ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 9662 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
__________________________
Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Π Ο Ι Ν Η
(ex tempore)
Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία ότι την 26.6.2026, στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Α.Η., από τη Λεμεσό, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτή, δηλαδή κλοπής [1η Κατηγορία, άρθρα 291, 292(α) ΠΚ], αδίκημα για το οποίο ο νόμος προβλέπει ανώτατη ποινή φυλάκισης μέχρι τα επτά χρόνια.
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές επιμέτρησης των ποινών, όπως συντίθενται μέσα από τη νομολογία. Με βάση αυτές, η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι αντικειμενικές περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος ή η αντικειμενική σοβαρότητα[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατήσουν την επιείκεια του Δικαστηρίου, δηλαδή να λειτουργήσουν επιβαρυντικά. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται αναλογεί με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία, για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας, στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο, συνηθέστερα, καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής, όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια, ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και, παράλληλα, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης, όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν καταγραφεί αναλυτικότερα στα πρακτικά της διαδικασίας. Έγινε καταγγελία σχετικά με τη διάρρηξη της οικίας της παραπονούμενης, ανακριτικό έργο, εξασφαλίστηκαν πλάνα από κάμερα που ήταν εγκατεστειμένη, από την επιθεώρηση της οποίας διαπιστώθηκε ότι την 26.6.2026, περί τις 11:09, ο Κατηγορούμενος προσέγγισε την κατοικία της παραπονούμενης, στη Λεμεσό, υπερπήδησε το κάγκελο της εισόδου και εισήλθε στην αυλή. Ακολούθως, κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό της κατοικίας, στην οποία διέρρηξε και εισήλθε με σκοπό τη διάπραξη κλοπής. Η είσοδός του επιτεύχθηκε από το υπνοδωμάτιο, μέσω της εξωτερικής αλουμινένιας περσιανόπορτας και της εσωτερικής αλουμινένιας πόρτας, με άσκηση φυσικής βίας. Στην περσιανόπορτα προκλήθηκαν φθορές, ενώ στην εσωτερική πόρτα δεν διαπιστώθηκε ορατή ζημιά. Κατά τον χρόνο της διάρρηξης, η παραπονούμενη απουσίαζε από την κατοικία. Μετά τη διάρρηξη, το υπνοδωμάτιο βρέθηκε σε κατάσταση εκτεταμένης ακαταστασίας. Ρούχα είχαν αφαιρεθεί από το ερμάρι και βρίσκονταν στο δάπεδο, αντικείμενα είχαν μετακινηθεί από τα κομοδίνα και μαξιλάρια βρίσκονταν επίσης στο δάπεδο. Η κατάσταση του χώρου δείχνει ότι η είσοδος δεν περιορίστηκε στην απλή παραβίαση, αλλά συνοδεύτηκε από αναζήτηση περιουσίας. Δεν αποδείχτηκε, ωστόσο, αφαίρεση χρημάτων, κοσμημάτων ή άλλης περιουσίας. Ούτε προσδιορίστηκε χρηματικά η έκταση των υλικών φθορών που προκλήθηκαν. Ως προς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα σε κατοικία, αφού προηγουμένως υπερπήδησε το περίφραγμά της και παραβίασε την είσοδο. Η επέμβαση στον συγκεκριμένο χώρο, ο οποίος προορίζεται για την προσωπική ζωή του ενοίκου, και η εκτεταμένη αναστάτωση του περιεχομένου του προσδίδουν ουσιαστική βαρύτητα στον τρόπο διάπραξης. Δεν επρόκειτο για απλή είσοδο σε ξένο υποστατικό, αλλά για παραβίαση κατοικίας που συνοδεύτηκε από επέμβαση στον ιδιαίτερο ιδιωτικό χώρο της παραπονούμενης. Από την άλλη, η διάρρηξη πραγματοποιήθηκε ενώ η κατοικία ήταν κενή. Δεν υπήρξε αντιπαράθεση με ένοικο, άσκηση βίας εναντίον προσώπου ή πρόκληση σωματικής βλάβης. Δεν τεκμηριώθηκε χρήση ιδιαίτερα καταστρεπτικής μεθόδου παραβίασης ούτε εκτεταμένη υλική καταστροφή. Η διαπιστωμένη βλάβη αφορά τις φθορές στην είσοδο, τη διατάραξη του εσωτερικού χώρου και την προσβολή της οικιακής ασφάλειας και ιδιωτικότητας. Δεν περιλαμβάνει αποδεδειγμένη περιουσιακή απώλεια από κλοπή. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αμελητέα, λαμβανομένης υπόψη της ουσιαστικής επέμβασης στον χώρο κατοικίας και της έκτασης της αναστάτωσης του υπνοδωματίου. Δεν διαπιστώνονται, όμως, περιστάσεις ιδιαίτερης έντασης ως προς τη μέθοδο διάπραξης ή εξαιρετικής έκτασης ως προς τη βλάβη που πράγματι προκλήθηκε, οι οποίες να το κατατάσσουν στις βαρύτερες περιπτώσεις αδικημάτων του ίδιου είδους. Η αντικειμενική του σοβαρότητα τοποθετείται, συνεπώς, σε ενδιάμεσο επίπεδο, με γνώμονα αποκλειστικά τον συγκεκριμένο τρόπο δράσης και τις αποδεδειγμένες συνέπειές του.
Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προηγούμενων καταδικών σε βάρος του Κατηγορούμενου, γεγονός που συνεκτιμάται υπέρ του κατά την εξατομίκευση της ποινής. Η παράμετρος αυτή, ωστόσο, δεν αναιρεί την ανάγκη γενικής αποτροπής, ιδίως ενόψει της παρατηρούμενης έξαρσης των αδικημάτων αυτής της φύσης, η αντιμετώπιση των οποίων επιβάλλει την απόδοση της προσήκουσας βαρύτητας στον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής.
Συνεκτιμάται, επίσης, η απολογία που εξέφρασε ο Κατηγορούμενος, με τη βαρύτητα που δικαιολογούν το περιεχόμενό της και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διατυπώθηκε.
Λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψη όλες οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, στον βαθμό που καθίστανται γνωστές6. Ο Κατηγορούμενος είναι περίπου 47 ετών, άνεργος, λήπτης επιδοματικής βοήθειας, με προβλήματα υγείας, που σχετίζονται με τη χρήση σκληρών ναρκωτικών. Το μοναδικό του στήριγμα είναι η μητέρα του, η οποία είναι σήμερα υπόδικη στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης. Προτίθεται να συμμετάσχει σε θεραπευτικό πρόγραμμα.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου, άμεσα. Αποδίδεται στην παραδοχή του η αντίστοιχη ελαφρυντική βαρύτητα.
Έχοντας υπόψη τη φύση των κατηγοριών, τον τρόπο δράσης και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν, αρμόζουσα κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Δεν θα μπορούσε να επιβληθεί είτε πρόστιμο είτε κάποια εναλλακτική ποινή, με τα δεδομένα της υπόθεσης. Όσα προαναφέρθηκαν ως ελαφρυντικά επιδρούν στην έκταση της ποινής.
Ενδεικτικά, στην Τραλαλάς ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 323, ο εφεσιβάλλων είχε καταδικαστεί, μετά από ακροαματική διαδικασία, μεταξύ άλλων, για διάρρηξη κατοικίας με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση του άρθρου 292(α) ΠΚ. Κατά το συγκεκριμένο περιστατικό, είχε εντοπιστεί εντός της κατοικίας, χωρίς να υπάρχουν ίχνη διάρρηξης, ενώ το υπνοδωμάτιο ήταν ανοικτό και έλειπε χρηματικό ποσό £500 από ερμάρι. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για τη διάρρηξη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διατήρησε τη διάρκειά της, παρεμβαίνοντας μόνον ως προς τη διαδοχική εκτέλεση των ποινών που είχαν επιβληθεί για τα τρία διαφορετικά αδικήματα. Η υπόθεση παρουσιάζει ουσιαστική ομοιότητα με την παρούσα ως προς τη νομική φύση του αδικήματος και την επέμβαση σε κατοικία, ειδικότερα στον χώρο του υπνοδωματίου. Διαφοροποιείται, όμως, επειδή εκεί είχε διαπιστωθεί και απώλεια μικρού ποσού χρημάτων, ενώ ο εφεσιβάλλων είχε εμπλακεί σε περισσότερα περιστατικά παράνομης συμπεριφοράς και δεν είχε παραδεχτεί την ενοχή του. Έπειτα, η εστίαση ήταν και στην επιβάρυνση που δημιουργούσε η διαδοχικότητα. Στην παρούσα υπόθεση, υπάρχει ένα περιστατικό διάρρηξης και άμεση παραδοχή, χωρίς αποδεδειγμένη κλοπή. Από την άλλη, η είσοδος επιτεύχθηκε με παραβίαση της εξωτερικής εισόδου και συνοδεύτηκε από εκτεταμένη αναστάτωση του υπνοδωματίου, στοιχεία που προσδίδουν αυτοτελή βαρύτητα στον τρόπο δράσης, ενώ δεν μπορεί να παραγνωριστεί και πως, από την Τραλαλάς (ανωτέρω), παρήλθαν και αρκετά χρόνια, που υπερβαίνουν την εικοσαετία, με τα αδικήματα της φύσης αυτής να παραμένουν σε ιδιαίτερη έξαρση.
Επιβάλλεται:
1η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται, δυνάμει του άρθρου 117 § 1 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από την 7.7.2026.
Εξετάζεται το ενδεχόμενο για αναστολή της εκτέλεσης τυχόν εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει, πλέον, διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σε αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].
Έχει εξεταστεί το ενδεχόμενο αναστολής της εκτέλεσης της ποινής, με συνεκτίμηση του τρόπου διάπραξης του αδικήματος, της έκτασης της βλάβης, των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου και του χρόνου κατά τον οποίο ήδη τελεί υπό κράτηση. Δεν έχουν, ωστόσο, καταδειχτεί ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογούν τη μη άμεση εκτέλεση της ποινής. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες έχουν ληφθεί ουσιαστικά υπόψη κατά τον καθορισμό της διάρκειάς της, χωρίς, υπό τις περιστάσεις, να δικαιολογούν και την αναστολή της. Η σοβαρότητα της συγκεκριμένης παραβίασης κατοικίας και η ανάγκη αποτροπής καθιστούν ενδεδειγμένη την πραγματική εκτέλεση της ποινής, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται. Η ποινή φυλάκισης είναι άμεσα εκτελεστή.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηριων: τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
Έξοδα: €100 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο, μετά την αποφυλάκισή του.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο