρέωσή του. Η υποχρέωση αυτή, όταν καλείται νομίμως να παρουσιαστεί, είναι συνυφασμένη με την εύρυθμη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιτελέσει τη δικαιοδοτική του λειτουργία. Δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπική προθυμία ή την ευχέρεια του Κατηγορουμένου να ανταποκριθεί, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι παραγνωρίζονται αντικειμενικά κωλύματα ή πραγματικές δυσχέρειες που ενδέχεται να δικαιολογούν την απουσία του. Όταν ο Κατηγορούμενος παραλείπει να εμφανιστεί, οφείλει, εφόσον του είναι αντικειμενικά εφικτό, να γνωστοποιεί εγκαίρως το κώλυμά του και, σε κάθε περίπτωση, να παρέχει, με την πρώτη πρόσφορη ευκαιρία, συγκεκριμένη και επαρκή εξήγηση για την απουσία του. Η εξήγηση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από όσα στοιχεία είναι ευλόγως διαθέσιμα και πρόσφορα για την επιβεβαίωσή της, ανάλογα με τη φύση του επικαλούμενου κωλύματος και τη σοβαρότητα της υποχρέωσης που δεν εκπληρώθηκε. Η απλή επίκληση προσωπικών ή πρακτικών δυσχερειών, χωρίς επαρκή εξειδίκευση, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί, κατά πόσον αυτές εμπόδιζαν πράγματι την προσέλευση, δεν αρκεί πάντοτε, για τη δικαιολόγηση της απουσίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι κάθε ανεπαρκώς δικαιολογημένη απουσία υποδηλώνει πρόθεση φυγοδικίας. Η σημασία της εκτιμάται με αναφορά στις συγκεκριμένες περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της πραγματικής δυνατότητας του Κατηγορουμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, χωρίς να μετατίθεται σε αυτόν το βάρος θεμελίωσης της αναγκαιότητας της κράτησής του.
Σημασία, εν προκειμένω, έχουν τα γεγονότα που ακολούθησαν την απόλυση του Κατηγορούμενου, από την κράτηση υπό την οποία τελούσε σε άλλη υπόθεση. Την 1.7.2026 δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε καλός λόγος γι’ αυτό, με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψής του. Στις 13.7.2026 παρουσιάστηκε, κατόπιν ειδοποίησης, δήλωσε συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής και ανέλαβε προσωπική εγγυητική υποχρέωση να εμφανιστεί κατά την επόμενη δικάσιμο, στις 7.10.2026. Την 23.7.2026 εγκρίθηκε νομική αρωγή για τον Κατηγορούμενο. Η ανταπόκριση του Κατηγορούμενου στην ειδοποίηση συνεκτιμάται υπέρ του, καθώς φανερώνει ότι δεν απέφευγε, ανεξαιρέτως, κάθε επικοινωνία με τις Αρχές, ή γενικά την παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά ταύτα, στις 7.10.2026 απουσίασε εκ νέου, μολονότι γνώριζε τη δικάσιμο και είχε προσωπικά δεσμευτεί να εμφανιστεί. Και πάλι, δεν προβλήθηκε, δια του δικηγόρου του, οποιοσδήποτε καλός λόγος γι’ αυτό, ούτε ο ίδιος ήταν σε θέση να δεσμευτεί να παρουσιάσει τον Κατηγορούμενο, εξ ου και εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκτελέστηκε στις 16.10.2026. Κατά τη νέα εμφάνιση του Κατηγορούμενου, και πάλι, δεν δόθηκε επαρκής εξήγηση για την απουσία του. Δεν είναι αναγκαίο να αποδοθεί στον Κατηγορούμενο πρόθεση οριστικής απομάκρυνσης από τη δικαστική διαδικασία. Ούτε μπορεί να αποκλειστεί ότι οι προσωπικές του περιστάσεις επηρεάζουν την ικανότητά του να ανταποκρίνεται με συνέπεια στις υποχρεώσεις του, σε γενικό επίπεδο. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η παρουσία του δεν διασφαλίστηκε, παρά τη γνώση της εκκρεμοδικίας και την προσωπική δέσμευση που είχε αναλάβει και την εκπροσώπησή του από δικηγόρο, με αποτέλεσμα να απαιτηθεί, επανειλημμένα, η έκδοση και η εκτέλεση ενταλμάτων σύλληψης, για την προώθηση της υπόθεσης. Σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και στη διαδικασία της υπόθεσης αρ. 11921/2026 Ε.Δ. Λεμεσού σημειώθηκαν επανειλημμένες απουσίες, οι οποίες κατέστησαν αναγκαία την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης, ενώ αναφέρθηκε και μη συμμόρφωση προς όρο τακτικής παρουσίας σε Αστυνομικό Σταθμό. Τα στοιχεία αυτά συνεκτιμώνται, στον βαθμό που υποστηρίζονται από τα δεδομένα της παρούσας διαδικασίας, χωρίς να αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ενοχή για οποιοδήποτε από τα αδικήματα της άλλης υπόθεσης ή να εξάγονται γενικότερα συμπεράσματα για τον χαρακτήρα και τον τρόπο ζωής του. Συνεκτιμάται, επίσης, η αβεβαιότητα ως προς τη σταθερότητα της διαμονής του. Η έλλειψη σταθερής ή επαληθεύσιμης κατοικίας δεν επιτρέπει συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος επιδιώκει να αποκρύπτεται. Επηρεάζει, εντούτοις, την πρακτική δυνατότητα εντοπισμού του, ενώ έχουν ήδη σημειωθεί επανειλημμένες απουσίες. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, διαπιστώνεται ότι υφίσταται πραγματικός και συγκεκριμένος κίνδυνος μη εμφάνισης του Κατηγορουμένου, κατά τη συνέχιση της διαδικασίας, ο οποίος δεν θεμελιώνεται αποκλειστικά στη σοβαρότητα των κατηγοριών, στην ενδεχόμενη αυστηρότητα της ποινής ή στις ασταθείς συνθήκες διαβίωσής του, αλλά προκύπτει, κυρίως, από την προηγούμενη δικονομική συμπεριφορά του, ιδίως την επανάληψη της απουσίας του, παρά την προσωπική υποχρέωση εμφάνισης που είχε αναλάβει, και ενισχύεται από τις δυσχέρειες εντοπισμού του και τα αναφερθέντα για την αντίστοιχη συμπεριφορά του σε άλλη εκκρεμή διαδικασία. Η διαπίστωση αυτή καθιστά αναγκαία την περαιτέρω εξέταση του, κατά πόσον ο κίνδυνος μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, με όρους λιγότερο επαχθείς από την κράτηση.
Η προσωπική εγγύηση που ανέλαβε ο Κατηγορούμενος στις 13.7.2026 δεν απέτρεψε τη μεταγενέστερη απουσία του. Θα μπορούσε, καταρχήν, να εξεταστεί η επιβολή υψηλότερης εγγύησης, η παροχή εγγυητή ή η υποχρέωση τακτικής παρουσίας σε Αστυνομικό Σταθμό. Χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσον, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τέτοιοι όροι μπορούν πράγματι να εξυπηρετήσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, λαμβανομένων υπόψη τόσο της προηγούμενης δικονομικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου όσο και των πραγματικών δυνατοτήτων συμμόρφωσής του. Από όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφαίνονται δυσχερείς συνθήκες διαβίωσης και οικονομική στενότητα, χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική δυνατότητα του Κατηγορουμένου. Η επιβολή χρηματικής εγγύησης, ιδίως εάν προϋποθέτει την προηγούμενη καταβολή ορισμένου ποσού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστικά διαθέσιμη εναλλακτική της κράτησης, εάν δεν υπάρχει επαρκής βάση για την εκτίμηση ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί να ανταποκριθεί. Ούτε η αύξηση του ποσού μιας προσωπικής εγγύησης συνεπάγεται, άνευ ετέρου, μεγαλύτερη πιθανότητα συμμόρφωσης, όταν δεν είναι γνωστό κατά πόσον η αναλαμβανόμενη οικονομική υποχρέωση έχει πραγματικό αντίκρισμα για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αντίστοιχα, η υποχρέωση τακτικής παρουσίας σε Αστυνομικό Σταθμό, μολονότι αποτελεί καταρχήν πρόσφορο μέτρο επιτήρησης, απαιτεί συνεπή ανταπόκριση σε επαναλαμβανόμενη υποχρέωση. Στην παρούσα περίπτωση, έχει αναφερθεί προηγούμενη μη συμμόρφωση προς ανάλογο όρο στο πλαίσιο άλλης εκκρεμούς διαδικασίας, χωρίς να έχουν τεθεί στοιχεία για ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών που θα επέτρεπε ασφαλέστερη εκτίμηση της αποτελεσματικότητάς του. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η προηγούμενη παράλειψη εμφάνισης δεν αποκλείει, ως ζήτημα αρχής, νέα απόλυση υπό όρους, ούτε ότι η παραβίαση προσωπικής εγγυητικής υποχρέωσης καθιστά οπωσδήποτε αναγκαία την κράτηση. Η εκτίμηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις πραγματικές συνθήκες ζωής του Κατηγορουμένου. Η οικονομική ένδεια, η έλλειψη σταθερής διαμονής και οι δυσχέρειες οργάνωσης της καθημερινότητάς του δεν επιτρέπεται να εκλαμβάνονται ως ενδείξεις πρόθεσης αποφυγής της δικαστικής διαδικασίας. Πρόκειται για περιστάσεις που ενδέχεται να δυσχεραίνουν αντικειμενικά την ανταπόκριση σε δικαστικές υποχρεώσεις, χωρίς τούτο να αποκαλύπτει κατ' ανάγκην και αδιαφορία για αυτές. Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή, μήπως η στέρηση της ελευθερίας καταλήγει να αποτελεί, στην πράξη, συνέπεια της κοινωνικής ή οικονομικής αδυναμίας του προσώπου, αντί μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένου δικονομικού κινδύνου. Η μέριμνα αυτή οφείλει να διατρέχει την ίδια την αξιολόγηση των διαθέσιμων εξασφαλίσεων. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, η διαπιστούμενη δυσχέρεια διασφάλισης της παρουσίας του Κατηγορουμένου δεν απορρέει αποκλειστικά από την ασταθή διαμονή ή τις οικονομικές του περιστάσεις. Ερείδεται, πρώτα απ’ όλα, στην επανάληψη των απουσιών του, παρά τη γνώση της εκκρεμούς διαδικασίας και την προσωπική υποχρέωση εμφάνισης που είχε αναλάβει. Συνεκτιμάται, ασφαλώς, ότι στις 13.7.2026 ο Κατηγορούμενος ανταποκρίθηκε σε σχετική ειδοποίηση και παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός που δεν συνάδει με την παραδοχή μιας σταθερής και ανεξαίρετης πρόθεσης αποφυγής του. Η μεταγενέστερη, ωστόσο, απουσία του, στις 7.10.2026, χωρίς επαρκή εξήγηση, παρά την προηγούμενη αυτή εμφάνιση και την ανάληψη προσωπικής εγγύησης, δεν επιτρέπει να αποδοθούν οι παραλείψεις του αποκλειστικά σε πρακτικές δυσχέρειες. Ανεξαρτήτως των αιτίων που ενδέχεται να επηρεάζουν τη συμπεριφορά του, η επανάληψή της αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο για την εκτίμηση της πιθανότητας μελλοντικής εμφάνισης. Περαιτέρω, η ανάγκη επανειλημμένης έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης και αστυνομικής παρέμβασης για την παρουσίασή του, οι δυσχέρειες εντοπισμού του στη δηλωθείσα διεύθυνση και η αντίστοιχη εικόνα που αναφέρθηκε για την άλλη εκκρεμή διαδικασία συνθέτουν μια δικονομική πραγματικότητα που δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Η ενεργοποίηση της Αστυνομίας δεν αξιολογείται ως επιβάρυνση που πρέπει να καταλογιστεί στον Κατηγορούμενο, ούτε ως αυτοτελής λόγος στέρησης της ελευθερίας του. Έχει, όμως, σημασία, στον βαθμό που δείχνει ότι η παρουσία του δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλιστεί με τη συνήθη λειτουργία των ήδη επιβληθεισών υποχρεώσεων. Συναφώς, κατά τα αναφερθέντα, ούτε η επικοινωνία του με τον συνήγορό του παρείχε την αναγκαία εξασφάλιση, αφού ο τελευταίος δεν ήταν καν ενήμερος για συγκεκριμένο κώλυμα εμφάνισης, και δεν μπορούσε να αναλάβει και την ευθύνη της παρουσίασής του έναντι στο Δικαστήριο. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, δεν προκύπτει επαρκές πραγματικό έρεισμα για την εκτίμηση ότι η επαναφορά των προηγούμενων όρων ή η αυστηροποίησή τους θα μπορούσε, με εύλογη αξιοπιστία, να διασφαλίσει την παρουσία του Κατηγορουμένου στις 19.11.2026.
Συνεκτιμάται και η διάρκεια της αιτούμενης κράτησης. Η υπόθεση είναι ορισμένη για Απάντηση στις 19.11.2026. Η περίοδος που μεσολαβεί δεν είναι αμελητέα, ιδίως εφόσον η διαδικασία δεν έχει ακόμη προχωρήσει στο στάδιο της Ακρόασης. Η αναγκαιότητα της κράτησης για το διάστημα αυτό δεν μπορεί να θεμελιωθεί απλώς στο γεγονός ότι έχει ήδη καθοριστεί η συγκεκριμένη δικάσιμος. Ωστόσο, συνεκτιμώμενη με τη φύση και τη σοβαρότητα των κατηγοριών, τον συγκεκριμένο κίνδυνο μη εμφάνισης του Κατηγορουμένου και την ήδη διαπιστωθείσα ανεπάρκεια των ηπιότερων εξασφαλίσεων, η διάρκεια αυτή δεν καθιστά, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, την κράτηση δυσανάλογο μέτρο για τη διασφάλιση της παρουσίας του κατά την ορισθείσα δικάσιμο.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το αίτημα κράτησης δικαιολογείται στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Εκδίδεται διάταγμα κράτησης του Κατηγορουμένου μέχρι τις 19.11.2026 και διάταγμα προσαγωγής του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία αυτή, για Απάντηση στις κατηγορίες και περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο