
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Αίτηση αρ.: 1/2024
(Αναγνώριση και Εκτέλεση
Αλλοδαπής Απόφασης ποινής φυλάκισης)
Αναφορικά με τον περί της Διαδικασίας Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αποφάσεων Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες Επιβάλλουν Ποινές Στερητικές της Ελευθερίας ή Μέτρα Στερητικά της Ελευθερίας Νόμο 67(Ι)/2014
και
Αίτημα από την Ιταλία σχετικά με τον M. F.
Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2025
Εμφανίσεις: χωρίς εμφάνιση
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
1. Έχοντας υπόψη την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Απόφαση – πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008 σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση» ως τροποποιήθηκε με την απόφαση – πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ (στο εξής συνολικά αναφερόμενη «η απόφαση – πλαίσιο») και τις διατάξεις του περί της Διαδικασίας Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αποφάσεων Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες Επιβάλλουν Ποινές Στερητικές της Ελευθερίας ή Μέτρα Στερητικά της Ελευθερίας Νόμου 67(Ι)/2014 (στο εξής «ο νόμος»), την 23.09.2024, εκδόθηκε από το Δικαστήριο, με αυτή τη σύνθεση, θετική γνώση σχετικά με αίτημα κατάδικου, που εκκίνησε τη διαδικασία διαβίβασης, με βάση το άρθρο 4(5) της απόφασης – πλαίσιο, ότι το ενδεχόμενο έκτισης από τον κατάδικο M. F. του υπολοίπου της ποινής φυλάκισης στην Κυπριακή Δημοκρατία θα εξυπηρετούσε καλύτερα την κοινωνική επανένταξη και ενσωμάτωσή του, λόγω της πολυετούς έδρας των οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συνακόλουθα, είχαν δοθεί οδηγίες, με βάση το άρθρο 7(3) του νόμου, να ενημερωθεί αμέσως η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης (Ιταλία) αναφορικά με τη θετική γνώμη στη διαβίβαση της καταδικαστικής απόφασης.
2. Ειδικότερα, με δεδομένο ότι το αίτημα του κατάδικου αναφέρονταν σε κράτος μέλος του οποίου ο κατάδικος δεν έχει την εθνικότητα, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής διαβούλευσης, με βάση το άρθρο 4(3) της απόφασης – πλαίσιο, για την περίπτωση του άρθρου 4(1) της απόφασης – πλαίσιο, είχε ζητηθεί από την Ιταλία, κράτος έκδοσης, η γνώμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, πριν από τη διαβίβαση της καταδικαστικής απόφασης και του πιστοποιητικού. Όπως προκύπτει από τις εισαγωγικές σκέψεις (8) και (9), το άρθρο 3(1) και το άρθρο 4(4)(6) της απόφασης – πλαίσιο, η διαβίβαση της απόφασης και του πιστοποιητικού στο κράτος εκτέλεσης εξαρτάται από τις διαβουλεύσεις μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών έκδοσης και εκτέλεσης και από τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους εκτέλεσης.
3. Η παράμετρος της γνώμης ημερομηνίας 23.09.2024, κατ’ επέκταση και της διαβίβασης, σε αυτό πλέον το στάδιο, είναι η εξυπηρέτηση του σκοπού της κοινωνικής επανένταξης και της επιτυχούς ενσωμάτωσης του καταδίκου στην κοινωνία. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη στοιχεία όπως η διάρκεια της διαμονής ή άλλων δεσμών με το κράτος εκτέλεσης. Η εκτέλεση της ποινής στο κράτος εκτέλεσης θα πρέπει να ενισχύει την πιθανότητα κοινωνικής επανένταξης του καταδίκου. Προκειμένου να βεβαιωθεί ότι η εκτέλεση της ποινής από το κράτος εκτέλεσης θα εξυπηρετήσει το σκοπό της κοινωνικής επανένταξης, η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης λαμβάνει υπόψη στοιχεία όπως, για παράδειγμα, ο δεσμός του ενδιαφερομένου με το κράτος εκτέλεσης, εάν το θεωρεί ως έδρα των οικογενειακών, γλωσσικών, πολιτιστικών, κοινωνικών ή οικονομικών και άλλων δεσμών με το κράτος εκτέλεσης. Στην αξιολόγηση, δεν μπορούν να υπεισέλθουν άλλοι παράγοντες, εξωγενείς, πλην από αυτούς που περιέχονται στην απόφαση – πλαίσιο (π.χ. υπερπληθυσμός φυλακών στο κράτος εκτέλεσης).
4. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν εξ αρχής τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαβούλευσης, ο κατάδικος, ο οποίος κατάγεται από τη Ρουμανία, ηλικίας 46 ετών, έχει συνήθη διαμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία, ειδικότερα στην Πάφο, όπου διαμένει νόμιμα και η οικογένειά του, που αποτελείται από τη σύζυγο και τα δύο παιδιά του. Με βάση το έντυπο που συμπληρώθηκε από τον κατάδικο, δεν έχει διεύθυνση διαμονής στην Ιταλία. Πριν από τη σύλληψή του, είχε την εργασία του στην Κύπρο. Τα προαναφερόμενα καταδείκνυαν την ύπαρξη πολυετούς έδρας των οικογενειακών και των κοινωνικών δεσμών του κατάδικου στην Κύπρο, σε αντίθεση με την Ιταλία, κατά τρόπο ώστε να διαφαίνεται πως η ενδεχόμενη έκτιση του υπολοίπου της ποινής του κατάδικου στην Κύπρο θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της ευκολότερης κοινωνικής επανένταξης και ενσωμάτωσής του.
5. Κατόπιν της προαναφερόμενης διαβούλευσης και θετικής γνώμης, υποβλήθηκε το αίτημα για την εκτέλεση στην Κυπριακή Δημοκρατία, της ποινής που επιβλήθηκε στον προαναφερθέντα κατάδικο με τις αποφάσεις που περιλαμβάνονται στην απόφαση εκτέλεσης συγχωνευμένων ποινών ημερομηνίας 21.05.2019 από τη Γενική Εισαγγελία Εφετών Ρώμης, η οποία ανέρχεται συνολικά σε τρία έτη και έξι μήνες κάθειρξης. Το αίτημα παραλήφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την 12.03.2025 και τέθηκε ενώπιον μου την 21.03.2025. Έχω υπόψη μου την προβλεπόμενη προθεσμία. Για σκοπούς εκτέλεσης, διαβιβάστηκαν πιστοποιητικό σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης – πλαίσιο, που εκδόθηκε την 10.12.2024 από τη Γενική Εισαγγελία Εφετών Ρώμης, έκθεση διαβίβασης των εγγράφων που εκδόθηκε από τη Γενική Εισαγγελία Εφετών Ρώμης την 21.05.2024, και η απόφαση εκτέλεσης συγχωνευμένων ποινών.
6. Στη βάση των στοιχείων αυτών, και με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για να επιληφθεί του αιτήματος, βάσει της αναφερόμενης ως συνήθους διαμονής του ενδιαφερόμενου, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει το άρθρο 4 του νόμου, προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος. Για τον σκοπό αυτό, αναφέρεται πως η εφαρμογή της απόφασης – πλαίσιο και του σχετικού εγχώριου νόμου καθιστά μη αναγκαία την εφαρμογή ή συνεφαρμογή οποιουδήποτε άλλου νομικού πλαισίου σχετικού με τη διευρωπαϊκή μεταφορά καταδίκων.
7. Με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 1(α)(β) της απόφασης – πλαίσιο, και αντίστοιχα του άρθρου 2 του νόμου, «καταδικαστική απόφαση» σημαίνει την αμετάκλητη απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου του κράτους έκδοσης, με την οποία επιβάλλεται ποινή κατά φυσικού προσώπου· «ποινή» σημαίνει οποιαδήποτε στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο που επισύρει στέρηση της ελευθερίας, τα οποία επεβλήθησαν από δικαστήριο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας επί ποινικού αδικήματος για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα.
8. Με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, την 19.12.2013, το Corte Di Appello Di Roma – 3o sezione penale (Εφετείο Ρώμης, Τρίτο Ποινικό Τμήμα), σε αναθεώρηση της απόφασης 19.03.2013 του Δικαστή Προδικαστικής Παραπομπής (G.U.P.) του Δικαστηρίου της Ρώμης, αμετάκλητα, καταδίκασε τον Καθ’ ου η αίτηση σε ποινή ενός έτους και έξι μηνών φυλάκισης, για αδίκημα προαγωγής και εκμετάλλευσης πορνείας κατ’ εξακολούθηση, προβλεπόμενο και ποινικά τιμωρούμενο με βάση τα άρθρα 81 παρ. 2 Π.Κ. 3 ν.8, 4 ν.75/1958, 62 bis Π.Κ. (Ιταλική νομοθεσία), διαπραχθέν στη Ρώμη, από τον Ιούνιο έως την 11.11.2012. Ειδικότερα, ο κατάδικος, σε περισσότερες από μία περιπτώσεις και κατ’ εφαρμογή του ιδίου εγκληματικού σχεδίου, με βία και απειλές, εξανάγκαζε σε πορνεία και εκμεταλλεύονταν τη γυναίκα που κατονομάζεται, χτυπώντας την επανειλημμένα τόσο για να την εξωθήσει στην πορεία σε νυχτερινές ώρες όσο και όταν δεν ήταν ικανοποιημένος από τις εισπράξεις των δραστηριοτήτων της πορνείας που απαιτούσε εις ολόκληρο. Εξέτισε ποινή επτά μήνες και 18 ημέρες φυλάκισης, από την 11.11.2012 μέχρι την 28.06.2013. Την 21.03.2016, η Εισαγγελία Εφετών Ρώμης εξέδωσε διαταγή εκτέλεσης, με ταυτόχρονη αναστολή της εκτέλεσης του υπόλοιπου της ποινής δέκα μηνών και 12 ημερών και χρηματική ποινή. Την 19.04.2016, ο επιβλέπων δικαστής χορήγησε 75 ημέρες πρόωρης απόλυσης σχετικά με τη φυλάκιση, από 11.11.2012 έως 11.05.2013. Την 22.09.2017, ανακλήθηκε η απόφαση αναστολής της ποινής, διατάσσοντας τη σύλληψη του καταδικασθέντος. Την 24.04.2018, το Corte Di Appello Di Roma – 3o sezione penale (Εφετείο Ρώμης, Τρίτο Ποινικό Τμήμα), σε αναθεώρηση της απόφασης 27.04.2015 του Πρωτοδικείου Ρώμης, καταδίκασε αμετάκλητα τον Καθ’ ου η αίτηση, από την 08.10.2018, σε ποινή τριών ετών και έξι μηνών φυλάκισης, για τρία εγκλήματα κατ’ εξακολούθηση: συμμετοχή σε προαγωγή και εκμετάλλευσης πορνείας προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από τα άρθρα 110 Π.Κ., 3 παρ. 2 ν. 8 ν. 75/1958 (Ιταλική νομοθεσία), διαπραχθείσα στη Ρώμη έως την 20.04.2011, απόπειρα παιδικής πορνείας, προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από τα άρθρα 56, 600 bis Π.Κ. (Ιταλική νομοθεσία), διαπραχθείσα στη Ρώμη έως την 20.04.2011, και παράνομη κατακράτηση, προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από τα άρθρα 605 παρ. 1 και 3 Π.Κ. (Ιταλική νομοθεσία), διαπραχθείσα στη Ρώμη έως την 20.04.2011. Ειδικότερα, με άλλα άτομα, προήγαγε και εκμεταλλεύονταν τις ανήλικες κοπέλες που κατονομάζονται, συγκεκριμένα διέθεταν κατ’ εξακολούθηση τα οχήματά τους για την μεταφορά των γυναικών μέχρι την οδό Salaria, στο ύψος της γέφυρας της Villa Spada, όπου αυτές ασκούσαν δραστηριότητες πορνείας, διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο την εκπόρνευσή τους. Έπειτα, αποσπούσε κατ’ εξακολούθηση τα έσοδα από ορισμένες εξ αυτών, αναγκάζοντάς τες να του παραδώσουν τα ποσά που εισέπρατταν από τις σεξουαλικές τους πράξεις. Επίσης, με αναφορά στην απόπειρα παιδικής πορνείας, τέλεσε πράξεις με σαφή πρόθεση να εξαναγκάσει σε πορνεία την ανήλικη κατονομαζόμενη, ειδικότερα, την χτυπούσε στο πρόσωπο και την απειλούσε, προκειμένου να την πείσει να εκδίδεται, αποτυγχάνοντας τον σκοπό του για λόγους ανεξάρτητους της βούλησής του. Επίσης, με αναφορά στην παράνομη κατακράτηση, στέρησε την προσωπική ελευθερία της ανήλικης κατονομαζόμενης, αφού τη μετέφερε στο εσωτερικό οικίας ευρισκόμενης στη Ρώμη, στην οδό που αναφέρεται, την οποία χρησιμοποιούσε, της αφαίρεσε την φωτοτυπία του εγγράφου ταυτότητας, την ακολουθούσε και ήλεγχε κάθε της κίνηση, προκειμένου να μην επιτρέψει να αποχωρήσει από την οικία. Οι ποινές που επιβλήθηκαν με τις προαναφερόμενες αποφάσεις συγχωνεύθηκαν με την απόφαση συγχώνευσης αρ.757/2019 siep – 327/2019 r. cum, εκδοθείσα την 21.05.2019 από τη Γενική Εισαγγελία Εφετών Ρώμης, που καθόρισε τη συνολική προς έκτιση ποινή σε πέντε έτη κάθειρξης και χρηματική ποινή, με παρεπόμενες ποινές. Υπολογίζοντας τη συνολική ποινή φυλάκισης των πέντε ετών από την 21.05.2019, αφαιρέθηκαν ένα έτος και επτά μήνες και τέσσερις ημέρες φυλάκισης ως εκτιθείσα και 75 ημέρες ως πρόωρη απόλυση, και καθορίστηκε το υπόλοιπο της ποινής προς έκτιση σε τρία έτη, δύο μήνες και 11 ημέρες και η χρηματική ποινή. Ο κατάδικος είχε συλληφθεί και παραδοθεί από τις δικαστικές αρχές της Κύπρου κατόπιν ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης που είχαν εκδοθεί από την Εισαγγελία Εφετών Ρώμης για την εκτέλεση της απόφασης συγχώνευσης των συρρεουσών ποινών. Την 10.12.2024 κοινοποιήθηκε από το κράτος έκδοσης στον κατάδικο η απόφαση της διαβίβασης των καταδικαστικών αποφάσεων στην Κυπριακή Δημοκρατία, για σκοπούς αναγνώρισης και εκτέλεσης.
9. Διαπιστώνεται ότι υφίστανται καταδικαστικές αποφάσεις για ποινές φυλάκισης και για συγχωνευθείσα συνολική ποινή φυλάκισης πέντε ετών, με έννοιες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης – πλαίσιο και του νόμου, υποκείμενες σε εκτέλεση.
10. Διαβιβάστηκε, μαζί με τις καταδικαστικές αποφάσεις, με βάση το άρθρο 4 της απόφασης – πλαίσιο, πιστοποιητικό, το οποίο είναι στον προβλεπόμενο τύπο, και δεόντως συμπληρωμένο, καθώς αναφέρονται, σε αυτό, με επάρκεια και σαφήνεια, όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, ως απαιτείται και στο άρθρο 5 της απόφασης – πλαίσιο. Έχει διατυπωθεί και στην Ελληνική γλώσσα, που είναι επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, φέρει σφραγίδα και υπογραφή της αρμόδιας αρχής έκδοσης του κράτους έκδοσης, δηλαδή της Ιταλίας, που βεβαιώνεται μέσω της Κεντρικής Αρχής πως είναι η Γενική Εισαγγελία Εφετών Ρώμης, κατά το άρθρο 6 του νόμου, ενώ συνοδεύεται και από μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα αυτούσια τα έγγραφα των καταδικαστικών αποφάσεων. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για αμφισβήτηση της γνησιότητας των παραληφθέντων εγγράφων.
11. Σύμφωνα με το άρθρο 8 της απόφασης – πλαίσιο, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης αναγνωρίζει την καταδικαστική απόφαση η οποία διαβιβάζεται σύμφωνα με τις πρόνοιές της και λαμβάνει πάραυτα κάθε απαραίτητο μέτρο για την εκτέλεση της ποινής, εκτός εάν η αρμόδια αρχή αποφασίσει να προβάλει κάποιο από τους λόγους μη αναγνώρισης και εκτέλεσης που προβλέπει το άρθρο 9 της απόφασης – πλαίσιο ή αντίστοιχα το άρθρο 10 του νόμου.
12. Ειδικότερα, η απόφαση – πλαίσιο συγκεκριμενοποιεί, στον ποινικό τομέα, τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνώρισης, οι οποίες επιβάλλουν, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το δίκαιο αυτό. Προς τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 8 της απόφασης – πλαίσιο προβλέπει ότι η αρχή εκτέλεσης υποχρεούται κατ’ αρχήν να δεχθεί την αίτηση για την αναγνώριση καταδικαστικής απόφασης και για την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί σε άλλο κράτος μέλος, η οποία της έχει διαβιβαστεί σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της εν λόγω απόφασης –πλαίσιο. Δεν μπορεί κατ’ αρχήν να απορρίψει τέτοια αίτηση παρά μόνον για τους λόγους μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 9 της ίδιας απόφασης – πλαίσιο[1].
13. Έπειτα, ως ορίζει το άρθρο 3 § 4 της απόφασης – πλαίσιο, αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των βασικών νομικών αρχών που κατοχυρώνονται από το άρθρο 6 ΣΕΕ. Σχετική είναι και η αιτιολογική σκέψη 13 της εν λόγω απόφασης – πλαίσιο. Συναφώς, ισχύουν όσα έχουν νομολογηθεί και στο πλαίσιο εκτέλεσης της απόφασης – πλαίσιο 2002/584, για την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης με σκοπό την έκτιση ποινής φυλάκισης. Δηλαδή, χωρούν περιορισμοί των αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών υπό εξαιρετικές περιστάσεις[2], όταν ο Καθ’ ου η αίτηση αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση ή να εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη[3]. Όπως και η απόφαση – πλαίσιο 2002/584, έτσι και η απόφαση – πλαίσιο 2008/909 έχει την έννοια ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί, σε εξαιρετικές περιστάσεις, την αναγνώριση και την εκτέλεση ποινικής καταδικαστικής απόφασης εκδοθείσας στο κράτος μέλος έκδοσης, όταν έχει στη διάθεσή της στοιχεία από τα οποία προκύπτουν συστημικές ή γενικευμένες πλημμέλειες δυνάμενες να επηρεάσουν την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στο κράτος μέλος έκδοσης και να θίξουν, ως εκ τούτου, το ουσιώδες περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος του ενδιαφερομένου σε δίκαιη δίκη[4]. Γίνεται ο ίδιος έλεγχος των δύο σταδίων, όπου, στο πρώτο στάδιο, η αρχή εκτέλεσης καλείται να κρίνει αν υφίστανται αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής, στο κράτος μέλος έκδοσης, του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, λόγω συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στο εν λόγω κράτος μέλος. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης πρέπει να διακριβώσει, σε δεύτερο στάδιο, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακριβή, σε ποιον βαθμό οι διαπιστωθείσες κατά το πρώτο στάδιο πλημμέλειες μπορεί να είχαν επιπτώσεις στη λειτουργία των δικαστηρίων του κράτους μέλους έκδοσης τα οποία είναι αρμόδια για τις διαδικασίες που κινήθηκαν εις βάρος του ενδιαφερομένου και εάν, λαμβανομένων υπόψη της προσωπικής κατάστασής του, της φύσης της αξιόποινης πράξης για την οποία δικάστηκε και του πραγματικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η καταδικαστική απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση και η εκτέλεση, καθώς και των συμπληρωματικών πληροφοριών που ενδεχομένως παρέσχε το εν λόγω κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή της απόφασης – πλαισίου, υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι ένας τέτοιος κίνδυνος επήλθε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση[5]. Η δυνατότητα τέτοιας άρνησης, όπως και κάθε άρνησης που συνιστά εξαίρεση, πρέπει να ερμηνεύεται στενά[6].
14. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν διαπιστώνεται να συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι, εκ των περιοριστικά προβλεπόμενων στο άρθρο 9 της απόφασης – πλαίσιο αντίστοιχα στο άρθρο 10 του νόμου, για τη μη αναγνώριση και εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης. Το πιστοποιητικό που προβλέπεται πλήρες και αντιστοιχεί στις υπό αναφορά καταδικαστικές αποφάσεις. Πληρούνται τα κριτήρια που θεσπίζονται. Η εκτέλεση της ποινής δεν θα ήταν αντίθετη προς τη βασική αρχή ne bis in idem. Δεν εφαρμόζεται το διττό αξιόποινο για τα συγκεκριμένα αδικήματα που αναφέρονται σε σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και παιδική πορνογραφία, καθώς και προαγωγή, παράνομη κατακράτηση και ομηρεία, με βάση την ποινή τους στο κράτος έκδοσης. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για συμπεριφορές αξιόποινες και κατά το εγχώριο δίκαιο. Η εκτέλεση της ποινής δεν έχει παραγραφεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης. Δεν υφίσταται ασυλία σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης, η οποία να καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της ποινής. Η ποινή δεν επιβλήθηκε σε φυσικό πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, λόγω ηλικίας, ότι υπέχει ποινική ευθύνη για τις πράξεις για τις οποίες είχαν εκδοθεί οι καταδικαστικές αποφάσεις. Κατά τη χρονική στιγμή της παραλαβής της καταδικαστικής απόφασης από την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, δεν απομένουν προς έκτιση λιγότεροι από έξι μήνες ποινής. Όσον αφορά την απόφαση ημερομηνίας 10.12.2013 του Εφετείου της Ρώμης – Τρίτο Ποινικό Τμήμα, ο ενδιαφερόμενος είχε εμφανιστεί αυτοπροσώπως. Όσον αφορά την απόφαση ημερομηνίας 24.04.2018 του Εφετείου της Ρώμης – Τρίτο Ποινικό Τμήμα, ο ενδιαφερόμενος δεν είχε εμφανιστεί αυτοπροσώπως, ήταν ελεύθερος, και κατά την εκδίκαση εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο διορισμένο από τον ίδιο, που κατονομάζεται, έχοντας γνώση της προγραμματισμένης δίκης και δίδοντας εντολή στον δικηγόρο του να τον εκπροσωπήσει. Όπως αναφέρεται στο πιστοποιητικό, το Ιταλικό δίκαιο παρέχει στον καταδικασθέντα δικαίωμα προσβολής της απόφασης, σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι δεν έλαβε γνώση, χωρίς δική του υπαιτιότητα, της δίκης ή της απόφασης. Δεν ασκήθηκε τέτοιο δικαίωμα. Ο κατάδικος είχε ζητήσει ο ίδιος τη διαβίβαση, αλλά και συγκατατέθηκε σε αυτήν. Το κράτος εκτέλεσης δεν υπέβαλε αίτηση ώστε ο ενδιαφερόμενος να διωχθεί, να καταδικασθεί ή να στερηθεί κατ’ άλλο τρόπο την ελευθερία του στο κράτος εκτέλεσης για αδίκημα που ετελέσθη πριν από την αιτούμενη μεταφορά του, πλην εκείνου για το οποίο ζητείται η μεταφορά του. Η ποινή που έχει επιβληθεί δεν περιλαμβάνει μέτρο ψυχιατρικής ή ιατρικής μέριμνας ή άλλο μέτρο που συνεπάγεται στέρηση της ελευθερίας, το οποίο να μην μπορεί να εκτελεσθεί από το κράτος εκτέλεσης. Δεν ζητείται η εκτέλεση παρεπόμενων ποινών. Οι προς εκτέλεση αποφάσεις σχετίζονται με ποινικά αδικήματα τα οποία, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, δεν θεωρούνται ότι έχουν διαπραχθεί εν όλω ή κατά μείζον ή ουσιώδες μέρος στο έδαφός του, ή σε τόπο ισοδύναμο με το έδαφός του. Πρόκειται για αδικήματα που διαπράχθηκαν νε όλω στη Ρώμη.
15. Επίσης, δεν διαπιστώνονται οποιεσδήποτε συστημικές πλημμέλειες, ως προς τον τρόπο έκδοσης των υπό αναφορά καταδικαστικών αποφάσεων, που να θέτουν ζητήματα σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα του Καθ’ ου η αίτηση, ενώ παρέλκει περαιτέρω έλεγχος, εφόσον και η διαδικασία ενεργοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος του ιδίου του καταδικασθέντος προσώπου, ο οποίος δεν επιθυμεί να εκτίσει την ποινή του στο κράτος έκδοσης, και συναινεί στην εκτέλεση της εναπομείνασας ποινής του στην Κυπριακή Δημοκρατία, που είναι ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του, πριν από τη σύλληψή του, και όπου διαμένει και η οικογένειά του, για λόγους διευκόλυνσης της κοινωνικής του επανένταξης.
16. Όσα επί της ουσίας διατυπώθηκαν στο κείμενο της θετικής γνώμης ημερομηνίας 23.09.2024, και επαναδιατυπώθηκαν στην παράγραφο 4 της παρούσας απόφασης, φαίνεται πως εξακολουθούν να ισχύουν έως και σήμερα, χωρίς οποιαδήποτε γνωστή διαφοροποίηση.
17. Δεν κρίνεται πως χρειάζεται οποιαδήποτε δικαστική προσαρμογή της ποινής, με βάση την εγχώρια νομοθεσία, εφόσον η συνολική ποινή που αναφέρθηκε ως η ποινή προς εκτέλεση στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ασυμβίβαστη με το εγχώριο δίκαιο, όσον αφορά τη διάρκεια ή τη φύση της. Προς αυτό, σημειώνεται ότι η μαστροπεία κατά το άρθρο 157 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου Κεφ. 154 (ΠΚ), ως και η υποκίνηση ή ανοχή νεαρής γυναίκας κάτω των 18 ετών, από πρόσωπο που έχει την κατοχή, συμμετοχή ή βοήθεια στη διεύθυνση ή στον έλεγχο υποστατικού, στο να καταφεύγει η νεαρή γυναίκα εκεί με σκοπό να παραμείνει για παράνομη συνουσία κατά το άρθρο 160 ΠΚ, ως και η παράνομη κατακράτηση γυναίκας κατά το άρθρο 162 ΠΚ ή και η εκμετάλλευση πορνών κατά το άρθρο 164 ΠΚ, είναι αδικήματα που τιμωρούνται με ανώτατη ποινή φυλάκισης μέχρι τα πέντε χρόνια, ενώ άλλα συναφή αδικήματα του ιδίου κεφαλαίου τιμωρούνται με διαφορετικής έκτασης ποινές φυλάκισης. Ήταν σε χρόνο μεταγενέστερο της διάπραξης των υπό αναφορά αδικημάτων που θεσπίστηκε ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμος 60(I)/2014, ο οποίος προβλέπει, για τη σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων προσώπων ποινή φυλάκισης μέχρι και 25 χρόνια, και δια βίου φυλάκιση για την εμπορία ή τη σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών. Με βάση τον ίδιο ειδικό ποινικό νόμο, η ζήτηση, είσπραξη ή χρήση υπηρεσιών σεξουαλικής εκμετάλλευσης, τιμωρείται επίσης με φυλάκιση μέχρι τα δέκα έτη, ενώ σε περίπτωση που το θύμα είναι παιδί, με δια βίου φυλάκιση. Συνεπώς, η συνολική ποινή των πέντε ετών, για κατ’ εξακολούθηση αδικήματα τέτοιας φύσης, που έχουν συγχωνευθεί, κατ’ επέκταση και η εναπομείνασα προς εκτέλεση ποινή, είναι μέσα σε πλαίσιο που θα μπορούσε έχει εφαρμογή και στο εγχώριο δίκαιο, με δεδομένη τη μη δυνατότητα επιβάρυνσης της θέσης του Καθ’ ου η αίτηση.
18. Επειδή διαπιστώνονται πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της απόφασης – πλαίσιο και αντίστοιχα του νόμου, και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος άρνησης ή αναβολής της αιτούμενης εκτέλεσης, στο σύνολό της:
Εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζονται και κηρύσσονται εκτελεστές στην Κυπριακή Δημοκρατία οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν με τις δικαστικές αποφάσεις του Corte Di Appello Di Roma – 3o sezione penale (Εφετείο Ρώμης – 3ο Ποινικό Τμήμα) που κατέστησαν αμετάκλητες την 05.03.2014 και 08.10.2018, στις υποθέσεις n.7587/2013 R.G. – 9870/2013 sent. και n.20673/2016 R.G. – 4547/2018 sent., αντίστοιχα, ως έχουν συγχωνευτεί με την απόφαση συγχώνευσης συρρεουσών ποινών αρ. 757/2019 siep – 327/2019 r.cum, ημερομηνίας 21.05.2019 της Γενικής Εισαγγελίας Εφετών Ρώμης, η οποία όρισε τη συνολική ποινή φυλάκισης σε πέντε έτη, και αυτή η απόφαση συγχώνευσής τους, ώστε ο κατάδικος M. F., που επί του παρόντος είναι κρατούμενος στο σωφρονιστικό κατάστημα Civitavecchia, να εκτίσει το υπόλοιπο της συνολικής ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί από το κράτος έκδοσης (Ιταλία), στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως η καταδικαστική απόφαση να είχε εξ αρχής εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου.
19. Να πληροφορηθεί από το Πρωτοκολλητείο η αρχή έκδοσης, μέσω της Κεντρικής Αρχής, σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 23 § 1(β) του νόμου, για την έκδοση απόφασης αναγνώρισης και εκτέλεσης, χωρίς δικαστική προσαρμογή της χρονικής διάρκειας της συνολικής ποινής.
20. Με δεδομένο ότι ο κατάδικος βρίσκεται στο έδαφος του κράτους έκδοσης, να συμφωνηθεί η χρονική στιγμής της μεταφοράς του κατάδικου στην Κυπριακή Δημοκρατία, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην απόφαση – πλαίσιο. Η εκτέλεση της ποινής στην Κυπριακή Δημοκρατία ρυθμίζεται από το εγχώριο δίκαιο σχετικά με την εκτέλεση των ποινών.
21. Να αφαιρεθεί η συνολική διάρκεια κράτησής του στο κράτος έκδοσης για τους σκοπούς εκτέλεσης της ποινής.
22. Να ακολουθηθεί ο νόμος για τα περαιτέρω.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Poltorak, C‑452/16 PPU, 10.11.2016, EU:C:2016:858, σκέψη 26, και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie, C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, 22.02.2022, EU:C:2022:100, σκέψη 40, Staatsanwaltschaft Aachen, C-819/21, 09.11.2023, EU:C:2023:841, σκέψη 19.
[2] Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, 05.04.2016, EU:C:2016:198, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία,
[3] Minister for Justice and Equality, C‑216/18 PPU, 25.07.2018, EU:C:2016:586, σκέψεις 48 και 59, και Openbaar Ministerie, C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, 22.02.2022, EU:C:2022:100, σκέψεις 45 και 46.
[4] Staatsanwaltschaft Aachen, C-819/21, 09.11.2023, EU:C:2023:841.
[5] Staatsanwaltschaft Aachen, C-819/21, 09.11.2023, EU:C:2023:841.
[6] Κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 12ης Ιουλίου 2022, Minister for Justice and Equality, C‑480/21, EU:C:2022:592, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο