ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 15894 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
ΚΑΤΙΝΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ
________
Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή
Φ. Μιχαηλίδου (κα), για την Κατηγορούμενη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κατηγορία και διαδικασία
Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μία κατηγορία, ότι την 9η Ιανουαρίου του 2020, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή της αρχαιότητες, δηλαδή τα αρχαία που αναφέρονται στον συνημμένο, στο κατηγορητήριο, Πίνακα Α, έχοντας παραλείψει να ειδοποιήσει και να εφοδιάσει τον Διευθυντή Αρχαιοτήτων με κατάλογο, δια του οποίου να περιγράφονται οι αρχαιότητες, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 33 §§ 1, 3 και 34 του περί Αρχαιοτήτων Νόμου Κεφ.31, ως τροποποιήθηκε.
Ενόψει της μη παραδοχής της κατηγορίας, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας η κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε τη μαρτυρία των Αστ.3075 Α. Κωνσταντίνου (ΜΚ1), Λοχ.3126 Μ. Γιαννακού (ΜΚ2), Λοχ.2851 Ι. Μαυρομούστακου (ΜΚ3), Λοχ.4782 Ν. Παπανικολάου (ΜΚ4) και Ε. Στυλιανού (ΜΚ5). Η Κατηγορούμενη κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (ΜΥ1), ενώ μαρτυρία προσκομίστηκε και από τον σύζυγό της, Σ. Μ. (ΜΥ2).
Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων.
Μαρτυρία
ΜΚ1
Ο ΜΚ1, Αστ.3075 Α. Κωνσταντίνου, αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας του τη γραπτή κατάθεσή του, Τ1. Σύμφωνα με αυτήν, στις 9.1.2020, στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και κατόπιν υπόδειξης του Αστ.2851 (νυν Λοχ.2851) Ι. Μαυρομούστακου, φωτογράφησε αριθμό αντικειμένων, τα οποία φέρονταν ως αρχαία και αποτελούσαν τεκμήρια της υπόθεσης. Στην κατάθεσή του περιγράφει, επίσης, τη διαδικασία επεξεργασίας, αποθήκευσης και εκτύπωσης των φωτογραφιών, τη δέσμη των οποίων κατέθεσε ως Τ2. Κατά την αντεξέτασή του, διευκρίνισε ότι περιορίστηκε στη φωτογράφιση των αντικειμένων που του υποδείχθηκαν, χωρίς να διαθέτει προσωπική γνώση ως προς το κατά πόσον μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν και αντικείμενα που επιστράφηκαν μεταγενέστερα στην Κατηγορούμενη, ως ανήκοντα στην «επίσημη συλλογή» της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον ορισμένα από τα φωτογραφηθέντα αντικείμενα, ιδίως τα νομίσματα, ήταν πράγματι αρχαία, ούτε κατά πόσον υπήρχε σχετική άδεια για οποιοδήποτε από αυτά.
ΜΚ2
Η ΜΚ2, Λοχ.3126 Μ. Γιαννακού, αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας της τη γραπτή κατάθεσή της, ημερομηνίας 8.5.2020, Τ3. Σύμφωνα με αυτήν, στις 11.1.2020 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, η οποία κατατέθηκε ως Τ4 και στην οποία η τελευταία εξέθεσε τη δική της εκδοχή των γεγονότων. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι διαμένει με τον σύζυγό της, ο οποίος είναι δικηγόρος, και τον υιό τους. Έχει σπουδάσει Φιλολογία, στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, και διατηρεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα αρχαία αντικείμενα. Αναφορικά με τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στην οικία της, εξέφρασε την έκπληξή της για το γεγονός ότι ορισμένα δεν ήταν δηλωμένα, καθότι, όπως υποστήριξε, τελούσε υπό την πεποίθηση ότι όλα κατέχονταν νόμιμα. Ως προς την προέλευσή τους, ανέφερε ότι τα αντικείμενα βρίσκονταν στην οικογενειακή οικία ήδη από τη δεκαετία του 1980. Ορισμένα αποτελούσαν δωρεά της πεθεράς της, χωρίς η ίδια να θυμάται ποια συγκεκριμένα, ενώ αρχαίους κύλικες είχε εντοπίσει τυχαία σε κοτέτσι, κατά την επίσκεψή της στην πατρική της οικία, στον Πωμό. Άλλα αντικείμενα της είχαν δωριστεί από τον θείο της, ενώ δύο ή τρία είχαν αγοραστεί από τον σύζυγό της από το μουσείο στη Λευκωσία. Διευκρίνισε ότι η ίδια ουδέποτε αγόρασε αρχαίο αντικείμενο και ότι, μετά το 1996, δεν απέκτησε οποιοδήποτε άλλο. Σε σχέση με τη διαδικασία δήλωσης και αδειοδότησης της κατοχής τους, ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν νομοθετικής αλλαγής το 1996, υπέβαλε, μέσω του συζύγου της, αίτηση για εξασφάλιση σχετικής άδειας. Στο πλαίσιο αυτό, λειτουργός του Τμήματος Αρχαιοτήτων επισκέφτηκε την οικία τους και προέβη σε καταγραφή των αντικειμένων. Κατά τον χρόνο εκείνο, τα αντικείμενα βρίσκονταν σε διάφορα σημεία της οικίας, ενώ ορισμένα είχαν φυλαχτεί, προκειμένου να προστατευτούν από τα παιδιά, τα οποία ήταν τότε μικρής ηλικίας. Κατά την αντίληψή της, η λειτουργός είχε καταγράψει το σύνολο των αντικειμένων που υπήρχαν στην οικία. Δεν απέκλεισε, ωστόσο, το ενδεχόμενο να είχε παραλειφθεί, εκ παραδρομής, η καταγραφή ορισμένων, θεωρώντας αυτήν ως τη μόνη πιθανή εξήγηση για τη διαπίστωση ότι κάποια παρέμειναν αδήλωτα. Επέμεινε ότι πρόθεσή της ήταν εξαρχής η εξασφάλιση άδειας κατοχής για το σύνολό τους. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της περί απουσίας πρόθεσης απόκρυψης, επισήμανε ότι τα αντικείμενα που διαπιστώθηκε πως δεν είχαν δηλωθεί ήταν, κατά την εκτίμησή της, μικρότερης αρχαιολογικής σημασίας από εκείνα που είχαν περιληφθεί στην καταγραφή. Όπως εξήγησε, μεταξύ των αδήλωτων αντικειμένων δεν υπήρχε κάποιο τόσο μοναδικό ή εξαιρετικής αρχαιολογικής αξίας, ώστε να είχε λόγο να το αποκρύψει από τις αρμόδιες αρχές, φοβούμενη ενδεχόμενη αφαίρεσή του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, μετά την επίσκεψη της λειτουργού του Τμήματος Αρχαιοτήτων, δεν τους παραδόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ποια αντικείμενα καλύπτονταν από άδεια κατοχής και ποια όχι. Ο σύζυγός της επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τις αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία της διαδικασίας, και, μέσω των επικοινωνιών αυτών, είχε πληροφορηθεί ότι υπήρχε άδεια για «επίσημη συλλογή». Εντούτοις, κατά τους ισχυρισμούς της, ουδέποτε τους χορηγήθηκε σχετική άδεια ή κατάλογος στον οποίο να προσδιορίζονται τα αντικείμενα που αυτή κάλυπτε. Υπό τις περιστάσεις αυτές, εξήγησε, είχε σχηματίσει την πεποίθηση ότι η κατοχή όλων των αντικειμένων ήταν νόμιμη. Η ΜΚ2 αναγνώρισε την Κατηγορούμενη, στο εδώλιο, ως το πρόσωπο από το οποίο είχε λάβει την ανακριτική κατάθεση Τ4, σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στη δική της κατάθεση, Τ3. Η μαρτυρία της δεν αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης.
ΜΚ3
Ο ΜΚ3, Λοχ.2851 Ι. Μαυρομούστακος, αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας του τη γραπτή κατάθεσή του, ημερομηνίας 8.5.2020, Τ5. Σύμφωνα με αυτήν, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λεμεσού και, στις 9.1.2020, κατόπιν καταγγελίας του υιού της Κατηγορούμενης, άρχισε η διερεύνηση της υπόθεσης. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων είχε μεταφέρει στην Αστυνομία δύο χάρτινα κιβώτια με αντικείμενα, ισχυριζόμενος ότι η μητέρα του κατείχε παρανόμως αρχαιότητες. Για την εξέταση των αντικειμένων κλήθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού η Έλενα Στυλιανού, αρχαιολόγος του Τμήματος Αρχαιοτήτων, η οποία, σύμφωνα με τον ΜΚ3, διαπίστωσε ότι 13 από αυτά περιλαμβάνονταν στην επίσημη συλλογή της Κατηγορούμενης. Τα συγκεκριμένα αντικείμενα παραδόθηκαν στον σύζυγό της. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε προέκυψε, κατά τη μαρτυρία του, ότι άλλα 20 αντικείμενα ήταν αρχαία και κατέχονταν παρανόμως. Τα αντικείμενα αυτά προσδιορίζονται στην κατάθεσή του ως ακολούθως:
1) Αμφορίσκος της εποχής του χαλκού
2) Αποσπασματική οινοχόη της εποχής του χαλκού
3) Οινοχόη της εποχής του χαλκού
4) Αποσπασματικό μυροδοχείο Ελληνιστικής ή Ρωμαϊκής εποχής
5) Ξέβαθη φιάλη
6) Οινοχόη της εποχής του χαλκού
7) Αρχαίο νόμισμα
8) Ξέβαθο πιάτο
9) Αρχαίο νόμισμα
10) Αρχαίο νόμισμα
11) Αρχαίο νόμισμα
12) Αγγείο της εποχής του χαλκού
13) Φιάλη
14) Αποσπασματικό μυροδοχείο Ελληνιστικής ή Ρωμαϊκής περιόδου
15) Θραύσματα από τερακότα (αρχαίο αγαλματίδιο)
16) Τεμάχιο από μυροδοχείο Ελληνικής – Ρωμαϊκής περιόδου
17) Τεμάχιο από λίθινο άγαλμα
18) Φλασκί της εποχής του χαλκού
19) Τεμάχιο λαβής αμφορέα με σφραγίδα
20) Μυροδοχείο
Ακολούθως, την ίδια ημέρα, ο ΜΚ3 μετέβη στην οικία της Κατηγορούμενης, όπου διενεργήθηκε έρευνα με τη συγκατάθεση του συζύγου της. Κατά τη διάρκειά της, παρέλαβε από την Αστ.4782 Ν. Παπανικολάου τρία ακόμη τεκμήρια, τα οποία η τελευταία είχε παραλάβει απευθείας από την οικία. Αυτά περιγράφονται στην κατάθεσή του ως εξής:
1) Θραύσματα από αγγεία διαφόρων περιόδων
2) Οινοχόη της εποχής του χαλκού
3) Επιτύμβια στήλη Ρωμαϊκής – Ελληνιστικής περιόδου
Ο ΜΚ3 κατέθεσε, επίσης, τη γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία ο υιός της Κατηγορούμενης στις 9.1.2020, Τ6. Σε αυτήν, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι διαμένει με τους γονείς του, ο πατέρας του είναι δικηγόρος και η μητέρα του συνταξιούχος. Περιέγραψε τον πατέρα του ως συλλέκτη αρχαιοτήτων, ο οποίος ασχολείται με τη συλλογή αρχαίων αντικειμένων ως χόμπι και, επί σειρά ετών, φυλάσσει στην οικογενειακή οικία αρχαιότητες, κυρίως αγγεία. Όπως ανέφερε, από την παιδική του ηλικία έβλεπε στο σπίτι διάφορα αρχαία αγγεία, τα οποία ο πατέρας του διατηρούσε στην κατοχή του και φύλασσε σε κιβώτια. Γνώριζε, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι ορισμένα είχαν δηλωθεί στο Τμήμα Αρχαιοτήτων και κατέχονταν νόμιμα, ενώ αρκετά άλλα παρέμεναν αδήλωτα και κατέχονταν παρανόμως. Εξήγησε ότι, για προσωπικούς του λόγους, αποφάσισε να καταγγείλει στην Αστυνομία την κατοχή των μη δηλωμένων αρχαιοτήτων από τον πατέρα του. Προς τούτο, μετέφερε στο αυτοκίνητό του δύο κιβώτια με αρχαιότητες, τα οποία φυλάσσονταν στον επάνω όροφο της οικίας, και τα προσκόμισε στην Αστυνομία, προκειμένου να προβεί στην καταγγελία. Περαιτέρω, ο ΜΚ3 κατέθεσε την απόδειξη παραλαβής των 13 αντικειμένων που είχαν αναγνωριστεί ως ανήκοντα στην επίσημη συλλογή της Κατηγορούμενης και παραδόθηκαν στον σύζυγό της, Τ7. Σε σχέση με τα υπόλοιπα αντικείμενα, τα οποία κρατήθηκαν ως τεκμήρια, διευκρίνισε ότι η επιτύμβια στήλη, λόγω του όγκου και του βάρους της, δεν ήταν εφικτό να μεταφερθεί στο Δικαστήριο. Παρέπεμψε, συναφώς, στις δύο τελευταίες φωτογραφίες του Τ2, στις οποίες αυτή απεικονίζεται. Τα λοιπά αντικείμενα κατατέθηκαν ως Τ8-Τ23. Ο ΜΚ3 αναγνώρισε, επίσης, την Κατηγορούμενη, στο εδώλιο, ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται η κατάθεσή του. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία για «παράνομη» κατοχή αρχαιοτήτων, στη βάση των διαπιστώσεων της αρχαιολόγου του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Διευκρίνισε ότι ο χαρακτηρισμός της κατοχής των αντικειμένων ως «παράνομης» από την Αστυνομία στηρίχτηκε στην εκτίμηση της αρχαιολόγου ότι η κατοχή τους απαγορευόταν. Ο ίδιος δεν γνώριζε πότε ή με ποιον τρόπο είχαν αποκτηθεί τα αντικείμενα που χαρακτηρίστηκαν ως αρχαιότητες, ούτε ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για τη διαδικασία εξασφάλισης άδειας κατοχής τους. Κατά την αντεξέτασή του παρέπεμψε επανειλημμένως στις διαπιστώσεις και στη μαρτυρία της αρχαιολόγου, στις οποίες, όπως εξήγησε, βασίστηκε η περαιτέρω διερεύνηση και προώθηση της υπόθεσης. Σε ό,τι αφορά τα νομίσματα, επισήμανε ότι η Κατηγορούμενη δεν είχε αναφέρει, κατά τη λήψη της ανακριτικής της κατάθεσης, ότι είχε παραγγείλει νομίσματα μέσω του eBay, ώστε να διερευνηθεί σχετικός ισχυρισμός. Τέλος, ερωτηθείς για το περιεχόμενο της φωτογραφικής δέσμης Τ2, αρχικά ανέφερε ότι σε αυτήν απεικονίζονται τα τεκμήρια της υπόθεσης. Στη συνέχεια, ωστόσο, αποδέχτηκε ότι ορισμένες φωτογραφίες απεικονίζουν και αντικείμενα τα οποία είχαν αρχικώς προσκομιστεί στην Αστυνομία, αλλά διαπιστώθηκε ότι ανήκαν στην επίσημη συλλογή της Κατηγορούμενης και, ως εκ τούτου, επιστράφηκαν στον σύζυγό της. Διευκρίνισε ότι τα αντικείμενα αυτά διακρίνονται στις φωτογραφίες, καθότι είναι τοποθετημένα σε ξεχωριστή βάση και δεν φέρουν αυτοκόλλητο σχετικής σήμανσης.
ΜΚ4
Η ΜΚ4, Λοχ.4782 Ν. Παπανικολάου, αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας της τη γραπτή κατάθεσή της, ημερομηνίας 9.1.2020, Τ24. Σύμφωνα με αυτήν, στις 9.1.2020, ενώ υπηρετούσε στην ΑΔΕ Λεμεσού, διενήργησε έρευνα στην οικία της Κατηγορούμενης, κατόπιν συγκατάθεσης του συζύγου της, η οποία κατατέθηκε ως Τ25. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στην παρουσία του τελευταίου και της αρχαιολόγου του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Έλενας Στυλιανού. Κατά τη διάρκειά της, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν ως τεκμήρια, καθ’ υπόδειξη της αρχαιολόγου, μία επιτύμβια στήλη από την μπροστινή βεράντα της οικίας, μία οινοχόη της εποχής του χαλκού από το σαλόνι και θραύσματα από αγγεία από την ταράτσα. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του συζύγου της Κατηγορούμενης στα ανευρεθέντα αντικείμενα, εκείνος ανέφερε ότι ανήκαν όλα στην επίσημη συλλογή της συζύγου του και ότι, εάν ορισμένα δεν είχαν καταγραφεί, τούτο οφειλόταν σε λάθος. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, προσήλθε στην οικία και η Κατηγορούμενη, η οποία, όταν ερωτήθηκε σχετικά, ανέφερε ότι τα αντικείμενα ήταν δικά της. Η ΜΚ4 αναγνώρισε την επιτύμβια στήλη που είχε κατασχεθεί στις φωτογραφίες 5, 6 της φωτογραφικής δέσμης Τ2 καθώς και τα Τ22 και Τ23. Αναγνώρισε, επίσης, την Κατηγορούμενη, στο εδώλιο, ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται η κατάθεσή της. Κατά την αντεξέτασή της, διευκρίνισε ότι η Κατηγορούμενη δεν ήταν παρούσα κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, αλλά προσήλθε μεταγενέστερα, αφού ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς, και επέδειξε συνεργάσιμη στάση. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι δεν ήταν η ανακρίτρια της υπόθεσης, αλλά συμμετείχε αποκλειστικά στη διενέργεια της έρευνας, και, ως εκ τούτου, δεν είχε προσωπική γνώση των λοιπών λεπτομερειών της διερεύνησης. Αναφορικά με την ύπαρξη εγγράφων σχετικών με την κατοχή των αντικειμένων, ανέφερε ότι δεν θυμόταν να είχε υποδειχτεί οποιοδήποτε έγγραφο κατά την έρευνα. Πρόσθεσε ότι, εάν υπήρχε άλλο σχετικό έγγραφο, το αναμενόμενο θα ήταν να είχε ζητηθεί η προσκόμισή του κατά τη λήψη κατάθεσης στην Αστυνομία. Τέλος, επανέλαβε ότι η κατάσχεση των αντικειμένων έγινε εξ ολοκλήρου κατόπιν υπόδειξης της αρχαιολόγου.
ΜΚ5
Η ΜΚ5, Έλενα Στυλιανού, αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας της τη γραπτή κατάθεσή της, ημερομηνίας 9.1.2020, Τ26. Σύμφωνα με αυτήν, υπηρετεί ως αρχαιολογική λειτουργός στο Τμήμα Αρχαιοτήτων Λεμεσού, και συγκεκριμένα στο Μουσείο Λεμεσού, με καθήκοντα που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη διενέργεια ανασκαφών, την καταγραφή και τον έλεγχο αρχαιολογικών ευρημάτων. Στις 9.1.2020 κλήθηκε από το ΤΑΕ Λεμεσού, προκειμένου να επιθεωρήσει αντικείμενα που προέρχονταν από την οικία της Κατηγορούμενης και να διαπιστώσει κατά πόσον επρόκειτο για αρχαιότητες. Κατά τον έλεγχο, διαπίστωσε ότι 13 από τα αντικείμενα ανήκαν στην επίσημη συλλογή της Κατηγορούμενης και επρόκειτο να της επιστραφούν. Άλλα 20 αντικείμενα, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της, αποτελούσαν αρχαιότητες, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην προσωπική συλλογή της Κατηγορούμενης και, κατά τη θέση της, κατέχονταν παρανόμως. Πρόκειται για τα 20 αντικείμενα που έχουν ήδη απαριθμηθεί στη μαρτυρία του ΜΚ3. Η ΜΚ5 κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα, Τ27, στο οποίο παρατίθενται τα ακαδημαϊκά της προσόντα και η επαγγελματική της πείρα, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Κατέθεσε, επίσης, τον κατάλογο των αντικειμένων της υπόθεσης, Τ28, στον οποίο καταγράφονται ο τύπος κάθε αντικειμένου, η χρονολογική περίοδος ή η χρονολόγησή του και η αντίστοιχη φωτογραφική απεικόνιση. Ο κατάλογος περιλαμβάνει τα προαναφερθέντα 20 αντικείμενα και τέσσερα επιπλέον. Κατά την κυρίως εξέτασή της, η ΜΚ5 αναφέρθηκε χωριστά στα αντικείμενα, προσδιορίζοντας την ταυτότητα, τη χρήση και την ιστορική τους περίοδο, καθώς και τα μορφολογικά, κατασκευαστικά ή άλλα χαρακτηριστικά στα οποία στήριξε τη χρονολόγησή τους.
Ειδικότερα, σε σχέση με την επιτύμβια στήλη, η οποία απεικονίζεται στις φωτογραφίες 5 και 6 του Τ2, ανέφερε ότι πρόκειται για σοβαρό αντικείμενο, το οποίο χρήζει άμεσης συντήρησης. Το περιέγραψε ως λίθινο ταφικό μνημείο, που τοποθετούνταν σε τάφους κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, άλλοτε με επιγραφή και άλλοτε χωρίς. Εξήγησε ότι κάθε ιστορική περίοδος παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στα αντικείμενα, είτε πρόκειται για λίθινα είτε για πήλινα, τα οποία επιτρέπουν την αναγνώριση και τη χρονολόγησή τους. Παρόμοιες επιτύμβιες στήλες έχουν εντοπιστεί σε πολλούς τάφους στην περιοχή της Αμαθούντας, όπου χρησιμοποιούνταν ως ταφικά σήματα και συνήθως έφεραν το όνομα του νεκρού. Στη συγκεκριμένη στήλη αναγνώρισε διακόσμηση χαρακτηριστική της Ρωμαϊκής περιόδου, παρότι δεν διακρίνεται επιγραφή. Υπέδειξε τις γραμμές της διακόσμησης, εξηγώντας ότι στα ενδιάμεσα σημεία αναγράφονταν συνήθως το όνομα του νεκρού ή κάποια ευχή, ενδεχομένως προς τον Απόλλωνα, αναλόγως των θρησκευτικών πεποιθήσεων του νεκρού.
Ως προς το αντικείμενο υπό τον αριθμό (1) του Τ28 (Τ14), το οποίο προσδιόρισε ως αμφορέα ερυθροστιλβωτού ρυθμού, με μία από τις δύο λαβές σπασμένη, ανέφερε ότι πρόκειται για μεγάλο αγγείο, το οποίο χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη κρασιού ή τροφίμων. Τέτοια αγγεία τοποθετούνταν συνήθως σε τάφους, ιδίως κατά την εποχή του χαλκού, καθώς συνδέονταν με την πεποίθηση ότι ο νεκρός θα είχε μια νέα ζωή και θα χρειαζόταν τροφή, νερό ή κρασί. Εξήγησε ότι τα αγγεία της περιόδου αυτής εντοπίζονται κυρίως σε τάφους, όπου διατηρούνται συχνά ακέραια, σε αντίθεση με όσα προέρχονται από οικισμούς, οι οποίοι υπέστησαν καταστροφές, μεταξύ άλλων από σεισμούς, με αποτέλεσμα πολλά αγγεία να βρίσκονται σπασμένα ή ελλιπή. Αναφερόμενη στον ερυθροστιλβωτό τύπο, επισήμανε τη χαρακτηριστική κόκκινη διακόσμηση, διευκρινίζοντας ότι, εξαιτίας της διαδικασίας ψησίματος, ενδέχεται να εμφανίζονται και μαύρες περιοχές στην επιφάνεια του αγγείου, όπως διακρίνεται στη δεξιά φωτογραφία του σημείου (1). Η χρονολόγηση του συγκεκριμένου αντικειμένου στην εποχή του χαλκού στηρίχτηκε, κατά τη μάρτυρα, στο σχήμα και στη διακόσμησή του.
Το αντικείμενο υπό τον αριθμό (2) του Τ28 (Τ20) περιέγραψε ως οινοχοΐσκη ερυθροστιλβωτού ρυθμού, με εγχάρακτη διακόσμηση, αποσπασματική στο χώμα, λαιμό και χείλος. Εξήγησε ότι η «οινοχοΐσκη» αποτελεί συγκεκριμένο τύπο αγγείου, συνήθως μικρού μεγέθους, το οποίο χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση και το σερβίρισμα υγρών, σε αντιδιαστολή με τον αμφορέα, που προοριζόταν κυρίως για φύλαξη. Αντικείμενα αυτού του τύπου εντοπίζονται σε τάφους, ενώ η εγχάρακτη διακόσμησή τους αποτελεί χαρακτηριστικό της εποχής του χαλκού, κατά την οποία, όπως ανέφερε, δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί άλλες τεχνικές διακόσμησης. Για αμφότερα τα αντικείμενα υπό τους αριθμούς (1) και (2), η ΜΚ5 ανέφερε ότι είναι κυπριακού τύπου, καθότι παρόμοια έχουν εντοπιστεί σε ανασκαφές στην Κύπρο. Εξήγησε ότι η αρχαιολογική έρευνα βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε καταλόγους που καταγράφουν τους τύπους, τα σχήματα και τη διακόσμηση των αγγείων κάθε περιοχής. Αντίστοιχοι κατάλογοι υπάρχουν και σε άλλες χώρες με αρχαιολογικά ευρήματα. Κατά τη μάρτυρα, αγγεία του συγκεκριμένου τύπου δεν συναντώνται ως εγχώρια παραγωγή άλλων χωρών, χωρίς να αποκλείεται η ανεύρεσή τους στο εξωτερικό ως κυπριακών εξαγωγών, λόγω των εμπορικών σχέσεων που διατηρούσε η Κύπρος. Πρόσθεσε ότι σχετικές μελέτες έχουν καταδείξει και την κυπριακή προέλευση του πηλού από τον οποίο κατασκευάζονταν.
Αναφορικά με το (3) του Τ28 (Τ16), οινοχόη ερυθροστιλβωτού ρυθμού, σχεδόν ακέραιη, ανέφερε ότι επρόκειτο για αγγείο που χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη υγρών και όχι για το σερβίρισμά τους. Παρόμοια αγγεία έχουν εντοπιστεί σε τάφους, ενώ ο συγκεκριμένος τύπος είναι χαρακτηριστικός της εποχής του χαλκού. Επιπλέον, τα χώματα και τα άλατα που διακρίνονται στο εσωτερικό του αντικειμένου αποτελούν, κατά την εκτίμησή της, ενδείξεις ότι αυτό παρέμεινε θαμμένο στη γη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Για το (4) του Τ28 (Τ9), αποσπασματικό μυροδοχείο, η ΜΚ5 διευκρίνισε, καταρχάς, ότι η αναφορά σε «Ελληνιστική/Ρωμαϊκή» περίοδο οφείλεται στο γεγονός ότι οι τύποι ορισμένων αγγείων δεν διαφοροποιούνται αναγκαστικά με τη μετάβαση από τη μία ιστορική περίοδο στην επόμενη. Οι δύο περίοδοι ήταν διαδοχικές και αρκετά αντικείμενα απαντώνται σε αμφότερες, ενώ κάποια ενδέχεται να είχαν κατασκευαστεί προς το τέλος της μίας ή στις αρχές της άλλης. Για το συγκεκριμένο μυροδοχείο ανέφερε ότι παρόμοια έχουν εντοπιστεί σε τάφους, σε ανασκαφές στην περιοχή της Λεμεσού, και χρησιμοποιούνταν συνήθως για τη φύλαξη αρωμάτων. Επειδή τα μυροδοχεία της περιόδου αυτής ήταν κατά κανόνα ακόσμητα, η χρονολόγησή τους στηρίζεται κυρίως στο σχήμα τους.
Το (5) του Τ28 (Τ11) προσδιόρισε ως ξέβαθη φιάλη (red slip ware), ακέραιη. Εξήγησε ότι ο συγκεκριμένος τύπος, ως προς το σχήμα και τη διακόσμησή του, χρησιμοποιούνταν και στις δύο αναφερόμενες περιόδους. Παρόμοια αγγεία έχουν εντοπιστεί σε τάφους και συνδέονται με ταφικές τελετές, κατά τις οποίες προσφερόταν τροφή στους νεκρούς. Ως χαρακτηριστικό στοιχείο της διακόσμησης υπέδειξε την κόκκινη ταινία στο επάνω χείλος του πιάτου, η οποία διακρίνεται ευκρινέστερα στη δεξιά φωτογραφία του σημείου (5).
Σχετικά με το (6) του Τ28 (Τ21), οινοχόη με λοξότμητη προχόη, ανέφερε ότι αγγεία αυτού του τύπου εντοπίζονται επίσης σε τάφους. Η ιδιαίτερη διαμόρφωση της προχόης, η οποία βρίσκεται στο στόμιο και χαρακτηρίζεται από στενόμακρο σχήμα που λεπταίνει προς τα επάνω, αποτελεί, κατά τη μάρτυρα, χαρακτηριστικό που επιτρέπει τη χρονολόγηση στην εποχή του χαλκού. Πρόσθεσε ότι τα άλατα και οι κατακαθίσεις χώματος στο συγκεκριμένο αντικείμενο υποδηλώνουν μακροχρόνια παραμονή του κάτω από τη γη.
Ως προς το (7) του Τ28 (Τ10), χάλκινο νόμισμα – Φόλλις 17.18 γραμμάρια, στο πίσω μέρος Μ υποδηλωτικό της αξίας του (40 νούμμια), η ΜΚ5 διευκρίνισε ότι δεν είναι ειδική στη νομισματική. Ανέφερε, ωστόσο, ότι είχε υπηρετήσει επί αρκετά χρόνια ως υπεύθυνη στο Μεσαιωνικό Μουσείο Κύπρου, το οποίο διαθέτει πλούσια συλλογή νομισμάτων, και ότι, στο πλαίσιο των καθηκόντων της, είχε μελετήσει σημαντικό αριθμό τέτοιων αντικειμένων. Με τη βοήθεια της σχετικής βιβλιογραφίας, και συγκεκριμένα της έκδοσης Νομίσματα της Κύπρου του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τράπεζας Κύπρου (2010), χρονολόγησε το νόμισμα στη Βυζαντινή περίοδο (968–1190 μ.Χ.). Εξήγησε ότι, κατά την εκτίμησή της, ο αρχαίος χαρακτήρας του νομίσματος προέκυπτε από το βάρος, το σχήμα και τα στοιχεία της διακόσμησής του. Επιπλέον, οι επικαθίσεις χώματος και πετρώματος στην επιφάνειά του αποτελούσαν ένδειξη ότι είχε παραμείνει θαμμένο για πολλά χρόνια. Ανέφερε ότι η διακόσμηση των νομισμάτων δεν είναι πάντοτε επαρκώς ευδιάκριτη, ώστε να επιτρέπει ασφαλή χρονολόγηση χωρίς συνεκτίμηση επιμέρους χαρακτηριστικών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπέδειξε το γράμμα «Μ», που διακρίνεται στην αριστερή φωτογραφία και αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα νομισμάτων της Βυζαντινής περιόδου. Πρόσθεσε ότι η εξέταση της άλλης όψης μπορεί, αναλόγως των διατηρούμενων στοιχείων, να επιτρέψει τη σύνδεση ενός νομίσματος με συγκεκριμένο Αυτοκράτορα ή Άρχοντα που το εξέδωσε.
Η ΜΚ5 ανέφερε, επίσης, ότι τα αντικείμενα υπό τους αριθμούς (4), (5), (6) και (7) του Τ28 είναι κυπριακά ή, εφόσον εντοπίζονται στο εξωτερικό, αποτελούν κυπριακές εξαγωγές.
Για το (8) του Τ28 (Τ12), ξέβαθη φιάλη (red slip ware), ακέραιη, παρέπεμψε στις παρατηρήσεις της για το αντίστοιχο αντικείμενο υπό τον αριθμό (5), διευκρινίζοντας ότι πρόκειται επίσης για κυπριακή αρχαιότητα.
Αναφορικά με το (9) του Τ28 (Τ10), χάλκινο νόμισμα με πολλή φθορά, Ρωμαϊκής περιόδου (58 π.Χ. – 395 μ.Χ.), ανέφερε ότι παρουσίαζε εκτεταμένη φθορά και στις δύο όψεις. Παρά ταύτα, με τη συνδρομή της βιβλιογραφίας, κατέληξε στη χρονολόγησή του στη Ρωμαϊκή περίοδο, χωρίς, ωστόσο, να κατορθώσει να προσδιορίσει τον Αυτοκράτορα που το εξέδωσε. Κατά τη μάρτυρα, το βάρος και τα διατηρούμενα στοιχεία της διακόσμησής του συνάδουν με τη συγκεκριμένη χρονολόγηση, ενώ οι επικαθίσεις πετρώματος υποδηλώνουν ότι παρέμεινε στο έδαφος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, υπέδειξε στοιχείο της διακόσμησης, ορατό στη δεξιά φωτογραφία, το οποίο είχε εντοπίσει και σε ρωμαϊκό νόμισμα με όμοια διακόσμηση. Εξήγησε ότι η αναγνώριση των νομισμάτων στηρίζεται συχνά σε πολύ μικρές λεπτομέρειες, καθότι ακόμη και νομίσματα που κατασκευάζονταν στα νομισματοκοπεία της ίδιας περιόδου μπορούσαν να παρουσιάζουν επιμέρους αποκλίσεις, όπως στο μήκος ενός γράμματος. Κατά την εκτίμησή της, το σύνολο των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου νομίσματος παρέπεμπε στη Ρωμαϊκή περίοδο.
Το (10) του Τ28 (Τ10) προσδιόρισε ως τετράδραχμο χάλκινο νόμισμα, της κλασσικής περιόδου (475–312 π.Χ.), αθηναϊκής προέλευσης. Ανέφερε ότι το νόμισμα βρέθηκε στην Κύπρο, όπου έχουν εντοπιστεί και άλλα παρόμοια, γεγονός που συνέδεσε με της επαφές και της εμπορικές σχέσεις της Κύπρου με την Ελλάδα κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Ως χαρακτηριστικό της αθηναϊκής προέλευσης υπέδειξε, μεταξύ άλλων, την απεικόνιση της κουκουβάγιας, γνωστού αθηναϊκού συμβόλου. Διευκρίνισε ότι δεν είχε προσδιορίσει την κεφαλή του Άρχοντα ή Αυτοκράτορα που απεικονιζόταν στο νόμισμα, λόγω περιορισμένου χρόνου κατά τη μελέτη του. Εντούτοις, θεώρησε ότι το σχήμα, το βάρος και η διακόσμησή του συμφωνούσαν με τη χρονολόγηση που απέδωσε.
Για το (11) του Τ28 (Τ10), χάλκινο νόμισμα της Ρωμαϊκής περιόδου (58 π.Χ. – 395 μ.Χ.), παρέπεμψε στις παρατηρήσεις της για το νόμισμα υπό τον αριθμό (9). Ανέφερε ότι έλεγξε το βάρος του και ότι οι επικαθίσεις αλάτων από το χώμα αποτελούσαν, κατά την εκτίμησή της, σαφή ένδειξη της αρχαιότητάς του. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην καθισμένη μορφή που διακρίνεται στο κέντρο του νομίσματος, την οποία χαρακτήρισε τυπικό στοιχείο νομισμάτων της περιόδου. Πρόσθεσε ότι παρόμοια νομίσματα έχουν εντοπιστεί σε ανασκαφές στην Κύπρο.
Το (12) του Τ28 (Τ15) περιέγραψε ως κύπελλο με ψηλή λαβή (Αρύταινα), ερυθροστιλβωτό, εποχής του χαλκού (2500–1650 π.Χ.). Εξήγησε ότι πρόκειται ουσιαστικά για αρχαία κουτάλα, η οποία χρησιμοποιούνταν σε αγγεία με μεγάλο στόμιο, για το σερβίρισμα υγρών, κυρίως κρασιού, κατά τη διάρκεια τελετών και ειδικότερα ταφικών τελετών. Ανέφερε ότι σε ανασκαφές στην Ερήμη έχουν εντοπιστεί πολλές παρόμοιες αρύταινες, συχνά με σπασμένη λαβή. Η χρονολόγηση του συγκεκριμένου αντικειμένου στηρίχθηκε στο χαρακτηριστικό σχήμα του, ενώ οι επικαθίσεις πετρώματος θεωρήθηκαν ενδεικτικές της μακρόχρονης παραμονής του κάτω από το έδαφος.
Αναφορικά με το (13) του Τ28 (Τ8), ξέβαθη φιάλη (red slip ware), ακέραιη, της Αρχαϊκής – Ελληνιστικής περιόδου (750–58 π.Χ.), η ΜΚ5 παρέπεμψε στις παρατηρήσεις της για το αντικείμενο υπό τον αριθμό (5). Επισήμανε ότι το σχήμα, η διακόσμηση και η χρήση του είναι χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων περιόδων, ενώ παρόμοια αγγεία έχουν εντοπιστεί σε τάφους στην Κύπρο.
Το (14) του Τ28 (Τ17) προσδιόρισε ως μυροδοχείο, ακόσμητο (plain ware), Ελληνιστικής/Ρωμαϊκής περιόδου (312 π.Χ. – 395 μ.Χ.). Εξήγησε ότι πρόκειται για χαρακτηριστικό απλό μυροδοχείο της περιόδου, ελαφρώς μεγαλύτερου μεγέθους, το οποίο, κατά την εκτίμησή της, ενδεχομένως να ανήκε σε άτομο περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων, λόγω της απουσίας διακόσμησης και της απλότητας του σχήματός του. Παρόμοια μυροδοχεία έχουν εντοπιστεί σε τάφους της συγκεκριμένης περιόδου στην Κύπρο, περιλαμβανομένων ανασκαφών στο Κούριο.
Για το (15) του Τ28 (Τ10), τεμάχιο από ειδώλιο τερακότα, της Αρχαϊκής – Ελληνιστικής περιόδου (750–58 π.Χ.), ανέφερε ότι πρόκειται για τμήμα μικρού πήλινου αγάλματος. Εξήγησε τη χρήση του όρου «τερακότα» σε σχέση με το υλικό κατασκευής του αντικειμένου και αναφέρθηκε σε πολυάριθμα αντίστοιχα ευρήματα από το Ιερό του Απόλλωνα Υλάτη, στην περιοχή της Λεμεσού. Κατά τη μάρτυρα, τα ειδώλια αυτά απεικόνιζαν συνήθως όρθιες ανθρώπινες μορφές, με εμφανή τα χέρια και την κεφαλή, οι οποίες παρουσιάζονταν να προσφέρουν κάτι στον Θεό, αναλόγως του ιερού στο οποίο ανήκαν. Ανέφερε ότι στην περιοχή της Λεμεσού έχουν εντοπιστεί εκατοντάδες παρόμοια αντικείμενα.
Το (16) του Τ28 (Τ10) περιέγραψε ως αποσπασματικό μυροδοχείο της Ελληνιστικής/Ρωμαϊκής περιόδου (312 π.Χ. – 395 μ.Χ.), παρόμοιο με το αντικείμενο υπό τον αριθμό (4). Διευκρίνισε ότι τα μυροδοχεία αυτού του τύπου είχαν αδρακτοειδές σχήμα, χρησιμοποιούνταν συνήθως για τη φύλαξη αρωμάτων και εντοπίζονται κυρίως σε τάφους της Ελληνιστικής περιόδου. Πρόσθεσε ότι η ίδια είχε εντοπίσει αντίστοιχα αντικείμενα κατά τη συμμετοχή της σε ανασκαφές στο Κούριο.
Ακολούθως, αναφέρθηκε στο (17) του Τ28 (Τ18), τμήμα από λίθινο άγαλμα το οποίο παρουσιάζει ένα από τα χέρια του ατόμου και τον ρουχισμό του, της Ελληνιστικής/Ρωμαϊκής περιόδου (312 π.Χ. – 395 μ.Χ.). Εξήγησε ότι παρόμοιες παραστάσεις απαντώνται και σε ειδώλια τερακότα και συνήθως παρουσιάζουν ανδρικές μορφές, με το ένα χέρι κατεβασμένο και το άλλο απλωμένο προς τα εμπρός, σε στάση προσφοράς προς κάποια θεότητα. Υπέδειξε τις λευκές κάθετες γραμμές του αντικειμένου ως στοιχεία που αποδίδουν τον ρουχισμό της μορφής. Ανέφερε ότι τέτοιες παραστάσεις είναι χαρακτηριστικές των ιερών, χωρίς να αποκλείεται η ανεύρεσή τους και σε τάφους, όπου χρησιμοποιούνταν ως ταφικά σήματα. Επισήμανε, επίσης, τις επικαθίσεις πετρώματος και χώματος, τις οποίες συνέδεσε με τη μακρόχρονη παραμονή του αντικειμένου στη γη. Πρόσθεσε ότι είχε δει παρόμοια ευρήματα σε ανασκαφές στο Κούριο και στον Ναό του Απόλλωνα Υλάτη.
Το (18) του Τ28 (Τ19) προσδιόρισε ως φλασκί με εγχάρακτη διακόσμηση, της εποχής του χαλκού – μέσης εποχής του χαλκού. Εξήγησε ότι η διακόσμησή του παρουσιάζει ομοιότητες με εκείνη του αντικειμένου υπό τον αριθμό (2), καθότι, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, χρησιμοποιούνταν περιορισμένες τεχνικές διακόσμησης, με εγχάρακτα σχήματα που προσέδιδαν ιδιαίτερη αξία στα αγγεία. Ανέφερε ότι παρόμοια φλασκιά εντοπίζονται συνήθως σε τάφους, κοντά στην περιοχή της μέσης του νεκρού, όταν διατηρείται ολόκληρος ο σκελετός. Τούτο το συνέδεσε με τον τρόπο χρήσης τους, καθώς δένονταν στη μέση και χρησίμευαν για τη μεταφορά υγρών, ενδεχομένως νερού ή άλλου περιεχομένου. Πρόσθεσε ότι είχε εντοπίσει η ίδια τέτοια αντικείμενα σε ανασκαφές στην Ερήμη.
Ως προς το (19) του Τ28 (Τ10), αποσπασματική σφραγίδα αμφορέα ή μεγάλο αγγείο μεταφοράς υγρών, της Ελληνιστικής/Ρωμαϊκής περιόδου (312 π.Χ. – 395 μ.Χ.), η ΜΚ5 εξήγησε τη σημασία των σφραγίδων αυτών για την αρχαιολογική έρευνα. Όπως ανέφερε, η ανεύρεση τέτοιου αντικειμένου, είτε αποσπασματικού είτε ακέραιου, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αρχαιολόγο, καθότι η μελέτη της σφραγίδας μπορεί να οδηγήσει στην ταυτοποίηση του κεραμέα που κατασκεύασε το αγγείο ή του ιδιοκτήτη του. Οι σφραγίδες ενδέχεται να περιλαμβάνουν στοιχεία των προσώπων που κατασκεύασαν ή αγόρασαν το αγγείο, ενώ πολλά παρόμοια ευρήματα φυλάσσονται στο Μουσείο της Επισκοπής. Αναφορικά με το συγκεκριμένο τεμάχιο, επισήμανε ότι η σφραγίδα δεν διακρίνεται καθαρά λόγω φθοράς, πλην όμως είναι ορατό το ορθογώνιο περίγραμμά της και τρεις τελείες γύρω από αυτήν. Ανέφερε, επίσης, ότι στα αριστερά διακρίνεται παράσταση δέντρου, ενώ ενδεχομένως να υπήρχαν και άλλα στοιχεία ή επιγραφές, τα οποία δεν είναι πλέον αναγνώσιμα. Πρόσθεσε ότι οι επικαθίσεις πετρώματος από το χώμα αποτελούν ένδειξη μακρόχρονης παραμονής του αντικειμένου στο έδαφος.
Τέλος, το (20) του Τ28 (Τ13) προσδιόρισε ως αποσπασματικό αλάβαστρο/μυροδοχείο της Ελληνιστικής/Ρωμαϊκής περιόδου (312 π.Χ. – 395 μ.Χ.). Εξήγησε ότι το σχήμα του είναι χαρακτηριστικό της περιόδου, κατά την οποία κατασκευάζονταν και γυάλινα αντικείμενα του ίδιου τύπου. Αναφερόμενη στην ονομασία «αλάβαστρο», διευκρίνισε ότι αυτή συνδέεται άλλοτε με το υλικό κατασκευής και άλλοτε με το ιδιαίτερο σχήμα του αγγείου. Πρόσθεσε ότι παρόμοια αντικείμενα έχουν εντοπιστεί σε ανασκαφές στο Κούριο και στην Αμαθούντα και ότι η συγκεκριμένη χρονολόγηση βασίστηκε κυρίως στο σχήμα του αντικειμένου.
Η ΜΚ5 αναφέρθηκε, περαιτέρω, στα τρία αντικείμενα που καταγράφονται στη σελίδα 6 του Τ28. Το πρώτο, υπό τον αριθμό (1) της εν λόγω σελίδας (Τ22), προσδιορίζεται ως τμήμα από αμφορέα της εποχής του χαλκού (2500–1650 π.Χ.). Η μάρτυρας εξήγησε ότι, παρότι δεν έφερε διακόσμηση, το σχήμα του λαιμού, ο οποίος είναι στενός στη μέση και διευρύνεται ελαφρώς προς τα επάνω, είναι χαρακτηριστικό των αμφορέων της συγκεκριμένης περιόδου. Αναφέρθηκε, επίσης, στον τρόπο διαμόρφωσης του αγγείου στον πηλό και στην ύπαρξη λαβών, καταλήγοντας ότι τα χαρακτηριστικά αυτά επέτρεπαν τη χρονολόγησή του στην εποχή του χαλκού.
Το δεύτερο, υπό τον αριθμό (2) της σελίδας 6 του Τ28 (Τ22), περιγράφεται ως λοξότμητη προχόη οινοχόης της εποχής του χαλκού (2500–1650 π.Χ.). Για τη χρονολόγησή του παρέπεμψε στις προηγούμενες εξηγήσεις της σχετικά με την οινοχόη με λοξότμητη προχόη, επισημαίνοντας ότι το σχήμα της προχόης, σε συνδυασμό με το είδος του πηλού, αποτέλεσαν τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η εκτίμησή της.
Το τρίτο, υπό τον αριθμό (3) της ίδιας σελίδας (Τ22), προσδιορίζεται ως βάση αμφορέα, της Ελληνιστικής/Ρωμαϊκής περιόδου (312 π.Χ. – 395 μ.Χ.). Η ΜΚ5 διευκρίνισε ότι η χρονολόγηση του συγκεκριμένου τεμαχίου στηρίχθηκε αποκλειστικά στο σχήμα του. Εξήγησε ότι οι αμφορείς της περιόδου αυτής χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά υγρών και διέθεταν στενότερη βάση, με ειδική διαμόρφωση στο κατώτερο σημείο, η οποία παρείχε περιορισμένη στήριξη. Ανέφερε ότι παρόμοιοι αμφορείς εκτίθενται στα Μουσεία Λεμεσού και Επισκοπής και έχουν εντοπιστεί σε ανασκαφές στο Κούριο και στην Αμαθούντα.
Αναφορικά με το Τ23, αμφορέα, η ΜΚ5 ανέφερε ότι, παρά τον έντονα αποσπασματικό χαρακτήρα του, τα διατηρούμενα στοιχεία παρέπεμπαν στην εποχή του χαλκού. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στο σχήμα, στο είδος του πηλού και σε στοιχείο της διακόσμησης, το οποίο παρομοίασε με μικρό κουμπί, στην απέναντι πλευρά από τη λαβή. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο είδος του πηλού, το οποίο θεώρησε χαρακτηριστικό της περιόδου. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέτασή της, η ΜΚ5 ανέφερε ότι δεν είχε η ίδια στην κατοχή της κατάλογο με την επίσημη συλλογή της Κατηγορούμενης.
Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ5 αναφέρθηκε αρχικά στο καθεστώς δήλωσης και κατοχής αρχαιοτήτων από ιδιώτες. Εξήγησε ότι ορισμένοι ιδιώτες, είτε πριν από το 1996 είτε κατά το έτος εκείνο, είχαν δηλώσει στο Τμήμα Αρχαιοτήτων ότι κατείχαν αρχαιότητες στις οικίες τους και, σύμφωνα με τη νομοθεσία, μπορούσε να τους επιτραπεί η διατήρησή τους στην κατοχή τους. Η δυνατότητα αυτή τελούσε, κατά τη μάρτυρα, υπό την προϋπόθεση ότι το Τμήμα Αρχαιοτήτων διατηρούσε την εξουσία να κατάσχει τα αντικείμενα, εφόσον διαπίστωνε ότι δεν τύγχαναν της κατάλληλης φροντίδας ή ότι ήταν τόσο σημαντικά για την κυπριακή πολιτιστική κληρονομιά, ώστε να έπρεπε να επιστραφούν στο Μουσείο. Για τη συγκεκριμένη υπόθεση ανέφερε ότι είχε πληροφορηθεί από τη Λευκωσία πως η Κατηγορούμενη διέθετε δηλωμένα αντικείμενα, τα οποία περιλαμβάνονταν σε κατάλογο που είχε στη διάθεσή της κατά την ημέρα της επιθεώρησης. Διευκρίνισε ότι η ύπαρξη επίσημης συλλογής προϋποθέτει καταγραφή των αρχαιοτήτων στον χώρο όπου αυτές φυλάσσονται. Στην περίπτωση της Κατηγορούμενης, η καταγραφή είχε διενεργηθεί από αρχαιολόγο που είχε επισκεφθεί την οικία της. Στο αρχείο του Τμήματος Αρχαιοτήτων υπήρχε επίσημη επιστολή της οικογένειας, ημερομηνίας 1996, με την οποία ζητούνταν η καταγραφή των αντικειμένων, στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης άδειας κατοχής αρχαιοτήτων, κατόπιν της τροποποίησης της νομοθεσίας κατά το ίδιο έτος.
Η ΜΚ5 διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε πότε τα αντικείμενα που χαρακτηρίστηκαν ως αρχαιότητες είχαν περιέλθει στην κατοχή της Κατηγορούμενης. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η αρχαιολόγος που διενεργούσε την επιθεώρηση όφειλε να καταγράψει τα σχετικά στοιχεία, να διαβιβάσει ηλεκτρονικά τις πληροφορίες και τις φωτογραφίες και να τις αποστείλει στον Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων για σκοπούς αρχειοθέτησης. Δεν υπήρχε περιορισμός ως προς τον αριθμό των αντικειμένων που μπορούσαν να περιληφθούν σε ιδιωτική συλλογή. Αναφορικά με την άδεια κατοχής, ανέφερε ότι, βάσει της νομοθεσίας, εκδιδόταν σχετικό έγγραφο, το οποίο επέτρεπε στον ιδιώτη να διατηρεί τις αρχαιότητες στην κατοχή του. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η άδεια δεν είχε προκαθορισμένο τύπο ούτε περιλάμβανε αναγκαστικά αναλυτική περιγραφή των αντικειμένων. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να έχει τη μορφή απλής επιστολής, με την οποία να επιτρέπεται η κατοχή συγκεκριμένου αριθμού αντικειμένων, όπως των αντικειμένων 1 έως 720, χωρίς αυτά να κατονομάζονται ή να περιγράφονται χωριστά. Η αναλυτική περιγραφή τηρούνταν στο αρχείο του Τμήματος Αρχαιοτήτων και δεν παραδιδόταν αυτομάτως στον κάτοχο, εκτός εάν εκείνος τη ζητούσε. Προς επεξήγηση της διαδικασίας, η μάρτυρας αναφέρθηκε σε πρόσφατη περίπτωση ιδιώτισσας στον Πύργο, η οποία διατηρούσε ιδιωτική συλλογή και είχε ζητήσει τη διενέργεια νέας επιθεώρησης και τη χορήγηση καταλόγου. Κατόπιν του αιτήματός της, πραγματοποιήθηκε νέα επιθεώρηση, αντιπαραβλήθηκαν τα υφιστάμενα στοιχεία και της παραδόθηκαν γραπτός κατάλογος, φωτογραφίες και πληροφορίες για τη συλλογή της, ώστε να διατηρεί και η ίδια σχετικό αρχείο.
Η ΜΚ5 ανέφερε ότι ο κάτοχος θεωρείται πως διαθέτει άδεια από τη στιγμή της καταγραφής των αρχαιοτήτων. Πρόσθεσε ότι για τη διαδικασία δεν προβλεπόταν καταβολή τελών ούτε υπήρχε προκαθορισμένος τύπος της άδειας. Σε σχέση με το αρχείο της Κατηγορούμενης, δήλωσε χαρακτηριστικά: «δεν έχω βρει τίποτε στο φάκελο περισσότερο μέχρι την ημερομηνία που πήγα εγώ στο σπίτι τους για τον έλεγχο». Διευκρίνισε ότι δεν υπήρχε αρχειοθετημένη οποιαδήποτε επικοινωνία, ότι η ίδια ουδέποτε απέστειλε στην Κατηγορούμενη έγγραφο ως άδεια και ότι δεν γνώριζε τι είχε διαμειφθεί μεταξύ της τελευταίας και της αρχαιολόγου που είχε διενεργήσει την αρχική επιθεώρηση για σκοπούς καταγραφής. Κατά τη θέση της μάρτυρος, η Κατηγορούμενη όφειλε να μεριμνήσει για την πλήρη καταγραφή των αρχαιοτήτων, υποδεικνύοντας στην αρχαιολόγο όλα τα αντικείμενα που κατείχε. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι δεν γνώριζε κατά πόσον τα αντικείμενα του Τ28 είχαν πράγματι υποδειχθεί κατά την αρχική επιθεώρηση και, ενδεχομένως, δεν είχαν καταγραφεί.
Σε σχέση με τα νομίσματα, η ΜΚ5 επιβεβαίωσε ότι περιλαμβάνονταν στα αντικείμενα που ο υιός της Κατηγορούμενης είχε μεταφέρει στην Αστυνομία μέσα σε κιβώτια. Ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν προέρχονταν από το εξωτερικό, πλην όμως θεωρούσε εξαιρετικά περιορισμένη την πιθανότητα να μην επρόκειτο για αρχαία νομίσματα, αλλά για ομοιώματά τους. Εξήγησε ότι είχε συζητήσει τα συγκεκριμένα νομίσματα και με συνάδελφό της στην Ελλάδα, με τον οποίο συνεργαζόταν σε ζητήματα νομισμάτων, προκειμένου να λάβει δεύτερη γνώμη. Κατά την εκτίμησή της, με εξαίρεση ένα νόμισμα, για το οποίο δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποτελεί ομοίωμα, τα υπόλοιπα ήταν αναμφίβολα αρχαιότητες. Ερωτηθείσα για το Τ30, έγγραφο σχετικό με διαδικασία μέσω του eBay, ανέφερε ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονταν σε αυτό δεν συνέπιπταν με τα νομίσματα τα οποία η ίδια είχε εξετάσει και για τα οποία είχε καταθέσει.
Περαιτέρω, η ΜΚ5 κλήθηκε να τοποθετηθεί ως προς τη συγκριτική αρχαιολογική αξία των αντικειμένων που περιλαμβάνονταν στην επίσημη συλλογή της Κατηγορούμενης και εκείνων που δεν είχαν δηλωθεί. Διαφώνησε με την προσέγγιση ότι ορισμένες αρχαιότητες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μικρότερης αρχαιολογικής αξίας. Κατά τη θέση της, δεν υφίσταται αρχαιολογικό αντικείμενο χωρίς σημασία, καθότι ακόμη και τα όστρακα μπορούν, μέσω της μελέτης και της συσχέτισής τους, να συνδέσουν μεταξύ τους αρχαιολογικές θέσεις ή να αναδείξουν σχέσεις που δεν ήταν προηγουμένως γνωστές. Τόνισε ότι η αρχαιολογική σημασία ενός αντικειμένου δεν εξαρτάται κατ' ανάγκην από το μέγεθος ή τον πλούτο της διακόσμησής του, αλλά και από τις πληροφορίες που αυτό παρέχει για την ιστορική περίοδο στην οποία ανήκει. Προς επεξήγηση της θέσης της, ανέφερε ότι ένα αγγείο της εποχής του χαλκού έχει σημασία ως μαρτυρία της συγκεκριμένης περιόδου, όπως αντίστοιχα ένα αγγείο της Ρωμαϊκής περιόδου αποτελεί μαρτυρία της δικής του εποχής. Χρησιμοποίησε, επίσης, το παράδειγμα δύο πιάτων, ενός περσινού και ενός φετινού, εξηγώντας ότι η διαφορετική χρονολογία τους δεν συνεπάγεται, από μόνη της, διαφορετική αρχαιολογική αξία. Αναφέρθηκε ακόμη στην προσωπική της εμπειρία από ανασκαφές, κατά τις οποίες είχε εντοπίσει τόσο χρυσό στέμμα όσο και σκελετούς, επισημαίνοντας ότι η ίδια απέδιδε εξίσου μεγάλη σημασία στα ευρήματα αυτά, ενδεχομένως λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντός της για τους σκελετούς. Στο ίδιο πλαίσιο, παρέθεσε παραδείγματα συναδέλφων της, εκ των οποίων η μία είχε ενθουσιαστεί με την ανεύρεση μικρής χάνδρας, επειδή δεν είχε προηγουμένως εντοπίσει παρόμοια, ενώ άλλος είχε εκφράσει αντίστοιχο ενθουσιασμό για την ανεύρεση 20 αγγείων. Με τα παραδείγματα αυτά θέλησε να καταδείξει ότι η ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει ένας αρχαιολόγος σε συγκεκριμένο εύρημα συνδέεται και με το επιστημονικό του ενδιαφέρον. Υπό αυτή την έννοια, θεωρούσε ότι η αρχαιολογική αξία της χάνδρας και των 20 αγγείων ήταν ίδια. Δεν αποδέχτηκε, συνεπώς, ως βάσιμη την παραδοχή ότι τα αντικείμενα της επίσημης συλλογής της Κατηγορούμενης είχαν μεγαλύτερη αρχαιολογική αξία από εκείνα που δεν είχαν δηλωθεί.
Η ΜΚ5 διευκρίνισε, επίσης, ότι υπό το ισχύον πλέον καθεστώς δεν επιτρέπεται σε ιδιώτες να δηλώνουν νέες αρχαιότητες και να τις εντάσσουν σε ιδιωτικές συλλογές. Πρόσθεσε ότι, παρότι προβλέπεται δυνατότητα κατάσχεσης μοναδικών αρχαιολογικών αντικειμένων ιδιαίτερης σημασίας, ακόμη και όταν αυτά κατέχονται από ιδιώτες, η δυνατότητα αυτή δεν είχε, μέχρι τότε, ασκηθεί. Σε σχέση με το Τ23, ανέφερε κατά την αντεξέτασή της ότι το αντικείμενο αυτό δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο Τ28, ότι η ίδια δεν το θυμόταν και ότι το είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Τέλος, αναφέρθηκε εκ νέου στην επιστολή του 1996, την οποία είχε στη διάθεσή της. Διευκρίνισε ότι αυτή δεν συνοδευόταν από κατάλογο, αλλά περιείχε αναφορά σε μικρό αριθμό αρχαιοτήτων, σε σύγκριση τόσο με τη συλλογή που είχε επιθεωρήσει η αρχαιολόγος το 2000 όσο και με τα αντικείμενα που περιλαμβάνονταν στο Τ28.
Κατά την επανεξέταση της ΜΚ5, επιτράπηκε, παρά την ένσταση που προβλήθηκε, η κατάθεση της εν λόγω επιστολής ως Τ29. Πρόκειται για φωτογραφία επιστολής ημερομηνίας 31.7.1996, την οποία απέστειλε ο σύζυγος της Κατηγορούμενης, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου, προς τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων, με θέμα «παραχώρηση άδειας κατοχής αρχαιοτήτων σύμφωνα με τον Ν.4(Ι)/1996 στην Κ.Μ…..». Στο σώμα της επιστολής αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Έχει στην κατοχή της αρχαιότητες των οποίων επισυνάπτω φωτογραφίες (12 φωτογραφίες που παρουσιάζουν 19 τεμάχια). Έχει επιπλέον ένα (1) λυχνίο δύο (2) μικρού μεγέθους αγγεία (μυροδοχεία) που δεν εμφανίζονται στις φωτογραφίες». Γίνεται, επίσης, αναφορά σε παλαιότερες αγορές αντικειμένων από το Μουσείο. Στο Τ29 υπάρχει χειρόγραφη σημείωση «Καταγράφηκε 21/4./2003 Ε.Μ.», καθώς και σφραγίδα παραλαβής ημερομηνίας 6.8.1996.
Κατηγορούμενη (ΜΥ1)
Η Κατηγορούμενη αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας της την ανακριτική κατάθεσή της, Τ4. Κατά την κυρίως εξέτασή της, ανέφερε ότι όλα τα αντικείμενα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο Τ28 είναι αρχαιότητες, με εξαίρεση τα νομίσματα, τα οποία, κατά τη θέση της, είχε αγοράσει μέσω του eBay. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της, προσκόμισε ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 22.2.2013, από τη διεύθυνση ebay@ebay.co.uk προς ηλεκτρονική διεύθυνση που φέρεται να της ανήκει. Στο μήνυμα, το οποίο κατατέθηκε ως Τ30, περιλαμβάνονται οι ενδείξεις «your daily digest email» και «items I’m bidding on (4 items)», με αναφορά στα ακόλουθα αντικείμενα και στοιχεία: Ancient Greek Coin Ptolemy I 12.6mm- Nice! – Current Price/Bids: $11.50 (3 bids), Max Bid: $20.00, Postages Costs: $2.00, End Time: 23.2.2013. Ptolemy XII Tetradrachm Egypt (see the Eagle) Ex-Estate > No Reserve – Current Price/Bids: $102.50 (13 bids), Max Bid: $75, Postage Costs: $0.00, End Time: 23.2.2013. Greek coins, unidentified Nice >,!!!!!!!!!!!!!!!! – Current Price/Bids: $0.99 (1 bid), Max Bid: $2.00, Postage Costs: $5.00, End Time: 24.2.2013. Macedon, Kings of Alexander III, 336 – 323 BC, AR Drachm – Current Price/Bids: $36.00 (10 bids), Max Bid: $16.50, Postage Costs: $5.00, End Time: 24.2.2013. Η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι είχε εκτυπώσει η ίδια το συγκεκριμένο μήνυμα από το ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσον τα αντικείμενα που αναφέρονται στο Τ30 ταυτίζονται με τα αριθμούμενα (7), (9), (10) και (11) του Τ28, απάντησε: «Μισό λεπτό να το δω. Θα ήθελα κάποιον να με βοηθήσει στα αγγλικά, διότι είναι αγγλικό και είναι στα ελληνικά γραμμένα». Αναφερόμενη στην επιτύμβια στήλη, η οποία απεικονίζεται στις φωτογραφίες 5 και 6 του Τ2, ανέφερε ότι βρισκόταν στην μπροστινή βεράντα της οικίας της, σε περίοπτη θέση. Διευκρίνισε ότι η κηλίδα από σπρέι, η οποία διακρίνεται στην επιφάνειά της, είχε δημιουργηθεί λίγες ημέρες πριν από την κατάσχεσή της από την Αστυνομία. Σε σχέση με τη διαδικασία καταγραφής των αρχαιοτήτων, ανέφερε ότι η σχετική αίτηση είχε υποβληθεί το 1996, πλην όμως η καταγραφή πραγματοποιήθηκε το 2003, με καθυστέρηση επτά περίπου ετών. Τη διαδικασία είχε αναλάβει ο σύζυγός της. Εξήγησε ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, είχε παραχωρηθεί περίοδος χάριτος στους κατόχους συλλογών αρχαιοτήτων, προκειμένου να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες άδειες.
Κατά την αντεξέτασή της, η Κατηγορούμενη επανέλαβε ότι, λόγω των σπουδών της, διατηρεί ιδιαίτερη αγάπη για τα αρχαία αντικείμενα. Συμφώνησε ότι τα αντικείμενα που περιλαμβάνονται στο Τ28 και απεικονίζονται στο Τ2 είναι αρχαιότητες, όπως και το Τ23, διατηρώντας, ωστόσο, τη θέση της περί μη αρχαιότητας των νομισμάτων. Ερωτηθείσα κατά πόσον είχε στην κατοχή της τις 12 φωτογραφίες των 19 τεμαχίων, στις οποίες γίνεται αναφορά στην επιστολή Τ29, ανέφερε ότι είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι τη σχετική διαδικασία είχε αναλάβει ο σύζυγός της. Πρόσθεσε ότι, κατά την εποχή εκείνη, δεν υπήρχε η δυνατότητα που παρέχουν σήμερα τα κινητά τηλέφωνα για άμεση και εύκολη φωτογράφιση αντικειμένων. Σε περαιτέρω ερώτηση κατά πόσον διέθετε φωτογραφίες των αρχαιοτήτων που ανήκουν στην επίσημη συλλογή της, δήλωσε ότι δεν ήταν βέβαιη. Εξήγησε ότι η αφαίρεση των αντικειμένων της είχε προκαλέσει τέτοια συναισθηματική πληγή, ώστε δυσκολευόταν ακόμη και να αντικρίσει εκείνα που της είχαν επιστραφεί. Αναφορικά με τη νομιμότητα της κατοχής των αντικειμένων, ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποια και πόσα κατείχε νόμιμα, καθότι ουδέποτε είχε λάβει επιστολή από το Μουσείο, στην οποία να προσδιορίζεται ποια αντικείμενα αναγνωρίζονταν ως μέρος της επίσημης συλλογής της. Η ίδια, όπως εξήγησε, θεωρούσε ότι κατείχε νόμιμα και τα υπόλοιπα. Δεν γνώριζε ότι ορισμένα δεν είχαν καταγραφεί, αφού είχε την εντύπωση ότι η λειτουργός του Τμήματος Αρχαιοτήτων είχε επιθεωρήσει και καταγράψει τα αντικείμενα κατά την επίσκεψή της στην οικία. Εντούτοις, ουδέποτε της είχε αποσταλεί πλήρης κατάλογος της συλλογής ή των αντικειμένων που κατείχε. Σε σχέση με τα αντικείμενα που είχαν αγοραστεί από το Μουσείο, όπως αναφέρεται στο Τ29, ανέφερε ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να διακρίνει ποια ήταν αυτά. Θυμόταν, ωστόσο, ότι για ένα από τα συγκεκριμένα αντικείμενα είχε εξασφαλίσει άδεια εξαγωγής, προκειμένου να το μεταφέρει στο Πανεπιστήμιο και να το παραδώσει στον καθηγητή της της Προϊστορικής. Δεν μπορούσε, λόγω της παρέλευσης τόσων ετών, να θυμηθεί ποιο αντικείμενο έφερε σφραγίδα. Διευκρίνισε, επίσης, ότι στον κατάλογο Τ28 δεν περιλαμβάνονται κύλικες.
Αναφερόμενη στην προέλευση της επιτύμβιας στήλης, ανέφερε ότι αυτή είχε περιέλθει στην κατοχή της οικογένειας το 1980. Εξήγησε ότι οι θείοι της, τους οποίους θεωρούσε δεύτερους γονείς της, είχαν τότε προβεί σε ανακαίνιση της οικίας τους και, για τον λόγο αυτό, τους είχε φιλοξενήσει στη δική της οικία για περίπου έναν χρόνο. Κατά τη μετακίνησή τους, είχαν μεταφέρει εκεί τα προσωπικά τους αντικείμενα, περιλαμβανομένων και των αρχαιοτήτων που κατείχαν. Όταν επέστρεψαν στην οικία τους, άφησαν τις αρχαιότητες στη δική της, γνωρίζοντας την ιδιαίτερη αγάπη της για αυτές. Κατά τον χρόνο εκείνο, τα αντικείμενα φυλάσσονταν στο εσωτερικό της οικίας. Ερωτηθείσα για τη μη καταγραφή ορισμένων αντικειμένων, διευκρίνισε ότι η θέση της πως δεν είχαν καταγραφεί όλα κατά την επιθεώρηση αποτελούσε συμπέρασμα το οποίο εξήγαγε εκ των υστέρων, από το γεγονός ότι αντιμετώπιζε πλέον κατηγορία για παράνομη κατοχή αρχαιοτήτων. Επέμεινε ότι η επιτύμβια στήλη βρισκόταν στην οικία κατά την επίσκεψη της αρχαιολόγου και ότι η τελευταία την είχε δει. Προς τούτο, αναφέρθηκε και σε άλλα περιστατικά της ίδιας επιθεώρησης. Όπως ανέφερε, η αρχαιολόγος είχε δει ένα μπαούλο της πεθεράς της και είχε σχολιάσει ότι, κανονικά, θα έπρεπε να το παραλάβουν και εκείνο. Είχε αναφερθεί, επίσης, σε κάποιες πέτρες τις οποίες ο σύζυγός της είχε μεταφέρει από το βουνό, κατά τη διάρκεια κυνηγιού. Η ίδια του είχε τότε υποδείξει ότι θα τις επέστρεφε στο βουνό, ώστε να τις παραλάβουν από εκεί.
Περιγράφοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η καταγραφή, ανέφερε ότι την ημέρα εκείνη είχαν τραπέζι στην οικία και ότι η ίδια, κατά διαστήματα, εισερχόταν στο σαλόνι και ακολουθούσε τους λειτουργούς κατά την επιθεώρηση. Θυμόταν ιδιαίτερα ότι, όταν προσφέρθηκε να κεράσει κάτι την αρχαιολόγο, εκείνη της είχε απαντήσει ότι βρίσκονταν υπό πίεση χρόνου και βιάζονταν, επειδή είχαν να επισκεφθούν πολλές ακόμη οικίες. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Κατηγορούμενη υποστήριξε ότι η αρχαιολόγος που είχε διενεργήσει την αρχική καταγραφή ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για να εξηγήσει ποια αντικείμενα είχε καταγράψει, ποια τυχόν είχε παραλείψει και για ποιον λόγο δεν είχε καταγραφεί ένα τόσο εμφανές αντικείμενο όπως η επιτύμβια στήλη. Δεν αποδέχτηκε, συνεπώς, τη θέση ότι, κατά την επιθεώρηση, είχαν καταγραφεί όλα τα αρχαία αντικείμενα που βρίσκονταν τότε στην κατοχή της. Αναγνώρισε, πάντως, ότι η ίδια δεν διατηρούσε δικό της κατάλογο με τα αντικείμενα της ιδιωτικής συλλογής της. Περαιτέρω, αναφέρθηκε εκ νέου στο περιστατικό ανεύρεσης αρχαίων αντικειμένων στο πατρικό της, στον Πωμό, όπου, όπως είχε αναφέρει, χρησιμοποιούνταν ως δοχεία από τα οποία έτρωγαν οι κότες. Τοποθέτησε το περιστατικό αυτό στο μακρινό παρελθόν και διευκρίνισε ότι επρόκειτο για μεμονωμένη εμπειρία, η οποία δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε συνήθειά της να συγκεντρώνει αρχαιότητες από διάφορες πηγές. Αρνήθηκε ότι είχε ασχοληθεί οποτεδήποτε με τέτοια πρακτική.
Επανερχόμενη στην προέλευση των αντικειμένων του Τ28, υποστήριξε ότι είχαν αποκτηθεί κατά τη δεκαετία του 1980 από τους θείους της, με εξαίρεση τα νομίσματα, τα οποία, κατά τη θέση της, δεν ήταν αρχαία. Επέμεινε ότι τα τελευταία τα είχε αγοράσει μέσω του eBay και ότι το Τ30 αποτελούσε ένδειξη πως είχε συμμετάσχει σε διαδικασία διαπραγμάτευσης για την αγορά τους. Ως απόδειξη της ολοκλήρωσης της αγοράς επικαλέστηκε το γεγονός ότι τα νομίσματα βρίσκονταν στην κατοχή της. Επισήμανε, συναφώς, ότι ούτε η ΜΚ5 είχε εκφράσει απόλυτη βεβαιότητα ως προς την αρχαιότητα όλων των νομισμάτων. Όταν της τέθηκε εκ νέου το ερώτημα κατά πόσον μπορούσε να ταυτοποιήσει τα αντικείμενα που αναφέρονται στο Τ30 με τα συγκεκριμένα νομίσματα που βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προέβη σε τέτοια ταυτοποίηση, αναφέροντας ότι το ζήτημα απαιτούσε μελέτη. Επικαλέστηκε, περαιτέρω, την πάροδο του χρόνου και την αδυναμία της να πραγματοποιήσει μέσα σε λίγα λεπτά εμπεριστατωμένη έρευνα, ώστε να διαπιστώσει εάν συγκεκριμένο αντικείμενο ήταν αρχαίο ή όχι. Τέλος, ανέφερε ότι, σε σχέση με τα νομίσματα που, κατά τη θέση της, είχε αγοράσει μέσω του eBay, δεν είχε θεωρήσει ότι υπείχε υποχρέωση να απευθυνθεί στο Μουσείο.
ΜΥ2
Ο ΜΥ2, Σ.Μ., αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας του την κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία στις 11.1.2020, Τ31. Σύμφωνα με αυτήν, διαμένει με τη σύζυγό του στην οικογενειακή τους οικία. Η σύζυγός του έχει σπουδάσει Φιλολογία, στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, διατηρεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αγάπη για τις αρχαιότητες και διαθέτει προσωπική συλλογή αρχαίων αντικειμένων. Αναφορικά με την προέλευση των αντικειμένων που εντοπίστηκαν στην οικία τους, ανέφερε ότι βρίσκονταν στην κατοχή της οικογένειας ήδη από τη δεκαετία του 1980. Εξήγησε ότι, μετά την τροποποίηση της νομοθεσίας το 1996, με την οποία παρασχέθηκε στους ιδιώτες η δυνατότητα να δηλώσουν αρχαιότητες που κατείχαν χωρίς να έχουν προηγουμένως δηλωθεί, υποβλήθηκε σχετική επιστολή στο Τμήμα Αρχαιοτήτων και εξασφαλίστηκε άδεια κατοχής. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί δεν είχαν δηλωθεί όλα τα αντικείμενα, καθότι, όπως ανέφερε, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του είχαν σχηματίσει την εντύπωση ότι η άδεια κάλυπτε το σύνολο της συλλογής. Διευκρίνισε ότι όλα τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στην οικία ανήκαν στη συλλογή της συζύγου του. Ορισμένα τα είχε περισυλλέξει η ίδια από ορνιθώνα στον Πωμό, όπου χρησιμοποιούνταν ως δοχεία από τα οποία έπιναν νερό οι κότες. Άλλα της είχαν δωριστεί από τους θείους της, τους οποίους το ζεύγος είχε φιλοξενήσει για αρκετούς μήνες κατά τη δεκαετία του 1980. Περιέγραψε τη στενή σχέση που συνέδεε τη σύζυγό του με τους θείους της, αναφέροντας ότι εκείνοι την αντιμετώπιζαν ως κόρη τους και η ίδια τους θεωρούσε γονείς της. Κατά την περίοδο της φιλοξενίας τους, οι θείοι είχαν μεταφέρει στην οικία του ζεύγους ορισμένα αρχαία αντικείμενα, καθώς και μία μικρή κολώνα, τα οποία, κατά την αναχώρησή τους, χάρισαν στη σύζυγό του. Πρόσθεσε ότι δύο ή τρία αντικείμενα τα είχε αγοράσει ο ίδιος από αρχαιολογικό μουσείο στη Λευκωσία και ακολούθως τα είχε δωρίσει στη σύζυγό του.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2 επανέλαβε και ανέπτυξε εκτενέστερα την ίδια εκδοχή. Επισήμανε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του ήταν γνωστοί στο Τμήμα Αρχαιοτήτων και ότι δεν είχαν οποιονδήποτε λόγο να αποκρύψουν την κατοχή αρχαίων αντικειμένων, εφόσον είχαν ήδη προβεί στις ενέργειες για τη δημιουργία επίσημης συλλογής. Προς υποστήριξη της θέσης του, ανέφερε ότι αρκετά από τα αντικείμενα βρίσκονταν σε περίοπτες θέσεις στην οικία τους και δεν είχαν τύχει απόκρυψης. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι, κατά την επιτόπια καταγραφή, η λειτουργός του Τμήματος Αρχαιοτήτων δεν είχε περιλάβει το σύνολο των αντικειμένων που βρίσκονταν στην οικία, παρότι τα περισσότερα ήταν εμφανή. Περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η καταγραφή, κάνοντας λόγο για βιασύνη και προχειρότητα κατά τη διεξαγωγή της. Κατά τη θέση του, ο τρόπος με τον οποίο διενεργήθηκε η επιθεώρηση μπορούσε να εξηγήσει την παράλειψη καταγραφής ορισμένων αντικειμένων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, μετά την υποβολή της αίτησης, είχε επικοινωνήσει επανειλημμένως με το Τμήμα Αρχαιοτήτων, προκειμένου να πληροφορηθεί την πορεία της διαδικασίας έκδοσης της άδειας. Διευκρίνισε ότι οι επικοινωνίες αυτές γίνονταν κατά διαστήματα, χωρίς να ασκεί ιδιαίτερη πίεση, και ότι ουδέποτε είχε ενημερωθεί για την ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος αναφορικά με την καταγραφή ή την αδειοδότηση της συλλογής. Ο ΜΥ2 εξέφρασε, επίσης, τη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την αντίληψή του, αντιμετωπίστηκε η οικογένειά του από τις αρμόδιες Αρχές. Υποστήριξε ότι, με αφορμή την καταγγελία του υιού τους, δεν είχε αναγνωριστεί η πραγματική, κατά τη θέση του, διάσταση του προβλήματος, το οποίο εντοπιζόταν αλλού, με αποτέλεσμα να προχωρήσει η ποινική διερεύνηση και η υπόθεση εναντίον της συζύγου του. Τέλος, ερωτηθείς για το περιεχόμενο της επιστολής του 1996, διευκρίνισε ότι η αναφορά σε συγκεκριμένα αντικείμενα δεν είχε εξαντλητικό, αλλά ενδεικτικό χαρακτήρα. Εξήγησε ότι, σύμφωνα με την προφορική συνεννόηση που είχε προηγηθεί με το Τμήμα Αρχαιοτήτων, σκοπός της επιστολής ήταν να γνωστοποιηθεί η ύπαρξη της συλλογής και να καταστεί δυνατή η διενέργεια επιτόπιας καταγραφής από τους αρμόδιους λειτουργούς. Κατά τη θέση του, επομένως, η απαρίθμηση των αντικειμένων στην επιστολή δεν αποσκοπούσε στον οριστικό προσδιορισμό του περιεχομένου της συλλογής, αλλά αποτελούσε το προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας, η οποία θα ολοκληρωνόταν με την επιθεώρηση και καταγραφή των αρχαιοτήτων στην οικία.
Αξιολόγηση της μαρτυρίας
Στο πλαίσιο αυτό, είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας, έστω και αν, για σκοπούς ανάλυσης, η αξιολόγηση εκτίθεται χωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.
Το καθήκον των μαρτύρων που καταθέτουν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, και το οποίο προέχει έναντι οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος προς τους εντολείς τους, είναι να παρέχουν αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των επιστημονικών κριτηρίων, με σαφή τρόπο και χωρίς περιπλοκές και εστίες σύγχυσης ή παραπλάνησης, για να μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει την ανεξάρτητη κρίση του, εφαρμόζοντάς τα στην υπό κρίση περίπτωση[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων γεγονότων, ως προς τις αρχές που εφαρμόζονται[3], με εστίαση περισσότερο στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, όπου ρόλο διαδραματίζουν η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία προσεγγίζεται η διατύπωση της γνώσης, η παράθεση και εξήγησης των βάσεων της, η πληρότητα και η σταθερότητά της, χωρίς ασφαλώς τα κριτήρια να είναι εφικτό να προκαθοριστούν εξαντλητικά.
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας επικεντρώνεται στα σημεία ως προς τα οποία προκύπτει ουσιαστική αμφισβήτηση ή διαφοροποίηση των εκδοχών. Τα ζητήματα αυτά αφορούν τις συνθήκες απόκτησης και διατήρησης των αντικειμένων, την επικοινωνία της Κατηγορουμένης με το Τμήμα Αρχαιοτήτων το 1996, την επιτόπια καταγραφή που ακολούθησε, την έκταση της καταγραφής, τη μεταγενέστερη γνώση των εμπλεκομένων ως προς τα αντικείμενα που είχαν καταγραφεί και την ιδιαίτερη προέλευση των νομισμάτων. Εξετάζεται, επίσης, η αξιοπιστία των διαπιστώσεων της ΜΚ5, τόσο ως προς την ταυτότητα και χρονολόγηση των αντικειμένων όσο και ως προς όσα η ίδια γνώριζε για την προηγούμενη καταγραφή τους. Κατά την αξιολόγηση, συνεκτιμάται ότι σημαντικό μέρος των γεγονότων ανάγεται σε περίοδο που απέχει αρκετές δεκαετίες από τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η χρονική απόσταση επηρεάζει αναπόφευκτα την ακρίβεια της ανάμνησης, χωρίς να δικαιολογεί τη γενικευμένη αποδοχή ασαφών ή αντιφατικών ισχυρισμών. Αντίστοιχα, η ύπαρξη προσωπικού ενδιαφέροντος για την έκβαση της υπόθεσης λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να προεξοφλεί την αναξιοπιστία της μαρτυρίας.
Η μαρτυρία του ΜΚ1 περιορίζεται ουσιαστικά στη φωτογράφηση των αντικειμένων που του υποδείχτηκαν και στις ενέργειες επεξεργασίας και εκτύπωσης των φωτογραφιών. Στα ζητήματα αυτά, η μαρτυρία του υπήρξε συγκεκριμένη και δεν προκύπτει ουσιώδης λόγος αμφισβήτησής της. Ο μάρτυρας δεν διεκδίκησε γνώση για ζητήματα που δεν αποτελούσαν αντικείμενο της προσωπικής του εμπλοκής. Αναγνώρισε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει εάν ορισμένα φωτογραφηθέντα αντικείμενα είχαν επιστραφεί ως καταγεγραμμένα ή εάν για αυτά υπήρχε άδεια. Η σαφής αυτή οριοθέτηση ενισχύει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, η οποία γίνεται αποδεκτή ως προς τη φωτογραφική αποτύπωση και τις συναφείς ενέργειές του.
Η ΜΚ2 κατέθεσε για τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορουμένης στις 11.1.2020. Δεν αντεξετάστηκε και δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση ότι η κατάθεση Τ4 αποτυπώνει όσα η Κατηγορουμένη ανέφερε κατά τον χρόνο εκείνο. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή ως προς τις περιστάσεις λήψης και το περιεχόμενο της κατάθεσης. Η αξιοπιστία, ωστόσο, της ΜΚ2 ως προς την καταγραφή των δηλώσεων δεν αποτελεί αυτοτελή επιβεβαίωση της αλήθειας των γεγονότων που εξιστόρησε η Κατηγορουμένη. Αυτά αξιολογούνται σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία.
Ο ΜΚ3 περιέγραψε τις ανακριτικές ενέργειες που ακολούθησαν την καταγγελία της 9.1.2020, την παραλαβή των αντικειμένων και την εμπλοκή του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Η μαρτυρία του είναι αξιόπιστη ως προς τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη και τα γεγονότα που περιήλθαν άμεσα στην αντίληψή του. Κατά την αντεξέτασή του, κατέστη σαφές ότι δεν είχε προσωπική γνώση του χρόνου ή του τρόπου απόκτησης των αντικειμένων, ούτε της προηγούμενης διαδικασίας καταγραφής της συλλογής. Η εκτίμησή του ότι τα αντικείμενα κατέχονταν παράνομα στηριζόταν σε όσα του ανέφερε η αρχαιολόγος και όχι σε αυτοτελή έλεγχο των ιστορικών στοιχείων της συλλογής. Επιπλέον, ενώ αρχικά παρουσίασε τη φωτογραφική δέσμη Τ2 ως απεικονίζουσα τα τεκμήρια της υπόθεσης, ακολούθως αποδέχτηκε ότι περιλαμβάνονταν και αντικείμενα τα οποία είχαν διαπιστωθεί ως ανήκοντα στην επίσημη συλλογή και επιστράφηκαν. Η αρχική ανακρίβεια δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί συνολική απόρριψη της μαρτυρίας του. Αποκαλύπτει ότι η περιγραφή του δεν διατηρούσε σε κάθε χρονικό στάδιο την απαιτούμενη διάκριση μεταξύ των αντικειμένων που αρχικά εξετάστηκαν και εκείνων που τελικά διατηρήθηκαν ως επίδικα. Η μαρτυρία του γίνεται, επομένως, αποδεκτή για τις προσωπικές του ενέργειες και τα σχετικά αντικειμενικά γεγονότα, όχι, όμως, ως ανεξάρτητη επιβεβαίωση της προηγούμενης κατάστασης καταγραφής κάθε αντικειμένου.
Η ΜΚ4 κατέθεσε για την έρευνα της οικίας, τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν και τις δηλώσεις του συζύγου της Κατηγορουμένης, καθώς και της ίδιας όταν επέστρεψε στην κατοικία. Η περιγραφή της υπήρξε συγκεκριμένη ως προς τους χώρους ανεύρεσης και τη διαδικασία παραλαβής. Αναγνώρισε, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη δεν ήταν παρούσα κατά την έρευνα και ότι προσήλθε μεταγενέστερα, οπότε και συνεργάστηκε με την Αστυνομία. Σημασία έχει και ότι η ΜΚ4 κατέγραψε την αυθόρμητη αντίδραση του συζύγου της Κατηγορουμένης, ο οποίος ανέφερε ότι τα αντικείμενα ανήκαν στην επίσημη συλλογή της συζύγου του και ότι, εάν κάποια δεν ήταν καταγεγραμμένα, αυτό είχε συμβεί από λάθος. Πρόκειται για δήλωση που έγινε κατά την έρευνα, πριν από τη μεταγενέστερη ανάπτυξη της μαρτυρίας στο Δικαστήριο. Η χρονική της εγγύτητα προς τη διερεύνηση της υπόθεσης ενισχύει τη σημασία της ως ένδειξης ότι η εξήγηση περί παράλειψης κατά την καταγραφή δεν διατυπώθηκε για πρώτη φορά κατά τη δίκη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΜΚ4 επιβεβαίωσε την πραγματική ύπαρξη τέτοιας παράλειψης. Επιβεβαίωσε τη διατύπωση της συγκεκριμένης εξήγησης από τον σύζυγο της Κατηγορουμένης. Η ΜΚ4 υπήρξε, επίσης, σαφής ως προς τα όρια των γνώσεών της. Δεν μπορούσε να βεβαιώσει εάν είχαν επιδειχτεί έγγραφα κατά την έρευνα και δεν γνώριζε τις λεπτομέρειες της προηγούμενης διαδικασίας καταγραφής. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στα σημεία της προσωπικής της αντίληψης.
Όσον αφορά την εξ ακοής κατάθεση του υιού της Κατηγορουμένης, Τ6, ο καταγγέλλων εμφανίζεται να έχει προσωπική γνώση της παρουσίας αρχαιοτήτων στην οικογενειακή κατοικία από την παιδική του ηλικία. Ταυτόχρονα, απέδωσε την κατοχή τους, κυρίως, στον πατέρα του, τον οποίο περιέγραψε ως συλλέκτη αρχαιοτήτων. Η τελευταία αναφορά διαφοροποιείται από την εκδοχή της Κατηγορουμένης και του συζύγου της, οι οποίοι απέδωσαν τη συλλογή στην Κατηγορουμένη. Ωστόσο, η διαφοροποίηση δεν μαρτυρά και ανακρίβεια ως προς την παρουσία των αντικειμένων στο σπίτι. Ένα πρόσωπο που μεγαλώνει σε οικογενειακή κατοικία μπορεί να αντιλαμβάνεται τον γονέα που χειρίζεται πρακτικά τα αντικείμενα ως κάτοχο ή συλλέκτη τους, χωρίς να γνωρίζει επακριβώς την προέλευσή τους ή την εσωτερική οικογενειακή συμφωνία για την ιδιοκτησία τους. Περισσότερο προβληματική είναι η βεβαιότητα με την οποίαν ο καταγγέλλων διαχώρισε τα καταγεγραμμένα από τα μη καταγεγραμμένα αντικείμενα. Από τη μαρτυρία, προκύπτει ότι, μεταξύ των αντικειμένων που ο ίδιος μετέφερε στην Αστυνομία με την καταγγελία περί παράνομης κατοχής, εντοπίστηκαν δεκατρία που ανήκαν στην επίσημη συλλογή και επιστράφηκαν. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η προσωπική του αντίληψη για το ποια αντικείμενα ήταν καταγεγραμμένα δεν ήταν πλήρως ακριβής. Δεν προκύπτει, εξάλλου, από το περιεχόμενο της κατάθεσής του, ότι είχε εξετάσει τον ιστορικό φάκελο της συλλογής ή ότι γνώριζε τι ακριβώς είχε καταγράψει η λειτουργός κατά την προηγούμενη επίσκεψή της. Ο ίδιος ανέφερε ότι προέβη στην καταγγελία «για δικούς του λόγους», χωρίς οι λόγοι αυτοί να εξειδικεύονται στο υλικό που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα ήταν ορθό να αποδοθούν αυθαίρετα στον καταγγέλλοντα συγκεκριμένα κίνητρα ή πρόθεση ψευδούς καταγγελίας. Ούτε, όμως, μπορεί να θεωρηθεί η πεποίθησή του περί παράνομης κατοχής ως αξιόπιστη διαπίστωση για την κατάσταση της καταγραφής των αντικειμένων. Ο ίδιος δεν εμφανίστηκε για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να έχει δοκιμαστεί η ακρίβεια των ισχυρισμών του ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Η κατάθεσή του αξιολογείται αναλόγως, χωρίς να της αποδίδεται αποδεικτική βαρύτητα αντίστοιχη με προσωπική και ελεγμένη μαρτυρία για την ιστορική καταγραφή της συλλογής. Από τα γεγονότα που περιγράφονται στην κατάθεσή του, αξιόπιστη επιβεβαίωση παρέχεται για την ύπαρξη αρχαιοτήτων στην οικογενειακή κατοικία και τη μεταφορά των συγκεκριμένων κιβωτίων στην Αστυνομία. Η εκτίμησή του ότι μέρος των αντικειμένων κατεχόταν παράνομα δεν γίνεται δεκτή ως αυτοτελής πραγματική διαπίστωση.
Η μαρτυρία της ΜΚ5 αποτελεί το υπόβαθρο για την αρχαιολογική ταυτότητα και τη χρονολόγηση των αντικειμένων, αλλά και για τη διαπίστωση ότι ορισμένα δεν περιλαμβάνονταν στην καταγεγραμμένη συλλογή της Κατηγορουμένης. Τα προσόντα και η επαγγελματική πείρα της μάρτυρος δεν αμφισβητήθηκαν και επαρκούν για να αντιμετωπίζεται ως πραγματογνώμονας. Η ίδια παρουσίασε εκτενή περιγραφή των αντικειμένων, με αναφορά στα μορφολογικά χαρακτηριστικά, την τεχνοτροπία, τα υλικά κατασκευής, τη διακόσμηση και τα αντίστοιχα ευρήματα γνωστών αρχαιολογικών χώρων. Δεν περιορίστηκε σε γενικούς χαρακτηρισμούς, αλλά εξήγησε, για τα περισσότερα αντικείμενα, τα συγκεκριμένα γνωρίσματα στα οποία στήριξε τη χρονολόγησή τους. Η προσέγγισή της υπήρξε αναλυτική και, στα περισσότερα σημεία, επιστημονικά αιτιολογημένη. Διαχώρισε τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ήταν δυνατή η ακριβέστερη χρονολόγηση από εκείνες στις οποίες τα διαθέσιμα χαρακτηριστικά δικαιολογούσαν ευρύτερο χρονικό προσδιορισμό. Η εξήγησή της για τη δυσχέρεια διάκρισης μεταξύ Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου ήταν κατανοητή και συμβατή με τη φύση της αρχαιολογικής χρονολόγησης που περιέγραψε. Ενόψει της ποιότητας των επιστημονικών εξηγήσεων, της σύνδεσής τους με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των αντικειμένων και της απουσίας αντίθετης εξειδικευμένης μαρτυρίας, η μαρτυρία της γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη, αναφορικά με την αρχαιολογική ταυτότητα και τη χρονολόγηση των κεραμικών, πήλινων και λίθινων αντικειμένων που είχε εξετάσει και περιγράψει στο Τ28.
Διαφορετική είναι η προσέγγιση ως προς τα νομίσματα, η αρχαιολογική προέλευση των οποίων αμφισβητήθηκε ευθέως. Η ΜΚ5 αναγνώρισε ότι δεν διαθέτει ειδίκευση στη νομισματική. Εξήγησε, βεβαίως, ότι είχε αποκτήσει σχετική εμπειρία κατά την υπηρεσία της στο Μεσαιωνικό Μουσείο και ότι χρησιμοποίησε βιβλιογραφικές πηγές για την ταυτοποίηση και χρονολόγησή τους. Η εξήγηση αυτή προσδίδει περιεχόμενο στην εκτίμησή της και δεν επιτρέπει την απόρριψή της μόνον εξαιτίας της απουσίας εξειδίκευσης αποκλειστικά στα νομίσματα. Ωστόσο, η ίδια αναγνώρισε σημαντική φθορά ορισμένων νομισμάτων και αδυναμία εντοπισμού όλων των χαρακτηριστικών τους. Επιπλέον, ανέφερε ότι είχε συμβουλευτεί συνάδελφο στην Ελλάδα και ότι, για ένα νόμισμα, δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποτελεί ομοίωμα. Όπως είναι λογικό, δεν μπορεί να παραγνωριστεί η συγκεκριμένη επιφύλαξη. Ούτε μπορεί η γενική βεβαιότητα που εξέφρασε η μάρτυρας για τα υπόλοιπα νομίσματα να εξομοιωθεί, άνευ ετέρου, με την τεκμηρίωση που παρέσχε για τα αντικείμενα των οποίων είχε άμεση αρχαιολογική εμπειρία. Η αναφορά σε επικαθίσεις χώματος, αλάτων ή πετρώματος ενισχύει την εκτίμησή της για την παλαιότητα, πλην όμως η μαρτυρία δεν περιλαμβάνει ειδική εξέταση των επικαθίσεων αυτών, ώστε να μπορεί να τους αποδοθεί αυτοτελώς αποφασιστική σημασία. Η σχετική επιστημονική εκτίμηση παραμένει ασφαλώς αξιοποιήσιμη, αλλά η βαρύτητά της είναι διαφορετική από εκείνην των χαρακτηριστικών που μπορούν να αντιπαραβληθούν με συγκεκριμένες αρχαιολογικές τυπολογίες. Η μαρτυρία της ΜΚ5 ως προς τα νομίσματα κρίνεται με επιφύλαξη, ως προς τον βαθμό βεβαιότητας που επιτρέπει για καθένα από αυτά, ιδίως εκείνο για το οποίο η ίδια αναγνώρισε το ενδεχόμενο να αποτελεί ομοίωμα.
Ξεχωριστή είναι και η περίπτωση του Τ23. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ5 ανέφερε ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο δεν περιλαμβανόταν στο Τ28, δεν το θυμόταν και το είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Η δήλωση αυτή περιορίζει την αξία της προηγούμενης παρουσίασης της εξέτασης των αντικειμένων ως ενιαίας και ολοκληρωμένης εργασίας. Η χρονολόγηση του Τ23 στηρίχτηκε στην επιτόπια αναγνώριση ορισμένων χαρακτηριστικών του κατά τη δίκη και όχι σε αντίστοιχη προηγούμενη εξέταση και καταγραφή. Η μαρτυρία της ως προς το συγκεκριμένο αντικείμενο αξιολογείται με την ανάλογη επιφύλαξη, χωρίς το γεγονός αυτό να επηρεάζει τη χωριστή επιστημονική αξιολόγηση των υπόλοιπων αντικειμένων.
Τα προαναφερόμενα αφορούν τη μαρτυρία της ΜΚ5 σε σχέση με την αρχαιολογική εκτίμηση. Η μαρτυρία της ΜΚ5 χρησιμοποιήθηκε και για έναν άλλο σκοπό, που σχετίζεται με την ιστορική διαδικασία καταγραφής της συλλογής. Η αξιοπιστία της μαρτυρίας της ΜΚ5, ως προς τα ζητήματα που σχετίζονται με τη διαδικασία αυτή, διαφοροποιείται. Πέραν του ότι τα καθήκοντα που ανέφερε πως έχει είναι άλλα (πρακτικά 22.9.2026, σελ.2, γρ.6-9), δεν είναι η ίδια η ΜΚ5 που είχε πραγματοποιήσει την αρχική επιτόπια καταγραφή. Δεν γνώριζε τι ακριβώς διαμείφθηκε μεταξύ της τότε λειτουργού και της Κατηγορουμένης, ποια αντικείμενα υποδείχτηκαν, εάν υπήρξαν αντικείμενα που δεν καταγράφηκαν ή τι πληροφορίες είχαν δοθεί στην Κατηγορουμένη μετά την επίσκεψη. Αναγνώρισε, μάλιστα, ρητά ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν τα αντικείμενα του Τ28 είχαν υποδειχτεί στην αρχαιολόγο κατά την προηγούμενη επιθεώρηση και είχαν παραλειφθεί από την καταγραφή. Η παραδοχή αυτή αξιολογείται θετικά, ως προς την προσωπική ειλικρίνεια της μάρτυρος. Δείχνει ότι δεν επιχείρησε, στο συγκεκριμένο σημείο της αντεξέτασης, να αποδώσει στον εαυτό της γνώση που δεν διέθετε. Περαιτέρω, επιβεβαίωσε την ύπαρξη της επιστολής του 1996, τη μεταγενέστερη επίσκεψη αρχαιολόγου στην κατοικία και την ύπαρξη επίσημης συλλογής. Η ίδια είχε λάβει σχετική πληροφόρηση από τη Λευκωσία και, κατά την επιθεώρηση στο πλαίσιο της αστυνομικής έρευνας, είχε μαζί της σχετικό κατάλογο με δηλωμένα, στο παρελθόν, αρχαία (πρακτικά 22.9.2026, σελ.2, γρ.20-23). Δήλωσε άγνοια για το πότε οι αρχαιότητες ήρθαν στην κατοχή της Κατηγορούμενης. Έκανε επανειλημμένα αναφορά σε κάποιον «φάκελο», στον οποίον δεν υπάρχει οτιδήποτε, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση. Εξήγησε ότι η καταγραφή των αντικειμένων γινόταν από το Τμήμα και ότι η αναλυτική περιγραφή τους τηρούνταν στο υπηρεσιακό αρχείο, χωρίς να παραδίδεται κατ' ανάγκην στον κάτοχο. Ανέφερε, επίσης, ότι η άδεια δεν είχε αναγκαστικά τυποποιημένη μορφή ούτε συνοδευόταν υποχρεωτικά από αναλυτικό κατάλογο. Οι εξηγήσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η απουσία προσωπικού αντιγράφου αναλυτικής καταγραφής, την οποίαν ανέφεραν και η Κατηγορούμενη και ο ΜΥ2, δεν αποτελεί ασυνήθιστο ή κατ' ανάγκην ανακριβές περιστατικό. Η μάρτυρας μπορούσε αξιόπιστα να αναφέρει τι προέκυψε από τον περιορισμένο υπηρεσιακό έλεγχο σε κάποιον «φάκελο», στον οποίον η ίδια προέβη, ή σε ό,τι της έστειλαν από τη Λευκωσία, ως «επίσημη συλλογή» της Κατηγορούμενης. Δεν μπορούσε, όμως, να βεβαιώσει με αντίστοιχη προσωπική γνώση τι πραγματικά συνέβη κατά την επίσκεψη του 2003 και για ποιο λόγο ορισμένα αντικείμενα δεν εμφανίζονταν στη συλλογή που ελέγχτηκε το 2020, αν υπάρχει οποιαδήποτε καταχώριση στο όνομα οποιουδήποτε άλλου προσώπου που να περιλαμβάνει τα συγκεκριμένα αντικείμενα. Επομένως, γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία της μόνον ως προς το αποτέλεσμα του ελέγχου που η ίδια πραγματοποίησε. Δεν γίνεται δεκτή, ως προσωπική διαπίστωση, οποιαδήποτε συνακόλουθη εκτίμηση ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα ουδέποτε υποδείχτηκαν στην προηγούμενη λειτουργό ή ότι η μη εμφάνισή τους οφειλόταν οπωσδήποτε σε παράλειψη της Κατηγορουμένης ή ότι δεν υφίσταται γενικότερα οποιαδήποτε καταχώριση στα αρχεία του Τμήματος.
Τέλος, η ΜΚ5 διαφώνησε με τη θέση της Υπεράσπισης ότι τα αντικείμενα που δεν εμφανίζονταν στην επίσημη συλλογή είχαν μικρότερη αρχαιολογική αξία. Εξήγησε ότι ακόμη και ένα μικρό θραύσμα μπορεί να παρουσιάζει σημαντικό επιστημονικό ενδιαφέρον και ότι η αξία ενός αρχαιολογικού αντικειμένου δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος, τη διακόσμηση ή την εξωτερική του εμφάνιση. Η εξήγηση αυτή είναι κατανοητή, ως επιστημονική θέση. Δεν συνιστά συγκριτική αξιολόγηση των συγκεκριμένων αντικειμένων της επίσημης συλλογής και εκείνων της παρούσας υπόθεσης. Η ίδια ουσιαστικά αναφέρθηκε στην αξία κάθε αρχαιολογικού ευρήματος ως φορέα ιστορικής πληροφορίας. Από τη θέση αυτή, δεν προκύπτει ότι όλα τα αντικείμενα έχουν την ίδια σπανιότητα, την ίδια ιστορική ιδιαιτερότητα ή την ίδια σημασία για έναν ιδιώτη συλλέκτη. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της δεν παρέχει ασφαλή βάση για την απόρριψη ή την επιβεβαίωση της εξήγησης της Κατηγορουμένης ότι δεν είχε ιδιαίτερο λόγο να αποκρύψει τα επίδικα αντικείμενα. Το ζήτημα της αρχαιολογικής αξίας δεν ταυτίζεται με εκείνο των προσωπικών κινήτρων.
Η ύπαρξη της επιστολής της 31.7.1996, Τ29, αποτελεί ένα αντικειμενικό στοιχείο. Η επιστολή φέρει σφραγίδα παραλαβής της 6.8.1996 και προσδιορίζει συγκεκριμένα τον σκοπό της επικοινωνίας με το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Επιβεβαιώνεται, επομένως, η βασική εκδοχή ότι έγινε αίτημα στο Τμήμα κατά το 1996, με επιδίωξη την τακτοποίηση της κατοχής των αρχαιοτήτων της Κατηγορουμένης. Η επιστολή, ωστόσο, έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Αναφέρεται σε δώδεκα φωτογραφίες που απεικόνιζαν δεκαεννέα αντικείμενα και σε τρία πρόσθετα αντικείμενα που δεν εμφανίζονταν στις φωτογραφίες. Δεν περιέχει ρητή δήλωση ότι πρόκειται απλώς για ενδεικτική αναφορά σε μέρος ευρύτερης συλλογής. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεπιφύλακτα δεκτή η θέση ότι η επιστολή περιέγραφε ενδεικτικά, και όχι συγκεκριμένα, τα αντικείμενα που γνωστοποιούνταν. Το περιεχόμενό της δείχνει προσδιορισμό ορισμένου αριθμού αντικειμένων. Από την άλλη, δεν αποδεικνύει και ότι δεν υπήρχαν άλλα αντικείμενα στην κατοικία ή ότι όσα θα μπορούσαν να υποδειχτούν κατά τη μεταγενέστερη επιτόπια επίσκεψη περιορίζονταν αναγκαστικά σε εκείνα της αρχικής επιστολής. Η χειρόγραφη σημείωση «Καταγράφηκε 21/4/2003 Ε.Μ.» παρέχει πρόσθετη αντικειμενική επιβεβαίωση ότι η υπόθεση της επιστολής συνδέθηκε με μεταγενέστερη καταγραφή. Η σημείωση είναι συμβατή με τη μαρτυρία της Κατηγορουμένης ότι η επιτόπια διαδικασία πραγματοποιήθηκε περίπου επτά χρόνια μετά την αρχική αίτηση. Η σύμπτωση αυτή ενισχύει την αξιοπιστία της εκδοχής της, καθώς αφορά συγκεκριμένο χρονικό στοιχείο που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη μνήμη της. Η σημείωση, πάντως, δεν περιγράφει από μόνη της ούτε τη φύση ούτε την έκταση της καταγραφής. Δεν προσδιορίζει ποια αντικείμενα καταγράφηκαν, ποια φωτογραφήθηκαν και αν η σχετική εργασία ολοκληρώθηκε. Η έλλειψη του αναλυτικού ιστορικού καταλόγου έχει ουσιαστική σημασία για την αξιολόγηση των αντιτιθέμενων εκδοχών. Η ΜΚ5 ανέφερε ότι η λειτουργός που πραγματοποίησε την επιθεώρηση όφειλε να διαβιβάσει τα στοιχεία και τις φωτογραφίες στο Τμήμα. Δεν κατέθεσε, όμως, η ίδια το αρχικό αποτέλεσμα της συγκεκριμένης εργασίας. Ούτε η λειτουργός που πραγματοποίησε την επιτόπια επίσκεψη εξετάστηκε για να εξηγήσει τι είδε, τι κατέγραψε και εάν υπήρξαν αντικείμενα που έμειναν εκτός καταγραφής. Επομένως, από τη μαρτυρία, επιβεβαιώνεται η έναρξη της διαδικασίας και υποστηρίζεται η πραγματοποίηση μεταγενέστερης καταγραφής, χωρίς να επιβεβαιώνεται, με την ίδια αντικειμενική πληρότητα, και το ακριβές περιεχόμενο της καταγραφής του 2003.
Η μαρτυρία της Κατηγορουμένης αξιολογείται με διαχωρισμό μεταξύ των γεγονότων που η ίδια γνώριζε προσωπικά, εκείνων για τα οποία στηρίζεται σε εντυπώσεις που σχημάτισε, και των εκτιμήσεων στις οποίες κατέληξε μετά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η εκδοχή της ως προς την επικοινωνία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων υπήρξε σταθερή στην ουσία της. Ήδη, στην ανακριτική της κατάθεση, δύο ημέρες μετά την καταγγελία, ανέφερε την αίτηση του 1996, την επίσκεψη λειτουργού στην κατοικία, την επιτόπια καταγραφή και την πεποίθησή της ότι τα αντικείμενα καλύπτονταν από τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί. Η ύπαρξη της επιστολής Τ29, η σχετική χειρόγραφη σημείωση και οι παραδοχές της ΜΚ5 επιβεβαιώνουν σημαντικό μέρος αυτής της εξιστόρησης. Δεν πρόκειται για εκδοχή που εμφανίστηκε για πρώτη φορά κατά τη δίκη ή που στερείται εξωτερικών στηριγμάτων. Αξιολογείται, επίσης, η αμεσότητα με την οποία η Κατηγορουμένη, όταν προσήλθε στην κατοικία μετά την έρευνα, αναγνώρισε ότι τα αντικείμενα ήταν δικά της. Η συμπεριφορά αυτή συνάδει με τη μεταγενέστερη θέση της ότι θεωρούσε την κατοχή τους γνωστή στις αρμόδιες Αρχές και δεν αντιλαμβανόταν ότι υπήρχε εκκρεμότητα ως προς την καταγραφή τους. Δεν αποδεικνύει την ορθότητα της πεποίθησής της, αποτελεί, όμως, πραγματικό δεδομένο που την καθιστά ευλογοφανή. Η Κατηγορουμένη περιέγραψε την επίσκεψη της αρχαιολόγου με ορισμένες ιδιαίτερες λεπτομέρειες. Ανέφερε ότι η λειτουργός ήταν βιαστική, επειδή είχε να επισκεφτεί και άλλες κατοικίες, ότι η ίδια δεν την ακολουθούσε συνεχώς και ότι της είχε προσφέρει φιλοξενία. Αναφέρθηκε, επίσης, σε παρατηρήσεις της λειτουργού για ένα μπαούλο και ορισμένες πέτρες. Οι λεπτομέρειες αυτές προσδίδουν στην εξιστόρηση χαρακτηριστικά προσωπικής ανάμνησης συγκεκριμένου περιστατικού. Η αξιοπιστία τους ενισχύεται εν μέρει από τη μαρτυρία του συζύγου της, ο οποίος, επίσης, περιέγραψε τη διαδικασία ως βιαστική. Η μεταξύ τους συμφωνία δεν αντιμετωπίζεται, ωστόσο, ως απολύτως ανεξάρτητη επιβεβαίωση, δεδομένου ότι πρόκειται για πρόσωπα με κοινή συμμετοχή στα γεγονότα και κοινό ενδιαφέρον για την υπόθεση. Η περιγραφή της ατμόσφαιρας της επίσκεψης κρίνεται πειστική, ως προς τη γενική της εικόνα. Δεν δικαιολογεί, όμως, και το συμπέρασμα ότι η λειτουργός παρέλειψε να καταγράψει συγκεκριμένα αντικείμενα.
Η Κατηγορουμένη δεν παρακολουθούσε αδιάλειπτα την εργασία της λειτουργού. Δεν διατηρούσε η ίδια αναλυτικό κατάλογο ούτε είχε λάβει αντίγραφο του υπηρεσιακού αποτελέσματος. Επομένως, δεν μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα ποια αντικείμενα είχαν τελικά καταγραφεί. Αυτό προκύπτει και από τη δική της μαρτυρία. Αρχικά, ανέφερε ότι η λειτουργός κατέγραψε όλα τα αντικείμενα. Στη συνέχεια, αποδέχτηκε ότι ορισμένα πρέπει να μην είχαν καταγραφεί, αποδίδοντας την παράλειψη σε παραδρομή. Κατά την αντεξέτασή της, εξήγησε ότι η τελευταία εκτίμηση αποτελούσε συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, επειδή κατηγορήθηκε μεταγενέστερα ότι ορισμένα αντικείμενα δεν ήταν δηλωμένα. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αξιολογείται απομονωμένα ως απόδειξη αναξιοπιστίας. Η Κατηγορουμένη διέκρινε, τελικά, αυτό που πίστευε ότι είχε συμβεί από αυτό που μπορούσε πράγματι να γνωρίζει. Η ουσιαστική αδυναμία της μαρτυρίας της έγκειται στο ότι η πεποίθησή της περί πλήρους καταγραφής δεν στηρίζεται σε προσωπική παρακολούθηση όλων των ενεργειών της λειτουργού ή σε γνώση του τελικού καταλόγου. Κατά συνέπεια, γίνεται δεκτή η μαρτυρία της ότι η λειτουργός επισκέφτηκε την κατοικία και πραγματοποίησε εργασία καταγραφής. Γίνεται, επίσης, δεκτό ότι η Κατηγορουμένη σχημάτισε την εντύπωση ότι η διαδικασία αφορούσε τη συλλογή της ως σύνολο. Δεν γίνεται, όμως, δεκτή, ως αποδεδειγμένη προσωπική γνώση, η περαιτέρω θέση ότι πράγματι καταγράφηκαν όλα τα αντικείμενα ή ότι η λειτουργός παρέλειψε συγκεκριμένα αντικείμενα από παραδρομή.
Σχετικά με την επιτύμβια στήλη, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι η στήλη βρισκόταν σε εμφανές σημείο και ότι την είχε δει η λειτουργός κατά την προηγούμενη επίσκεψη. Η ανεύρεσή της το 2020 στη μπροστινή βεράντα επιβεβαιώνει ότι, κατά τον χρόνο της αστυνομικής έρευνας, δεν φυλασσόταν σε κρυφό ή δυσπρόσιτο χώρο. Η εμφανής τοποθέτησή της αποτελεί πραγματικό στοιχείο συμβατό με την εκδοχή ότι η Κατηγορουμένη δεν προσπαθούσε τότε να αποκρύψει την ύπαρξή της. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, και ότι βρισκόταν στο ίδιο σημείο και κατά την επίσκεψη του 2003. Η Κατηγορουμένη επέμεινε ότι η στήλη ήταν παρούσα και ορατή κατά την προηγούμενη καταγραφή. Η θέση αυτή είναι συγκεκριμένη και δεν προέκυψε κάποια άμεση μαρτυρία που να την αναιρεί. Πλην όμως, ούτε η ίδια είχε αδιάλειπτη συμμετοχή στην επιθεώρηση ούτε υπάρχει καταγραφή της λειτουργού που να επιβεβαιώνει ότι την εξέτασε. Η εκδοχή ότι η στήλη ήταν ορατή κατά την επίσκεψη είναι εύλογη και συμβατή με τη γενικότερη εικόνα της κατοικίας ως χώρου όπου εκτίθεντο αρχαιότητες. Η περαιτέρω διαπίστωση ότι πράγματι εξετάστηκε και παραλείφθηκε από τον κατάλογο δεν μπορεί να συναχθεί με αντίστοιχη βεβαιότητα.
Αξιολογείται, τέλος, η μαρτυρία της Κατηγορουμένης για την προέλευση των αντικειμένων. Στην ανακριτική της κατάθεση, ανέφερε περισσότερες από μία πηγές απόκτησης. Δωρεές από την πεθερά της, παραχώρηση αντικειμένων από τους θείους της, ανεύρεση κυλίκων στο πατρικό του συζύγου της και αγορές ορισμένων αντικειμένων από το Μουσείο από τον σύζυγό της. Στη μεταγενέστερη μαρτυρία της, απέδωσε τα αντικείμενα του Τ28, πλην των νομισμάτων, στους θείους της. Η διαφοροποίηση δεν συνιστά ουσιώδη αντίφαση. Η αρχική αναφορά αφορούσε τη γενικότερη προέλευση της συλλογής, ενώ η μεταγενέστερη απάντηση τα συγκεκριμένα επίδικα αντικείμενα. Ωστόσο, η Κατηγορουμένη δεν μπορούσε να ταυτοποιήσει με ακρίβεια ποια αντικείμενα προέρχονταν από κάθε πηγή ούτε προσκόμισε προσωπικές σημειώσεις ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία που να επιτρέπουν τη διάκριση. Η περιγραφή της φιλοξενίας των θείων της κατά τη δεκαετία του 1980, της μεταφοράς αντικειμένων στην κατοικία και της παραχώρησής τους σε αυτήν είναι συνεκτική. Επιβεβαιώνεται στα βασικά της σημεία από τον σύζυγό της. Είναι, επίσης, συμβατή με τη μακροχρόνια παρουσία αρχαιοτήτων στην οικογενειακή κατοικία. Γίνεται, επομένως, δεκτή ως αξιόπιστη η γενική εκδοχή ότι η συλλογή περιλάμβανε αντικείμενα που είχαν περιέλθει στην Κατηγορουμένη από συγγενικά της πρόσωπα κατά το παρελθόν. Δεν μπορεί, όμως, να γίνει ανεπιφύλακτα δεκτή η ειδικότερη ταυτοποίηση κάθε αντικειμένου του Τ28 ως προερχόμενου από τους θείους της, αφού η ίδια δεν διέθετε σταθερή και εξατομικευμένη ανάμνηση της προέλευσης του συνόλου τους.
Η μαρτυρία της Κατηγορουμένης παρουσιάζει ουσιώδη αδυναμία ως προς τα νομίσματα. Κατά τη δίκη, ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα νομίσματα αγοράστηκαν μέσω του eBay και προσκόμισε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22.2.2013. Το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ολοκληρωμένης αγοράς. Περιλαμβάνει αντικείμενα για τα οποία υπήρχε συμμετοχή σε διαδικασία υποβολής προσφορών. Δεν τεκμηριώνει ότι οι προσφορές έγιναν αποδεκτές, ότι πραγματοποιήθηκε πληρωμή ή ότι παραδόθηκαν συγκεκριμένα νομίσματα στην Κατηγορουμένη. Επιπρόσθετα, δεν περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν ασφαλή ταυτοποίηση των αναφερόμενων αντικειμένων με τα συγκεκριμένα νομίσματα που εξετάστηκαν στην παρούσα υπόθεση. Κατά την αντεξέτασή της, η Κατηγορουμένη κλήθηκε επανειλημμένα να αντιπαραβάλει το περιεχόμενο του Τ30 με τα συγκεκριμένα νομίσματα. Αρχικά, επικαλέστηκε δυσκολία κατανόησης της αγγλικής γλώσσας και ανάγκη βοήθειας. Ακολούθως, ανέφερε ότι απαιτείτο περισσότερος χρόνος και εμπεριστατωμένη μελέτη. Δεν παραγνωρίζεται ότι η ταυτοποίηση αρχαίων νομισμάτων μπορεί να απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η Κατηγορουμένη δεν ήταν υποχρεωμένη να διαθέτει τέτοιες γνώσεις, έτοιμες για παρουσίαση. Ωστόσο, η ίδια, δηλαδή η πλευρά της Υπεράσπισης, είχε προσκομίσει το Τ30 προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού ότι τα επίδικα νομίσματα είχαν αποκτηθεί μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Θα αναμενόταν, συνεπώς, να μπορεί τουλάχιστον να εξηγήσει τον πραγματικό σύνδεσμο μεταξύ του εγγράφου και των αντικειμένων στα οποία αναφερόταν. Η επανειλημμένη αδυναμία να προβεί σε τέτοια σύνδεση, σε συνδυασμό με την απουσία αποδεικτικού ολοκλήρωσης των αγορών, αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία της συγκεκριμένης εκδοχής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μαρτυρία της Κατηγορουμένης ότι τα συγκεκριμένα νομίσματα αποκτήθηκαν μέσω των συναλλαγών στις οποίες αναφέρεται το Τ30 δεν κρίνεται πειστική και δεν γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη εξήγηση της προέλευσής τους. Η κρίση αυτή περιορίζεται στο συγκεκριμένο ζήτημα. Δεν αποτελεί λόγο απόρριψης ολόκληρης της μαρτυρίας της, ιδίως των σημείων που επιβεβαιώνονται από αντικειμενικά έγγραφα ή από τη μαρτυρία άλλων προσώπων. Υποδεικνύει, όμως, ότι η Κατηγορουμένη, τουλάχιστον ως προς τα νομίσματα, δεν παρουσίασε εκδοχή με την απαιτούμενη σαφήνεια, σταθερότητα και αποδεικτική συνοχή.
Έγιναν ορισμένες επισημάνσεις, από την πλευρά της κατηγορούσας Αρχής, ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης, με αναφορά σε ορισμένες δηλώσεις της, που η ίδια εκλαμβάνει ως εναλλαγές θέσεις. Το Δικαστήριο, προβληματίστηκε και γι’ αυτές, αλλά, πορευόμενο με βάση τις αρχές της αξιολόγησης της μαρτυρίας, και αποφεύγοντας την εστίαση επί μεμονωμένων φράσεων, αποκομμένων από τα συμφραζόμενά τους, δεν έχει την ίδια εντύπωση, για τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Ο ΜΥ2, σύζυγος της Κατηγορουμένης, είχε προσωπική και ενεργό εμπλοκή στην επικοινωνία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Η επιστολή του 1996 συντάχθηκε και απεστάλη από τον ίδιο, με την επαγγελματική του ιδιότητα ως δικηγόρου. Η ύπαρξη του Τ29 επιβεβαιώνει τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία και προσδίδει ουσιαστική αξιοπιστία στη μαρτυρία του για την έναρξη της διαδικασίας. Ο μάρτυρας δεν περιορίστηκε στην επίκληση γενικής πρόθεσης δήλωσης των αρχαιοτήτων, αλλά περιέγραψε συγκεκριμένη ενέργεια, η οποία τεκμηριώνεται ανεξάρτητα από την προφορική του μαρτυρία. Η εκδοχή του ότι ακολούθησε επιτόπια επίσκεψη και καταγραφή συνάδει με τη μαρτυρία της Κατηγορουμένης, τη σχετική χειρόγραφη σημείωση και τις παραδοχές της ΜΚ5. Ο ΜΥ2 περιέγραψε τη διαδικασία της επιθεώρησης ως βιαστική και παρουσίασε την εντύπωση ότι η λειτουργός δεν κατέγραψε όλα τα αντικείμενα. Όπως και στην περίπτωση της Κατηγορουμένης, πρέπει να διαχωριστεί η προσωπική του παρατήρηση για τον τρόπο διεξαγωγής της επίσκεψης από την εκτίμησή του ως προς την πληρότητα της καταγραφής. Η πρώτη μπορεί να αξιολογηθεί ως προσωπική μαρτυρία. Η δεύτερη αποτελεί συμπέρασμα που διατυπώθηκε μεταγενέστερα, όταν ανέκυψε η διαπίστωση ότι ορισμένα αντικείμενα δεν εμφανίζονταν στην επίσημη συλλογή. Εξάλλου, ο ΜΥ2 δεν προσκόμισε προσωπικό αντίγραφο της καταγραφής ούτε μπορούσε να προσδιορίσει ποια ακριβώς αντικείμενα είχε καταγράψει η λειτουργός. Ως προς τη μεταγενέστερη επικοινωνία με το Τμήμα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τηλεφωνούσε κατά διαστήματα για να πληροφορηθεί την εξέλιξη της διαδικασίας. Η εκδοχή του είναι ευλογοφανής, ιδίως ενόψει της μεγάλης χρονικής απόστασης μεταξύ της αρχικής επιστολής και της αναφερόμενης καταγραφής. Δεν επιβεβαιώνεται, όμως, από συγκεκριμένα στοιχεία ως προς τις ημερομηνίες, τα πρόσωπα με τα οποία επικοινώνησε ή το ακριβές περιεχόμενο των απαντήσεων που έλαβε. Η απουσία τέτοιων λεπτομερειών δεν καθιστά κατ' ανάγκην αναληθή την εξιστόρηση, δεδομένου του χρόνου που παρήλθε. Περιορίζει, ωστόσο, τη δυνατότητα εξαγωγής συγκεκριμένων συμπερασμάτων από τις αναφερόμενες επικοινωνίες.
Ο ΜΥ2 ανέφερε στην αστυνομική του κατάθεση ότι, μετά τη δήλωση, είχε ληφθεί άδεια. Ταυτόχρονα, από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι δεν παραδόθηκε στους συζύγους έγγραφο με αναλυτική περιγραφή των αντικειμένων που καλύπτονταν από την καταγραφή. Η αναφορά του περί λήψης άδειας, συνεπώς, αξιολογείται με προσοχή, ως προς το αν περιγράφει συγκεκριμένο γεγονός παραλαβής εγγράφου ή την εντύπωση που είχαν σχηματίσει οι σύζυγοι για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η δεύτερη εκδοχή είναι περισσότερο συμβατή με τη συνολική μαρτυρία, περιλαμβανομένων όσων ανέφερε η ΜΚ5 για την πρακτική της υπηρεσίας. Δεν προκύπτει ασφαλής βάση για να γίνει δεκτό ότι ο ΜΥ2 είχε πράγματι παραλάβει συγκεκριμένο έγγραφο άδειας που κάλυπτε όλα τα αντικείμενα. Αναφορικά με την προέλευση της συλλογής, ο ΜΥ2 περιέγραψε τη φιλοξενία των συγγενών της Κατηγορουμένης κατά τη δεκαετία του 1980 και τη μεταφορά αντικειμένων στην οικογενειακή κατοικία. Η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιαστική συμφωνία με εκείνη της Κατηγορουμένης ως προς τον βασικό ιστορικό κορμό. Η συμφωνία αυτή συνεκτιμάται, χωρίς να παραγνωρίζεται η στενή σχέση των δύο μαρτύρων. Δεν εντοπίζεται, πάντως, κάποια συγκεκριμένη αντίφαση που να δικαιολογεί την απόρριψη του περιστατικού της φιλοξενίας και της παραχώρησης αντικειμένων ως ανυπόστατου. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της ταυτοποίησης των επίδικων αντικειμένων με εκείνα που παραχωρήθηκαν από τους συγγενείς. Ο ΜΥ2 δεν παρέθεσε εξατομικευμένη περιγραφή της προέλευσης κάθε αντικειμένου. Επομένως, η μαρτυρία του ενισχύει τη γενική ιστορική εκδοχή της Κατηγορουμένης, αλλά δεν συμπληρώνει το αποδεικτικό κενό ως προς την ειδική προέλευση όλων των αντικειμένων.
Τέλος, ο ΜΥ2 εξέφρασε δυσαρέσκεια για τον χειρισμό της καταγγελίας του υιού του και για τη μεταχείριση της οικογένειας από τις Αρχές. Η συναισθηματική του εμπλοκή είναι εμφανής. Οι σχετικές τοποθετήσεις δεν συνιστούν, όμως, από μόνες τους, ένδειξη αναξιοπιστίας στα ιστορικά γεγονότα που περιέγραψε. Διαχωρίζονται οι προσωπικές του αξιολογήσεις από τις πραγματικές του παρατηρήσεις. Η μαρτυρία του ΜΥ2 γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη αναφορικά με την αρχική επικοινωνία με το Τμήμα, τη μεταγενέστερη πραγματοποίηση επιτόπιας καταγραφής και τον βασικό ιστορικό άξονα της απόκτησης μέρους της συλλογής από συγγενικά πρόσωπα. Δεν γίνεται δεκτή ως ασφαλής απόδειξη ότι καταγράφηκε το σύνολο των αντικειμένων ή ότι παραδόθηκε άδεια η οποία τα κάλυπτε όλα.
Συνδυαστικά, η συνεκτίμηση όλης της μαρτυρίας αναδεικνύει ότι το ότι πραγματοποιήθηκε διαδικασία καταγραφής και το ακριβές περιεχόμενο του αποτελέσματός της είναι διαφορετικά δεδομένα. Ως προς το πρώτο, η μαρτυρία παρουσιάζει αξιοσημείωτη συνοχή. Η επιστολή του 1996, η απόδειξη παραλαβής της, η χειρόγραφη σημείωση του 2003, οι παραδοχές της ΜΚ5 και οι συμφωνούσες αφηγήσεις της Κατηγορουμένης και του συζύγου της συγκλίνουν στην ύπαρξη πραγματικής επικοινωνίας και μεταγενέστερης διαδικασίας καταγραφής. Το γεγονός αυτό γίνεται δεκτό. Ως προς το δεύτερο, η εικόνα παραμένει διαφορετική. Η ΜΚ5 δεν είχε προσωπική γνώση της επίσκεψης του 2003. Η Κατηγορουμένη και ο σύζυγός της δεν είχαν στην κατοχή τους τον τελικό αναλυτικό κατάλογο. Η λειτουργός που πραγματοποίησε την καταγραφή δεν εμφανίστηκε να έχει καταθέσει. Το σχετικό πρωτογενές αρχείο δεν παρουσιάστηκε κατά τρόπο που να επιτρέπει την ασφαλή αναπαράσταση της εργασίας που πραγματοποιήθηκε. Οι δύο πλευρές, επομένως, περιγράφουν διαφορετικά την έκταση της καταγραφής, χωρίς οποιαδήποτε από τις εκδοχές να στηρίζεται σε άμεση και πλήρη αποτύπωση του συγκεκριμένου περιστατικού. Η ΜΚ5 επιβεβαίωσε ότι ορισμένα αντικείμενα ανήκαν στην επίσημη συλλογή και ότι τα υπόλοιπα δεν εμφανίζονταν ως καταγεγραμμένα κατά τον έλεγχο του 2020. Η διαπίστωση αυτή γίνεται δεκτή ως αποτέλεσμα του ελέγχου που πραγματοποίησε. Δεν αποδεικνύει, όμως, τι ακριβώς συνέβη το 2003, ή εάν όλα όσα είχαν τότε υποδειχτεί αποτυπώθηκαν ορθά στο υπηρεσιακό αρχείο. Η Κατηγορουμένη και ο σύζυγός της, από την άλλη, δεν διέθεταν προσωπική γνώση του τελικού περιεχομένου της καταγραφής. Η άποψή τους ότι η λειτουργός παρέλειψε ορισμένα αντικείμενα αποτελεί εύλογη εξήγηση που διατύπωσαν με βάση την αντίληψή τους για τα γεγονότα. Δεν παύει, όμως, να είναι εκτίμηση και όχι άμεση διαπίστωση συγκεκριμένης παράλειψης. Η πιθανότητα να υπήρξε τέτοια παράλειψη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ούτε, όμως, μπορεί να μετατραπεί σε θετικό εύρημα αποκλειστικά επειδή αποτελεί την εξήγηση την οποία θεωρούν πιθανότερη οι σύζυγοι. Στο σημείο αυτό, η πραγματική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης διαδραματίζει ρόλο για την αξιολόγηση της ειλικρίνειας της εκδοχής της. Η αρχική επικοινωνία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων ήταν πραγματική και έγγραφη. Η Κατηγορουμένη δέχτηκε την επίσκεψη λειτουργού στην κατοικία της. Ορισμένα αντικείμενα εκτίθεντο σε εμφανή σημεία. Κατά τη διερεύνηση συνεργάστηκε με την Αστυνομία και αναγνώρισε την κατοχή τους. Ο σύζυγός της ανέφερε ήδη κατά την έρευνα ότι, εάν υπήρχαν αντικείμενα μη καταγεγραμμένα, επρόκειτο για λάθος. Τα περιστατικά αυτά ενισχύουν την αξιοπιστία της εκδοχής ότι οι σύζυγοι θεωρούσαν πως η προηγούμενη διοικητική διαδικασία είχε διευθετήσει την κατάσταση της συλλογής. Η αποδοχή, όμως, της ειλικρίνειας μιας πεποίθησης δεν μπορεί να εξομοιωθεί με αποδοχή της πραγματικής της ορθότητας. Δηλαδή, είναι δυνατόν ένα πρόσωπο να πιστεύει ειλικρινά ότι έχουν καταγραφεί όλα τα αντικείμενα, χωρίς πράγματι να έχουν καταγραφεί. Η δε ύπαρξη επίσημης συλλογής και η συνεργασία με το Τμήμα δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να υπήρχαν αντικείμενα που δεν είχαν τεθεί υπόψη της λειτουργού. Η μαρτυρία δεν επιτρέπει να αποδοθεί με βεβαιότητα η ελλιπής εικόνα του αρχείου είτε σε παράλειψη της λειτουργού είτε σε παράλειψη της Κατηγορουμένης. Η διαφοροποίηση της αξιοπιστίας ως προς τα νομίσματα δεν αλλοιώνει αυτή τη συνολική εκτίμηση για την παλαιότερη συλλογή. Ωστόσο, δεν επιτρέπει να επεκταθεί ανεπιφύλακτα η αξιοπιστία της γενικής εκδοχής περί κατοχής των αντικειμένων από τη δεκαετία του 1980 και στα συγκεκριμένα νομίσματα.
Ευρήματα
Από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας, προφορικής και έγγραφης, καθώς και από τα γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα: Η Κατηγορουμένη (με αναφορά στον ουσιώδη χρόνο) διαμένει στη Λεμεσό, στην οικογενειακή κατοικία της, μαζί με τον σύζυγό της, ΜΥ2, και τον υιό τους. Έχει σπουδάσει στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διατηρεί από νεαρή ηλικία ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις αρχαιότητες. Στην κατοικία της, φυλάσσονταν, επί σειρά ετών, αρχαία αντικείμενα, τα οποία αποτελούσαν μέρος της προσωπικής της συλλογής. Η συγκρότηση της συλλογής άρχισε αρκετά χρόνια πριν από το 1996. Μέρος των αντικειμένων περιήλθε στην κατοχή της Κατηγορουμένης κατά τη δεκαετία του 1980 από συγγενικά της πρόσωπα. Ειδικότερα, θείοι της, με τους οποίους διατηρούσε στενές οικογενειακές σχέσεις, φιλοξενήθηκαν στην κατοικία της κατά την ανακαίνιση της δικής τους οικίας, μεταφέροντας μαζί τους διάφορα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και αρχαιότητες. Όταν αποχώρησαν, της παραχώρησαν ορισμένα από αυτά. Στη συλλογή, περιλαμβάνονταν, επίσης, αντικείμενα που είχαν προέλθει από την πεθερά της, καθώς και ορισμένα που είχαν αποκτηθεί παλαιότερα από τον σύζυγό της από το Μουσείο στη Λευκωσία. Η Κατηγορουμένη είχε ακόμη εντοπίσει κατά το παρελθόν παλαιά αγγεία στο πατρικό της στον Πωμό. Η ακριβής προέλευση κάθε επιμέρους αντικειμένου της συλλογής δεν εξακριβώθηκε. Ούτε κατέστη δυνατή η εξατομικευμένη αντιστοίχιση όλων των αντικειμένων που αποτελούν τεκμήρια της υπόθεσης με τις προαναφερόμενες πηγές απόκτησης. Η γενικότερη, όμως, παρουσία αρχαιοτήτων στην οικογενειακή κατοικία ανάγεται σε χρόνο αρκετά προγενέστερο της αστυνομικής διερεύνησης.
Στις 31.7.1996, ο σύζυγος της Κατηγορουμένης, ενεργώντας ως δικηγόρος, απέστειλε προς τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων επιστολή με τίτλο «Παραχώρηση άδειας κατοχής αρχαιοτήτων σύμφωνα με τον Ν.4(Ι)/1996 στην Κ.Μ.». Η επιστολή παραλήφθηκε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων στις 6.8.1996, όπως προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα παραλαβής του Τ29. Στην επιστολή, αναφερόταν ότι η Κατηγορουμένη κατείχε αρχαιότητες, για τις οποίες επισυνάπτονταν δώδεκα φωτογραφίες που απεικόνιζαν δεκαεννέα αντικείμενα. Γινόταν επιπλέον αναφορά σε ένα λυχνίο και δύο μικρού μεγέθους μυροδοχεία, τα οποία δεν απεικονίζονταν στις φωτογραφίες. Περιλαμβανόταν, επίσης, αναφορά σε παλαιότερες αγορές αντικειμένων από το Μουσείο. Η επιστολή αποτελούσε πραγματική και επίσημη επικοινωνία της οικογένειας με το Τμήμα Αρχαιοτήτων, με σκοπό την εξασφάλιση άδειας κατοχής των αρχαιοτήτων της Κατηγορουμένης. Το περιεχόμενό της προσδιόριζε συγκεκριμένα αντικείμενα. Δεν αποδείχτηκε ότι τα αντικείμενα αυτά εξαντλούσαν το σύνολο όσων βρίσκονταν τότε στην κατοικία. Μετά την υποβολή της επιστολής, η υπόθεση παρέμεινε σε εκκρεμότητα για αρκετά χρόνια. Στο Τ29 υπάρχει χειρόγραφη σημείωση «Καταγράφηκε 21/4/2003 Ε.Μ.».
Κατά το 2003 πραγματοποιήθηκε επίσκεψη αρχαιολογικής λειτουργού στην κατοικία της Κατηγορουμένης, με σκοπό την επιτόπια εξέταση και καταγραφή των αρχαιοτήτων που φυλάσσονταν εκεί. Κατά την επίσκεψη, η λειτουργός επιθεώρησε αντικείμενα της συλλογής και προέβη σε εργασία καταγραφής. Η Κατηγορουμένη βρισκόταν στην κατοικία, χωρίς να παρακολουθεί αδιάλειπτα όλες τις ενέργειες της λειτουργού. Την ακολουθούσε κατά διαστήματα στους χώρους του σπιτιού. Η εργασία πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες χρονικής πίεσης, καθώς η λειτουργός είχε και άλλες επισκέψεις να διεκπεραιώσει. Η Κατηγορουμένη και ο σύζυγός της είχαν την εντύπωση ότι η επιτόπια διαδικασία αποσκοπούσε στην καταγραφή της συλλογής της ως συνόλου. Δεν διατηρούσαν δικό τους αναλυτικό κατάλογο των αρχαιοτήτων, ενώ δεν τους παραδόθηκε έγγραφο που να κατονομάζει ξεχωριστά όσα αντικείμενα καταγράφηκαν ή όσα, ενδεχομένως, δεν περιλήφθηκαν στην καταγραφή. Ο σύζυγος της Κατηγορουμένης επικοινώνησε κατά διαστήματα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων για την εξέλιξη της υπόθεσης. Δεν εξακριβώθηκαν οι ημερομηνίες των επικοινωνιών, τα πρόσωπα με τα οποία συνομίλησε ή το ακριβές περιεχόμενο των απαντήσεων που έλαβε. Δεν προέκυψε παραλαβή εγγράφου άδειας που να προσδιορίζει αναλυτικά το σύνολο των αντικειμένων της συλλογής. Μετά την επιτόπια καταγραφή, η Κατηγορουμένη εξακολούθησε να διατηρεί στην κατοικία της τα αντικείμενα της συλλογής, με την πεποίθηση ότι η διαδικασία που είχε ακολουθηθεί με το Τμήμα Αρχαιοτήτων είχε καλύψει τις αρχαιότητες που κατείχε. Δεν γνώριζε ποια ακριβώς αντικείμενα περιλαμβάνονταν στο τελικό υπηρεσιακό αρχείο και δεν είχε λάβει αναλυτική ενημέρωση για τυχόν αντικείμενα που παρέμεναν εκτός της καταγραφής. Δεν εξακριβώθηκε το πλήρες περιεχόμενο της εργασίας που πραγματοποίησε η λειτουργός το 2003. Δεν παρουσιάστηκε το πρωτογενές αποτέλεσμα της επιτόπιας καταγραφής, ούτε μαρτυρία της ίδιας της λειτουργού που θα επέτρεπε τον προσδιορισμό όλων των αντικειμένων που εξετάστηκαν και καταγράφηκαν. Ειδικότερα, δεν εξακριβώθηκε εάν όλα τα αντικείμενα που αποτελούν σήμερα τεκμήρια της υπόθεσης βρίσκονταν στην κατοικία κατά την επίσκεψη του 2003, εάν είχαν υποδειχθεί στη λειτουργό ή εάν ορισμένα εξετάστηκαν χωρίς τελικώς να περιληφθούν στο υπηρεσιακό αρχείο. Δεν διαπιστώθηκε συγκεκριμένη παράλειψη καταγραφής αποδιδόμενη στη λειτουργό, ούτε συγκεκριμένη απόκρυψη αντικειμένου από την Κατηγορουμένη κατά την επιτόπια διαδικασία.
Στις 9.1.2020, ο υιός της Κατηγορουμένης μετέφερε στο ΤΑΕ Λεμεσού δύο χάρτινα κιβώτια με αρχαία αντικείμενα, τα οποία είχε παραλάβει από τον πάνω όροφο της οικογενειακής κατοικίας. Προέβη σε καταγγελία, υποστηρίζοντας ότι μέρος των αρχαιοτήτων που φυλάσσονταν στην κατοικία δεν ήταν δηλωμένο. Ο ίδιος γνώριζε την παρουσία αρχαιοτήτων στην οικογενειακή κατοικία από την παιδική του ηλικία. Δεν είχε, όμως, ακριβή γνώση του περιεχομένου της προηγούμενης καταγραφής. Στο πλαίσιο της διερεύνησης, κλήθηκε η ΜΚ5 Έλενα Στυλιανού, αρχαιολογική λειτουργός του Τμήματος Αρχαιοτήτων, η οποία εξέτασε τα αντικείμενα που είχαν μεταφερθεί στην Αστυνομία. Από τον έλεγχο, προέκυψε ότι δεκατρία αντικείμενα ανήκαν στην επίσημη συλλογή της Κατηγορουμένης. Τα αντικείμενα αυτά παραδόθηκαν στον σύζυγό της, όπως καταγράφεται και στο Τ7. Για άλλα είκοσι αντικείμενα, η ΜΚ5 διαπίστωσε, κατά τον υπηρεσιακό έλεγχο που πραγματοποίησε, ότι δεν εμφανίζονταν ως μέρος της επίσημα καταγεγραμμένης συλλογής. Επρόκειτο για αγγεία, μυροδοχεία, φιάλες, νομίσματα και άλλα αντικείμενα ή αποσπάσματα αντικειμένων διαφόρων αρχαιολογικών περιόδων. Κατά την ίδια ημέρα, η Αστυνομία διενήργησε έρευνα στην οικογενειακή κατοικία, με τη συγκατάθεση του συζύγου της Κατηγορουμένης και στην παρουσία του. Στην έρευνα, συμμετείχαν η ΜΚ4 και η αρχαιολόγος ΜΚ5. Κατά την έρευνα, εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν, καθ' υπόδειξη της αρχαιολόγου, μία επιτύμβια στήλη στη μπροστινή βεράντα, μία οινοχόη της Εποχής του Χαλκού στο σαλόνι και θραύσματα αγγείων στην ταράτσα της κατοικίας. Η επιτύμβια στήλη ήταν τοποθετημένη σε εμφανές σημείο της μπροστινής βεράντας. Λόγω του όγκου και του βάρους της, δεν μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο και απεικονίζεται στη φωτογραφική μαρτυρία. Η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι η στήλη είχε περιέλθει στην κατοχή της κατά τη δεκαετία του 1980 και ότι βρισκόταν στην κατοικία κατά την επιτόπια καταγραφή του 2003. Δεν εξακριβώθηκε ανεξάρτητα η ακριβής θέση της κατά την επίσκεψη εκείνη ή εάν είχε πράγματι εξεταστεί από τη λειτουργό. Κατά την αστυνομική έρευνα, ο σύζυγος της Κατηγορουμένης ανέφερε ότι τα αντικείμενα ανήκαν στην επίσημη συλλογή της συζύγου του και ότι, εάν κάποια δεν είχαν καταγραφεί, αυτό οφειλόταν σε λάθος. Η Κατηγορουμένη δεν ήταν παρούσα κατά την έναρξη και διεξαγωγή της έρευνας. Προσήλθε στην κατοικία μετά από τηλεφωνική ειδοποίηση, συνεργάστηκε με την Αστυνομία και αναγνώρισε ότι τα αντικείμενα ήταν δικά της.
Στις 9.1.2020 ο ΜΚ1 φωτογράφησε, σύμφωνα με τις υποδείξεις που έλαβε, τα αντικείμενα που εξετάζονταν στο πλαίσιο της υπόθεσης. Οι φωτογραφίες περιλαμβάνονται στο Τ2. Η φωτογραφική δέσμη απεικονίζει τόσο αντικείμενα που διατηρήθηκαν ως τεκμήρια όσο και ορισμένα από τα δεκατρία που αναγνωρίστηκαν ως μέρος της επίσημης συλλογής και επιστράφηκαν. Στις 11.1.2020 η Κατηγορουμένη έδωσε ανακριτική κατάθεση, Τ4. Από το αρχικό αυτό στάδιο, αναφέρθηκε στην επιστολή του 1996, στην επιτόπια επίσκεψη λειτουργού του Τμήματος Αρχαιοτήτων και στην πεποίθησή της ότι τα αντικείμενα είχαν καταγραφεί. Η θέση της ότι ενδεχομένως είχαν παραλειφθεί ορισμένα αντικείμενα κατά την καταγραφή διατυπώθηκε ήδη κατά την αστυνομική διερεύνηση. Τα αντικείμενα που εξετάστηκαν από τη ΜΚ5 περιγράφονται στο Τ28, στο οποίο καταχωρίστηκαν εικοσιτέσσερα αντικείμενα ή επιμέρους ευρήματα, με αναφορά στον τύπο, στη χρονολογική τους περίοδο και στη φωτογραφική τους απεικόνιση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται κεραμικά αγγεία και αποσπάσματά τους, μυροδοχεία, φιάλες, νομίσματα, πήλινα και λίθινα αποσπάσματα, καθώς και τεμάχιο από σφραγισμένη λαβή αμφορέα. Τα κεραμικά, πήλινα και λίθινα αντικείμενα που η ΜΚ5 εξέτασε και περιέγραψε στο Τ28 παρουσιάζουν τα συγκεκριμένα μορφολογικά, κατασκευαστικά και διακοσμητικά χαρακτηριστικά των αρχαιολογικών περιόδων στις οποίες τα κατέταξε. Η χρονολόγησή τους εκτείνεται, αναλόγως του αντικειμένου, από την Εποχή του Χαλκού μέχρι την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο. Η ΜΚ5 εξέτασε, επίσης, τα νομίσματα, τα οποία απέδωσε σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, στηριζόμενη στα μορφολογικά χαρακτηριστικά τους, στο βάρος, στις παραστάσεις και στη σχετική βιβλιογραφία. Για ένα από αυτά, δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να αποτελεί ομοίωμα. Η συγκεκριμένη αμφιβολία παρέμεινε. Το Τ23 δεν είχε περιληφθεί στο Τ28. Η ΜΚ5 δεν το αναγνώρισε ως αντικείμενο που είχε προηγουμένως εξετάσει και ανέφερε ότι το είδε για πρώτη φορά κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατά τη διερεύνηση, η Κατηγορουμένη υποστήριξε ότι δεν είχε αποκτήσει αρχαία αντικείμενα μετά το 1996. Κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο διαφοροποίησε τη θέση της ως προς τα νομίσματα, αναφέροντας ότι τα είχε αποκτήσει μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας eBay. Προσκόμισε το Τ30, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22.2.2013, στο οποίο περιλαμβάνονται τέσσερις καταχωρίσεις νομισμάτων για τα οποία υπήρχε συμμετοχή σε διαδικασία υποβολής προσφορών. Το έγγραφο δεν αποτυπώνει ολοκληρωμένες αγορές, πληρωμές ή παράδοση των συγκεκριμένων νομισμάτων. Δεν εξακριβώθηκε η ταυτότητα των αντικειμένων που αναφέρονται στο Τ30 με τα νομίσματα της παρούσας υπόθεσης. Η προέλευση και ο ακριβής χρόνος απόκτησης των τελευταίων δεν διαπιστώθηκαν.
Κατά τον έλεγχο του Τμήματος Αρχαιοτήτων, το 2020 υπήρχε καταχωρισμένη επίσημη συλλογή της Κατηγορουμένης, από την οποία αναγνωρίστηκαν τα δεκατρία αντικείμενα που επιστράφηκαν. Τα υπόλοιπα αντικείμενα τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της αστυνομικής διερεύνησης δεν εμφανίζονταν, σύμφωνα με τον έλεγχο της ΜΚ5, στα στοιχεία της επίσημης συλλογής που είχαν τεθεί υπόψη της. Η ΜΚ5 δεν είχε προσωπική συμμετοχή στην επιτόπια καταγραφή του 2003. Δεν γνώριζε ποια ακριβώς αντικείμενα είχαν υποδειχτεί στην τότε λειτουργό, τι είχε καταγραφεί κατά την επίσκεψη ή ποιες πληροφορίες είχαν δοθεί στην Κατηγορουμένη και στον σύζυγό της. Δεν διέθετε επίσης γνώση του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο τα επίδικα αντικείμενα είχαν περιέλθει στην κατοχή της Κατηγορουμένης. Κατά την περίοδο που ακολούθησε την καταγραφή και μέχρι την αστυνομική διερεύνηση, τα αντικείμενα παρέμειναν στην οικογενειακή κατοικία, σε διάφορους χώρους της. Ορισμένα εκτίθεντο σε εμφανή σημεία, ενώ άλλα φυλάσσονταν σε κιβώτια. Δεν προέκυψε συγκεκριμένο περιστατικό απόκρυψης αντικειμένων από λειτουργούς του Τμήματος Αρχαιοτήτων κατά την προηγούμενη επιτόπια καταγραφή. Η Κατηγορουμένη θεωρούσε ότι η κατοχή της συλλογής της είχε διευθετηθεί μετά την επικοινωνία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων και την επιτόπια καταγραφή. Η πεποίθηση αυτή παρέμεινε μέχρι την αστυνομική διερεύνηση, οπότε πληροφορήθηκε ότι ορισμένα αντικείμενα δεν εμφανίζονταν ως καταγεγραμμένα. Δεν εξακριβώθηκε εάν η μη εμφάνιση των συγκεκριμένων αντικειμένων στην καταγεγραμμένη συλλογή οφειλόταν στο ότι δεν είχαν υποδειχτεί κατά την επιτόπια επίσκεψη, στο ότι είχαν παραλειφθεί κατά την καταγραφή ή στο ότι περιήλθαν στην κατοχή της Κατηγορουμένης μεταγενέστερα. Ειδικά για τα νομίσματα, δεν εξακριβώθηκε ο χρόνος και ο τρόπος απόκτησής τους.
Νομικές πτυχές
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[4]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[5]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[6]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[7].
Η αναφορά της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη σε παράλειψη υποβολής καταλόγου καθιστά αναγκαία τη διευκρίνιση της ακριβούς φύσης του αποδιδόμενου αδικήματος. Αυτό γιατί και στην αγόρευσή της, η πλευρά της Υπεράσπισης, προσεγγίζει το αδίκημα ιστορικά, με διαφορετικό, βεβαίως, τρόπο από αυτόν που το Δικαστήριο έχει υπόψη του, χωρίς η διαφορετικότητα στην προσέγγιση να σημαίνει οτιδήποτε ως προς το αποτέλεσμα της τελικής εξέτασης. Η εκκίνηση της επεξήγησης ας είναι από το ότι το άρθρο 33 § 3 δεν τιμωρεί την παράλειψη του σημερινού κατόχου να υποβάλει κατάλογο αρχαιοτήτων. Ποινικοποιεί την κατοχή αρχαιότητας η οποία δεν έχει περιληφθεί σε οποιονδήποτε κατάλογο υποβληθέντα σύμφωνα με το άρθρο 33, εκτός εάν ο κάτοχος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι την απέκτησε νόμιμα, κατά τους όρους του Νόμου. Η ποινική ευθύνη συνδέεται με την κατοχή μη καταχωρισμένης αρχαιότητας και όχι με την προσωπική παράλειψη εκπλήρωσης μιας διοικητικής υποχρέωσης που προβλέφθηκε για συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Η διατύπωση αυτή επιβάλλει την εξέταση της νομοθετικής εξέλιξης του Κεφ. 31, ιδίως επειδή η αρχική διαδικασία υποβολής καταλόγων αντικαταστάθηκε, ως δυνατότητα μεταγενέστερης συμμόρφωσης, από διαφορετικές ρυθμίσεις δήλωσης και αδειοδότησης. Πρέπει, συναφώς, να προσδιοριστεί εάν οι μεταβολές αυτές επηρέασαν την ισχύ του άρθρου 33 § 3 και υπό ποιες προϋποθέσεις η κατοχή αρχαιοτήτων παραμένει ποινικά επιλήψιμη.
Η πρώτη συστηματική περί αρχαιοτήτων νομοθεσία της βρετανικής διοίκησης θεσπίστηκε το 1905. Απέβλεπε στην προστασία των αρχαίων μνημείων και κινητών αρχαιοτήτων, στη ρύθμιση των ανασκαφών και στον έλεγχο της διακίνησης αρχαιολογικών αντικειμένων. Η νομοθεσία εκείνη δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις παράνομες ανασκαφές και τη μεταφορά αρχαιοτήτων εκτός Κύπρου. Το 1927 επήλθαν ουσιώδεις τροποποιήσεις, κυρίως ως προς την εξαγωγή αρχαιοτήτων και τη διάθεση των ανασκαφικών ευρημάτων. Ο βασικός Νόμος, δηλαδή το Κεφ. 31, τέθηκε σε ισχύ στις 31.12.1935, καταργώντας την προγενέστερη περί αρχαιοτήτων νομοθεσία των ετών 1905 έως 1928. Η θέσπισή του συνέπεσε με την ίδρυση του Τμήματος Αρχαιοτήτων και την οργάνωση ενός συστηματικότερου καθεστώτος κρατικής εποπτείας της αρχαιολογικής κληρονομιάς. Ο Νόμος ρύθμισε την κυριότητα, την ανακάλυψη, την ανασκαφή, την κατοχή, τη διάθεση και την εξαγωγή αρχαιοτήτων, καθιερώνοντας ειδικές διοικητικές υποχρεώσεις και ποινικές κυρώσεις.
Η ιδιωτική κατοχή αρχαιοτήτων αποτελούσε μία ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα στην Κύπρο. Ο νομοθέτης δεν περιορίστηκε στην απαγόρευση της παράνομης απόκτησης νέων αντικειμένων, αλλά θέσπισε διαδικασία απογραφής όσων βρίσκονταν στην κατοχή ιδιωτών κατά την έναρξη ισχύος του Νόμου. Για τον σκοπό αυτό, το άρθρο 33 § 1, στην αρχική του μορφή, προέβλεπε τετράμηνη προθεσμία, εντός της οποίας οι κάτοχοι όφειλαν να εφοδιάσουν τον Διευθυντή με κατάλογο των αρχαιοτήτων τους. Η υποβολή του καταλόγου είχε ευρύτερες συνέπειες από την απλή γνωστοποίηση της ύπαρξης αντικειμένων. Το άρθρο 33 § 2 συνέδεσε την καταχώριση με προστασία έναντι κρατικών αξιώσεων και ποινικών διαδικασιών, υπό τις προϋποθέσεις του, ακόμη και όταν η προηγούμενη απόκτηση παρουσίαζε ορισμένες πλημμέλειες. Η ρύθμιση αποσκοπούσε στην καταγραφή της υφιστάμενης ιδιωτικής κατοχής και στη διευθέτηση της νομικής κατάστασης αρχαιοτήτων που δεν είχαν υπαχθεί στο προγενέστερο σύστημα ελέγχου.
Το Κεφ. 31 διατηρήθηκε μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τροποποιήθηκε διαδοχικά με διάφορους νόμους, που δεν αφορούσαν όλοι το καθεστώς ιδιωτικής κατοχής. Για την ερμηνεία του άρθρου 33 § 3, αποφασιστικές είναι οι νομοθετικές παρεμβάσεις του 1964, του 1973, του 1996 και του 2014. Με τον Ν. 48/1964 τροποποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο ορισμός της αρχαιότητας στο άρθρο 2 και το άρθρο 33 § 4, στο οποίο προστέθηκε ρητή ποινική κύρωση για παράβαση των υποχρεώσεων γνωστοποίησης διάθεσης καταχωρισμένης αρχαιότητας ή για εν γνώσει ψευδή περιγραφή της. Ο Ν. 32/1973 επέφερε ουσιαστικότερες μεταβολές στο άρθρο 33. Αντικατέστησε την αρχική τετράμηνη προθεσμία υποβολής καταλόγων με εξάμηνη περίοδο, από την 1.7.1973, και αναδιατύπωσε την παράγραφο (2), διευρύνοντας τη ρύθμιση των συνεπειών της καταχώρισης. Τροποποίησε, επίσης, τη χρονική αναφορά της παραγράφου (3), προσάρμοσε τις ποινικές κυρώσεις της παραγράφου (4) και προσέθεσε την παράγραφο (5), που ρυθμίζει τη δυνατότητα παράδοσης νόμιμα κατεχόμενης αρχαιότητας για τις ανάγκες του Κυπριακού Μουσείου ή συνέχισης της φύλαξής της από τον κάτοχο υπό όρους. Η νομοθετική παρέμβαση του 1973 δεν κατήργησε την αρχική λογική της καταγραφής. Παρείχε νέα χρονική δυνατότητα υπαγωγής αρχαιοτήτων στο καθεστώς των καταλόγων, διατηρώντας την ποινική συνέπεια της κατοχής αντικειμένων που παρέμεναν εκτός καταχώρισης.
Η επόμενη ουσιώδης μεταβολή επήλθε με τον Ν. 4(Ι)/1996. Ο νομοθέτης εισήγαγε δύο αυτοτελείς μηχανισμούς, την έκδοση εφάπαξ άδειας κατοχής νόμιμα κατεχόμενης αρχαιότητας, με την προσθήκη του άρθρου 33 § 6, και τη δυνατότητα δήλωσης μη καταχωρισμένων αρχαιοτήτων, με το νέο άρθρο 33Α. Με τον ίδιο Νόμο επεκτάθηκε και η υποχρέωση γνωστοποίησης της διάθεσης καταχωρισμένης αρχαιότητας, ώστε να αφορά τόσο τον διαθέτη όσο και τον λήπτη. Η τελευταία τροποποίηση του άρθρου 33, πριν από τον χρόνο της κατηγορίας, πραγματοποιήθηκε με τον Ν. 200(Ι)/2014. Αφορούσε τις ποινικές κυρώσεις των παραγράφων (2), (3) και (4). Ειδικότερα, για το αδίκημα της παραγράφου (3) καθορίστηκε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €15.000, ενώ διατηρήθηκε η νομοθετική πρόβλεψη περί δήμευσης της αρχαιότητας. Δεν μεταβλήθηκαν τα ουσιαστικά στοιχεία της απαγορευμένης κατοχής.
Από τη νομοθετική αυτή πορεία προκύπτει ότι η κατοχή αρχαιοτήτων ρυθμίστηκε σε διαφορετικές περιόδους μέσω καταχώρισης, γνωστοποίησης, δήλωσης και αδειοδότησης. Ο τρόπος με τον οποίον ο κάτοχος μπορούσε να συμμορφωθεί με τη νομοθεσία μεταβλήθηκε. Η ποινική διάταξη του άρθρου 33 § 3, όμως, εξακολούθησε να ισχύει, με τις μεταγενέστερες εξαιρέσεις που ο ίδιος ο νομοθέτης προέβλεψε.
Σύμφωνα με το ισχύον άρθρο 33 § 1:
«Κάθε πρόσωπο το οποίο κατέχει αρχαιότητες κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου αυτού εντός περιόδου έξι μηνών από της 1ης Ιουλίου 1973, θα εφοδιάζει το Διευθυντή με κατάλογο που περιγράφει τέτοιες αρχαιότητες.»
Η παράγραφος (3) προβλέπει:
«Μετά την πάροδο της χρονικής περιόδου των έξι μηνών όπως αναφέρθηκε πιο πάνω οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε αρχαιότητα η οποία δεν έχει περιληφθεί σε οποιοδήποτε κατάλογο που παρασχέθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού, εκτός αν αυτό ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει αποκτήσει αυτή νόμιμα δυνάμει των όρων του Νόμου αυτού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000) και οποιαδήποτε αρχαιότητα αναφορικά με την οποία έχει διαπραχτεί το ποινικό αδίκημα θα δημεύεται.»
Το γράμμα των διατάξεων επιτρέπει σαφή προσδιορισμό της μεταξύ τους σχέσης. Η παράγραφος (1) απευθυνόταν στα πρόσωπα που κατείχαν αρχαιότητες κατά την ιστορική περίοδο την οποία κάλυπτε. Η υποχρέωση υποβολής καταλόγου ήταν συνδεδεμένη με ορισμένη προθεσμία και έχει εξαντληθεί χρονικά. Δεν υφίσταται σήμερα υποχρέωση υποβολής του ίδιου ιστορικού καταλόγου, ούτε παρέχεται, βάσει του εδαφίου αυτού, δυνατότητα νέας υποβολής με τις έννομες συνέπειες που ο νομοθέτης απέδωσε στην εμπρόθεσμη καταχώριση. Η παράγραφος (3) έχει διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν ορίζει ότι είναι ένοχο αδικήματος το πρόσωπο που παρέλειψε να υποβάλει κατάλογο. Αναφέρεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει στην κατοχή του αρχαιότητα η οποία δεν περιλήφθηκε σε οποιονδήποτε κατάλογο που παρασχέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 33. Η ποινική απαγόρευση αφορά την ίδια την κατάσταση της κατοχής μη καταχωρισμένης αρχαιότητας, όχι την προηγούμενη συμπεριφορά συγκεκριμένου προσώπου αναφορικά με την υποβολή καταλόγου. Ο κάτοχος μπορεί να είναι διαφορετικός από εκείνον που υπείχε την αρχική υποχρέωση καταγραφής. Μπορεί να απέκτησε το αντικείμενο μεταγενέστερα, χωρίς να είχε οποιαδήποτε δυνατότητα προσωπικής συμμόρφωσης κατά την ιστορική προθεσμία. Η χρονική αυτή απόσταση δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 33 § 3. Το ζήτημα είναι εάν η αρχαιότητα περιλήφθηκε σε οποιονδήποτε κατάλογο που υποβλήθηκε νόμιμα δυνάμει του άρθρου 33, ανεξαρτήτως του προσώπου που προέβη στην καταχώριση. Δεν απαιτείται, δηλαδή, να αποδειχτεί ότι ο σημερινός κάτοχος παρέλειψε ο ίδιος να δηλώσει την αρχαιότητα το 1935 ή το 1973. Απαιτείται να αποδειχθεί ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο δεν είχε περιληφθεί σε οποιονδήποτε σχετικό κατάλογο.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε στη Zavos v. The Police (1963) 1 C.L.R. 57. Στην υπόθεση εκείνη ο εφεσιβάλλων είχε καταδικαστεί για κατοχή 460 αρχαιοτήτων που δεν περιλαμβάνονταν σε κατάλογο υποβληθέντα στον Διευθυντή. Πρόβαλε ότι δεν μπορούσε να υπέχει ποινική ευθύνη, επειδή δεν ήταν το πρόσωπο που είχε την αρχική υποχρέωση υποβολής καταλόγου. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό. Έκρινε ότι η εφαρμογή του άρθρου 33 § 3 δεν εξαρτάται από το εάν ο κατηγορούμενος υπήρξε ο ίδιος υπόχρεος της αρχικής καταγραφής. Αρκεί η κατοχή αρχαιότητας που δεν περιλαμβάνεται σε οποιονδήποτε κατάλογο του άρθρου 33, υπό την επιφύλαξη της προβλεπόμενης εξαίρεσης της νόμιμης κτήσης. Η απόφαση παρέχει άμεση νομολογιακή απάντηση ως προς τη φύση του αδικήματος. Η μεταγενέστερη τροποποίηση της ιστορικής προθεσμίας, το 1973, δεν μετέβαλε τη συγκεκριμένη νομοθετική προϋπόθεση. Επομένως, η μη υποβολή καταλόγου από τον ίδιο τον σημερινό κάτοχο δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του άρθρου 33 § 3. Αποτελεί αναγκαίο στοιχείο η μη συμπερίληψη της αρχαιότητας σε οποιονδήποτε από τους καταλόγους που προβλέφθηκαν από τη σχετική νομοθεσία. Ούτε, όμως, αρκεί να χαρακτηριστεί το αντικείμενο ως «αδήλωτο», χωρίς να προσδιορίζεται η νομική έννοια του χαρακτηρισμού αυτού. Για τους σκοπούς του άρθρου 33 § 3, ενδιαφέρει η μη καταχώριση σε κατάλογο του άρθρου 33. Εάν η αρχαιότητα δηλώθηκε μεταγενέστερα σύμφωνα με το άρθρο 33Α, πρέπει να εξεταστεί η ειδική απαλλαγή από την ποινική ευθύνη που προβλέπει η τελευταία διάταξη. Η απουσία από τους ιστορικούς καταλόγους δεν επιτρέπει να παραγνωριστεί μια τέτοια δήλωση.
Ειδικότερα, η φύση της υποβολής καταλόγου αποσαφηνίζεται περαιτέρω από το άρθρο 33 § 2. Η διάταξη αυτή προβλέπει, υπό τις προϋποθέσεις της, ότι η Δημοκρατία δεν διατηρεί αξίωση επί αρχαιότητας που περιλήφθηκε σε σχετικό κατάλογο και ότι δεν προχωρεί ποινική δίωξη ή διαδικασία αναφορικά με αυτήν, ακόμη και όταν δεν είχε καταχωριστεί προηγουμένως ή είχε αποκτηθεί κατά παράβαση ορισμένων προγενέστερων ρυθμίσεων. Η προστασία εκτείνεται, σύμφωνα με το λεκτικό της, και στους γενικούς ή ειδικούς διαδόχους του κατόχου. Η καταχώριση, επομένως, δεν συνιστούσε απλή διοικητική απογραφή. Αποτελούσε νομοθετικά προβλεπόμενο τρόπο διευθέτησης της κατοχής ήδη υφιστάμενων αρχαιοτήτων, στον οποίον είχαν αποδοθεί συγκεκριμένες συνέπειες. Αυτό εξηγεί γιατί το άρθρο 33 § 3 αναφέρεται σε οποιονδήποτε κατάλογο και όχι αποκλειστικά σε εκείνον που θα μπορούσε να έχει υποβάλει ο σημερινός κάτοχος. Εάν μια αρχαιότητα είχε περιληφθεί σε κατάλογο προηγούμενου κατόχου, δεν καθίσταται μη καταχωρισμένη απλώς επειδή μεταγενέστερα περιήλθε σε άλλο πρόσωπο. Το άρθρο 33 § 4 συμπληρώνει τον σχετικό μηχανισμό. Επιβάλλει τόσο στον διαθέτη όσο και στον λήπτη καταχωρισμένης αρχαιότητας υποχρέωση γνωστοποίησης της διάθεσης στον Διευθυντή εντός δεκατεσσάρων ημερών. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής αποτελεί χωριστό αδίκημα. Η ύπαρξη της ειδικής αυτής πρόβλεψης επιβεβαιώνει ότι η αρχική καταχώριση και η μεταγενέστερη γνωστοποίηση διάθεσης αποτελούν διαφορετικές νομοθετικές υποχρεώσεις. Δεν επιτρέπεται η παράλειψη μιας μεταγενέστερης γνωστοποίησης να εξομοιώνεται, χωρίς νομοθετικό έρεισμα, με το γεγονός ότι η αρχαιότητα ουδέποτε είχε περιληφθεί σε κατάλογο.
Με τον Ν. 4(Ι)/1996, ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 9.2.1996, ο νομοθέτης επανήλθε στο ζήτημα της ιδιωτικής κατοχής αρχαιοτήτων. Το άρθρο 13 του τροποποιητικού Νόμου προσέθεσε στο άρθρο 33 την παράγραφο (6), που προβλέπει:
«Ο Διευθυντής εκδίδει στον κάτοχο νόμιμα κατεχόμενης αρχαιότητας, άδεια εφάπαξ, σύμφωνα με τον καθορισμένο τύπο και αφού καταβληθούν τα καθορισμένα δικαιώματα.»
Το άρθρο 14 εισήγαγε το νέο άρθρο 33Α, σύμφωνα με την παράγραφο (1) του οποίου:
«Πρόσωπο το οποίο κατέχει αρχαιότητα που δεν περιλαμβάνεται σε κατάλογο που υποβλήθηκε στο Διευθυντή δυνάμει του άρθρου 33, δεν υπέχει ποινική ευθύνη αν εντός έξι μηνών από της έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου δηλώσει την κατεχόμενη αρχαιότητα στο Διευθυντή.»
Οι δύο ρυθμίσεις αφορούν διαφορετικές νομικές καταστάσεις. Το άρθρο 33 § 6 προβλέπει έκδοση εφάπαξ άδειας προς κάτοχο νόμιμα κατεχόμενης αρχαιότητας. Η νόμιμη κατοχή αποτελεί προϋπόθεση της έκδοσης άδειας. Δεν συνάγεται από το γράμμα του ότι κάθε υποβολή αίτησης συνεπάγεται νομιμοποίηση ή ότι η έναρξη της σχετικής διοικητικής διαδικασίας ισοδυναμεί, άνευ ετέρου, με την έκδοση της προβλεπόμενης άδειας. Το άρθρο 33Α απευθύνεται σε πρόσωπα που κατείχαν αρχαιότητες οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στους προηγούμενους καταλόγους. Παρείχε νέα εξάμηνη δυνατότητα δήλωσής τους, συνδέοντας την εμπρόθεσμη γνωστοποίηση με απαλλαγή από την ποινική ευθύνη. Ελλείψει διαφορετικής πρόβλεψης για την έναρξη ισχύος του Ν. 4(Ι)/1996, η εξάμηνη περίοδος υπολογίζεται από τη δημοσίευσή του στις 9.2.1996 και έληγε, κατ' αρχήν, στις 9.8.1996, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες υπολογισμού του χρόνου.
Ο νομοθέτης δεν απαίτησε, στο άρθρο 33Α, την υποβολή νέου καταλόγου με τον τύπο και τις συνέπειες της ιστορικής διαδικασίας του άρθρου 33 § 1. Χρησιμοποίησε τον όρο «δηλώσει», προβλέποντας απαλλαγή από ποινική ευθύνη λόγω της εμπρόθεσμης δήλωσης της κατεχόμενης αρχαιότητας. Η δήλωση αυτή δεν μετατρέπει το αντικείμενο σε αρχαιότητα καταχωρισμένη σε ιστορικό κατάλογο του άρθρου 33. Ούτε συνεπάγεται αναγκαστικά αναγνώριση κυριότητας, ή έκδοση της εφάπαξ άδειας του άρθρου 33 § 6. Παράγει, όμως, την έννομη συνέπεια που ο νομοθέτης όρισε ρητά, δηλαδή την απαλλαγή από ποινική ευθύνη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης. Η παράγραφος (2) του άρθρου 33Α διατηρεί τη δυνατότητα του Υπουργού να διατάξει την παράδοση δηλωθείσας αρχαιότητας, εφόσον αυτή κριθεί αναγκαία για τους σκοπούς του Κυπριακού Μουσείου, ή να επιτρέψει τη συνέχιση της φύλαξής της υπό όρους. Η νομοθετική απαλλαγή δεν καταργεί τη διοικητική εποπτεία. Η μεταγενέστερη ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατήργησε τη δυνατότητα ποινικής δίωξης για κατοχή μη καταχωρισμένων αρχαιοτήτων. Αντιθέτως, η ρητή αναφορά του άρθρου 33Α σε αντικείμενα που δεν είχαν περιληφθεί στους καταλόγους του άρθρου 33 φανερώνει ότι ο νομοθέτης αναγνώριζε τη συνεχιζόμενη εφαρμογή του προγενέστερου ποινικού καθεστώτος και θέλησε να θεσπίσει ειδική απαλλαγή για όσους συμμορφώνονταν προς τη νέα διαδικασία. Η απαλλαγή αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως γενική αναγνώριση της νομιμότητας οποιασδήποτε ιδιωτικής κατοχής. Αφορά τις αρχαιότητες που δηλώθηκαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 33Α και δεν εκτείνεται σε αντικείμενα που δεν καλύπτονταν από την εμπρόθεσμη γνωστοποίηση.
Η εισαγωγή του άρθρου 33Α επιβάλλει να εξεταστεί και αν ο μεταγενέστερος νομοθέτης κατήργησε, έστω σιωπηρά, την ποινική διάταξη του άρθρου 33 § 3. Η σιωπηρή κατάργηση αποτελεί αναγνωρισμένο κανόνα ερμηνείας των νομοθετημάτων. Δεν τεκμαίρεται, ωστόσο, από τη θέσπιση νεότερης διάταξης που αφορά το ίδιο ή συναφές αντικείμενο. Απαιτείται τέτοια ασυμβατότητα μεταξύ των δύο ρυθμίσεων, ώστε να μην είναι δυνατή η παράλληλη εφαρμογή τους. Οι σχετικές αρχές εκτέθηκαν, μεταξύ άλλων, στις Cyprus Cement Co. Ltd. v. Republic (1983) 3 C.L.R. 709 και Lefkatis and Others v. Republic (1985) 3 C.L.R. 1372. Η μεταγενέστερη νομοθετική πρόβλεψη μπορεί να εκτοπίσει την προηγούμενη, στο μέτρο που η εφαρμογή τους είναι ασυμβίβαστη. Όταν, όμως, είναι δυνατή η ερμηνεία τους κατά τρόπο που να διατηρεί το κανονιστικό περιεχόμενο αμφοτέρων, δεν συνάγεται σιωπηρή κατάργηση. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει τέτοια ασυμβατότητα. Το άρθρο 33 § 3 καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η κατοχή μη καταχωρισμένης αρχαιότητας αποτελεί ποινικό αδίκημα. Το άρθρο 33Α προβλέπει συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία δεν γεννάται η προβλεπόμενη ποινική ευθύνη, παρά την απουσία της αρχαιότητας από τους ιστορικούς καταλόγους. Η μία διάταξη καθορίζει το αξιόποινο και η άλλη εισάγει ειδική απαλλαγή. Δεν αλληλοαναιρούνται. Εάν γινόταν δεκτό ότι το άρθρο 33Α κατήργησε πλήρως το άρθρο 33 § 3, η θέσπιση εξάμηνης προθεσμίας και ρητής απαλλαγής από ποινική ευθύνη θα στερούνταν ουσιαστικού νομοθετικού αντικειμένου. Δεν θα υπήρχε λόγος να προβλεφθεί ειδική εξαίρεση από ποινική ευθύνη η οποία θα είχε ήδη παύσει να υφίσταται. Ούτε η προσθήκη του άρθρου 33 § 6 οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Η πρόβλεψη έκδοσης άδειας νόμιμης κατοχής δεν καταργεί την ποινική απαγόρευση της κατοχής αρχαιότητας που δεν καλύπτεται από τη νομοθεσία. Ρυθμίζει τη διοικητική αναγνώριση της νόμιμης κατοχής, χωρίς να μεταβάλλει, από μόνη της, τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 33 § 3. Επομένως, το άρθρο 33 § 3 εξακολούθησε να ισχύει μετά το 1996. Η εφαρμογή του υπόκειται, πλέον, και στη νομοθετική απαλλαγή του άρθρου 33Α.
Η εξάντληση της ιστορικής προθεσμίας υποβολής καταλόγων δεν συνεπάγεται ότι η κατοχή μη καταχωρισμένων αρχαιοτήτων έπαυσε να είναι ποινικά επιλήψιμη. Εκείνο που έπαυσε να υφίσταται ήταν η δυνατότητα εκπλήρωσης της αρχικής υποχρέωσης μέσω εμπρόθεσμης υποβολής του καταλόγου του άρθρου 33 § 1. Δεν έπαυσε να ισχύει η διαφορετική ποινική απαγόρευση της παραγράφου (3). Αντίστοιχα, η εξάμηνη δυνατότητα δήλωσης του άρθρου 33Α δεν αποτελεί διαρκώς ανοικτή διαδικασία απαλλαγής από ποινική ευθύνη. Ο νομοθέτης επέλεξε να την περιορίσει χρονικά. Η απλή μεταγενέστερη υποβολή δήλωσης, εκτός της προβλεπόμενης περιόδου, δεν παράγει αυτοδικαίως την ειδική απαλλακτική συνέπεια του άρθρου 33Α. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σημερινή κατοχή αρχαιότητας που δεν περιλαμβάνεται σε ιστορικό κατάλογο είναι, άνευ ετέρου, παράνομη. Το άρθρο 33 § 3 προβλέπει ρητά τη δυνατότητα απόδειξης νόμιμης κτήσης κατά τους όρους του Νόμου. Περαιτέρω, η κατοχή μπορεί να συνδέεται με προηγούμενη έγκυρη καταχώριση, με νόμιμη μεταβίβαση, με εφαρμοστέα διοικητική άδεια ή με την απαλλαγή που επήλθε μέσω εμπρόθεσμης δήλωσης κατά το άρθρο 33Α. Δεν αρκεί, όμως, η ύπαρξη μιας ανεπίσημης ή μεταγενέστερης γνωστοποίησης για να θεωρηθεί ότι η κατοχή έχει νομιμοποιηθεί, ανεξαρτήτως των απαιτήσεων της συγκεκριμένης νομοθετικής διαδικασίας. Η γνωστοποίηση προς το Τμήμα Αρχαιοτήτων και η έκδοση άδειας αποτελούν διαφορετικές νομικές ενέργειες. Επίσης, η μεταγενέστερη διοικητική γνώση της ύπαρξης αντικειμένου δεν συνιστά, δίχως άλλο, καταχώριση κατά το άρθρο 33 ή εμπρόθεσμη δήλωση κατά το άρθρο 33Α. Κατά συνέπεια, η μεταβολή του τρόπου με τον οποίο μπορούσε ένας κάτοχος να συμμορφωθεί προς τις διαδοχικές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν ανέτρεψε την ισχύ του άρθρου 33 § 3. Άρα, η κατοχή αρχαιότητας που δεν περιλαμβάνεται σε οποιονδήποτε κατάλογο του άρθρου 33 εξακολουθεί να εμπίπτει στο αντικειμενικό πεδίο της ποινικής διάταξης. Η ποινική ευθύνη, όμως, προϋποθέτει απόδειξη όλων των συστατικών της στοιχείων και αποκλείεται όταν συντρέχει η ειδική απαλλαγή του άρθρου 33Α ή εφαρμόζεται η εξαίρεση της νόμιμης κτήσης. Ούτε η απουσία ιστορικού καταλόγου αρκεί αυτοτελώς για καταδίκη ούτε η επίκληση μεταγενέστερης διοικητικής διαδικασίας αρκεί, χωρίς εξέταση των προϋποθέσεών της, για απαλλαγή. Η ποινική ευθύνη κατά το άρθρο 33 § 3 προϋποθέτει την απόδειξη, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πρώτα απ’ όλα, ότι το επίδικο αντικείμενο αποτελεί «αρχαιότητα» σύμφωνα με το άρθρο 2, ότι βρισκόταν στην κατοχή της Κατηγορουμένης κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι δεν είχε περιληφθεί σε οποιονδήποτε κατάλογο υποβληθέντα σύμφωνα με το άρθρο 33.
Η ιδιότητα του αντικειμένου ως «αρχαιότητας» αποτελεί αυτοτελές συστατικό στοιχείο. Ο νομοθετικός χαρακτηρισμός δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την παλαιότητα ή την αρχαιολογική αξία του αντικειμένου. Απαιτείται η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 2, οι οποίες περιλαμβάνουν, κατά τον γενικό κανόνα, τη φύση του αντικειμένου ως έργου ανθρώπινης κατασκευής, το προβλεπόμενο χρονικό κριτήριο και το γεγονός ότι βρέθηκε, ανακαλύφτηκε ή ανασκάφηκε στην Κύπρο, περιλαμβανομένων των οικείων θαλάσσιων ζωνών. Ισχύει ειδική πρόβλεψη για ορισμένα έργα εκκλησιαστικής ή λαϊκής τέχνης μεγάλης αρχαιολογικής, καλλιτεχνικής ή ιστορικής σημασίας. Στη Zavou v. The Police (1971) 2 C.L.R. 172, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε καταδίκη για κατοχή παλαιών νομισμάτων τα οποία είχαν εισαχθεί στην Κύπρο από το εξωτερικό. Έκρινε ότι, υπό τον τότε ισχύοντα ορισμό, τα νομίσματα δεν ενέπιπταν στη νομοθετική έννοια της αρχαιότητας. Η απόφαση επιβεβαιώνει την ανάγκη αυστηρής ερμηνείας των ποινικών διατάξεων και πλήρους απόδειξης των πραγματικών προϋποθέσεων του νομοθετικού χαρακτηρισμού. Η μεταγενέστερη αναδιατύπωση του άρθρου 2 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Η απόφαση δεν επιτρέπει την εφαρμογή παλαιότερου ορισμού αντί του ισχύοντος, παραμένει όμως καθοδηγητική ως προς τη μεθοδολογία της εξέτασης. Η μαρτυρία κατάλληλα εξειδικευμένου προσώπου μπορεί να αποδεικνύει τη χρονολόγηση, την τυπολογία, την κατασκευαστική τεχνική και την αρχαιολογική προέλευση αντικειμένου. Ο τελικός νομικός χαρακτηρισμός ανήκει στο Δικαστήριο. Η επιστημονική εκτίμηση συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα αποδεικτικά δεδομένα και πρέπει να παρέχει επαρκές έρεισμα για την πλήρωση του νομοθετικού ορισμού. Όταν εξετάζονται περισσότερα αντικείμενα, η σχετική κρίση πρέπει να αφορά καθένα από αυτά, εκτός εάν η μαρτυρία επιτρέπει ασφαλές κοινό συμπέρασμα για ομάδα ομοιογενών αντικειμένων.
Η κατοχή, που είναι το δεύτερο συστατικό στοιχείο, δεν ταυτίζεται με την κυριότητα. Για τη θεμελίωσή της απαιτείται να αποδειχτεί πραγματικός σύνδεσμος της Κατηγορουμένης με το συγκεκριμένο αντικείμενο, από τον οποίο να προκύπτει ουσιαστική δυνατότητα εξουσίασης και ελέγχου. Η απλή ανεύρεση αντικειμένου σε χώρο που συνδέεται με συγκεκριμένο πρόσωπο δεν επαρκεί για την απόδοση κατοχής. Εξετάζονται οι συνθήκες φύλαξης, η πρόσβαση στον χώρο, η δυνατότητα διάθεσης ή μετακίνησης του αντικειμένου, η γνώση της ύπαρξής του και οι σχετικές δηλώσεις ή ενέργειες. Η διαχρονική Oueiss v. Republic (1987) 2 C.L.R. 49 παρέχει συναφή καθοδήγηση για την έννοια της πραγματικής κατοχής, μολονότι αφορά διαφορετικό ποινικό αδίκημα. Η αναλογική της χρησιμοποίηση περιορίζεται στις γενικές αρχές που διέπουν την απόδοση κατοχής και δεν επεκτείνεται στα λοιπά στοιχεία του άρθρου 33 § 3.
Η μη καταχώριση αποτελεί το τρίτο αντικειμενικό στοιχείο. Η κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο δεν είχε περιληφθεί σε οποιονδήποτε κατάλογο του άρθρου 33, ανεξαρτήτως του προσώπου που θα μπορούσε να είχε υποβάλει τον κατάλογο. Η απουσία καταλόγου στο όνομα της Κατηγορουμένης δεν αρκεί, εάν δεν αποκλείεται, βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, η ύπαρξη προηγούμενης καταχώρισης του ίδιου αντικειμένου. Η απόδειξη μπορεί να προκύψει από τον έλεγχο των υπηρεσιακών αρχείων και τη μαρτυρία αρμόδιου λειτουργού. Δεν επιβάλλεται η υλική προσκόμιση όλων των ιστορικών καταλόγων. Απαιτείται, ωστόσο, αξιόπιστη βάση για την πληρότητα της αναζήτησης και τη δυνατότητα ταυτοποίησης του αντικειμένου. Η διαπίστωση ότι δεν ανευρίσκεται σήμερα συγκεκριμένο έγγραφο σε έναν απροσδιόριστο φάκελο ή στον φάκελο που τηρείται για «επίσημη συλλογή» ενός προσώπου, δεν συνιστά απόδειξη ότι αυτό ουδέποτε υπήρξε τέτοιος κατάλογος. Όμως και η πιθανότητα απώλειας εγγράφου δεν επιτρέπει, χωρίς άλλη μαρτυρία, θετική κρίση περί της ύπαρξης ή του περιεχομένου του. Εάν βασικά παραμένει λογική αμφιβολία, ως προς τη μη καταχώριση, αυτή δεν μπορεί να αρθεί με την επίκληση αδυναμίας της Κατηγορουμένης να παρουσιάσει δικό της ιστορικό κατάλογο. Το σχετικό βάρος ανήκει στην κατηγορούσα Αρχή.
Ως προς την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, το άρθρο 33 § 3 δεν περιλαμβάνει ρητή απαίτηση γνώσης της μη καταχώρισης της αρχαιότητας, πρόθεσης παράνομης κατοχής ή οποιουδήποτε ιδιαίτερου σκοπού. Το γεγονός αυτό πρέπει να συνεκτιμηθεί με τον προστατευτικό και ρυθμιστικό χαρακτήρα του Κεφ. 31, καθώς και με τη νομοθετική πρόβλεψη ειδικής εξαίρεσης λόγω νόμιμης κτήσης. Κατά τις αρχές που διατυπώθηκαν στις Hailis v. Police (1982) 2 C.L.R. 99 και Sea Island & Tours Ltd v. K.O.T. (1995) 2 ΑΑΔ 196, ο χαρακτηρισμός νομοθετικού αδικήματος ως «αυστηρής ευθύνης» εξαρτάται, κυρίως, από το λεκτικό του και, ακολούθως, από τη φύση και τον σκοπό της σχετικής νομοθεσίας. Αν και η απαίτηση ένοχης διάνοιας αποτελεί τον γενικό κανόνα του ποινικού δικαίου, ο νομοθέτης μπορεί να την αποκλείσει, ιδίως όταν πρόκειται για ρυθμιστικά αδικήματα που αποβλέπουν στην προστασία ουσιωδών δημόσιων συμφερόντων. Συναφής είναι και η Safwan v. Αστυνομίας, ΠΕ 39/2019, 1.7.2020, που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα Αρχή, και αφορά την ίδια νομοθετική βάση. Το λεκτικό του άρθρου 33 § 3, η επιδίωξη αποτελεσματικής προστασίας των αρχαιοτήτων και η πρόβλεψη ιδιαίτερης νομοθετικής εξαίρεσης λόγω νόμιμης κτήσης παρέχουν ισχυρό έρεισμα για την αντιμετώπισή του ως αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Η ερμηνεία αυτή δεν περιορίζει την υποχρέωση της κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την κατοχή από την Κατηγορουμένη αρχαιοτήτων που εμπίπτουν στον νομοθετικό ορισμό και δεν περιλαμβάνονται σε οποιονδήποτε κατάλογο του άρθρου 33. Αυτά τα δεδομένα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της Safwan v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Ό,τι δεν απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, είναι η απόδειξη ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε τη μη καταχώριση των αντικειμένων ή επεδίωκε την παράνομη διατήρησή τους στην κατοχή της. Παραμένουν, όμως, και τότε διαθέσιμες οι προβλεπόμενες νομοθετικές εξαιρέσεις και απαλλαγές, οι οποίες εξετάζονται σύμφωνα με τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις τους. Δηλαδή, ο όλος μηχανισμός αποτρέπει από το να προκληθεί ποινική ευθύνη εκεί όπου πράγματι δεν υπάρχει.
Το άρθρο 33 § 3 επιτρέπει στον κάτοχο να αποφύγει την προβλεπόμενη ποινική ευθύνη εφόσον ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι απέκτησε την αρχαιότητα νόμιμα, κατά τους όρους του Κεφ. 31. Η εξαίρεση αυτή εξετάζεται αφού αποδειχτούν τα αντικειμενικά στοιχεία του αδικήματος. Δεν αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της κατηγορίας, το οποίο η κατηγορούσα Αρχή υποχρεούται να αναιρέσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στη Zavos (1963) (ανωτέρω) κρίθηκε ότι το ειδικό βάρος απόδειξης της νόμιμης κτήσης ικανοποιείται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η συνταγματική συμβατότητα της νομοθετικής πρόβλεψης είχε εξεταστεί στην Gendarmerie and Zavos (1962–1963) 4 R.S.C.C. 63, υπό το φως του τεκμηρίου αθωότητας του άρθρου 12 § 4 του Συντάγματος. Συναφής ως προς τις γενικές αρχές των ειδικών αποδεικτικών βαρών είναι, μεταξύ άλλων, και η Papadopoulos v. Republic (1980) 2 CLR 10. Η υποχρέωση της κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει τα στοιχεία του αδικήματος παραμένει ακέραιη. Το ειδικό βάρος αφορά αποκλειστικά την απόδειξη νόμιμης κτήσης. Η νομιμότητα της απόκτησης δεν κρίνεται αποκλειστικά με βάση τους κανόνες του γενικού ιδιωτικού δικαίου. Η αγορά, η δωρεά ή η κληρονομική διαδοχή μπορεί να αποτελούν αποδεδειγμένους τρόπους περιέλευσης του αντικειμένου στην κατοχή συγκεκριμένου προσώπου. Δεν συνεπάγονται, όμως, και ότι η απόκτηση ήταν νόμιμη κατά τους όρους της περί αρχαιοτήτων νομοθεσίας. Πρέπει να εξετάζεται το καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο της απόκτησης και κατά πόσον τηρήθηκαν οι τότε εφαρμοστέες προϋποθέσεις. Συναφώς, μπορεί να έχουν σημασία ιστορικές καταχωρίσεις, άδειες, γνωστοποιήσεις μεταβίβασης, έγγραφα απόκτησης και άλλα αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία. Η έλλειψη συγκεκριμένου εγγράφου δεν αποκλείει κατ' ανάγκην τη νόμιμη κτήση, εφόσον αυτή μπορεί να αποδειχτεί με άλλα παραδεκτά μέσα. Ούτε, όμως, η απλή πεποίθηση του κατόχου ότι απέκτησε νόμιμα το αντικείμενο υποκαθιστά τη νομοθετική προϋπόθεση της νόμιμης κτήσης. Εφόσον η αρχαιότητα είχε ήδη καταχωριστεί σε κατάλογο προηγούμενου κατόχου, η εξέταση αφορά την ίδια τη μη συνδρομή του στοιχείου της μη καταχώρισης. Εάν δεν υπήρξε τέτοια καταχώριση, παραμένει διαθέσιμη η αυτοτελής εξαίρεση της νόμιμης κτήσης.
Η απαλλαγή του άρθρου 33Α διέπεται από διαφορετικές προϋποθέσεις. Το άρθρο 33Α δεν απαιτεί την απόδειξη νόμιμης κτήσης με το ίδιο νομοθετικό λεκτικό του άρθρου 33 § 3. Συνδέει την απαλλαγή με τη δήλωση της κατεχόμενης αρχαιότητας στον Διευθυντή εντός της προβλεπόμενης εξάμηνης προθεσμίας. Η ίδια η διάταξη δεν ορίζει ότι η δήλωση πρέπει να φέρει τον τίτλο «κατάλογος» ούτε απαιτεί ρητά την έκδοση άδειας κατοχής για να επέλθει η απαλλακτική της συνέπεια. Επομένως, ο νομικός χαρακτηρισμός της επικοινωνίας του κατόχου με τη Διοίκηση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ονομασία του σχετικού εγγράφου. Πρέπει να εξετάζονται ο χρόνος υποβολής, ο παραλήπτης, το περιεχόμενο της γνωστοποίησης και η δυνατότητα σύνδεσής της με τις συγκεκριμένες αρχαιότητες. Η δήλωση πρέπει να αφορά αντικείμενα επαρκώς προσδιορισμένα, ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί ότι η αρχαιότητα για την οποία προβάλλεται η απαλλαγή τέθηκε πράγματι υπόψη της αρμόδιας Αρχής εντός της νόμιμης προθεσμίας. Η γενική αναφορά σε κατοχή συλλογής δεν καλύπτει κάθε αντικείμενο που ενδεχομένως βρισκόταν στην κατοχή του δηλούντος. Ούτε, ωστόσο, μπορεί να αποκλειστεί η υπαγωγή μιας αρχαιότητας στο άρθρο 33Α αποκλειστικά επειδή δεν κατονομάστηκε με συγκεκριμένη τεχνική περιγραφή στην αρχική επικοινωνία, εφόσον από το περιεχόμενο της δήλωσης και τη νόμιμη διοικητική της συνέχεια μπορεί να διαπιστωθεί ότι αυτή πράγματι περιλαμβανόταν στα γνωστοποιηθέντα αντικείμενα. Σημασία έχει, επομένως, το πραγματικό περιεχόμενο της εμπρόθεσμης δήλωσης και όχι απλώς η μορφή που έλαβε. Ο χρόνος υποβολής της δήλωσης πρέπει επίσης να διαχωρίζεται από τον χρόνο της επακόλουθης διοικητικής επεξεργασίας. Μια εμπρόθεσμη και επαρκής δήλωση δεν καθίσταται εκπρόθεσμη επειδή η αρμόδια Αρχή προέβη μεταγενέστερα σε επιτόπια εξέταση, καταγραφή ή αρχειοθέτηση των αντικειμένων. Αλλά και κάποια μεταγενέστερη καταγραφή δεν μπορεί να προσδώσει αναδρομική εμπρόθεσμη ισχύ σε γνωστοποίηση διαφορετικών αρχαιοτήτων που δεν καλύπτονταν από την αρχική δήλωση. Η υπηρεσιακή επίσκεψη και η καταγραφή μπορούν να αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό των αρχαιοτήτων που γνωστοποιήθηκαν και για τον τρόπο διεκπεραίωσης της διαδικασίας. Δεν συνιστούν, από μόνες τους, άδεια κατοχής ούτε αποδεικνύουν, χωρίς περαιτέρω εξέταση, την εμπρόθεσμη δήλωση κάθε αντικειμένου. Η μη ανεύρεση της ιστορικής καταγραφής στα σημερινά αρχεία δεν αναιρεί την πραγματοποίηση της υπηρεσιακής ενέργειας, εφόσον αυτή αποδεικνύεται με άλλα μέσα. Δεν επιτρέπει, όμως, και την ανεπιφύλακτη παραδοχή ότι η καταγραφή περιλάμβανε όλα τα αντικείμενα, χωρίς επαρκή μαρτυρία για το περιεχόμενό της.
Τέλος, το άρθρο 33Α δεν περιλαμβάνει τη ρητή διατύπωση «εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 33 § 3 για την εξαίρεση της νόμιμης κτήσης. Δεν μπορεί, συνεπώς, να μεταφερθεί στη δήλωση του 1996 το ειδικό αποδεικτικό βάρος που αναγνωρίστηκε στη Zavos (ανωτέρω) για διαφορετική νομοθετική υπεράσπιση. Η εφαρμογή του άρθρου 33Α πρέπει να εξετάζεται με βάση το δικό του περιεχόμενο και τις γενικές αρχές της ποινικής απόδειξης. Η ανάγκη αυτή δεν μεταβάλλει το βάρος της κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει προηγουμένως τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 33 § 3.
Η ιστορική εξέλιξη του Κεφ. 31 αναδεικνύει ορισμένες νομοτεχνικές δυσκολίες, οι οποίες συνδέονται με τη διατήρηση διατάξεων διαφορετικών νομοθετικών περιόδων στο ίδιο κανονιστικό σύστημα. Το άρθρο 33 § 1 εξακολουθεί να περιλαμβάνει υποχρέωση υποβολής καταλόγου με προθεσμία που έχει λήξει προ πολλού. Η παράγραφος (3) διατηρεί την ποινική συνέπεια της κατοχής αρχαιοτήτων εκτός των ιστορικών καταλόγων, ενώ οι μεταγενέστερες ρυθμίσεις προβλέπουν χωριστή διαδικασία αδειοδότησης και ειδική δυνατότητα δήλωσης, η οποία επίσης είχε χρονικά περιορισμένη εφαρμογή. Η συνύπαρξη των διατάξεων αυτών, χωρίς να αναιρεί τη δυνατότητα ερμηνείας και εφαρμογής τους, δημιουργεί δυσχέρειες ως προς την κατανόηση των υποχρεώσεων του κατόχου, την απόδειξη ιστορικής καταχώρισης και τον προσδιορισμό των εννόμων συνεπειών κάθε διαδικασίας. Ήδη, στη Zavou (1971), το Ανώτατο Δικαστήριο είχε επισημάνει τη σκοπιμότητα περαιτέρω τροποποίησης διατάξεων του Κεφ. 31, ώστε να αρθούν ενδεχόμενες ασάφειες και να προσαρμοστεί η νομοθεσία στις σύγχρονες πραγματικότητες της εποχής. Η παρατήρηση αυτή, παρά τις διαδοχικές τροποποιήσεις που μεσολάβησαν από τότε, φαίνεται να διατηρεί ακόμα τη σημασία της. Μια εκσυγχρονιστική προσέγγιση στη νομοθεσία θα μπορούσε να αποσαφηνίσει τη σχέση μεταξύ της καταχώρισης, της δήλωσης, της νόμιμης κτήσης και της αδειοδότησης, καθώς και τις διαδικασίες που είναι διαθέσιμες για τη γνωστοποίηση αρχαιοτήτων οι οποίες βρίσκονται ήδη σε ιδιωτική κατοχή. Η ανάγκη αυτή δεν συνεπάγεται περιορισμό της προστασίας των αρχαιοτήτων ούτε επιβάλλει αποδυνάμωση των ποινικών απαγορεύσεων. Αφορά, πρώτα απ’ όλα, τη σαφήνεια των νομοθετικών υποχρεώσεων και τη δυνατότητα αποτελεσματικής συμμόρφωσης προς αυτές, με διατήρηση του αναγκαίου κρατικού ελέγχου. Η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζει την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας στην παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει το άρθρο 33 § 3 σύμφωνα με το περιεχόμενό του, τη νομολογιακή του ερμηνεία και τις μεταγενέστερες νομοθετικές απαλλαγές, εξετάζοντας χωριστά κάθε ζήτημα που ανακύπτει από τη μαρτυρία.
Εξέταση
Έχοντας υπόψη την κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, το νομικό πλαίσιο και τα ευρήματα που προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία, προχωρώ στην εξέταση της υπόθεσης. Ως προς την κατοχή, η μαρτυρία είναι επαρκής και δεν αφήνει ουσιώδη αμφιβολία. Η Κατηγορουμένη αναγνώρισε ότι τα αντικείμενα ανήκαν στη συλλογή της και φυλάσσονταν στην οικογενειακή κατοικία. Γνώριζε την ύπαρξή τους, εξήγησε την προέλευση μέρους αυτών και αναφέρθηκε στη διαδικασία που είχε ακολουθήσει ενώπιον του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Ορισμένα αντικείμενα βρίσκονταν σε κιβώτια στον επάνω όροφο της οικίας, από όπου τα παρέλαβε ο υιός της και τα μετέφερε στην Αστυνομία. Άλλα εντοπίστηκαν κατά την αστυνομική έρευνα, σε διαφορετικούς χώρους της κατοικίας. Η πρόσβαση του συζύγου και του υιού στους χώρους αυτούς δεν αποκλείει την κατοχή από την Κατηγορουμένη, ούτε απαιτείται αποκλειστική ή αδιάλειπτη φυσική εξουσίαση. Από τις παραδοχές της και τις συνθήκες φύλαξης των αντικειμένων αποδεικνύεται ότι διατηρούσε γνώση της ύπαρξής τους και ουσιαστικό έλεγχο επ' αυτών. Η κατοχή τους κατά την 9.1.2020 αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Ως προς τον χαρακτηρισμό των αντικειμένων ως αρχαιοτήτων, η μαρτυρία της ΜΚ5 παρέχει, για τα περισσότερα από αυτά, συγκεκριμένη επιστημονική τεκμηρίωση. Η μάρτυρας εξήγησε τη χρονολόγηση, την τυπολογία, τα μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά των κεραμικών, των πήλινων και των λίθινων ευρημάτων, παραπέμποντας σε γνωστούς αρχαιολογικούς τύπους και σε αντίστοιχα ευρήματα από ανασκαφές στην Κύπρο. Αναφέρθηκε στο είδος του πηλού, στη διακόσμηση, στη μορφή των αγγείων, στις επικαθίσεις χώματος και πετρώματος και σε άλλα χαρακτηριστικά που συνέδεσε με συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους. Οι εξηγήσεις της δεν περιορίστηκαν σε γενική εκτίμηση περί παλαιότητας, αλλά περιλάμβαναν επιστημονική αιτιολόγηση των συμπερασμάτων της. Η Κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τον αρχαιολογικό χαρακτήρα των κεραμικών και των λοιπών αντίστοιχων αντικειμένων. Η στάση της συνεκτιμάται με την πραγματογνωμοσύνη, χωρίς να υποκαθιστά την υποχρέωση απόδειξης των προϋποθέσεων του άρθρου 2. Η απόδοση αρχαιολογικής χρονολόγησης δεν αρκεί, από μόνη της, για τη νομοθετική υπαγωγή. Κατά τον γενικό ορισμό του άρθρου 2, απαιτείται και η συνδρομή της γεωγραφικής προϋπόθεσης που αφορά την ανεύρεση, ανακάλυψη ή ανασκαφή του αντικειμένου στην Κύπρο. Η κατασκευή αντικειμένου κυπριακού τύπου δεν συνεπάγεται ότι αυτό βρέθηκε στην Κύπρο. Ούτε η μακροχρόνια παρουσία του στη χώρα αποδεικνύει αυτοτελώς τον αρχικό τόπο ανεύρεσης. Τα δεδομένα αυτά μπορούν, ωστόσο, να συνεκτιμηθούν με την εξειδικευμένη αρχαιολογική μαρτυρία και τις αποδεδειγμένες συνθήκες προέλευσης και κατοχής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εξηγήσεις της ΜΚ5 για τα κεραμικά, τα πήλινα και τα λίθινα αντικείμενα, οι μορφολογικές τους αντιστοιχίες με ευρήματα γνωστών κυπριακών αρχαιολογικών θέσεων και η αποδεκτή ιστορική πορεία της συλλογής στην Κύπρο παρέχουν, αξιολογούμενες συνολικά, επαρκές αποδεικτικό έρεισμα για τον χαρακτηρισμό των συγκεκριμένων αντικειμένων ως αρχαιοτήτων. Δεν απαιτείται η εξακρίβωση συγκεκριμένης ανασκαφής ή του ακριβούς σημείου ανεύρεσης κάθε αντικειμένου. Απαιτείται, όμως, η μαρτυρία να επιτρέπει ασφαλή υπαγωγή στον νομοθετικό ορισμό. Η κρίση αυτή αφορά τα αντικείμενα για τα οποία προσφέρθηκε επαρκής εξατομικευμένη επιστημονική εξέταση ή τεκμηριωμένη κοινή αξιολόγηση λόγω των χαρακτηριστικών τους.
Ως προς το Τ23, η ΜΚ5 το περιέγραψε κατά την κυρίως εξέτασή της ως αποσπασματικό αμφορέα της εποχής του χαλκού, αιτιολογώντας τη χρονολόγησή του με αναφορά στο σχήμα, στο είδος του πηλού και στα διατηρούμενα διακοσμητικά του χαρακτηριστικά. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι το αντικείμενο δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο Τ28 και ότι δεν το ανακαλούσε ως αντικείμενο προηγούμενης εξέτασης. Η απάντηση αυτή δεν αναιρεί την επιστημονική εκτίμηση που είχε ήδη διατυπώσει, ούτε μπορεί να αξιολογηθεί ανεξάρτητα από το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη δεν αμφισβήτησε την αρχαιολογική ιδιότητα του Τ23. Η στάση της δεν απαλλάσσει την κατηγορούσα Αρχή από το αποδεικτικό της βάρος, συνεκτιμάται όμως με τη θετική επιστημονική μαρτυρία. Υπό τα δεδομένα αυτά, η μη συμπερίληψη του αντικειμένου στο Τ28 και η μεταγενέστερη αδυναμία ανάκλησής του από τη μάρτυρα δεν δημιουργούν, από μόνες τους, εύλογη αμφιβολία ως προς την ιδιότητά του ως αρχαιότητας.
Ως προς τα νομίσματα, η ΜΚ5 αναγνώρισε ότι δεν διαθέτει ειδίκευση στα νομίσματα, μολονότι είχε αποκτήσει σχετική επαγγελματική πείρα και αναζήτησε πρόσθετη επιστημονική γνώμη. Παρουσίασε τα χαρακτηριστικά στα οποία στηρίχτηκε η χρονολόγησή τους, πλην όμως διατήρησε επιφύλαξη για τη γνησιότητα ενός τουλάχιστον νομίσματος. Περαιτέρω, η χρονολόγηση και η ομοιότητα των αντικειμένων με νομίσματα που έχουν εντοπιστεί σε κυπριακές ανασκαφές δεν αποδεικνύουν ότι τα ίδια τα επίδικα νομίσματα βρέθηκαν, ανακαλύφτηκαν ή ανασκάφηκαν στην Κύπρο. Η απόδοση αθηναϊκής προέλευσης σε ένα από τα νομίσματα καθιστά ακόμη σαφέστερη τη διαφορά μεταξύ του τόπου κατασκευής και του τόπου ανεύρεσης. Το γεγονός ότι νομίσματα αντίστοιχου τύπου κυκλοφορούσαν στην Κύπρο ή έχουν εντοπιστεί σε κυπριακές αρχαιολογικές θέσεις δεν αρκεί, χωρίς περαιτέρω αποδεικτική θεμελίωση, για την υπαγωγή κάθε συγκεκριμένου νομίσματος στον νομοθετικό ορισμό. Η εκδοχή της Κατηγορουμένης περί απόκτησης των νομισμάτων μέσω του eBay δεν επιβεβαιώθηκε κατά τρόπο που να επιτρέπει ασφαλή εξακρίβωση της προέλευσής τους. Το Τ30 αποτυπώνει συμμετοχή σε διαδικασία υποβολής προσφορών και δεν αποδεικνύει ολοκληρωμένες αγορές, πληρωμή, παράδοση ή ταυτότητα των αντικειμένων που αναφέρονται σε αυτό με τα νομίσματα της κατηγορίας. Επομένως, το έγγραφο δεν επιτρέπει θετικό εύρημα ότι τα συγκεκριμένα νομίσματα αποκτήθηκαν μέσω της επικαλούμενης συναλλαγής. Η αδυναμία, όμως, της Κατηγορουμένης να τεκμηριώσει την εξήγησή της δεν απαλλάσσει την κατηγορούσα Αρχή από την απόδειξη της νομοθετικής ιδιότητας των νομισμάτων. Η σχετική μαρτυρία δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως προς καθένα χωριστά, η συνδρομή όλων των πραγματικών προϋποθέσεων του άρθρου 2. Το αποδεικτικό αυτό έλλειμμα αρκεί για την απόρριψη της κατηγορίας ως προς τα συγκεκριμένα αντικείμενα, ανεξάρτητα από την εξέταση των υπολοίπων στοιχείων του αδικήματος.
Απομένει, ως προς τα τεκμήρια πλην των νομισμάτων, το ουσιωδέστερο ζήτημα της κατηγορίας, που είναι το κατά πόσον αποδείχτηκε ότι οι επίδικες αρχαιότητες δεν είχαν περιληφθεί σε οποιονδήποτε κατάλογο υποβληθέντα σύμφωνα με το άρθρο 33. Η ΜΚ5 κατέθεσε ότι, κατά τον υπηρεσιακό έλεγχο του 2020, δεκατρία αντικείμενα αναγνωρίστηκαν ως ανήκοντα στην επίσημη συλλογή της Κατηγορουμένης και επιστράφηκαν. Για τα υπόλοιπα, διαπίστωσε ότι δεν εμφανίζονταν στα στοιχεία της καταγεγραμμένης συλλογής που είχε στη διάθεσή της. Το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού έγινε δεκτό. Η μάρτυρας δεν είχε λόγο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα στοιχεία που εξέτασε και η σχετική διαπίστωσή της δεν ανατρέπεται από άλλη ασφαλέστερη μαρτυρία. Το περιεχόμενο της διαπίστωσης αυτής δεν εκτείνεται πέραν του ελέγχου που πράγματι διενεργήθηκε. Άλλο είναι να μην εμφανίζεται ένα αντικείμενο στην επίσημη συλλογή που ελέγχθηκε το 2020 και άλλο να αποδεικνύεται ότι ουδέποτε περιλήφθηκε σε οποιονδήποτε κατάλογο της νομοθετικής κατηγορίας του άρθρου 33. Το δεύτερο αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένο αποκλειστικά από το πρώτο, χωρίς επαρκή μαρτυρία για το περιεχόμενο και την έκταση του αρχειακού ελέγχου. Όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε στη Zavos (1963) (ανωτέρω) πως η εφαρμογή του άρθρου 33 § 3 δεν προϋποθέτει ο κατηγορούμενος να ήταν ο ίδιος υπόχρεος υποβολής του ιστορικού καταλόγου. Καθοριστικό είναι εάν η αρχαιότητα περιλήφθηκε σε οποιονδήποτε κατάλογο που υποβλήθηκε σύμφωνα με τη διάταξη, ανεξαρτήτως της ταυτότητας του προσώπου που προέβη στην καταχώριση. Η ερμηνεία αυτή συμβαδίζει με το άρθρο 33 § 2, το οποίο αναγνωρίζει τις προβλεπόμενες συνέπειες της καταγραφής και σε σχέση με γενικούς ή ειδικούς διαδόχους. Κατά συνέπεια, η απόδειξη της μη καταχώρισης δεν μπορούσε να περιοριστεί στην αναζήτηση καταλόγου ή άδειας στο όνομα της Κατηγορουμένης. Έπρεπε να προσφερθεί επαρκής μαρτυρία ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα δεν περιλαμβάνονταν σε κανέναν από τους σχετικούς ιστορικούς καταλόγους, περιλαμβανομένων όσων ενδεχομένως είχαν υποβληθεί από προηγούμενους κατόχους τους. Η μαρτυρία της ΜΚ5 δεν ήταν επαρκής ως προς τούτο.
Δεν απαιτείτο να παρουσιαστεί υλικά το σύνολο των ιστορικών εγγράφων του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Η απόδειξη αρνητικού γεγονότος μπορεί να στηριχτεί σε υπηρεσιακό έλεγχο και στη μαρτυρία προσώπου που γνωρίζει τη διάρθρωση και το περιεχόμενο των σχετικών αρχείων. Απαιτείτο, όμως, να προκύπτουν με επάρκεια τα αρχεία που ελέγχτηκαν, οι ιστορικές καταχωρίσεις που κάλυπτε η αναζήτηση, ο τρόπος ταυτοποίησης των αντικειμένων και η βάση επί της οποίας μπορούσε να αποκλειστεί προηγούμενη καταχώρισή τους. Η ΜΚ5 δεν παρείχε τις αναγκαίες αυτές διευκρινίσεις. Δεν πραγματοποίησε η ίδια την επιτόπια καταγραφή του 2003, δεν είχε προσωπική γνώση του περιεχομένου της και δεν προσκόμισε το πρωτογενές αποτέλεσμα εκείνης της εργασίας κατά τρόπο που να επιτρέπει την αντιπαραβολή των αντικειμένων. Δεν εξήγησε, επίσης, εάν η αναζήτησή της επεκτάθηκε σε όλους τους ιστορικούς καταλόγους του άρθρου 33, περιλαμβανομένων καταχωρίσεων στο όνομα άλλων προσώπων, ούτε με ποια μέθοδο αποκλείστηκε η ύπαρξη τέτοιας εγγραφής για καθένα από τα επίδικα αντικείμενα. Η έλλειψη αυτή δεν αφορά την ειλικρίνεια της μάρτυρος. Αφορά την πληρότητα της απόδειξης που προσφέρθηκε. Η ΜΚ5 μπορούσε να βεβαιώσει το αποτέλεσμα του υπηρεσιακού ελέγχου που πραγματοποίησε, όχι όμως να αποδώσει σε αυτόν ευρύτερο περιεχόμενο χωρίς γνώση του συνόλου των αρχείων που έπρεπε να συνεξεταστούν.
Δεν παραγνωρίζεται ότι η Κατηγορουμένη δεν προσκόμισε ιστορικό κατάλογο που να περιλαμβάνει τα επίδικα αντικείμενα. Η έλλειψη τέτοιου εγγράφου από την κατοχή της δεν μεταβάλλει, όμως, το βάρος απόδειξης. Άλλωστε, κατά τη μαρτυρία της ίδιας της ΜΚ5, οι αναλυτικές καταγραφές ιδιωτικών συλλογών τηρούνταν στο Τμήμα Αρχαιοτήτων και δεν παραδίδονταν υποχρεωτικά στους κατόχους. Η απουσία προσωπικού αντιγράφου, επομένως, δεν επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα για το εάν υπήρξε ή όχι διοικητική καταχώριση. Η προέλευση μέρους της συλλογής από πρόσωπα που κατείχαν τα αντικείμενα κατά προηγούμενες δεκαετίες καθιστά συναφές και το ενδεχόμενο παλαιότερης καταχώρισης. Το ενδεχόμενο αυτό δεν αντιμετωπίζεται ως τεκμήριο υπέρ της Κατηγορουμένης. Ούτε μπορεί να αρκέσει η αφηρημένη υπόθεση ότι κάποιο άγνωστο πρόσωπο θα μπορούσε να είχε υποβάλει κατάλογο. Το πρόβλημα στην παρούσα υπόθεση είναι συγκεκριμένο, ότι δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία από την οποία να μπορεί να διαπιστωθεί ότι πραγματοποιήθηκε ο αναγκαίος ιστορικός έλεγχος και ότι το αποτέλεσμά του απέκλειε την καταχώριση των επίδικων αρχαιοτήτων. Η έρευνα και συνακόλουθα η μαρτυρία της ΜΚ5 έγιναν με αναφορά στο όνομα της Κατηγορούμενης και στην «επίσημη συλλογή» της, στο τι περιλαμβάνεται ή δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν, και όχι με αναφορά στην απουσία οποιοδήποτε καταλόγου, από οποιοδήποτε πρόσωπο, απουσία που να έχει διαπιστωθεί κατόπιν συγκεκριμένου ελέγχου, που να έχει παρουσιαστεί και εξηγηθεί.
Η ύπαρξη της επιστολής Τ29 και της μεταγενέστερης επιτόπιας καταγραφής δεν αποδεικνύει ότι είχε υποβληθεί ιστορικός κατάλογος κατά το άρθρο 33. Οι ενέργειες αυτές συνδέονται με το νομοθετικό καθεστώς του 1996 και πρέπει να εξεταστούν σύμφωνα με τις δικές του προϋποθέσεις. Δεν χρησιμοποιούνται, επομένως, ως υποκατάστατο της ιστορικής καταχώρισης ούτε ως απόδειξη ότι κάθε αντικείμενο της συλλογής είχε νομιμοποιηθεί. Η ύπαρξή τους επιβεβαιώνει, πάντως, ότι υπήρξε πραγματική διοικητική διαδικασία, η ακριβής έκταση της οποίας δεν εξακριβώθηκε πλήρως από την προσφερθείσα μαρτυρία.
Το συμπέρασμα ως προς το άρθρο 33 § 3 δεν στηρίζεται στην παραδοχή ότι τα αντικείμενα είχαν πράγματι καταχωριστεί στο παρελθόν. Τέτοιο θετικό εύρημα δεν μπορεί να διατυπωθεί. Στηρίζεται στο γεγονός ότι η μαρτυρία δεν απέδειξε, με την απαιτούμενη βεβαιότητα, το αντίθετο. Ο έλεγχος της επίσημης συλλογής του 2020 αποδεικνύει την απουσία των επίδικων αντικειμένων από τα στοιχεία που τότε εξετάστηκαν. Δεν τεκμηριώνει, με την ίδια επάρκεια, τη μη συμπερίληψή τους σε οποιονδήποτε κατάλογο του άρθρου 33. Δεν πρόκειται για αμφιβολία θεωρητική ή για απαίτηση απόδειξης με μαθηματική ακρίβεια. Η αμφιβολία προκύπτει από την αδυναμία προσδιορισμού του εύρους της υπηρεσιακής έρευνας που προσφέρθηκε ως απόδειξη αναγκαίου συστατικού στοιχείου. Εφόσον το στοιχείο αυτό δεν αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η κατηγορία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, για να θεμελιώσει την προβλεπόμενη ποινική ευθύνη.
Παρά την προηγούμενη κρίση, η οποία αρκεί για την έκβαση της υπόθεσης, θα εξεταστεί και η διαδικασία που κινήθηκε το 1996, καθότι αποτέλεσε ουσιώδες μέρος της Υπεράσπισης και συνδέεται με τη μεταγενέστερη νομοθετική απαλλαγή του άρθρου 33Α. Το Τ29 είναι επιστολή της 31.7.1996 προς τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων, η οποία παραλήφθηκε στις 6.8.1996, όπως προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή σφραγίδα. Στην επιστολή γίνεται ρητή αναφορά στον Ν. 4(Ι)/1996 και ζητείται η παραχώρηση άδειας κατοχής αρχαιοτήτων στην Κατηγορουμένη. Η υποβολή και παραλαβή της πραγματοποιήθηκαν εντός της εξάμηνης περιόδου που προέβλεπε το άρθρο 33Α. Η χρήση της ορολογίας «άδεια κατοχής» δεν αποκλείει την υπαγωγή της επικοινωνίας στη διαδικασία δήλωσης του άρθρου 33Α. Η νομική φύση της ενέργειας προσδιορίζεται από το πραγματικό της περιεχόμενο, τον χρόνο υποβολής και τις εφαρμοστέες προϋποθέσεις. Το άρθρο 33Α δεν απαιτεί, στο ίδιο το λεκτικό του, την υποβολή εγγράφου με συγκεκριμένη ονομασία ούτε συνδέει την απαλλαγή με την προηγούμενη έκδοση άδειας κατά το άρθρο 33 § 6. Το περιεχόμενο του Τ29 είναι, πάντως, προσδιορισμένο. Γίνεται αναφορά σε δώδεκα συνημμένες φωτογραφίες που απεικόνιζαν δεκαεννέα αντικείμενα και, επιπλέον, σε ένα λυχνίο και δύο μικρού μεγέθους μυροδοχεία τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στις φωτογραφίες. Υπάρχει ακόμη μνεία παλαιότερων αγορών αντικειμένων από το Μουσείο. Η επιστολή μαρτυρά ότι γνωστοποιήθηκε στην αρμόδια Αρχή η κατοχή συγκεκριμένων αρχαιοτήτων, αλλά όχι ότι δηλώθηκε κάθε αρχαιότητα που βρισκόταν τότε στην κατοικία. Ο ΜΥ2, ο οποίος συνέταξε την επιστολή, εξήγησε ότι η απαρίθμηση των αντικειμένων δεν είχε σκοπό να περιορίσει την επικοινωνία σε όσα περιγράφονταν στο έγγραφο, αλλά να κινήσει διαδικασία επιτόπιας εξέτασης και καταγραφής της συλλογής. Η εξήγηση αυτή έχει πραγματικό έρεισμα, εφόσον ακολούθησε πράγματι επίσκεψη αρχαιολογικής λειτουργού. Δεν επιτρέπει, ωστόσο, χωρίς άλλη μαρτυρία, να θεωρηθεί ότι η εμπρόθεσμη δήλωση κάλυπτε και αντικείμενα τα οποία δεν μπορούν να συνδεθούν με το περιεχόμενο της αρχικής γνωστοποίησης. Στο Τ29 υπάρχει η χειρόγραφη σημείωση «Καταγράφηκε 21/4/2003 Ε.Μ.». Η σημείωση επιβεβαιώνει τη μεταγενέστερη υπηρεσιακή εξέλιξη της υπόθεσης και συνδέεται με την επιτόπια επίσκεψη που περιέγραψαν η Κατηγορουμένη και ο σύζυγός της. Η πραγματοποίηση της καταγραφής, περίπου επτά χρόνια μετά την υποβολή της αρχικής επιστολής, αποτελεί αποδεκτό πραγματικό γεγονός. Η ημερομηνία αυτή δεν μεταβάλλει τη νομοθετική προθεσμία του άρθρου 33Α. Εάν συγκεκριμένη αρχαιότητα είχε γνωστοποιηθεί εμπρόθεσμα το 1996, η μεταγενέστερη επιτόπια εξέταση και καταγραφή της μπορούσε να αποτελέσει συνέχεια της ήδη κινηθείσας διαδικασίας. Εάν άλλο αντικείμενο τέθηκε για πρώτη φορά υπόψη του Τμήματος το 2003, η τότε γνωστοποίησή του δεν μπορούσε, λόγω της προηγούμενης επιστολής, να θεωρηθεί εμπρόθεσμη δήλωση του άρθρου 33Α. Για την εφαρμογή της απαλλαγής απαιτείται, επομένως, να μπορεί να προσδιοριστεί εάν η συγκεκριμένη αρχαιότητα καλυπτόταν από την εμπρόθεσμη γνωστοποίηση. Η απλή ύπαρξη προηγούμενης αίτησης και μεταγενέστερης καταγραφής δεν αρκεί για τη συνολική υπαγωγή κάθε αντικειμένου της συλλογής στο άρθρο 33Α.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι δώδεκα φωτογραφίες που μνημονεύονται στην επιστολή δεν προσκομίστηκαν κατά τρόπο που να επιτρέπει ασφαλή αντιπαραβολή τους με τα αντικείμενα του Τ28 και τα λοιπά τεκμήρια της κατηγορίας. Δεν εξακριβώθηκε, επίσης, εάν κάποιο από τα επίδικα αντικείμενα ταυτίζεται με το λυχνίο ή τα δύο μυροδοχεία που αναφέρονται χωριστά στο Τ29. Η πρωτογενής καταγραφή του 2003 δεν παρουσιάστηκε σε μορφή που να επιτρέπει την εξατομίκευση των αντικειμένων που τότε επιθεωρήθηκαν. Η ΜΚ5 δεν είχε προσωπική συμμετοχή στην επίσκεψη του 2003 και δεν γνώριζε ποια αντικείμενα είχαν υποδειχθεί στη λειτουργό. Αναγνώρισε ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ορισμένα από τα σημερινά επίδικα αντικείμενα να είχαν υποδειχθεί κατά την επιτόπια εξέταση, χωρίς τελικώς να περιληφθούν στην καταγραφή. Δεν γνώριζε, επίσης, το περιεχόμενο των πληροφοριών ή οδηγιών που είχαν δοθεί στην Κατηγορουμένη και στον σύζυγό της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί θετικό εύρημα ότι όλα τα αντικείμενα του Πίνακα Α είχαν δηλωθεί εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 33Α. Η μαρτυρία δεν παρέχει την απαιτούμενη εξατομικευμένη αντιστοίχιση με το Τ29. Δεν δικαιολογείται, όμως, ούτε το αντίθετο συνολικό συμπέρασμα ότι κανένα από τα επίδικα αντικείμενα καλυπτόταν από την εμπρόθεσμη γνωστοποίηση. Η πραγματική έκταση της αρχικής δήλωσης και η σχέση της με την καταγραφή του 2003 δεν αποσαφηνίστηκαν σε βαθμό που να επιτρέπει τέτοια κατηγορηματική κρίση.
Η ύπαρξη επίσημης συλλογής κατά τον έλεγχο του 2020, από την οποία αναγνωρίστηκαν και επιστράφηκαν δεκατρία αντικείμενα, αποδεικνύει ότι η προηγούμενη διοικητική διαδικασία είχε πράγματι οδηγήσει στην καταγραφή και αναγνώριση μέρους της συλλογής. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι η σχετική διοικητική αναγνώριση εκτεινόταν σε κάθε άλλο αντικείμενο που κατείχε η Κατηγορουμένη. Η ΜΚ5 ανέφερε ότι, κατά την πρακτική την οποία γνώριζε, ο κάτοχος θεωρείτο ότι διέθετε άδεια μετά την καταγραφή των αντικειμένων. Η μαρτυρία αυτή εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν η ίδια τη διοικητική διαδικασία. Δεν μπορεί, εντούτοις, να υποκαταστήσει την εφαρμογή του άρθρου 33 § 6, το οποίο προβλέπει έκδοση άδειας για νόμιμα κατεχόμενη αρχαιότητα. Η επιτόπια επίσκεψη, η υπηρεσιακή καταγραφή και η έκδοση άδειας δεν παράγουν τις ίδιες έννομες συνέπειες. Συναφώς, η ίδια μάρτυρας εξήγησε ότι οι αναλυτικές περιγραφές των ιδιωτικών συλλογών τηρούνταν στο Τμήμα και δεν παραδίδονταν υποχρεωτικά στους κατόχους. Το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη δεν είχε στην κατοχή της τέτοιο έγγραφο δεν επιτρέπει, επομένως, να συναχθεί ότι δεν πραγματοποιήθηκε η προηγούμενη καταγραφή ή ότι αυτή δεν περιλάμβανε συγκεκριμένα αντικείμενα. Δεν παρέχει, όμως, ούτε ασφαλή απόδειξη του ακριβούς περιεχομένου της.
Η διαδικασία του 1996 αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός. Η εμπρόθεσμη υποβολή της επιστολής, η μεταγενέστερη επιτόπια καταγραφή και η ύπαρξη επίσημης συλλογής δεν αμφισβητούνται. Δεν αποδείχτηκε, ωστόσο, η έκταση στην οποία η ειδική απαλλαγή του άρθρου 33Α μπορεί να αποδοθεί χωριστά στα αντικείμενα της σημερινής κατηγορίας. Δεν είναι, συνεπώς, επιτρεπτή η γενική παραδοχή ότι το σύνολό τους είχε απαλλαγεί από ποινική ευθύνη μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η αδυναμία αυτή δεν μεταβάλλει το προηγούμενο συμπέρασμα ως προς την απόδειξη της αντικειμενικής υπόστασης. Η μη πλήρης τεκμηρίωση της απαλλαγής του άρθρου 33Α δεν αποδεικνύει ότι τα αντικείμενα ουδέποτε είχαν περιληφθεί σε κατάλογο του άρθρου 33. Το τελευταίο αποτελεί χωριστό στοιχείο της κατηγορίας, το βάρος απόδειξης του οποίου εξακολουθεί να φέρει η κατηγορούσα Αρχή.
Αναφορικά με την εξαίρεση της νόμιμης κτήσης του άρθρου 33 § 3, η μαρτυρία παρέχει αξιόπιστη ιστορική εξήγηση για την προέλευση μέρους της συλλογής. Έχει γίνει δεκτό ότι ορισμένα αντικείμενα περιήλθαν στην κατοχή της Κατηγορουμένης από συγγενικά πρόσωπα κατά τη δεκαετία του 1980, ενώ υπήρξαν και παλαιότερες αποκτήσεις από άλλες πηγές. Η αποδοχή της εξήγησης αυτής δεν συνεπάγεται νόμιμη κτήση κατά τους όρους του Κεφ. 31. Η δωρεά, η οικογενειακή παραχώρηση ή η αγορά αποτελούν τρόπους πραγματικής απόκτησης ενός αντικειμένου. Για την εφαρμογή, όμως, της συγκεκριμένης νομοθετικής εξαίρεσης απαιτείται να αποδειχτεί ότι η κτήση συνάδει με το ειδικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η γενική αναφορά στην προέλευση της συλλογής δεν παρέχει, χωρίς περαιτέρω στοιχεία, επαρκή βάση για τη διαπίστωση ότι κάθε επίδικη αρχαιότητα αποκτήθηκε νόμιμα. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν εξακριβώθηκε η ακριβής αλυσίδα απόκτησης όλων των αντικειμένων, ούτε κατέστη δυνατή η ασφαλής αντιστοίχισή τους με τις επιμέρους πηγές που αναφέρθηκαν. Δεν προσφέρθηκε, συνεπώς, επαρκής βάση για γενικό θετικό εύρημα ότι το σύνολο των επίδικων αρχαιοτήτων αποκτήθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 33 § 3, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η κρίση αυτή δεν ισοδυναμεί με διαπίστωση παράνομης κτήσης. Σημαίνει ότι η ειδική εξαίρεση δεν αποδείχτηκε αυτοτελώς ως προς όλα τα αντικείμενα. Η αποδεικτική αυτή ανεπάρκεια δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναπληρώσει την προηγούμενη έλλειψη απόδειξης της μη καταχώρισής τους. Το βάρος που αναγνωρίστηκε στη Zavos (1963) (ανωτέρω) αφορά αποκλειστικά τη νόμιμη κτήση και δεν εκτείνεται στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.
Απομένει η εξέταση της πεποίθησης της Κατηγορουμένης ότι η κατοχή των αντικειμένων είχε διευθετηθεί μέσω της διαδικασίας του 1996 και της μεταγενέστερης καταγραφής. Η πεποίθηση αυτή έγινε δεκτή ως γνήσια. Η Κατηγορουμένη είχε αναφερθεί στην προηγούμενη διοικητική διαδικασία ήδη κατά τη λήψη της ανακριτικής της κατάθεσης, χωρίς να αναμένει τη δικαστική διαδικασία για να προβάλει τη σχετική εξήγηση. Η ύπαρξη του Τ29, η επιτόπια επίσκεψη, η μη παράδοση αναλυτικού καταλόγου και η μεταγενέστερη αναγνώριση μέρους της συλλογής από το Τμήμα Αρχαιοτήτων αποτελούν πραγματικά περιστατικά συμβατά με την πεποίθηση που περιέγραψε. Η αποδοχή της υποκειμενικής αυτής κατάστασης δεν συνεπάγεται ότι η Κατηγορουμένη είχε πράγματι εξασφαλίσει νόμιμη κατοχή για όλα τα αντικείμενα. Η προσωπική πεποίθηση περί νομιμότητας δεν υποκαθιστά ούτε ιστορική καταχώριση ούτε εμπρόθεσμη δήλωση κατά το άρθρο 33Α ούτε την έκδοση της άδειας που προβλέπει το άρθρο 33 § 6. Ούτε η απουσία πρόθεσης απόκρυψης αποτελεί, από μόνη της, λόγο απαλλαγής από το άρθρο 33 § 3. Η συγκεκριμένη ποινική διάταξη δεν απαιτεί ως πρόσθετο συστατικό στοιχείο σκοπό απόκρυψης ή παράνομης εκμετάλλευσης. Η ενδεχόμενη αντιμετώπισή της ως αδικήματος αυστηρής ευθύνης δεν καταργεί την ανάγκη απόδειξης της κατοχής και των λοιπών αντικειμενικών προϋποθέσεων, αλλά αποκλείει την εισαγωγή απαίτησης ειδικής πρόθεσης που δεν προβλέπεται από τον Νόμο. Η πεποίθηση της Κατηγορουμένης αξιολογείται, επομένως, ως μέρος της πραγματικής της εκδοχής και των συνθηκών υπό τις οποίες εξελίχθηκε η προηγούμενη διοικητική διαδικασία. Δεν χρειάζεται να κριθεί οριστικά εάν και σε ποια έκταση θα μπορούσε να έχει αυτοτελή ποινική σημασία ενδεχόμενη πλάνη ως προς τη διοικητική κατάσταση των αντικειμένων. Η κατηγορία αποτυγχάνει ήδη λόγω μη απόδειξης αναγκαίου στοιχείου της αντικειμενικής της υπόστασης.
Συνοψίζοντας, η κατοχή των επίδικων αντικειμένων από την Κατηγορουμένη κατά την 9.1.2020 αποδείχτηκε. Ως προς τα κεραμικά, τα πήλινα και τα λίθινα αντικείμενα για τα οποία προσφέρθηκε επαρκής επιστημονική εξέταση, η μαρτυρία παρέχει βάση για τον νομοθετικό χαρακτηρισμό τους ως αρχαιοτήτων. Για τα νομίσματα παραμένει ουσιώδης αμφιβολία ως προς την πλήρωση όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 2. Για τα αντικείμενα που μπορούν να χαρακτηριστούν αρχαιότητες, δεν αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι δεν είχαν περιληφθεί σε οποιονδήποτε κατάλογο του άρθρου 33. Η ΜΚ5 απέδειξε ότι δεν εμφανίζονταν στην επίσημη συλλογή που ελέγχθηκε το 2020. Δεν προσέφερε, όμως, επαρκή στοιχεία για το εύρος του ελέγχου των ιστορικών καταχωρίσεων, ώστε η διαπίστωση αυτή να στηρίξει το ευρύτερο συμπέρασμα που απαιτεί η ποινική διάταξη. Η πραγματική ύπαρξη της διαδικασίας του 1996 και της μεταγενέστερης καταγραφής του 2003 δεν αρκεί για να αποδειχτεί ότι όλα τα επίδικα αντικείμενα είχαν δηλωθεί εμπρόθεσμα ή ότι καλύπτονταν από άδεια κατοχής. Η έλλειψη της αναγκαίας εξατομίκευσης δεν επιτρέπει τέτοιο εύρημα. Ούτε αποδείχτηκε γενικά η ειδική εξαίρεση της νόμιμης κτήσης. Οι αδυναμίες αυτές, όμως, δεν απαλλάσσουν την κατηγορούσα Αρχή από την υποχρέωση να αποδείξει τα στοιχεία του αδικήματος. Το Δικαστήριο δεν καλείται να επιλέξει ποια από τις αντιτιθέμενες εκδοχές είναι απλώς πιθανότερη. Οφείλει να διαπιστώσει εάν η προσφερθείσα μαρτυρία αποδεικνύει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η αμφιβολία αφορά συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο, τη μη συμπερίληψη των αρχαιοτήτων σε οποιονδήποτε κατάλογο του άρθρου 33. Δεν αίρεται από την απουσία προσωπικού καταλόγου της Κατηγορουμένης, από την αδυναμία πλήρους ταυτοποίησης των αντικειμένων της δήλωσης του 1996 ή από τη μη απόδειξη νόμιμης κτήσης όλων των αρχαιοτήτων. Κατά συνέπεια, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 33 § 3 δεν αποδείχτηκε στο απαιτούμενο επίπεδο.
Κατάληξη
Η λογική αμφιβολία, γιατί περί αυτής ο λόγος, αφορά αναγκαίο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Συνακόλουθα, η Κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία.
Το αποτέλεσμα αυτό δεν σχετίζεται με τον τρόπο παρουσίασης της διαθέσιμης μαρτυρίας από την κατηγορούσα Αρχή. Αυτός ήταν ο καλύτερος δυνατός που θα μπορούσε να υπάρξει, υπό τις περιστάσεις. Μάλιστα, η προσπάθεια του συνήγορου της κατηγορούσας Αρχής ήταν να καλυφτούν και τυχόν κενά στην αρχική διερεύνηση, ιδίως όσον αφορά τα νομίσματα. Σχετίζεται, η κατάληξη, με το ότι η υπόθεση κινήθηκε εξ αρχής με βάση τη μαρτυρία της ΜΚ5, η οποία, ωστόσο, δεν είχε είτε σχετικά καθήκοντα είτε πλήρη ενημέρωση ή και πρόσβαση σε δεδομένα, που θα της επέτρεπαν να παρουσιάσει μαρτυρία, ικανή να ικανοποιήσει τα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το συγκεκριμένο αδίκημα, του άρθρου 33 § 3, στην πλήρη εξέτασή του, ως εδώ χρειάστηκε, δεν είναι ευπροσέγγιστο.
Έχοντας αυτή την κατάληξη, δεν θεωρώ πως υπάρχει λόγος ενασχόλησης του Δικαστηρίου με όσα η πλευρά της Υπεράσπισης ήγειρε, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, σχετικά με τη δίκαιη δίκη, που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με το λεκτικό του άρθρου 33 § 3. Έχουν, εν πολλοίς, απαντηθεί, μέσα από την όλη προσέγγιση του συγκεκριμένου άρθρου. Ως προς τους λοιπούς άξονες του ιδίου επιχειρήματος της πλευράς της Υπεράσπισης, που σχετίζονται με την καθυστέρηση στη δίωξή της, που αναφέρονται στον χρόνο, με σημείο αναφοράς τον ιστορικό χρόνο που έχει να κάνει με την υποχρέωση υποβολής του ειρημένου «καταλόγου», με την ορθή ερμηνεία, «παρέλευση 30 χρόνων», όπως εισηγήθηκε, δεν υφίσταται, ενώ η διαδικασία κινήθηκε σε εύλογο χρόνο από την καταγγελία που έγινε από τον υιό της Κατηγορούμενης, σχετικά με την εν λόγω μη νόμιμη κατοχή αρχαιοτήτων. Τα προβλήματα «μνήμης», και όχι μόνον, σε υποθέσεις κατοχής αρχαιοτήτων είναι, δυνητικά, εγγενή στη φύση των υποθέσεων αυτών, και όχι αποτέλεσμα της ταχύτητας με την οποία κινούνται οι ανακριτικές Αρχές. Τυχόν παράπονα της πλευράς της Υπεράσπισης έναντι στο Τμήμα Αρχαιοτήτων, γενικά ή και εστιασμένα στον αιφνιδιασμό που ενείχε αυτού του είδους η αντιμετώπισή τους, είναι απόλυτα κατανοητά, όμως δεν μπορεί να υπεισέλθει σε αυτά, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, ως να ήταν ζητήματα σχετικά με αυτήν την έννοια της δίκαιης δίκης. Δεν είναι.
Η απαλλαγή, που απαντά αποκλειστικά στο ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορεί να υπάρξει ποινική ευθύνη, με βάση τη συγκεκριμένη διάταξη, δεν συνιστά και θετική διαπίστωση ότι όλα τα επίδικα αντικείμενα κατέχονταν νόμιμα ή ότι είχαν πράγματι καταγραφεί. Συναφώς, προχωρώ σε οδηγίες αναφορικά με τη διαχείριση των τεκμηρίων.
Διαχείριση των τεκμηρίων
Η νόμιμη ιδιωτική κατοχή αρχαιοτήτων υπόκειται στο ειδικό καθεστώς του Κεφ. 31. Η προηγούμενη κατοχή τους από την Κατηγορουμένη δεν αρκεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, για να δικαιολογήσει την άνευ ετέρου απόδοσή τους σε αυτήν. Εξάλλου, η παρούσα διαδικασία δεν οδήγησε σε οριστική διαπίστωση του δικαιώματος κατοχής κάθε αντικειμένου. Η απαλλαγή στηρίχτηκε στη μη απόδειξη των στοιχείων της συγκεκριμένης κατηγορίας και δεν συνιστά αναγνώριση δικαιώματος κατοχής ανεξαρτήτως των απαιτήσεων του ειδικού νομοθετικού καθεστώτος. Υπό τα δεδομένα αυτά:
(α) Τα αντικείμενα που έχουν αναγνωριστεί ως αρχαιότητες, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά και τη χρονολόγησή τους, να παραδοθούν από την Αστυνομία στο Τμήμα Αρχαιοτήτων, για ασφαλή φύλαξη και διαχείριση σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που προβλέπει το Κεφ.31. Η παράδοση να συνοδεύεται από αναλυτική κατάσταση των αντικειμένων, με αναφορά στους αντίστοιχους αριθμούς τεκμηρίων, ώστε να διασφαλίζεται η ταυτότητα και η κατάσταση διατήρησης καθενός από αυτά. Η παράδοση αυτή δεν αποτελεί δήμευση. Οποιαδήποτε μεταγενέστερη απόδοσή τους στην Κατηγορουμένη δύναται να πραγματοποιηθεί μόνον εφόσον διαπιστωθεί, κατά τις προβλεπόμενες διαδικασίες και από τα αρμόδια όργανα, ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ιδιωτικής κατοχής τους. Η παρούσα διαταγή δεν συνιστά άδεια κατοχής, ούτε υποκαθιστά οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Τμήματος Αρχαιοτήτων ή άλλης αρμόδιας Αρχής.
(β) Ως προς τα νομίσματα, για τα οποία ανέκυψαν ειδικότερες αμφιβολίες αναφορικά με τη γνησιότητα και την προέλευσή τους, να πραγματοποιηθεί εξειδικευμένη επιστημονική εξέταση, με σκοπό την εξακρίβωση των πραγματικών χαρακτηριστικών τους και της ενδεχόμενης υπαγωγής τους στη νομοθετική έννοια της αρχαιότητας. Όσα από τα νομίσματα διαπιστωθεί, κατόπιν της εξέτασης αυτής, ότι δεν συνιστούν αρχαιότητες κατά την έννοια του Κεφ. 31, να επιστραφούν στην Κατηγορουμένη, εφόσον δεν υφίσταται άλλη νόμιμη βάση κατακράτησής τους ή δικαίωμα τρίτου προσώπου που εμποδίζει την απόδοσή τους. Για όσα διαπιστωθεί ότι συνιστούν αρχαιότητες, να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία φύλαξης και διαχείρισης από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, σύμφωνα με τις αρμοδιότητές του.
Οι οδηγίες αυτές αφορούν αποκλειστικά τη διάθεση και φύλαξη των τεκμηρίων μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, χωρίς να μεταβάλλουν την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την απαλλαγή της Κατηγορούμενης.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 439, Σαρρής ν. Καλλέγιας (2011) 1 ΑΑΔ 958, Cybarco Ltd v. Kouashik (2001) 1 ΑΑΔ 2013, Inman v. Abbot and Haliburton (2015) 2 SCR 182, R v. Ward (1992) 2 All ER 577, R. v. Maguire (1992) 2 All ER 433 κ.α..
[3] Ψάλτης ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 113.
[4] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[5] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[6] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[7] Toumba v. The Republic (1984) 2 CLR 110.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο