ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 10006 / 2024
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
ΑΡΤΟΥΡ ΣΟΥΣΙΝΣΚΙΙ
________
Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή
Κατηγορούμενος, απών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι την 17.3.2023, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της πρώην συμβίας του A.M.O., από τη Ρουμανία [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ, άρθρα 2, 3(1)(4) και 4(1)(2)(φ) Ν.119(Ι)/2000, άρθρα 3, 5(α), 11 Ν.115(Ι)/2021.]
2η Κατηγορία: ότι την 17.3.2023, στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του, η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της πρώην συμβίας του Α.Μ.Ο. από τη Ρουμανία ή της προκάλεσε πραγματικό φόβο [άσκηση ψυχολογικής βίας, άρθρα 2, 3, 6, 11, 33 Ν.115(Ι)/2021.]
3η Κατηγορία: ότι την 17.3.2023, στη Λεμεσό, επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην πρώην συμβία του Α.Μ.Ο. από τη Ρουμανία [ψυχική βλάβη, άρθρα 2, 3(1)(4), 23 Ν.119(Ι)/2000.]
4η Κατηγορία: ότι την 25.3.2023, στη Λεμεσό, προκάλεσε στην πρώην συμβία του, Α.Μ.Ο. από τη Ρουμανία, τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε, λέγοντάς της «την επόμενη φορά που θα σε δω, θα σε σκοτώσω» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ, άρθρα 2, 3, 5(α), 11, 33 Ν.115(Ι)/2021.]
5η Κατηγορία: ότι την 25.3.2023, στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του, η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της πρώην συμβίας του Α.Μ.Ο. από τη Ρουμανία ή της προκάλεσε πραγματικό φόβο [άσκηση ψυχολογικής βίας, άρθρα 2, 3, 6, 11, 33 Ν.115(Ι)/2021.]
6η Κατηγορία: ότι την 25.3.2023, στη Λεμεσό, επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην πρώην συμβία του Α.Μ.Ο. από τη Ρουμανία [ψυχική βλάβη, άρθρα 2, 3(1)(4), 23 Ν.119(Ι)/2000.]
Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Για την απόδειξη της υπόθεσής της, η κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τη μαρτυρία του Αστ.288 Μ. Μενελάου, ανακριτή της υπόθεσης, ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 25.3.2023 (Τ1), στην οποία ανέφερε ότι την 25.3.2023, περί ώρα 13:00, καταγγέλθηκε στον ίδιο, ενόσω ήταν τοποθετημένος στην ΑΔΕ Λεμεσού, στο κλιμάκιο διερεύνησης υποθέσεων βίας στην οικογένεια, από την Α.Μ.Ο., ότι την 17.3.2023, περί ώρα 17:00, ενώ εκείνη βρισκόταν στην περιοχή του Εναερίου, στη Λεμεσό, την προσέγγισε ο πρώην σύντροφός της, Κατηγορούμενος, και χωρίς προειδοποίηση, την κτύπησε στον ώμο, ενώ στη συνέχεια, και αφού εκείνη βρισκόταν στο έδαφος από το κτύπημα που δέχτηκε, εκείνος συνέχισε να την κλωτσά σε διάφορα σημεία του σώματός της. Κατήγγειλε επίσης πως την 25.3.2023, περί ώρα 07:00, ο ίδιος την πλησίασε και την απείλησε με τη φράση «την επόμενη φορά που θα σε δω, θα σε σκοτώσω». Στην κατάθεσή της, ημερομηνίας 25.3.2023 (Τ2), η παραπονούμενη ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Κατάγεται από τη Ρουμανία. Μετέβη στην Κύπρο προ τεσσάρων ετών (με αναφορά στον χρόνο της κατάθεσής της), αρχικά με τον τότε συμβίο της και με την κόρη τους. Κατά τον χρόνο της κατάθεσής της, ήταν άστεγη και διέμενε σε εγκαταλελειμμένο κτήριο στην περιοχή του Εναερίου. Πριν από τρεις ημέρες (με αναφορά στον χρόνο της κατάθεσής της) έμενε στην Αλάμπρα με τον πρώην συμβίο της και την κόρη τους. Μετέβη στη Λεμεσό για να βρει δουλειά. Την 25.3.2023, γύρω στις 07:00, ήρθε στον χώρο όπου έμενε ο Κατηγορούμενος. Μόλις τον είδε, του είπε να φύγει, διαφορετικά θα τηλεφωνούσε στην Αστυνομία. Εκείνος της είπε, με άσχημο τρόπο και φωνάζοντάς της, να ζητιανεύει και τα λεφτά που θα μαζεύει να του τα δίνει. Η ίδια προσπάθησε να απομακρυνθεί, αλλά εκείνος την ακολούθησε, η ίδια φώναζε επίτηδες, για να την ακούσει κάποιος, στη γειτονιά. Κάποια στιγμή, την ρώτησε μία γυναίκα, άγνωστη, αν επιθυμεί να καλέσει την Αστυνομία. Απάντησε θετικά. Τότε ο Κατηγορούμενος την απείλησε, λέγοντάς της, στην αγγλική γλώσσα, «την επόμενη φορά που θα σε δω θα σε σκοτώσω». Μόλις είδε την άγνωστη γυναίκα να τηλεφωνεί στην Αστυνομία, έφυγε, ενώ η ίδια μετέβη στην Αστυνομία. Επίσης, ανέφερε πως την 17.3.2023, γύρω στις 17:00, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Εναερίου, μπροστά από τα καταστήματα, κρατώντας το μωρό της, την προσέγγισε ο Κατηγορούμενος και, χωρίς λόγο, την κτύπησε στον ώμο με το χέρι του, έπεσε κάτω, κρατώντας και το μωρό, και εκείνος συνέχισε να την κλωτσά, ενώ ήταν στο έδαφος, σε διάφορα μέρη του σώματός της. Όταν άρχισε να κλαίει το μωρό και να φωνάζει, βγήκε ένας άνδρας από ένα κοντινό κατάστημα, και μόλις τον είδε ο Κατηγορούμενος, έφυγε. Έπειτα, πήγε η Αστυνομία στο σημείο, τους πήραν με το αυτοκίνητο και τους πήγαν στον Σταθμό, αλλά επειδή βιαζόταν να προλάβει το λεωφορείο για να πάει στην Αλάμπρα, δεν ήθελε να κάνει καταγγελία, ούτε στο νοσοκομείο πήγε. Με τον Κατηγορούμενο ήταν ζευγάρι, μέχρι πριν ένα χρόνο περίπου, και έμεναν μαζί σε εγκαταλελειμμένα κτήρια. Την τελευταία φορά που είχε επαφή μαζί του ήταν όταν μπήκε στη φυλακή, πριν από περίπου ένα χρόνο. Γνωρίζει ότι συνήθως μένει στο ίδιο μέρος, στον Εναέριο, γι’ αυτό και την προσέγγισε. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη την 24.8.2023, με βάση δικαστικό ένταλμα που εκδόθηκε την 25.3.2023 (Τ5). Κατά την ανακριτική του κατάθεση (Τ4) ανέφερε ότι δεν έχει σπίτι και τον φιλοξενούν φίλοι του κάθε τόσο, ενώ κάποτε μένει στον δρόμο. Με την παραπονούμενη έμεναν μαζί στο παρελθόν, πριν έξι μήνες περίπου, όταν ο ίδιος έμενε στον Εναέριο, είχαν σχέση, αλλά πλέον έχουν χωρίσει και δεν έχουν επαφή. Αρνήθηκε ότι την 17.3.2023 κτύπησε την παραπονούμενη και ότι την 25.3.2023 την προέτρεψε να ζητιανέψει και να του δώσει τα χρήματα ή ότι την απείλησε, ενώ όταν κατηγορήθηκε γραπτώς (Τ3), απάντησε πως δεν έκανε οτιδήποτε.
Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο, αφού εξέτασε το ενώπιόν του μαρτυρικό υλικό, βάσει του άρθρου 74 § 1 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, έκρινε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος, ωστόσο, απουσιάζει από τη διαδικασία, η οποία διεξάγεται στην απουσία του, δυνάμει του άρθρου 89 § 1 Κεφ. 155, για τους λόγους που εξηγούνται σε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως, το Δικαστήριο, έχοντας ακούσει την επιχειρηματολογία από πλευράς κατηγορούσας Αρχής, προχωρά στην τελική αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας, με σκοπό να κρίνει κατά πόσον η κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, σε σχέση με καθεμία από τις κατηγορίες, όλα τα συστατικά στοιχεία του αντίστοιχου αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας, έστω και αν, για σκοπούς ανάλυσης, η αξιολόγηση εκτίθεται χωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.
Ο ΜΚ1, Αστ. 288 Μ. Μενελάου, κατέθεσε ως ανακριτής της υπόθεσης, υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση, ημερομηνίας 25.3.2023 (Τ1), και παρουσιάζοντας τα σχετικά τεκμήρια. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη, καθώς ο Κατηγορούμενος, λόγω της απουσίας του από τη διαδικασία, δεν τον αντεξέτασε, ούτε παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία που να αμφισβητεί τις ανακριτικές του ενέργειες ή την ακρίβεια των όσων κατέγραψε. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει αντιφάσεις, ανακολουθίες ή στοιχεία που να δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια και την αξιοπιστία της. Ο ΜΚ1 περιέγραψε τη διερεύνηση της υπόθεσης, προσδιορίζοντας τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας, το περιεχόμενό της και τα επακόλουθα ανακριτικά διαβήματα. Τα όσα ανέφερε συνάδουν με το περιεχόμενο των σχετικών τεκμηρίων, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε ουσιώδης διάσταση μεταξύ της προφορικής και της γραπτής του μαρτυρίας. Σημασία έχει, επίσης, ότι ο μάρτυρας προσδιόρισε την πηγή των πληροφοριών του, χωρίς να παρουσιάζει ως γεγονότα προσωπικής του αντίληψης όσα πληροφορήθηκε από την παραπονούμενη. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφή διαχωρισμό μεταξύ των ανακριτικών ενεργειών στις οποίες προέβη και των γεγονότων που του καταγγέλθηκαν. Δεν διαπιστώνεται τάση υπερβολής ή προσπάθεια απόδοσης στα περιστατικά περιεχομένου διαφορετικού από εκείνο που καταγράφηκε στην κατάθεση της παραπονούμενης. Η μη αντεξέταση του ΜΚ1 δεν καθιστά αληθή κάθε πληροφορία που μεταφέρθηκε μέσω αυτού. Εντούτοις, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπάρχει οποιοδήποτε θετικό στοιχείο το οποίο να δικαιολογεί αμφισβήτηση της δικής του αξιοπιστίας. Πέρα από το αναντίλεκτο της μαρτυρίας του, η εκτίμηση αυτή στηρίζεται κυρίως στην εσωτερική της συνοχή, τη συμβατότητά της με τα τεκμήρια και τη σαφήνεια του περιεχομένου της. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει τον ΜΚ1 αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχεται τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Ως αποδεδειγμένα γίνονται δεκτά τα γεγονότα που περιήλθαν στην προσωπική του γνώση και οι ανακριτικές ενέργειες που περιέγραψε, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι η παραπονούμενη προέβη στις συγκεκριμένες καταγγελίες. Το ζήτημα κατά πόσον τα καταγγελλόμενα γεγονότα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα εξετάζεται αυτοτελώς, κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας της παραπονούμενης.
Η μαρτυρία της παραπονούμενης περιλαμβάνεται στη γραπτή κατάθεσή της, ημερομηνίας 25.3.2023 (Τ2), η οποία προσκομίστηκε μέσω του ΜΚ1. Η παραπονούμενη δεν εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και, συνεπώς, το περιεχόμενο της κατάθεσής της αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, παραδεκτή καταρχήν σύμφωνα με το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Η αποδεικτική της αξία εξετάζεται με γνώμονα τα κριτήρια του άρθρου 27 του ίδιου Νόμου, με ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο της αρχικής δήλωσης, τη χρονική της σχέση με τα καταγγελλόμενα γεγονότα, τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε και τη δυνατότητα ελέγχου της αξιοπιστίας της. Η κατάθεση της παραπονούμενης παρέμεινε χωρίς αντιπαραθετική εξέταση κατά την ακροαματική διαδικασία. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος είχε αρνηθεί, κατά την ανακριτική του κατάθεση, τη διάπραξη των καταγγελλόμενων πράξεων. Επομένως, η μαρτυρία της δεν αντιμετωπίζεται ως παραδεκτή από τον Κατηγορούμενο, αλλά αξιολογείται με βάση τα δικά της χαρακτηριστικά και σε συνάρτηση με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Η παραπονούμενη περιέγραψε δύο ξεχωριστά περιστατικά, προσδιορίζοντας τον χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες εκδήλωσής τους. Η αφήγησή της δεν περιορίζεται σε γενικόλογες αιτιάσεις περί βίαιης συμπεριφοράς. Αναφορικά με την 17.3.2023, περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, την προσέγγισε ο Κατηγορούμενος, το κτύπημα στον ώμο, την πτώση της στο έδαφος ενώ κρατούσε το παιδί της και τα επακόλουθα λακτίσματα. Αναφέρθηκε ακόμη στην αντίδραση του παιδιού, στην εμφάνιση τρίτου προσώπου από παρακείμενο κατάστημα και στην αποχώρηση του Κατηγορουμένου. Ως προς την 25.3.2023, παρέθεσε τη διαδοχή των γεγονότων, αρχίζοντας από την εμφάνιση του Κατηγορουμένου στον χώρο όπου διέμενε, τις απαιτήσεις που, κατά την ίδια, της απηύθυνε, την προσπάθειά της να απομακρυνθεί και την εμφάνιση γυναίκας η οποία προσφέρθηκε να ειδοποιήσει την Αστυνομία, μέχρι την εκστόμιση της καταγγελλόμενης απειλής. Η περιγραφή των δύο περιστατικών παρουσιάζει κατανοητή χρονική και λογική αλληλουχία. Δεν εντοπίζονται, εντός της κατάθεσης, ουσιώδεις αντιφάσεις αναφορικά με την ουσία των καταγγελιών. Η αναφορά σε επιμέρους περιστάσεις, οι οποίες δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία των αποδιδόμενων αδικημάτων, προσδίδει συγκεκριμένο πραγματικό πλαίσιο στην αφήγηση και επιτρέπει την αξιολόγησή της ως ενιαίου συνόλου. Οι λεπτομέρειες αυτές δεν εγγυώνται από μόνες τους την αλήθεια, συνιστούν όμως θετικό χαρακτηριστικό της πληρότητας και της συνοχής της δήλωσης. Συνεκτιμάται η χρονική σχέση των καταγγελιών με τα γεγονότα. Η παραπονούμενη προέβη στην κατάθεσή της την ίδια ημέρα κατά την οποία φέρεται να δέχτηκε την απειλή, γεγονός που περιορίζει το χρονικό διάστημα μεταξύ του περιστατικού και της καταγραφής της σχετικής ανάμνησης. Η καταγγελία για τη σωματική επίθεση της 17.3.2023 υποβλήθηκε οκτώ ημέρες αργότερα. Εντούτοις, η παραπονούμενη δεν αποσιώπησε το γεγονός ότι δεν είχε επιθυμήσει να προβεί τότε σε επίσημη καταγγελία. Αναφέρθηκε στην προηγούμενη παρουσία της Αστυνομίας και εξήγησε ότι βιαζόταν να μεταβεί στην Αλάμπρα. Η εξήγηση αυτή αξιολογείται στο πλαίσιο των συγκεκριμένων συνθηκών διαβίωσής της, όπως τις περιέγραψε, και όχι με βάση οποιαδήποτε προκαθορισμένη αντίληψη περί του τρόπου με τον οποίον οφείλει να αντιδρά ένα πρόσωπο που υφίσταται βία. Η καθυστέρηση στην καταγγελία δεν αποτελεί ένδειξη αναλήθειας. Ομοίως, η μη αναζήτηση ιατρικής περίθαλψης δεν αναιρεί την αξιοπιστία της περιγραφής της επίθεσης, παρότι σημαίνει ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη ιατρική τεκμηρίωση των ενδεχόμενων σωματικών συνεπειών της. Περαιτέρω, η παραπονούμενη περιέγραψε τις προσωπικές της συνθήκες, αναφερόμενη στην έλλειψη σταθερής στέγης, στη διαμονή της σε εγκαταλελειμμένο κτήριο και στην προηγούμενη σχέση της με τον Κατηγορούμενο. Οι αναφορές αυτές παρέχουν και το πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετούνται τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Η προηγούμενη σχέση των δύο προσώπων επιβεβαιώνεται, στην ουσία της, και από την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου, ο οποίος αναγνώρισε ότι υπήρξαν συμβίοι και ότι η σχέση τους είχε τερματιστεί. Η συμφωνία αυτή αφορά το ιστορικό της σχέσης και δεν εκλαμβάνεται ως επιβεβαίωση των καταγγελλόμενων πράξεων. Δεν διαπιστώνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία συγκεκριμένο πραγματικό έρεισμα για την απόδοση στην παραπονούμενη πρόθεσης ψευδούς ενοχοποίησης του Κατηγορουμένου. Η ύπαρξη προηγούμενης προσωπικής σχέσης, όπως και ο τερματισμός της, δεν αρκούν, χωρίς πρόσθετα δεδομένα, για την εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Οι δυσχερείς συνθήκες διαβίωσής της δεν αποτελούν ούτε τεκμήριο αξιοπιστίας ούτε λόγο αμφισβήτησής της.
Το Δικαστήριο λαμβάνει, ασφαλώς, υπόψη ότι η παραπονούμενη δεν εξετάστηκε προφορικά και ότι δεν κατέστη δυνατή η υποβολή ερωτήσεων προς αυτήν αναφορικά με το περιεχόμενο της δήλωσής της. Επίσης, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από τα τρίτα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκε. Η απουσία αυτή συνεκτιμάται υπό το φως του άρθρου 27 Κεφ. 9, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα προσκόμισης της αρχικής δηλούσας και της καλύτερης διαθέσιμης μαρτυρίας. Εφόσον δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι λόγοι μη εξέτασής της, πέραν των όσων αναδύονται από τις συνθήκες διαβίωσής της, που η ίδια ανέφερε και επιβεβαίωσε και ο Κατηγορούμενος, δεν είναι δυνατό να συναχθεί συμπέρασμα ως προς το εφικτό ή μη της παρουσίασής της ή να αποδοθεί συγκεκριμένη σκοπιμότητα στην παράλειψη αυτή. Η αποδεικτική βαρύτητα της κατάθεσης δεν εξαρτάται, πάντως, από την ύπαρξη ανεξάρτητης επιβεβαίωσης ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση αξιοποίησής της. Οι ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις για τη μαρτυρία θυμάτων βίας δεν επιτρέπουν να αντιμετωπίζεται η απουσία ενισχυτικών στοιχείων ως αυτοτελές τεκμήριο αναξιοπιστίας. Παράλληλα, η κατάθεση της παραπονούμενης, ως εξ ακοής μαρτυρία, διατηρεί τον ιδιαίτερο αποδεικτικό της χαρακτήρα και αξιολογείται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια του Κεφ.9. Μετά τη συνεκτίμηση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατάθεση της παραπονούμενης παρουσιάζει ουσιώδη θετικά χαρακτηριστικά αξιοπιστίας. Η συγκεκριμένη περιγραφή των περιστατικών, η εσωτερική συνοχή της αφήγησης, η χρονική εγγύτητα της δεύτερης καταγγελίας και η παράθεση εξήγησης για τη χρονική απόσταση της πρώτης συνηγορούν υπέρ της αποδεικτικής της αξίας. Δεν έχουν αναδειχτεί εντός της δήλωσης τέτοιες ουσιώδεις αντιφάσεις ή εγγενείς ασυμβατότητες που να επιβάλλουν την απόρριψή της ως αναξιόπιστης. Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν εντοπίζει λόγο απόρριψης της εξ ακοής μαρτυρίας της παραπονούμενης λόγω του περιεχομένου της και της αποδίδει ουσιαστική αποδεικτική βαρύτητα. Η κρίση αυτή διαμορφώνεται με επίγνωση των περιορισμών που συνεπάγεται η μη προφορική εξέτασή της και δεν στηρίζεται απλώς στο γεγονός ότι η κατάθεσή της δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Η τελική αποδεικτική αξιοποίηση του περιεχομένου της θα γίνει κατά την εξέταση των συγκεκριμένων γεγονότων και των συστατικών στοιχείων των επιμέρους κατηγοριών, με διατήρηση ακέραιης της υποχρέωσης απόδειξής τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
Για τη στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος της επίθεσης, κατά το άρθρο 242 ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχτεί πως υπήρξε συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο που συνιστά «επίθεση». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, με πρόθεση ή ακόμα και απερίσκεπτα, που δημιουργεί στον άλλον την αντίληψη ότι θα ασκηθεί εναντίον του παράνομη βία[6], βία για την οποία δεν υπάρχει συγκατάθεσή του[7]. Απερίσκεπτα ενεργεί ο δράστης όταν ενώ, πριν να ενεργήσει, γνωρίζει ή μπορεί να αντιληφθεί την πιθανότητα του κινδύνου, παρά ταύτα, προχωρά και ενεργεί[8]. Η κοινή επίθεση που διαπράττεται από το ένα μέλος της οικογένειας στο άλλο ή και σε γυναίκα συνιστά βία και κατά την έννοια του Ν.115(Ι)/2021, στον οποίον βασίζονται πρόσθετα οι εν λόγω κατηγορίες.
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της απειλής, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχτούν σωρευτικά απειλή άλλου προσώπου με βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη· με τρόπο ώστε να προκαλείται στο πρόσωπο αυτό τρόμος ή ανησυχία. Η επαπειλούμενη βία ή παράνομη πράξη θα πρέπει να μπορεί, εξ αντικειμένου, υπό τις συνθήκες που λαμβάνει χώρα, να προκαλέσει στον αποδέκτη τρόμο ή ανησυχία, με την έννοια του να μην είναι κενή περιεχομένου, και πράγματι να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η επαπειλούμενη πράξη εξετάζονται στο σύνολό τους. Έχει σημασία η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου σε σχέση με την σκοπούμενη βία ή παρανομία, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας ή παρανομίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Η πρόθεση εξετάζεται στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και τη φύση της απειλής[9]. Η ενδοοικογενειακή βία δεν περιορίζεται στην πρόκληση ψυχικής βλάβης που πιστοποιείται με ιατρική διάγνωση ως ψυχική ασθένεια. Η απειλή από μέλος της οικογένειας προς άλλο μέλος μπορεί να θεωρηθεί συμπεριφορά που προκαλεί «ψυχική βλάβη» ή «ψυχολογική βλάβη», ακόμα κι αν προκαλεί μόνο παροδική ανησυχία ή άγχος.
Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της ψυχικής βλάβης, κατά τα άρθρα 2, 3(1)(4), 23 Ν.119(Ι)/2021, θα πρέπει να αποδειχθούν (α) ύπαρξη πράξης, παράλειψης ή συμπεριφοράς εκ μέρους του Κατηγορούμενου, (β) η οποία λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο οικογενειακής σχέσης, ήτοι μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας, (γ) η εν λόγω συμπεριφορά να είναι ικανή να προκαλέσει ψυχική βλάβη στο θύμα, δηλαδή φόβο, άγχος, ανασφάλεια ή ψυχολογική επιβάρυνση, ανεξαρτήτως του εάν αυτή είναι παροδική ή διαρκής, (δ) η συμπεριφορά να προκαλεί πράγματι τέτοια ψυχική επιβάρυνση στο συγκεκριμένο πρόσωπο, (ε) η τέλεση της πράξης να γίνεται με πρόθεση ή, τουλάχιστον, με επίγνωση ότι η συμπεριφορά αυτή είναι ικανή να επιφέρει τέτοια αποτελέσματα. Επισημαίνεται ότι η έννοια της «ψυχικής βλάβης» στον πιο πάνω νόμο δεν περιορίζεται σε κλινικά διαπιστωμένη ψυχική ασθένεια, αλλά καλύπτει και καταστάσεις φόβου, τρόμου, έντονης ανησυχίας ή ψυχολογικής πίεσης, οι οποίες προκύπτουν από τη συμπεριφορά του δράστη. Ιδιαίτερα σε ενδοοικογενειακό πλαίσιο, η επαναλαμβανόμενη επιθετική και απειλητική συμπεριφορά είναι εκ της φύσεώς της ικανή να πλήξει την ψυχική ισορροπία του θύματος.
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, κατά τα άρθρα 2, 3, 6, 11, 33 Ν.115(Ι)/2021, θα πρέπει να αποδειχθούν (α) συμπεριφορά εκ μέρους του Κατηγορούμενου, (β) η οποία εκφράζεται μέσω εξαναγκασμού, πίεσης, υποτιμητικών σχολίων, εξύβρισης ή/και απειλών, (γ) η συμπεριφορά αυτή να στρέφεται κατά γυναίκας, (δ) η εν λόγω συμπεριφορά να είναι ικανή να πλήξει σοβαρά την ψυχολογική της ακεραιότητα ή/και να της προκαλέσει πραγματικό φόβο, (ε) να προκαλεί πράγματι τέτοια επίπτωση, δηλαδή φόβο ή σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση, (στ) η συμπεριφορά να τελείται με πρόθεση, ήτοι με γνώση και θέληση του δράστη ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της πράξης και τις συνέπειές της. Η έννοια της «ψυχολογικής ακεραιότητας» αναφέρεται στη συναισθηματική και ψυχική ισορροπία του προσώπου, ενώ δεν απαιτείται η ύπαρξη ιατρικά διαγνωσμένης ψυχικής διαταραχής. Αρκεί η σοβαρή διατάραξη της ψυχικής ηρεμίας ή η πρόκληση πραγματικού φόβου, ο οποίος αξιολογείται υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων.
Η 1η κατηγορία αφορά την καταγγελλόμενη επίθεση της 17.3.2023, κατά παράβαση του άρθρου 242 ΠΚ, σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του Ν.119(Ι)/2000 και του Ν.115(Ι)/2021. Από την αποδεκτή μαρτυρία της παραπονούμενης προκύπτει ότι, κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, περί ώρα 17:00, ενώ εκείνη βρισκόταν στην περιοχή του Εναερίου, κρατώντας το ανήλικο παιδί της, την προσέγγισε ο Κατηγορούμενος και την κτύπησε με το χέρι του στον ώμο. Το κτύπημα είχε ως αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, ενώ εξακολουθούσε να κρατά το παιδί, και ο Κατηγορούμενος συνέχισε να την κλωτσά σε διάφορα σημεία του σώματός της. Η συμπεριφορά αυτή τερματίστηκε όταν εμφανίστηκε άνδρας από παρακείμενο κατάστημα, οπότε ο Κατηγορούμενος αποχώρησε. Η περιγραφόμενη συμπεριφορά συνιστά ευθεία άσκηση σωματικής βίας. Πρόκειται για πραγματική σωματική επαφή, η οποία εκδηλώθηκε αρχικά με κτύπημα και συνεχίστηκε με επανειλημμένα λακτίσματα. Η απουσία συγκατάθεσης της παραπονούμενης προκύπτει από τις ίδιες τις συνθήκες του περιστατικού. Η επίθεση ήταν αιφνίδια, απρόκλητη, σύμφωνα με την αποδεκτή περιγραφή της, και συνεχίστηκε ενώ η ίδια βρισκόταν στο έδαφος. Ουδέν στοιχείο υποδηλώνει ότι ο Κατηγορούμενος ενεργούσε στο πλαίσιο νόμιμης δικαιολογίας ή με τη συναίνεσή της. Ως προς την υποκειμενική υπόσταση, ο τρόπος εκδήλωσης της συμπεριφοράς αποκλείει το ενδεχόμενο τυχαίας ή ακούσιας επαφής. Το αρχικό κτύπημα και, κυρίως, η συνέχιση της επίθεσης με λακτίσματα συνιστούν διαδοχικές, κατευθυνόμενες σωματικές ενέργειες, από τις οποίες συνάγεται η πρόθεση του Κατηγορουμένου να ασκήσει παράνομη βία εναντίον της παραπονούμενης. Η μη προσκόμιση ιατρικής μαρτυρίας δεν επηρεάζει τη στοιχειοθέτηση της κοινής επίθεσης, για την οποία δεν απαιτείται η απόδειξη συγκεκριμένης σωματικής κάκωσης. Το ουσιώδες είναι η παράνομη άσκηση βίας, η οποία, εν προκειμένω, αποδεικνύεται από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Περαιτέρω, αποδείχτηκε η προϋπάρχουσα συμβιωτική σχέση των εμπλεκομένων. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι υπήρξαν ζευγάρι και διέμεναν μαζί, ενώ ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε στην ανακριτική του κατάθεση την προηγούμενη σχέση και συμβίωσή τους. Το γεγονός ότι η σχέση είχε τερματιστεί δεν αναιρεί την ιδιότητά τους ως μελών της οικογένειας για τους σκοπούς του Ν.119(Ι)/2000, ο οποίος περιλαμβάνει στον σχετικό ορισμό και πρόσωπα που συζούσαν ως ανδρόγυνο. Κατά συνέπεια, η κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την παράνομη και εκ προθέσεως επίθεση του Κατηγορουμένου κατά της παραπονούμενης, εντός του προβλεπόμενου νομοθετικού πλαισίου. Τα συστατικά στοιχεία της 1ης κατηγορίας έχουν στοιχειοθετηθεί.
Για την εξέταση της 2ης κατηγορίας, η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου εκτιμάται στην πραγματική της έκταση και όχι αποκλειστικά ως σωματική επίθεση. Η διάκριση μεταξύ σωματικής και ψυχολογικής βίας δεν σημαίνει ότι πρόκειται για αμοιβαίως αποκλειόμενες μορφές συμπεριφοράς. Η σωματική βία μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις εκδήλωσής της, να αποτελεί και μέσο άσκησης ψυχολογικής πίεσης, προσβάλλοντας τη σωματική ακεραιότητα και προκαλώντας πραγματικό φόβο ή σοβαρή διατάραξη της ψυχολογικής ακεραιότητας του θύματος. Στην προκείμενη περίπτωση, η παραπονούμενη δεν δέχτηκε ένα μεμονωμένο κτύπημα, το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί απομονωμένα από τις λοιπές περιστάσεις. Ο Κατηγορούμενος την προσέγγισε αιφνιδίως, ενώ κρατούσε στην αγκαλιά της το ανήλικο παιδί της, την κτύπησε στον ώμο με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και συνέχισε να την κλωτσά σε διάφορα σημεία του σώματός της, ενώ εκείνη εξακολουθούσε να κρατά το παιδί. Η επίθεση διακόπηκε όταν εμφανίστηκε τρίτο πρόσωπο, το οποίο εξήλθε από παρακείμενο κατάστημα, μετά το κλάμα και τις φωνές του παιδιού. Η παραπονούμενη υποβλήθηκε σε σωματική βία σε συνθήκες κατά τις οποίες η επίθεση εξέθετε σε κίνδυνο και το παιδί που κρατούσε. Η πτώση της στο έδαφος και η συνέχιση των κτυπημάτων περιόρισαν ουσιωδώς τη δυνατότητά της να αντιδράσει και να προστατεύσει τόσο τον εαυτό της όσο και το παιδί της. Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου είχε, επομένως, χαρακτηριστικά βίαιης επιβολής και έντονης πίεσης, τα οποία δεν εξαντλούνται στη φυσική επαφή των κτυπημάτων με το σώμα της παραπονούμενης. Το ζητούμενο παραμένει κατά πόσον η συγκεκριμένη συμπεριφορά προκάλεσε πραγματικό φόβο ή σοβαρό πλήγμα στην ψυχολογική ακεραιότητά της. Για τη διαπίστωση του αποτελέσματος αυτού δεν απαιτείται η παραπονούμενη να έχει χρησιμοποιήσει στην κατάθεσή της συγκεκριμένους ψυχολογικούς όρους. Ο φόβος, ως εσωτερική κατάσταση, μπορεί να αποδεικνύεται από το σύνολο των εξωτερικών περιστάσεων, όταν αυτές επιτρέπουν ασφαλές συμπέρασμα ως προς την πραγματική επίδραση της συμπεριφοράς στον αποδέκτη της. Η διαπίστωση ότι μία γυναίκα, η οποία κρατά παιδί στην αγκαλιά της, υφίσταται αιφνίδια επίθεση, καταλήγει στο έδαφος και εξακολουθεί να δέχεται κτυπήματα, αφορά συγκεκριμένη πραγματική κατάσταση. Το παιδί βρισκόταν στην αγκαλιά της κατά την εξέλιξη της επίθεσης και αντέδρασε με κλάμα και φωνές. Η παραπονούμενη βρέθηκε, επομένως, αντιμέτωπη με την άμεση διακινδύνευση της δικής της σωματικής ακεραιότητας και της ασφάλειας του παιδιού που κρατούσε, χωρίς η βίαιη συμπεριφορά να τερματιστεί μετά το αρχικό κτύπημα. Τα πραγματικά αυτά δεδομένα, ιδωμένα ως ενιαίο περιστατικό, παρέχουν έρεισμα για τη διαπίστωση πραγματικού φόβου. Ο φόβος δεν συνάγεται απλώς επειδή η συμπεριφορά ήταν παράνομη ή επειδή κάθε επίθεση είναι δυνητικά εκφοβιστική, αλλά από την ιδιαίτερη ένταση, τη διάρκεια και τις συνθήκες της συγκεκριμένης βίας, κυρίως δε από την ταυτόχρονη έκθεση του παιδιού σε άμεσο κίνδυνο. Το Δικαστήριο, αποδεχόμενο την περιγραφή της παραπονούμενης και εκτιμώντας συνολικά τις περιστάσεις της επίθεσης, μπορεί να διαπιστώσει ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου υπερέβη την άσκηση σωματικής βίας και αποτέλεσε συνάμα συμπεριφορά έντονης ψυχολογικής πίεσης, η οποία προκάλεσε πραγματικό φόβο στην παραπονούμενη. Η πρόθεση του Κατηγορουμένου συνάγεται από την εκούσια και επανειλημμένη άσκηση βίας, η οποία συνεχίστηκε ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο έδαφος, κρατώντας το παιδί της. Η συμπεριφορά αυτή, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, δεν επιτρέπει εύλογη αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν τον βίαιο και εκφοβιστικό χαρακτήρα των ενεργειών του. Η κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία της 2η κατηγορίας.
Η 3η κατηγορία εξετάζεται υπό τη βάση του άρθρου 3(1)(4) Ν.119(Ι)/2000, με αντικείμενο την πραγματική πρόκληση ψυχικής βλάβης στην παραπονούμενη από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Έχει ήδη διαπιστωθεί η εκ προθέσεως άσκηση παράνομης σωματικής βίας και η ύπαρξη της απαιτούμενης οικογενειακής σχέσης. Η εξέταση επικεντρώνεται στην ψυχική επίπτωση της συμπεριφοράς. Η ψυχική βλάβη δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκην με ψυχική ασθένεια, ούτε προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση κλινική διάγνωση. Μπορεί να συνίσταται σε πραγματική ψυχολογική επιβάρυνση, φόβο ή έντονη ανησυχία, εφόσον η ύπαρξη και η αιτιώδης σύνδεσή τους με τη συμπεριφορά του δράστη αποδεικνύονται στον απαιτούμενο βαθμό. Στην προκείμενη περίπτωση, η ψυχική επίπτωση πρέπει να αναζητηθεί στις συγκεκριμένες περιστάσεις της επίθεσης. Η παραπονούμενη δεν βρέθηκε απλώς αντιμέτωπη με έναν επιθετικό πρώην συμβίο, μα δέχτηκε πραγματικά κτυπήματα, έπεσε στο έδαφος ενώ κρατούσε το παιδί της και εξακολούθησε να δέχεται λακτίσματα. Η επίθεση δεν τερματίστηκε με δική της πρωτοβουλία, αλλά μετά την εμφάνιση τρίτου προσώπου. Η ταυτόχρονη διακινδύνευση της προσωπικής της ασφάλειας και της ασφάλειας του παιδιού είναι σημαντικό δεδομένο για την εκτίμηση της ψυχικής επιβάρυνσης. Η παραπονούμενη είχε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τη βία που ασκούνταν εναντίον της, αλλά και το ενδεχόμενο τραυματισμού του παιδιού που βρισκόταν στην αγκαλιά της κατά την πτώση και τη συνέχιση των κτυπημάτων. Η επίπτωση της συμπεριφοράς στην ψυχική της κατάσταση μπορεί να συναχθεί από τις περιστάσεις αυτές, χωρίς να απαιτείται να έχει καταγραφεί ιδιαίτερη μεταγενέστερη εκδήλωση φόβου ή συγκεκριμένη ψυχολογική συμπτωματολογία. Η απόδειξη του αποτελέσματος δεν προϋποθέτει αποκλειστικά άμεση περιγραφή του βιώματος από την παραπονούμενη, εφόσον το σύνολο των αποδεδειγμένων γεγονότων επιτρέπει την εξαγωγή του αντίστοιχου συμπεράσματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εν προκειμένω, η αιφνίδια επίθεση, η συνέχιση των κτυπημάτων μετά την πτώση, η παρουσία του παιδιού και η πραγματική έκθεσή του στον κίνδυνο συνθέτουν περιστατικό ιδιαίτερης έντασης, από το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί άμεση πρόκληση φόβου και ψυχικής αναστάτωσης στην παραπονούμενη. Η διαπίστωση αυτή δεν αναφέρεται σε γενικό τεκμήριο ότι κάθε σωματική επίθεση προκαλεί οπωσδήποτε ψυχική βλάβη. Εφόσον το Δικαστήριο καταλήγει, επί των αποδεκτών γεγονότων, στο συμπέρασμα ότι η παραπονούμενη υπέστη την εν λόγω ψυχική επιβάρυνση, αποδεικνύεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου και του αποτελέσματος. Η πρόκληση ψυχικής βλάβης συνδέεται άμεσα με το βίαιο συμβάν και τις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες αυτό εκδηλώθηκε. Στη βάση αυτής της πραγματικής και αποδεικτικής κρίσης, στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία της 3ης κατηγορίας.
Η 4η κατηγορία αφορά την πρόκληση τρόμου στην παραπονούμενη, κατά παράβαση του άρθρου 91Α ΠΚ, μέσω της απειλής ότι ο Κατηγορούμενος θα τη σκοτώσει κατά την επόμενη συνάντησή τους. Από την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι, την 25.3.2023, περί ώρα 07:00, ο Κατηγορούμενος προσέγγισε την παραπονούμενη στον χώρο όπου εκείνη διέμενε. Παρά την απαίτησή της να αποχωρήσει, εκείνος άρχισε να της φωνάζει, απαιτώντας να ζητιανεύει και να του παραδίδει τα χρήματα που θα συγκέντρωνε. Η παραπονούμενη προσπάθησε να απομακρυνθεί, αλλά ο Κατηγορούμενος την ακολούθησε, με αποτέλεσμα εκείνη να φωνάζει σκόπιμα, ώστε να γίνει αντιληπτή από τρίτα πρόσωπα. Όταν άγνωστη γυναίκα προσφέρθηκε να καλέσει την Αστυνομία και η παραπονούμενη αποδέχτηκε την προσφορά, ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την καταγγελλόμενη απειλή στην αγγλική γλώσσα, η οποία αποδόθηκε στην κατάθεση ως «την επόμενη φορά που θα σε δω θα σε σκοτώσω». Η συγκεκριμένη φράση συνιστά ρητή απειλή κατά της ζωής της παραπονούμενης. Το περιεχόμενό της είναι σαφές και δεν επιδέχεται, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, εύλογη ερμηνεία ως απλή έκφραση δυσαρέσκειας ή αόριστη λεκτική αντιπαράθεση. Η απειλή δεν εκστομίστηκε σε συνθήκες αποκομμένες από την προηγούμενη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Είχε προηγηθεί, οκτώ ημέρες νωρίτερα, η αποδεδειγμένη σωματική επίθεση κατά της ίδιας παραπονούμενης. Κατά το δεύτερο περιστατικό, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον χώρο όπου εκείνη διέμενε, αγνόησε την απαίτησή της να αποχωρήσει, την ακολούθησε ενώ προσπαθούσε να απομακρυνθεί και διατύπωσε την απειλή όταν τρίτο πρόσωπο παρενέβη προσφερόμενο να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η επαπειλούμενη βία είχε πραγματικό έρεισμα και αντικειμενική δυνατότητα εκφοβισμού. Δεν αποτελούσε εξωπραγματική ή κενή περιεχομένου αναφορά. Η προηγούμενη άσκηση σωματικής βίας προσέθετε στην εξαγγελία μελλοντικής θανατηφόρας επίθεσης. Ως προς την πρόθεση εκφοβισμού, αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο της φράσης και την αλληλουχία των γεγονότων. Ο Κατηγορούμενος, έχοντας ήδη επιδείξει επίμονη και επιθετική συμπεριφορά, επέλεξε να απειλήσει την παραπονούμενη με θάνατο όταν εκείνη είχε ζητήσει τη συνδρομή τρίτου προσώπου. Η συγκεκριμένη χρονική τοποθέτηση της απειλής, σε συνδυασμό με τη φύση της, επιτρέπει το συμπέρασμα ότι σκοπός του ήταν να την εκφοβίσει, ανεξαρτήτως του κατά πόσον είχε πράγματι την πρόθεση να πραγματοποιήσει όσα απείλησε. Απομένει το ζήτημα της πραγματικής πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας. Η παραπονούμενη δεν δήλωσε ρητά, στην κατάθεσή της, ότι αισθάνθηκε φόβο εξαιτίας της συγκεκριμένης φράσης. Η παράλειψη αυτή δεν είναι καθοριστική, δεδομένου ότι η ψυχική κατάσταση ενός προσώπου μπορεί να αποδειχτεί και μέσω των εξωτερικών εκδηλώσεων της συμπεριφοράς του και των περιστάσεων του συμβάντος. Στην προκείμενη περίπτωση, η παραπονούμενη επιδίωξε να απομακρυνθεί από τον Κατηγορούμενο, φώναζε για να γίνει αντιληπτή, αποδέχτηκε την προσφορά τρίτου προσώπου να ειδοποιήσει την Αστυνομία και, μετά την εκστόμιση της απειλής, μετέβη η ίδια στην Αστυνομία, όπου την κατήγγειλε. Είναι σημαντικό ότι η προσπάθεια απομάκρυνσης, οι φωνές και η αποδοχή της αστυνομικής συνδρομής προηγήθηκαν της ρητής απειλής. Δεν αποτελούν, επομένως, αυτοτελή απόδειξη ότι ο τρόμος ή η ανησυχία προκλήθηκαν από τη συγκεκριμένη φράση. Αποτελούν, όμως, στοιχεία της κατάστασης στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη κατά τον χρόνο που την άκουσε. Η δε μεταγενέστερη μετάβασή της στην Αστυνομία και η καταγγελία της απειλής συνιστούν πρόσθετη αντίδραση, η οποία αξιολογείται σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απειλής και το προηγούμενο περιστατικό σωματικής βίας. Η συμπεριφορά της παραπονούμενης, εξεταζόμενη στο σύνολό της, επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η απειλή δεν αντιμετωπίστηκε από την ίδια ως αδιάφορη ή κενή περιεχομένου, αλλά προκάλεσε πραγματική ανησυχία για την προσωπική της ασφάλεια. Κρίνεται, συνεπώς, ότι αποδείχτηκε, όχι μόνον η εκστόμιση πραγματικής απειλής άσκησης βίας, αλλά και η πρόθεση εκφοβισμού, καθώς και η πρόκληση πραγματικής ανησυχίας στην παραπονούμενη ως αποτέλεσμα της απειλής. Έχουν, επομένως, αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 4ης κατηγορίας.
Η 5η κατηγορία αφορά την άσκηση ψυχολογικής βίας κατά της παραπονούμενης, κατά παράβαση του άρθρου 6 Ν.115(Ι)/2021, με αναφορά στα γεγονότα της 25.3.2023. Η συμπεριφορά που αποδείχτηκε κατά τη δεύτερη ημερομηνία περιλαμβάνει συγκεκριμένες εκδηλώσεις πίεσης, εξαναγκαστικής συμπεριφοράς και απειλής, οι οποίες εμπίπτουν στους προβλεπόμενους από τη νομοθετική διάταξη τρόπους άσκησης ψυχολογικής βίας. Ο Κατηγορούμενος απαίτησε από την παραπονούμενη να ζητιανεύει και να του παραδίδει τα χρήματα που θα συγκέντρωνε. Η απαίτηση αυτή εκφράστηκε με φωνές και επιθετικό τρόπο, ενώ ακολούθησε η καταδίωξη της παραπονούμενης κατά την προσπάθειά της να απομακρυνθεί. Η συμπεριφορά κορυφώθηκε με την απειλή θανάτωσής της κατά την επόμενη συνάντησή τους. Οι επιμέρους ενέργειες δεν εξετάζονται αποσπασματικά, αφού αποτελούν διαδοχικές εκδηλώσεις της ίδιας συμπεριφοράς. Η απαίτηση παράδοσης χρημάτων, η παράβλεψη της επιθυμίας της παραπονούμενης να απομακρυνθεί και η επακόλουθη απειλή συγκροτούν ένα ενιαίο περιστατικό επιβολής πίεσης και εκφοβισμού. Ειδικότερα, η εντολή να ζητιανεύει και να παραδίδει τα χρήματα στον Κατηγορούμενο, υπό τις συνθήκες που έτυχαν περιγραφής, συνιστά προσπάθεια υποβολής της παραπονούμενης σε συμπεριφορά αντίθετη προς την ελεύθερη βούλησή της. Η προηγούμενη συμβιωτική σχέση των εμπλεκομένων και οι συνθήκες έλλειψης σταθερής στέγης της παραπονούμενης αποτελούν συναφές πραγματικό πλαίσιο για την εκτίμηση του χαρακτήρα της απαίτησης, χωρίς να αποτελούν αυτοτελή τεκμήρια εξαναγκασμού. Το απαιτούμενο αποτέλεσμα του άρθρου 6 μπορεί να συνίσταται είτε σε σοβαρό πλήγμα της ψυχολογικής ακεραιότητας είτε στην πρόκληση πραγματικού φόβου. Δεν απαιτείται η σωρευτική συνδρομή αμφοτέρων. Στην παρούσα περίπτωση, τα αποδεδειγμένα γεγονότα επιτρέπουν τη διαπίστωση πραγματικού φόβου. Η παραπονούμενη επιχείρησε να απομακρυνθεί από τον Κατηγορούμενο, αναζήτησε την προσοχή τρίτων προσώπων και αποδέχτηκε την προσφορά ειδοποίησης της Αστυνομίας. Στο πλαίσιο της κατάστασης αυτής, η απειλή θανάτωσής της, προερχόμενη από πρόσωπο το οποίο την είχε ήδη κτυπήσει λίγες ημέρες προηγουμένως, προσέδωσε άμεση και συγκεκριμένη διάσταση στον κίνδυνο που η ίδια αντιμετώπιζε. Η μετέπειτα μετάβασή της στην Αστυνομία και η καταγγελία του περιστατικού συνάδουν με την ύπαρξη πραγματικού φόβου. Η αντίδραση της παραπονούμενης, το προηγούμενο περιστατικό βίας και η συγκεκριμένη εξέλιξη του δεύτερου συμβάντος συνιστούν πραγματικά δεδομένα από τα οποία μπορεί να συναχθεί ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου επέφερε το αποτέλεσμα που απαιτεί ο Νόμος. Η πρόθεση του Κατηγορουμένου συνάγεται από την ίδια την εκδήλωση της συμπεριφοράς του. Η διατύπωση απαιτήσεων, η επιμονή παρά την αντίθεση της παραπονούμενης, η καταδίωξή της και η εκστόμιση απειλής κατά της ζωής της αποτελούν συνειδητές και κατευθυνόμενες ενέργειες. Η φύση τους, σε συνδυασμό με τον χρόνο εκδήλωσης της απειλής, επιτρέπει τη διαπίστωση ότι ο Κατηγορούμενος επιδίωκε να ασκήσει πίεση και να προκαλέσει φόβο στην παραπονούμενη. Κατά συνέπεια, η κατηγορούσα Αρχή απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό συμπεριφορά που εκφράστηκε με πίεση, εξαναγκαστική απαίτηση και απειλή, στράφηκε κατά γυναίκας, προκάλεσε σε αυτήν πραγματικό φόβο και εκδηλώθηκε με την απαιτούμενη πρόθεση. Η 5η κατηγορία έχει, ως εκ τούτου, στοιχειοθετηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Η 6η κατηγορία αφορά την πρόκληση ψυχικής βλάβης στην παραπονούμενη, κατά την 25.3.2023, εντός της έννοιας του άρθρου 3(1)(4) Ν.119(Ι)/2000. Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία έχει ήδη προσδιοριστεί. Περιλαμβάνει την επιθετική προσέγγιση της παραπονούμενης, την απαίτηση να ζητιανεύει και να του παραδίδει χρήματα, την καταδίωξή της κατά την προσπάθειά της να απομακρυνθεί και την απειλή ότι θα τη σκοτώσει. Η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε μεταξύ προσώπων που είχαν προηγουμένως συμβιώσει ως ζευγάρι. Η ιδιότητα του πρώην συμβίου δεν αποκλείει την εφαρμογή του Ν.119(Ι)/2000, καθόσον ο ορισμός του μέλους της οικογένειας περιλαμβάνει και πρόσωπα που συζούσαν ως ανδρόγυνο. Το ζήτημα αφορά την πρόκληση ψυχικής βλάβης. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η έννοια αυτή δεν περιορίζεται σε κλινικά διαγνωσμένη ψυχική διαταραχή. Η πραγματική πρόκληση φόβου ή έντονης ανησυχίας δύναται, αναλόγως της φύσης και των περιστάσεων του περιστατικού, να συνιστά ψυχική βλάβη για τους σκοπούς της νομοθεσίας. Δεν απαιτείται η ψυχολογική επιβάρυνση να αποκτήσει μόνιμο ή παρατεταμένο χαρακτήρα. Στην προκείμενη περίπτωση, η ψυχική επίπτωση δεν συνάγεται απλώς από το ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε απειλή κατά της ζωής της παραπονούμενης. Σημασία έχει ότι η απειλή εντάχθηκε σε ένα περιστατικό ήδη εκδηλωμένης επιθετικότητας, κατά το οποίο η παραπονούμενη αναζητούσε τρόπο απομάκρυνσης και εξωτερικής συνδρομής. Η προηγούμενη σωματική επίθεση προσέδιδε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εξαγγελία νέας βίας, ενώ η καταγγελία της απειλής στην Αστυνομία συνιστά μεταγενέστερη συμπεριφορά συναφή με την ανησυχία που της προκλήθηκε. Από τα στοιχεία αυτά διαπιστώνεται πραγματική πρόκληση φόβου και ψυχολογικής επιβάρυνσης, συνδεόμενη αιτιωδώς με την επίδικη συμπεριφορά. Η παραπονούμενη βρέθηκε αντιμέτωπη όχι μόνο με μία λεκτική εξαγγελία μελλοντικής βίας, αλλά με απειλή θανάτωσης προερχόμενη από πρόσωπο που είχε ήδη ασκήσει σωματική βία εναντίον της και το οποίο, κατά τον επίδικο χρόνο, επέμενε να την ακολουθεί παρά την αντίθεσή της. Οι περιστάσεις αυτές διαφοροποιούν το συγκεκριμένο περιστατικό από εκείνο της 17.3.2023, για το οποίο η κατάθεση της παραπονούμενης περιοριζόταν στην περιγραφή της σωματικής επίθεσης, χωρίς επαρκή στοιχεία για την ψυχική της επίπτωση. Στο περιστατικό της 25.3.2023, αντιθέτως, η καταγεγραμμένη προσπάθεια απομάκρυνσης, η αναζήτηση συνδρομής και η επακόλουθη καταγγελία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και το ιστορικό της απειλής, παρέχουν πραγματικό έρεισμα για τη διαπίστωση της ψυχικής επιβάρυνσης που προκλήθηκε. Η απουσία ιατρικής ή ψυχολογικής γνωμάτευσης δεν αναιρεί το εύρημα αυτό, εφόσον η ψυχική βλάβη που διαπιστώνεται συνίσταται σε πραγματικό φόβο και ανησυχία, και όχι σε συγκεκριμένη ψυχιατρική πάθηση που θα απαιτούσε ειδική επιστημονική διάγνωση. Ως προς την υποκειμενική υπόσταση, η απειλή θανάτωσης και η προηγηθείσα επιθετική συμπεριφορά ήταν συνειδητές ενέργειες του Κατηγορουμένου, από τις οποίες προκύπτει ότι επιδίωκε τον εκφοβισμό της παραπονούμενης και είχε επίγνωση του χαρακτήρα και των πιθανών συνεπειών της συμπεριφοράς του. Κατά συνέπεια, αποδείχτηκε συμπεριφορά ασκηθείσα στο πλαίσιο της προβλεπόμενης οικογενειακής σχέσης, η οποία προκάλεσε πραγματική ψυχική επιβάρυνση στην παραπονούμενη, με την απαιτούμενη υποκειμενική υπόσταση. Η κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, επομένως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία της 6ης κατηγορίας.
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στις οποίες ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
[7] R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 44.
[8] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.
[9] Κούσουλος ν. Αστυνομίας ΠΕ119/2021, ECLI:CY:AD:2022:B13, 20.01.2022.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο