Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. D. E. L., Αρ. Υπόθεσης: 9627/2023, 13/3/2025
print
Τίτλος:
Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. D. E. L., Αρ. Υπόθεσης: 9627/2023, 13/3/2025
Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. D. E. L., Αρ. Υπόθεσης: 9627/2023, 13/3/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 9627/2023

 

     Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου

 

εναντίον

 

            D. E. L.

                                                            Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 13/03/2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (κος Κ. Στυλιανού για να ακούσει την ποινή)

Για τον Κατηγορούμενο: κα Β. Χαραλάμπους   

Κατηγορούμενος παρών

 

Π Ο Ι Ν Η

 

Α.   Το Κατηγορητήριο

Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στις ακόλουθες κατηγορίες:

·         Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτής ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (πρώτη κατηγορία)∙

·         Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, κατά παράβαση του άρθρου 235Α(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία)∙

·         Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης (τρίτη κατηγορία)∙

·         Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου (τέταρτη κατηγορία)∙

·         Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος που είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο (πέμπτη κατηγορία)∙ και

·         Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (έκτη κατηγορία).

 

Β.   Τα Γεγονότα της Υπόθεσης

Τα γεγονότα, τα οποία κατατέθηκαν γραπτώς από την Κατηγορούσα Αρχή (Έγγραφο Α) και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως:

 

Στις 05/11/2023 και περί την ώρα 00.40 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [  ] στην οδό Ικάρου στην Πάφο με δυτική κατεύθυνση προς την οδό Αγίου Αγαπητικού. Ο εν λόγω δρόμος βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση, και το πλάτος του δρόμου είναι 7,60 μέτρα και το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά την ένωση της πιο πάνω οδού με την οδό Αγαπήνωρος, το μπροστινό μέρος του οχήματος του Κατηγορούμενου συγκρούστηκε με το θύμα. Το θύμα ήταν πεζό, και εκείνη την στιγμή διασταύρωνε κάθετα τον δρόμο από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Στο σημείο όπου το θύμα άρχισε να διασταυρώνει επί της πιο πάνω συμβολής υπάρχει κτιστή νησίδα και το θύμα είχε καλύψει απόσταση 5,70 μέτρων εντός του δρόμου κατά τον χρόνο της σύγκρουσης του με το όχημα όπου οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Από το κτύπημα, το θύμα εκτινάχθηκε αρχικά στο μπροστινό καπό και στην συνέχεια στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Στην συνέχεια το σώμα του θύματος έπεσε στον δρόμο σε απόσταση 40 μέτρων περίπου από το σημείο της σύγκρουσης. Το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 50 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης και σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από το σημείο όπου έπεσε το σώμα του θύματος επί της ασφάλτου.

 

Ο Κατηγορούμενος αμέσως μετά την ακινητοποίηση του οχήματος του, εγκατέλειψε την σκηνή του δυστυχήματος πεζός παραλείποντας να παράσχει βοήθεια στο θύμα. Κατατέθηκε στο Δικαστήριο το τελικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος επί κλίμακας (Τεκμήριο Α), πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο Β), και βιβλιάριο με 49 φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο Γ). Επίσης κατατέθηκε βίντεο από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης παρακείμενου υποστατικού,  στο οποίο αποτυπώνεται η πορεία του πεζού πριν το δυστύχημα και η πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος λίγα δεύτερα πριν την σύγκρουση (Τεκμήριο Δ). Από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης διαφαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε το θύμα επί της οδού εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του, ωστόσο δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση με τον πεζό. Η Κατηγορούσα Αρχή, έπειτα από σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, δεν ήταν σε θέση να καθορίσει την ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενου, τόσο κατά τους χρόνους πριν την σύγκρουση όσο και κατά τους χρόνους της σύγκρουσης.

 

Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύκτας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η επιφάνεια της ασφάλτου ήταν στεγνή και στο μέρος υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός τόσο από λαμπτήρες της ΑΗΚ όσο και από εξωτερικό φωτισμό παρακείμενου εστιατορίου.

 

Συνέπεια της εν λόγω σύγκρουσης το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα. Το θύμα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου την ίδια ημέρα, και ώρα 02.08, η επί καθηκόντι ιατρός Δρ. Χ. Έλληνα, αφού εξέτασε το θύμα διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός και εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου. Διενεργήθηκε νεκροψία στην σορό του θύματος, και σύμφωνα με το πόρισμα αυτής, ο θάνατος του θύματος προήλθε από πολλαπλές κακώσεις σώματος καθώς και πλήρη διατομή σπονδυλικής στήλης και σύστοιχα νωτιαίου μυελού. Επίσης, σύμφωνα με τις επιστημονικές εξετάσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους, το θύμα βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, έχοντας στο αίμα αναλογία 364 mg και στο οφθαλμικό υγρό 270 mg.  

 

Την ίδια ημέρα και ώρα 02.15, ενώ τα μέλη της Τροχαίας Πάφου βρίσκονταν ακόμη στην σκηνή του δυστυχήματος, ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στο μέρος και ανέφερε στα μέλη της τροχαίας ότι αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΚΖ697 κατά την ώρα του δυστυχήματος. Αφού του επεστήθηκε η προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε: «It was an accident». Στον Κατηγορούμενο διενεργήθηκε προκαταρτική εξέταση αλκοτέστ με μηδενική ένδειξη. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην Τροχαία Πάφου, όπου την ίδια ημέρα εναντίον του εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επεστήθηκε η προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε: «I want to call my wife».

 

Συνέπεια της εν λόγω σύγκρουσης το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος υπέστη εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό μέρος του προφυλακτήρα του, στο καπό και στον μπροστινό ανεμοθώρακα.

 

Από περαιτέρω εξετάσεις όπου διενεργήθηκαν, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος την υπό κρίση ημέρα οδηγούσε χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του οχήματος, και ενώ το όχημα ήταν δηλωμένο ως ακινητοποιημένο.

 

Στις 6/11/2023 επιθεωρήθηκε το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος από ειδικό και δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος.

 

Το θύμα ήταν 33 ετών, καταγόταν από την Γεωργία, ήταν παντρεμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, τα οποία διέμεναν με την σύζυγο του στην Γεωργία, και το θύμα βρισκόταν στην Κύπρο τους τελευταίους μήνες ως αιτητής πολιτικού ασύλου.

 

Συμπληρωματικά, των πιο πάνω γεγονότων, η κα Σάββα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και βαρύνεται με 4 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του.

 

Γ.    Εισηγήσεις Συνηγόρου Κατηγορούμενου

Με την αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του.

 

Ως προς τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες η συνήγορος του υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας ημερομηνίας 3/2/2026, και η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, στην οποία, αναφέρονται, συνοπτικά,  τα ακόλουθα:

 

Ο Κατηγορούμενος, είναι σήμερα 26 ετών, κατάγεται από το Κονγκό, και το έτος 2021 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο ως αιτητής ασύλου. Στην Κύπρο γνώρισε την σύζυγο του, η οποία κατάγεται από τη Λιβερία, παντρευτήκαν, και μαζί απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας σήμερα 3 ετών. Η οικογένεια αναμένει το δεύτερο της παιδί, με την σύζυγο του Κατηγορούμενου να διανύει τον έβδομο μήνα της κύησης της.

 

Ο Κατηγορούμενος σε ηλικία 16 χρονών εντάχθηκε σε πανεπιστήμιο της χώρας του στον κλάδο της οδοντιατρικής. Διέκοψε τον τελευταίο χρόνο λόγω των σοβαρών πολιτικών προβλημάτων που επικρατούσαν στην χώρα του και το έτος 2021 ήρθε στην Κύπρο αναζητώντας άσυλο. Στην Κύπρο εργάζεται σε ξενοδοχείο στην Πάφο με μηνιαίο μισθό €1,100.  Η σύζυγος του είναι οικοκυρά, και ένεκα τούτου η οικογένεια του Κατηγορούμενου εξαρτάται εξολοκλήρου από τον ίδιο.  Η οικογένεια διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με μηνιαίο ενοίκιο €455.

 

Η συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του προς όφελος του Κατηγορούμενου το λευκό του ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του αφού σήμερα είναι 26 ετών και κατά τους χρόνους διάπραξης των αδικημάτων ήταν 24 ετών, την άμεση παραδοχή του, την συνεργασία του με τις αρχές, καθώς και το ότι το θύμα κατά τους χρόνους της σύγκρουσης ήταν σε κατάσταση μέθης (έχοντας στο αίμα αναλογία 364 mg και στο οφθαλμικό υγρό 270 mg) με ελάχιστη ικανότητα προσοχής. Ανέφερε επίσης ότι κατά τους χρόνους της σύγκρουσης, ο Κατηγορούμενος επέστρεφε από την εργασία του, και ένεκα της κούρασης του δεν του δόθηκε η ικανότητα να αντιληφθεί το θύμα και να αντιδράσει αμέσως.

 

Σχετικά με την εγκατάλειψη της σκηνής του δυστυχήματος, η συνήγορος του Κατηγορούμενου ανέφερε ότι ο τελευταίος υπέστη σοκ λόγω της σύγκρουσης, και από τον φόβο που τον διακατείχε απομακρύνθηκε από την σκηνή του δυστυχήματος. Ο ίδιος πήγε σε ένα κοντινό πάρκο πεζός σε μια προσπάθεια του συνέλθει, και μετέπειτα πήγε στο σπίτι του όπου διηγήθηκε τα πάντα στην σύζυγο του και λίγο αργότερα παρουσιάστηκε στην σκηνή του δυστυχήματος αναφέροντας στους αστυνομικούς τα όσα έλαβαν χώρα, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη των πράξεων του.

 

Σχετικά με την άδεια οδήγησης του, αναφέρθηκε ότι ο Κατηγορούμενος κατέχει άδεια οδήγησης στην Ζιμπάπουε, και δεν γνώριζε ότι δεν ίσχυε στην Κύπρο. Αναφέρθηκε επίσης ότι το εν λόγω όχημα άνηκε στην σύζυγο του Κατηγορούμενου, δεν το χρησιμοποιούσαν και για αυτό τον λόγο δεν είχε ασφάλεια έναντι τρίτου, όμως λόγω του ότι την επίμαχη ημέρα θα σχόλαγε αργά από την εργασία του και δεν είχε άλλο τρόπο να επιστρέψει στο σπίτι του αναγκάστηκε να το οδηγήσει.

 

Καταληκτικά η συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία και να αναστείλει τυχόν ποινή φυλάκισης που του επιβληθεί, τονίζοντας την ανάγκη που έχει το ανήλικο παιδί του τον Κατηγορούμενο.

 

Δ.   Νομική Πτυχή των Κατηγοριών

Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, και ιδιαίτερα αυτά της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, είναι πολύ σοβαρά.

 

     i.        Πρόκληση  πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτής ή επικίνδυνης πράξης  ή συμπεριφοράς

Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες».

 

Από το λεκτικό του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι το ζητούμενο είναι η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 220). Το εν λόγω άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί απερίσκεπτη ή αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.

 

Στην πρόσφατη απόφαση Παύλος Πισσαρίδης ν Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις υπ’ αριθμό 67/2023, 68/2023, ημερομηνίας 29/5/2025, έγινε μια πολύ χρήσιμη ανασκόπηση της νομολογίας σχετικά με τις διάφορες διαζευκτικά τιθέμενες πράξεις ή συμπεριφορές με τις οποίες διαπράττεται το αδίκημα. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 

«Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό πως οι διάφορες διαζευκτικά τιθέμενες πράξεις ή συμπεριφορές με τις οποίες διαπράττεται το αδίκημα ελέγχονται στη βάση αντικειμενικού κριτηρίου και είναι στην πραγματικότητα αμελείς συμπεριφορές υπό τη μορφή σφάλματος («Εγκλήματα εναντίον της ζωής και της υγείας στο Κυπριακό Ποινικό Δίκαιο», Γ. Τζωρτζή, 1991, σ. 101). Το ότι εφαρμόζεται το αντικειμενικό κριτήριο προκύπτει και από την κλασσική στο θέμα RvLawrence [1981] 1 All E.R. 974 ("...the standard of the ordinary prudent motorist...") καθώς και από την RvGosney [1971] 55 CrAppR. 502, κατά την επεξήγηση της «επικίνδυνης πράξης» ("Fault involves a failurea falling below the care or skill of a competent and experienced driver...").

 

Ειδικότερα, ως προς την έννοια του όρου «επικίνδυνη» πρέπει να λεχθεί πως είναι η συμπεριφορά η οποία δημιουργεί κίνδυνο για τη ζωή άλλου προσώπου αλλά παράλληλα πρέπει να τονιστεί ξανά αυτό που εξηγήθηκε στη Σάββα v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 115, ήτοι ότι: «...η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι από αυτή την άποψη, όπως εξηγείται, που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης». Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, στην ίδια υπόθεση παρατέθηκαν από την υπόθεση Gosney (ανωτέρω) τα εξής: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία».

 

Στην υπόθεση Πέτρου v. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 233 επίσης τονίστηκε πως για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) και η αποτυχία οδηγού να δει την πεζή η οποία ήταν ορατή από αρκετή απόσταση ενόσω εκείνη διασταύρωνε τον δρόμο, κρίθηκε ως επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά που στοιχειοθετούσε το αδίκημα του Άρθρου 210 Π.Κ. Παρομοίως κρίθηκε και στην ίδια την υπόθεση Σάββα (ανωτέρω), στην οποία ο κατηγορούμενος είχε οδηγήσει το αυτοκίνητό του σαφώς επικίνδυνα εκεί που στεκόταν ο αποβιώσας, παρότι ο δρόμος στα δεξιά ήταν ελεύθερος και ενώ ώφειλε να τον είχε δει από αρκετά μεγάλη απόσταση. Η αποτυχία του να τον δει συνιστούσε σφάλμα του και αυτό προφανώς δεν ήταν ασύνδετο και προς τη μειωμένη ικανότητά του να οδηγεί, λόγω της κατανάλωσης οινοπνεύματος και της μεγάλης ταχύτητας.

 

Ως προς τον όρο «απερίσκεπτη» είναι αυτονόητο ότι σημαίνει για το στάδιο αυτό την ενέργεια, δράση ή συμπεριφορά η οποία γίνεται χωρίς περίσκεψη, ασυλλόγιστα, επιπόλαια, αστόχαστα, η οποία δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε άλλο πρόσωπο. Ως παράδειγμα δύναται να αναφερθεί η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσοστόμου (Αρ.1) (2002) 2 Α.Α.Δ. 473, στην οποίαν ο 17ετής κατηγορούμενος, χωρίς άδεια οδήγησης, εντελώς άπειρος και χωρίς βασικές γνώσεις για την οδήγηση ανέλαβε να οδηγήσει εντός κατοικημένης περιοχής, μεταφέροντας επιβάτες, σε στενό δρόμο με αλλεπάλληλες στροφές και μάλιστα κατά τη νύκτα. Κρίθηκε πως αυτά αποτελούν απερίσκεπτη συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορούμενου ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως «κινούμενος κίνδυνος». Η υπόθεση Ανδρέου v. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 409 αφορούσε περίπτωση στην οποία μαθητευόμενος οδηγός, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και εισήλθε απότομα στην αντίθετη λωρίδα, χωρίς δυνατότητα αποφυγής της θανατηφόρας σύγκρουσης. Κρίθηκε πως με την υπερβολική ταχύτητα η οδήγηση, η οποία ήταν εν πάση περιπτώσει επικίνδυνη και εντός του Άρθρου 210 Π.Κ., ταξινομείτο πλέον και ως απερίσκεπτη.

Για τον όρο «αλόγιστη», καθοδήγηση λαμβάνεται από την υπόθεση Ζυπιτής κ.ά. v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 220, από την οποία προκύπτει ότι σημαίνει μη λελογισμένη ενέργεια, η οποία δηλαδή δεν είναι απόρροια της κοινής λογικής και η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο.

 

Όσον αφορά την απαιτούμενη mens rea θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι το ίδιο το Άρθρο 210 Π.Κ. ορίζει ότι η «αμέλεια» αυτή δεν πρέπει να είναι «υπαίτια» (culpable negligence). Αυτό εξηγείται και στη Μαυρομμάτης v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 69, στην οποία με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία, εξηγείται ότι η «ποινική» αμέλεια του Άρθρου 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτια αμέλεια του Άρθρου 205 (ανθρωποκτονία) αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, η οποία ευρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την «αστική» αμέλεια (civil law negligence). Όπως συναφώς εξηγείται στις υποθέσεις Ιωάννου v. Δημοκρατίας (2015) 2(Α) Α.Α.Δ. 256 και Λοϊζίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (2014) 2(Β) Α.Α.Δ. 965 για το Άρθρο 205 απαιτείται η ενσυνείδητη ή υποκειμενική αμέλεια ("recklessness") της υπόθεσης Cunningham [1957] 2 All E.R. 412 ("the accused has foreseen that the particular kind of harm might be done and yet has gone on to take the risk of it"), ενώ για το Άρθρο 210 Π.Κ. αρκεί ο κατηγορούμενος να έχει αντιληφθεί τον κίνδυνο ως μια δυνατότητα (possibility), χωρίς να απαιτείται επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου.

 

Η ουσία του πράγματος είναι πως, ως είχαμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε στην υπόθεση Χριστοφή (ανωτέρω), για τη στοιχειοθέτηση της αναγκαίας mens rea του Άρθρου 210 Π.Κ. αρκεί reckless συμπεριφορά υπό την έννοια που έχει αναλυθεί στην υπόθεση RvLawrence (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο:

 

        (α)   Πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπον που δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχαινε να χρησιμοποιούσε τον δρόμο και

 

        (β)   Δεύτερον, ότι ο κατηγορούμενος οδηγώντας κατ' αυτό τον τρόπο δεν είχε αναλογιστεί την πιθανότητα (possibility) ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή έχοντας αναλογιστεί πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος εντούτοις συνέχισε αναλαμβάνοντας τον.

 

Το Δικαστήριο είναι που αποφασίζει κατά πόσον ο κίνδυνος αυτός ήταν εμφανής και σοβαρός και κατά την απόφαση του αυτή χρησιμοποιεί το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού. Αν εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα το Δικαστήριο δικαιούται να συμπεράνει ότι υπήρχε είτε η μια είτε η άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που απαιτούνται, αφού εξεταστεί όμως και οποιαδήποτε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα».

 

Εκτίμηση Δικαστηρίου

Στρεφόμενη τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον η οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου ή εάν ο Κατηγορούμενος υπέπεσε σε κάποιο σφάλμα, με τρόπο, ώστε, έστω και στιγμιαία, το επίπεδο προσοχής και φροντίδας που επέδειξε να υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό.

 

Το ερώτημα αυτό απαντάται αντικειμενικά, από τα γεγονότα που πλαισιώνουν την κάθε περίπτωση. Και τα γεγονότα στην υπό κρίση περίπτωση έχουν ως ακολούθως.

 

Στις 05/11/2023 και περί ώρα 00.40 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στην οδό Ικάρου με δυτική κατεύθυνση. Ο εν λόγω δρόμος βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση, και το πλάτος του δρόμου είναι 7,60 μέτρα. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Ο καιρός κατά τους χρόνους της σύγκρουσης ήταν αίθριος και η επιφάνεια της ασφάλτου ήταν στεγνή. Στο μέρος υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός τόσο από λαμπτήρες της ΑΗΚ όσο και από εξωτερικό φωτισμό παρακείμενου εστιατορίου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά την ένωση της πιο πάνω οδού με την οδό Αγαπήνωρος, ο Κατηγορούμενος συγκρούστηκε με το θύμα, το οποίο ήταν πεζό. Το θύμα την στιγμή της σύγκρουσης διασταύρωνε κάθετα την οδό Ικάρου, από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το τελικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος το θύμα άρχισε να διασταυρώνει επί της πιο πάνω συμβολής, και ενώ κάλυψε απόσταση 5,70 μέτρων εντός του δρόμου, το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος συγκρούστηκε με το θύμα. Δηλαδή το θύμα, κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, είχε ήδη διασταυρώσει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, είχε διανύσει μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου, και βρισκόταν περίπου στο μέσο αυτής.  Τούτο προσδίδει, σαφώς, μια χρονική διάρκεια μέχρι ο πεζός να φθάσει στο κέντρο του δρόμου και να συνεχίσει την πορεία του με σκοπό να ολοκληρώσει την διασταύρωση του δρόμου. Η αντίδραση του Κατηγορούμενου καταγράφεται στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, όταν πριν την σύγκρουση εφαρμόζει τα φρένα του οχήματος του. Ωστόσο δεν κατάφερε να αποφύγει το μοιραίο. Από την σύγκρουση το θύμα εκτινάχθηκε αρχικά στο μπροστινό καπό και στην συνέχεια στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου.

 

Ως εκ των ανωτέρω, διαφαίνεται ότι η παράλειψη, η οποία συνιστά και το σφάλμα του Κατηγορούμενου, έγκειτο στο ότι δεν εντόπισε έγκαιρα τον πεζό στον δρόμο, και συγκεκριμένα όταν ξεκίνησε ο πεζός να διασταυρώνει κάθετα την οδό Ικάρου. Και αυτή η παράλειψη συνεχίστηκε ακόμα και όταν ο πεζός διένυσε όλη την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, και είχε διανύσει μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου, και στο σύνολο είχε διανύσει 5,70 μέτρα εντός της ασφάλτου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παράλειψη του Κατηγορούμενου να εντοπίσει τον πεζό και να λάβει έγκαιρα αποτρεπτικά μέτρα, αποτελεί πτώση από το επίπεδο οδήγησης ενός μέσου και συνετού οδηγού. Είναι θέμα κοινής λογικής ότι οποιοσδήποτε μέσος συνετός και επιμελής οδηγός θα φρόντιζε να έχει την προσοχή του στον πεζό όταν αυτός ξεκινούσε να διασταυρώνει τον δρόμο. Δεδομένου μάλιστα ότι υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός στο σημείο. Ο Κατηγορούμενος όφειλε να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις και να τηρεί τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα, πόσο μάλλον κατά τους χρόνους της μοιραίας σύγκρουσης, όπου ήταν βράδυ.

 

Με δεδομένο ότι δεν αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή η ύπαρξη ψηλής ταχύτητας από τον Κατηγορούμενο, και λαμβάνοντας υπόψη την αντίδραση του Κατηγορούμενου ως καταγράφηκε στο σύστημα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, ήτοι να εφαρμόσει τα φρένα του οχήματος του κάποια δεύτερα πριν την σύγκρουση, υποδηλώνεται η απουσία πλήρους προσοχής στο δρόμο. Αυτή η παράλειψη εντάσσεται στον ορισμό της επικίνδυνης οδήγησης. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε το θύμα, το οποίο είχε καλύψει απόσταση 5,70 μέτρων, υποδηλώνει την αμέλεια που είχε ο Κατηγορούμενος, αμέλεια η οποία δημιούργησε μια αντικειμενικά κρινόμενη επικίνδυνη κατάσταση για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Ακριβώς λόγο της απόστασης όπου είχε ήδη διανύσει το θύμα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η συμπεριφορά αυτή υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα. Το στιγμιαίο αφορά μια απρόσεκτη κίνηση ή ενέργεια ή παράλειψη της στιγμής και όχι μια παρατεταμένη και συνεχή επικίνδυνη οδήγηση.

 

Ο Κατηγορούμενος όφειλε να είχε αντιληφθεί τον πεζό κατά τους χρόνους που αυτός ξεκινούσε να διασταυρώνει εντός τους δρόμου, και προσεγγίζοντας τον όφειλε να μειώσει την ταχύτητά του, ούτως ώστε να δύναται να ακινητοποιήσει το όχημά του, οποτεδήποτε και αν τυχόν εκδηλώνετο κίνδυνος επαφής ή κτυπήματος. Πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει ο Κατηγορούμενος, όπως επιβεβαιώνεται και από το ότι, όταν χρειάστηκε, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, παρά τη χρήση φρένου (βλ. Βασίλειος Ελευθερίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 151/2022, 17/7/2025).

 

Όφειλε ο Κατηγορούμενος να δει το θύμα από αρκετά μεγάλη απόσταση, ήταν σφάλμα του να μην τον δει, και αυτό το σφάλμα είχε ως αποτέλεσμα ένας νέος άνδρας, πατέρας δυο παιδιών, να βρίσκεται τώρα στον τάφο.

 

Επιβαρυντικός μάλιστα παράγοντας για τον Κατηγορούμενο είναι η διάπραξη και των υπόλοιπων αδικημάτων ως παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο, και συγκεκριμένα ότι το μοιραίο αυτό βράδυ οδηγούσε το όχημα χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι τρίτου, χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη αυτού, όπου ήταν η σύζυγος του, αλλά κυρίως, ότι εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, αφήνοντας το θύμα αβοήθητο.

 

    ii.        Εγκατάλειψη Τόπου Ατυχήματος Χωρίς Παροχή Βοήθειας

Πολύ σοβαρή είναι και η δεύτερη κατηγορία όπου αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Σύμφωνα με το άρθρο 235Α(1) του Ποινικού Κώδικα, όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €15.000. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 235Α(4) του Ποινικού Κώδικα, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1) ή (2), στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη από την ημερομηνία της καταδίκης του, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο.

 

Στην υπόθεση Ανδρέας Πουμπουρής v Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 1, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα, τόνισε τα ακόλουθα:

 

«Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω διάταξη είναι προφανής και νομίζουμε πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ωστόσο, επιγραμματικά θα επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι δηλαδή κάθε οδηγός οχήματος που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος. Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος ενώ η εγκατάλειψη του μπορεί ακόμη να οδηγήσει και στο θάνατο. Συνιστά άκρως εγωιστική συμπεριφορά η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου δυστυχήματος χωρίς βοήθεια, όταν μάλιστα, είναι τέτοιες οι συνθήκες ώστε να καθίσταται απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας μέσα σε σύντομο χρόνο

 

Περαιτέρω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν  MANRAJ SINGH SIDHU, Ποινική Έφεση 152/2022, 01/12/2022 λέχθηκε ότι η «εγκατάλειψη θύματος και η μη παροχή βοήθειας σε αυτό, συνιστά μια άκρως αντικοινωνική και εγωιστική συμπεριφορά.  Αποκαλύπτει έλλειψη σεβασμού προς τον πλησίον.  Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει ανθρώπινες ζωές.  Τέτοιες συμπεριφορές θα πρέπει κατά κανόνα να αντιμετωπίζονται με την επιβολή αυστηρών ποινών».  

 

Η σοβαρότητα μάλιστα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαράλαμπου Βασιλείου, Ποινική Έφεση 133/2025, 30/9/2025, στην οποία λέχθηκε ότι το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος είχε πανικοβληθεί, δεν αναιρούσε την επιδεικνυόμενη αδιαφορία του για τις συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς του προς τον συνάνθρωπο του. Τονίστηκε ότι έστω υπό το κράτος των συναισθημάτων του, όφειλε να βοηθήσει το θύμα.  

 

Ε.   Εξατομίκευση Ποινής

Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v Police (1986) 2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας ανωτέρω).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω:

 

α.    Το λευκό του ποινικό μητρώο, κάτι το οποίο του δίδει το δικαίωμα να έχει μεγαλύτερη απαίτηση από το Δικαστήριο όπως επιδείξει στο πρόσωπό του τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.

 

β.    Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούμπαλος v Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28).

 

γ.    Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές διαφάνηκαν μέσα από την αγόρευση της συνηγόρου του, αλλά και από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.  Ιδιαίτερη σημασία δίδεται από το Δικαστήριο στο ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, που σήμερα βρίσκεται στην τρυφερή ηλικία των 3 ετών και η οικογένεια του αναμένει να αποκτήσει το δεύτερο της παιδί, ένεκα του ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου διανύει τον έβδομο μήνα της κύησης της. Ο Κατηγορούμενος είναι το μόνο άτομο το οποίο εργάζεται και καλύπτει τα έξοδα της οικογένειας του, με μηναίο εισόδημα ύψους €1,100, καθ’ ότι η σύζυγος του είναι οικοκυρά.

 

δ.    Δεν μπορώ να παραγνωρίσω φυσικά τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης που θα έχει στην οικογένεια και στα εξαρτώμενα του Κατηγορουμένου (βλ. Μ.Θ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 174). Ο αντίκτυπος της καταδίκης, πέραν της ψυχολογικής αστάθειας που φυσιολογικά επέρχεται στη συνοχή της οικογένειας και των μελών της, στην περίπτωση του Κατηγορούμενου θα έχει και πρακτικό αποτέλεσμα καθ’ ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο μοναδικός οικονομικός προστάτης της οικογενείας του. Στην υπόθεση Domotov κ.ά. ν Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 328 αποφασίστηκε ότι οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, αλλά δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής.

 

ε.    Περαιτέρω, δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο το Δικαστήριο το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου ο οποίος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 24 ετών και σήμερα είναι ηλικίας 26 ετών. Σύμφωνα με τη Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα. Όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 50 «Κρίνεται πως δεν είναι επιθυμητό νεαρό άτομο, στα αρχικά δηλαδή στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητας του, να στερηθεί της ευκαιρίας να ωριμάσει για να κάνει τις επιλογές του στη ζωή».   Στην Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 449 σημειώθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα:

 

«Νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας ιδιαίτερα χρήζουν αυτής της μεταχείρισης εφόσον το αποτέλεσμα που θα επιτυγχάνετο από μια ποινή άμεσης φυλάκισης μακράς σχετικώς διάρκειας, όπως είναι οι ποινές που επιβλήθησαν στην προκειμένη περίπτωση, ενδέχεται να είναι πολύ μικρότερο από το όφελος που θα προέρχετο από την προσδοκία, με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, ότι όντως θα υπάρξει αναμόρφωση και θα αποφευχθεί μια χειροτέρευση της θέσης των Εφεσειόντων εάν αυτοί περνούσαν στη φυλακή το μεγάλο αυτό σχετικά χρονικό διάστημα

 

Όπως έχει νομολογηθεί ο νεαρός κατηγορούμενος δεν πρέπει να μένει με την εντύπωση ότι η κοινωνία τον έχει ξεγράψει από τους κόλπους της. Αντιμετωπίζεται με περισσότερη επιείκεια από το Δικαστήριο δίνοντας του τη δυνατότητα να αναμορφώσει την παραβατική του συμπεριφορά και να γίνει χρήσιμος πολίτης της πολιτείας. Ωστόσο, ως έχει νομολογηθεί το νεαρό της ηλικίας δεν μπορεί να επενεργεί πάντα ως ελαφρυντικός παράγοντας ενόψει της δραματικής αύξησης των θανατηφόρων δυστυχημάτων στον τόπο μας, της εμπλοκής σε πολλές περιπτώσεις νεαρών προσώπων και της συνακόλουθης ανάγκης να συνετιστούν τα άτομα νεαρής ηλικίας μέσω της επιβολής αυστηρών ποινών (βλ. Χρίστου Μιχαήλ ν Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 329, Παντέλα ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 562).

 

στ. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο που ανέρχεται στα 2.5 έτη περίπου.

 

Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη (2001) 2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη (1993) ανωτέρω).

 

Στην υπό κρίση περίπτωση τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν στις 5/11/2023, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε άμεσα, ήτοι στις 10/11/2023, και το Δικαστήριο καλείτε να επιβάλει ποινή 2.5 χρόνια μετά περίπου. Συνεπώς η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος, δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου.

 

ζ.    Τις συνέπειες που είχε η θανατηφόρα σύγκρουση στην ψυχολογία του Κατηγορούμενου, ως καταγράφεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.

 

η.    Σοβαρός μετριαστικός παράγοντας σχετικά με την δεύτερη κατηγορία, είναι η επιστροφή του Κατηγορούμενου μετά από την πάροδο ενάμιση ώρας περίπου από την θανατηφόρα σύγκρουση στην σκηνή του δυστυχήματος. Η ενέργεια του Κατηγορούμενου να ενημερώσει τους Αστυνομικούς όπου βρίσκονταν στην σκηνή, ότι αυτός ήταν ο οδηγός που προκάλεσε την θανατηφόρα αυτή σύγκρουση δεικνύει την μεταμέλεια του, έστω και αργοπορημένα.

 

θ.    Λαμβάνω επίσης υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορούμενου, το γεγονός ότι αν και η οδήγηση του Κατηγορούμενου ήταν επικίνδυνη, δεν διαφάνηκε να ήταν απερίσκεπτη ή και αλόγιστη. Δεν ήταν η περίπτωση όπου ο οδηγός οδηγούσε είτε με αυξημένη ταχύτητα (υπενθυμίζεται ότι καμία τέτοια αναφορά δεν έγινε από την Κατηγορούσα Αρχή κατά την έκθεση των γεγονότων), ούτε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών ή αλκοόλ. Η οδηγητική του συμπεριφορά επομένως δεν απεκάλυπτε συνεχή και εκτεταμένη απερισκεψία υπό τη μορφή της αδιαφορίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Άννας Μαρκίδου Νεοκλέους (2001) 2 ΑΑΔ 48). Πόσο μάλλον όταν ο Κατηγορούμενος όταν πλέον αντιλήφθηκε την παρουσία του πεζού στον δρόμο, αδιαμφησβήτητα αργοπορημένα (και εδώ έγκειται και η ποινική ευθύνη του), εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του για να αποφύγει την σύγκρουση, αλλά ήταν πλέον αργά. Η αποφευκτική κίνηση αυτή του Κατηγορούμενου έχει την σημασία της, καθότι τα αδικήματα αυτή της φύσης έχουν πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας.

 

Η συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του ως μετριαστικό παράγοντα την συντρέχουσα (κατά την θέση της) αμέλεια του θύματος, το οποίο ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, εισήλθε στον δρόμο πεζός.   Στην απόφαση Στυλιανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 240/2018, 25/02/2021 επεξηγήθηκε η διαφορά της συντρέχουσας αμέλειας μεταξύ αστικού και ποινικού δικαίου. Ως τονίστηκε η συντρέχουσα αμέλεια δεν αποτελεί υπεράσπιση σε ποινική κατηγορία. Μόνο έμμεσα μπορεί να υπεισέλθει, εάν και εφόσον είναι τέτοιου βαθμού ώστε η ενέργεια του κατηγορούμενου να μην αξιολογείται πλέον ως η ενεργός και ουσιαστική αιτία του θανάτου (operating and substantial cause of death). Όπως αναφέρεται στο Indian Penal Code (ανωτέρω), σελ. 2499:

 

«...contributory negligence does play a part, though indirectly, in determining whether the act of the accused was so rash or negligent that it caused the death. Contributory negligence, though not per se a defence may thus become relevant, not because it is by itself an exonerating circumstance, but as a fact showing that the consequence complained of was too remote».

 

Εν προκειμένω κρίνω ότι δεν είναι τέτοια η περίπτωση. Το γεγονός ότι το θύμα διασταύρωσε τον δρόμο, ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, δεν μπορεί από μόνο του να έχει την έννοια της συντρέχουσας αμέλειας ή της διακοπής της αιτιώδους συνάφειας σε σχέση με την παράλειψη του Κατηγορούμενου να αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό και να ακινητοποιήσει το όχημα του χωρίς να κτυπήσει του θύματος. Η παράλειψη αυτή του Κατηγορούμενου αποτελούσε τη μοναδική αιτία του θανάτου του θύματος.  

 

 

ΣΤ.Είδος της Ποινής

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Αβρααμίδης (1993) 2 ΑΑΔ 355 τονίστηκε ότι «το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου.  Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μη επιβληθεί στέρηση της άδειας.  Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού».  Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η Παντέλας ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 562, η οποία υπενθύμισε ότι στη Γενικός Εισαγγελέας ν Σωτηρίου (2003) 2 ΑΑΔ 331 λέχθηκε πως «Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα  σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορούμενου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ΄ όψιν (Παμπακάς κ.α. ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 487, 491). Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, στην οποία τονίστηκε ότι «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ΄ αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων».

 

Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που βρέθηκε ένοχος και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μακρής ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 49/2021, ημερομηνίας 21/12/2021, διαπίστωσε την ανησυχητική έξαρση όπου παρατηρείται στα θανατηφόρα δυστυχήματα, και ακριβώς λόγω αυτής της έξαρσης, την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων που σχετίζονται με τροχαίες παραβάσεις.

 

Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής, σε σχέση με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, και σύντομα θα γεννηθεί το δεύτερο του παιδί, και τα παιδιά αυτά θα έχουν ανάγκη τον πατέρα τους, κατανοείται πλήρως από το Δικαστήριο και ο Κατηγορούμενος έχει προς τούτο την συμπάθεια του Δικαστηρίου. Όμως η κατανόηση που επιδεικνύεται από το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει την ανάγκη της αποτροπής μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της φύσης των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο Κατηγορούμενος. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). 

 

Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις αποτελεί τη μόνη αρμόζουσα ποινή για τον Κατηγορούμενο στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα στον Κατηγορούμενο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες (βλ. Νικήτα v Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75).

 

Όσον αφορά το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης δεν έχουν εκτεθεί οποιοιδήποτε ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί και αυτό το είδος της ποινής. Ένεκα της σοβαρότητας του αδικήματος κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και ποινή στερητική της άδειας οδήγησης.

 

Ζ.    Έκταση Ποινής

Σαφέστατα και οι προηγούμενες ποινές επί θανατηφόρων δυστυχημάτων είναι ενδεικτικές, και δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για το λόγο ότι δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Ηρακλέους, Ποινική Έφεση 244/17, 8/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:B285). Ωστόσο, έχω κατά νου τις ακόλουθες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Ποινικού Εφετείου, αναφορικά με θανατηφόρα δυστυχήματα κατά παράβαση του άρθρου 210 Κεφ. 154 στις οποίες υπήρξε παραδοχή της κατηγορίας, και από τις οποίες αντλώ καθοδήγηση.

 

Στην υπόθεση Ina Yasar ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 229/24, 8/11/2024, το Εφετείο μείωσε την ποινή φυλάκισης από 18 μήνες σε 10 μήνες, λαμβάνοντας υπόψη το ότι η Εφεσείουσα παραδέχθηκε την κατηγορία, ήταν μητέρα ενός παιδιού ηλικίας 14 ετών του οποίου έχει την αποκλειστική επιμέλεια και φροντίδα, καθ΄ ότι ο πατέρας διέμενε στην χώρα καταγωγής του, και υπήρχε συντρέχουσα ευθύνη του θύματος. Στην υπόθεση Χρίστος Μιχαήλ ν Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 329 ο εφεσείοντας άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή μετά το άκουσμα της μαρτυρίας, και πριν τις τελικές αγορεύσεις. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείοντας τελούσε κατά τον επίδικο χρόνο υπό την επήρεια αλκοόλης, και υπό αυτές τις συνθήκες, η οδήγηση οχήματος ενείχε πλέον καθαρό και σοβαρό κίνδυνο για τον κάθε πολίτη που βρισκόταν στην πορεία του Εφεσείοντα κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών. Στην Νικολάου ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 103 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών όταν ο οδηγός προκάλεσε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, επιδεικνύοντας επικίνδυνη και απερίσκεπτη οδηγική συμπεριφορά. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Sidhu, Ποινική Έφεση 152/22, ημερομηνίας 1/12/22, το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε την ποινή φυλάκισης των 12 μηνών σε 2,5 έτη φυλάκισης σε υπόθεση στην οποία ο οδηγός δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα και απέτυχε να δει ότι το προπορευόμενο του όχημα είχε σταματήσει για να δώσει προτεραιότητα σε πεζή επί διάβασης με αποτέλεσμα να κτυπήσει πρώτα στο προπορευόμενο όχημα και ακολούθως στην άτυχη 45χρονη.

 

 Στην υπόθεση Προκοπίου κ.α. v Αστυνομίας, (1995) 2 Α.Α.Δ. 73, το Εφετείο αύξησε την ποινή από 4 μήνες φυλάκιση που είχε επιβληθεί, σε 12 μήνες, ενώ ο Εφεσείων  ήταν νεαρό πρόσωπο 22 ετών, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, υπέφερε από καρδιακό νόσημα και υποβάλλετο σε θεραπείες από ιδιώτη γιατρό, είχε λευκό ποινικό μητρώο και προέβηκε σε παραδοχή του διπλού θανατηφόρου δυστυχήματος, σημειώνοντας πως ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη του όλους τους ελαφρυντικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες εν τούτοις παρέλειψε να δώσει βαρύτητα στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε απερίσκεπτα και με πλήρη περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή. Στην Αστυνομία ν Glazkov, Ποινική Έφεση 262/18, 16/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B186, επικυρώθηκε κατ' έφεση ποινή φυλάκισης 18 μηνών φυλάκισης μετά από παραδοχή. Η ποινή δεν κρίθηκε ούτε έκδηλα υπερβολική ούτε έκδηλα ανεπαρκής με βάση το κριτήριο το οποίο θέτει η νομολογία. Το δυστύχημα επεσυνέβη όταν ο Εφεσείων σε κάποιο σημείο της λεωφόρου όπου ο δρόμος διαχωρίζεται με συνεχόμενη άσπρη γραμμή, άρχισε να προσπερνά από τα δεξιά τα προπορευόμενα του οχήματα με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία και να συγκρουστεί με μοτοποδήλατο που οδηγούσε από την αντίθετη κατεύθυνση από νεαρό άτομο 17 ετών, το οποίο δυστυχώς απεβίωσε. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του αδικοπραγούντος λήφθηκε υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας, και η σύναψη γάμου στα δυο χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από τη διάπραξη του αδικήματος. Τέλος, στην Μακρής ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 49/21, 21/12/2021 για την πρόκληση θανατηφόρου δυστυχήματος επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών κατόπιν παραδοχής. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείων είχε επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά χωρίς προηγουμένως να σταματήσει παραβιάζοντας σήμα τροχαίας το οποίο απαγόρευε τη στροφή δεξιά καθώς και άσπρη συνεχή γραμμή, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της οδηγούμενης εξ αντιθέτου κατεύθυνσης μοτοσυκλέτας και να συγκρουστεί βίαια με αυτή. Από τη σύγκρουση επήλθε ο θάνατος του μοτοσικλετιστή. Ο Εφεσείων ήταν 36 ετών, λευκού ποινικού μητρώου και οικογενειάρχης (πατέρας δυο ανηλίκων τέκνων ηλικίας 9 και 6 ετών).

 

Στο σημείο αυτό παραθέτω κάποιες αποφάσεις, όπου μετά από καταδίκη κατόπιν ακρόασης σε θανατηφόρο δυστύχημα, είτε επικυρώθηκαν είτε αντικαταστάθηκαν ποινές φυλάκισης. Στην υπόθεση Παπαεπιφανείου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 16/2021, 19/10/2021 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, σε πρόκληση θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος ενώ ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν SERGEI KUZIURIN, Ποινική Έφεση 19/2023, 29/1/2024, αντικαταστάθηκε η ποινή φυλάκισης 22 μηνών όπου επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, σε ποινή  φυλάκισης 3 ετών. Τα περιστατικά της υπόθεσης αφορούσαν οδηγό όπου οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης (47mg αντί 22 mg), χωρίς να συμμορφωθεί με τους φωτεινούς σηματοδότες ενώ η ένδειξη τους ήταν κόκκινο και παραβιάζοντας τους ανέπτυξε ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή, ήτοι 123 χ.α.ω. αντί 50 χ.α.ω., εντός κατοικημένης περιοχής και εισερχόμενος κατά επικίνδυνο και εγωιστικό τρόπο στη διασταύρωση ανέκοψε την πορεία του θύματος. Στην υπόθεση Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 50/24, 2/8/2028, μειώθηκε ποινή φυλάκισης 16 μηνών σε ποινή 12 μηνών, όταν ο εφεσείοντας είχε καταδικαστεί  για θανατηφόρο δυστύχημα όπου ήταν απόρροια απερίσκεπτης και αλόγιστης οδήγησης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν Αρχοντή Ευθυβούλου, Ποινική Έφεση 124/24, 17/3/2025, κρίθηκε στο μεταίχμιο της έκδηλης ανεπάρκειας ποινή φυλάκισης 12 μηνών, σε θανατηφόρο όπου ακροάστηκε, ο εφεσίβλητος κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ήταν 22 ετών, και είχαν παρέλθει 5 χρόνια από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής. Ωστόσο με δισταγμό δεν αυξήθηκε η ποινή φυλάκισης  από το Εφετείο ένεκα του ότι κατά το διάστημα που έχει παρέλθει ο Εφεσίβλητος έχει ήδη αποφυλακιστεί.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Τάκκα, Ποινική Έφεση 160/22, 26/6/25, το Εφετείο αντικατέστησε την ποινή φυλάκισης των 6 μηνών (με αναστολή) που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε 10 μήνες (με άμεση εκτέλεση), λαμβάνοντας υπόψη το ότι δεν επρόκειτο για στιγμιαία αβλεψία αλλά για εγωιστική οδική συμπεριφορά του χειρίστου είδους, αλλά και το ότι μέχρι να εκδικαστεί η έφεση παρήλθαν 6 χρόνια από την διάπραξη του αδικήματος.  Στην Φιντανάκης ν Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 695 επικυρώθηκε κατ’ έφεση η ποινή φυλάκισης δυο χρόνων για θανατηφόρο δυστύχημα, παρά το λευκό ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας και τις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντος. Η ποινή χαρακτηρίστηκε αυστηρή αλλά δεν κρίθηκε ως έκδηλα υπερβολική ώστε να δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου. Το θανατηφόρο δυστύχημα επισυνέβη όταν ο Εφεσείων, ο οποίος οδηγούσε ιδιωτικό αυτοκίνητο κατά μήκος λεωφόρου, επιχείρησε να εισέλθει σε πάροδο η οποία βρισκόταν δεξιά προς την πορεία του, από σημείο στο οποίο υπήρχε συνεχόμενη άσπρη γραμμή, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία μοτοσυκλέτας μεγάλου κυβισμού, η οποία οδηγείτο στη λεωφόρο από την αντίθετη κατεύθυνση.

 

Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και όλους τους μετριαστικούς παράγοντες όπου εκτέθηκαν ανωτέρω, και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

  • Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Επιπλέον να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του 8 βαθμοί ποινής. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από σήμερα.
  • Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 14 μηνών. Επιπλέον να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του 8 βαθμοί ποινής. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από σήμερα.
  • Καμία ποινή στην τρίτη, τέταρτη, πέμπτή και έκτη κατηγορία, ενόψει της επιβολής ποινών φυλάκισης στις πιο πάνω κατηγορίες, έχοντας υπόψη μου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Οι ποινές στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης επίσης να συντρέχουν μεταξύ τους.

 

Ενόψει τις επιβολής βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου, συσσωρεύονται 20 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το άρθρο 20 Α, εδάφιο (7) και (8) (α) και (β)  του Ν. 86/1972 το Δικαστήριο έχει περαιτέρω εξουσία όπως αποστερήσει από τον Κατηγορούμενο του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης για χρονική περίοδο όχι μεγαλύτερη των 6 μηνών αν ο καταδικασθείς δεν έχει στερηθεί κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης τα τελευταία πέντε έτη πριν από τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή και όχι μεγαλύτερη των 12 μηνών αν ο καταδικασθείς κατά τη περίοδο πέντε ετών πριν από τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή στερήθηκε του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου.   Έχοντας επιβάλει ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης στις κατηγορίες 1 και 2 σύμφωνα με το άρθρο 19, κρίνω υπό τις περιστάσεις και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, όπως μην αποστερήσω, και στη βάση του άρθρου 20Α, την άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Οι βαθμοί επί της άδειας οδήγησης του παραμένουν  ως έχουν, ως υπόμνηση προς τον ίδιο, εάν και όταν οδηγήσει μηχανοκίνητο όχημα, να επιδεικνύει άψογη οδική συμπεριφορά. 

 

Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο προνοεί ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί.

Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699).

 

Όπως έχει νομολογηθεί ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποινική. Έφεση Αρ. 121/2017, ημερομηνίας 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311:

 

«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ’ όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης είναι:

(α)  Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του     εγκλήματος,

(β)  το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και

(γ)  η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.

 

Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

 

Έλαβα υπόψη μου τόσο το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την ηλικία του, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του, το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 3 ετών και θα αποκτήσει σύντομα το δεύτερο του παιδί, τις συνέπειες που είχε το εν λόγω δυστύχημα στην ψυχολογία του, όπως επίσης τον διαρρεύσαντα χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία του δυστυχήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής. Λαμβάνω όμως επίσης υπόψη τα περιστατικά της μοιραίας αυτής θανατηφόρας οδικής σύγκρουσης, η οποία ήταν απόρροια της επικίνδυνης οδηγικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Κατόπιν προσεκτικής μελέτης όλων των πιο πάνω, τόσο των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του Κατηγορούμενου, αλλά και της σοβαρότητας των αδικημάτων, κρίνω ότι δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Ούτε η μεταβολή στις συνθήκες του Κατηγορούμενου ένεκα του ότι θα γίνει σύντομα για δεύτερη φορά πατέρας είναι τέτοια που να δικαιολογεί διαφορετική θεώρηση.

 

Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, θα εξασθενούσε σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου.

 

Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής, για το καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής, σε βαθμό που αν αναστελλόταν η συντρέχουσα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε.

 

Συνεπώς, η συντρέχουσα ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.

 

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                                Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο